ΜΙΧΑΗΛ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Aγ: 6581/12, 29/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A386 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε. Δ Αρ. Aγ: 6581/12 Μεταξύ: XXXXX ΜΙΧΑΗΛ Ενάγοντα και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγομένου Ημερομηνία : 29/8/2019 Εμφανίσεις : Για Ενάγοντα: Κος Κ. Δημητριάδης για Κ. Δημητριάδης ΔΕΠΕ Για Εναγόμενο: Κα Θ. Κουμή (για Γενικό Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας) ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Έγγραφες Προτάσεις Με την αγωγή του ο Ενάγων ζητά γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για τον τραυματισμό του που έγινε στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας στις 04/11/2009, ισχυριζόμενος ότι το ατύχημά του οφείλεται στην αποκλειστική αμέλεια και παράβαση των εκ του Νόμου και κανονισμών απορρεόντων καθηκόντων του Εναγόμενου. Συγκεκριμένα ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι ενώ είχε μεταβεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, (στο εξής θα αναφέρεται και ως το ''Γενικό Νοσοκομείο''), για τη διεκπεραίωση συγκεκριμένης εργασίας και ενώ ανέβαινε τις κυλιόμενες σκάλες από το ισόγειο στον πρώτο όροφο μαζί με άλλα άτομα, επισκέπτες του Γενικού Νοσοκομείου, υπήρχαν νερά και άλλα ολισθηρά υγρά πάνω στα σκαλιά, τα οποία δεν φαίνονταν, με αποτέλεσμα δύο γυναίκες να γλιστρήσουν και να πέσουν πάνω στον Ενάγοντα, με αποτέλεσμα ο ίδιος να χάσει την ισορροπία του, να πέσει από τις κυλιόμενες σκάλες και να χτυπήσει. Ο Εναγόμενος, με την έκθεση υπεράσπισης αρνείται οποιαδήποτε αμέλεια για την πτώση του Ενάγοντα, αναφέροντας ότι η εάν υπάρχει αμέλεια οφείλεται σε αμέλεια τρίτων προσώπων και συγκεκριμένα των δύο γυναικών που ο Ενάγων αναφέρει ότι έχασαν τη ισορροπία τους και έπεσαν πάνω στον Ενάγοντα. Περαιτέρω ο Εναγόμενος προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ των κατ' ισχυρισμό σωματικών βλαβών του Ενάγοντα και κατ' επέκταση σχετικότητα με τις ειδικές ζημιές που ισχυρίζεται ο Ενάγοντας. Η Ακροαματική Διαδικασία Η αγωγή οδηγήθηκε σε ακρόαση. Στο πλαίσιο της διαδικασίας για την πλευρά του Ενάγοντα κατάθεσε ο XXXXX Τζιούβας, Ορθοπεδικός ‑ Χειρουργός (ΜΕ1) και ο ίδιος ο Ενάγων, XXXXX Μιχαήλ (ΜΕ2). Για την πλευρά του Εναγόμενου κατέθεσαν η XXXXX Λούτσιου, Λειτουργός Ασφαλείας του Γενικού Νοσοκομείου κατά τον επίδικο χρόνο (ΜΥ1) και η XXXXX Καζαμία, Υπεύθυνη Τμήματος Καθαριότητας του Γενικού Νοσοκομείου κατά τον επίδικο χρόνο (ΜΥ2). Στο πλαίσιο της διαδικασίας δε κατατέθηκε από κοινού και για την αλήθεια του περιεχομένου της η αναλυτική κατάσταση των αποδοχών ασφαλισμένου για τον Ενάγοντα, Τεκμήριο 17 στη διαδικασία. Περαιτέρω κατά την έναρξη της Ακρόασης κατατέθηκαν από κοινού και ως προς την αλήθεια του περιεχομένου τους τα πρώτα τέσσερα Τεκμήρια και συγκεκριμένα το παραπεμπτικό του Γενικού Νοσοκομείου για ακτινολογική εξέταση ημερομηνίας 04/11/2009 (Τεκμήριο 1), το πιστοποιητικό ασθενείας ημερομηνίας 04/11/2009 (Τεκμήριο 2), ημερομηνίας 11/11/2009 (Τεκμήριο 3), και ημερομηνίας 21/12/2009 (Τεκμήριο 4). ΜΕ1 Ο ΜΕ1 κατάθεσε το ιατρικό πιστοποιητικό του, ημερομηνίας 19/09/2012, αλλά και δύο φωτογραφίες που απεικονίζουν τον Ενάγοντα με τον μηροκνημοποδικό γύψο. Ο γιατρός ανέφερε ότι μετά τις σπουδές του στο Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο το 1969 μέχρι το 1975 ακολούθησε την ειδικότητα Ορθοπεδικού ‑ Χειρουργού και εκπαιδεύτηκε περαιτέρω σ' αυτόν τον τομέα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι από το 1982 ιδιωτεύει στη Λάρνακα. Ανέφερε ότι μετα την εξέταση που έκανε στον Ενάγοντα, ο μάρτυρας κατέληξε ότι ο μηροκνημοποδικός νάρθηκας που είχε τοποθετηθεί από το Γενικό Νοσοκομείο έπρεπε να αντικατασταθεί από ρυθμιζόμενο μηροκνημοποδικό νάρθηκα, αφού διαπίστωσε μετά από ακτινολογικό έλεγχο ενδοαρθρικό κάταγμα έξω κνημιαίου κονδύλου. Ο μάρτυρας περαιτέρω ανέφερε ότι διαπίστωσε κατά την κλινική εξέταση μετά την αφαίρεση του ναρθηκα αστάθεια κατά τη βάδιση ενώ εξέφρασε την πεποίθηση ότι είναι πολύ πιθανή η ανάπτυξη μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας. Ο γιατρός ανέφερε ότι η χρέωση που έγινε στον Ενάγοντα για τις υπηρεσίες του ανήλθε στα €1.150, (σχετικό το Τεκμήριο 7), ενώ περαιτέρω ζήτησε το 2012 τη διενέργεια διαγνωστικής εξέτασης, MRI, στο οποίο διαπιστώθηκαν στοιχεία ήπιας χονδροπάθειας στην επιγονατιδομηριαία εισβολή χωρίς άλλη αξιόλογη παρατήρηση στην παθολογία του Ενάγοντα. Κατά τη μέρα που ο γιατρός έδωσε μαρτυρία, ως ανέφερε, υπέβαλε τον Ενάγοντα σε νέα εξέταση επιβεβαιώνοντας ότι η αστάθεια στη βάδιση του Ενάγοντα εξακολουθεί να υπάρχει συνοδευόμενη από χαρακτηριστικό κριγμό, αμφότερα τα οποία ισχυρίστηκε ότι αποτελούν κατάλοιπα και απότοκα του τραυματισμού του. Κατά την αντεξέταση υποβλήθηκε στον μάρτυρα ότι η σωστή αντικατόπτριση της κατάστασης του Ενάγοντα είναι ως αυτή αναφέρεται στο Τεκμήριο 1, ακτινολογική εξέταση του Γενικού Νοσοκομείου, όπου διαπιστώνεται γραμμοειδής διαύγαση στην αρθρική επιφάνεια της κνήμης ως επίσης ρωγμώδες κάταγμα. Ο γιατρός ανέφερε ότι το εν λόγω εύρημα είναι της πρώτης μέρας τραυματισμού και ότι κατά την εξέταση του ιδίου διαπίστωσε τα όσα αναφέρει στο ιατρικό πιστοποιητικό του, Τεκμήριο 5, χορηγώντας την ανάλογη θεραπεία στον Ενάγοντα. ΜΕ2 Ακολούθησε η μαρτυρία του Ενάγοντα, ο οποίος εξήγησε τα όσα διημείφθησαν τη μέρα που τραυματίστηκε. Ανέφερε ότι στις 04/11/2009 και ενώ ανέβαινε τις κυλιόμενες σκάλες του Γενικού Νοσοκομείου από το ισόγειο στον πρώτο όροφο, δύο γυναίκες που βρίσκονταν μπροστά του έχασαν την ισορροπία τους και έπεσαν πάνω στον ίδιο, οπόταν και ο ίδιος έχασε την ισορροπία του πέφτοντας από τα σκαλιά και χτύπησε το πόδι του. Επανέλαβε στη γραπτή του κατάθεση τους δικογραφημένους του ισχυρισμούς σε σχέση με την ευθύνη του Γενικού Νοσοκομείου και συγκεκριμένα ανέφερε ότι τους καταλογίζει αμέλεια αφού άφησαν νερά και άλλα ολισθηρά υγρά πάνω στα ηλεκτρικά σκαλιά, τα οποία δεν μπορούσαν να διακριθούν και να γίνουν αντιληπτά. Ο ΜΕ2 εντόπισε διάφορες παραλείψεις από πλευράς Γενικού Νοσοκομείου. Συγκεκριμένα θεώρησε ότι παρέλειψαν να διατηρήσουν καθαρές και ασφαλείς τις σκάλες και τους χώρους του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, δημιουργώντας κίνδυνο και προκαλώντας την πτώση των δύο γυναικών και κατ' ακολουθίαν την πτώση του ιδίου. Ισχυρίστηκε δε, ότι παρέλειψαν να τοποθετήσουν προειδοποιητικά σήματα και ταμπέλες για τα άτομα τα οποία χρησιμοποιούσαν τις σκάλες του Γενικού Νοσοκομείου προειδοποιώντας για το γεγονός ότι οι κυλιόμενες σκάλες είναι ολισθηρές και βρεγμένες και ότι δεν επέδειξαν την απαιτούμενη επιμέλεια και φροντίδα για να έχουν και να διατηρούν τους χώρους του Γενικού Νοσοκομείου καθαρούς και ασφαλείς για τα άτομα που τους χρησιμοποιούσαν ως επισκέπτες. Ο Ενάγων ανέφερε ότι μετά τον τραυματισμό του μεταφέρθηκε στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών, όπου υποβλήθηκε σε ακτινολογικό έλεγχο ο οποίος κατέδειξε κάταγμα αριστερού γόνατος, ενδοαρθρικό κάταγμα έξω κνημιαίου κονδύλου και τοποθετήθηκε σ' αυτόν ειδικός γύψος. Στις 10/11/2009, ο γύψος, αφαιρέθηκε και τοποθετήθηκε άλλος πλαστικός από το Ορθοπεδικό Τμήμα για να αφαιρεθεί και ο δεύτερος την επόμενη μέρα και να τοποθετηθεί άλλος λόγω των πόνων και ενοχλήσεων που είχε ο Ενάγων. Ακολούθως και αφού επισκέφθηκε τον γιατρό Τζιούβα, ο ίδιος τοποθέτησε σ' αυτόν άλλον γύψο και συγκεκριμένα ειδικό ρυθμιζόμενο νάρθηκα. Ανέφερε ότι για τους πρώτους δύο μήνες χρησιμοποιούσε τροχοκάθισμα, ενώ μετέπειτα πατερίτσες μασχάλης για άλλον έναν μήνα και για τους τρεις μήνες που ακολούθησαν χρησιμοποιούσε μπαστούνι και υποβλήθηκε σε φυσιοθεραπεία καθιστώντας τον ίδιο για έξι μήνες περιορισμένο, ενώ περαιτέρω μέχρι σήμερα ο ίδιος υποφέρει από τον τραυματισμό του. Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε εκτεταμένα σε σχέση με τον τρόπο που έγινε το κατ' ισχυρισμό ατύχημα. Ήταν η θέση της υπεράσπισης ότι για τον τραυματισμό του Ενάγοντα ευθύνονται οι κυρίες που υπέπεσαν πάνω του θέτοντας παράλληλα ότι η πτώση των κυριών δεν οφείλεται στην ύπαρξη υγρών στο δάπεδο. Στον μάρτυρα δε υποβλήθηκε ότι στη διερεύνηση που έγινε του ατυχήματος δεν είχε αναφέρει το οτιδήποτε σε σχέση με την καθαριότητα της σκάλας και ότι το νερό που κατ' ισχυρισμό χύθηκε προήλθε από τις κυρίες που υπέπεσαν πάνω του. Ο ίδιος αρνήθηκε τις θέσεις της υπεράσπισης και ανέφερε ότι ο ίδιος δεν μπόρεσε να εξεύρει τις δύο γυναίκες που έπεσαν πάνω του αφού μετά την πτώση του μεταφέρθηκε στο Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών και δεν μπορούσε να γνωρίζει στοιχεία των γυναικών ή οτιδήποτε άλλο που να τον οδηγούσε στην εξεύρεση των κυρίων. ΜΥ1 Η ΜΥ1,λειτουργός ασφαλείας του Γενικού Νοσοκομείου κατά τον επίδικο χρόνο, ανέφερε στη μαρτυρία της ότι για πρώτη φορά πληροφορήθηκε το ατύχημα του Ενάγοντα στις 11/11/09, δηλαδή μια εβδομάδα αργότερα και ότι η ίδια έκανε τη διερεύνηση που θα εκτελούσε ως σαν να επρόκειτο για εργατικό ατύχημα. Εξήγησε ότι κατά τη διάρκεια της διερεύνησής της δεν έλαβε καταθέσεις από κανέναν εμπλεκόμενο, ούτε από τον Ενάγοντα, αλλά περιορίστηκε σε μια τηλεφωνική επικοινωνία μαζί του, το περιεχόμενό της οποίας κατέγραψε στην έκθεσή της και αποτέλεσε και το βασικό σημείο της αντεξέτασής της. Συγκεκριμένα στην έκθεσή της (Τεκμήριο 19), αναφέρει κάτω από τον τίτλο «Γεγονότα», «Ο XXXXX Μιχαήλ είχε έρθει στο νοσοκομείο για να επισκεφθεί ασθενή πελάτη του και είχε περάσει από το λογιστήριο στο επίπεδο 0. Για τη μετάβαση του από το επίπεδο 0 στο επίπεδο 1 είχε επιλέξει να χρησιμοποιήσει τις κυλιόμενες σκάλες. Τον ουσιώδη χρόνο που χρησιμοποιούσε την κυλιόμενη σκάλα, 2 γυναίκες που ήταν μπροστά του στη σκάλα έχασαν την ισορροπία τους και έπεσαν πάνω στον Α. Μιχαήλ, με αποτέλεσμα αυτός να πέσει και να χτυπήσει. Διερχόμενος σταμάτησε τη σκάλα από το κουμπί ασφαλείας.» Στην ίδια έκθεση κάτω από τον τίτλο Εισαγωγή,η μάρτυρας κατέγραψε ότι «Στις 11/11/09 πληροφορήθηκα για το ατύχημα από την ανώτερη λογίστρια, με την οποία ήρθαμε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τον κύριο XXXXX Μιχαήλ. Ο κύριος Α. Μιχαήλ ανέφερε ότι 2 κυρίες που βρίσκονταν μπροστά του στις κυλιόμενες σκάλες, έχασαν την ισορροπία τους και έπεσαν πάνω του. Οι κύριες κρατούσαν μπουκάλες με νερό και κατά την πτώση χύθηκε νερό στις σκάλες». Η ίδια κατέληξε στην έκθεσή της σε συγκεκριμένες παρατηρήσεις και διαπιστώσεις που αφορούσαν κυρίως τη συντήρηση των κυλιόμενων σκάλων, χωρίς να καταλήξει σε οποιοδήποτε όμως πόρισμα σε σχέση με το επίδικο συμβάν. Η μάρτυρας σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου σε σχέση με τον τρόπο που διερευνώνται ατυχήματα, απάντησε ότι παίρνει μαρτυρία από το προσωπικό ή διερχομένους που τύγχαναν παρόντες στο ατύχημα, μιλά με τους γιατρούς που περιέθαλψαν το άτομο, διερευνάται ο χώρος που έγινε το ατύχημα και κατά πόσο υπήρχε κάποιος κίνδυνος που προκάλεσε το ατύχημα για να ετοιμάσει την απαραίτητη γνωστοποίηση. Στις περιπτώσεις ύπαρξης σοβαρού τραυματισμού γίνεται και έκθεση για διερεύνηση του ατυχήματος και αν υπάρχουν αιτίες που το προκάλεσαν λαμβάνονται διορθωτικά μέτρα. Σε ερώτηση δε της αντεξέτασης σε σχέση με την απουσία πορίσματος, η μάρτυς εξήγησε ότι κατέληξε κατά τη διερεύνησή της ότι οι σκάλες λειτουργούσαν κανονικά, υπήρχε η σχετική σήμανση για άτομα που δυσκολεύονταν να τις χρησιμοποιήσουν και υπήρχε και η εναλλακτική χρήση του ανελκυστήρα. ΜΥ2 Η ΜΥ2, βοηθός οικονόμος στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, εξήγησε τον τρόπο με τον οποίο καθαρίζονται οι κυλιόμενες σκάλες στο Γενικό Νοσοκομείο, όπως ίσχυε κατά τον επίδικο χρόνο. Η ΜΥ2 εξήγησε ότι οι κυλιόμενες σκάλες καθαρίζονται ενδελεχώς κατά το Σαββατοκύριακο. Η τακτική που ακολουθείτο για τον καθαρισμό των κυλιόμενων σκαλών ήταν αφού έκλειναν οι σκάλες, (τερματιζόταν δηλαδή η λειτουργία τους), εφαρμόζονταν οι απαραίτητες σημάνσεις στο πάνω και κάτω μέρος και καθαρίζονται από τη καθαρίστρια που ήταν καθήκον εκείνη την ημέρα. Εξήγησε ότι επιλέγηκε το Σαββατοκύριακο για τον καθαρισμό των σκαλών αφού ήταν μέρες που δεν κινείτο εντός του Νοσοκομείου μεγάλος αριθμός επισκεπτών και μπορούσε να γίνει σχολαστικός καθαρισμός των σκαλών. Η μάρτυς διευκρίνισε ότι αν ο κλητήρας που υπήρχε στον τομέα της υποδοχής διαπίστωνε ότι οι σκάλες να είχαν λερωθεί και σε άλλες περιόδους ή άλλες μέρες, ειδοποιείτο το τμήμα καθαριότητας και η οικονόμος ακολουθούσε την ίδια διαδικασία για να καθαριστούν. Η μάρτυς δεν είχε κάτι να προσφέρει σε σχέση με τον καθαρισμό των σκαλών κατά την επίδικη ημερομηνία, ούτε και μπορούσε να αναφέρει κατά πόσο αυτές είχαν καθαριστεί εκείνη τη μέρα αφού δεν τηρείται αρχείο. Τα επίδικα θέματα- Η ευθύνη Το πρώτο θέμα που πρέπει να εξεταστεί από το Δικαστήριο είναι το ζήτημα της ευθύνης. Η θέση του Ενάγοντα είναι ότι η ευθύνη του Εναγόμενου εντοπίζεται από τη στιγμή που ο ίδιος χρησιμοποιούσε νόμιμα το Γενικό Νοσοκομείο. Ο ίδιος θεωρεί ότι έχει αποδείξει στον βαθμό που απαιτείται ότι η παρουσία του ήταν νόμιμη και ότι ο ίδιος δικαιούται αποζημίωση, αφού το Γενικό Νοσοκομείο επέδειξε αμέλεια στη καθαριότητα και συντήρηση των κυλιόμενων σκαλών, ούτως ώστε αυτές να είναι ασφαλείς στη χρήση τους. Δηλαδή στην ουσία γίνεται επίκληση της ευθύνης κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας με βάση το άρθρο 51.2Β του Κεφαλαίου 148. Νομική Πτυχή Η βάση της αγωγής του Ενάγοντα είναι το αστικό αδίκημα της αμέλειας που διέπεται, όχι όμως εξαντλητικά, από το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Πιο συγκεκριμένα λαμβάνοντας υπόψη τους δικογραφημένους ισχυρισμούς αλλά και την εκδοχή που προωθήθηκε από πλευράς Ενάγοντα το ζήτημα της ευθύνης των εναγομένων διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 51
(2)(β) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148 οι οποίες ρυθμίζουν την ευθύνη κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας έναντι προσώπων που τελούν νόμιμα σ΄ αυτή. Οι πρόνοιες του άρθρου 51 κωδικοποιούν το Αγγλικό κοινό δίκαιο επί τη βάσει των οποίων και ερμηνεύονται. Σύμφωνα με το κοινό δίκαιο υπάρχει κάποια διαφοροποίηση ως προς το οφειλόμενο καθήκον ανάλογα με το κατά πόσο ο ζημιούμενος είναι προσκεκλημένος ή απλώς αδειούχος. Συνεπώς κατά το κοινό δίκαιο ο βαθμός επιμέλειας που οφείλει ο κάτοχος ποικίλει ανάλογα με την ιδιότητα του προσώπου που τελεί νόμιμα στην περιουσία. Μια βασική διάκριση είναι ανάμεσα στα πρόσωπα που βρίσκονται στην περιουσία δυνάμει σύμβασης με αντιπαροχή και πρόσωπα που βρίσκονται στην περιουσία χωρίς τέτοια σύμβαση αλλά με πρόσκληση ή άδεια, ρητή ή εξυπακουόμενη, του κατόχου. Αυτή η δεύτερη κατηγορία υποδιαιρείται συνεπώς σε «αδειούχους» (licensees) και «προσκεκλημένους» (Invitees). Οι τελευταίοι βρίσκονται στην περιουσία με πρόσκληση του κατόχου από την οποία κάτοχος και «προσκεκλημένος» έχουν κοινό συμφέρον. Ο κάτοχος έχει έναντι του «προσκεκλημένου» καθήκον να μεριμνά, από πλευράς στατικής κατάστασης, συντήρησης ή επισκευής, ώστε η ιδιοκτησία να είναι εύλογα ασφαλής για τον «προσκεκλημένο». Ενώ έναντι του «αδειούχου», το καθήκον περιορίζεται σε προειδοποίηση για οποιοδήποτε κρυμμένο ή λανθάνοντα κίνδυνο τον οποίο ο κάτοχος γνωρίζει ή δέον κατά Τεκμήριο να θεωρηθεί ότι γνωρίζει. Η πρόσκληση ή άδεια που παρέχεται από τον κάτοχο σε άλλο πρόσωπο να εισέλθει ή χρησιμοποιήσει τα υποστατικά του μπορεί να είναι ρητή ή εξυπακουόμενη. Άδεια μπορεί να θεωρηθεί ότι είναι εξυπακουόμενη όταν το κοινό κατά συνήθεια χρησιμοποιεί τα υποστατικά εν γνώσει του κατόχου και κανένα διάβημα δεν λαμβάνεται για να εμποδιστεί η χρήση. Πρόσωπα που εισέρχονται σε υποστατικά για να εξασφαλίσουν παραγγελίες ή για να έχουν οποιαδήποτε επικοινωνία με τον κάτοχο θεωρούνται αδειούχοι εφόσον περιορίζονται στο μέρος εκείνο του υποστατικού που εξασφαλίζει την συνήθη προσπέλαση προς το υποστατικό, εκτός αν η είσοδος τους έχει απαγορευθεί είτε με ρητή απαγόρευση, είτε ύστερα από γενική γνωστοποίηση. Πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει ξεκαθαρίσει πλήρως το τοπίο. Το ακόλουθο απόσπασμα από την Πολ.Εφ. 8/2011 Σχολική Εφορεία Στροβόλου-ν-Στεργίδου κ.α (4/3/2016) είναι σχετικό: «..Η διαφοροποίηση αυτή έχει σημασία για τη ρύθμιση του κοινοδικαίου η οποία κωδικοποιήθηκε στο άρθρο 51
(2)(β), με βάση την οποία, η ευθύνη του κατόχου διαφοροποιείται αναλόγως του κατά πόσο το πρόσωπο που βρίσκεται στο υποστατικό είναι «προσκεκλημένος» («invitee») ή «απλός δικαιούχος» («bare licensee»). «Προσκεκλημένος» είναι το πρόσωπο που βρίσκεται στη ιδιοκτησία με πρόσκληση του κατόχου, ρητή ή εξυπακουόμενη, για τους σκοπούς της επιχείρησης ή της δραστηριότητας του κατόχου, υπό την έννοια ότι ο κάτοχος έχει κάποιο χρηματικό ή υλικό συμφέρον, όπως συμφέρον έχει και ο προσκεκλημένος. Με άλλα λόγια, ο προσκεκλημένος είναι το πρόσωπο που εισέρχεται στην ιδιοκτησία με τη συγκατάθεση του κατόχου για σκοπούς κάποιας εργασίας αναφορικά με την οποία ο κάτοχος και ο προσκεκλημένος έχουν κοινό συμφέρον (βλ. Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ν. Νικήτα
(2000)1 ΑΑΔ 1712). «Απλός δικαιούχος» είναι το πρόσωπο που εισέρχεται στην ιδιοκτησία νόμιμα, όχι όμως σε σχέση με εργασία στην οποία έχει συμφέρον ο κάτοχος, ούτε κατά τη νόμιμη εκτέλεση δημοσίου καθήκοντος, όπως ρητώς εξηγείται στο άρθρο 51
(2)(β). Σε ότι αφορά τις «δραστηριότητες» στα υποστατικά του κατόχου, το καθήκον έναντι «προσκεκλημένου» και «απλού δικαιούχου» είναι ταυτόσημο και έγκειται σε υποχρέωση λήψης λογικών μέτρων ώστε το υποστατικό να είναι ασφαλές από κινδύνους την ύπαρξη των οποίων ο κάτοχος γνωρίζει ή θα όφειλε, ως λογικός άνθρωπος, να γνωρίζει. Σε ότι όμως αφορά την στατική κατάσταση του ακινήτου, το καθήκον επιμέλειας του κατόχου έναντι «απλού δικαιούχου» περιορίζεται σε προειδοποίηση για κρυμμένο ή λανθάνοντα κίνδυνο τον οποίο γνωρίζει ή πρέπει να θεωρηθεί ότι γνωρίζει (βλ. Α.Π. Φραγκεσκίδης & Σία Λτδ, ανωτέρω, Κυριακίδης ν. Tenekedzian
(1994)1 ΑΑΔ 504). Εν προκειμένω, η εφεσείουσα ισχυρίζεται ότι το πρωτόδικο Δικαστήριο αλλού χαρακτηρίζει την εφεσίβλητη ως «αδειούχο» και αλλού ως «προσκεκλημένη», με αποτέλεσμα να προκαλείται αντίφαση, που είναι ουσιώδης ως εκ της διαφοράς στην έκταση της ευθύνης του κατόχου ανάλογα με την περίπτωση (ο δεύτερος λόγος έφεσης). Τέτοιος ισχυρισμός όμως δεν είναι βάσιμος. Το Δικαστήριο χαρακτήρισε την εφεσίβλητη ως «προσκεκλημένη», λέγοντας περαιτέρω ότι, εν πάση περιπτώσει, ήταν τουλάχιστον «αδειούχος».» Προηγούμενη νομολογία αποκαλύπτει ότι οι προεκτάσεις των καθηκόντων του κατόχου ακίνητης ιδιοκτησίας θα πρέπει να ερμηνεύονται υπό το φως της σύγχρονης τάσης για εναρμόνιση τους προς τις σύγχρονες αντιλήψεις του κοινωνικού καθήκοντος με προεξέχον στοιχείο την ανάγκη για επίδειξη ανθρωπιστικής συμπεριφοράς προς τους συνανθρώπους ώστε ο νόμος να συμβαδίζει με το κοινωνικό ήθος. Σχετική είναι η αναφορά από τον Γ. Μ. Πική, Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου, όπως ήταν τότε, στην υπόθεση ΠΟΛΥΜΕΤΑΛ ΛΤΔ κ.α. ν. Κωνσταντίνου
(1998)1 Α.Α.Δ. 393. Παραθέτω στο σημείο αυτό σχετική περικοπή από την υπόθεση ΠΟΛΥΜΕΤΑΛ Λτδ (ανωτέρω) από τις σελίδες 403 - 404: «Το καθήκον για την προστασία της ασφάλειας του εφεσίβλητου, κατά την παραμονή του στα υποστατικά, πηγάζει από το καθήκον για την επίδειξη επιμέλειας για την ασφάλεια του επισκέπτη που εξομοιούται προς το κοινό καθήκον επιμέλειας για την ασφάλεια του γείτονα. Το καθήκον επιμέλειας προς τον επισκέπτη εξετάστηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην G.I.P. Constructions v. Neophytou and Another
(1983)1 C.L.R. 669, από την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση στον προσδιορισμό της ευθύνης των εφεσειόντων. Το ακόλουθο απόσπασμα κατοπτρίζει την προσέγγιση στον προσδιορισμό του καθήκοντος επιμέλειας το οποίο υπέχει ο κάτοχος των υποστατικών προς τον προσκεκλημένο του: "The current trend, as eloquently expressed by the House of Lords in British Railway Board v. Herrington [1972] 1 All E.R. 79, is towards harmonizing the duties of an occupier at common law with contemporary precepts of social duty. The paramount consideration that permeates every notion of duty lies in the need to act with humanity towards fellow citizens. This salutary decision serves to indicate how law should keep pace with social ethos." Σε ελεύθερη μετάφραση: "Η παρούσα τάση, όπως ευφραδώς εκφράστηκε από την Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων, στην British Railway Board v. Herrington [1972] 1 All E.R. 79, έγκειται στην εναρμόνιση των καθηκόντων του κατόχου κατά το κοινό δίκαιο προς τις σύγχρονες αντιλήψεις του κοινωνικού καθήκοντος. Το προεξάρχον στοιχείο, το οποίο διαπερνά κάθε έννοια καθήκοντος, εντοπίζεται στην ανάγκη για την επίδειξη ανθρωπιστικής συμπεριφοράς προς τους συνανθρώπους. Η ευπρόσδεκτη αυτή απόφαση υπογραμμίζει το πώς ο νόμος πρέπει να συμβαδίζει με το κοινωνικό ήθος."» Όσον αφορά την έκταση του καθήκοντος του κατόχου είναι νομολογημένο ότι οφείλει να φροντίζει ώστε το υποστατικό του να είναι ευλόγως ασφαλές και να μεριμνά για την αποτροπή ή την πρόληψη πρόκλησης ζημιάς από ασυνήθιστο κίνδυνο την ύπαρξη του οποίου γνωρίζει ή θα όφειλε να γνωρίζει ως ένας λογικός άνθρωπος.Bλ Slater v. Cross Ltd
(1956)2 All E.R. 625. To κατά πόσο ο κίνδυνος είναι «ασυνήθιστος» αυτό κρίνεται αντικειμενικά με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην υπόθεση Λ.Π.Φραγκεσκίδης & Σια Λτδ ν. Ιωάννη Μάμα
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 70 υιοθετήθηκε η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση Indermaur v. Dames
(1866)L.R. 1 C.P. 274 που αναφέρεται στην έκταση του καθήκοντος του κατόχου. "... ... The class to which the customer belongs includes persons who go (...) upon business which concerns the occupier, and upon his invitation, express or implied. And, with respect to such a visitor, at least, we consider it settled law, that he, using reasonable care on his part for his own safety, is entitled to expect that the occupier shall on his part use reasonable care to prevent damage from unusual danger which he knows or ought to know; and that, where there is evidence of neglect, the question whether such reasonable care has been taken notice, lighting, guarding or otherwise), and whether there was contributory negligence in the sufferer must be determined by a jury as a matter of fact ... ... ... ... ". Oπως τονίσθηκε στην υπόθεση Φραγκεσκίδης (ανωτέρω) ο προσκαλών έχει ευθύνη για κίνδυνο τον οποίο γνωρίζει, ή οφείλει να γνωρίζει. Έχει υποχρέωση να γνωρίζει εκείνο που ένας λογικός άνθρωπος γνωρίζει ή θεωρείται ότι γνωρίζει Res Ipsa Loquitur Ο Εναγων δικογραφικά επικαλείται και το δόγμα του Res Ipsa Loquitur. Το άρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 καθιερώνει την αρχή του Res Ipsa Loquitur του Αγγλικού κοινοδικαίου ως μέρος και του Κυπριακού Δικαίου. Το συγκεκριμένο απόφθεγμα (maxim) εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου ο Ενάγων στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης για το πώς προκλήθηκε το ζημιογόνο γεγονός ενώ ταυτόχρονα τα γεγονότα μιλούν από μόνα τους για το πώς προκλήθηκε η ζημιά, παρέχοντας έτσι την δυνατότητα στο Δικαστήριο να καθορίσει την ευθύνη. Η αρχή Res Ipsa Loquitur ενσωματώνεται στο Aρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, το οποίο έχει ως εξής: "Σε αγωγή που εγείρεται σε σχέση με ζημιά, κατά την οποία αποδεικνύεται- (α) Ότι ο Ενάγοντας στερείται γνώσης ή μέσων γνώσης των πραγματικών περιστατικών, τα οποία προκάλεσαν το συμβάν το οποίο οδήγησε στην ζημιά, και (β) Ότι η ζημιά προκλήθηκε από ιδιοκτησία, επί της οποίας ο Εναγόμενος είχε πλήρη έλεγχο. και κρίνεται από το Δικαστήριο ότι η επέλευση του συμβάντος που προκάλεσε τη ζημιά συνδέεται περισσότερο με το γεγονός ότι ο Εναγόμενος παρέλειψε να καταβάλει εύλογη επιμέλεια παρά προς την καταβολή τέτοιας επιμέλειας, ο Εναγόμενος φέρει το βάρος της απόδειξης του ότι δεν υφίστατο αμέλεια για την οποία αυτός ευθύνεται σε σχέση με το συμβάν το οποίο οδήγησε στη ζημιά." Περιληπτικά, ο κανόνας είναι, ο Ενάγων, όταν δεν γνωρίζει ή δεν γνωρίζει επαρκώς την αιτία συμβάντος που του προκάλεσε ζημία, απαλλάσσεται της αρχικής ευθύνης να θεμελιώσει αμέλεια κατά του Εναγομένου εφόσον η ζημιογόνα κατάσταση πραγμάτων βρισκόταν υπό τον πλήρη έλεγχο του τελευταίου. Τότε το βάρος απόδειξης μετακυλά στον Εναγόμενο για να παράσχει λογική εξήγηση για την πρόκληση του συμβάντος χωρίς υπαιτιότητα εκ μέρους του. Αν το πετύχει, το Τεκμήριο αδρανεί, οπόταν αναβιώνει η υποχρέωση του Ενάγοντα να αποδείξει αμέλεια. Η επίκληση του αξιώματος Res Ipsa Loquitur αποτελεί κανόνα του δικαίου της απόδειξης και όχι ουσιαστική αρχή, με αποτέλεσμα όπου ο Ενάγων αδυνατεί να αποδείξει αμέλεια εναντίον του Εναγομένου διότι τα αποκλειστικά στοιχεία της γνώσης εμπίπτουν στην πλευρά του Εναγομένου, το βάρος να μεταφέρεται στον τελευταίο για να δώσει μια λογική εξήγηση ότι δεν ήταν αμελής. Όπως αναφέρεται στο Σύγγραμμα του Bullen and Leake and Jacob΄s Precedents of Pleadings, 12η έκδ. σελ. 684: «The principle of res ipsa loquitur only shifts the onus of proof in that a prima facie case is assumed to be made out, throwing on the defendant the task of showing he was not negligent or of giving an explanation of the cause of the accident which did not connote negligence on his part (Woods v. Duncan {1946} A.C. 401 at 419, 439) see also Barkway v. South Wales Transport {1950} A.C. 185 (no rebuttal of negligence for defendants to prove tyre burst)» Σύμφωνα με την νομολογία το Αρθρο 55 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφάλαιο 148 καθιερώνει την αρχή του Res Ipsa Loquitur του αγγλικού κοινοδικαίου ως μέρος και του κυπριακού δικαίου. Στην υπόθεση Morides v. Ioannou
(1973)1 CLR 117, έγινε εκτεταμένη ανάλυση της αρχής του Res Ipsa Loquitur με αναφορά στην αγγλική νομολογία. Συγκεκριμένα έγινε επίκληση, μεταξύ άλλων, και της αγγλικής υπόθεσης Lloyde v. West Midland Gas Board
(1971)2 ALL E.R. 1240, 1246, σύμφωνα με την οποία η αρχή του Res Ipsa Loquitur σημαίνει τα εξής: «It means that a plaintiff prima facie establishes negligence where(
- i)It is not possible for him to prove precisely what was the relevant act or omission which set in train the events leading to the accident; but (
- ii)on the evidence as it stands at the relevant time it is more likely than not that the effective cause of the accident was some act or omission of the defendant or of someone for whom the defendant is responsible, which act or omission constitutes a failure to take proper care for the plaintiffs safety» Στην υπόθεση Morides v. Ioannou (ανωτέρω) όπου το σπίτι του Εναγόμενου κατέρρευσε και προκάλεσε ζημιά στη γειτονική περιουσία κρίθηκε ότι εφορμόζετο το δόγμα Res Ipsa Loquitur εφόσον η κατάρρευση δεν θα συνέβαινε κανονικά εάν δεν μεσολαβούσε κάποια παράλειψη που ισοδυναμούσε με αμέλεια εκ μέρους του Εναγομένου. Στην υπόθεση Σεντ Μαρίνα Σπόρτινκ Προμότιονς Λτδ ν. Φιλίππου
(2004)1 ΑΑΔ 1330 η Ενάγουσα είχε τραυματιστεί κατά την πτώση της από άλογο που ίππευε σε φάρμα αλόγων που διατηρούσαν οι Εναγόμενοι. Στην υπόθεση εκείνη, όπως διαπιστώθηκε, μετά την πτώση της Ενάγουσας η σέλλα του αλόγου βρέθηκε στο χώμα και του λουριά της κομμένα. Έγινε δε επίκληση της αρχής Res Ipsa Loquitur και το πρωτόδικο Δικαστήριο αποδεχόμενο την εφαρμογή αυτής της αρχής στα γεγονότα της υπόθεσης επεσήμανε ότι η ζημιογόνος κατάσταση πραγμάτων βρισκόταν υπό τον πλήρη έλεγχο του Εναγομένου ενώ η Ενάγουσα δεν γνώριζε επαρκώς από ποια αιτία είχαν κοπεί τα λουριά της σέλλας. Όπως επεσήμανε το πρωτόδικο Δικαστήριο, η σέλλα και το άλογο ήταν κάτω από τον πλήρη έλεγχο τον Εναγομένων και ή των υπηρετών τους και ότι, σε μια τέτοια περίπτωση, δεν θα αναμένετο από την Ενάγουσα να έχει γνώση της φύσης της παράλειψης, ενώ θα αναμένετο από τον Εναγόμενο να αποδείξει ότι δεν ήταν αμελής και ότι πήρε όλα τα απαιτούμενα μέτρα κάτω από τις περιστάσεις ή το ότι η σέλλα δεν κόπηκε ως αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας. Το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε την προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου κρίνοντας ότι ορθά έγινε επίκληση της αρχής του Res Ipsa Loquitur και τόνισε τα εξής (στη σελ.1337): «Στην απουσία μαρτυρίας που να επεξηγεί τον πραγματικό λόγο για τον οποίο κόπηκαν τα λουριά της σέλας το μόνο λογικό συμπέρασμα, επί του ζυγού των πιθανοτήτων, είναι ότι κόπηκαν λόγω της ακατάλληλης κατάστασης τους για την οποία υπεύθυνοι ήταν οι εφεσείοντες. Επομένως ορθά κρίθηκε από το Πρωτόδικο Δικαστήριο ότι οι εφεσείοντες ενήργησαν αμελώς έναντι της εφεσίβλητης» Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ. Ο Λόρδος Bingham σε άρθρο του "The Judge as Juror: The Judicial Determination of Factual Issues" (εκδόθηκε στο "The Business of Judging", Oxford 2000[1]), έθεσε τις εξής κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων (σελ. 6 - 7): ''The main tests needed to determine whether a witness is lying or not are, I think, the following, although their relative importance will vary widely from case to case:
(1)the consistency of the witness's evidence with what is agreed, or clearly shown by other evidence, to have occurred;
(2)the internal consistency of the witness's evidence;
(3)consistency with what the witness has said or deposed on other occasions;
(4)the credit of the witness in relation to matters not germane to the litigation;
(5)the demeanour of the witness. The first three of these tests may in general be regarded as giving a useful where the truth lies. If a witness's evidence conflicts with what is clearly shown to have occurred, or is internally self-contradictory, or conflicts with what the witness has previously said, it may usually be regarded as suspect. It may only be unreliable, and not dishonest, but the nature of the case may effectively rule out that possibility. The fourth test is perhaps more arguable....... Cross examination as to credit is often, no doubt, a valuable and revealing exercise, but the fruits of even a successful cross- examination need to be appraised with some care. And so to demeanour, an important subject because it is the trial judge's opportunity to observe the demeanour of the witness and from that to judge his or her credibility, which is traditionally relied on to give the judge's findings of fact their rare degree of inviolability....." Το Δικαστήριο, αφού κρίνει μάρτυρα ως αξιόπιστο, μπορεί να επιλέξει μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο.( Mohamed ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω σελ. 278). Ωστόσο αυτή η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με προσοχή. Στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, ο Δ. Κωνσταντινίδης ανέφερε στη σελ. 528: «Ωστόσο η ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο μέρος δεν είναι απόλυτη. Υπόκειται στον εξής περιορισμό. Πρέπει να αιτιολογείται η σχετική προσέγγιση. Η έντονη πεποίθηση ότι ένας μάρτυρας είπε την αλήθεια δεν αποτελεί αιτιολογία για την απόρριψη μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που έχει κριθεί αξιόπιστος.» Προτού προχωρήσω να αξιολογώ τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Αναφορικά Με Τις Συνθήκες Πρόκλησης Του Ατυχήματος Γενικότερα σε τέτοια αγωγή, όπως και σε όλες, το βάρος απόδειξης είναι στους ώμους του Ενάγοντα. Για να αποσείσει αυτό το βάρος ο Ενάγων δεν πρέπει να αποδείξει μόνο τον τρόπο με τον οποίο ο Εναγόμενος ήτο αμελής, θα πρέπει να αποδείξει την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ της αμέλειας του Εναγόμενου και των ζημιών που ο ίδιος έχει υποστεί. Σχετική είναι η υπόθεση Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Ltd -ν- Λουκά
(2003)1 Α.Α.Δ. 447. Συνεπώς ο Ενάγων καλείται αφενός να αποδείξει ότι ο Εναγόμενος ήταν αμελής, αφετέρου να συνδέσει την αμέλεια αυτήν με τη ζημιά που προκλήθηκε σε αυτόν. Το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει κατά πόσο εάν ήθελε γίνει πιστευτή η θέση του Ενάγοντα ότι οι κύριες έπεσαν πάνω του, αφού προηγουμένως είχαν γλιστρήσει οι ίδιες σε υγρά , δημιουργεί αμέλεια στην πλευρά του Γενικού Νοσοκομείου Έχω παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου και εξέτασα σχολαστικά το περιεχόμενο της μαρτυρίας τους. Ταυτόχρονα παρακολούθησα με προσοχή την όλη τους συμπεριφορά κατά τη διάρκεια της εξέτασής τους (ύφος και τρόπος που κατέθεταν) και θα προχωρήσω να αναφερθώ στις διαπιστώσεις μου για τον κάθε ένα μάρτυρα ξεχωριστά. Ο Ενάγων (ΜΕ2) Αναφορικά με τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος, στην ουσία έχω ενώπιων μου μόνο τη θέση του Ενάγοντα. Ο ίδιος αν και εκφράστηκε με βεβαιότητα ότι υπήρχαν ολισθηρά υγρά τα οποία προκάλεσαν την πτώση των δύο κυριών και κατ'επέκταση την δική του ουδόλως έπεισε το Δικαστήριο. Κατ'αρχην η όλη βεβαιότητα του Ενάγοντα αναιρέθηκε από την μαρτυρία του ιδίου ο οποίος στην γραπτή του κατάθεση (Έγγραφο Α) αναφέρει στη παράγραφο 4 «Στις 4/11/2009, είχα μεταβεί στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας για διεκπεραίωση συγκεκριμένης εργασίας και ενώ ανέβαινα τις σκάλες από το ισόγειο στο πρώτο όροφο μαζί με άλλα πρόσωπα, επισκέπτες στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας, υπήρχαν νερά και/ή άλλα ολισθηρά υγρά και/ή ουσίες πάνω στα σκαλιά τα οποία δεν φαίνονταν και/ή διακρίνονταν και/ή δεν εγίνοντο αντιληπτά». (υπογράμμιση δική μου) Περαιτέρω, στην ίδια κατάθεση στην παράγραφο 6α αναφέρει «Τοποθέτησαν και/ή άφησαν νερά και/ή άλλα ολισθηρά υγρά και/ή ουσίες πάνω στα ηλεκτρικά σκαλιά, στις σκάλες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, τα οποία δεν εφαίνοντο και/ή δεν διακρίνοντο και/ή δεν εγίνοντο αντιληπτά από τους επισκέπτες και/ή όσους ανεβοκατέβαιναν τις σκάλες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Ούτε εγώ τα είδα». (υπογράμμιση δική μου). Αυτή την θέση του, ότι ο ίδιος δεν είδε τα υγρά στις σκάλες όπως αναφέρεται στην γραπτή του κατάθεση αναιρέθηκε στο στάδιο της αντεξέτασης όταν είπε με βεβαιότητα και πάλι ότι είδε τα υγρά τα οποία ο ίδιος ανέφερε ότι δεν μπορούσαν να διακριθούν ή να γίνουν αντιληπτά. Συνεπώς ο ίδιος ο Ενάγοντας με δική του παραδοχή δεν είδε και δεν εντόπισε υγρά πάνω στις κυλιόμενες σκάλες. Ούτε ανέφερε ότι του βεβαίωσαν οι κυρίες που έπεσαν επάνω του ότι όντως υπήρχαν υγρα στα οποία γλίστρησαν. Ως εκ τούτων δεν έχω αντιληφθεί από πού πηγάζει η βεβαιότητα του ότι όντως υπήρχαν υγρά στα οποία γλίστρησαν οι δύο κυρίες που έπεσαν επάνω του. Το όλο πλαίσιο των γεγονότων όπως ο μάρτυρας με βεβαιότητα ανέφερε στην ουσία αποτελεί πιθανολόγηση. Ήταν φανερό ότι ο Ενάγων προσπάθησε να παρουσιάσει τα γεγονότα με τέτοιο τρόπο ώστε να επιρρίψει ευθύνη στο Γενικό Νοσοκομείο για τον τραυματισμό του. Η δε όλη στάση του σε σχέση με τον ρόλο των δυο κυριών στο τραυματισμό του και η αναφορά του ότι δεν ήταν ευθύνη του ιδίου αλλά του Γενικού Νοσοκομείου να τις εντοπίσει αποτελεί πλάγια προσπάθεια για μετατόπιση του βάρους απόδειξης στον Εναγόμενο κατά τρόπο που δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι η υπόθεση του Ενάγοντα δεν αποτελεί κατάλληλη περίπτωση για την επίκληση του δόγματος Res Ipsa Loquitur, το οποίο εν τέλει δεν προωθήθηκε επαρκώς από πλευράς του Ενάγοντα, αν και δικογραφικά το επικαλείται. Καταληκτικά είναι η κρίση μου ότι ο Ενάγων δεν έπεισε στα λεγόμενα του το Δικαστήριο σε σχέση με τον τρόπο που ο ίδιος έπεσε στο έδαφος και ως εκ τούτου δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία με πιο τρόπο κατάληξε ο Ενάγων στο έδαφος τραυματισμένος. Η δε θέση του ότι βρίσκει ευθύνη στο Γενικό Νοσοκομείο το οποίο παράλειψε να διατηρεί τις σκάλες καθαρές από τι στιγμή που ενώπιον του Δικαστηρίου υπάρχει μαρτυρία ότι το Γενικό Νοσοκομείο εργοδοτεί προσωπικό και διατηρεί ξεχωριστό τμήμα καθαριότητας το οποίο μεταξύ άλλων προβαίνει σε καθαρισμό των κυλιόμενων σκάλων και των χώρων που χρησιμοποιεί το κοινό και πάλι κατά την άποψη μου δεν δημιουργεί ευθύνη στο Γενικό Νοσοκομείο η οποία να συνδέεται με τον τραυματισμό του Ενάγοντα. (Βλ. Λέσχη Ιπποδρομιών Λευκωσίας ν. Νικήτα
(2000)1 ΑΑΔ 1712). Ούτε και έχω πεισθεί ότι υπήρχε αμέλεια του Εναγομένου ένεκα της δημιουργίας κινδύνου ή παγίδας που ο Ενάγων ισχυρίζεται η οποία να οδηγήσει στον τραυματισμό του ως επέκταση της πτώσης των δύο κυριών επάνω του. Η δε θέση του ότι δεν υπήρχαν τοποθετημένα τα απαραίτητα προειδοποιητικά σήματα και ότι οι σκάλες είχαν μόλις καθαριστεί έμεινε παντελώς μετέωρη και θεωρώ ότι και αυτό αποτελεί μέρος του πλαισίου των πιθανολογήσεων του Ενάγοντα. Ο ίδιος αποδέχθηκε ότι δεν είδε, ούτε διαπίστωσε την ύπαρξη υγρών στη σκάλα, ούτε και μπορεί να είναι βέβαιος περί αυτής της ύπαρξης υγρών, στοιχείο που είναι ουσιώδες στην υπό εξέταση περίπτωση, καθότι εάν απλά γίνει αποδεκτό ότι οι κυρίες που βρίσκονταν στην κυλιόμενη σκάλα πιο ψηλά από τον ίδιο απλά έχασαν την ισορροπία τους, δεν δημιουργείται η ύπαρξη αμέλειας από πλευράς του Νοσοκομείου. Περαιτέρω η αναφορά του ότι δεν υπήρχε καθοδήγηση στο κοινό σε σχέση με τον τρόπο χρήσης των κυλιόμενων σκάλων, η οποία έγινε μόνο στα πλαίσια της αντεξέτασης , ούτε αυτή αφήνει οποιαδήποτε περιθώρια αποδοχής της θέσης του στο Δικαστήριο. Δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία ενώπιων μου ότι η χρήση των κυλιόμενων σκαλών προϋποθέτει εξειδικευμένη γνώση, εξ ου και όπως και οι ανελκυστήρες οι κυλιόμενες σκάλες προσφέρονται για χρήση στο κοινό. Περαιτέρω, παρατηρώ ότι ο Ενάγων δεν έδωσε συγκεκριμένα στοιχεία στο Δικαστήριο σε σχέση με τις συνέπειες και επιπτώσεις που είχε στη ζωή του ιδίου ο τραυματισμός του αφού ανέφερε με γενικότητες για τις προηγούμενες ενασχολήσεις του σε σπορ και χόμπυ χωρίς να εξηγήσει στο Δικαστήριο τι ακριβώς και σε πιο βαθμό στέρησε από τις απολαύσεις της ζωής του ο τραυματισμός. Ως εκ τούτου, δεν έχω πεισθεί ότι τα γεγονότα είναι όπως τα ανέφερε ο Ενάγων. Δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι η ζημιά του Ενάγοντα προκλήθηκε από την παράλειψη του Εναγόμενου να διατηρεί τις σκάλες και γενικότερα το χώρο του Γενικού Νοσοκομείο ασφαλή στη χρήση. Γενικά θεωρώ ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία του Ενάγοντα για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων είτε σε σχέση με τις συνθήκες πρόκλησης του τραυματισμού, είτε σε σχέση με τις συνέπειες στην ζωή του από τον τραυματισμό του και απορρίπτω τη μαρτυρία του εξ΄ ολοκλήρου. ΜΥ1 Η ΜΥ1 θεωρώ ότι ήταν ειλικρινής απέναντι στο Δικαστήριο. Παρά ταύτα η μαρτυρία της ολίγη αξία έχει. Αφενός η ίδια δεν διερεύνησε το συμβάν τραυματισμού του Ενάγοντα την ίδια ημέρα. Αφετέρου δεν έλαβε κατά την διερεύνηση της οποιεσδήποτε καταθέσεις από τα εμπλεκόμενα άτομα. Η ίδια ανέφερε ότι οφείλει να διερευνήσει ένα τέτοιο ατύχημα, ωσάν να πρόκειται για εργατικό ατύχημα στα πλαίσια της οποίας λαμβάνει καταθέσεις από όλα τα εμπλεκόμενα άτομα. Παρά ταύτα σε σχέση με το επίδικο ατύχημα αποδέχθηκε ενόρκως ότι η ίδια δεν έλαβε καταθέσεις ούτε αναζήτησε μαρτυρία από τα άτομα που βρίσκονταν στον χώρο, ως όφειλε αλλά βασίστηκε σε μίαν τηλεφωνική επικοινωνία με τον Ενάγοντα, την οποία ούτε η ίδια ήταν βέβαιη να μαρτυρήσει θετικά ότι την είχε μεταφέρει στην έκθεσή της με ακρίβεια. Η μάρτυς φαίνεται ότι αντιμετώπισε το όλο ζήτημα ως ζήτημα διερεύνησης κατά πόσο οι κυλιόμενες σκάλες είχαν κάποιαν αδυναμία ή μηχανικό ελάττωμα. Αυτό όμως ουδόλως ενδιαφέρει στην παρούσα υπόθεση, αφού δεν τέθηκε σε οποιοδήποτε στάδιο ότι ο Ενάγων είχε θέσει ζήτημα για την επάρκεια ή τις προδιαγραφές του ηλεκτρομηχανολογικού εξοπλισμού του Γενικού Νοσοκομείου. Ως εκ τούτου καταλήγω ότι δεν μπορώ να βασιστώ στη διερεύνηση της Μ.Υ.1, η οποία παρουσιάζει αντιφάσεις και ελλείψεις, ούτως ώστε να καταλήξω σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με τον τρόπο που συνέβη το επίδικο ατύχημα. ΜΥ2 Η μαρτυρία της ΜΥ2 ομοίως δεν βοήθησε το Δικαστήριο. Το γεγονός ότι οι σκάλες καθαρίζονται με συγκεκριμένο τρόπο και σε συγκεκριμένο χρονικό πλαίσιο δεν είχε τίποτε να προσφέρει στην υπόθεση του Εναγομένου πέραν της διαπίστωσης ότι στο Γενικό Νοσοκομείο εργοδοτείται προσωπικό με αποκλειστική ευθύνη την καθαριότητα του χώρου. Εδώ πρέπει να αναφέρω ότι ο ευπάιδευτος συνήγορος του Ενάγοντα εισηγείται ότι προκύπτει και από την μαρτυρία της ΜΥ2 αμέλεια από πλευράς Εναγομένου λόγω της αναφοράς της μάρτυρος ότι οι κυλιόμενες σκάλες καθαρίζονταν μόνο τα Σαββατοκύριακα. Η εισήγηση του ευπαίδευτου συνήγορου θεωρώ ότι αποτελεί παρερμηνεία της μαρτυρίας της ΜΥ2. Η ΜΥ2 ανέφερε ότι οι σκάλες καθαρίζονται ενδελεχώς τα Σαββατοκύριακα, αλλά δήλωσε ότι το προσωπικό του τμήματος καθαριότητας ήταν πάντα σε εγρήγορση για να ανταποκριθεί σε κάλεσμα του υπεύθυνου της υποδοχής σε περίπτωση που υπήρχε έκτακτο περιστατικό. Ως εκ τούτου, προκύπτει από την μαρτυρία της ΜΥ2 ότι υπήρχε κατάλληλα επανδρωμένο και διαθέσιμο προσωπικό που ασχολείτο αποκλειστικά με την καθαριότητα του χώρου του Γενικού Νοσοκομείου και ως εκ τούτου θεωρώ ότι σ' αυτό το επίπεδο καμιά αμέλεια δεν φανερώνεται από πλευράς του Γενικού Νοσοκομείου. (βλ. υπόθεση Λέσχη Ιπποδρομιών (ανωτέρω) Αξιολόγηση Μαρτυρίας Αναφορικά με τις Σωματικές Βλάβες Πέραν του Ενάγοντα στην υπόθεση σε σχέση με τις σωματικές βλάβες του Εναγοντα έδωσε μαρτυρία ο ΜΕ1, Δρ.Β. Τζιούβας. Εφόσον το Δικαστήριο εξετάσει το υπόβαθρο που έχει τεθεί αναφορικά με την εμπειρογνωμοσύνη ενός μάρτυρα, και καταλήξει ότι ο μάρτυρας είναι όντως εμπειρογνώμονας τότε πρέπει να προσεγγίσει τη μαρτυρία του με βάσει τις αρχές που έχει καθορίσει η νομολογία. Ο γενικός κανόνας απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα. Κατ' εξαίρεση προς το γενικό κανόνα, μάρτυρας ο οποίος είναι εμπειρογνώμονας μπορεί να εκφράσει γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητας του. (Βλ.Παπαχριστοφόρου v Δημοκρατίας
(2000)1 Α.Α.Δ. 488). Σε τέτοια περίπτωση ο εμπειρογνώμονας εφοδιάζει το Δικαστήριο με τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για τον έλεγχο της ακρίβειας των συμπερασμάτων του έτσι που να μπορέσει το Δικαστήριο να διαμορφώσει τη δική του ανεξάρτητη κρίση με την εφαρμογή αυτών των κριτηρίων πάνω στα γεγονότα που αποδεικνύει η μαρτυρία.(βλ. Vasillico Cement Work v Stavrou
(1978)1 C.L.R. 663 και Νικολάου ν Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ. 746.) Σε σχέση με την αξιολόγηση του μάρτυρα εμπειρογνώμονα, ισχύουν οι ίδιοι νομολογιακοί κανόνες για την αξιολόγηση και αξιοπιστία ενός εμπειρογνώμονα όπως και κάθε άλλου μάρτυρα. Τα σχετικά ευρήματα όμως του Δικαστηρίου πρέπει να μην αντιστρατεύονται την κοινή λογική και να μην έρχονται σε αντίθεση με αδιαμφισβήτητα μέρη της μαρτυρίας. Είναι το Δικαστήριο που στο τέλος της ημέρας καταλήγει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα, έχοντας υπόψη όμως και τη γνώμη που προσφέρεται από τον εμπειρογνώμονα, χωρίς να είναι και αναγκαίο να την αποδεχθεί. (βλ. Νικολάου ν Δημοκρατίας
(2000)2 Α.Α.Δ. 390, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 113, Τυμπιώτης ν Δημοκρατίας
(2004)2 Α.Α.Δ. 612 και Χριστοφίδης ν Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 25). Δεν υπάρχει καμιά αναγνωρισμένη αρχή σύμφωνα με την οποία, επειδή σε μια υπόθεση δεν υπάρχει αντίθετη μαρτυρία, το Δικαστήριο οφείλει χωρίς άλλο να αποδεχθεί τη θέση που έχει προσφέρει ο ένας και μοναδικός εμπειρογνώμονας. Η μαρτυρία εμπειρογνωμόνων δεν δεσμεύει το Δικαστήριο αλλά απλώς το βοηθά, αφού λάβει υπόψη και την υπόλοιπη μαρτυρία, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα. (Βλ. Phipson on Evidence 11η έκδοση σελ. 510, παραγρ. 1286). Μάλιστα στην απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Πιττάλης κ.ά. v Ianera Enterprises Ltd κ.ά.
(1997)1(Β) Α.Α.Δ. 814, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε απορρίψει τη μαρτυρία πραγματογνώμονα, επειδή η μαρτυρία του κρίθηκε ως γενική και αόριστη. Αυτό παρόλο που η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας του. Το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου επί του θέματος αυτού, και τόνισε ότι η αιτιολόγηση της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα δεν διαφέρει από την αντιμετώπιση μαρτυρίας άλλων μαρτύρων και το Δικαστήριο μπορεί να δεχθεί μόνο μέρος της μαρτυρίας του ή και καθόλου. Η γνώμη του πραγματογνώμονα θα πρέπει να αιτιολογείται και να τεκμηριώνεται με απόλυτη επάρκεια και πειστικότητα. Σε αντίθετη περίπτωση το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποδεχτεί και να στηριχτεί στη μαρτυρία του, έστω και αν είναι ο μόνος πραγματογνώμονας που κατάθεσε στο Δικαστήριο. Εξετάζοντας τώρα τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίζει και να αξιολογεί διιστάμενης ιατρικής μαρτυρίας, αντλώ καθοδήγηση από την υπόθεση Novichkova Daria v Θέμη Βλαβή, Πολ. Έφ. 83/09, ημερ. 31.5.12 όπου αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Επί διιστάμενης ιατρικής μαρτυρίας, το Δικαστήριο οφείλει, όπως και σε κάθε άλλη περίπτωση αξιολόγησης μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων, να κρίνει τη μαρτυρία αυτή στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων μη δίνοντας προβάδισμα σε οποιαδήποτε ιατρικώς εκφρασθείσα γνώμη από εκάτερο των διαδίκων. Η κρίση του Δικαστηρίου πρέπει να λαμβάνει υπόψη τα επιστημονικά δεδομένα που παρουσιάζονται ενώπιον του, σχηματίζοντας ιδίαν άποψη επί του θέματος, αιτιολογώντας επαρκώς την κατάληξη του, ως προς την προτίμηση του με αναφορά σ' αυτά τα δεδομένα.» Σε περίπτωση που το Δικαστήριο έχει ενώπιον του αντικρουόμενη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων, μπορεί να προτιμήσει τη μια ή να αγνοήσει και τις δύο και να προβεί στη δική του ανάλυση. Αφού εξέτασα το επάγγελμα, την εκπαίδευση που έτυχε, την πείρα και τα προσόντα του, με γνώμονα τις αρχές όπως αυτές αναλύονται στη νομολογία καταλήγω ότι ο ΜΕ1 είναι μάρτυρας εμπειρογνώμονας και ως εκ τούτου, η μαρτυρία του θα προσεγγιστεί με βάση τις αρχές που προσεγγίζεται η μαρτυρία ενός μάρτυρα εμπειρογνώμονα ως αναφέρονται ανωτέρω. Ο Μ.Ε.1 έδωσε στο Δικαστήριο όλα τα απαραίτητα εφόδια για να καταλήξει σε ασφαλή συμπεράσματα σε σχέση με το είδος του τραυματισμού του Ενάγοντα. Αποδέχομαι τις θέσεις όπως ο μάρτυρας τις έθεσε σε σχέση με το είδος του τραυματισμού του Ενάγοντα και την αντιμετώπιση του με ειδικά ρυθμιζόμενο νάρθηκα, η οποία οδήγησε και στην αποθεραπεία του κατάγματος του Ενάγοντα. Ο μάρτυρας ήταν αρκετά λεπτομερής και κατατοπιστικός για να βοηθήσει το Δικαστήριο να αντιληφθεί την πραγματική κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα και θεωρώ ότι επι τούτου του σημείου η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Το μόνο στοιχείο το οποίο ο μάρτυρας δεν ανέπτυξε ενώπιων του Δικαστηρίου και σε αυτό η μαρτυρία του ελέγχεται είναι το εύρημα του όπως αυτό αναφέρεται στο Ιατρικό Πιστοποιητικό του σε σχέση με την αστάθεια στην βάδιση του Ενάγοντα. Κατ'αρχήν ο μάρτυς δεν εξήγησε με πιο τρόπο εντόπισε την αστάθεια στην βάδιση του Ενάγοντα και απέφυγε να δώσει λεπτομέρειες ακόμα και στην κυρίως εξέταση όπως αναμένονταν. Κατά την αντεξέταση δε όταν ρωτήθηκε ευθέως επί τούτου του σημείου και περιορίστηκε σε γενικότητες του τύπου «το διαπίστωσα κατά την κλινική εξέταση» Ούτε και έδωσε στο Δικαστήριο τα απαραίτητα εφόδια για να αντιληφθεί σε ποιο βαθμό είναι η βάδιση του Ενάγοντα ασταθής και τι ακριβώς προκαλεί ή μπορεί να προκαλέσει στον Ενάγοντα αυτή η αστάθεια κατά την βάδιση και πως επηρεάζει την ζωή του ή την χρήση του ποδιού του. Ο ΜΕ1 δεν έδωσε τα απαραίτητες πληροφορίες στο Δικαστήριο σε σχέση με την έκταση του προβλήματος που δημιουργεί στον Ενάγοντα η αστάθεια κατά την βάδιση ούτως ώστε να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει στα δικά του συμπεράσματα. το οποίο αποτελεί εύρημα και διαπίστωση του ιδίου. Η δε απεικόνιση της μαγνητικής τομογραφίας του Ενάγοντα, Τεκμήριο 10 που ο ΜΕ1 κατέθεσε στην διαδικασία, δεν φαίνεται να φανερώνει την ύπαρξη οποιουδήποτε παθολογικού ή νευρολογικού κατάλοιπου, ούτε και ο ΜΕ1 εξήγησε πως δικαιολογείται η ύπαρξη αστάθειας κατά την βάδιση του Ενάγοντα εν απουσία παθολογικών ή άλλων ευρημάτων σύμφωνα με το Τεκμήριο 10, τα οποία σε κάθε περίπτωση επίσης δεν ανέλυσε στο Δικαστήριο, όπως θα αναμενόταν. Επιπλέον δεν εξήγησε το εύρημα της «χονδροπάθειας» όπως αυτό αναφέρεται στο Τεκμήριο 10 και πως αυτό επηρεάζει (και εάν επηρεάζει) την κατάσταση της υγείας του Ενάγοντα και, σημαντικότερα, εαν αποτελεί απότοκο του τραυματισμού του. Ως αναφέρω ανωτέρω ο εμπειρογνώμονας έχει την ελευθερία έκφρασης άποψης ουτοσώστε μεταξύ άλλων να καθοδηγήσει το Δικαστήριο σε εξαγωγή των δικών του ασφαλών συμπερασμάτων σε σχέση με το αντικείμενο της ειδικότητας του. Σε αυτό το σημείο ο μάρτυρας κατά την άποψη μου απέτυχε και δεν μπορώ να αποδεκτώ την μαρτυρία του επί τούτου. Συνεπώς δεν μπορώ να αποδεχθώ ότι υπάρχει κάποιο κατάλοιπο από τον τραυματισμό του Ενάγοντα που να δημιουργεί αστάθεια κατα την βάδιση. Αντίθετα σε ότι αφορά τις εξηγήσεις που έδωσε σε σχέση με την ύπαρξη ορατού κινδύνου για την ανάπτυξη μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας, όπως αυτή εκφράζεται στο Τεκμήριο 5, Ιατρικό Πιστοποιητικό του ιδίου, ημερομηνίας 19/09/2012, αυτές ήταν ικανοποιητικές και τα λεγόμενα του έπεισαν το Δικαστήριο. Επίσης αποδέχομαι ότι κρίθηκε αναγκαία η παραπομπή του Ενάγοντα σε φυσιοθεραπείες αλλά και τις χρεώσεις που ο ίδιος έκανε για τις υπηρεσίες του όπως αυτές αντικατοπτρίζονται στο Τεκμήριο 7, σημειώσεις του ίδιου του ΜΕ1. Με βάση την ενώπιων μου αποδεκτή μαρτυρία καταλήγω ότι ο Ενάγων υπέστη ενδοαρθρικό κάταγμα έξω κνημιαίου κονδύλου, για το οποίο αναγκάστηκε να παραμείνει εκτός εργασίας για περίοδο 4 μηνών (4/11/09 μέχρι τις 5/2/10). Το κάταγμα αντιμετωπίστηκε συντηρητικά με την χρήση ειδικά ρυθμιζόμενου νάρθηκα αλλά άφησε τον Ενάγοντα περιορισμένο αρχικά σε τροχοκάθισμα και μετά με τη χρήση πατερίτσας μασχάλης και αργότερα με τη χρήση μπαστουνιού, για τα οποία αναγκάστηκε να υποβληθεί και σε αγωγή ‑ φυσιοθεραπεία με τη σύσταση του ίδιου του θεράποντος ιατρού του. Το κάταγμα του Ενάγοντα έχει πωρωθεί πλήρως χωρίς να έχει αφήσει στο Ενάγοντα παθολογικό ή νευρολογικό κατάλοιπο. Περαιτέρω αποδέχομαι ότι η ανάπτυξη οστεοαρθρίτιδας είναι στο μέλλον πιθανή. Γενικές Αποζημιώσεις Είναι γνωστό και άλλωστε αποτελεί θεμελιώδη κανόνα δικαίου ότι οι γενικές αποζημιώσεις είναι το μέσο με το οποίο εκτιμάται ο ανθρώπινος πόνος και η ταλαιπωρία του θύματος και κανένα σκοπό δεν έχουν στην τιμωρία του προσώπου που φέρεται ως κατά νόμο υπεύθυνο για την πρόκληση των τραυμάτων του πρώτου. Η νομολογία αναγνωρίζει ότι πρέπει να τηρείται μια ανοδική πορεία όσον αφορά το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάζονται, η οποία όμως να διατηρείται εντός λογικών πλαισίων για να αντανακλά τη σύγχρονη τάση της κοινωνίας και την ευαισθησία που επιδεικνύεται πλέον σε ό,τι αφορά την αποτίμηση της ανθρώπινης υγείας, τις συνέπειες της πρόκλησης ενός τραυματισμού του ανθρώπινου πόνου και την αναστάτωση που μπορεί αυτός να επιφέρει στις καθημερινές δραστηριότητες. Ο πλέον ουσιαστικός παράγοντας που συνυπολογίζεται κατά την κρίση του Δικαστηρίου ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων είναι οι αλλαγές στην αγοραστική αξία του χρήματος και οι σχετικές με το θέμα των αποζημιώσεων νομολογιακές εξελίξεις. Υπάρχει πληθώρα νομικών αρχών που ομιλούν προς το θέμα της αγοραστικής αξίας του χρήματος, αλλά και τις συνακόλουθες εξελίξεις της νομολογίας, βλέπε σχετικά Γεννάδιος Τζιβανίδης v. Λούη Μιχαηλίδη
(2008)1 Α.Α.Δ 218. Το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη για την επιδίκαση των γενικών αποζημιώσεων όλους τους ουσιώδεις παράγοντες, όπως την ηλικία του θύματος κατά τον χρόνο τραυματισμού, τον χρόνο αποθεραπείας ο οποίος χρειάστηκε, ο οποίος χρόνος συνδέεται αναπόφευκτα με την ηλικία του θύματος και το πώς επηρέασε ο τραυματισμός την ικανότητα του θύματος για εργασία, την οικογενειακή του κατάσταση και γενικότερα την καθημερινότητα του τόσο κατά τον χρόνο της αποθεραπείας του όσο και μετέπειτα. Εδώ πρέπει να αναφέρω ότι για τον καθορισμό των γενικών αποζημιώσεων, το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Χάρης Χαριλάου ν. Νικόλας Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ, 1460 ανέφερε ότι δεν πρέπει απαραίτητα και σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο να αναφέρεται σε συγκεκριμένη νομολογία για παρόμοια τραύματα, ούτως ώστε να καθοδηγείται επί του ορθού ποσού που θα πρέπει να επιδικάσει. Υπάρχουν ορισμένες περιπτώσεις όπου ιδιάζουσες περιστάσεις είτε προσωπικές του θύματος, είτε ιδιαίτερες των τραυμάτων, το Δικαστήριο από μόνο του να πρέπει να καθορίσει κάποιο ποσό λόγω παράλειψης αναφοράς σε νομολογία, η οποία να μπορεί να το καθοδηγήσει επαρκώς, κάτι που δεν πρέπει και μπορεί να καθιστά την απόφαση του εσφαλμένη. Ο ευπαίδευτος συνήγορος για τον Ενάγοντα με αναφορά σε πρωτόδικες και κατ' έφεση αποφάσεις εισηγείται ότι το ποσό των €50.000 είναι λογικό ως γενικές αποζημιώσεις για τον τραυματισμό του Ενάγοντα, στηριζόμενος κυρίως στο εύρημα του ΜΕ1 για αστάθεια κατά τη βάδιση ακόμα και μετά την πλήρη πώρωση του κατάγματος. Θεωρώ ότι το ποσό που εισηγείται ο ευπαίδευτος συνήγορος είναι έκδηλα υπερβολικό. Στην υπόθεση, Χάρης Χαριλάου v. Νίκου Νικολάου
(2003)1 Α.Α.Δ. 1460, το Ανώτατο Δικαστήριο αύξησε το ποσό των αποζημιώσεων που επιδικάστηκε πρωτόδικα από €13.668.- (Λ.Κ.8000) σε €20.503.- (Λ.Κ.12.000). Αναφέρθηκαν σχετικά τα εξής: " Οι αποζημιώσεις. Το Πρωτόδικο Δικαστήριο διαπίστωσε τα εξής: «Συνεπεία του επιδίκου τροχαίου δυστυχήματος ο Ενάγοντας υπέστηκε σοβαρούς τραυματισμούς. Σοβαρότερος, οδυνηρότερος και που άφησε τα ουσιαστικότερα κατάλοιπα ήταν ο τραυματισμός του κάτω δεξιού του άκρου. Υπέστηκε κάταγμα του έξω κνημιαίου κονδύλου της δεξιάς κνήμης. Χειρουργήθηκε έξι ημέρες μετά και τοποθετήθησαν στο πόδι του δύο βίδες. Το πόδι του ακινητοποιήθηκε στον γύψο. Παρέμεινε στο Νοσοκομείο για δύο εβδομάδες. Η ανάρρωση του ήταν σταθερή και η κινητικότητα του γονάτου επανήλθε πλήρως.Υπάρχει χειρουργική ουλή 15 εκ. στην εξωτερική επιφάνεια του γονάτου και θα πρέπει να υποστεί νέα εγχείρηση για την αφαίρεση των υλικών από το πόδι του, κάτι που θα έπρεπε ήδη να είχε γίνει. Εξακολουθεί να έχει πόνους όταν γονατά και όταν ανεβαίνει και κατεβαίνει σκάλες. Αυτά τα προβλήματα είχαν φθήνουσα ένταση φαίνεται όμως να έχει παραμείνει κάποιος βαθμός μόνιμης πλέον κατάστασης. Το σοβαρότερο ζήτημα σήμερα αφορά τη διαπίστωση οστεοαρθρίτιδας στο γόνατο. Το γόνατο του ενάγοντος έχει υποστεί ανεπανόρθωτη βλάβη και τα αποτελέσματα της οστεοαρθρίτιδας θα επιδεινώνονται με την πάροδο του χρόνου. Το νεαρό της ηλικίας του είναι παράγοντας αρνητικός γιατί με τα χρόνια η κατάσταση αυτή θα χειροτερεύει. ...................................................................................................... Η διαπίστωση οστεοαρθρίτιδας ανατρέπει τη συνεχή καλυτέρευση της κατάστασης του οπόταν τα προβλήματα από την εκδήλωση της και οι αυξανόμενες επιπτώσεις τους στο μέλλον είναι ότι πιο ανησυχητικό για τον νεαρό Ενάγοντα. Ο τραυματισμός στην σπονδυλική του στήλη και οι όσες ενοχλήσεις έχει από καιρού εις καιρόν είναι δευτερεύουσας πλέον σημασίας. Κατά κύριο λόγο οι πόνοι και η ταλαιπωρία του προήλθαν από τον τραυματισμό του στο πόδι και εκεί εστιάζεται το πρόβλημα που θα τον ακολουθεί στη ζωή του συνεπεία της εκδηλούμενης μετατραυματικής οστεοαρθρίτιδας.» Περαιτέρω στην υπόθεση Στέλιος Αποστολίδης v. Παντελή Ζουλή
(2001)1 Α.Α.Δ. 1695, το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση με την οποία επιδικάστηκε ποσό Λ.Κ.12.000 (€20.503.-) ως γενικές αποζημιώσεις. Αναφέρθηκαν στην απόφαση αυτή τα ακόλουθα: " Από το ατύχημα ο εφεσίβλητος υπέστη σοβαρές σωματικές κακώσεις. Ο κλινικός και ακτινολογικός έλεγχος κατέδειξε αίμαθρο στο δεξιό γόνατο και συντριπτικό κάταγμα της δεξιάς επιγονατίδας. Εισήχθηκε στο χειρουργείο όπου του έγινε ανοικτή ανάταξη του κατάγματος και οστεοσύνθεση με βελόνες τύπου Kirshner με σύρμα και μια βίδα. Το σκέλος ακινητοποιήθηκε σε γύψινο κυλινδρικό νάρθηκα. Ο γύψος αφαιρέθηκε δύο σχεδόν μήνες μετά και ακολούθησε φυσιοθεραπεία. Υπήρξε πλήρης πόρωση του καταγματος . Παρέμειναν ως μόνιμα κατάλοιπα επιμήκης χειρουργική ουλή 15 εκατοστών στην πρόσθια επιφάνεια του γόνατος και ελαφρός περιορισμός στην κάμψη-έκταση του γόνατος. Κατά τους θεράποντες γιατρούς υπάρχει μεγάλη πιθανότητα ανάπτυξης οστεοαρθριτικών αλλοιώσεων λόγω της συντριβής της επιγονατίδας, πράγμα που επιβεβαιώθηκε ακτινολογικά. Θα αισθάνεται ενοχλήματα και πόνο κατά την ανάβαση και κατάβαση κλιμακοστασίου και κατά τη βάδιση σε ανώμαλο έδαφος. Προσέτι μετά από πολύωρη εργασία ως οικοδόμος θα αισθάνεται πόνους και ταλαιπωρία.............." Όπως γίνεται αντιληπτό οι υποθέσεις πιο πάνω αφορούν τραυματισμούς που ομοιάζουν θα μπορούσε να λεχθεί με την παρούσα περίπτωση αλλά πρόκειται αναμφίβολα για σοβαρότερες περιπτώσεις σε σχέση με την παρούσα. Πιο συγκεκριμένα σε αμφότερες τις περιπτώσεις το κάταγμα των Εναγόντων χρειαστηκε να αντιμετωπιστεί με χειρουργική αναταξη ενώ περαιτέρω στην υπόθεση Νικολάου (πιο πάνω) υπήρχε περαιτέρω τραυματισμός της σπονδυλικής στήλης και τα καταλοιπα ήταν σαφώς σοβαρότερα ενώ στην υπόθεση Αποστολίδης (πιο πάνω) ο τραυματισμός ήταν πολύ σοβαρότερος αφού υπήρξε συντριβή της επιγονατίδας και συνεπεία τούτου η πιθανότητα ανάπτυξης οστεοαρθρίτιδας ήταν σχεδόν βέβαιη. Δεν μου διαφεύγει βέβαια σε καμία περίπτωση ότι αφενός οι πιο πάνω υποθέσεις εξεδόθησαν τα έτη 2003 και 2001 αντίστοιχα, και αφετέρου ότι τα τελευταία χρόνια διαπιστώνεται μια τάση για αύξηση των αποζημιώσεων σε σύγκριση με το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικαζόταν στο παρελθόν. Όπως επίσης δεν μου διαφεύγει ότι στην προκειμένη περίπτωση ο Ενάγοντας όταν επισυνέβη το δυστύχημα και τραυματίστηκε ήταν 59 χρονών ενώ σήμερα είναι 67. 'Εχοντας λοιπόν υπόψη τους τραυματισμούς του Ενάγοντα, τον πόνο και την ταλαιπωρία που υπέστη αλλά και την πιθανότητα που έχει για ανάπτυξη οστεοαρθρίτιδας, κρίνω ότι το δίκαιο και εύλογο ποσό αποζημίωσης που θα δικαιούτο ο Εναγοντας, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κατέληγε ότι υπήρχε ευθύνη του Εναγόμενου για τους τραυματισμούς του, είναι υπό τις περιστάσεις είναι €18.000. Ειδικές Αποζημιώσεις Nομολογιακά έχει καθιερωθεί ότι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει να καταγράφονται με κάθε λεπτομέρεια στις έγγραφες προτάσεις και να αποδεικνύονται αυστηρά από τον Ενάγοντα με την προσκόμιση της κατάλληλης αποδεκτής μαρτυρίας και τις οποίες πρέπει να αποδεικνύει με σαφήνεια και συγκεκριμένα στοιχεία (βλ. υποθέσεις Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1991)1 Α.Α.Δ. 298, Ηρακλέους ν. Πίτρος
(1994)1 Α.Α.Δ. 299 και Αλεξάνδρου ν. Ιωάννου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1157, Νεοκλής Αντωνιάδης ν. Μιχάλης Σταύρου
(1998)1 Α.Α.Δ. 1171). Είναι παραδεκτό ότι ο Ενάγων απουσίασε από την εργασία του για περίοδο 4 μηνών από τις 4/11/09 μέχρι και τις 5/02/
- Με από κοινού δήλωση στις 11/12/18 τα μέρη συμφώνησαν ως παραδεκτό ποσό σε σχέση με την απώλεια των απολαβών του Ενάγοντα ενόσω βρισκόταν με άδεια ασθενείας τις €16.000 ποσό που επίσης θα δικαιούτο ο Ενάγων σε περίπτωση που το Δικαστήριο κατέληγε ότι υπήρχε ευθύνη από μέρους του Εναγόμενου. Περαιτέρω οι ειδικές αποζημιώσεις που ο Ενάγων ζητά περιορίστηκαν κατά την ακρόαση στα €
- Σχετικά είναι τα Τεκμήρια 7, 12 και
- Για αυτά τα ποσά ο κατατέθηκαν η χρέωση από τον γιατρό Βαρνάβα Τζιούβα, (Τεκμήριο 7), το τιμολόγιο Τεκμήριο 12 για την αγορά ρυθμιζόμενου νάρθηκα καθώς και απόδειξη για 28 φυσιοθεραπείες. Σε ότι αφορά το Τεκμήριο 7 και 12 φαίνεται ότι το ποσό των €200 που αφορά την αγορά του νάρθηκα περιλαμβάνεται σε αμφότερα τεκμήρια, έτσι κατά το στάδιο της ακρόασης περιορίστηκε η απαίτηση του Ενάγοντα στα €
- Ως εκ τούτου αν ήθελε ανατραπεί το εύρημα του Δικαστηρίου σε σχέση με την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα θεωρώ ότι ο Ενάγων θα δικαιούτο τα ακόλουθα ποσά : €350 που αφορούν την χρέωση του ΜΕ1 για την έκδοση του ιατρικού πιστοποιητικού, €450 που αφορά την χρέωση του ΜΕ1 για την παρακολούθηση του Ενάγοντα, €150 που αφορά τη χρέωση του ΜΕ1 για τις ακτινογραφίες αλλά και το ποσό των €200 που πληρώθηκε για την αγορά του ρυθμιζόμενου νάρθηκα ύψους. Δηλαδή σύνολο €
- Σε ότι δε αφορά τις φυσιοθεραπείες που ο Ενάγων δήλωσε ότι έκανε θεωρώ ότι η απόδειξη που έχει προσκομιστεί Τεκμήριο 13 είναι υπό τις περιστάσεις ικανοποιητική αφού ο ΜΕ1 βεβαίωσε και η μαρτυρία του έχει γίνει αποδεκτή ότι παρέπεμψε τον Ενάγοντα σε φυσιοθεραπείες μετά την αφαίρεση του νάρθηκα. Ως εκ τούτου θεωρώ ότι το ποσό των €840 θα μπορούσε να επιδικαστεί προς όφελος του Ενάγοντα ως ειδικές αποζημιώσεις σε περίπτωση που το Δικαστήριο έβρισκε ευθύνη στον Εναγόμενο για την πρόκληση του ατυχήματος. Καταληκτικά σε περίπτωση που το εύρημα του Δικαστηρίου σε σχέση με την ευθύνη ανατραπεί κρίνω ότι ο Ενάγων θα δικαιούται τα ακόλουθα ποσά: €18.000 ως γενικές αποζημιώσεις, €16.000 ως απώλεια απολαβών και €1990 ως ειδικές αποζημιώσεις. Τόκος Παραμένει το θέμα του τόκου. Είναι γνωστό ότι το Δικαστήριο έχει ευρεία διακριτική ευχέρεια σε σχέση με το θέμα του τόκου, σχετικό είναι το άρθρο 58 (Α) του Κεφ. 148 και το άρθρο 33 του Νόμου 14/
- Υπάρχει δε επί του θέματος πλούσια νομολογία, ενδεικτικά αναφέρω Φοινικαρίδης κ.ά. v. Γεωργίου κ.α. (1991, 1 Α.Α.Δ. 475) και Θεοφάνους v. Κουρουκλά
(2006)1 Α.Α.Δ.,
- Στην υπό εξέταση περίπτωση, το ατύχημα συνέβηκε στις 4/11/2011 και ο Εναγων καταχώρησε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 28/9/
- Συνεπώς, δεν θεωρώ ότι ο Ενάγων ολιγώρησε στην καταχώρηση της αγωγής του και εξού στο ποσό των γενικών αποζημιώσεων ο Ενάγων θα δικαιούτο τόκο από την ημερομηνία του ατυχήματος ήτοι 4/11/2011 και στα ποσά για την απώλεια απολαβών αλλά και των ειδικών αποζημιώσεων από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής. (βλ. σχ. Fysco -ν- Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ. 1014) Κατάληξη Κατ' επέκταση η απαίτηση του Ενάγοντα εναντίον του Εναγομένου απορρίπτεται. Σε ότι αφορά το θέμα των εξόδων δεν έχω εντοπίσει ότι υπάρχει λόγος απόκλισης από τον Γενικό Κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα ως εκ τούτου αυτά επιδικάζονται υπέρ του Εναγομένου και εναντίον του Ενάγοντα ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. ( Υπ.) Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Επανέκδοση από το Current Legal Problems, vol 38, 1985 p 1-27. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο