← Κύπρος

CNP ASFALISTIKI LTD ν. Σωτηρίου, Αρ. Αγωγής 122/2017, 23/8/2019

CNP ASFALISTIKI LTD ν. Σωτηρίου, Αρ. Αγωγής 122/2017, 23/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A377 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 122/2017 Μεταξύ : CNP ASFALISTIKI LTD Ενάγουσα -και- Σωτηρίου XXXXX Εναγoμένου Ημερομηνία : 23 Αυγούστου, 2019 Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα : κα. Σ. Μιχαήλ Για τον Εναγόμενο : κ. Ε. Χειμώνας ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου για κατ' ισχυρισμόν απλήρωτα ασφάλιστρα. Η υπό κρίση αγωγή, με την καταχώρησή της, ταξινομήθηκε ως ταχείας εκδίκασης με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 θ.6, φέροντας την ανάλογη ένδειξη. Συνακόλουθα, η διαδικασία διεξήχθη με βάση τις πρόνοιες της Δ.30 θ. 5,6 και 7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών που προνοούν για διαδικασία ταχείας εκδίκασης. Οι διάδικοι καταχώρησαν την έγγραφη μαρτυρία τους. Το Δικαστήριο με ενδιάμεση απόφασή του απέρριψε το αίτημα της Ενάγουσας για αντεξέταση του Εναγομένου. Έτσι οι δυο πλευρές, κατά την ημερομηνία που η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση, προχώρησαν με γραπτές αγορεύσεις. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 Α.Α.Δ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ
  1. Η Ενάγουσα ισχυρίστηκε στην Έκθεση Απαίτησής της ότι προηγουμένως έφερε το όνομα ΛΑΙΚΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ. Κατόπιν τριών διαφορετικών προτάσεων προς ασφάλιση, τις οποίες υπέβαλε ο Εναγόμενος, η Ενάγουσα συνήψε με αυτόν τρεις διαφορετικές συμβάσεις ασφάλισης. Συγκεκριμένα, συνήφθη το ασφαλιστήριο υπ' αριθμόν XXXXX1406 σε σχέση με το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX12, ιδιοκτησίας του Εναγομένου. Επιπλέον, συνήφθη το ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπ' αριθμόν XXXXX5614 αναφορικά με το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX13, ιδιοκτησίας του Εναγομένου. Επιπρόσθετα συνήφθη το ασφαλιστήριο συμβόλαιο υπ' αριθμόν XXXXX7926, αναφορικά με το όχημα του Εναγομένου μάρκας JOHN DEEP. Τα πιο πάνω ασφαλιστήρια συμβόλαια περιείχαν τον ρητό και/ή εξυπακουόμενο όρο ότι θα γινόταν αυτόματη ανανέωση των επίδικων ασφαλιστηρίων. Η Ενάγουσα άνοιξε σχετικό λογαριασμό, ο οποίος παρουσιάζει υπόλοιπο εξ € 1.484,29-. Η Ενάγουσα μέσω επιστολής των δικηγόρων της, ημερομηνίας 8.1.2016, κάλεσε τον Εναγόμενο όπως πληρώσει το πιο πάνω ποσό. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του δέχθηκε ότι είχε συνάψει τα επίδικα ασφαλιστήρια συμβόλαια με την Ενάγουσα, πλην όμως ισχυρίστηκε ότι δεν υφίστατο όρος για αυτόματη ανανέωσή τους αλλά αντίθετα έπρεπε να υποβληθεί αίτηση για ανανέωση των επίδικων συμφωνιών. Ισχυρίστηκε ότι πλήρωσε το ασφάλιστρο για το έτος που αφορούσαν οι επίδικες συμφωνίες και ουδέν ποσό οφείλει. Περαιτέρω, δήλωσε ότι αγνοεί την ύπαρξη του επίδικου λογαριασμού και ότι ουδέποτε παρέλαβε την επιστολή που ισχυρίζεται η Ενάγουσα. Η Ενάγουσα στην Απάντηση στην Υπεράσπιση του Εναγομένου ισχυρίστηκε ότι ακύρωσε το ασφαλιστήριο υπ' αριθμόν XXXXX1406 στις 11.4.2013, το ασφαλιστήριο υπ' αριθμόν XXXXX5614 στις 2.3.2012 και το ασφαλιστήριο υπ' αριθμόν XXXXX7926 στις 6.12.
  2. Παραδεκτά γεγονότα Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι στην πολιτική δίκη, απόδειξη μπορεί να προκύψει μέσω παραδοχής γεγονότων. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45 και Παπαμιλτιάδους ν. Ιωάννου
(2007)1 Α.Α.Δ.
  1. Μία εκ των περιπτώσεων όπου μπορεί να προκύψει παραδοχή γεγονότων είναι διά της παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Tο Δίκαιο της Απόδειξης των Τ. Ηλιάδη & Ν.Σάντη σελ.
  2. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει μέσα από τα δικόγραφα ότι η Ενάγουσα συνομολόγησε με τον Εναγόμενο τρία ασφαλιστήρια συμβόλαια και εκδόθηκαν τρία ασφαλιστήρια έγγραφα. Συγκεκριμένα, από την Υπεράσπιση του Εναγομένου προκύπτει ότι είναι παραδεκτή η συνομολόγηση ασφαλιστικής σύμβασης σε σχέση με το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX12, για την περίοδο από 16.9.2009 μέχρι 16.9.
  3. Επιπλέον, είναι παραδεκτή η συνομολόγηση σύμβασης ασφάλισης σχετικά με το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX13, για την περίοδο από 21.9.2010 μέχρι 21.9.
  4. Τέλος αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι συνομολογήθηκε σύμβαση ασφάλισης, αναφορικά με το όχημα μάρκας JOHN DEEP, για την περίοδο από 27.4.2011 μέχρι 27.4.
  5. Όλα τα πιο πάνω οχήματα ανήκαν κατά τον ουσιώδη χρόνο στον Εναγόμενο. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω θα προχωρήσω με παράθεση της μαρτυρίας, η οποία σχετίζεται με τα αμφισβητούμενα γεγονότα. Μαρτυρία Αποτελεί καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν είτε την καθιστούν ανεδαφική. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα ( ανωτέρω). Επιπλέον, έχει επανειλημμένα τονιστεί ότι μαρτυρία που κατατίθεται έστω και χωρίς ένσταση και που τελικά φαίνεται ότι δεν είναι αποδεκτή, πρέπει να αγνοείται κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις αποφάσεις Miorage Popovic Slopodan ν. Dubranvka Radivojenik
(1998)1 Α.Α.Δ. 1162 και Μελάς v. Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ.
  1. Έτσι το Δικαστήριο δεν θα προχωρήσει με την παράθεση μαρτυρίας, η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα, αλλά παρά ταύτα έχει εμφιλοχωρήσει στην έγγραφη μαρτυρία κάποιου εκ των μαρτύρων. Για την πλευρά της Ενάγουσας κατέθεσε μαρτυρία ο XXXXX Στυλιανού ως ΜΕ1 και ο XXXXX Δημητριάδης ως ΜΕ
  2. Ο ΜΕ1 στη μαρτυρία του δήλωσε ότι είναι υπάλληλος της Ενάγουσας εταιρείας. Αναφέρθηκε αρχικά στο ιστορικό του ονόματος της Ενάγουσας και κατέθεσε σχετικά ως Τεκμήριο 1, πιστοποιητικό αλλαγής ονόματος από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών & Επίσημου παραλήπτη. Η Ενάγουσα διατηρούσε τρία ασφαλιστήρια συμβόλαια με τον Εναγόμενο. Για το πρώτο συμβόλαιο, αναφορικά με το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX12, δήλωσε ότι η αρχική περίοδος ασφάλισης ήταν η περίοδος από 19.9.2009 μέχρι 16.9.
  3. Το εν λόγω συμβόλαιο ανανεωνόταν αυτόματα. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 2 την πρόταση ασφάλισης και ως Τεκμήριο 3 σχετικό πίνακα, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του συμβολαίου. Ως προς το δεύτερο ασφαλιστήριο, το οποίο αφορούσε το όχημα XXXXX13, δήλωσε ότι η αρχική περίοδος ασφάλισης ήταν η περίοδος από 21.9.2010 μέχρι 21.9.
  4. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 τη σχετική πρόταση ασφάλισης και ως Τεκμήριο 5 σχετικό πίνακα, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του συμβολαίου. Σε σχέση με το τρίτο ασφαλιστήριο, το οποίο αφορούσε το όχημα μάρκας JOHN DEEP δήλωσε ότι η πρώτη περίοδος ασφάλισης ήταν η περίοδος από 27.4.2011 μέχρι 27.4.
  5. Κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 τη σχετική πρόταση ασφάλισης και ως Τεκμήριο 7 σχετικό πίνακα, ο οποίος αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του συμβολαίου. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι έκαστο συμβόλαιο ανανεωνόταν αυτόματα δυνάμει συγκεκριμένου όρου, ο οποίος περιελήφθη σε έκαστο συμβόλαιο, κατόπιν επιθυμίας του Εναγομένου. Ένεκα του ότι ο Εναγόμενος δεν κατέβαλλε το ασφάλιστρό του, η Ενάγουσα τερμάτισε το πρώτο συμβόλαιο στις 11.4.2013, το δεύτερο στις 12.3.2012 και το τρίτο στις 6.12.
  6. Ακολούθως, ανέφερε πως οι ανανεώσεις των επίδικων συμβολαίων γίνονταν αυτόματα και ουδέποτε η Ενάγουσα ειδοποιήθηκε σχετικά με τυχόν επιθυμία του Εναγομένου για μη ανανέωσή τους. Περαιτέρω, κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού σχετικά με όλες τις οφειλές του Εναγομένου προς την Ενάγουσα, ως Τεκμήριο
  7. Επειδή, όμως, το Τεκμήριο 8 περιλαμβάνει χρεώσεις που προκύπτουν από άλλες συμβάσεις εκτός από τις επίδικες, κατέθεσε ως Τεκμήρια 9, 10 και 11 κατάσταση λογαριασμού για έκαστο εκ των επίδικων ασφαλιστηρίων συμβολαίων. Κατέθεσε τέλος ως Τεκμήριο 12 επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας, ημερομηνίας 8.1.
  8. Επόμενος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο Ανδρέας Δημητριάδης, ΜΕ
  9. Ο ΜΕ2 ήταν κατά τον επίδικο χρόνο και συνεχίζει να είναι ασφαλιστικός πράκτορας. Ο ΜΕ2, δήλωσε ότι ήταν διαμεσολαβητής στην υπογραφή των συμβάσεων ασφάλισης μεταξύ Ενάγουσας και Εναγομένου. Στις 22.3.2019 ο Εναγόμενος υπέβαλε πρόταση ασφάλισης σε σχέση με το μηχανοκίνητο όχημα XXXXX12, στις 4.10.2010 σε σχέση με το μηχανοκίνητο όχημα XXXXX13 και στις 2.5.2011 σε σχέση με το όχημα μάρκας JOHN DEEP. Δήλωσε ότι και οι τρεις προτάσεις ασφάλισης συμπληρώθηκαν από τον Εναγόμενο στην παρουσία του. Ο ίδιος ο Εναγόμενος επέλεξε να γίνεται αυτόματη ανανέωση του ασφαλιστηρίου. Στον αντίποδα, για την πλευρά του Εναγομένου, κατέθεσε έγγραφη μαρτυρία ο ίδιος ο Εναγόμενος, ως ΜΥ
  10. Ο ΜΥ1 δήλωσε ότι δεν είχε οποιεσδήποτε σχέσεις με τον ΜΕ
  11. Δήλωσε ότι ο ίδιος δεν συμπλήρωσε το Τεκμήριο 2, αλλά δέχθηκε ότι συνήψε ασφαλιστήριο συμβόλαιο με την Ενάγουσα σε σχέση με το όχημα XXXXX
  12. Δήλωσε ότι η σύμβαση ασφάλισης ήταν διάρκειας ενός έτους, ίσχυε για την περίοδο από16.9.2009 μέχρι 16.9.2010 και πληρώθηκε. Αρνήθηκε ότι συμπλήρωσε την πρόταση ασφάλισης, Τεκμήριο
  13. Ως προς τον όρο περί αυτόματης ανανέωσης του ασφαλιστηρίου, δήλωσε ότι κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 2 δεν είχε αποδεχθεί τη συμπερίληψη τέτοιου όρου. Ως προς τα Τεκμήρια 8 και 9 δήλωσε ότι ουδέποτε έλαβε γνώση αυτών και επανέλαβε ότι η Ενάγουσα δεν είχε δικαίωμα να ανανεώσει την επίδικη σύμβαση ασφάλισης. Περαιτέρω, ως προς το Τεκμήριο 9 αμφισβήτησε συγκεκριμένες καταγραφές, οι οποίες δεν αφορούσαν το όχημα XXXXX
  14. Δήλωσε, επιπλέον, ότι το αξιούμενο ποσό δεν δικαιολογείται ούτε και εάν ανανεωνόταν η επίδικη σύμβαση ασφάλισης. Επιπρόσθετα, δήλωσε ότι το όχημα XXXXX12 καταστράφηκε σε τροχαίο ατύχημα και ότι γι' αυτόν τον λόγο τερματίστηκε η επίδικη σύμβαση ασφάλισης. Ακολούθως αρνήθηκε ότι συμπλήρωσε την πρόταση ασφάλισης σε σχέση με το όχημα XXXXX13, ήτοι το Τεκμήριο
  15. Δέχθηκε, όμως, ότι το Τεκμήριο 4 έγινε με σκοπό να ασφαλιστεί το επίδικο όχημα για την περίοδο από 21.9.2010 μέχρι 21.9.
  16. Παράλληλα, δέχθηκε ότι υπέγραψε το Τεκμήριο 4, αλλά δήλωσε ότι κατά τον χρόνο υπογραφής του Τεκμηρίου 4 δεν γνώριζε την ύπαρξη του όρου περί αυτόματης ανανέωσης. Αναφορικά με το όχημα τύπου John Deep δήλωσε ότι δεν συμπλήρωσε τη σχετική πρόταση ασφάλισης, Τεκμήριο
  17. Δέχθηκε, όμως, ότι υπέγραψε αυτή δηλώνοντας παράλληλα ότι κατά τον χρόνο υπογραφής της δεν είχε αποδεχθεί τέτοιο όρο. Επιπλέον, σε σχέση με το όχημα XXXXX12 δήλωσε ότι είχε ειδοποιήσει τον κ. XXXXX Δημητριάδη ότι ένεκα της καταστροφής του δεν επιθυμούσε την ανανέωση του ασφαλιστηρίου. Παράλληλα δήλωσε ότι δεν ειδοποιήθηκε από την ασφάλεια σε σχέση με την όποια ανανέωση συμβολαίου. Περαιτέρω, σε σχέση με το Τεκμήριο 11, δήλωσε ότι οι χρεώσεις των ημερομηνιών 1.10.2011 και 10.1.2012, δεν δικαιολογούνταν. Ισχυρίστηκε, επιπλέον, ότι η κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8, αφορά και άλλα οχήματα, καθώς και ασφάλιση ακίνητης ιδιοκτησίας. Επίσης, σχολίασε ότι οι καταστάσεις λογαριασμού αποτελούν ελλιπή μαρτυρία. Αρνήθηκε ακολούθως ότι οι Ενάγουσα τον κάλεσε να καταβάλει οποιοδήποτε ποσό και ότι ουδέποτε παρέλαβε την επιστολή, ημερομηνίας 8.1.2016, Τεκμήριο
  18. Αρνήθηκε εκ νέου ότι ο ίδιος συμπλήρωσε τις επίδικες προτάσεις ασφάλισης και ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε επέλεξε να υφίσταται αυτόματη ανανέωση των επίδικων ασφαλιστηρίων. Επιπλέον, ισχυρίστηκε ότι σε σχέση με δύο εκ των επίδικων οχημάτων ενημέρωσε τον ΜΕ 2 ότι είχαν καταστραφεί σε τροχαία ατυχήματα και ως εκ τούτου δεν χρειαζόταν η συνέχιση της ασφάλισης. Τέλος ισχυρίστηκε ότι μέσα από τα Τεκμήρια 8,9, 10 και 11 διαπίστωσε ότι κατέβαλε πόσα μεγαλύτερα από τα συμφωνηθέντα. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά την καταχώρηση της έγγραφης μαρτυρίας των διαδίκων οι ευπαίδευτοι συνήγοροί τους με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις ανέπτυξαν την επιχειρηματολογία τους. Γεγονότα που αποτελούν κοινό έδαφος. Πέραν από τα αυστηρώς παραδεκτά γεγονότα είναι επιτρεπτή και η εξαγωγή ευρημάτων, χωρίς να αξιολογηθούν σχετικά οι μάρτυρες, επί γεγονότων που εμφανίζονται μη αμφισβητούμενα δια των χειρισμών των διαδίκων κατά την ακρόαση. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.
  19. Άλλωστε, η ανάγκη αξιολόγησης μαρτυρίας συνήθως υφίσταται, όπου παρουσιάζονται διιστάμενες εκδοχές επί των επίδικων γεγονότων και το Δικαστήριο προβαίνει σε αξιολόγηση των εκατέρωθεν εκδοχών, ώστε να καταλήξει σε ευρήματα γεγονότων. Σχετική είναι η απόφαση Pissis Ltd v. La Baguette Boullangerie- Patisserie Ltd, Πολ. Έφεση 135/10, ημερομηνίας 30.9.
  20. Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, μέσα από τη σύνοψη της μαρτυρίας ως εκτέθηκε ανωτέρω, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος υπέγραψε τις τρεις προτάσεις ασφάλισης σε σχέση με τα επίδικα οχήματα. Επιπλέον, μέσα από τον χειρισμό της ακρόασης από τον Εναγόμενο προκύπτει ότι δεν αμφισβητείται η ύπαρξη της Ενάγουσας ως ασφαλιστικής εταιρείας. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα προχωρήσει να αξιολογήσει τη διιστάμενη μαρτυρία και μόνο. Αξιολόγηση Μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία, Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, στη βάση πάντοτε των δικογραφημένων ισχυρισμών των διαδίκων. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ ( ανωτέρω). Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:C35, Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Η ιδιαιτερότητα της διαδικασίας υπό τη νέα Διαταγή 30 έγκειται στο ότι η μαρτυρία κατατίθεται γραπτώς και οι μάρτυρες δεν δίδουν προφορική μαρτυρία στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, ώστε το δικαστήριο να μπορεί να αξιολογήσει την εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, τις αντιδράσεις του, φυσικές ή αφύσικες, ή τον τρόπο που απαντά. Το γεγονός, όμως, ότι οι μάρτυρες σε παρόμοιας φύσης διαδικασίες, δεν καταθέτουν στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης δεν οδηγεί σε χαλάρωση τους κανόνες που αφορούν την αποδοχή και αξιολόγηση της προσφερόμενης μαρτυρίας, οι οποίοι συνεχίζουν να ισχύουν κανονικά. Άλλωστε, η νομολογία έχει επανειλημμένα τονίσει ότι μαρτυρία που κατατίθεται έστω και χωρίς ένσταση και που τελικά φαίνεται ότι δεν είναι αποδεκτή πρέπει να αγνοείται κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου. Παραπέμπω ενδεικτικά στις αποφάσεις Miorage Popovic Slopodan ν. Dubranvka Radivojenik ( ανωτέρω) και Μελάς v. Κυριάκου ( ανωτέρω). Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ
  1. Η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν σαφής, πειστική και συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία, η οποία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι αναφορές του προκύπτουν μέσα από τα έγγραφα που αποτελούν τις προτάσεις ασφάλισης, οι οποίες είναι κοινά αποδεκτό ότι υπογράφηκαν από τον Εναγόμενο. Ως προς τις αναφορές του σε σχέση με το αξιούμενο πόσο παρατηρώ ότι αυτές προκύπτουν μέσα από τα Τεκμήρια 8, 9 10 και 11, τα οποία αποτελούν τις κατ' ισχυρισμόν καταστάσεις λογαριασμού. Διευκρινίζω ότι το κατά πόσο αυτές αποδεικνύουν το αξιούμενο υπόλοιπο συνδέεται με την αποδεικτική επάρκεια των εν λόγω τεκμηρίων και όχι με την αξιοπιστία του ΜΥ
  2. Επιπλέον, η θέση του αναφορικά με τον χρόνο τερματισμού των επίδικων ασφαλιστήριων συμβολαίων δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΕ1 για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2 Η μαρτυρία του ΜΕ 2 ήταν επίσης σαφής, πειστική και συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΕ2 για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ
  3. Η μαρτυρία του ΜΥ1 σε μεγάλο βαθμό στερείται πειστικότητας. Συγκεκριμένα ο ΜΥ1, ενώ δέχθηκε ότι υπέγραψε τις επίδικες προτάσεις ασφάλισης δήλωσε ότι δεν συμφώνησε στον όρο περί αυτόματης ανανέωσης των επίδικων ασφαλιστήριων συμβολαίων. Η πιο πάνω θέση του ΜΥ1 αντικρούεται από τον ίδιο τον ΜΥ1, ο οποίος δήλωσε ότι σε κάποιο στάδιο ενημέρωσε τον ΜΕ2 ότι δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της ασφάλισης των οχημάτων με αριθμούς εγγραφής XXXXX12 και XXXXX
  4. Από τα από πάνω γεννάται το ερώτημα πώς ο Εναγόμενος δεν γνώριζε και δεν συμφώνησε την ύπαρξη όρου περί αυτόματης ανανέωσης, αλλά ενημέρωσε ότι δεν επιθυμούσε τη συνέχιση των επίδικων συμβολαίων. Συνεπώς, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος επί του ουσιώδους ισχυρισμού του ότι δεν συμφώνησε να υφίσταται αυτόματη ανανέωση των επίδικων ασφαλιστήριων προβάλλει αντιφατικούς ισχυρισμούς. Αποτέλεσμα των πιο πάνω είναι να μην μπορεί να γίνει δεκτή η θέση του περί άγνοιας και περί μη συμφωνίας για ύπαρξη όρου αυτόματης ανανέωσης. Επιπλέον, η έτερη βασική του θέση, ότι εκ των πραγμάτων δεν ήταν δυνατή η ανανέωση των επίδικων ασφαλιστήριων συμβολαίων ως προς τα οχήματα με αριθμούς εγγραφής XXXXX12 και XXXXX13, γιατί αυτά καταστράφηκαν, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Συγκεκριμένα ο ΜΥ1 προέβαλε την πιο πάνω θέση αόριστα χωρίς να προσδιορίζει τον ακριβή χρόνο καταστροφής εκάστου οχήματος, ώστε να είναι δυνατόν να αξιολογηθεί η πιο πάνω θέση. Περαιτέρω, το Τεκμήριο 1 που επισύναψε ο Εναγόμενος δεν ενισχύει τον ισχυρισμό του, αφού αυτό φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της ισχυριζόμενης από την Ενάγουσα, ημερομηνίας ακύρωσης του επίδικου ασφαλιστηρίου. Έτσι το πιστοποιητικό καταστροφής του οχήματος, το οποίο φέρει ημερομηνία μεταγενέστερη της περιόδου για την οποία η Ενάγουσα αξιώνει πληρωμή ασφάλιστρών δεν μπορεί να επηρεάσει ούτε να θεμελιώσει τον ισχυρισμό περί μη αναγκαιότητας ανανέωσης του επίδικου ασφαλιστηρίου. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών, του κοινού υποβάθρου γεγονότων και της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Η Ενάγουσα αποτελεί ασφαλιστική εταιρεία. Ο Εναγόμενος υπέβαλε τρεις προτάσεις ασφάλισης προς την Ενάγουσα. Ο Εναγόμενος υπέγραψε και τις τρεις προτάσεις ασφάλισης. Σε έκαστη εκ των προτάσεων ασφάλισης περιείχετο ο όρος ότι τα ασφαλιστήρια συμβόλαια θα ανανεώνονταν αυτόματα με τους ίδιους όρους και ότι η ευθύνη της Ενάγουσας για κάλυψη θα ξεκινούσε με την αποδοχή της εκάστοτε πρότασης ασφάλισης. Η Ενάγουσα αποδέχτηκε τις επίδικες προτάσεις ασφάλισης. Ακολούθως συνήφθηκαν μεταξύ των διαδίκων τρεις διαφορετικές συμβάσεις ασφάλισης και εκδόθηκαν τρία ξεχωριστά ασφαλιστήρια συμβόλαια. Συγκεκριμένα, εκδόθηκε το ασφαλιστήριο υπ' αριθμόν XXXXX1406 σε σχέση με το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX12, με αρχική περίοδο ασφάλισης από 16.9.2009 μέχρι 16.9.
  5. Επιπλέον, εκδόθηκε το ασφαλιστήριο υπ' αριθμόν XXXXX5614 αναφορικά με το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX13, με αρχική περίοδο ασφάλισης από 21.9.2010 μέχρι 21.9.
  6. Τέλος εκδόθηκε το ασφαλιστήριο υπ' αριθμόν XXXXX7926, αναφορικά με το όχημα μάρκας JOHN DEEP, με αρχική περίοδο ασφάλισης από 27.4.2011 μέχρι 27.4.
  7. Όλα τα πιο πάνω οχήματα ήταν οχήματα ιδιοκτησίας του Εναγομένου. Η Ενάγουσα τερμάτισε το ασφαλιστήριο υπ' αριθμόν XXXXX1406 στις 11.4.2013, το ασφαλιστήριο υπ' αριθμόν XXXXX5614 στις 2.3.2012 και το ασφαλιστήριο υπ' αριθμόν XXXXX7926 στις 6.12.
  8. Η Ενάγουσα μέσω επιστολής των δικηγόρων της ημερομηνίας 8.1.2016 ζήτησε την πληρωμή του αξιούμενου ποσού. Νομική Πτυχή Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης φέρει η Ενάγουσα, η οποία οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ. 1056, Baloise Insurance Co Ltd v. Κατωμονιάτη κ.ά
(2008)1 Α.Α.Δ. 1275 και Tekinder Pal κ.ά ν. Δημοκρατίας
(2010)2 Α.Α.Δ. 551. Τονίζεται ότι, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 , μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει, μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Το πρώτο επίδικο ζήτημα στην παρούσα είναι το κατά πόσο οι επίδικες συμβάσεις ασφάλισης ανανεώνονταν αυτόματα. Από τα Τεκμήρια 2, 4 και 6 και από την αποδεκτή ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει ότι οι προτάσεις ασφάλισης περιείχαν σαφή και ρητό όρο περί αυτόματης ανανέωσής τους. Ακόμα, όμως, και εάν γινόταν δεκτή η θέση του ΜΥ1, ότι κατά τον χρόνο υπογραφής των Τεκμήριων 2,4, και 6 δεν γνώριζε και δεν συμφώνησε την ύπαρξη του όρου περί αυτόματης ανανέωσης, δεν θα μπορούσε να καταστήσει αυτά άνευ σημασίας, καθότι ο Εναγόμενος με την υπογραφή του στη θέση του προτείνοντα, αποχωρίστηκε αυτά με τρόπο που δεν μπορεί να ισχυρίζεται ότι τα όσα καταγράφουν τα Τεκμήρια 2, 4 και 6 δεν ισχύουν. Σχετική είναι η απόφαση Τουτζικιάν Τσολάκης και Άλλοι ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ 1240, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «. . . a person who signs a document, and parts with it so that it may come into other hands, has a responsibility, that of the normal man of prudence, to take care what he signs, which, if neglected, prevents him from denying his liability under the document according to its tenor. I would add that the onus of proof in this matter rests upon him, i.e. to prove that he acted carefully, and not upon the third party to prove the contrary." Σε μετάφραση: «Πρόσωπο που υπογράφει έγγραφο, και το αποχωρίζεται με τρόπο που μπορεί να περιέλθει στα χέρια άλλων, έχει ευθύνη, εκείνη του συνηθισμένου σώφρονα ανθρώπου να προσέχει τι υπογράφει, ώστε, αν δεν το πράξει εμποδίζεται από του να αρνηθεί την ευθύνη του με βάση το έγγραφο και σύμφωνα με το περιεχόμενο του. Θα προσέθετα ότι το βάρος απόδειξης ευρίσκεται στους ώμους του, δηλαδή να αποδείξει ότι ενήργησε επιμελώς, και όχι επί των ώμων του τρίτου προσώπου να αποδείξει το αντίθετο». Περαιτέρω, στην πρόσφατη απόφαση Εργατίδη ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας Πόλ. Έφεση 293/12, ημερομηνίας 7.2.2018 επαναδιατυπώθηκε η αρχή ότι η υπογραφή δεσμεύει και λέχθηκαν επιπλέον τα ακόλουθα : «εκείνος που επιδιώκει να αποδεσμευθεί από τις συνέπειες που κανονικά επιφέρει η υπογραφή του, να καταδείξει, στα πλαίσια της υπεράσπισης non est factum, ότι η υπογραφή του τέθηκε λόγω ανικανότητας, ως η τυφλότητα ή ο αναλφαβητισμός, ή λόγω παραπλάνησης ή δόλου, παρά την επιμέλεια και προσοχή που επέδειξε. Θα πρέπει, επίσης, το έγγραφο να είναι εντελώς διαφορετικό, υπό την έννοια ότι εντάσσεται σε διαφορετική κατηγορία εγγράφων.» Συνεπώς, ο απλός ισχυρισμός του Εναγομένου ότι δεν είχε αποδεκτεί, κατά τον χρόνο υπογραφής των επίδικων προτάσεων ασφάλισης, τον όρο για αυτόματη ανανέωση των συμβολαίων δεν μπορεί να οδηγήσει στην αποδέσμευσή του από τις όποιες συνέπειες τυχόν επιφέρει η υπογραφή μιας εκάστης εκ των προτάσεων ασφάλισης. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει αμφισβητηθεί ότι έχουν συνομολογηθεί τρεις συμβάσεις ασφάλισης με το επικαλούμενο από την Ενάγουσα ετήσιο ασφάλιστρο. Αυτό που ουσιαστικά αμφισβητείται είναι το εάν τα επίδικα ασφαλιστήρια συμβόλαια ανανεώνονταν αυτόματα. Επομένως, το κρίσιμο ερώτημα που αναδύεται είναι το κατά πόσο οι επίδικες συμβάσεις ασφάλισης ανανεώνονταν αυτόματα. Ως προς το ζήτημα της ανανέωσης ασφαλιστήριων συμβολαίων διαφωτιστικά είναι τα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Colinvaux's Law of Insurance 11th Ed, Section 7, υπό τον τίτλο Renewal of Insurance Contracts, παράγραφοι 1-079 ως ακολούθως : «Policies of insurance are not renewable beyond their original term unless they are expressed to be so, and where there is no provision for renewal they can only therefore be renewed by a new agreement between the parties. Where there is a provision for renewal it may give the assured an unconditional right to renew or, as is generally the case, renewal may be conditional on the assent of both parties. The latter class includes policies which may be renewed by tender of a further premium by the assured and by the acceptance of that premium by the insurers, and also those policies, known as "self-renewing", which provide that they shall be automatically renewed unless either of the parties shall give notice of an intention not to renew. It is a matter of construction whether a policy is self-extending, although most policies are not of this type.» Προκύπτει, συνεπώς, ότι κατά κανόνα κάποια σύμβαση ασφάλισης δεν ανανεώνεται αυτόματα εκτός και εάν κάτι τέτοιο προνοείται ρητά. Επομένως η κρίση του εάν κάποια σύμβαση ασφάλισης ανανεώνεται αυτόματα ή όχι, προκύπτει μέσα από την ερμηνεία των όρων αυτής. Στην πρόσφατη απόφαση xxx xxx ΛΙΠΕΡΗ, ΥΠΟ ΤΗΝ ΙΔΙΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΩΣ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΗΣ ΤΗΣ ΠΕΡΙΟΥΣΙΑΣ ΤΟΥ ΑΠΟΒΙΩΣΑΝΤΑ ΕΛΕΥΘΕΡΙΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΟΥΝΤΖΙΟΥΡΗ ν. ECCLESIASTICAL INSURANCE OFFICE PLC κ.α., ECLI:CY:AD:2019:A329, Πολιτική Έφεση Αρ. 42/2013, ημερομηνίας 19.7.2019, επαναδιατυπώθηκε η αρχή ότι τα ασφαλιστικά συμβόλαια ερμηνεύονται όπως κάθε άλλο έγγραφο σύμφωνα με τους κανόνες ερμηνείας σε σχέση βέβαια με συμβάσεις εμπορικού ή καταναλωτικού τύπου. Στην καλά γνωστή αυθεντία Γεωργίου Eιρήνη ν. Kυπριακών Aερογραμμών Λτδ
(1998)1 ΑΑΔ 1794, κρίθηκε ότι αναγκαίο στοιχείο για τη συνομολόγηση νομικά δεσμευτικής σύμβασης είναι η ύπαρξη πρότασης από το ένα μέρος, η οποία γίνεται αποδεκτή από το άλλο. Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου το Δίκαιο των Συμβάσεων 1η έκδοση Τόμος Α, σελ. 100, η πρόταση πρέπει να είναι συγκεκριμένη και σαφής. Αόριστες και ασαφείς προτάσεις ή εισηγήσεις δεν συνιστούν προτάσεις εν τη εννοία του Νόμου. Συνεπώς, αυτό που πρέπει να κριθεί στην παρούσα είναι το κατά πόσο ένας εκ των διαδίκων υπέβαλε σχετική σαφή πρόταση με τους επίδικους όρους και ο έτερος διάδικος αποδέχτηκε αυτούς. Ειδικά ως προς το ζήτημα της υποβολής προσφοράς και το υπό ποίες προϋποθέσεις μπορεί βάσει αυτής να προκύψει νομικά δεσμευτική σύμβαση, διαφωτιστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Chitty on Contracts, 32η έκδοση, παράγραφος 2-038, όπου καταγράφονται τα ακόλουθα : «The submission of a tender normally amounts to an offer; and the effect of an "acceptance" of such a tender turns on the construction of the acceptance and the tender in each case. » Στην υπό κρίση υπόθεση στις επίδικες προτάσεις ασφάλισης περιέχεται η δήλωση ότι ο Εναγόμενος επιθυμεί την αυτόματη ανανέωση του ασφαλιστηρίου με τους ίδιους όρους ως προς τα ασφάλιστρα. Επιπρόσθετα, καταγράφεται ότι η ευθύνη της Ενάγουσας ξεκινά με την αποδοχή της εκάστοτε πρότασης. Συνεπώς, υπό τα γεγονότα της υπό κρίσης υπόθεσης, αφ' ης στιγμής η ευθύνη της Ενάγουσας ξεκινά από την αποδοχή της πρότασης, χωρίς να μεσολαβεί οτιδήποτε άλλο, προκύπτει ότι η σύμβαση καταρτίστηκε με την αποδοχή της προσφοράς. Συνακόλουθα, προκύπτει ότι με την αποδοχή των επιδίκων προτάσεων εκ μέρους της Ενάγουσας συνήφθη σύμβαση μεταξύ των μερών με περιεχόμενο ως οι επίδικες προτάσεις ασφάλισης προνοούν . Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει σαφώς ότι ο Εναγόμενος πρότεινε και η Ενάγουσα απεδέχθη όπως το εκάστοτε ασφαλιστήριο ανανεώνεται αυτόματα. Συνεπώς, προκύπτει ότι η επίδικη σύμβαση ήταν ρητή και σαφής ότι τα επίδικα ασφαλιστήρια έγγραφα θα ανανεώνονταν αυτόματα, χωρίς οποιοδήποτε άλλο όρο ή προϋπόθεση. Υπό το φως των πιο πάνω εξάγεται το συμπέρασμα ότι οι επίδικες συμβάσεις ασφάλισης ανανεώνονταν αυτόματα, χωρίς να χρειάζεται να μεσολαβήσει οποιαδήποτε ενέργεια ή πράξη εκ μέρους της Ενάγουσας. Η απόδειξη της αξίωσής της Ενάγουσας Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω στρέφομαι να εξετάσω το κατά πόσο η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την αξίωσή της. Υπενθυμίζεται ότι η δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ήταν ότι της οφείλεται το αξιούμενο ποσό στη βάση του λογαριασμού, Τεκμήριο 8. Παρότι στο παρακλητικό της αγωγής της η Ενάγουσα αξιοί το πιο πάνω ποσό στη βάση εκκαθαρισμένου λογαριασμού, δεν έχει προσφερθεί σχετική μαρτυρία που να τείνει να υποστηρίξει τέτοιο ισχυρισμό. Διαφωτιστική ως προς την έννοια του παραδεδεγμένου ή εκκαθαρισμένου λογαριασμού είναι η απόφαση Επίσημος Παραλήπτης κ.ά. ν. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Νταϊγκ Κο Λτδ
(2005)1 ΑΑΔ 610, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τί συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.» Όπως τονίστηκε στην απόφαση Ρέινμποου Πλήτσιηγκ (ανωτέρω) μόνο όταν συντρέχουν τα πιο πάνω στοιχεία, ο λογαριασμός μπορεί να αποτελέσει αυτοτελές δικαίωμα. Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Ανδρόνικος Κουρουκλάρης ν. Ανδρέα Κωνσταντίνου, ECLI:CY:AD:2017:A440, Πολ. Έφ. 205/2012, ημερομηνίας 6.12.2017. Επιπλέον, είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι η απλή διατύπωση και μόνο της θεραπείας που επιζητείται, απογυμνωμένη από οποιαδήποτε γεγονότα που να την υποστηρίζουν, δεν επιτρέπει την εξέτασή της, πολύ δε περισσότερο την επιτυχία της και την έκδοση δικαστικής απόφασης επ' αυτής. Σχετική είναι η απόφαση Ιγνατίου Νικόλας και Χρήστος ως διαχειριστές της περιουσίας του αποβιώσαντος Απόστολου Ιγνατίου τέως από το Αναβαργός και Άλλη ν. Νικόλα Λεμονάρη,
(2004)1 Α.Α.Δ. 1562. Στην υπό κρίση υπόθεση η Ενάγουσα δεν προώθησε μαρτυρία που να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν εκκαθαρισμένος λογαριασμός ως επιτάσσει η νομολογία και ως εκ τούτου το σχετικό σκέλος της αξίωσης δεν μπορεί να επιτύχει. Απομένει λοιπόν να εξεταστεί το κατά πόσο έχει αποδειχθεί η αξίωση της Ενάγουσας. Επί του προκειμένου, αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι ο λογαριασμός εμπορευομένου δεν συνιστά απόδειξη του χρέους, από μόνος του, αλλά απαιτείται απόδειξη των στοιχείων που τον συγκροτούν. Σχετικές είναι οι αποφάσεις A. L. Mantovani & Sons Ltd. v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156 και Παναγιώτης Μαστρης Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ 728. Περαιτέρω, στην υπόθεση D & G Products Ltd v. Premiχco Asphalting Company Ltd
(1999)1(A) A.A.Δ. 263, κρίθηκε ότι η απλή δήλωση περί χρέους της άλλης πλευράς, χωρίς ο,τιδήποτε που να το εξηγεί για να το θεμελιώσει, μοιάζει με απλό ισχυρισμό και στερείται αποδεικτικής αξίας. Επιπλέον, στην πιο πάνω υπόθεση λέχθηκε ότι το γεγονός πως η δήλωση περιέχεται σε έγγραφο δεν μεταβάλλει τη φυσιογνωμία της μαρτυρίας. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι με εξαίρεση τον εκκαθαρισμένο λογαριασμό τα στοιχεία που συγκροτούν την εκάστοτε κατάσταση λογαριασμού θα πρέπει να αποδεικνύονται, ώστε να καθίσταται εφικτός ο έλεγχος της ορθότητας της εκάστοτε επίδικης κατάστασης λογαριασμού. Σχετική, επίσης, επί του εξεταζόμενου θέματος είναι η απόφαση Φιλική Ασφαλιστική ν. Γιαννούλλας Κυριάκου κ.ά, Πολ. Έφεση 171/11, ημερομηνίας 29.6.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση ο ΜΕ1 κατέθεσε το Τεκμήριο 8, το οποίο περιέχει χρεώσεις και για άλλα ασφαλιστήρια πέραν των επιδίκων. Περαιτέρω, στο Τεκμήριο 8 παρουσιάζονται πιστώσεις, οι οποίες υπερβαίνουν το συνολικά αξιούμενο, με τη παρούσα αγωγή, χωρίς να καθορίζεται η οφειλή έναντι της οποίας αυτές πιστώθηκαν. Σχετικά παράδειγμα αποτελεί η πίστωση, ημερομηνίας 18.4.2012, ύψους € 2.000, η οποία πιστώνεται έναντι του συνολικά κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενου, χωρίς να επεξηγείται ποιο πόσο ή γιατί δεν χρησιμοποιήθηκε ολόκληρη προς εξόφληση του τότε κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενου των επιδίκων ασφαλιστήριων. Επιπρόσθετα, ο ΜΕ1 πέραν της κατάθεσης του Τεκμηρίου 8 ουδεμία μαρτυρία προσέφερε προς επεξήγηση των χρεοπιστώσεων, ώστε να καθίσταται δυνατός ο έλεγχος ή η επιβεβαίωση των όσων καταγράφονται στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού. Αντίθετα, για να αποδείξει το οφειλόμενο ποσό για έκαστο ασφαλιστήριο ο ΜΕ1 ετοίμασε τα Τεκμήρια 9, 10 και
  2. Τα σχετικά Τεκμήρια, όμως, δεν μπορούν από μόνα τους να αποδείξουν την αξίωση, καθότι συνιστούν και αυτά απλή δήλωση χρέους. Δηλαδή ο ΜΕ1 μέσω των Τεκμηρίων 9,10 και 11 δεν παρουσίασε στοιχεία που συγκροτούν τον λογαριασμό, αλλά απλά μετέφερε τις, κατά τον ίδιο, αντίστοιχες χρεοπιστώσεις. Παράλληλα, ουσιώδεις χρεοπιστώσεις δεν έχουν επεξηγηθεί από τον μάρτυρα. Επί παραδείγματι στο Τεκμήριο 9 εμφανίζονται χρεοπιστώσεις σε σχέση με το όχημα XXXXX12, οι οποίες δεν περιέχονται στο Τεκμήριο
  3. Συγκεκριμένα στο Τεκμήριο 9 υφίσταται χρέωση, ημερομηνίας 1.1.2012, ύψους € 585.67, η οποία δεν εμφαίνεται στο Τεκμήριο
  4. Επίσης, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η πιο πάνω χρέωση, καθότι δεν υπήρχε ανάγκη ανανέωσης του επίδικου ασφαλιστηρίου την 1.1.
  5. Ταυτόχρονα στο Τεκμήριο 9 εμφανίζεται χρέωση ύψους € 600.90, ημερομηνίας 1.9.2012, η οποία στο Τεκμήριο 8 εμφανίζεται ως χρέωση ανανέωσης συμβολαίου. Όμως σύμφωνα με τη ενώπιόν μου μαρτυρία οι ανανεώσεις των επίδικων συμβολαίων θα γίνονταν αυτόματα μεν, αλλά με τους ιδίους όρους. Ουδέποτε είχε συμφωνηθεί ετήσιο ασφάλιστρο ύψους €600.90 για το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  6. Έτσι η χρέωση ποσού € 600.90 δεν δικαιολογείται και δεν έχει επεξηγηθεί από τον μάρτυρα. Επιπλέον, στο Τεκμήριο 9 παρουσιάζονται χρεώσεις ύψους € 220.40 και € 95.97 αντίστοιχα, για τις οποίες δεν υφίσταται οποιαδήποτε μαρτυρία ως προς το τι αυτές αφορούν, ενώ στο Τεκμήριο 8 αναφέρονται ως αλλαγή συμβολαίου. Όμως ουδέποτε ηγέρθη μέσα από τη μαρτυρία του ΜΕ1 οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί αλλαγής συμβολαίου ή δυνατότητας σχετικής χρέωσης, αλλά ούτε και εξηγήθηκε από τον ΜΕ1 η σχετική χρέωση. Συνακόλουθα, προκύπτει ότι οι αναφερόμενες χρεώσεις όχι μόνο δεν έχουν επεξηγηθεί , αλλά ούτε και δικαιολογούνται από την ενώπιόν μου μαρτυρία. Συνεπώς, υπό το φως των πιο πάνω κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν έχει προσφέρει μαρτυρία, ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν τον επίδικο λογαριασμό σε σχέση με το όχημα XXXXX12, αλλά και ότι οι εμφανιζόμενες χρεοπιστώσεις δεν έχουν επεξηγηθεί επαρκώς. Περαιτέρω, σε σχέση με το όχημα XXXXX13 στο Τεκμήριο 10 εμφανίζεται χρέωση ύψους €343.75, ημερομηνίας 1.1.2012, η οποία όμως δεν υφίσταται στο Τεκμήριο 8 ούτε έχει παρουσιαστεί σχετική μαρτυρία που να την επεξηγεί. Από το πιο πάνω ποσό αφαιρείται το ποσό των € 144.38 και έτσι εμφανίζεται το κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενο για το εν λόγω ασφαλιστήριο. Συνεπώς, υπό το φως των πιο πάνω, κρίνω ότι η Ενάγουσα δεν έχει προσφέρει μαρτυρία ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν τον επίδικο λογαριασμό σε σχέση με το όχημα XXXXX13, αλλά και ότι υπάρχει κενό στις εμφανιζόμενες χρεοπιστώσεις, το οποίο δεν έχει επεξηγηθεί επαρκώς, με αποτέλεσμα να μην έχει αποδειχθεί το κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενο υπόλοιπο. Τέλος σε σχέση με το υπόλοιπο του ασφαλιστηρίου σε σχέση με το όχημα τύπου JOHN DEEP κατατέθηκε το Τεκμήριο
  7. Επί του Τεκμήριου 11 παρουσιάζονται χρεώσεις ημερομηνίας 1.1.2012 και 10.1.2012, οι οποίες όμως δεν υφίστανται στο Τεκμήριο 8 ούτε έχει παρουσιαστεί σχετική μαρτυρία. Από το συνολικό ποσό των πιο πάνω χρεώσεων αφαιρείται το ποσό των € 97.88 και προκύπτει το κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενο για το εν λόγω ασφαλιστήριο. Συνεπώς, υπό το φως των πιο πάνω κρίνω, ότι η Ενάγουσα δεν έχει προσφέρει μαρτυρία ως προς τα στοιχεία που συγκροτούν τον επίδικο λογαριασμό σε σχέση με το όχημα JOHN DEEP, αλλά και ότι υπάρχει κενό στις εμφανιζόμενες χρεοπιστώσεις, το οποίο δεν έχει επεξηγηθεί επαρκώς, με αποτέλεσμα να μην έχει αποδειχθεί το κατ΄ ισχυρισμόν οφειλόμενο υπόλοιπο. Υπό το φως όλων των ανωτέρω κρίνω ότι οι σχετικές αναφορές των ΜΕ1 και ΜΕ2, οι οποίες παρέπεμπαν στα Τεκμήρια 8, 9 ,10 και 11 χωρίς οποιαδήποτε άλλη επεξήγηση ή λεπτομέρεια συνιστούν ισχυρισμούς στερούμενους αποδεικτικής αξίας. Επιπλέον, κρίνω ότι η επίδικη κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 8, καθώς και τα Τεκμήρια 9 , 10 και 11, δεν έχουν επεξηγηθεί με την πρέπουσα σαφήνεια και πειστικότητα. Αποτέλεσμα των πιο πάνω είναι να μην έχει αποδειχθεί το πως προκύπτει το αξιούμενο ή οποιοδήποτε άλλο ποσό ως οφειλόμενο. Συνακόλουθα προκύπτει ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την αξίωσή της στο αναγκαίο επίπεδο. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου η αγωγή εναντίον του Εναγομένου απορρίπτεται με έξοδα υπέρ αυτού και εναντίον της Ενάγουσας ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.