← Κύπρος

THE BERNOULLI TRADING LTD ν. ΦΕΤΟΚΑΚΗ, Αρ. Αγωγής 1998/2012, 23/8/2019

THE BERNOULLI TRADING LTD ν. ΦΕΤΟΚΑΚΗ, Αρ. Αγωγής 1998/2012, 23/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A378 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής 1998/2012 Μεταξύ : THE BERNOULLI TRADING LTD Ενάγουσα -και- XXXXX ΦΕΤΟΚΑΚΗ Εναγόμενου Ημερομηνία : 23, Αυγούστου, 2019 Εμφανίσεις Για την Ενάγουσα : κ. Φ. Χ' Ιωάννου με κ. Α. Χ' Ιωάννου Για τον Εναγόμενο : κ. Σ. Σάββα ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγομένου για κατ' ισχυρισμόν υπόλοιπο λογαριασμού. Δικογραφημένοι Ισχυρισμοί Είναι καλά θεμελιωμένη αρχή ότι τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 Α.Α.Δ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ
  1. Η Ενάγουσα ισχυρίστηκε στην Έκθεση Απαίτησής της ότι διατηρούσε δοσοληψίες με τον Εναγόμενο, ο οποίος αγόραζε, επί πιστώσει, χημικά πισίνας. Η Ενάγουσα διατηρούσε σχετικό λογαριασμό, ο οποίος την 15.3.2011 παρουσίαζε υπόλοιπο εξ € 1.629,74-. Η Ενάγουσα κάλεσε επανειλημμένα τον Εναγόμενο όπως πληρώσει το πιο πάνω ποσό, πλην όμως αυτός παρέλειψε να το πράξει. Ο Εναγόμενος στην Υπεράσπισή του αρνήθηκε τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και ισχυρίστηκε ότι δεν είχε οποιαδήποτε συναλλαγή με την Ενάγουσα, υπό την προσωπική του ιδιότητα. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι οποιεσδήποτε συναλλαγές τυχόν είχε με την Ενάγουσα τις είχε υπό την ιδιότητά του, ως διευθυντής της εταιρείας Fetapos Development Ltd. Μαρτυρία Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας έδωσαν μαρτυρία ο XXXXX Συρίμης ΜΕ1 και ο XXXXX Περικλέους ΜΕ
  2. Ο ΜΕ1 κατά την κυρίως εξέτασή του, η οποία έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης, ανέφερε ότι είναι διευθυντής της Ενάγουσας εταιρείας και ότι ο Εναγόμενος διατηρούσε λογαριασμό με την Ενάγουσα εταιρεία. Ο Εναγόμενος αγόραζε χημικά πισίνας επί πιστώσει στη βάση τιμολογίων, τα οποία ήταν πληρωτέα εντός 30 ημερών από την έκδοσή τους. Ο Εναγόμενος παρήγγελνε τα εμπορεύματα και εκδίδετο σχετικό τιμολόγιο, το οποίο παραδιδόταν στον Εναγόμενο μαζί με τα εμπορεύματα. Τα εκάστοτε τιμολόγια υπογράφονταν από τον Εναγόμενο ή από κάποιο πρόσωπο εκ μέρους του. Όταν πλήρωνε ο Εναγόμενος εκδίδετο σχετική απόδειξη. Οι συναλλαγές μεταξύ των διαδίκων περνούσαν στον Ηλεκτρονικό Υπολογιστή, όπου διατηρείτο ο σχετικός λογαριασμός. Ο εν λόγω λογαριασμός στις 15.3.2011 παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο εξ € 1.629,
  3. Ο ΜΕ1 κατέθεσε σχετικό αντίγραφο της επίδικης κατάστασης λογαριασμού ως Τεκμήριο
  4. Ο ΜΕ1 δήλωσε ότι ο Εναγόμενος αγόραζε προϊόντα υπό την προσωπική του ιδιότητα και γι' αυτό τα τιμολόγια αναγράφουν το όνομά του. Το ότι τα τιμολόγια αναγράφουν και το όνομα Fetapos Develepment, υποδηλώνει ότι ήταν και οι δύο υπεύθυνοι για την πληρωμή τους. Δεν καταχωρήθηκε αγωγή, όμως, εναντίον της Fetapos Development, καθότι δεν φαίνεται να υπήρχε εταιρεία εγγεγραμμένη με αυτό το όνομα χωρίς τα αρχικά Λτδ, όπως είπε. Σε κάθε περίπτωση ο Εναγόμενος ουδέποτε παραπονέθηκε, αλλά αντίθετα συμφώνησε στο να εκδίδονται κατ' αυτόν τον τρόπο τα τιμολόγια. Επίσης, ο Εναγόμενος πλήρωνε κάποια ποσά έναντι των τιμολογίων. Επιπλέον, κατέθεσε δέσμη εγγραφών αποτελούμενη από αντίγραφα των τιμολογίων με ημερομηνίες 10.5.2010,209.6.2010,23.7.2010, 6.8.2010, 30.8.2010, 9.9.2010 και 21.9.2010, ως Τεκμήριο
  5. Κατέθεσε, επίσης, ως Τεκμήριο 3 απόδειξη είσπραξης, ημερομηνίας 15.3.
  6. Επιπρόσθετα, κατέθεσε ως Τεκμήριο 4 επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας, ημερομηνίας 25.1.
  7. Κατέθεσε, περαιτέρω, ολοκληρωμένη κατάσταση λογαριασμού ως Τεκμήριο
  8. Ως προς τη δέσμη εγγράφων Τεκμήριο 2, δήλωσε ότι όλα τα τιμολόγια αφορούν χημικά πισίνας. Κατά την αντεξέτασή του επέμεινε ότι η συμφωνία έγινε με τον Εναγόμενο προσωπικά. Κληθείς να εξηγήσει τον λόγο που καταγράφεται το όνομα της εταιρείας Fetapos Development, απάντησε ότι αυτό έγινε κατόπιν επιθυμίας του Εναγομένου, αλλά και επειδή και o ίδιος το θεώρησε πιο σωστό, καθώς και γιατί κάτι τέτοιο αποτελεί πολιτική της Ενάγουσας. Ήταν σαφής, όμως, ότι τα προϊόντα αφορούσαν προσωπική χρήση του Εναγομένου. Αρνήθηκε την υποβολή ότι τα επίδικα προϊόντα αγοράστηκαν για εργασίες στην πισίνα τρίτου πρόσωπου. Σε υποβολή ότι καμία εκ των υπογραφών που φαίνονται στα τιμολόγια Τεκμήρια 2 δεν ανήκει στον Εναγόμενο, απάντησε ότι δεν γνωρίζει τηn υπογραφή του Εναγoμένου. Αντίθετα ήταν βέβαιος ότι τα εμπορεύματα παραλήφθηκαν από τον Εναγόμενο ή κάποιο πρόσωπο εκ μέρους του. Δήλωσε, επίσης, ότι τα προϊόντα παραδίδονταν σε κατάστημα του Εναγόμενου. Ακολούθως αναγνώρισε δυο αποδείξεις είσπραξης, ημερομηνίας 16.2.2019 και 13.10.2009, οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 6 και 7 αντίστοιχα. Συμφώνησε ακολούθως ότι αυτές εμφαίνονται σαν πιστώσεις στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο
  9. Δεν γνώριζε, όμως, να απαντήσει εάν οι επιταγές οι οποίες καταγράφονται στα Τεκμήρια 6 και 7, εκδόθηκαν από την εταιρεία Fetapos. Αρνήθηκε, επίσης, την υποβολή ότι η Ενάγουσα συμβλήθηκε με την εταιρεία Fetapos, καθώς και την υποβολή ότι αυθαίρετα χρεωνόταν ο Εναγόμενος αντί η εταιρεία. Επόμενος μάρτυρας για την Ενάγουσα ήταν ο XXXXX Περικλέους, ΜΕ
  10. Κατά την κυρίως εξέτασή του, η οποία σε μεγάλο βαθμό έγινε υπό μορφή γραπτής δήλωσης, ανέφερε ότι είναι διευθυντικό στέλεχος της Ενάγουσας εταιρείας και μεταξύ άλλων έχει αρμοδιότητα να ελέγχει τις καταστάσεις λογαριασμού της Ενάγουσας εταιρείας. Κατόπιν έρευνάς του στο διαδίκτυο διαπίστωσε ότι δεν υφίσταται εγγεγραμμένη εταιρεία με το όνομα Fetapos Development χωρίς τα αρχικά Lτd. Κατέθεσε σχετικά αντίγραφο πιστοποιητικού έρευνας από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών & Επίσημου Παραλήπτη, ως Τεκμήριο
  11. Αντίθετα εντόπισε να υπάρχει εγγεγραμμένη η εταιρεία Fetapos Developments Ltd, η οποία ιδρύθηκε στις 20.11.
  12. Υπέδειξε παράλληλα ότι η επίδικη κατάσταση λογαριασμού ξεκινά στις 9.5.2002 έξι μήνες πριν τη σύσταση της εταιρείας Fetapos. Δήλωσε, επίσης, ότι η πρώτη συναλλαγή μεταξύ των μερών έλαβε χώρα στις 9.5.2002,Τόνισε ότι το όνομα του Εναγομένου ήταν ευθύς εξ αρχής στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού και πως το όνομα της εταιρείας προστέθηκε πολύ αργότερα. Ανέφερε, επίσης, ότι ο Εναγόμενος ουδέποτε παραπονέθηκε για το περιεχόμενο των τιμολογίων. Ως προς τα Τεκμήρια 6 και 7 δήλωσε ότι δεν γνωρίζει ποιος κατέβαλε τα εκεί αναφερόμενα ποσά. Ακολούθως κατέθεσε ως Τεκμήριο 9 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από 18 φύλλα χαρτιού, η οποία αποτελείτο από τα τιμολόγια που περιέχονται στη κατάσταση λογαριασμού. Κατέθεσε τέλος δέσμη εγγράφων, η οποία αποτελείται από έγγραφα προσφοράς, ως Τεκμήριο
  13. Δήλωσε ότι οι οι εν λόγω προσφορές αφορούν την κατασκευή πισίνας και συνδέονται με τα τιμολόγια υπ' αριθμόν 61323,61880 και
  14. Κατά την αντεξέτασή του προσδιόρισε ότι το όνομα Fetapos Development προστέθηκε στην κατάσταση λογαριασμού το έτος 2009 και ότι από το έτος 2002 μέχρι το 2009 αναγραφόταν μόνο το όνομα του Εναγομένου και της συζύγου του στα τιμολόγια. Επέμεινε ότι προστέθηκε το όνομα της εταιρείας Fetapos Development, επειδή το ζήτησε ο Εναγόμενος. Προσδιόρισε ότι οφειλόμενα είναι τα τιμολόγια μετά το
  15. Σε υποβολή ότι τα τιμολόγια εκδίδονταν αυθαίρετα, απάντησε ότι έχει στην κατοχή του τιμολόγιο υπογεγραμμένο από τον ίδιο τον Εναγόμενο. Τα επίδικα προϊόντα παραδίδονταν σε κατάστημα στη Λεωφόρο Σεβέρη, το οποίο εμπορεύεται είδη υπόδησης και εάν δεν ήταν ο ίδιος ο Εναγόμενος εκεί, τα προϊόντα παραλάμβανε η σύζυγός του ή κάποιος άλλος υπάλληλός του. Σε υποβολή ότι τα τιμολόγια επί του Τεκμηρίου 2 δεν ήταν υπογεγραμμένα από τον Εναγόμενο, απάντησε ότι δεν γνωρίζει την υπογραφή του Εναγομένου. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Εναγόμενος παραπονέθηκε προφορικά προς την Ενάγουσα και τύγχανε διαβεβαίωσης ότι το χρέος είναι προς την εταιρεία. Τέλος αρνήθηκε την υποβολή ότι η Ενάγουσα είχε συνεργασία με την εταιρεία Fetapos και ότι το χρέος αφορά την εταιρεία. Για την υπεράσπιση μαρτυρία έδωσε ο ίδιος ο Εναγόμενος ΜΥ
  16. Κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι είναι διευθυντής της εταιρείας Fetapos Development Ltd, η οποία είναι εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών. Ήταν η θέση του ότι η πιο πάνω εταιρεία είχε συνεργασία με την Ενάγουσα εταιρεία και πως ο ίδιος ουδέποτε δεσμεύθηκε προσωπικά για τα χρέη της εταιρείας του. Δήλωσε ότι η Ενάγουσα αυθαίρετα εξέδιδε την επίδικη κατάσταση λογαριασμού, τα σχετικά τιμολόγια και αποδείξεις στο όνομα του. Ανέφερε ότι είχε διαμαρτυρηθεί προφορικά προς αξιωματούχους της Ενάγουσας, οι οποίοι τον διαβεβαίωναν ότι δεν χρειάζεται ν' ανησυχεί. Ισχυρίστηκε, επίσης, ότι οι πληρωμές των σχετικών τιμολογίων γίνονταν μέσω των λογαριασμών της εταιρείας του. Σε σχέση με τις αποδείξεις, τεκμήρια 6 και 7, ανέφερε ότι οι σχετικές πληρωμές έγιναν μέσω λογαριασμών της εταιρείας και κατέθεσε προς απόδειξη τούτου σχετική κατάσταση λογαριασμού του τραπεζικού λογαριασμού της εταιρείας Fetapos Development Ltd, ως Τεκμήριο
  17. Ήταν η θέση του ότι η Ενάγουσα με το να καταγράφει το όνομά του στα τιμολόγια, αποδείξεις είσπραξης και κατάσταση λογαριασμού προσπάθησε να τον καταστήσει υπεύθυνο για τα χρέη της εταιρείας. Παράλληλα δήλωσε ότι κανένα εκ των τιμολογίων που συγκροτούν το Τεκμήριο 2 δεν φέρει την υπογραφή του. Κατά την αντεξέτασή του κληθείς να προσδιορίσει το πότε ξεκίνησε η συνεργασία της Ενάγουσας με την εταιρεία Fetapos Development, απάντησε ότι αυτό έγινε, όταν η εταιρεία Fetapos ανέλαβε την κατασκευή εργασιών στην οικία κάποιου προσώπου ονόματι XXXXX Χριστοδούλου. Αρνήθηκε την υποβολή ότι το όνομα της εταιρείας προστέθηκε στην κατάσταση λογαριασμού και στα τιμολόγια στις 11.12.
  18. Σε ερώτηση εάν ο ίδιος είχε αποστείλει επιστολή προς την Ενάγουσα σε σχέση με τις εργασίες στις πισίνες του XXXXX Χριστοδούλου, απάντησε ότι ενδεχομένως να το είχε πράξει και κατατέθηκε αντίγραφο της σχετικής επιστολής ως Τεκμήριο
  19. Περαιτέρω, απέδωσε σε λάθος των αξιωματούχων της Ενάγουσας το γεγονός ότι αναγραφόταν το όνομά του στα σχετικά τιμολόγια. Ως προς τα τιμολόγια, τα οποία αποτελούν το Τεκμήριο 2, δήλωσε ότι δεν τον αφορούν. Δέχθηκε την υποβολή ότι το όνομα της εταιρείας προστέθηκε κατόπιν δικών του οδηγιών, προσθέτοντας ότι κάτι τέτοιο έγινε μετά από δικά του παράπονα. Επέμεινε ακολούθως ότι η συνεργασία της Ενάγουσας ήταν με την εταιρεία του και όχι με τον ίδιο προσωπικά. Δέχθηκε ότι υπήρχε συνεργασία από το 2001, αλλά επέμεινε ότι η συνεργασία αυτή ήταν μεταξύ της Ενάγουσας και της εταιρείας του. Επίσης, αρνήθηκε ότι η υπογραφή επί των αποδείξεων Τεκμήρια 6 και 7 ήταν δική του. Σε υποβολή ότι όλα τα προϊόντα παραλήφθηκαν , απάντησε πως για όσα εμπορεύματα παραλήφθηκαν υπέγραψε ο ίδιος εκ μέρους της εταιρείας. Ακολούθως, αναγνώρισε την υπογραφή του επί του τιμολογίου υπ' αριθμόν
  20. Επιπλέον, αναγνώρισε την υπογραφή του στα τιμολόγια, ημερομηνίας 30.9.2008, 6.7.2009, 10.8.2009 και 11.2.2009, επί του Τεκμηρίου
  21. Αναγνώρισε, επίσης, την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου
  22. Κατά την επανεξέτασή του διευκρίνισε ότι τα τιμολόγια επί των οποίων αναγνώρισε την υπογραφή του έχουν αποπληρωθεί από την εταιρεία Fetapos development. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του. Ο κ. XXXXX εκ μέρους του Εναγομένου εισηγήθηκε ότι στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι οι συναλλαγές γίνονταν μεταξύ της Ενάγουσας και της εταιρείας Fetapos Development Ltd και ότι ο Εναγόμενος ως Διευθυντής της εταιρείας ουδεμία ευθύνη έχει για την πληρωμή οποιουδήποτε ποσού. Εισηγήθηκε, επίσης, ότι η διατήρηση του ονόματος του Εναγομένου επί της κατάστασης λογαριασμού ήταν αυθαίρετη, καθότι η Ενάγουσα ενημερώθηκε για την ίδρυση της εταιρείας Fetapos Development Ltd. Στον αντίποδα ο κ. Χατζηιωάννου εισηγήθηκε ότι δεν είναι επίδικο θέμα το κατά πόσο ο Εναγόμενος παρέλαβε τα επίδικα προϊόντα ή το υπόλοιπο του λογαριασμού. Εισηγήθηκε, επιπλέον, ότι μέσα από τη μαρτυρία προκύπτει ότι συναλλαγές η Ενάγουσα είχε με τον Εναγόμενο προσωπικά και όχι με την εταιρεία του, η οποία προστέθηκε στις 11.2.2009 στην κατάσταση λογαριασμού. Αξιολόγηση Μαρτυρίας. Τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015. Στη βάση των πιο πάνω, έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (ανωτέρω). Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216 και Χρίστου ν. Khoreva (ανωτέρω). Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:A202, Πολ. Έφεση 328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Διευκρινίζω, επίσης, ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ.
  1. Με γνώμονα τα πιο πάνω προχωρώ με την αξιολόγηση της σχετικής μαρτυρίας. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ
  2. Η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν σαφής, πειστική και συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία, η οποία βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι ουσιώδεις αναφορές του μάρτυρα υποστηρίζονται από την ενώπιόν μου έγγραφη μαρτυρία. Συγκεκριμένα από το Τεκμήριο 5 ,αλλά και τη μαρτυρία του ίδιου του Εναγομένου προκύπτει ότι υπήρχε συνεργασία τουλάχιστον από το έτος
  3. Επίσης από το Τεκμήριο 5 προκύπτει ότι το πρώτο τιμολόγιο εκδόθηκε στις 9.5.2002, ενώ η εταιρεία Fetapos Development Ltd συστάθηκε τον Νοέμβριο του
  4. Συνεπώς η αναφορά του ΜΕ1 ότι συμφώνησε με τον Εναγόμενο προσωπικά συνάδει με τη λογική, αφού δεν υπήρχε εγγεγραμμένη εταιρεία κατά τον χρόνο έναρξης της συνεργασίας. Ως προς τις αναφορές του σε σχέση με το αξιούμενο πόσο παρατηρώ ότι αυτές προκύπτουν μέσα από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 1 και
  5. Επιπλέον, το ότι υφίστατο λογαριασμός έγινε δεκτό και από τον ίδιο τον Εναγόμενο στο στάδιο της αντεξέτασής του. Επιπρόσθετα, οι χρεοπιστώσεις που περιλαμβάνονται στο Τεκμήριο 5 δεν έχουν αμφισβητηθεί. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΕ1 για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2 Η μαρτυρία του ΜΕ 2 ήταν επίσης σαφής, πειστική και συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Ο ΜΕ2 παρουσίασε τα τιμολόγια από την αρχή της κατάστασης λογαριασμού. Η βασική του θέση ότι η συνεργασία ξεκίνησε με τον Εναγόμενο προσωπικά επιβεβαιώνεται όπως και του ΜΕ1, από το ότι η εταιρεία του Εναγομένου συστάθηκε μετά την έναρξη της συνεργασίας. Επιπλέον, από τα τιμολόγια που συγκροτούν το Τεκμήριο 9 φαίνεται ότι αυτά εκδίδονταν κα αφορούσαν τον ίδιο τον Εναγόμενο. Περαιτέρω, η θέση του ότι η πρώτη συναλλαγή μεταξύ των μερών έλαβε χώρα στις 9.5.2002, επιβεβαιώνεται τόσο από το σχετικό τιμολόγιο, ημερομηνίας 9.5.2002, το οποίο αποτελεί μέρος της δέσμης εγγράφων του Τεκμηρίου 9, όσο και από τη μαρτυρία του ΜΥ1, ο οποίος δέχθηκε ότι η συνεργασία ξεκινούσε από το
  6. Επιπλέον, η θέση του ότι τα επίδικα προϊόντα παραδίδονταν σε κατάστημα του Εναγομένου στη Λεωφόρο Σεβέρη, κατόπιν υπόδειξης του τελευταίου, δεν αντικρούεται από αντίθετη μαρτυρία. Επιπρόσθετα δεν έχω εντοπίσει οτιδήποτε ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του ΜΕ
  7. Συνεπώς, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΕ2 για την εξαγωγή συμπερασμάτων. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΥ
  8. Η μαρτυρία του ΜΥ1 σε μεγάλο βαθμό στερείται πειστικότητας. Ο ΜΥ1 προσπάθησε να προωθήσει τη δικογραφημένη του θέση ότι όλες του τις συναλλαγές τις είχε με την Ενάγουσα, μέσω της εταιρείας Fetapos Development ltd. Η πιο πάνω θέση στερείται πειστικότητας, αφού όπως ο ίδιος δέχθηκε η συνεργασία με τη Ενάγουσα υπήρχε από το
  9. Επίσης από την έγγραφη ενώπιόν μου μαρτυρία προκύπτει ότι το πρώτο τιμολόγιο εκδόθηκε στις 9.5.2002, ενώ η εταιρεία του Εναγομένου ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του
  10. Συνεπώς, δεν είναι λογικό όλες οι συναλλαγές να έγιναν μέσω της εταιρείας, αφού αυτή δεν υφίστατο κατά τον χρόνο έναρξης των δοσοληψιών. Παράλληλα, η μαρτυρία του ΜΥ1 επί ουσιωδών της σημείων παρουσιάζει αντιφάσεις. Αρχικά προσπάθησε να παρουσιάσει την εικόνα ότι η συνεργασία των μερών ξεκίνησε μετά το έτος 2008 με αφορμή την κατασκευή της πισίνας στην οικία του XXXXX Χριστοδούλου. Εντούτοις, ο ίδιος ο ΜΥ1 δέχθηκε ότι η συνεργασία ξεκίνησε από το
  11. Επιπρόσθετα η προσπάθειά του να παρουσιάσει την έναρξη της συνεργασίας σε χρόνο κατά τον οποίο υφίστατο η εταιρεία του, δεικνύει τη διάθεσή του να παρουσιάσει μόνο την ευνοϊκή για τον ίδιο εκδοχή. Περαιτέρω, όπως ο ίδιος αναγνώρισε υπέγραψε τουλάχιστον κάποια εκ των τιμολογίων που περιέχονται στην επίδικη κατάσταση λογαριασμού. Τα τιμολόγια τα οποία δέχθηκε ότι υπέγραψε καταγράφουν ως υπόχρεο τον ίδιο. Η λογική πορεία των πραγμάτων θα ήταν, εάν όντως δεν είχε συμφωνήσει υπό την προσωπική του ιδιότητα, να μην κατέβαλλε οποιοδήποτε ποσό έναντι αυτών και όχι να τα εξοφλούσε όπως ο ίδιος δήλωσε. Επίσης, η θέση του ότι διαμαρτυρήθηκε προφορικά για το ότι εμφανιζόταν ο ίδιος ως οφειλέτης δεν μπορεί να είναι πειστική. Θα ανέμενε κανείς πως ο Εναγόμενος θα διαμαρτυρόταν γραπτώς για το πιο πάνω, εφόσον οι κατ΄ ισχυρισμόν προφορικές διαμαρτυρίες του δεν εισακούονταν, και όχι να συνέχιζε τις πληρωμές πολλών χιλιάδων ευρώ, όπως τις χαρακτήρισε. Επιπλέον, η εκδοχή του ότι διαμαρτυρήθηκε προφορικά, προβλήθηκε κατά τρόπο αόριστο και δεν προσδιορίστηκε χρονικά, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί η λογικότητα και πειστικότητά της. Επομένως, το γεγονός της πληρωμής ποσών έναντι του λογαριασμού, μετά την έκδοση τιμολογίων που τον εμφανίζουν ως προσωπικά υπόχρεο, και τα οποία παραδέχθηκε ότι υπέγραψε και παρέλαβε, σε συνδυασμό με τον αόριστο και ασαφή τρόπο που έθεσε τον ισχυρισμό περί διαμαρτυρίας του, καθιστούν την εκδοχή του, ότι δεν ήταν συμβαλλόμενος υπό την προσωπική του ιδιότητα, μη λογική και μη πειστική. Πέραν των ανωτέρω από το Τεκμήριο 12, επιστολή του ιδίου, ημερομηνίας 10.2.2012, φαίνεται ότι επικοινωνεί και αποτείνεται στην Ενάγουσα εταιρεία υπό την προσωπική του ιδιότητα σε σχέση με τις εργασίες που κατά τον ίδιο ήταν ο λόγος της συνεργασίας της Ενάγουσας με την εταιρεία του. Η λογική πορεία των πραγμάτων θα ήταν να αποτείνετο προς την Ενάγουσα η εταιρεία Fetapos Development Ltd και όχι ο ίδιος προσωπικά, εάν όντως συμβαλλόμενη ήταν η εταιρεία. Εφόσον η θέση του ότι συναλλασσόταν εκ μέρους της εταιρείας δεν μπορεί να γίνει δεκτή, έπεται πως και η θέση του ότι παραλάμβανε προϊόντα εκ μέρους της εταιρείας δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Έτσι δεν μπορεί να γίνει δεκτή ούτε η θέση του πως οποιαδήποτε προϊόντα τυχόν παραλήφθηκαν, παραλήφθηκαν από τον ίδιο εκ μέρους της εταιρείας. Συνεπώς, η μαρτυρία του ΜΥ1 δεν μπορεί να αποκλείσει τη θέση των ΜΕ 1 και ΜΕ 2, ότι τα επίδικα προϊόντα παραλαμβάνονταν και από άλλα πρόσωπα εκ μέρους του Εναγομένου. Υπό το φως των πιο πάνω είναι ακροσφαλές να βασισθώ στη μαρτυρία του ΜΥ1 για την εξαγωγή ευρημάτων, ως προς τα ουσιώδη αμφισβητούμενα ζητήματα στην παρούσα αγωγή. Ευρήματα Στη βάση των δικογραφημένων ισχυρισμών και της πιο πάνω αξιολόγησης, προχωρώ στη διατύπωση ευρημάτων ως προς τα πρωτογενή γεγονότα της υπόθεσης. Η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης. Από το 2002 διατηρούσε κατάσταση λογαριασμού με τον Εναγόμενο και εξέδιδε τιμολόγια επ' ονόματι του. Το πρώτο τιμολόγιο εκδόθηκε στις 9.5.2002, ενώ η εταιρεία του Εναγομένου ιδρύθηκε τον Νοέμβριο του
  12. Τα τιμολόγια αρχικά εκδίδοντο επ' ονόματι του Εναγομένου αποκλειστικά και επ' ονόματι του Εναγομένου και της συζύγου του. Μετά το 2009 άρχισε να αναγράφεται επί των τιμολογίων και το όνομα της εταιρείας μαζί με το όνομα του Εναγομένου. Όλα τα τιμολόγια που εμφαίνονται στη κατάσταση λογαριασμού κατατέθηκαν στο Δικαστήριο. Κάποια εκ των τιμολόγιων, τα οποία εκδόθηκαν επ' ονόματι του Εναγόμενου, φέρουν την υπογραφή του ίδιου του Εναγομένου. Τα εν λόγω τιμολόγια εκδόθηκαν την περίοδο μεταξύ Αυγούστου 2008 με Ιουλίου του
  13. Μετά την έκδοση των εν λόγω τιμολόγιων έγιναν πληρωμές έναντι του επίδικου λογαριασμού. Περαιτέρω, ανά διαστήματα γίνονταν πληρωμές έναντι του επίδικου λογαριασμού και εκδίδονταν αποδείξεις επ' ονόματι του Εναγομένου. Ο επίδικος λογαριασμός στις 15.3.2011 παρουσίαζε υπόλοιπο εξ € 1.629,
  14. Η Ενάγουσα μέσω επιστολής των δικηγόρων της απαίτησε την πληρωμή του πιο πάνω ποσού. Τα επίδικα προϊόντα παραδίδονταν σε κατάστημα του Εναγομένου στην Λεωφόρο Σεβέρη στη Λευκωσία, κατόπιν υπόδειξης του τελευταίου. Νομική Πτυχή Τονίζεται ότι, όπως έχει κριθεί στην απόφαση Πούρικος ν. Σάββα κ.ά.
(1991)1 ΑΑΔ 507, η βασική υποχρέωση κάθε ενάγοντα είναι να αποδείξει με αξιόπιστη μαρτυρία τα βασικά γεγονότα πάνω στα οποία επέλεξε να βασίσει την απαίτησή του, με τη μορφή που ο ίδιος τα καθόρισε στα δικόγραφά του. Στην υπό κρίση υπόθεση το βάρος απόδειξης φέρει η Ενάγουσα, η οποία οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614 , μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd Π.Ε 477/11 ημερομηνίας 15.12.2016, το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς, το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει, μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Ο Εναγόμενος με την Υπεράσπισή του αυτό που αμφισβήτησε ήταν το κατά πόσο διατηρούσε συναλλαγές με την Ενάγουσα υπό τη προσωπική του ιδιότητα. Επίσης, ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα διατηρούσε δοσοληψίες με την εταιρεία Fetapos Develpoment Ltd. Επομένως το ουσιώδες ζήτημα, το οποίο πρέπει να κριθεί πρώτα, είναι το κατά πόσο η Ενάγουσα διατηρούσε δοσοληψίες με τον Εναγόμενο προσωπικά ή με την εταιρεία του. Στα γεγονότα της παρούσας προκύπτει ότι ο επίδικος λογαριασμός ξεκίνησε να λειτουργεί πριν τη σύσταση της εταιρείας, η οποία ισχυρίζεται ο Εναγόμενος ότι συμβλήθηκε με την Ενάγουσα. Το πιο πάνω είναι εμφανές από την ημερομηνία έκδοσης του πρώτου τιμολογίου, ήτοι την 9η.5.2002, αλλά και από τη μαρτυρία του ιδίου του Εναγόμενου, ο οποίος δέχθηκε ότι υπήρχε και συνεργασία από το έτος 2001, ενώ η εταιρεία Fetapos Development Ltd συστάθηκε τον Νοέμβριο του 2002. Συνεπώς, είναι εμφανές ότι κατά τον χρόνο έναρξης της συνεργασίας δεν υπήρχε η επικαλούμενη από τον Εναγόμενο εταιρεία. Έτσι, η δικογραφημένη από τον Εναγόμενο θέση, ότι τις οποιεσδήποτε συναλλαγές είχε με την Ενάγουσα τις είχε ως διευθυντής της εταιρείας, βρίσκεται σε αντίθεση με τη διαπιστωθείσα πραγματικότητα. Σχετική επί του προκειμένου είναι η υπόθεση Κώστα ν. Κυριάκου
(2001)1 Α.Α.Δ. 65, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα : «Στην προκείμενη περίπτωση ήταν και στις δύο πλευρές γνωστό πως δεν υπήρχε εταιρεία. Δεν μπορούσε λοιπόν ο εφεσίβλητος - όπως άλλωστε δεν μπορούσε και ο συνεναγόμενος - να ενεργήσει εκ μέρους της. Επομένως η πρωτόδικη κατάληξη ότι κατ' εκείνο το χρόνο ο εφεσίβλητος "δεν ενεργούσε υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά σαν μέτοχος και διευθυντής" της εταιρείας βρισκόταν σε αντίθεση με τη διαπιστωθείσα πραγματικότητα ότι η εταιρεία δεν είχε ακόμα συσταθεί.» (υπογράμμιση δική μου) Τονίζεται ότι στην υπό κρίση υπόθεση η δικογραφημένη θέση του Εναγομένου ήταν ότι οι οποιεσδήποτε συναλλαγές έγιναν, πραγματοποιήθηκαν μέσω της εταιρείας. Ο Εναγόμενος δεν έχει εγείρει στην Υπεράσπισή του ισχυρισμό ότι κάποιες συναλλαγές έγιναν προσωπικά με τον ίδιο και μεταγενέστερα με την ίδρυση της εταιρείας οι συναλλαγές συνεχίστηκαν με αυτή. Έτσι δεν παρέχεται πεδίο να κριθεί η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου του Εναγομένου ότι η Ενάγουσα ενημερώθηκε πως ο Εναγόμενος ίδρυσε εταιρεία και ότι θα συναλλάσσεται πλέον μέσω αυτής. Επιπρόσθετα με τα πιο πάνω σε κάθε περίπτωση, υπό τα γεγονότα της παρούσας, προκύπτει ότι η σύμβαση συνομολογήθηκε με την Ενάγουσα και τον Εναγόμενο προσωπικά. Όπως καταγράφεται στο σύγγραμμα του Π. Πολυβίου το Δίκαιο των Συμβάσεων, τόμος Α, σελίδες 81-97, τα Δικαστήρια διαπιστώνουν στην πράξη τη συνομολόγηση της σύμβασης, όχι με ανίχνευση των πραγματικών προθέσεων των μερών αλλά με τις εύλογες εντυπώσεις που αποκομίζει κάποιος αντικειμενικός παρατηρητής από τη συμπεριφορά των μερών. Έτσι και στην υπό κρίση υπόθεση το γεγονός ότι, μετά τη ίδρυση της εταιρείας Fetapos Development εκδίδονταν τιμολόγια επ' ονόματι του Εναγομένου, τα οποία υπέγραφε ο ίδιος, και ακολούθως προέβαινε σε πληρωμές, οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η σύμβαση συνομολογήθηκε με τον ίδιο προσωπικά, αφού ουδείς έχει οποιοδήποτε λόγο να προβεί σε πληρωμές ή σε εξόφληση τιμολογίου, το οποίο εκδόθηκε χωρίς να υφίσταται οποιαδήποτε συμφωνία. Συνακολούθα, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι ο Εναγόμενος διατηρούσε συναλλαγές με την Ενάγουσα υπό την προσωπική του ιδιότητα και όχι ως διευθυντής της εταιρείας Fetapos Development Ltd. Το επόμενο ζήτημα που αναφύεται είναι το κατά πόσο η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει το ύψος της αξίωσής της. Επί του προκειμένου, τονίζεται ότι πέραν της γενικής άρνησής του ο Εναγόμενος δεν προέβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό, ως προς το ύψος του επικαλούμενου χρέους. Αποτελεί δε καλά εμπεδωμένη αρχή ότι η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν είτε την καθιστούν ανεδαφική. Σχετική, είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα ( ανωτέρω). Υπό το φως των πιο πάνω θα κριθεί το κατά πόσο η Ενάγουσα απέδειξε την απαίτησή της, με δεδομένο το συμπέρασμα του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα συμβλήθηκε με τον Εναγόμενο υπό την προσωπική του ιδιότητα. Προς απόδειξη του ύψους της αξίωσής της η Ενάγουσα κατέθεσε αναλυτική κατάσταση λογαριασμού και όλα τα τιμολόγια που τη συγκροτούν. Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή ότι ο λογαριασμός εμπορευομένου δεν συνιστά απόδειξη του χρέους, από μόνος του, αλλά απαιτείται απόδειξη των στοιχείων που τον συγκροτούν. Σχετικές είναι οι αποφάσεις A. L. Mantovani & Sons Ltd. v. Christis Travel & Tourism Ltd
(1999)1 Α.Α.Δ. 156 και Παναγιώτης Μαστρης Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ 728. Περαιτέρω, δεν διαλανθάνει της προσοχής του Δικαστηρίου ότι τα τιμολόγια από μόνα τους δεν έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική αξία (βλ. Palatino Development Ltd v. Telectronics Com Ltd
(2002)1 B A.A.Δ. 962). Συνεκτιμημένα, όμως, με το σύνολο της μαρτυρίας, ανάλογα με την περίπτωση, τα τιμολόγια δύνανται να θεωρηθούν ως ο έγγραφος λογαριασμός μεταξύ των διαδίκων. Σχετική, επί του προκειμένου, είναι η απόφαση Γεώργιος Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Παναγιώτη Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339. Στην υπό κρίση υπόθεση παρατηρώ ότι έχουν κατατεθεί όλα τα τιμολόγια που συγκροτούν τον επίδικο λογαριασμό, ενώ παράλληλα δεν έχουν αμφισβητηθεί οι πιστώσεις επί του επίδικου λογαριασμού. Επιπλέον προκύπτει ότι τα προϊόντα παραδίδονταν στη διεύθυνση που υπέδειξε ο ίδιος ο Εναγόμενος. Ταυτόχρονα δεν έχει προβληθεί στην Υπεράσπιση ισχυρισμός περί μη ορθής τήρησης του επίδικου λογαριασμού και έτσι το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει στη επίλυση τέτοιου ζητήματος. Συνακολούθα, στην υπό κρίση υπόθεση, μέσα από την κατάθεση της κατάστασης λογαριασμού σε συνδυασμό με την κατάθεση όλων των τιμολογίων που την συγκροτούν, του ευρήματος του Δικαστηρίου περί της παράδοσης των προϊόντων που αυτά αφορούν και της μη αμφισβήτησης της ορθότητας των εμφανιζόμενων πιστώσεων, προκύπτει ότι η εικόνα του επίδικου λογαριασμού υποστηρίζεται από την ολότητα της ενώπιόν μου αποδεκτής μαρτυρίας. Στη βάση των ανωτέρω, κρίνω ότι η Ενάγουσα προσκόμισε επαρκή, υπό τις περιστάσεις, μαρτυρία, ώστε να αποσείσει το σχετικό αποδεικτικό βάρος που την βαρύνει. Συνεπώς, κρίνω ότι η Ενάγουσα απέδειξε την αξίωσή της στον απαιτούμενο βαθμό. Κατάληξη Συνεπακόλουθα της πιο πάνω κατάληξής μου η αγωγή εναντίον του Εναγομένου επιτυγχάνει και εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας για το ποσό των € 1.629,74 πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώρηση της αγωγής. Περαιτέρω, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ............... Μ. ΧΡΙΣΤΟΔΟΥΛΟΥ, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.