ELMA INVESTMENTS LIMITED κ.α. ν. GORDIAN HOLDINGS LIMITED, Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 312/19, 23/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A379 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Στυλιανίδη, Α.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης/Έφεσης: 312/19 Αναφορικά με τον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο (Ν.9/1965, ως έχει τροποποιηθεί) και Αναφορικά με τον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο (Κεφ. 224, ως έχει τροποποιηθεί) Μεταξύ:
- ELMA INVESTMENTS LIMITED (A.E.20943)
- ELMA HOLDINGS PUBLIC COMPANY LIMITED (A.E.42338)
- ELMA PROPERTIES & INVESTMENTS PUBLIC COMPANY LIMITED (A.E.2229)
- JUPITER PORTFOLIO INVESTMENTS PUBLIC COMPANY LIMITED (A.E.107348) Αιτήτριες/Εφεσείουσες και GORDIAN HOLDINGS LIMITED (HE378128) Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη ---------------------------------- Αίτηση ημερομηνίας 06/08/2019 ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 23/08/2019 Εμφανίσεις: Για τις Αιτήτριες: κ. Ν. Μακρίδης με κα Πατσαλίδου για ΜΑΡΚΙΔΗ, ΜΑΡΚΙΔΗ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. Για τους Καθ' ων η Αίτηση: κ. Π. Μακρίδης για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. ---------------------------------- ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα Αίτησή των οι Αιτήτριες-Εφεσείουσες ζητούν: «(Α) Παρεμπίπτον Διάταγμα, το οποίο να εμποδίζει και/ή απαγορεύει και/ή αναστέλλει την πώληση δια πλειστηριασμού, η οποία έχει προγραμματιστεί να πραγματοποιηθεί στις 27.08.2019 μεταξύ των ωρών 9:00 π.μ. και 5:00 μ.μ. στη Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ' 28, 2324 Κάτω Λακατάμια, Λευκωσία και/ή την προώθηση από την Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης, του ακινήτου με αρ. εγγραφής 0/8XX7, Φύλλο-Σχέδιο, Τμήμα 21/540102/1, Τεμάχιο 9X9, Άγιοι Ομολογητές, Λευκωσία, ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας 1 (πιο κάτω το «Ακίνητο»), η οποία προωθείται από την Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη στη βάση Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» ημερομηνίας 04.07.2019, η οποία επιδόθηκε στις Εφεσείουσες στις 26.07.2019 και η οποία αφορά την Υποθήκη αρ. Υ2664/2008 του Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας (πιο κάτω η «Υποθήκη»), μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης/Έφεσης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. (Β) Παρεμπίπτον Διάταγμα, το οποίο να εμποδίζει και/ή απαγορεύει στην Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη την έκδοση και αποστολή στις Εφεσείουσες οποιασδήποτε άλλης και/ή περαιτέρω Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» σε σχέση και/ή αναφορικά με το Ακίνητο και/ή την Υποθήκη, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης/Έφεσης και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Τα γεγονότα, στα οποία στηρίζεται η Αίτηση, εκτίθενται στη συνημμένη σ' αυτήν Ένορκη Δήλωση του xxx Ιωαννίδη, ο οποίος λέγει μεταξύ άλλων και τα εξής: Είναι Διευθυντής των Αιτητριών/Εφεσειουσών 1 έως 3 και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από αυτές, καθώς και από την Αιτήτρια/Εφεσείουσα 4 (πιο κάτω συλλογικά οι «Εφεσείουσες») να προβεί στην Ένορκη Δήλωση εκ μέρους τους και για λογαριασμό τους, προς υποστήριξη της μονομερούς αίτησης τους για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ημερομηνίας 06.08.
- Την 21.12.2017 επιδόθηκε στις Εφεσείουσες δέσμη εγγράφων. Η απλή αναφορά στα Τεκμήρια 1 έως 4 από την Τράπεζα Κύπρου του κατ' ισχυρισμό της ιδίας υπολοίπου δεν ανταποκρίνεται στο Νόμο, ο οποίος επιβάλλει την επεξήγηση πως και γιατί το κατ' ισχυρισμό χρεωστικό υπόλοιπο ανερχόταν στις 30.06.2017 στο ισχυριζόμενο ποσό. Στις εν λόγω καταστάσεις λογαριασμού δεν περιλαμβάνεται οποιαδήποτε λεπτομέρεια η οποία να καταδεικνύει, έστω, τον τρόπο υπολογισμού του τόκου. Τα Τεκμήρια 1 έως 4 είναι νομικά και πραγματικά εσφαλμένα και εν πάση περιπτώσει δεν συνάδουν με τις σχετικές πρόνοιες των άρθρων 44Β και 44Γ του Νόμου. Ως εκ τούτου, η διαδικασία που ξεκίνησε από την Τράπεζα Κύπρου και στη συνέχεια συνεχίστηκε από την Καθ' ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη (πιο κάτω η «Εφεσίβλητη»), με σκοπό την εκποίηση της Υποθήκης, πάσχει λόγω παρατυπίας και αντικανονικότητας της Ειδοποίησης Τύπου «I» με την οποία ουσιαστικά κινήθηκε η εν λόγω διαδικασία. Στις 18.01.2018, καταχωρήθηκε από τις Εφεσείουσες η Αγωγή υπ' αριθμό 159/18 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Στις 03.04.2019, επιδόθηκαν στις Εφεσείουσες από την Τράπεζα Κύπρου, έγγραφα υπό τον τίτλο «Τύπος «ΙΑ» [Άρθρο 44Γ
(2)] αναφορικά με την Υποθήκη. Τα Τεκμήρια 8-11 φαίνεται να είναι Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» δυνάμει του άρθρου 44Γ
(2)του Νόμου, με τις οποίες ορίστηκε, η 17.07.2019 ως ημερομηνία πλειστηριασμού του περιγραφόμενου στον Πίνακα των εν λόγω ειδοποιήσεων Ακινήτου που καλύπτεται από την Υποθήκη. Την ίδια ημερομηνία, επιδόθηκε στην Εφεσείουσα 1 (η οποία είναι ο ενυπόθηκος οφειλέτης βάσει της Υποθήκης) από την Τράπεζα Κύπρου, έγγραφο ημερομηνίας 05.03.2018, αποτελούμενο από μια σελίδα, το οποίο φέρει τίτλο «Τύπος «ΙΒ» [Άρθρο 44Δ
(2)]», αναφορικά με την Υποθήκη. Με την εν λόγω ειδοποίηση, η Εφεσείουσα 1 κλήθηκε όπως, εντός συγκεκριμένων προθεσμιών, διορίσει εκτιμητή και παραδώσει σχετική εκτίμηση της αξίας του Ακινήτου στην Τράπεζα Κύπρου. Η Εφεσείουσα 1 συμμορφώθηκε πλήρως με το περιεχόμενο της ειδοποίησης Τεκμήριο 12, επιφυλάσσοντας παράλληλα τα δικαιώματα της. Στις 30.05.2019, οι Εφεσείουσες καταχώρησαν στα πλαίσια της Αγωγής, αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, με την οποία ζητούσαν, μεταξύ άλλων, την αναστολή του προγραμματισμένου στις 17.07.2019 πλειστηριασμού και όπως απαγορευτεί στην Τράπεζα Κύπρου να αποστείλει άλλες ή περαιτέρω ειδοποιήσεις σε σχέση με την Υποθήκη (πιο κάτω η «Αίτηση ημερομηνίας 30.05.2019»). Στις 31.05.2019, οι Εφεσείουσες 1 και 2 έλαβαν επιστολές από την Τράπεζα Κύπρου και την Εφεσίβλητη, με τις οποίες ενημερώθηκαν ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις, εξασφάλιση των οποίων αποτελεί η Υποθήκη, μεταβιβάστηκαν στις 30.05.2019 από την Τράπεζα Κύπρου προς την Εφεσίβλητη. Σχετική ειδοποίηση καταχωρήθηκε και στο φάκελο του Δικαστηρίου της Αγωγής, με αποτέλεσμα να προκληθεί τροποποίηση στον τίτλο της Αγωγής, με την αντικατάσταση της Τράπεζας Κύπρου με την Εφεσίβλητη. Η θέση περί παρανομίας της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων που σχετίζονται με την Υποθήκη και την Υποθήκη υπ' αριθμό Υ.11541/02, βασίζεται στο ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(β) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για άλλα Συναφή Θέματα Νόμου (Ν.169
(1)/2015), κατά το χρόνο εξαγοράς πιστωτικής διευκόλυνσης, το συνολικό της υπόλοιπο δεν μπορεί να υπερβαίνει το €1.000.
- Καθ' όσον αφορά, δε, την Υποθήκη, όπως προκύπτει από την Ειδοποίηση Τύπου «I» (Τεκμήρια 1-4), το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται σε ανέρχεται σε ποσό πέραν των €5.000.
- Πριν την εκδίκαση της Αίτησης ημερομηνίας 30.05.2019, οι Εφεσείουσες ενημερώθηκαν ότι ο πλειστηριασμός ημερομηνίας 17.07.2019 σε σχέση με την Υποθήκη ακυρώθηκε. Ως εκ τούτου, όπως πληροφορήθηκε αποσύρθηκαν τα αιτητικά που αφορούσαν την Υποθήκη και η Αίτηση ημερομηνίας 30.05.2019 παρέμεινε ως προς τα αιτητικά που αφορούσαν την Υποθήκη υπ' αριθμό Υ11541/02 και τον πλειστηριασμό ημερομηνίας 29.07.
- Το κατ' ισχυρισμό της Τράπεζας Κύπρου και πλέον της Εφεσίβλητης, οφειλόμενο υπόλοιπο σε σχέση με την Υποθήκη υπ' αριθμό Υ11541/02 υπερέβαινε το €1.000.000 και ως εκ τούτου, παρέμεινε ως επίδικο ζήτημα η νομιμότητα της μεταβίβασης που αναφέρεται στην παράγραφο 12 ανωτέρω. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε στις 24.07.2019 απόφαση, απορρίπτοντας την Αίτηση ημερομηνίας 30.05.
- Κατά της εν λόγω απόφασης, ασκήθηκε στις 31.07.2019 έφεση από τις Εφεσείουσες. Στις 26.07.2019, επιδόθηκαν στις Εφεσείουσες από την Εφεσίβλητη, Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ», ημερομηνίας 04.07.2019, με τις οποίες ορίστηκε ως ημερομηνία πλειστηριασμού του Ακινήτου η 27.08.2019 και έγγραφο υπό τον τίτλο «ΔΕΛΤΙΟ Α - ΕΙΔΟΠΟΙΗΣΗ ΠΛΕΙΣΤΗΡΙΑΣΜΟΥ», στο οποίο, μεταξύ άλλων, καταγράφεται η επιφυλασσόμενη τιμή πώλησης του Ακινήτου. Κατά των εν λόγω Ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» καταχωρήθηκε από τις Εφεσείουσες η παρούσα Αίτηση/Έφεση. Η Εφεσίβλητη έχει αποκτήσει παράνομα, κατά παράβαση του άρθρου 3
(1)(β) του Ν.169
(1)/2015, τις πιστωτικές διευκολύνσεις που εξασφαλίζονται με την Υποθήκη και κατ' επέκταση δε νομιμοποιείται, ούτε δικαιούται να προχωρήσει στον προγραμματισμένο στις 27.08.2019 πλειστηριασμό του Ακινήτου που καλύπτεται από την Υποθήκη. Η Εφεσίβλητη θα δυνηθεί να προχωρήσει σε πλειστηριασμό Ακινήτου ιδιοκτησίας της Εφεσείουσας 1, ενώ αμφισβητείται σοβαρά και κατ' επίκληση ξεκάθαρης νομοθετικής πρόνοιας (ήτοι του άρθρου 3
(1)(β) του Ν.169
(1)/2015) η νομιμότητα της μεταβίβασης ένεκα της οποίας απέκτησε τη δυνατότητα να προωθεί στη θέση της Τράπεζας Κύπρου τη διαδικασία εκποίησης της Υποθήκης. Σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, τότε στην περίπτωση που Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της ουσίας της Αίτησης/Έφεσης αποφασίσει ότι η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» (Τεκμήρια 22-25) είναι παράνομη, λόγω απουσίας νομιμοποίησης του προσώπου που την έχει εκδώσει και αποστείλει, παραμερίζοντας την, θα προκύψουν, προφανώς, αντιφατικά και δυσανάλογα αρνητικά αποτελέσματα για τις Εφεσείουσες, εφόσον το Ακίνητο θα έχει ήδη πωληθεί από πρόσωπο που δε δικαιούτο να το πράξει, χωρίς να έχουν τη δυνατότητα αποτροπής αυτής της διαδικασίας, έστω και προσωρινά, προς διατήρηση της παρούσας κατάστασης πραγμάτων, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας Αίτησης/Έφεσης. Εγείρονται πολύ σοβαρά ζητήματα, και οι Εφεσείουσες έχουν ορατές πιθανότητας επιτυχίας δηλαδή είναι ορατό το ενδεχόμενο, βάσει των προνοιών του άρθρου 44Γ του Νόμου και του άρθρου 3 του Ν.169
(1)/2015, οι Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» να ακυρωθούν/παραμεριστούν. Επιπροσθέτως των ανωτέρω, η ζημία ή απώλεια των Εφεσειουσών που θα προκύψει από την συνέχιση και ολοκλήρωση της διαδικασίας εκποίησης από την Εφεσίβλητη, είναι ανεπανόρθωτη, δεν αποτιμάται σε χρήμα και δεν δύναται υπό τις περιστάσεις να αποζημιωθεί σε κατοπινό στάδιο με την έγερση αγωγής από τις Εφεσείουσες εναντίον της Εφεσίβλητης. Η Εφεσείουσα 1 θα αποστερηθεί μόνιμα περιουσιακό της στοιχείο, το οποίο είναι απαραίτητο για τη διεξαγωγή των εργασιών των Εφεσειουσών, καθ' ότι στο κτήριο που έχει ανεγερθεί εντός του Ακινήτου βρίσκονται τα γραφεία των Εφεσειουσών, στα οποία εργάζονται 7 άτομα. Εάν οι Εφεσείουσες απωλέσουν τη δυνατότητα χρήσης των γραφείων τους, υφίσταται πολύ σοβαρό ενδεχόμενο ακόμη και να παύσουν τις εργασίες τους. Περαιτέρω, στο ίδιο κτήριο στεγάζονται και άλλες εταιρείες, οι οποίες εργοδοτούν προσωπικό και διεξάγουν εργασίες. Από έρευνα στο ηλεκτρονικό αρχείο του Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με την Εφεσίβλητη, την οποία πραγματοποίησαν οι δικηγόροι των Εφεσειουσών, δεν έχουν εντοπιστεί οικονομικές καταστάσεις. Κατά συνέπεια, η οικονομική επιφάνεια και δυνατότητα της Εφεσίβλητης, η οποία επιχειρεί να πωλήσει ακίνητο αξίας πολλών εκατομμυρίων Ευρώ, παραμένει άγνωστη. Περαιτέρω, το ελάχιστο απαιτούμενο από το άρθρο 11 του Ν.169
(1)/2015 πληρωθέν μετοχικό κεφάλαιο που οφείλει να διατηρεί εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων, ως η Εφεσίβλητη, ανέρχεται σε μόλις €100.000. Από τα πιο πάνω, συμπεραίνει ότι η Εφεσίβλητη δεν έχει τα απαιτούμενα κεφάλαια και φερεγγυότητα να αποζημιώσει σε μεταγενέστερο στάδιο τις Εφεσείουσες για τη ζημιά που θα υποστούν από την εκποίηση του Ακινήτου. Η Σύμβαση Υποθήκης συνάφθηκε μεταξύ της Εφεσείουσας 1 και της Τράπεζας Κύπρου. Οι Εφεσείουσες ουδέποτε συναίνεσαν, ούτε μπορεί να εκληφθεί ότι, όταν υπογραφόταν η Σύμβαση Υποθήκης, θεώρησαν ως πιθανό το ενδεχόμενο πώλησης του Ακινήτου από τρίτο πρόσωπο, άγνωστης υπόστασης και οικονομικής κατάστασης, το οποίο δεν αποτελεί τραπεζικό οργανισμό και το οποίο, όπως προκύπτει ξεκάθαρα από το λεκτικό του άρθρου 3
(1)(β) του Ν.169
(1)/2015 δεν νομιμοποιείτο να αποκτήσει τις πιστωτικές διευκολύνσεις που εξασφαλίζονται με την Υποθήκη και κατ' επέκταση δυνατότητα να πωλήσει με συνοπτικές διαδικασίες το Ακίνητο. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, οι Εφεσείουσες δικαιούνται τις αιτούμενες με την Αίτηση/Έφεση θεραπείες και ότι εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, θα είναι δύσκολο, εάν όχι αδύνατο, να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Τούτο διότι το αποτέλεσμα της (δια πλειστηριασμού) πώλησης του Ακινήτου, ενώ εκκρεμούν προς εκδίκαση σοβαρότατα νομικά και πραγματικά ζητήματα, θα προκαλέσει άνομα και άδικα αποτελέσματα, συνέπειες και ανεπανόρθωτες ζημίες στις Εφεσείουσες, τα οποία δεν είναι δυνατόν να αποζημιωθούν ή να αποτιμηθούν σε χρηματικές αποζημιώσεις ή να εξακριβωθούν με βεβαιότητα. Περαιτέρω, εάν τα αιτούμενα διατάγματα δεν εκδοθούν και η διαδικασία πλειστηριασμού προχωρήσει κανονικά πριν την ολοκλήρωση της ακρόασης της παρούσας Αίτησης/Έφεσης, τότε η Αίτηση/Έφεση θα καταστεί άνευ αντικειμένου, ακόμη και εάν το Δικαστήριο ήθελε κρίνει στο μέλλον αυτή βάσιμη. Και τούτο διότι το Ακίνητο θα έχει ήδη πωληθεί. Η Καθ' ης η Αίτηση καταχώρησε ένσταση, στην ειδοποίηση της οποίας κατέγραψε αριθμό λόγων ένστασης, τους ακόλουθους: «1. Η Αίτηση-Έφεση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και αστήρικτη και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθ' ότι τα αιτούμενα διατάγματα ως το Αιτητικό 2 της Αίτησης δεν μπορεί να εκδοθεί στα πλαίσια της διαδικασίας της Αίτησης-Έφεσης. 2. Δεν πληρούνται και/ή στοιχειοθετούνται οι λόγοι ακύρωσης της ειδοποίησης τύπου «ΙΑ» που προβλέπει περιοριστικά το ισχύον νομοθετικό πλαίσιο και συγκεκριμένα το άρθρο 44Γ
(3)του Νόμου 9/1965, ήτοι: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις. (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί. (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή. (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου. (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο.
- Η επίδικη Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» πληρεί τα τυπικά χαρακτηριστικά και τις ουσιαστικές και/ή άλλως πως προϋποθέσεις που θέτει ο Νόμος για την αποστολή της και/ή έχει συνταχθεί και/ή αποσταλεί και επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη νόμιμα και/ή νομότυπα και/ή σε ρητή και ξεκάθαρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της νομοθεσίας και/ή σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν.9/1965(όπως έχει τροποποιηθεί) συμπεριλαμβανομένων και των ρητών προνοιών και/ή προθεσμιών για την επίδοση της μετά την επίδοση της Ειδοποίησης Τύπου «I».
- Το περιεχόμενο και/ή τύπος των Ειδοποιήσεων «I» και/ή της συνοδευτικής αυτής κατάστασης λογαριασμού δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα στα πλαίσια της Αίτησης-Έφεσης και/ή δεν μπορεί να εξετασθεί στα στενά και/ή ιδιαίτερα πλαίσια της διαδικασίας της Αίτησης-Έφεσης στα πλαίσια της οποίας ελέγχεται αποκλειστικά και μόνο κατά πόσον συντρέχει ένας από τους περιοριστικά αναφερόμενους στην νομοθεσία λόγους παραμερισμού των Ειδοποιήσεων «ΙΑ».
- Άνευ βλάβης του Λόγου Ένστασης 4 ανωτέρω, οι Ειδοποιήσεις Τύπου και «I» συνοδευόμενες από κατάσταση λογαριασμού πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις του Νόμου και το περιεχόμενο αυτών είναι συμβατό με τον προβλεπόμενο τύπο και/ή το περιεχόμενο σύμφωνα με τις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/
- Άνευ βλάβης του Λόγου Ένστασης 4 ανωτέρω η κατάσταση λογαριασμού η οποία συνόδευε τις Ειδοποιήσεις Τύπου «I» συντάχθηκε στον ορθό και/ή νόμιμο και/ή νομότυπο τύπο και/ή με το ορθό και/ή νόμιμο και/ή νομότυπο περιεχόμενο και σε αυτήν συμπεριλήφθηκαν όλες και/ή οι απαραίτητες πληροφορίες και/ή στοιχεία για να είναι σε θέση οι Αιτήτριες να αντιληφθούν το περιεχόμενο της.
- Η Καθ' ης η Αίτηση νόμιμα και νομότυπα ανέλαβε και/ή απέκτησε και/ή μεταφέρθηκαν και/ή εκχωρήθηκαν σε αυτήν οι πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή εξασφαλίσεις και/ή οι Συμβάσεις και Έγγραφα Υποθηκών που οι Αιτήτριες είχαν υπογράψει και/ή εγγράψει υπέρ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και/ή νόμιμα και/ή μονότυπα και/ή δικαιωματικά η Καθ' ης η Αίτηση ξεκίνησε και/ή συνεχίζει την διαδικασία του ιδιωτικού πλειστηριασμού.
- Η ανάληψη και/ή απόκτηση και/ή εκχώρηση και/ή μεταφορά στην Καθ' ης η Αίτηση των πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή εξασφαλίσεων και/ή Συμβάσεων και Εγγράφων Υποθήκης που οι Αιτήτριες υπέγραψαν και/ή ενέγραψαν υπέρ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, εγκρίθηκε και/ή έγινε αποδεκτή από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με την έκδοση στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης υπ' αριθμό 372/19 Επί τοις αφορώσι την Bank of Cyprus Public Co Ltd κ.α. Διατάγματος ημερομηνίας 23/05/2019 με το οποίο επικυρώθηκε με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου. Κεφ. 113 το Σχέδιο Διακανονισμού με το οποίο μεταφέρθηκαν και/ή εκχωρήθηκαν από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ στην Καθ' ης η Αίτηση οι πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή εξασφαλίσεις και/ή οι Συμβάσεις και Έγγραφα Υποθηκών που οι Αιτήτριες είχαν υπογράψει και/ή εγγράψει υπέρ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία
- Καμία βλάβη δεν θα υποστούν οι Αιτήτριες με την ολοκλήρωση της διαδικασίας του πλειστηριασμού και/ή εάν η διαδικασία του πλειστηριασμού ολοκληρωθεί οι Αιτήτριες θα έχουν όφελος και όχι ζημιές.
- Οι διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας αναφορικά με την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή (Μέρος VIA του Ν.9/1965) έχουν ακολουθηθεί ορθά και νομότυπα από την Καθ' ης η Αίτηση.
- Άνευ βλάβης των λόγων Ένστασης 1-10 ανωτέρω, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που έχει θέσει το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, αφού: i. Οι Αιτήτριες δεν έχουν καλή βάση αγωγής ούτε και πιθανότητα επιτυχίας στην Αίτηση-Έφεση αφού (α) οι ισχυρισμοί τους περί ακυρότητας της μεταβίβασης στην Καθ ης η Αίτηση των πιστωτικών διευκολύνσεων και της επίδικης υποθήκης ενόψει και της έκδοσης και προνοιών τους Διατάγματος ημερομηνίας 23/05/2019 από το ΕΔ Λευκωσίας στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 372/19 δεν μπορούν να εξεταστούν από το παρόν Δικαστήριο και (β) το περιεχόμενο και/ή τύπος των Ειδοποιήσεων «I» και/ή της συνοδευτικής αυτής κατάστασης λογαριασμού δεν αποτελεί επίδικο ζήτημα στα πλαίσια της Αίτησης-Έφεσης και/ή δεν μπορεί να εξετασθεί στα στενά και/ή ιδιαίτερα πλαίσια της διαδικασίας της Αίτησης-Έφεσης ii. Οι Αιτήτριες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη με την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού τυχόν ζημιές που ενδεχομένως να υποστούν οι Αιτήτριες από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων μπορούν να αποτιμηθούν σε χρήμα και η Καθ' ης η Αίτηση είναι σε θέση και έχει την ικανότητα να καταβάλει τυχόν επιδικασθείσες αποζημιώσεις στις Αιτήτριες σε περίπτωση επιτυχίας της Αίτησης-Έφεσης iii. Οι Αιτήτριες δεν θα υποστούν οποιαδήποτε ανεπανόρθωτη βλάβη με την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αφού η παρούσα ενδιάμεση αίτηση είναι περιττή και/ή δεν έχει καμία πρακτική σημασία αφού η Καθ' ης η Αίτηση είναι έτοιμη και πρόθυμη να προχωρήσει στην ακρόαση της Αίτησης-Έφεσης πολύ πριν τις 27/08/2019, ημερομηνία που είναι προγραμματισμένη η διενέργεια του πλειστηριασμού.
- Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της Καθ' ης η Αίτηση και της απόρριψης της παρούσας ενδιάμεσης αίτηση και/ή η δικονομική και/ή άλλως πως συμπεριφορά των Αιτητριών καταδεικνύει ότι τα αιτούμενα διατάγματα αποτελούν αυτοσκοπό και ως εκ τούτου το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της απόρριψης της αίτησης.» Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η παρούσα Ένσταση παρατίθενται στη συνημμένη σ' αυτήν ένορκη δήλωση του XXXXX Δημητρίου, στην οποία λέγει μεταξύ άλλων και τα εξής: Εργάζεται ως υπάλληλος της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (εφ' εξής «Τράπεζα Κύπρου») και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Τράπεζα και την Καθ' ης η Αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους και για λογαριασμό της, προς υποστήριξη της Ένστασης που καταχωρήθηκε με σκοπό να ενστεί στην Αίτηση δια της οποίας ζητείται η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων αναστολής του προγραμματισμένου για τις 27/08/2019 πλειστηριασμού μέχρι την εκδίκαση της Αίτησης-Έφεσης. Τα θέματα και ζητήματα τα οποία παρατίθενται στην ένορκη δήλωση είναι εντός της προσωπικής του γνώσης λόγω της εργασίας και των καθηκόντων του, από μελέτη της Αίτησης και της ένορκης δήλωσης που τη συνοδεύει καθώς επίσης και από πληροφόρηση που έχει λάβει και από τους συναδέλφους του. Έχουν μεταβιβασθεί από την Τράπεζα Κύπρου στην Καθ' ης η Αίτηση ορισμένες πιστωτικές διευκολύνσεις, εξ αποφάσεως χρέη, εξασφαλίσεις, νομικές διαδικασίες και άλλα στοιχεία, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγονται και αυτές που αφορούν τις Αιτήτριες, δηλαδή τις συμβάσεις παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων και τις παραχωρηθείσες εξασφαλίσεις από τις Αιτήτριες προς την Τράπεζα Κύπρου, κατ' εφαρμογή των προνοιών των άρθρων 18 και 19 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015)ως έχει τροποποιηθεί και συγκεκριμένα δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 23/05/2019 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 30/05/
- Ένεκα των ανωτέρω, μεταξύ άλλων, η επίδικη Σύμβαση υποθήκης υπ' αριθμό Υ.2664/08, συμπεριλαμβανομένων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του ενυπόθηκου δανειστή κάτω από και αναφορικά με αυτήν, έχουν πλέον μεταβιβασθεί στην Καθ' ης η Αίτηση, η οποία από τις 30/05/2019, προωθεί τα συμφέροντα της στη βάση των όσων αναφέρονται ανωτέρω, ωσάν να επρόκειτο για την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρία ΛΤΔ. Δυνάμει σχετικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών, που υπογράφηκε μεταξύ της Τράπεζας και της Καθ' ης η Αίτηση, η Τράπεζα ανέλαβε, μεταξύ άλλων την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Καθ' ης η Αίτηση, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων-εγγυήσεων και άλλων συναφών θεμάτων (συμπεριλαμβανομένων και των όσων αναφέρονται στην παρούσα ένορκη δήλωση), στα πλαίσια της οποίας συμφωνίας προβαίνει στην ένορκη δήλωση. Όλες οι Αιτήτριες κατόπιν απαίτησης τους έλαβαν δανειοδότηση και πιστωτικές διευκολύνσεις από την Τράπεζα Κύπρου δίδοντας διάφορες εξασφαλίσεις, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και η επίδικη υποθήκη, η οποία είναι η εξής: Υποθήκη υπ' αριθμό Υ.2664/2008: Ενεγράφηκε στις 04/03/2008 για ποσό ύψους €4.000.000,00 πλέον τόκους προς Euribor 3 μηνών προσαυξημένο κατά 1,75 ετησίως με κεφαλαιοποίηση των τόκων μία φορά τον χρόνο επί του Ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/8XX7, Φ./Σχ 21/540102/1, Τεμάχιο 9X9, ιδιοκτησίας των Αιτητριών
- Ειδικότερα όσον αφορά τα έγγραφα υποθήκης και τα δικαιώματα της Τράπεζας Κύπρου (τα οποία πλέον απέκτησε η Καθ' ης η Αίτηση) που οι Αιτήτριες έδωσαν σε αυτήν με την υπογραφή των υποθηκών, στον όρο 5 αυτής μέσω του οποίου σε περίπτωση που οι πρωτοφειλέτες παρέλειπαν να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό που οι υποθήκες εξασφάλιζαν, η Τράπεζα (και τώρα η Καθ' ης η Αίτηση) είχε το δικαίωμα να πωλήσει τα ενυπόθηκα κτήματα είτε μέσω Κτηματολογίου είτε με αγωγή μέσω του Δικαστηρίου ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο ήθελε αποφασίσει συμπεριλαμβανομένης και της πώλησης με προσφορές και με ιδιωτική πώληση. Οι Αιτήτριες, όπως και οι λοιπές εταιρείες του Ομίλου, κατά παράβαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων έναντι της Τράπεζας Κύπρου, παρέλειπαν να καταβάλουν εμπρόθεσμα τις προβλεπόμενες από τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων δόσεις με αποτέλεσμα, η Τράπεζα Κύπρου το 2014 περίπου να τερματίσει όλες τις συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων και να απαιτήσει την εξόφληση όλων των οφειλομένων από όλες τις Αιτήτριες αλλά και τις υπόλοιπες εταιρείες του Ομίλου. Όπως ήταν αναμενόμενο οι Αιτήτριες δεν συμμορφώθηκαν με την απαίτηση της Τράπεζας Κύπρου και δεν προχώρησαν σε οποιαδήποτε εξόφληση των οφειλομένων ποσών, με αποτέλεσμα τον Σεπτέμβριο του 2017 η Τράπεζα Κύπρου, ως πιστωτής με εκκαθαρισμένες απαιτήσεις εναντίον έκαστων των Αιτητριών 2 μέχρι 4, να επιδώσει σε αυτές επιστολές απαίτησης δυνάμει του άρθρου 212(a) του Περί Εταιρειών Νόμου με τις οποίες τις καλούσε όπως εντός 21 ημερών να εξοφλήσουν όλα τα οφειλόμενα ποσά. Οι Αιτήτριες και πάλι δεν συμμορφώθηκαν και ως εκ τούτου η Τράπεζα Κύπρου προχώρησε στην καταχώρηση εναντίον των Αιτητριών 2 μέχρι 4 Αιτήσεων Εκκαθάρισης. Οι Αιτήτριες 2 μέχρι 4 καταχώρησαν ενστάσεις στις Αιτήσεις Εκκαθάρισης. Παράλληλα με την αποστολή των επιστολών απαίτησης και ανεξαρτήτως της καταχώρησης των αγωγών 4123/15 και 4124/15 που καταχωρήθηκαν από τις Αιτήτριες εναντίον της, η Τράπεζα Κύπρου ως είχε άλλωστε δικαίωμα, στις 21/12/2017 επέδωσε τις νενομισμένες Ειδοποιήσεις «I» και «Θ» σύμφωνα με τις νομοθετικές πρόνοιες που ίσχυαν κατά την συγκεκριμένη χρονική περίοδο και ακολούθως ενώ τον Απρίλιο του 2019 επιδόθηκαν οι νενομισμένες Ειδοποιήσεις «ΙΑ» και «ΙΒ», με τις οποίες η Τράπεζα Κύπρου ενημέρωνε τις Αιτήτριες και όλα τα ενδιαφερόμενα Μέρη για τους προγραμματισμένους για τις 17/07/2019 και 29/07/2019 πλειστηριασμούς. Όπως παραδέχεται ο κ. Ιωαννίδης στην δική του ένορκη δήλωση οι Αιτήτριες συμμορφώθηκαν με την απαίτηση της Τράπεζας Κύπρου για διορισμό Εκτιμητή ενημερώνοντας παράλληλα την Τράπεζα Κύπρου μέσω των δικηγόρων τους για την συμμόρφωση τους αυτή. Ενόψει αυτής ακριβώς της συμμόρφωσης οι Αιτήτριες κωλύονται από το να αμφισβητούν την διαδικασία των ιδιωτικών πλειστηριασμών. Ο προγραμματισμένος για τις 17/07/2019 πλειστηριασμός που αφορούσε την επίδικη υποθήκη υπ' αριθμό Υ.2664/08 αναβλήθηκε και επαναορίστηκε για τις 27/08/2019 με τις σχετικές Ειδοποιήσεις «ΙΑ» να επιδίδονται στις Αιτήτριες στις 26/07/2019, ήτοι 32 ημέρες πριν την προγραμματισμένη ημερομηνία πλειστηριασμού. Η μόνη ειδοποίηση που μπορεί να εφεσιβληθεί δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί είναι η ειδοποίηση «Τύπου ΙΑ» για συγκεκριμένους λόγους οι οποίοι παρατίθενται εξαντλητικά στο Νόμο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν ισχύει κανένας από τους περιοριστικά αναφερόμενους στον Νόμο λόγους ακύρωσης της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Από την στιγμή που η εκχώρηση και μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων έχει επικυρωθεί μέσα από το Διάταγμα ημερομηνίας 23/05/2019, το παρόν Δικαστήριο στερείται εξουσίας και δικαιοδοσίας είτε να εξετάσει είτε να αμφισβητήσει την νομιμότητα της εν λόγω εκχώρησης και μεταβίβασης καθ' ότι εάν το πράξει ουσιαστικά θα ενεργήσει ως Εφετείο ομόβαθμου του Δικαστηρίου. Η εκχώρηση και μεταβίβαση όλων των διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων έγινε νόμιμα και νομότυπα αφού η ορθή ερμηνεία των άρθρων 3, 18 και 19 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο Ν.169(Ι)/2015είναι ότι όταν Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα πωλεί και μεταβιβάζει πιστωτικές διευκολύνσεις, δεν εφαρμόζεται το όριο του €1.000.000,00 ενώ υπάρχει η απαραίτητη προϋπόθεση αποστολής των Ειδοποιήσεων περί πώλησης και μεταβίβασης όπως αυτές καταγράφονται εξαντλητικά στα άρθρα 18 και 19 του σχετικού Νόμου. Οι οποιεσδήποτε ζημιές τυχόν υποστούν οι Αιτήτριες από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων αυτές μόνο χρηματικές μπορούν να είναι και ως εκ τούτου ανακτήσιμες μέσω επιδικασθέντων αποζημιώσεων εάν και εφόσον οι Αιτήτριες επιτύχουν στην Αίτηση-Έφεση τους και οι οποίες μπορούν με ευκολία να καθορισθούν (είτε μέσω της τιμής πώλησης είτε μέσω διενέργειας εκτίμησης της αξίας τους) αποζημιώσεις τις οποίες η Καθ' ης η Αίτηση δύναται και είναι σε θέση να καλύψει πλήρως. Όσον αφορά την δυνατότητα της Καθ' ης η Αίτηση να αποζημιώσει τις Αιτήτριες σε περίπτωση που θα υποστούν οποιεσδήποτε ζημιές από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η Καθ' ης η Αίτηση είναι εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων η οποία έχει δεόντως αδειοδοτηθεί και εποπτεύεται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου ενώ με βάση τις μη ελεγμένες οικονομικές της καταστάσεις για το οικονομικό έτος που λήγει στις 31 Δεκεμβρίου 2019, προβλέπεται ότι αυτή θα έχει καθαρές ταμειακές ροές περί των €2.500.000,00, θα διαθέτει περιουσιακά στοιχεία αξίας περίπου €1.386.000.000,00 με το μετοχικό κεφάλαιο αυτής να ανέρχεται σε €1.000.000,00 ενώ η αξία του «υπέρ του άρτιου» ποσού (Share Premium) ανέρχεται σε €44.000.000,
- Εάν διενεργηθεί με επιτυχία ο επίδικος πλειστηριασμός, το ποσό της πώλησης θα καταβληθεί προς εξόφληση των παραδεκτών οφειλών των Αιτητριών και ως εκ τούτου οι Αιτήτριες μόνο όφελος θα έχουν και όχι βλάβες και ως εκ τούτου καμία ζημιά δεν μπορεί να υποστούν οι Αιτήτριες με την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Όσον αφορά τον ισχυρισμό περί απώλειας της επαγγελματικής στέγης και επιχείρησης των Αιτητριών με την τυχόν πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων, αυτός είναι παντελώς άσχετος με τα επίδικα ζητήματα αλλά και εντέχνως παραπλανητικός αφού η επαγγελματική στέγη των Αιτητριών προφανώς υποθηκεύθηκε ελευθέρα τη βούληση των Αιτητριών (οι οποίες αποδέχθηκαν τον κίνδυνο και ενδεχόμενο να την απωλέσουν) ενώ το γεγονός ότι στα ενυπόθηκα ακίνητα στεγάζεται η επιχείρηση των Αιτητριών δεν τις εμπόδισε να υποθηκεύσουν με την ελεύθερη βούληση τους τα ακίνητα και να διακινδυνεύουν να τα απωλέσουν εάν και εφόσον δεν καταβάλλονταν οι προβλεπόμενες δόσεις προς την Τράπεζα, τις οποίες οι Αιτητές παραδεκτά δεν κατέβαλαν. Η ακρόαση της Αίτησης έγινε με βάση το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων. Στην απόφαση Iacovou Brothers (Constr.) Ltd ν Fashionwise Ltd
(2000)1 Α.Α.Δ. σελ. 1377 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Είναι ορθό ότι σε περιπτώσεις αιτήσεων που οι ισχυρισμοί του αιτητή αμφισβητούνται ο αιτητής θα πρέπει να προσκομίσει προφορική μαρτυρία για να αποσείσει το σχετικό βάρος που έχει για την απόδειξη των ισχυρισμών του. (Ίδε Krashias ShoeFactory Ltd ν Adidas Sportschuhfabriken Adi Dossier K.G.
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 750 και Louis Vuitton ν. Dermosak Ltd and Orphanidou
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Ο αιτητής μπορεί να αποσείσει το σχετικό βάρος της απόδειξης είτε με την παράθεση της δικής του μαρτυρίας είτε με την αποκάλυψη στοιχείων που προκύπτουν από την αντεξέταση στην οποία υποβάλλει τα πρόσωπα τα οποία έχουν προβεί σε ένορκες δηλώσεις εκ μέρους του καθ' ου η αίτηση. Επισημαίνουμε ότι με την πρόσφατη τροποποίηση του Κανονισμού 4 της Διαταγής 48 (Ίδε ο περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 3) Διαδικαστικός Κανονισμός του 1999) η ακρόαση της αίτησης διεξάγεται με βάση τα γεγονότα που περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις με δυνατότητα αντεξέτασης». Συνεπώς το Δικαστήριο θα βασιστεί στα γεγονότα όπως αυτά περιέχονται στις ένορκες δηλώσεις, λαμβανομένου υπόψη του βάρους απόδειξης των ισχυρισμών εκάστου των δύο Μερών. Είναι νομολογημένο ότι το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό της διαδικασίας δεν πρέπει να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Ούτε πρέπει να αποφαίνεται σε θέματα αξιοπιστίας εκτός εκεί που τούτο είναι απόλυτα αναγκαίο καθότι διαφορετικά θα επηρεάζετο δυσμενώς η υπόθεση στην ουσία της για τον διάδικο εκείνο τον οποίο το Δικαστήριο έκρινε από αυτό το στάδιο ως αναξιόπιστο. Όλα τα ζητήματα που εγείρονται στην αγωγή παραμένουν ζωντανά για να αποφασισθούν όταν θα εκδικασθεί η ουσία της (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka A.Δ.
(1999)1 Α.Α.Δ. 225). Στην απόφαση Τ.Α. MicrologicCom. Consult Ltd v. Microsoft Corporation
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1802 αποφασίστηκε ότι: «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του. Αυτό είναι το πραγματικό νόημα των επί του θέματος αποφάσεων μας: βλ. ενδεικτικά τις Constantinides v. Makriyiorghou
(1978)1 C.L.R. 585, Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557 κ.ά. και Κυτάλα ν. Χρυσάνθου κ.ά.
(1996)1 Α.Α.Δ. 253. Αυτό συχνά παραγνωρίζεται στα Επαρχιακά Δικαστήρια τόσο από δικηγόρους όσο και από δικαστές με αποτέλεσμα η διαδικασία να γίνεται απαραδέκτως πολύπλοκη και μακρά.» Η νομολογία επί των προσωρινών διαταγμάτων είναι πασίγνωστη και το άρθρο 32 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Οδυσσέως ν. Pieris Estates Ltd
(1982)1 Α.Α.Δ. 557, η ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου πριν δυνηθεί να περάσει στην εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας, με τη συνεκτίμηση όλων των σχετικών παραγόντων. Το άρθρο 32
(1)του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, προβλέπει την εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει απαγορευτικό διάταγμα όταν κρίνει τούτο δίκαιο ή πρόσφορο με βάση τις περιστάσεις της υπόθεσης που είναι ενώπιον του. Προκειμένου δε για παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα πρέπει σύμφωνα με την επιφύλαξη στο ίδιο άρθρο να ικανοποιηθεί επιπρόσθετα ότι συντρέχουν και οι ακόλουθες προϋποθέσεις: α) Ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την κυρίως δίκη. β) Ότι υπάρχει πιθανότητα ο ενάγοντας να δικαιούται σε θεραπεία και γ) Ότι εκτός εάν εκδοθεί το παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα για την αποκάλυψη μιας συζητούμενης υπόθεσης, ενώ το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης και σχετίζεται με την ένδειξη ή παρουσίαση μίας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Τα δύο αυτά κριτήρια είναι σε κάποιο βαθμό αλληλένδετα και θα μπορούσε να λεχθεί ότι ενώ το πρώτο κριτήριο εξετάζεται σε συσχετισμό με τη νομική θεμελίωση της αξίωσης, το δεύτερο προχωρεί ένα ακόμη βήμα συσχετίζοντας τη νομική αυτή θεμελίωση με την προσφερόμενη μαρτυρία για την πραγματική θεμελίωση της αγωγής επί των γεγονότων. Αν ο αιτητής είναι σε θέση να δείξει κάτι πέρα από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων θεωρείται ότι ικανοποιεί το δεύτερο αυτό κριτήριο. Το τρίτο κριτήριο ικανοποιείται όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία. Με δεδομένο ότι η θεραπεία του προσωρινού διατάγματος ανάγεται κατ' εξοχή στο δίκαιο της επιείκειας, αν η αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρησή του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ' ανάγκην την έκδοση διατάγματος όπως έχει υποδείξει η υπόθεση ΚΟΤ ν. Θεωρή
(1989)1 Α.Α.Δ. (Ε) 255. Σκοπός των ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων είναι η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων (status quo) στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η αίτηση για το προσωρινό διάταγμα (βλ. Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Κοσμά ν. Χατζηκυπρή
(2000)1 Α.Α.Δ. 169). Η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων εξετάζεται σε συνάρτηση με την προϋπόθεση να υποστεί ο Ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα καθώς επίσης και με το κατά πόσον είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν τα ενδιάμεσα διατάγματα. Η διαδικασία ακρόασης ενός προσωρινού διατάγματος γίνεται μέσα στην περιορισμένη σφαίρα της εξέτασης του ερωτήματος κατά πόσο νομότυπα από πλευράς διαδικασίας προωθήθηκε το αίτημα, καθώς και σε σχέση με το υπόβαθρο των γεγονότων που περιβάλλουν την αίτηση, με γνώμονα τη συσχέτιση τους με τα τρία κριτήρια και το ισοζύγιο της ευχέρειας, αλλά το Δικαστήριο δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas
(1984)1 Α.Α.Δ. 263, αυτό εμπίπτει στην σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ιδίας της αγωγής. Τα ίδια λέχθηκαν και στην υπόθεση Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 Α.Α.Δ. 248, 269-270, όπου υιοθετήθηκε και το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση Jonitexo v. Adidas (ανωτέρω): «Ο τρόπος εφαρμογής του Άρθρου 32 για έκδοση, ή μη, παρεμπίπτοντος διατάγματος εξετάστηκε και αναλύθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο σε αριθμό υποθέσεων - (βλ., μεταξύ άλλων, Karydas Taxi Co. Ltd. v. Andreas Komodikis
(1975)1 C.L.R. 321·Acropol Shipping Company Ltd. And Others v. Petros I. Rossis
(1976)1 C.L.R. 38·Νemitsas Industries Ltd. v. S. & S. Maritime Lines Ltd. And Others
(1976)1 C.L.R. 302·Constantinides v. Makriyiorghou and Another
(1978)1 C.L.R. 585·Papastratis v. Petrides
(1979)1 C.L.R. 231·Μ. & M. Transport v. Eteria Astikon Leoforion
(1981)1 C.L.R. 605·Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557·Jonitexo Ltd. v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263·Global Cruises S.A. και Άλλη v. Metro Shipping & Travel Ltd.
(1989)1 Α.Α.Δ. 182·Χάρης Φεσσάς
(1990)1 Α.Α.Δ. 704). To Δικαστήριο, μετά την καταχώριση της ένστασης, έχει εξουσία και υποχρέωση να επιληφθεί της υπόθεσης, να ακούσει και τις δύο πλευρές και να διαπιστώσει αν οι προϋποθέσεις που ο νομοθέτης έταξε στο Άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων ικανοποιούνται. Αν υπάρχει διάσταση πάνω στα γεγονότα μεταξύ των διαδίκων, σύμφωνα με τη Δ.48, θ.4, ο διάδικος που έχει το βάρος της απόδειξης πρέπει να είναι έτοιμος να αποδείξει τα γεγονότα πάνω στα οποία βασίζεται - (βλ., μεταξύ άλλων, Stylianou v. Stylianou, (ανωτέρω), σελ. 527). Το Δικαστήριο κρίνει και αποφασίζει πάνω στην ολότητα του ενώπιόν του υλικού. Η αντίθετη γνώμη του πρωτόδικου Δικαστηρίου, αναφορικά με την ερμηνεία και εφαρμογή της Δ.48, θ.4, δεν επηρέασε την κρίση του, γιατί εξέτασε και έλαβε υπόψη του όλα τα ενώπιόν του στοιχεία. Στη διαδικασία του προσωρινού διατάγματος, το έργο του Δικαστηρίου είναι περιορισμένο. Το καθήκον του περιορίζεται στη διαπίστωση κατά πόσο ικανοποιούνται οι τρεις προϋποθέσεις που απαιτούνται για επιτυχία:- (α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση. (β) Ορατή προοπτική και/ή πιθανότητα ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία στην αγωγή. (γ) Να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του διατάγματος. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης. Στην Απόφαση Jonitexo Ltd. v. Adidas, (ανωτέρω), ειπώθηκαν στις σελ. 267 και 268 τα ακόλουθα:- "I would like to observe that at the stage of granting or refusing an interlocutory injunction, such as the one which was made in the present case, the parties should limit themselves to the issue of whether or not, in the light of the provisions of section 32
(1)of Law 14/60 and of the relevant principles of law, such an injunction should be granted; and this clear interlocutory stage of the proceedings should not be treated as an opportunity for the parties to fight out the merits of the case either by adducing evidence or by advancing arguments in this respect." .................................. "The appropriate stage at which the rights of the parties to the action concerned are to be determined is when judgment will be given on the merits of the action, and not the stage of the interlocutory injunction which is the subject matter of this appeal; consequently, in order to avoid prejudging, in any way, any of the issues relevant to the merits of this case I will refrain from referring to any one of them; and, of course, the granting of the interlocutory injunction by the trial Court, and the fact that such injunction is now upheld by this Court, should not be treated as prejudging whether or not the respondents, as plaintiffs, are entitled to succeed in their action against the appellants as defendants." Αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση, οι αξιώσεις στη γενική Οπισθογράφηση, που έχουν προεκταθεί, και η Έκθεση Απαιτήσεως, που ήταν ενώπιον του Δικαστηρίου, αδιαμφισβήτητα αποκαλύπτουν την ύπαρξη σοβαρών πραγματικών και νομικών ζητημάτων για κρίση από το Δικαστήριο της ουσίας. Το περιεχόμενο της μακράς διαδικασίας για το προσωρινό διάταγμα, τα έγγραφα που προσκομίστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου και οι διάφορες νομικές εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων επιβεβαιώνουν την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου για την ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης.» Επιστρέφοντας στην πρώτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του Ν.14/60, λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης όπως διαφαίνονται από την ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση και το περιεχόμενο της κυρίως Αίτησης, υπενθυμίζοντας ότι η πρώτη προϋπόθεση αφορά τη νομική θεμελίωση της αξίωσης του Αιτητή, βρίσκω ότι η διαφορά εδράζεται στο άρθρο 3 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, Ν.169(Ι)/2015. Είναι ισχυρισμός των Αιτητών ότι στις 31.05.2019, οι Εφεσείουσες 1 και 2 έλαβαν επιστολές από την Τράπεζα Κύπρου και την Εφεσίβλητη, με τις οποίες ενημερώθηκαν ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις, εξασφάλιση των οποίων αποτελεί η Υποθήκη, μεταβιβάστηκαν στις 30.05.2019 από την Τράπεζα Κύπρου προς την Εφεσίβλητη και ότι υπάρχει παρανομία της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων που σχετίζονται με την Υποθήκη και την Υποθήκη υπ' αριθμό Υ.11541/02. Η παρανομία βασίζεται στο ότι, σύμφωνα με το άρθρο 3
(1)(β) του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου (Ν.169
(1)/2015), κατά το χρόνο εξαγοράς πιστωτικής διευκόλυνσης, το συνολικό της υπόλοιπο δεν μπορεί να υπερβαίνει το €1.000.
- Καθ' όσον αφορά, δε, την Υποθήκη, όπως προκύπτει από την Ειδοποίηση Τύπου «I» (Τεκμήρια 1-4), το κατ' ισχυρισμό οφειλόμενο υπόλοιπο ανέρχεται σε ποσό πέραν των €5.000.
- Συνεπώς κατά τους Αιτητές έπρεπε η πιστωτική διευκόλυνση, αυτή, να εξαιρεθεί της πιο πάνω μεταβίβασης και εκχώρησης. Είναι η θέση της άλλης πλευράς, δηλαδή των Καθ' ων η Αίτηση, ότι τέτοια παρανομία δεν υπάρχει και ότι η εκχώρηση και μεταβίβαση όλων των διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων έγινε νόμιμα και νομότυπα αφού η ορθή ερμηνεία των άρθρων 3, 18 και 19 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο Ν.169(Ι)/2015είναι ότι όταν Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα πωλεί και μεταβιβάζει πιστωτικές διευκολύνσεις, δεν εφαρμόζεται το όριο του €1.000.000,00 ενώ υπάρχει η απαραίτητη προϋπόθεση αποστολής των Ειδοποιήσεων περί πώλησης και μεταβίβασης όπως αυτές καταγράφονται εξαντλητικά στα άρθρα 18 και 19 του σχετικού Νόμου. Από την στιγμή που η εκχώρηση και μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων έχει επικυρωθεί μέσα από το Διάταγμα ημερομηνίας 23/05/2019, το παρόν Δικαστήριο στερείται εξουσίας και δικαιοδοσίας είτε να εξετάσει είτε να αμφισβητήσει την νομιμότητα της εν λόγω εκχώρησης και μεταβίβασης καθ' ότι εάν το πράξει ουσιαστικά θα ενεργήσει ως Εφετείο ομόβαθμου του Δικαστηρίου. Γίνεται ξεκάθαρο από τώρα ότι το παρόν Δικαστήριο δεν πρόκειται να εξετάσει τη νομιμότητα του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 23/05/
- Τέτοιαν εξουσία δεν έχει. Το διάταγμα ημερομηνίας 23/05/2019 εκδόθηκε στην Αίτηση αρ. 372/2019 με το οποίο «το Σχέδιο Διακανονισμού μεταξύ της εταιρείας Bank of Cyprus Public Company Limited, της εταιρείας Gordian Holdings Limited και των μετόχων αυτών το οποίο επισυνάπτεται ως Επισύναψη Α και αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του παρόντος Διατάγματος και το οποίο, για σκοπούς των ακόλουθων Διαταγμάτων θα αποκαλείται το «Σχέδιο»,» επικυρώθηκε. Η Αίτηση βασίστηκε στα άρθρα 198, 199 και 200 του Περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.
- Στην εν λόγω Αίτηση, οι Αιτητές στην παρούσα, δεν ήταν διάδικοι, ούτε κλητεύθηκαν ως ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Στην Αίτηση αρ. 372/2019 και στο εκδοθέν διάταγμα δεν φαίνεται το ποσό των πιστωτικών διευκολύνσεων των Αιτητών. Η Αίτηση όχι μόνο δεν βασίστηκε στο Νόμο 169(Ι)/2015, περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα, ούτε καν αναφορά γίνεται, πόσο μάλλον στο άρθρο 3 αυτού. Το διάταγμα ημερομηνίας 23/05/2019 δεν αποτελεί δεδικασμένο μεταξύ Αιτητών και Καθ' ων η Αίτηση. Το άρθρο 3 του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου, Ν.169(Ι)/2015προβλέπει: «3.-
(1)Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται - (α) Σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε φυσικά πρόσωπα όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς των διευκολύνσεων αυτών, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων στο φυσικό πρόσωπο ανά ΑΠΙ, δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000).και (β) σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται στη Σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (2003/361/ΕΕ), όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς αυτών των διευκολύνσεων, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την επιχείρηση αυτή ή τον όμιλο συνδεδεμένων επιχειρήσεων ανά ΑΠΙ δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000).
(2)Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου
(1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις όπου ο πιστωτής ή ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19.
(3)Από τις διατάξεις των εδαφίων
(1)και
(2)του παρόντος άρθρου, εξαιρούνται πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες- (α) Παραχωρούνται από ΑΠΙ, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, σε φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν είναι μόνιμος κάτοικος της Δημοκρατίας ή σε νομικό πρόσωπο το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένο στη Δημοκρατία, ή (β) αφορούν εργασίες ή/και επενδύσεις εκτός της Δημοκρατίας, ή (γ) στη βασική εμπράγματη εξασφάλισή τους, περιλαμβάνουν υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας ή/και επιβάρυνση περιουσίας η οποία βρίσκεται εκτός Δημοκρατίας, ή (δ) διέπονται από το δίκαιο άλλης χώρας.» Είναι καθαρό ότι ο Νόμος θέτει ως οροφή συνολικού υπολοίπου των πιστωτικών διευκολύνσεων το ποσό των €1.000.000. Οι πιστωτικές διευκολύνσεις που ήθελε να εξαιρέσει ο νομοθέτης προβλέπονται στο άρθρο 3
(3)του Νόμου, τις οποίες και καταγράφει. Με το εδάφιο 3
(2)ο Νομοθέτης δεν εξαίρεσε οτιδήποτε, ούτε άλλαξε το ποσό των €1.000.000. Αν ήθελε να εξαιρέσει θα χρησιμοποιούσε τη λέξη «εξαιρούνται» όπως πιο πάνω (άρθρο 3
(3)) και όχι τη λέξη «ανεξαρτήτως». Με το άρθρο 3
(2)ο Νομοθέτης εισάγει διαδικαστικά θέματα τα οποία εναποθέτει, κυρίως, στους ώμους των πιστωτικών ιδρυμάτων ή χρηματοδοτικών ιδρυμάτων ή εταιρειών εξαγοράς πιστώσεων ως πιστωτές ή εξ αποφάσεως πιστωτής. Τα άρθρα 18 και19 έχουν ως εξής: «Πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης 18.-
(1)Πριν από την πώληση του όλου ή μέρους των πιστωτικών του διευκολύνσεων, πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων - (α) Είτε κοινοποιεί την πρόθεσή του να πωλήσει ή να διαθέσει το όλον ή μέρος του χαρτοφυλακίου πιστωτικών διευκολύνσεών του: Νοείται ότι, η εν λόγω κοινοποίηση από το πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα, γίνεται με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε τρεις εφημερίδες του ημερήσιου τύπου: Νοείται περαιτέρω ότι, οι δανειολήπτες και οι εγγυητές τους, αν το επιθυμούν, δύνανται εντός χρονικής περιόδου σαράντα πέντε
(45)ημερών, να υποβάλουν πρόταση εξαγοράς της υπό πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης∙ (β) είτε καλεί τον εμπλεκόμενο δανειολήπτη και τους εγγυητές του, όπως εντός χρονικής περιόδου σαράντα πέντε
(45)ημερών, υποβάλλουν πρόταση για εξαγορά της υπό πώληση πιστωτικής του διευκόλυνσης: Νοείται ότι, η εν λόγω ειδοποίηση κοινοποιείται από το πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων με επιστολή προς το δανειολήπτη και τους εγγυητές αυτού: Νοείται περαιτέρω ότι, ο δανειολήπτης δεν υποχρεούται να υποβάλει πρόταση εξαγοράς της υπό πώληση πιστωτικής του διευκόλυνσης: Νοείται έτι περαιτέρω ότι, η πρόταση για εξαγορά της υπό πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης, υποβάλλεται μόνο μία φορά από το δανειολήπτη και σε περίπτωση που εντός της χρονικής περιόδου των σαράντα πέντε
(45)ημερών δεν υποβληθεί τέτοια πρόταση, τότε τεκμαίρεται ότι ο δανειολήπτης δεν επιθυμεί την υποβολή πρότασης.
(2)(α) Οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάζεται από πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων (εφεξής «ο εκχωρητής») προς οποιοδήποτε από τους προβλεπόμενους στο εδάφιο
(1)του άρθρου 4 αγοραστές, θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο της μεταβίβασης και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης του λογαριασμού που τοιουτοτρόπως μεταβιβάζεται, μεταβιβάζονται αυτόματα στη μεταξύ δανειολήπτη και αγοραστή σχέση και εξακολουθούν να είναι έγκυρα μεταξύ των δύο αυτών μερών. (β) Ο εκχωρητής υποχρεούται ανά εξαμηνία, να υποβάλλει στην Κεντρική Τράπεζα έκθεση την οποία δημοσιοποιεί και στην οποία περιλαμβάνονται - (i) Στοιχεία για τον αριθμό και το ποσό πιστωτικών διευκολύνσεων ανά κατηγορία, οι οποίες έχουν πωληθεί σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(1)του άρθρου 4, και (ii) στοιχεία για τον αριθμό και το ποσό πιστωτικών διευκολύνσεων ανά κατηγορία, οι οποίες έχουν εξαγοραστεί από δανειολήπτη. (γ) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) μεταβίβαση, δεν επηρεάζει οποιαδήποτε υπό εξέλιξη διαδικασία δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου ή του Μέρους IVA του περί Εταιρειών Νόμου και δεν επηρεάζει οποιαδήποτε αποτελέσματα επέρχονται λόγω εφαρμογής των διατάξεων του εν λόγω Νόμου. (δ) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) μεταβίβαση, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του δανειολήπτη να υποβάλλει αίτηση για Διακανονισμό Αφερεγγυότητας δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου, ούτε το δικαίωμα του δανειολήπτη ή άλλου προσώπου για διορισμό εξεταστή δυνάμει του Μέρους IVA του περί Εταιρειών Νόμου. (ε) Η προβλεπόμενη στην παράγραφο (α) μεταβίβαση, δεν επηρεάζει το προβλεπόμενο στο Παράρτημα 2, Μέρος Ι του επισυνημμένου στην περί της Διαχείρισης Καθυστερήσεων Οδηγία του 2015 της Κεντρικής Τράπεζας, Κώδικα Συμπεριφοράς, δικαίωμα του δανειολήπτη.
(3)(α) Από το χρόνο μεταφοράς ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων υποκαθιστά τον εκχωρητή ως προς όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του σε σχέση με και κατά τρόπο ώστε οποιαδήποτε εξασφάλιση λαμβάνεται από τον εκχωρητή, για σκοπούς διασφάλισης της αποπληρωμής της πιστωτικής διευκόλυνσης, να μεταβιβάζεται στον αγοραστή, να κρατείται και να είναι στη διάθεση του αγοραστή ως εξασφάλιση για την αποπληρωμή της πιστωτικής διευκόλυνσης που μεταβιβάστηκε: Νοείται ότι, για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου και της παραγράφου (β) του παρόντος εδαφίου, οι εξασφαλίσεις περιλαμβάνουν και οποιεσδήποτε συμβάσεις εγγυήσεων και οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος: Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από τις απαιτήσεις οποιουδήποτε άλλου νόμου ή οποιωνδήποτε οδηγιών εκδίδονται δυνάμει οποιοδήποτε άλλου νόμου, η μεταβίβαση των εξασφαλίσεων από τον εκχωρητή στον αγοραστή διενεργείται χωρίς την καταβολή οποιουδήποτε τέλους. (β) Ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων έχει τα ίδια δικαιώματα, την ίδια σειρά προτεραιότητας και υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις σε σχέση με συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων που μεταβιβάζονται σε αυτόν, όπως ο εκχωρητής. (γ) Η κατοχή οποιωνδήποτε εγγράφων, βιβλίων, αγαθών ή άλλων περιουσιακών στοιχείων τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του εκχωρητή σε σχέση με πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά το χρόνο μεταφοράς μαζί με όλα τα συναφή δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του εκχωρητή σε σχέση με τα εν λόγω έγγραφα, βιβλία, αγαθά ή άλλα περιουσιακά στοιχεία και, εν αναμονή οποιασδήποτε τέτοιας μεταβίβασης στην πράξη, ο εκχωρητής θεωρείται ότι κατέχει οποιοδήποτε τέτοιο έγγραφο, βιβλίο, αγαθό ή άλλο περιουσιακό στοιχείο σε καταπίστευμα ή ως θεματοφύλακας (bailee), ανάλογα με την περίπτωση, αποκλειστικά προς όφελος του αγοραστή. (δ) Όλα τα έγγραφα, βιβλία, αρχεία και παραδοχές τα οποία αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία βάσει νόμου ή άλλως πως υπέρ ή εναντίον του εκχωρητή σε σχέση με οποιοδήποτε θέμα αποτελούν αποδεικτικά στοιχεία υπέρ ή εναντίον του αγοραστή κατά και μετά το χρόνο μεταφοράς.
(4)Οποιαδήποτε νομική διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων, χωρίς περιορισμό, οποιασδήποτε αγωγής, διαιτησίας, διαδικασίας εκποίησης ακινήτων ή άλλης διαδικασίας, και οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα ή διάταγμα ή απόφαση που κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων εκκρεμεί ή υφίσταται από ή εναντίον ή εις όφελος του εκχωρητή σε σχέση με τις πιστωτικές διευκολύνσεις που μεταβιβάζονται δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται από ή εναντίον του αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων, ο οποίος υποκαθιστά αυτόματα τον εκχωρητή στη νομική αυτή διαδικασία κατά το χρόνο της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων: Νοείται ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου νόμου, σε περίπτωση κατά την οποία εκκρεμεί οποιαδήποτε διαδικασία ενώπιον δικαστηρίου ή επαρχιακού κτηματολογίου, η αντικατάσταση και/ή υποκατάσταση του εκχωρητή από τον αγοραστή, για τους σκοπούς της εκκρεμούσης διαδικασίας, πραγματοποιείται με την καταχώριση από τον εκχωρητή σχετικής ειδοποίησης προς το οικείο πρωτοκολλητείο ή επαρχιακό κτηματολόγιο, ανάλογα με την περίπτωση, η οποία δεν φέρει οποιοδήποτε τέλος: Νοείται περαιτέρω ότι, ανεξάρτητα από τις διατάξεις του παρόντος Νόμου ή οποιουδήποτε άλλου νόμου, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε οποιαδήποτε ποινικής ή διοικητικής φύσεως νομική διαδικασία ή σε οποιοδήποτε δικαίωμα έναρξης ποινικής ή διοικητικής φύσεως νομικής διαδικασίας ή ποινικής ή διοικητικής φύσεως διάταγμα ή απόφαση που τυχόν εκκρεμεί ή υφίσταται εναντίον του εκχωρητή κατά το χρόνο μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων ή σε οποιοδήποτε μεταγενέστερο χρόνο και τέτοια νομική διαδικασία ή δικαίωμα έναρξης τέτοιας νομικής διαδικασίας ή διάταγμα ή απόφαση εναντίον του εκχωρητή δεν τερματίζεται ούτε διακόπτεται ούτε επηρεάζεται με οποιοδήποτε τρόπο δυσμενώς λόγω της μεταβίβασης των πιστωτικών διευκολύνσεων, αλλά δύναται να καταχωρίζεται ή να συνεχίζεται ή να αναγνωρίζεται ή να εκτελείται εναντίον του εκχωρητή.
(5)Όπου σε οποιοδήποτε έγγραφο, οποτεδήποτε και αν έγινε ή εκτελέστηκε, περιέχεται ή εξυπακούεται οποιαδήποτε αναφορά στον εκχωρητή, τότε, στο βαθμό που τέτοιο έγγραφο αφορά οποιοδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωση μεταβιβάζεται στον αγοραστή των πιστωτικών διευκολύνσεων, τέτοια αναφορά διαβάζεται, ερμηνεύεται και ισχύει ως αναφορά στον αγοραστή κατά και μετά το χρόνο μεταφοράς, εκτός όπου το σχετικό κείμενο απαιτεί διαφορετικά. Γνωστοποίηση από αγοραστή προς δανειολήπτες και εγγυητές 19.-
(1)Κάθε πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων πληροφορεί τον εμπλεκόμενο δανειολήπτη το αργότερο εντός πέντε
(5)εργάσιμων ημερών από την εξαγορά, ότι η σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης και οι συναφείς εξασφαλίσεις έχουν μεταφερθεί σε άλλο πρόσωπο.
(2)Κάθε πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων παρέχει στο δανειολήπτη όλες τις σχετικές πληροφορίες επικοινωνίας των προσώπων τα οποία είναι υπεύθυνα για το χειρισμό των πιστωτικών διευκολύνσεων που έχουν μεταβιβαστεί, καθώς και τους νέους αριθμούς λογαριασμών των πιστωτικών διευκολύνσεων.» Αφού οι πιστωτικές διευκολύνσεις των Αιτητών υπερβαίνουν το €1.000.000, δε έχει εφαρμογή ο Νόμος 169(Ι)/2015 και φαίνεται ότι δεν μπορεί να γίνει πώληση ή εκχώρηση των πιστωτικών αυτών διευκολύνσεων με φυσικό επακόλουθο οι Καθ' ων η Αίτηση να μην δικαιούνται στην πώληση του επίδικου ακινήτου. Η επόμενη προϋπόθεση αφορά στο κατά πόσο υπάρχει πιθανότητα ο Αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. Είναι φανερό ότι για την προϋπόθεση αυτή απαιτείται κάτι διαφορετικό αλλά και κάτι περισσότερο υπό μορφή απόδειξης από προηγουμένως. Θα πρέπει το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι η υπόθεση του Αιτητή έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Οδυσσέως ν. Pieris Estates
(1982)1 C.L.R. 557). Ανατρέχει για το σκοπό αυτό στη μαρτυρία η οποία έχει προσαχθεί με τη μορφή εγγράφων ενόρκων δηλώσεων, όχι βέβαια για να προβεί σε ευρήματα γεγονότων αλλά για να διαπιστώσει τη δυναμική της ήτοι κατά πόσο υπάρχει ορατή πιθανότητα η μαρτυρία στο σύνολό της να μπορεί να αποδώσει στο τέλος της ημέρας τη θεραπεία την οποία επιδιώκει ο Αιτητής με την αγωγή του. Βρίσκω ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούνται οι Αιτητές κάποιες θεραπείες. Σε σχέση με τις δύο πρώτες προϋποθέσεις που είναι αναγκαίες για την έκδοση προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 έχω ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και επίσης ότι υπάρχουν σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας οι Αιτητές να δικαιούνται σε θεραπεία. H τρίτη προϋπόθεση αφορά την πιθανότητα να υποστεί ο Ενάγοντας ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα. Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν συνάδει μόνο με την υλική ζημιά αλλά είναι ευρύτερη και περιλαμβάνει και την προστασία των δικαιωμάτων του Αιτητή (βλ. Highgate Primary School Ltd κ.ά. ν. Φυλακτίδη κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ. 317). Στην απόφαση Κυρισάββα ν. Κύζη
(2001)1 Α.Α.Δ. 1245 αναγνωρίστηκε και επιβεβαιώθηκε η λειτουργία του Δικαστηρίου ως θεματοφύλακα του Κράτους Δικαίου για την αποτροπή παράνομων και παράτυπων ενεργειών. Ένας από τους κυριότερους σκοπούς των ενδιάμεσων διαταγμάτων είναι η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων στα πλαίσια της οποίας έχει καταχωρηθεί η αίτηση για το προσωρινό διάταγμα. Η διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης πραγμάτων εξετάζεται σε συνάρτηση με την προϋπόθεση να υποστούν οι Αιτητές ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το αιτούμενο διάταγμα καθώς επίσης και με το κατά πόσο είναι εύλογο και δίκαιο να εκδοθεί το ενδιάμεσο διάταγμα. Η έννοια της ανεπανόρθωτης βλάβης, δεν περιορίζεται μόνο στη δυνατότητα πλήρους αποζημίωσης μετά τη δίκη. Στην υπόθεση Highgate Primary School κ.ά. ν. Φυλακτίδης
(2009)1(Α) Α.Α.Δ. 317 στη σελίδα 324 αποφασίστηκε ότι: «Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. Το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε ότι θα προκληθεί τέτοια αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες και δεν συντρέχει λόγος για επέμβαση στα ευρήματά του.» Ως ισχυρίζονται οι Αιτητές, σε περίπτωση που ο πλειστηριασμός προχωρήσει και το ακίνητο πωληθεί, η Εφεσείουσα 1 θα αποστερηθεί μόνιμα περιουσιακό της στοιχείο, το οποίο είναι απαραίτητο για τη διεξαγωγή των εργασιών των Εφεσειουσών, καθ' ότι στο κτήριο που έχει ανεγερθεί εντός του Ακινήτου βρίσκονται τα γραφεία των Εφεσειουσών, στα οποία εργάζονται 7 άτομα. Εάν οι Εφεσείουσες απωλέσουν τη δυνατότητα χρήσης των γραφείων τους, υφίσταται πολύ σοβαρό ενδεχόμενο ακόμη και να παύσουν τις εργασίες τους. Στο ίδιο κτήριο στεγάζονται και άλλες εταιρείες, οι οποίες εργοδοτούν προσωπικό και διεξάγουν εργασίες. Είναι αποδεκτό από πλευράς Καθ' ων η Αίτηση ότι δεν υπάρχουν κεφάλαια αυτή τη στιγμή που να καλύπτουν το ποσό πώλησης του ακινήτου για αποζημίωση των Αιτητών σε περίπτωση που το ακίνητο πουληθεί και επιτύχουν στην Αίτησή τους. Έγινε αναφορά σε περιουσιακά στοιχεία που θα αποκτηθούν στο μέλλον. Η αξία του ακινήτου είναι περί τα €5.000.000. Ενόψει των πιο πάνω βρίσκω ότι ικανοποιείται και η τρίτη προϋπόθεση για έκδοση του αιτούμενου, ως η παράγραφος Α της Αίτησης, διατάγματος. Όσον αφορά την ικανοποίηση του ισοζυγίου της ευχέρειας, ενόψει των όσων έχουν λεχθεί, είναι σαφές ότι το ισοζύγιο κλίνει υπέρ των Αιτητών στα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης. Η αξίωση των Αιτητών παρουσιάζεται ως ικανοποιούσα τα σχετικά κριτήρια της νομολογίας και του Νόμου. Το άρθρο 32 αναφέρει ρητά ότι θα πρέπει να ικανοποιούνται και οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει χωρίς οποιαδήποτε εξαίρεση (βλ. Παναγίδου ν. Παναγίδου κ.ά.
(2001)1 Α.Α.Δ. 396, 402). Με βάση τα όσα αναφέρω ανωτέρω, καταλήγω ότι είναι εύλογο και δίκαιο όπως εκδοθεί διάταγμα ως η παράγραφος Α της Αίτησης για αναστολή του συγκεκριμένου πλειστηριασμού. Εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της Αίτησης. Όσον αφορά το Αιτητικό Β απορρίπτεται. Επιδικάζονται €1.000 έξοδα πλέον ΦΠΑ υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση. (Υπ.) ............ Γ. Στυλιανίδης, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΜΗ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο