← Κύπρος

ΒΙΟΛΑΝΤΗΣ ν. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Η «ΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 5341/2012, 7/8/2019

ΒΙΟΛΑΝΤΗΣ ν. ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Η «ΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΛΤΔ, Αρ. Αγωγής: 5341/2012, 7/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A367 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5341/2012 XXXXX ΒΙΟΛΑΝΤΗΣ Ενάγοντας -και- ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ Η «ΚΕΝΤΡΙΚΗ» ΛΤΔ Εναγομένων Ημερομηνία: 7 Αυγούστου, 2019 Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Σίμος Φλουρέντζου. Για την Εναγόμενη Εταιρεία: κ. Ανδρέας Κλεάνθους. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η αγωγή Στις 5.7.2012, μπροστά από το κτίριο του τμήματος κοινωνικών ασφαλίσεων στη λεωφόρο Αθαλάσσας, επήλθε σύγκρουση μεταξύ του οχήματος ταξί που οδηγούσε ο Ενάγοντας και του οχήματος που οδηγούσε πρόσωπο που ήταν ασφαλισμένο για να οδηγεί τούτο από την Εναγόμενη ασφαλιστική εταιρεία (στο εξής «ο ασφαλισμένος οδηγός»). Ανεξαρτήτως των υλικών ζημιών που προκλήθηκαν συνεπεία του ατυχήματος, καθώς επίσης και των όποιων ειδικών ζημιών υπέστησαν οι εμπλεκόμενοι οδηγοί, ο Ενάγοντας, με την παρούσα αγωγή του, επιδιώκει την έκδοση απόφασης υπέρ του και εναντίον της Εναγόμενης σε σχέση μόνο με γενικές αποζημιώσεις λόγω των τραυμάτων που υπέστη από το ατύχημα.[1] Επίσης, το ανώτατο ύψος των γενικών αποζημιώσεων που δυνατόν να αποδοθούν στον Ενάγοντα προσδιορίστηκε δια κοινής δήλωσης των συνηγόρων των μερών η οποία και εγκρίθηκε ως παραδεκτό γεγονός, στο ποσό των €2.500,00, επί πλήρους ευθύνης του ασφαλισμένου οδηγού. Επίδικα ζητήματα Στη βάση των ανωτέρω, μοναδικό επίδικο ζήτημα έμεινε αυτό της ευθύνης, και στην περίπτωση που ήθελε το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Ενάγοντας δικαιούται σε γενικές αποζημιώσεις, ο χρόνος από όπου θα αρχίζει να τοκίζεται το ποσό που θα επιδικαστεί υπέρ του. Οι δικογραφημένες εκδοχές των μερών ως προς το θέμα της ευθύνης Ενάγοντας Κατά τον Ενάγοντα, πάντα στη βάση του περιεχομένου της Έκθεσης Απαίτησης, την ημέρα που επεσυνέβη το ατύχημα οδηγούσε όχημα ταξί (στο εξής «το ταξί») και μετέφερε δύο ηλικιωμένους πελάτες στο τμήμα κοινωνικών ασφαλίσεων στη λεωφόρο Αθαλάσσας στο Στρόβολο ώστε να εξυπηρετηθούν από το εν λόγω τμήμα. Όταν έφθασε στο σημείο, στάθμευσε το όχημα του εντός της λεωφόρου Αθαλάσσας στο Στρόβολο ώστε να κατεβάσει τους δύο ηλικιωμένους πελάτες του. Εκείνη τη στιγμή, το όχημα που οδηγούσε ο ασφαλισμένος οδηγός (στο εξής «το όχημα»), εκκίνησε, ως ήταν σταθμευμένο επί του πεζοδρομίου μπροστά από το τμήμα κοινωνικών ασφαλίσεων, και στην προσπάθειά του να κατέβει από το πεζοδρόμιο και να εισέλθει στη λεωφόρο Αθαλάσσας, «επέπεσε και/ή κτύπησε και/ή συγκρούστηκε» με το ταξί, στη δεξιά του πλευρά. Ως δε προκύπτει από τις λεπτομέρειες αμέλειας που αναφέρονται στην παράγραφο 5 της Έκθεσης Απαίτησης (λεπτομέρειες υπό στοιχείο (α), (β) και (γ)), η δικογραφημένη θέση του Ενάγοντα είναι ότι το όχημα κινείτο με πισινή ταχύτητα κατά την προσπάθεια του να εισέλθει στη λεωφόρο Αθαλάσσας. Εναγόμενη Σύμφωνα με την Υπεράσπιση της Εναγόμενης, ενώ το όχημα βρισκόταν σταθμευμένο σε χώρο στάθμευσης του τμήματος κοινωνικών ασφαλίσεων, ο ασφαλισμένος οδηγός προσπάθησε με όπισθεν να το κατευθύνει εντός της λεωφόρου Αθαλάσσας και ξαφνικά το ταξί «ερχόμενο από την αντίθετη κατεύθυνση και παραβιάζοντας σήμα τροχαίας ήτοι κίτρινη ζωγραφιστή νησίδα εισήλθε στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας μ' αποτέλεσμα να συγκρουσθεί» με το όχημα. Ακροαματική διαδικασία Προς υποστήριξη της αγωγής κατέθεσε, ενόρκως, μόνο ο Ενάγοντας, ενώ προς αναχαίτισή της (δεν προωθήθηκε ανταπαίτηση), μόνο ο ασφαλισμένος οδηγός. Συνοπτική παράθεση μαρτυρίας Ενάγοντας Ο Ενάγοντας, κατά την κυρίως εξέτασή του, μέσω γραπτής δήλωσης που ετοίμασε, η οποία και σημειώθηκε ως έγγραφο Α, προώθησε μαρτυρία σύμφωνη με την πιο πάνω αναφερόμενη δικογραφημένη θέση του. Κατά την αντεξέτασή του, ωστόσο, προώθησε τη θέση ότι η σύγκρουση επεσυνέβη καθ' ον χρόνο προσπαθούσε να κατευθύνει το ταξί, μέσω της ράμπας του πεζοδρομίου του τμήματος κοινωνικών ασφαλίσεων, σε χώρο, επί του πεζοδρομίου, κοντά στην είσοδο του ρηθέντος τμήματος καθ' ότι οι πελάτες του ήταν ηλικιωμένα πρόσωπα με κινητικά προβλήματα τους οποίους μετέφερε κάθε μήνα στο συγκεκριμένο τμήμα και χρειαζόταν η βοήθειά του για να εξέλθουν του ταξί και να εισέλθουν στο ρηθέν τμήμα. Ήταν περαιτέρω η θέση του ότι, κινείτο με χαμηλή ταχύτητα και ότι δεν είχε προσέξει προηγουμένως αν εντός του οχήματος, το οποίο ήταν σταθμευμένο μπροστά από το τμήμα κοινωνικών ασφαλίσεων σε μια απόσταση περίπου 5 - 7 μέτρων από το ταξί υπήρχε οδηγός ή/και συνοδηγός. Πάντα κατά τη μαρτυρία του Ενάγοντα, το όχημα ξεκίνησε να κινείται με την όπισθεν, με χαμηλή ταχύτητα, και κατευθύνθηκε προς το ταξί και συγκρούστηκε με το τελευταίο στο δεξιό μπροστινό φτερό του. Κατά την επανεξέτασή του, ο Ενάγοντας ισχυρίστηκε ότι μόλις αντιλήφθηκε την όπισθεν κίνηση του οχήματος, κόρναρε και φώναξε προς τον ασφαλισμένο οδηγό σε μια προσπάθειά του να προειδοποιήσει για την εκεί παρουσία του, πλην όμως το όχημα συνέχισε την όπισθεν κίνησή του και συγκρούστηκε με το ταξί. Ασφαλισμένος οδηγός Ο ασφαλισμένος οδηγός, εξ αρχής προώθησε εκδοχή διαφορετική από τη δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης, σύμφωνα με την οποία εκδοχή του, το όχημα συγκρούστηκε με το σταματημένο ταξί, σε αντιδιαστολή με τη δικογραφημένη θέση της Εναγόμενης που θέλει το ταξί να κινείται στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και να συγκρούεται με το όχημά. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, προ της εκκίνησής του, με όπισθεν, με σκοπό να εισέλθει εντός της λεωφόρου Αθαλάσσας και να κατευθυνθεί προς το δρόμο Λευκωσίας - Λεμεσού, έλεγξε από το κεντρικό και το αριστερό καθρεφτάκι του οχήματος, καθώς επίσης και μέσω των γυαλιών των δύο αριστερών πόρτων του οχήματος, ως προς το κατά πόσο υπήρχε τροχαία κίνηση, είτε πίσω από το όχημα, είτε εξ αριστερών του ερχόμενη, και αφού βεβαιώθηκε ότι δεν υπήρχε, άρχισε την όπισθεν κίνησή του με «πολύ χαμηλή ταχύτητα», ελέγχοντας, με τον ίδιο τρόπο, συνεχώς, την όπισθεν πορεία του. Λίγο πριν εισέλθει στη λεωφόρο Αθαλάσσας «βρέθηκε ξαφνικά πίσω» του το ταξί το οποίο και στάθμευσε ανακόπτοντας έτσι την ελεύθερη προς τα πίσω πορεία του με αποτέλεσμα το όχημα να συγκρουστεί επί του ταξί. Ανέφερε ακόμα ότι, δεν έλεγξε μέσω του δεξιού καθρέφτη του οχήματος ή μέσω των γυαλιών των δεξιών πόρτων του οχήματος ως προς το κατά πόσο υπάρχει εκ δεξιών του οχήματος εμπόδιο, καθ' ότι, ως ισχυρίστηκε, δεν ήταν αναμενόμενο να κινείται όχημα προς την κατεύθυνσή του από τα δεξιά, αφού κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι ένα τέτοιο όχημα κινείται εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας στη λεωφόρο Αθαλάσσας. Είναι δε συνεπεία αυτής του της ενέργειας, και δη του περιορισμού της προσοχής του προς τα πίσω και αριστερά μόνο του οχήματος που δεν αντιλήφθηκε νωρίτερα την παρουσία του ταξί στο σημείο, το οποίο ταξί, για να βρεθεί εκεί, κινήθηκε, παράνομα, εντός του αντίθετου ρεύματος κυκλοφορίας στη λεωφόρο Αθαλάσσας. Κατά τον ασφαλισμένο οδηγό, λόγω του ότι το όχημα έχει αυτόματο κιβώτιο ταχυτήτων, κατά την όπισθεν κίνησή του δεν χρησιμοποιούσε το πετάλι της επιτάχυνσης, αλλά μόνο το πετάλι των φρένων, με συνεχή χρήση του, ώστε να επιτυγχάνεται η πολύ χαμηλή ταχύτητά του. Τέλος, πάντα στη βάση της μαρτυρίας του ασφαλισμένου οδηγού, είναι η ξαφνική παρουσία του ταξί ακριβώς πίσω από το όχημα που δεν επέτρεψε στον ασφαλισμένο οδηγό να προλάβει να προβεί σε πλήρη χρήση των φρένων του οχήματος και να ακινητοποιήσει τούτο προ της σύγκρουσης, παρά το πολύ χαμηλό της ταχύτητας του. Νομική πτυχή Εκείνο που προκύπτει από την πλούσια ομολογουμένως νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου είναι ότι, κατά την οδήγηση, κάθε οδηγός πρέπει να ασκεί προσήκουσα προσοχή και το ερώτημα που εγείρεται ως προς το κατά πόσο ένας οδηγούσε αμελώς είναι κατά πόσο εκπλήρωσε την υποχρέωση του εξασκώντας την απαραίτητη λογική φροντίδα και προσοχή για τα άλλα πρόσωπα που χρησιμοποιούν τον δρόμο. Το εφαρμοστέο κριτήριο για τον έλεγχο αυτό, είναι αντικειμενικό και οι παράμετροι του θα πρέπει να εξετάζονται σε συνάρτηση με την συμπεριφορά ενός συνετού και σώφρονα οδηγού και όχι με την συμπεριφορά ενός τέλειου οδηγού. Το καθήκον φροντίδας και μέριμνας (Duty of Care) οφείλεται σε κάθε πρόσωπο που λογικά μπορεί να προβλεφθεί ότι μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις και ή ενέργειες του οδηγού. Για να συγκεκριμενοποιηθεί το απρόσωπα προσδιορισμένο καθήκον κάθε οδηγού προς κάθε πρόσωπο που είναι λογικά δυνατόν να επηρεαστεί από τις πράξεις του πρώτου, θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια των γεγονότων της κάθε υπόθεσης έτσι που να διασαφηνιστεί η φύση του καθήκοντος, και στην περίπτωση που διαπιστώνεται τέτοιο καθήκον, κατά πόσο ο οδηγός το έχει εκπληρώσει. Η πρόβλεψη για σκοπούς του ελέγχου αυτού, συναρτάται με τις κοινές εμπειρίες και την λογική συνέπεια. Κάθε οδηγός οφείλει να τηρεί τη δέουσα παρατηρητικότητα, και η αμέλεια είναι συνυφασμένη με το χρόνο, τόπο και άλλες συνθήκες. Παράλειψη δε, να δει κανείς ότι απλά είναι ορατό ή όπου η πιθανότητα κινδύνου είναι εύλογα αντιληπτή και ο οδηγός παραλείπει να λάβει μέτρα προφύλαξης, αποτελούν αμέλεια, (για μια ενδιαφέρουσα επί του θέματος συζήτηση βλέπε Νικολαίδη ν Οικονομίδη

(1963)2 C.L.R. 78, Κωσταντίνου ν Κατσούρη
(1976)1 C.L.R. 188, Ioannis Charalambous v Police
(1982)1 C.L.R. 134, Portokalides v Police
(1987)2 C.L.R. 86, Σωκράτους ν Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίττη ν Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 31, Θεοφάνους v Αστυνομίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 160, Derek Knell v Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 51, Βασιλείου ν Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Παλαιομυλίτης ν Τροχαίας
(1996)2 Α.Α.Δ. 300, Ξιπτέρα ν Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Αναστάσης Παύλου ν Αστυνομίας
(1998)2 Α.Α.Δ. 68, Κουμής ν Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Κυριάκος Αργυρού ν Αστυνομίας
(2002)2 Α.Α.Δ. 378. Στο βαθμό που αφορά στα γεγονότα που περιβάλλουν την υπό εξέταση υπόθεση, έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι, αν οδηγός οχήματος επιθυμεί να κατευθύνει το όχημα του σε σημείο που αναμενόμενο είναι να κινείται άλλο όχημα, τότε οφείλει, αφενός να προβεί σε σήμα περί της ρηθείσας πρόθεσής του, και αφετέρου, να ελέγξει την πορεία των οχημάτων που ενδεχομένως θα επηρεαστούν από την ενέργεια του, ώστε να αποφευχθεί η οποιαδήποτε παρεμπόδιση της πορείας τους. Αν δεν ενεργήσει ως ανωτέρω, και επέλθει σύγκρουση μεταξύ του οχήματός του και του έτερου αυτού οχήματος, τότε η ευθύνη βαραίνει τον ίδιο αποκλειστικά. Για να είναι δυνατό να αποδοθεί έστω και μερική (συντρέχουσα) ευθύνη στον οδηγό του οχήματος που ανακόπτεται η πορεία του, θα πρέπει να αποδειχθεί (α) ότι υπό τις περιστάσεις η οδική του συμπεριφορά αποτελούσε κίνδυνο, στον οποίο ο μέσος συνετός οδηγός θα έπρεπε να στρέψει την προσοχή του, και (β) ότι θα έπρεπε να λάβει αποτρεπτικά μιας ενδεχόμενης σύγκρουσης μέτρα (για αυτοπροστασία του), τα οποία απέτυχε να λάβει. Επ' ουδενί όμως δεν μπορεί το καθήκον επιμέλειας του οδηγού του οχήματος που ανακόπτεται η πορεία του, να επεκταθεί έναντι του κάθε δυνητικού κινδύνου, όταν ο κίνδυνος αυτός μπορεί να προκύψει μόνο συνεπεία αμέλειας του έτερου οδηγού. Ως έχει αναφερθεί «Το καθήκον για επιμελή οδήγηση δεν επεκτείνεται στη λήψη προληπτικών μέτρων έναντι της πιθανότητας εκδήλωσης αμέλειας από άλλους οδηγούς. Ο νουνεχής οδηγός εύλογα μπορεί να υποθέσει ότι όπως ο ίδιος έτσι και οι άλλοι οδηγοί θα εκπληρώσουν το καθήκον επιμέλειας έναντι των ιδίων και των άλλων οδηγών» (για μια ενδιαφέρουσα συζήτηση επί του θέματος, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθησαν στις υποθέσεις Δημητράκης Ζαχαρία κ.α. ν. Παναγιώτας Καραολή
(2004)1Α.Α.Δ. 72, Ιωάννης Παρασκευά Τσολιά ν. Ιάκωβου Χριστοφίδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 730, Χριστοδούλου ν. Μπίλλη
(1998)1(Α) Α.Α.Δ. 164, Θρασυβούλου ν. Κουλέρμου κ.α.
(1996), 1(Α) Α.Α.Δ. 253 και Κυριάκου ν. Φιλίππου
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 642). Αξιολόγηση μαρτυρίας Είμαι της γνώμης, και τούτο στη βάση της εικόνας που αποκόμισα καθ' όλη τη διάρκεια που κατέθεταν ενώπιόν μου ο Ενάγοντας και ο ασφαλισμένος οδηγός, αλλά και στη βάση των παραγόντων που συνυπολογίζονται κατά την αξιολόγηση από το Δικαστήριο της ενώπιόν του μαρτυρίας[2], ότι και οι δύο αυτοί μάρτυρες δεν είπαν στο Δικαστήριο την αλήθεια ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα και προώθησαν, έκαστος, πέραν της μίας εκδοχές, μετωπικά συγκρουόμενες μεταξύ τους, και/ή εκδοχές οι οποίες δεν στέκουν στη βάσανο της λογικής. Οι αντιφάσεις και/ή αδυναμίες που παρουσιάζει η μαρτυρία αμφοτέρων των μαρτύρων, αφορά στους ουσιαστικότερους, για την κρίση επί της αγωγής, ισχυρισμούς τους, με αποτέλεσμα να κρίνεται μη πρόσφορη η επιλογή μέρους της μαρτυρίας τους για σκοπούς κατάληξης σε ευρήματα για τα επίδικα ζητήματα. Και εξηγώ: Με βάση τις δύο εκδοχές που προέβαλε ο Ενάγοντας, το ταξί, κατά τη σύγκρουση, (α) είναι σταθμευμένο και ήδη επιχειρείται, με τη βοήθειά του, να κατέβουν οι ηλικιωμένοι πελάτες του ή , (β) βρίσκεται εν κινήσει με σκοπό να κατευθυνθεί επί του πεζοδρομίου, πλησίον της εισόδου του τμήματος κοινωνικών ασφαλίσεων. Το σημαντικό της εξόφθαλμης αυτής αντίφασης, δεν περιορίζεται στο κατά πόσο κινείται ή όχι το ταξί κατά τη στιγμή της σύγκρουσης (που είναι επίσης σημαντικό), αλλά στο ότι, στην περίπτωση που τα γεγονότα είχαν ως η πρώτη εκδοχή του, τότε το ταξί αποτελούσε για κάποιο χρόνο υπαρκτό κίνδυνο για το όχημα, ο οποίος λογικό είναι να γινόταν αντιληπτός από τον ασφαλισμένο οδηγό αν έστρεφε την προσοχή του προς τα πίσω προτού εκκινήσει με την όπισθεν για να εισέλθει στη λεωφόρο Αθαλάσσας, ενώ, στην περίπτωση που τα πραγματικά γεγονότα έχουν ως η δεύτερη εκδοχή του Ενάγοντα, η πιθανότητα το ταξί να κατευθύνθηκε πίσω από το όχημα την τελευταία στιγμή και σε χρόνο και υπό συνθήκες που δεν θα ήταν δυνατή η αποτροπή της σύγκρουσης, να μην μπορεί να αποκλειστεί. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι ο Ενάγοντας δεν έδωσε καμία εξήγηση ως προς το γιατί προώθησε δύο, εντελώς συγκρουόμενες, εκδοχές, ούτε και έδειξε ειδική προτίμηση στη μια παρά στη άλλη και κατά συνέπεια δεν έδωσε στο Δικαστήριο την ευκαιρία να εξετάσει αν μπορεί να προτιμήσει τη μια εκ των δύο εκδοχών τους στη βάση της όποιας σχετικής εξήγησης θα έδιδε. Η τάση του Ενάγοντα να ψευσθεί ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, προκύπτει και από το εντελώς ετεροχρονισμένο, στη βάση της λογικής, ισχυρισμό του (τέθηκε για πρώτη και τελευταία φορά στο στάδιο της επανεξέτασης χωρίς καν να προηγηθεί οποιαδήποτε ειδική σχετική ερώτηση), σύμφωνα με το οποίο, προ της σύγκρουσης και αφού το όχημα είχε αρχίσει την όπισθεν πορεία του, ο Ενάγοντας κόρναρε και φώναξε προς τον ασφαλισμένο οδηγό για να εκδηλώσει την εκεί παρουσία του ταξί. Θεωρώ εντελώς παράλογο, ο Ενάγοντας να ενήργησε με τον τρόπο που μόλις περιγράφηκε, και ένας τέτοιος ισχυρισμός να μην προβληθεί, στο στάδιο της κυρίως εξέτασης, πόσο μάλλον όταν το μεγαλύτερο μέρος της καλύφθηκε από γραπτή δήλωση που ο ίδιος ετοίμασε και η οποία αναγνώστηκε μεγαλοφώνως στη παρουσία του στη αίθουσα του Δικαστηρίου. Αν μη τι άλλο, λογικό θα ήταν, δεδομένων των πολλών ευκαιριών που είχε (του υποβλήθηκαν αρκετές σχετικές με το ζήτημα ερωτήσεις) να προβάλει ένα τέτοιο ισχυρισμό, αν όντως ήταν αληθής, στο στάδιο της αντεξέτασης του και όχι, τούτος να προβληθεί για πρώτη φορά στο στάδιο της επανεξέτασης. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, δεν κρίνεται η παρούσα περίπτωση πρόσφορη για να γίνει επιλογή μέρους της μαρτυρίας του Ενάγοντα για σκοπούς κατάληξης σε ευρήματα ή έστω συμπεράσματα ως προς την, ακριβώς πριν τη σύγκρουση, συμπεριφορά των ενεχόμενων οχημάτων. Τα ίδια ισχύουν και για τον ασφαλισμένο οδηγό. Και τούτο γιατί, ενώ δικογραφικά προωθείται η θέση ότι το ταξί κινείται στην αντίθετη λωρίδα κυκλοφορίας (αφήνοντας να νοηθεί ότι στην αντίθετη του ταξί λωρίδα κυκλοφορίας κινείται το όχημα) και συγκρούεται με το όχημα, στη δια ζώσης μαρτυρία του, ο ασφαλισμένος οδηγός ισχυρίστηκε ότι το ταξί, κατά τη σύγκρουση, ήταν σταθμευμένο και ότι είναι το όχημα που συγκρούστηκε επί αυτού. Επίσης, ενώ στη βάση των δικογραφημένων θέσεων της Εναγόμενης ελλείπει οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί αποκοπής της πορείας του οχήματος από το ταξί, η όλη μαρτυρία του ασφαλισμένου οδηγού θέλει το ταξί να αποκόπτει την πορεία του οχήματος. Πέραν της πιο πάνω σημαντικής αντίφασης που παρατηρείται στη μαρτυρία του ασφαλισμένου οδηγού συγκρινόμενη με τις δικογραφημένες θέσεις της Εναγόμενης, τούτη (η μαρτυρία του), παρουσιάζει και άλλες αδυναμίες, και σε καίρια σημεία της συγκρούεται και με την κοινή λογική. Και εξηγώ: Όταν ο ασφαλισμένος οδηγός ερωτήθη κατά πόσο, κατά την εκκίνησή του, αριστερά του οχήματος ήταν σταθμευμένο και το κίτρινο όχημα που εμφαίνεται επί των φωτογραφιών 2 και 3 του τεκμηρίου 1(β), ερώτηση που τέθηκε με σκοπό να διαφανεί κατά πόσο το ταξί θα μπορούσε ή όχι να κατευθυνθεί προς το σημείο που ισχυρίστηκε ο Ενάγοντας (κατά τη μία εκδοχή του) ότι σκοπούσε να το κατευθύνει, ο ασφαλισμένος οδηγός επικαλέστηκε απώλεια μνήμης, αφήνοντας έτσι ανοικτό το ενδεχόμενο το κίτρινο όχημα να βρισκόταν στο σημείο και να αποτελούσε εμπόδιο για την επικαλούμενη διέλευση του ταξί. Ξέχασε ωστόσο ότι, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του ισχυρίστηκε ότι, μέσω των γυαλιών των αριστερών πόρτων του οχήματος έλεγξε την εξ αριστερών τροχαία κίνηση, έλεγχος ο οποίος θα ήταν, αν όχι αδύνατος, τουλάχιστον μη πλήρης αν όντως το κίτρινο όχημα ήταν σταθμευμένο στο σημείο ως τούτο εμφαίνεται επί των φωτογραφιών 2 και 3 του τεκμηρίου 1(β). Είμαι ακόμα της γνώμης ότι, ο ισχυρισμός του ασφαλισμένου οδηγού περί περιορισμένου ελέγχου (προς τα πίσω και αριστερά μόνο) κατά την όπισθεν πορεία του οχήματος, είναι εντελώς πλασματικός και φτιαχτός σε μια προσπάθεια του να αποποιηθεί των όποιων ευθυνών του για το επίδικο ατύχημα. Και τούτο γιατί, μια τέτοια ενέργειά του ισοδυναμεί με εγκληματική παράλειψή του να εξετάσει, πριν την όπισθεν κίνηση του οχήματος, αλλά και κατά τη διάρκειά της, κατά πόσο εκ δεξιών του οχήματος κινούνται πεζοί, πόσο μάλλον στη βάση του δεδομένου ότι η όπισθεν κίνηση γίνεται επί πεζοδρομίου και όχι δρόμου. Όταν του υπεδείχθη κατά το στάδιο της αντεξέτασής του, ότι υπήρχε κίνδυνος να κτυπήσει πεζό, ο ασφαλισμένος οδηγός έδωσε την εξής ασαφή απάντηση, αναγνωρίζοντας ωστόσο το υπαρκτό του κινδύνου να χρησιμοποιείτο το πεζοδρόμιο από πεζό. «Ε. Θεωρείς ότι κάποιος θα μπορούσε να ερχόταν που τα δεξιά σου εκείνη την ώρα είτε αυτοκίνητο είτε πεζός; Α. Υπήρχε η πιθανότητα να υπάρχει πεζός γι' αυτό έβλεπα από τα καθρεφτάκια μου για όχημα από την αντίθετη κατεύθυνση και δη από αυτή που ήλθε ο Ενάγοντας απίθανο». Ακριβώς μετά την πιο πάνω απάντησή του με την οποία αναγνώρισε την πιθανότητα παρουσίας πεζού επί του πεζοδρομίου (παρά το εντελώς ασαφές της λοιπής τοποθέτησής του), συνέχισε να προβάλλει τον ισχυρισμό ότι δεν εξέτασε από το δεξιό καθρεφτάκι του οχήματος ή γενικότερα προς τα δεξιά του για ενδεχόμενο εμπόδιο, καθ' ότι θεωρούσε απίθανη την όποια προσέγγιση στο σημείο από όχημα, ισχυρισμός ο οποίος, κατά τη γνώμη μου, προωθήθηκε με μόνο σκοπό να προβάλει, ακολούθως, τη θέση ότι δικαιολογείται η μη αντίληψη από πλευράς του της προσέγγισης του ταξί στο σημείο. Επί του τελευταίου κρίνω ορθό να σημειώσω ότι, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, ως λόγο για τον οποίο δεν έστρεψε την προσοχή του προς τα δεξιά, ο ασφαλισμένος οδηγός προέβαλε τη θέση ότι, δεν θα ήταν λογικό κάποιο όχημα να προσεγγίσει το χώρο στον οποίο βρισκόταν το όχημα, καθ' ότι μόνο ένας χώρος στάθμευσης υπάρχει στο σημείο, ξεχνώντας, προφανώς, ότι δίπλα από το όχημα υπήρχε επαρκής επιπρόσθετος χώρος στάθμευσης, ως αβίαστα προκύπτει από τις φωτογραφίες του τεκμηρίου 1(β) που δείχνουν το κίτρινο όχημα σταθμευμένο δίπλα του. Ήταν εμφανής η προσπάθεια του ασφαλισμένου οδηγού να αποφύγει να προωθήσει ισχυρισμούς που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για απόδοση ευθύνης στον ίδιο, και από την άλλη, να προωθήσει ισχυρισμούς που θα επώμιζαν την όλη ευθύνη για ατύχημα στον Ενάγοντα. Κατά συνέπεια, η μαρτυρία του ασφαλισμένου οδηγού δεν κρίνεται ασφαλές υπόβαθρο για την εξαγωγή ευρημάτων ως προς τον τρόπο δράσης του ιδίου, τόσο πριν την εκκίνηση, όσο και κατά την όπισθεν κίνηση του οχήματος, αλλά και αναφορικά με τη χρονική στιγμή που το ταξί αποτέλεσε υπαρκτό κίνδυνο για ενδεχόμενη σύγκρουση με το όχημα. Ως εκ των ανωτέρω, τόσο η μαρτυρία του Ενάγοντα, όσο και η μαρτυρία του ασφαλισμένου οδηγού, δεν μπορούν να γίνουν δεκτές. Τελικά ευρήματα Παρά την πιο πάνω αξιολόγηση της ενώπιον του Δικαστηρίου, δια ζώσης, μαρτυρία, εξέτασα και το ενδεχόμενο η πραγματική, ενώπιον του Δικαστηρίου, μαρτυρία να επαρκεί για σκοπούς κατάληξης τέτοιων ευρημάτων που να επιτρέπουν τη δικαστική κρίση για επίλυση της επίδικης διαφοράς. Δυστυχώς, τούτη (η πραγματική μαρτυρία) δεν επαρκεί για ένα τέτοιο σκοπό. Ως προς το τεκμήριο 1(α) (σχέδιο), καμία μαρτυρία δεν δόθηκε ως προς το περιεχόμενο του, ούτε και σ' αυτό καταγράφεται οτιδήποτε που να προσδιορίζει τις αποστάσεις των οχημάτων, είτε της ακριβούς πορείας που τούτα ακολούθησαν, είτε, τέλος, των αποστάσεων που διένυσαν. Αν υπάρχει κάτι σημαντικό να ειπωθεί για το τεκμήριο 1(α) είναι ότι, στην όψη του, δεν φαίνεται να συμφωνεί με την πραγματική εικόνα του χώρου στον οποίο επεσυνέβη η σύγκρουση, στη βάση που τούτη είναι ορατή από τις φωτογραφίες τεκμήριο 1(β). Ενδεικτικά και μόνο, υποδεικνύω ότι, το σημείο σύγκρουσης επί του τεκμηρίου 1(α) τοποθετείται εντός της λεωφόρου Αθαλάσσας, αντί επί του πεζοδρομίου ως ξεκάθαρα εμφαίνεται στις φωτογραφίες (αποτελεί κοινό τόπο ότι το ταξί επί των φωτογραφιών υποδεικνύεται στην τελική του θέση), καθώς επίσης και ότι (επί το Τεκμηρίου 1(α)) το όχημα φαίνεται να εξέρχεται από κάποια πάροδο, παραπλεύρως του τμήματος κοινωνικών ασφαλίσεων, παρά από χώρο στάθμευσης έμπροσθεν του εν λόγω τμήματος ως τούτο είναι επίσης εξόφθαλμο από τις φωτογραφίες. Όσον τώρα αφορά στις φωτογραφίες τεκμήριο 1(β), αν και τούτες είναι πλήρως διαφωτιστικές του σημείου σύγκρουσης, καθώς επίσης και γενικότερα του ευρύτερου χώρου στον οποίο κινούντο τα εμπλεκόμενα οχήματα προ της σύγκρουσής τους, εντούτοις δεν κρίνεται επαρκές υπόβαθρο για την επί του προκειμένου δικαστική κρίση, καθ΄ ότι το «όχημα» δεν βρίσκεται στην τελική του θέση (μετά τη σύγκρουση μετακινήθηκε από τον ασφαλισμένο οδηγό), ενώ δεν διαφωτίζει καθ' οιονδήποτε τρόπο, ως προς το βασικό ζητούμενο και δη το κατά πόσο ο Ενάγοντας κατεύθυνε το ταξί στο σημείο που απεικονίζεται επί των φωτογραφιών σε χρόνο και υπό συνθήκες που ήταν αδύνατη η από πλευράς του ασφαλισμένου οδηγού αποφυγή της σύγκρουσης. Κατάληξη Στη βάση των πιο πάνω, καθίσταται έκδηλο ότι το Δικαστήριο αδυνατεί να καταλήξει σε τελικά ευρήματα τα οποία να του επιτρέπουν να εκφράσει την κρίση του ως προς την ευθύνη για το επίδικο ατύχημα και με δεδομένη την αρχή ότι το βάρος απόδειξης της αγωγής φέρει ο Ενάγοντας, κρίνεται ότι τούτος απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή του. Κατά συνέπεια, η παρούσα αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα δεν έχω λόγο γιατί να παρεκκλίνω από τον κανόνα που θέλει τούτα να ακολουθούν το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας, και ως εκ τούτου, αυτά επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον του Ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ................................... Θ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Ο συνήγορος του Ενάγοντα, δια σχετικής δήλωσής του, ανέφερε ότι εγκαταλείπεται η όποια απαίτησή του Ενάγοντα για ειδικές αποζημιώσεις. [2] Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της ακροαματικής διαδικασίας, είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω και να ακούσω με προσοχή και υπομονή και τους δύο μάρτυρες που κατέθεσαν ενώπιόν μου και αξιολόγησα, ως θα φανεί κατωτέρω, τη μαρτυρία τους με γνώμονα πως η αξιοπιστία ενός μάρτυρα εκτιμάται αποσυναρτημένα του επιπέδου απόδειξης. Είχα επίσης συνέχεια κατά νου το διαδικαστικό στάδιο στο οποίο προέκυψε η κάθε μαρτυρία, την γνώση, πηγή και κύρος του κάθε μάρτυρα, αλλά και την ύπαρξη ή μη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Κατά νου είχα ακόμα και τη δυνατότητα μνήμης έκαστου μάρτυρα, αλλά και τους λόγους που είχαν ή που επικαλέστηκαν για το γεγονός ότι θυμούντο τα όσα κατέθεταν, καθώς επίσης και την αμεσότητα, σαφήνεια και ειλικρίνεια που ενδεχομένως χαρακτήριζε τις αναφορές τους. Βαρύτητα δόθηκε και στις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες, ασυνέπειες και αντιφάσεις που ενδεχομένως παρατηρούνται στη μαρτυρία τους. Απέφυγα να αποδώσω υπέρμετρη βαρύτητα στα εξωτερικά γνωρίσματα της συμπεριφοράς των μαρτύρων και τούτο με γνώμονα το γεγονός ότι μια διαφορετική προσέγγιση ενέχει κινδύνους μιας και, κάποιοι μάρτυρες, συνεπεία των εξωτερικών γνωρισμάτων της συμπεριφοράς τους, ενδεχομένως να δημιουργούν μια τελείως διαφορετική εντύπωση από εκείνη που πραγματικά τους χαρακτηρίζει (βλ. Νικολάου ν. Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806, Χρίστου ν. Ηροδότου κ.α.
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685 και Χριστοφή ν. Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406). cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.