← Κύπρος

Χριστοδούλου ν. Λοΐζου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7046/2011, 7/8/2019

Χριστοδούλου ν. Λοΐζου κ.α., Αρ. Αγωγής: 7046/2011, 7/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A368 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7046/2011 XXXXX Χριστοδούλου Ενάγουσα -και- 1.XXXXX Λοΐζου

  1. Γενικός Εισαγγελέας Εναγόμενοι Ημερομηνία: 7 Αυγούστου,
  2. Εμφανίσεις: Για τον Ενάγοντα: κ. Κληρίδης. Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κα Τσαγγάρη. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Η σύλληψη του Ενάγοντα εντός τους Αστυνομικού Σταθμού Λυκαβηττού στη Λευκωσία και η μετέπειτα κράτησή του, τόσο εντός του ίδιου σταθμού, όσο (μετέπειτα) και εντός του Αστυνομικού Σταθμού Λακατάμειας, αποτέλεσαν του λόγους για την καταχώρηση της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής, στη βάση κατ' ισχυρισμό κατάχρησης εξουσίας από πλευράς του Εναγόμενου 1 (ο αξιωματικός του σταθμού που προέβη στη σύλληψη, και διέταξε και τη περαιτέρω κράτηση, του Ενάγοντα), η οποία κατάχρηση είχε ως αποτέλεσμα να παραβιαστούν τα δικαιώματα του Ενάγοντα και να τύχει ταπεινωτικής μεταχείρισης, διασυρμού και εξευτελισμού. Ο Εναγόμενος 2 ενάγεται δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 172 του Συντάγματος και του άρθρου 57 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Είναι, περαιτέρω, δικογραφημένος ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι, οι ενέργειες του Εναγομένου 1 και κατ' επέκταση και του Εναγομένου 2, ισοδυναμούν και με παράβαση νόμιμου καθήκοντός τους έναντί του, η οποία είχε ως αποτέλεσμα να παραβιαστούν τα συνταγματικά του δικαιώματα, ως τούτα προστατεύονται από συγκεκριμένα Άρθρα του Συντάγματος, στα οποία γίνεται ειδική αναφορά στην Έκθεση Απαίτησης. Η Υπεράσπιση Οι Εναγόμενοι 1 και 2, με την κοινή υπεράσπισή τους, αρνούνται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα, παραθέτουν τους δικούς τους ισχυρισμούς ως προς τα επίδικα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή, και ισχυρίζονται ότι, η συμπεριφορά και γενικότερα οι ενέργειες του Εναγόμενου 1, καθώς επίσης και των λοιπών εμπλεκόμενων αστυνομικών, τόσο κατά τη σύλληψη, όσο και κατά τη διάρκεια της κράτησης του Ενάγοντα, ήταν καθόλα ορθές, εύλογες, νόμιμες, νομότυπες, ενδεδειγμένες και σύμφωνες με τη συνήθη πρακτική που ακολουθείται σε τέτοιες περιπτώσεις. Προβάλλουν, συναφώς, ότι, κανένα δικαίωμα του Ενάγοντα δεν έχει παραβιαστεί και κατά συνέπεια, κανένα δικαίωμα έχει να προωθεί την παρούσα αγωγή. Κοινώς Αποδεκτά Γεγονότα Στη βάση κοινών τοποθετήσεων από τις δύο πλευρές, συναφών δηλώσεων των συνηγόρων τους, και της αναντίλεκτης ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, τα πιο κάτω αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των μερών, καθώς επίσης και βάση για περιορισμό των επίδικων ζητημάτων. Στις 4.10.2011, και περί ώρα 13:30 o Ενάγοντας, όντας δικηγόρος, επισκέφθηκε, κατόπιν εντολής πελάτη του, τον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού στη Λευκωσία για να ενημερωθεί για τους λόγους που αλλοδαπός, εργοδοτούμενος του πελάτη του, βρισκόταν υπό κράτηση. Κατά την εκεί παρουσία του, και αφού προηγουμένως ρώτησε σχετικά τον επί καθήκοντι αστυφύλακα στο χώρο του Τμήματος Υποβολής Παραπόνων του σταθμού, ενημερώθηκε ότι ο συγκεκριμένος αλλοδαπός βρισκόταν υπό κράτηση κατόπιν διατάγματος που εκδόθηκε από τον αρμόδιο Υπουργό για σκοπούς απέλασής του. Συνεπεία της πληροφόρησης αυτής, ο Ενάγοντας, ευρισκόμενος εντός του αστυνομικού σταθμού Λυκαβηττού, επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πελάτη του, και αφού τον ενημέρωσε σχετικά, έτυχε εκ νέου πληροφόρησης από τον τελευταίο ότι ο αλλοδαπός βρισκόταν στην Κύπρο νόμιμα, κατέχοντας δε και άδεια να εργάζεται σ' αυτόν, και ότι, υπό τις περιστάσεις, δεν δικαιολογείτο η ύπαρξη διατάγματος απέλασής του. Στη βάση της πληροφόρησης αυτής, ο Ενάγοντας εκστόμισε (αναφορικά με το πρόσωπο προς το οποίο ο Ενάγοντας απευθυνόταν, οι δύο πλευρές προώθησαν διαφορετικούς ισχυρισμούς), διάφορες φράσεις, όπως «θα ... φκάλω τον κώλο...» και «εννά ... σάσω εγώ». Παρεμβάλλω, στο σημείο αυτό, για να σημειώσω ότι, κατά τον Ενάγοντα, οι φράσεις αυτές αναφέρθηκαν από τον ίδιο προς τον πελάτη του κατά την τηλεφωνική του συνομιλία υπό μορφή ενημέρωσής του, ότι, αν όντως ο αλλοδαπός, εργοδοτούμενός του, βρισκόταν στην Κύπρο νόμιμα, με άδεια εργασίας και, παρά ταύτα, εκδόθηκε εναντίον του διάταγμα απέλασης, θα ενεργούσε με νόμιμα μέσα ώστε η αστυνομία και γενικά οι φορείς που επιδίωκαν την απέλασή του να τιμωρηθούν για την πρόθεσή τους αυτή και ότι οι ολοκληρωμένες σχετικές φράσεις του ήταν «εννά τους σάσω εγώ» και «εγώ θα τους βγάλω τον κώλο τους». Η σχετική εκδοχή των Εναγομένων, είναι ότι οι αναφορές αυτές του Ενάγοντα έγιναν προς τον επί καθήκοντι αστυφύλακα και αφορούσαν στις φράσεις «θα σας σάσω ούλλους, εννά σας φκάλω τον κώλο σας». Επανερχόμενος στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα σημειώνω ότι, η εκστόμιση των φράσεων αυτών από πλευράς του Ενάγοντα προκάλεσαν την αντίδραση πολίτη, που τη δεδομένη στιγμή βρισκόταν στoν αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού για να δηλώσει απώλεια του δελτίου ταυτότητάς του, ο οποίος απευθυνόμενος προς τον Ενάγοντα τον παρατήρησε για τις φράσεις του αυτές. Παρεμβάλλω, εκ νέου, για να σημειώσω ότι, ως προς το ύφος, τόνο και επακριβείς αναφορές του πολίτη προς τον Ενάγοντα, οι δύο πλευρές προώθησαν διαφορετικούς ισχυρισμούς. Αναφορικά και πάλι με τα αποδεκτά γεγονότα, μετά την παρατήρηση του πολίτη προς τον Ενάγοντα, ο τελευταίος, με έντονο ύφος, απευθυνόμενος προς το συγκεκριμένο πολίτη, αμφισβήτησε το δικαίωμά του να τον παρατηρεί και θεώρησε την όλη συμπεριφορά του ως υπόδειξη ως προς τον τρόπο με τον οποίο θα πρέπει να εκτελεί τα καθήκοντά του ως δικηγόρος, και ακολούθησε σχετική αντιπαράθεσή τους με φωνασκίες οι οποίες οδήγησαν το σταθμάρχη και βοηθό σταθμάρχη (εναγόμενο 1), να εξέλθουν του γραφείου του πρώτου που βρίσκεται στον πρώτο όροφο και να κατευθυνθούν, μέσω κλιμακοστασίου, στο ισόγειο όπου και λάμβανε χώρα το επεισόδιο. Ακολούθησε διάλογος μεταξύ του Ενάγοντα και του Εναγόμενου 1, στα πλαίσια του οποίου, μεταξύ άλλων, ο τελευταίος ζήτησε από τον πρώτο όπως ηρεμήσει, προειδοποιώντας τον ότι αν δεν το πράξει θα συλληφθεί. Ο Ενάγοντας, αντιδρώντας στην αναφορά αυτή του Εναγόμενου 1, κτύπησε το χέρι του στον πάγκο του Τμήματος Υποβολής Παραπόνων του σταθμού και απαίτησε να δει τον πελάτη του, και της ενέργειάς του αυτής ακολούθησε η σύλληψή του κατόπιν πρωτοβουλίας του Εναγόμενου 1 και με τη βοήθεια ενός αστυφύλακα. Κατά τη σύλληψή του ο Ενάγοντας δεν αντέδρασε και του τοποθετήθηκαν, οπισθάγκωνα, χειροπέδες. Παρεμβάλλω, και πάλιν, στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, οι δύο πλευρές προώθησαν διαφορετικούς ισχυρισμούς ως προς τη συμπεριφορά του Ενάγοντα (ύφος, τόνος φωνής, επιθετικές κινήσεις του ή μη προς όργανο της τάξης, δύναμη με την οποία κτύπησε τον πάγκο κ.ο.κ.) ακριβώς πριν τη σύλληψή του. Μετά τη σύλληψή του, η οποία τοποθετείται χρονικά περί τις 13:40 εκείνης της ημέρας, ο Ενάγοντας οδηγήθηκε σε σημείο πίσω από τον πάγκο του γραφείου παραπόνων του σταθμού σε χώρο που ήταν ορατός από τον οποιοδήποτε τυχόν επισκεπτόταν το εν λόγω γραφείο και παρέμεινε στο σημείο εκεί για τουλάχιστον μία ώρα φέροντας στα χέρια του χειροπέδες. Σύμφωνα πάντα με την κοινώς αποδεκτή μαρτυρία, είκοσι περίπου λεπτά μετά τη σύλληψή του, ο Ενάγοντας, αφού προηγουμένως του αφαίρεσαν τις χειροπέδες, υπέγραψε το Έντυπο Δικαιωμάτων Επικοινωνίας Κρατουμένων (τεκμήριο 4), και ακολούθως, του τοποθετήθηκαν, εκ νέου, οι χειροπέδες, πλην όμως με τα χέρια του να είναι εμπρός του σώματός του. Κατά την εκεί παραμονή του Ενάγοντα, το γραφείο παραπόνων του σταθμού επισκέφθηκε γνωστή του, η οποία, τον είδε πίσω από τον πάγκο να φέρει χειροπέδες. Το συμβάν αυτό έλαβε χώρα περί τις 14:30 εκείνης της ημέρας. Ακολούθως, σε χρόνο για τον οποίο οι δύο πλευρές προώθησαν διαφορετικούς ισχυρισμούς, ο Ενάγοντας μεταφέρθηκε με αστυνομικό όχημα στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας, πάντα φέροντας χειροπέδες, και παραδόθηκε στους εκεί επί καθήκοντι αστυφύλακες για να παραμείνει υπό κράτηση. Τον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας περί τις 17:00, επισκέφθηκε, κατόπιν σχετικής πληροφόρησης που έλαβε, ο δικηγόρος XXXXX Λαμπίδης, όπου και παρέμεινε μαζί με τον Ενάγοντα μέχρι τις 18:
  3. Περί τις 18:40 μέχρι και τις 19:30, πάντα της ίδιας ημέρας, λήφθηκε, στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας, ανακριτική κατάθεση από τον Ενάγοντα, και ακολούθησε, μέχρι και τις 19:52, η απαγγελία της γραπτής κατηγορίας του για το αδίκημα της πρόκλησης θορύβου και ταραχής, χωρίς εύλογη αιτία, σε δημόσιο χώρο. Ακολούθως, ο Ενάγοντας αφέθηκε ελεύθερος και μεταφέρθηκε με αστυνομικό όχημα στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, για να παραλάβει το όχημά του. Από τη σύλληψή του και μετά, καθόλη τη διάρκεια της κράτησής του, τόσο στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, όσο και στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας, ο Ενάγοντας ήταν ήρεμος και πλήρως συνεργάσιμος. Από τη στιγμή της παράδοσής του στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας μέχρι και την απόλυσή του ο Ενάγοντας δεν έφερε χειροπέδες, ούτε και τοποθετήθηκε σε κρατητήριο του σταθμού, ενώ του επετράπη να κινείται ελεύθερα εντός του σταθμού και να επικοινωνεί τηλεφωνικά με τρίτους. Για τα μόλις πιο πάνω αναφερόμενα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Προσδιορισμός των υπό αμφισβήτηση επίδικων ζητημάτων Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων, πλέον, του Δικαστηρίου, τα αμέσως πιο κάτω αποτελούν τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα. · Ποια ήταν η συμπεριφορά του Ενάγοντα ακριβώς πριν τη σύλληψή του, και κατά πόσο τούτη δικαιολογούσε την ενέργεια του Εναγομένου 1 να τον συλλάβει ή η σύλληψη του ήταν παράνομη; · Πληροφορήθηκε ο Ενάγοντας, είτε από τον Εναγόμενο 1, είτε από άλλο όργανο της τάξης το λόγο για τον οποίο συλλαμβάνετο; Αν ναι, πότε; · Υπό ποιες συνθήκες κράτησης τελούσε ο Ενάγοντας καθόλη τη διάρκεια που βρισκόταν στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, και κατά πόσο τούτες δικαιολογούν το παράπονό του για παράβαση των συνταγματικών και νομικών του δικαιωμάτων και ειδικότερα για ταπεινωτική μεταχείριση[1]; · Στη βάση της φύσης του κατ' ισχυρισμό αδικήματος που διέπραξε ο Ενάγοντας και της ανάγκης τούτο να τύχει διερεύνησης από την αστυνομία, η κράτηση του Ενάγοντα για 6½ περίπου ώρες πριν την απελευθέρωσή του κρίνεται δικαιολογημένη ή ισοδυναμεί με παράνομη κράτηση; Η Εκδοχή του Ενάγοντα Αναφορικά με τα υπό αμφισβήτηση ουσιώδη γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή, ο Ενάγοντας προβάλλει την εξής εκδοχή: Όταν ο πολίτης τον άκουσε να συνομιλεί στο τηλέφωνο με τον πελάτη του και να αναφέρει προς αυτόν τις πιο πάνω αναφερόμενες φράσεις, με έντονο και απειλητικό, αλλά και επιθετικό ύφος άρχισε να τον παρατηρεί εις τρόπον ανεπίτρεπτο που δικαιολογούσε την από πλευράς του αντίδραση. Τούτη (η αντίδρασή του), σκοπό είχε απλά να υποδείξει στον πολίτη ότι δεν δικαιούτο να του υποδεικνύει πώς να εκτελεί τα καθήκοντά του ως δικηγόρος και ότι γενικά η συμπεριφορά του πολίτη αυτού ήταν απαράδεκτη. Λόγω της επιμονής του πολίτη να τον παρατηρεί, αντέδρασε και ο ίδιος με έντονο ύφος και έντονο τόνο φωνής και προκλήθηκε μεταξύ τους λεκτικό επεισόδιο. Όταν το επεισόδιο αυτό οδήγησε στην κάθοδο του σταθμάρχη και του Εναγόμενου 1 από τον πρώτο όροφο, ο Ενάγοντας προσπάθησε να εξηγήσει στον Εναγόμενο 1 τους λόγους που προκλήθηκε το επεισόδιο, με τον τελευταίο να μην του δίδει την ευκαιρία να τοποθετηθεί και να απαιτεί συνεχώς από τον ίδιο (τον Ενάγοντα) να ηρεμήσει και να σέβεται το χώρο του σταθμού και την στολή την οποία φορούν τα αστυνομικά όργανα. Παρά τις συνεχείς προσπάθειές του να του επιτραπεί από τον Εναγόμενο 1 να εξηγήσει ότι το παράπονό του αφορούσε αποκλειστικά στη συμπεριφορά του συγκεκριμένου πολίτη και ότι δεν διακατέχεται από οποιαδήποτε ασέβεια είτε προς την αστυνομία, ως σώμα, είτε προς τα μέλη της, ο Εναγόμενος 1 συνέχισε να τον αντιμετωπίζει ως υπεύθυνο του προηγηθέντος επεισοδίου. Στη βάση της αντιμετώπισης αυτής από πλευράς του Εναγόμενου 1, και παρά το ότι ο τελευταίος τον προειδοποίησε ότι αν δεν ηρεμήσει θα τον συλλάβει, θεωρώντας τον εαυτό του εντελώς αδικημένο από την όλη αντιμετώπιση που τύγχανε, ο Ενάγοντας, με έντονο ύφος, και κτυπώντας ελαφρά το χέρι του στον πάγκο του γραφείου παραπόνων του σταθμού απαίτησε να δει τον αλλοδαπό πελάτη του. Της πράξης του αυτής, ακολούθησε η σύλληψη του από τον Εναγόμενο 1, ο οποίος με λαβή «ζίου ζίτσου» έφερε τα χέρια του προς τα πίσω και του τοποθέτησε χειροπέδες. Πάντα κατά τον Ενάγοντα, η όλη συμπεριφορά του τη δεδομένη στιγμή δεν δικαιολογούσε τη σύλληψή του, πόσο μάλλον και την τοποθέτηση χειροπέδων. Η ηλικία του, ο σωματότυπός του, και γενικά η όλη συμπεριφορά του, δεν τον καθιστούσαν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, επικίνδυνο πρόσωπο ή πρόσωπο που έδειχνε πρόθεση ή τάση απόδρασης ή φυγής ή διάπραξης κάποιου αδικήματος, με αποτέλεσμα, ούτε η σύλληψη του, αλλά ούτε και η τοποθέτηση χειροπέδων να θεωρείται, υπό τις περιστάσεις, αναγκαία ενέργεια. Ως προς τα γεγονότα που ακολούθησαν, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή του Ενάγοντα, τούτος τοποθετήθηκε, για πέραν της μιας ώρας, πίσω από τον πάγκο του γραφείου παραπόνων του σταθμού σε περίοπτη θέση και υπό συνθήκες εξευτελιστικές και ταπεινωτικές για τον ίδιο, μιας και το κάθε πρόσωπο το οποίο επισκεπτόταν τον αστυνομικό σταθμό τον έβλεπε να βρίσκεται στο σημείο και να φέρει χειροπέδες ωσάν να επρόκειτο για το μεγαλύτερο εγκληματία. Είναι δε θέση του Ενάγοντα ότι, ο αστυνομικός σταθμός Λυκαβηττού, τόσο στο ισόγειο, όσο και στον πρώτο όροφο, διαθέτει μεγάλο αριθμό γραφείων τα οποία μπορούσαν, ευκόλως, να αποτελέσουν το χώρο παραμονής του κατά τη διάρκεια της κράτησής του και να αποφευγόταν έτσι ο δημόσιος διασυρμός του. Προς τούτο ο Ενάγοντας προβάλλει ότι, καθόλη τη διάρκεια της κράτησής του στον Αστυνομικό Σταθμό Λυκαβηττού ήταν υπό την επιτήρηση συγκεκριμένου αστυφύλακα, ο οποίος αστυφύλακας, ή άλλος συνάδελφός του, θα μπορούσε να τον επιτηρεί εντός κάποιου γραφείου του σταθμού. Θεωρεί δε ότι η ενέργεια του Εναγομένου 1 και γενικά των υπαλλήλων του Κράτους να τον τοποθετούν σε περίοπτο θέση με χειροπέδες έγινε με σκοπό τη διαπόμπευση και διασυρμό του και εκδικητικά, υπό μορφή τιμωρίας, λόγω της επίμονης απαίτησής του να δει τον αλλοδαπό πελάτη του και της αμφισβήτησης τη νομιμότητα της κράτησής του. Μια άλλη θέση του Ενάγοντα είναι ότι, ανεξαρτήτως της νομιμότητας ή μη της σύλληψής του, με δεδομένη τη θέση των Εναγομένων ότι τούτος διέπραξε το αυτόφωρο αδίκημα της ανησυχίας, το οποίο συγκαταλέγεται στον κατάλογο των μικροπαραβάσεων, η αστυνομία απλά όφειλε να τον κατηγορήσει γραπτώς και να τον αφήσει αμέσως ελεύθερο και όχι να τον θέσει υπό κράτηση για 6 ½ περίπου ώρες. Προβάλλει, συναφώς, τη θέση ότι, στη βάση του δεδομένου ότι μόνο από τρεις πολίτες θα λαμβάνονταν καταθέσεις, μιας και οι υπόλοιποι αυτόπτες μάρτυρες του επεισοδίου ήταν αστυνομικά όργανα που θα έδιδαν την κατάθεσή τους με δική τους πρωτοβουλία και χωρίς τη βοήθεια του ανακριτή, η κράτησή του για έξι και πλέον ώρες διατάχθηκε από τον Εναγόμενο 1 εκδικητικά και τιμωρητικά. Όσον αφορά στην παραμονή του στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας, αν και ο Ενάγοντας παραπονείται για το γεγονός ότι παρέμεινε υπό κράτηση μέχρι τις 20:00, περίπου, εντούτοις θεωρεί τη συμπεριφορά των εκεί αστυνομικών οργάνων ως πλήρως ενδεδειγμένη και ανθρώπινη και ως παρέχουσα σ' αυτόν όλα τα δικαιώματα κρατουμένου και την ευκαιρία να έλθει σε επαφή με το δικηγόρο του και γενικά δικά του πρόσωπα, δικαιώματα, τα οποία, παρά τη σχετική απαίτησή του, δεν του επετράπησαν να τα εξασκήσει, καθ' ον χρόνο βρισκόταν υπό κράτηση στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού. Τέλος, πάντα κατά την εκδοχή του Ενάγοντα, ο λόγος που τούτος αφέθηκε τελικά ελεύθερος, δεν ήταν η ολοκλήρωση των ανακρίσεων και η συμπλήρωση του μαρτυρικού υλικού, ως οι Εναγόμενοι διατείνονται, αλλά η σχετική διαταγή που δόθηκε από τον τότε Γενικό Εισαγγελέα κατόπιν παρέμβασης του Προέδρου του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου στη βάση πληροφόρησης που έλαβε από το δικηγόρο Δημήτρη Λαμπίδη μετά που ο τελευταίος έτυχε ενημέρωσης για τη σύλληψη και κράτησή του. Η Εκδοχή των Εναγομένων Κατά τους Εναγόμενους, η συμπεριφορά του Ενάγοντα ακριβώς πριν τη σύλληψη ήταν απειλητική, βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση, φωνασκούσε και δεν επεδείκνυε οποιαδήποτε τάση να ηρεμήσει. Παρά τις προσπάθειες που έγιναν από πλευράς του Εναγόμενου 1 να τον ηρεμήσει και να δοθεί τέλος στο όλο επεισόδιο, ο Ενάγοντας, όχι απλά δεν ηρέμησε, αλλά συνέχισε να φωνάζει, να απειλεί και να αγνοεί πλήρως τις συστάσεις του. Στη βάση των δεδομένων αυτών, πάντα κατά την εκδοχή των Εναγομένων, έγινε προειδοποίηση προς τον Ενάγοντα ότι αν δεν ηρεμήσει για να υπάρχει κάποιας μορφής συνεννόηση μεταξύ τους, δεν θα μπορούσε παρά να συλληφθεί. Παρά την προειδοποίηση αυτή, ο Ενάγοντας συνέχισε να φωνάζει και να κτυπά δυνατά τα χέρια του στον πάγκο του γραφείου παραπόνων του σταθμού, με απειλητικό ύφος και κατευθυνόμενος προς τον Εναγόμενο 1, προκλητικά, απαίτησε να δει τον πελάτη του, διαφορετικά, ως ανέφερε, «εν να σας σάσω». Η όλη συμπεριφορά του Ενάγοντα ισοδυναμούσε, κατά τους Εναγόμενους, με διάπραξη του αδικήματος της ανησυχίας σε δημόσιο χώρο, και κατά συνέπεια λόγω και της επιθετικότητας που επεδείκνυε τη δεδομένη στιγμή, ο Εναγόμενος 1 αποφάσισε να τον συλλάβει, όπως και έπραξε. Αμέσως μετά τη σύλληψη του, ο Ενάγοντας παραδόθηκε από τον Εναγόμενο 1 στον αστυφύλακα XXXXX Γ. Γεωργίου, με οδηγίες του πρώτου να αναλάβει ανακριτής της υπόθεσης και να τη διερευνήσει σύμφωνα με την ποινική δικονομία, και δη να λάβει όλες τις αναγκαίες καταθέσεις και το συντομότερο δυνατό να αφεθεί ελεύθερος ο Ενάγοντας, αφού προηγουμένως θα του λαμβανόταν ανακριτική κατάθεση και θα κατηγορείτο, σχετικώς, γραπτώς. Από τη στιγμή αυτή και επέκεινα, ο Εναγόμενος 1 καμία σχέση είχε με τη κράτηση του Ενάγοντα, παρά μόνο (λόγω πληρότητας των κριτηρίων του αστυνομικού σταθμού Λυκαβηττού, αφού προηγουμένως ενημερώθηκε σχετικά από τον αξιωματικό υπηρεσίας περί της ύπαρξης διαθέσιμου κρατητηρίου στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας), έδωσε εντολή για την μεταφορά του στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας. Κατά τη διάρκεια που ο Ενάγοντας βρισκόταν υπό σύλληψη στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, σύμφωνα πάντα με την εκδοχή των Εναγομένων, κατευθύνθηκε προς το γραφείο του Εναγομένου 1 και του απολογήθηκε για την όλη του συμπεριφορά ζητώντας του να μην προχωρήσει στην ποινική του δίωξη και να του γίνει απλά μια παρατήρηση για το όλο συμβάν. Έδειξε δε να κατανοεί ότι η ενέργειά του να φωνάζει και να κτυπά το χέρι του στον πάγκο δεν ήταν ορθή και ότι έπρεπε να εισακούσει τις συστάσεις που του έγιναν από τον Εναγόμενο 1 ώστε να ηρεμήσει. Ουδέποτε ο Ενάγοντας, κατά την παραμονή του στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού ζήτησε, είτε να επικοινωνήσει με οποιοδήποτε δικηγόρο, είτε να τύχει ειδικής μεταχείρισης στη βάση ασθένειάς του, ως διαβητικός, και τούτο σε αντιδιαστολή με τις σχετικές αιτιάσεις του Ενάγοντα. Η δε ανάγκη παραμονής του Ενάγοντα στο σημείο πίσω από τον πάγκο του γραφείου παραπόνων, προέκυψε λόγω της πληρότητας των κρατητηρίων του σταθμού Λυκαβηττού και τούτο μόνο μέχρι να καταστεί δυνατή η μεταφορά του σε άλλο αστυνομικό σταθμό που είχε διαθέσιμο κρατητήριο. Επιπροσθέτως, πάντα στη βάση της εκδοχής των Εναγομένων, στο σημείο που βρισκόταν ο Ενάγοντας υπήρχαν γραφεία και καρέκλες και αν ο Ενάγοντας καθόταν επί αυτών των καρεκλών, αν και το πρόσωπο του θα ήταν ορατό στον όποιο τυχόν επισκεπτόταν το γραφείο παραπόνων, εντούτοις το γεγονός ότι τα χέρια του έφεραν χειροπέδες δεν θα ήταν ορατό. Μόνο αν ο Ενάγοντας περιφερόταν στο συγκεκριμένο χώρο θα μπορούσε να γίνει αντιληπτό από τρίτους ότι τούτος έφερε χειροπέδες. Με δεδομένο ότι η κατάθεση του πολίτη με τον οποίο διαπληκτίστηκε ο Ενάγοντας, λήφθηκε, τελικά, μεταξύ των ωρών 17:30 - 17:55, και με δεδομένη την ανάγκη λήψης ανακριτικής κατάθεσης από τον Ενάγοντα και ακολούθως απαγγελίας γραπτής κατηγορίας, ο Ενάγοντας αφέθηκε ελεύθερος το συντομότερο δυνατό στη βάση πάντα των προβλεπόμενων στην ποινική δικονομία και άλλων συναφών έννομων ενδεδειγμένων διαδικασιών και σύμφωνα με τις σχετικές οδηγίες του Εναγομένου 1 και κατά συνέπεια δεν νομιμοποιείται να παραπονείται για παράνομη κράτηση. Η ακροαματική διαδικασία Προς υποστήριξη της αγωγής, ο Ενάγοντας, περιλαμβανομένου του ιδίου, κάλεσε 4 μάρτυρες, ενώ για σκοπούς αναχαίτισης της, οι Εναγόμενοι, περιλαμβανομένου του Εναγόμενου 1, κάλεσαν τρεις μάρτυρες. Τούτοι έχουν ως εξής: Πρώτος από πλευράς του Ενάγοντα κατέθεσε ο ίδιος (Ενάγοντας) και ακολούθως, ο XXXXX Λαμπίδης (ΜΕ2), η XXXXX Τσιαρτσιάσση (ΜΕ3), και ο XXXXX Τσαγκάρης (ΜΕ4). Από πλευράς των Εναγομένων, πρώτος κατέθεσε ενόρκως ο Εναγόμενος 1 (Εναγόμενος 1) και ακολούθως, ο Αστυφύλακας XXXXX XXXXX Γεωργίου (ΜΥ2), και ο XXXXX Καλιάνος (ΜΥ3). Συνοπτική παράθεση μαρτυρίας επί αμφισβητούμενων γεγονότων Ενάγοντας Ο Ενάγοντας, με τη μαρτυρία του προώθησε, μεταξύ άλλων, ισχυρισμούς σύμφωνους με την πιο πάνω αναφερόμενη εκδοχή του, ισχυριζόμενος ότι η συμπεριφορά του, προ της συλλήψεώς του, δεν δικαιολογούσε την ενέργεια του Εναγόμενου 1 να τον συλλάβει, και ότι, εν πάση περιπτώσει, το κατ' ισχυρισμόν αδίκημα που διέπραξε ανήκει στα αδικήματα μικροπαραβάσεων και οι συνθήκες διάπραξής του ήταν τέτοιες, που όχι απλά δεν δικαιολογούσαν τη σύλληψή του, αλλά ούτε καν την ποινική του δίωξη και θα έπρεπε οι αστυνομικοί, και ειδικότερα ο Εναγόμενος 1 που έλαβε πρωτοβουλία να επιληφθεί του όλου επεισοδίου, να περιοριστεί απλά σε παρατήρηση προς τον Ενάγοντα. Κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του, ξεκαθάρισε, ότι δεν απαιτεί αποζημίωση, είτε για σωματικές βλάβες, είτε για απώλεια εισοδήματος σε σχέση με το επίδικο συμβάν, και ότι, την παρούσα αγωγή την προωθεί αποκλειστικά και μόνο για την εξασφάλιση αποζημιώσεων για παράβαση των συνταγματικών και νομικών του δικαιωμάτων, τόσο στη βάση κατ' ισχυρισμό παράνομης σύλληψης, όσο και στη βάση κατ' ισχυρισμό παράνομης κράτησης, που, εν πάση περιπτώσει, ισοδυναμούσε με ταπεινωτική μεταχείρισή του. Πάντα κατά τον Ενάγοντα, κανένα παράπονο δεν έχει από τους αστυφύλακες που υπηρετούσαν στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας, και το μόνο παράπονό του σε σχέση με την εκεί κράτησή του, αφορά στο αδικαιολόγητο της κράτησής του και ειδικότερα προβάλλει τη θέση ότι το όλο επεισόδιο δεν δικαιολογούσε την όποια κράτησή του, και σίγουρα δεν δικαιολογούσε την κράτησή του για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα. ΜΕ2 Ο ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι, περί τις 16:00 της 4.10.2011, έτυχε ενημέρωσης, από τον τότε ασκούμενο δικηγόρο του Ενάγοντα, περί της συλλήψεως του τελευταίου και κράτησής του στο σταθμό Λυκαβηττού και επισκέφθηκε το ρηθέντα σταθμό αμέσως. Εκεί, συνομίλησε με αξιωματικό του σταθμού, (του οποίου ωστόσο την ταυτότητα δεν γνώριζε), ο οποίος τον ενημέρωσε ότι ο Ενάγοντας «παραφέρθηκε και έκαμε φασαρία» και για το λόγο αυτό συλλήφθηκε. Τον ενημέρωσε ακόμα ότι σύντομα θα τον απέλυαν. Μετά τη συνομιλία του με τον εν λόγω αξιωματικό, του τηλεφώνησε ο Ενάγοντας και τον ενημέρωσε ότι βρισκόταν υπό κράτηση στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας και τον παρακάλεσε όπως καταγγείλει το όλο γεγονός. Στη βάση της απαίτησης αυτής του Ενάγοντα, ο ΜΕ2 επικοινώνησε με τον Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου τον οποίο ενημέρωσε σχετικά, με τον τελευταίο να του αναφέρει ότι θα επικοινωνήσει με το Γενικό Εισαγγελέα για να ζητήσει την απόλυση του Ενάγοντα. Περί τις 17:00 της ίδιας ημέρας, ο ΜΕ2 επισκέφθηκε τον Ενάγοντα στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας, όπου τον βρήκε σε μια αίθουσα/γραφείο μαζί με ένα αστυνομικό του σταθμού. Παρέμεινε στο χώρο μέχρι και τις 18:50, οπότε ένας αστυνομικός, τρέχοντας προς το σημείο που βρισκόταν ο ΜΕ2 μαζί με τον Ενάγοντα, χαρούμενος, και απευθυνόμενος προς τον τελευταίο, του ανέφερε ότι ο τότε Γενικός Εισαγγελέας διέταξε να αφεθεί αμέσως ελεύθερος. Αμέσως μετά, άλλος αστυνομικός, άρχισε να λαμβάνει κατάθεση από τον Ενάγοντα. Στο σημείο αυτό ο ΜΕ2 εγκατέλειψε το σταθμό Λακατάμειας και πήγε στην οικία του. Κατά την αντεξέτασή του, ανέφερε ότι ο αξιωματικός με τον οποίο συνομίλησε στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, του ανέφερε ότι ο Ενάγοντας, φώναζε, και παραφερόταν και ότι τον κάλεσε να ηρεμήσει χωρίς ωστόσο τούτος να ανταποκριθεί και αφού συνέχισε να φωνάζει έδωσε εντολή να συλληφθεί δια της χρήσεως χειροπέδων. Ερωτηθείς από τη συνήγορο των Εναγομένων κατά πόσο γνωρίζει αν όντως ο Πρόεδρος του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου επικοινώνησε με τον τότε Γενικό Εισαγγελέα, απάντησε αρνητικά, επαναλαμβάνοντας, ωστόσο, τη θέση ότι, η ενημέρωση περί διαταγής του Γενικού Εισαγγελέα για απόλυση του Ενάγοντα έγινε μέσω της αναφοράς ενός αστυνομικού περί τις 19:00 - 19:30, καθόν χρόνο ο ίδιος βρισκόταν με τον Ενάγοντα στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας. Επανέλαβε, επίσης, ότι, η λήψη της κατάθεσης του Ενάγοντα, ακολούθησε της ενημέρωσης αυτής. ΜΕ3 Η ΜΕ3, η οποία ακούει και στο όνομα XXXXX, ισχυρίστηκε ότι γνωρίζει τον Ενάγοντα εδώ και χρόνια, καθότι τούτος είναι πελάτης σε κουρείο στο οποίο εργάζεται. Στις 4.10.2011 και περί τις 14:30 επισκέφθηκε τον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού για να πληρώσει ένα πρόστιμο, και ενώ βρισκόταν στο γραφείο παραπόνων, με έκπληξη της, αντίκρισε τον Ενάγοντα να βρίσκεται πίσω από τον πάγκο του γραφείου παραπόνων και τα χέρια του να φέρουν χειροπέδες και να επιτηρείται από αστυφύλακα που βρισκόταν δίπλα του. Απευθυνόμενη προς τον Ενάγοντα τον ρώτησε για ποιο λόγο έφερε χειροπέδες και τούτος, ταραγμένος και ανήσυχος ως ήταν, έδειξε αμέσως ανακουφισμένος και της είπε «XXXXX ευτυχώς που με είδες, κράτα μαρτυρίαν και θα σε χρειαστώ[2]». Μόλις οι αστυνομικοί άκουσαν τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ της ίδιας και του Ενάγοντα «έσπευσαν και απομάκρυναν[3]» τον Ενάγοντα από το χώρο του γραφείου παραπόνων και τον μετέφεραν σε άλλο σημείο του σταθμού που δεν ήταν πλέον ορατός στη ΜΕ
  4. Η ΜΕ3 εξέφρασε έκπληξη βλέποντας τον Ενάγοντα με χειροπέδες και τούτο στη βάση της εντύπωσης της ως προς το χαρακτήρα του Ενάγοντα, γνωρίζοντας τον για πολλά χρόνια, αναφέροντας, συναφώς, ότι, πρόκειται για εξαιρετικό πρόσωπο, με ανθρώπινο χαρακτήρα και καλά αισθήματα. Προς επίρρωση δε της γνώμης της αυτής, αναφέρθηκε σε περιστατικό που ο Ενάγοντας εξυπηρέτησε φίλη της για νομικά ζητήματα χωρίς να τη χρεώσει οποιοδήποτε ποσό. Κατά την αντεξέτασή της, ανέφερε ότι γνωρίζει τον Ενάγοντα από το 1992 και ότι ανεξαρτήτως του ύψους του πάγκου στο γραφείο παραπόνων, χωρίς καμία απολύτως δυσκολία είδε τον Ενάγοντα να βρίσκεται πίσω από τον πάγκο και να φέρει χειροπέδες. Ήταν όρθιος, στεναχωρημένος, «έτοιμος να λυγίσει[4]» με σκυφτό κεφάλι, το οποίο κουνούσε πάνω κάτω. Ως προς τη δυνατότητα του Ενάγοντα να καθίσει, η ΜΕ3 δέχθηκε θέση της συνηγόρου των Εναγομένων ότι δίπλα του είχε καρέκλα την οποία μπορούσε να χρησιμοποιήσει. Σε γενική υποβολή που της τέθηκε, ότι κατέθεσε στο Δικαστήριο ως μάρτυρας όχι για να αναφέρει με ειλικρίνεια τις θέσεις της αλλά για να βοηθήσει τον Ενάγοντα, τοποθετήθηκε αρνητικά, δηλώνοντας ότι είναι η πρώτη φορά που καταθέτει σε Δικαστήριο και η πρώτη φορά που ορκίστηκε σε ευαγγέλιο και ότι τα όσα ανέφερε ήταν η αλήθεια και μόνο η αλήθεια. ΜΕ4 Ο ΜΕ4 ισχυρίστηκε ότι, κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, εργοδοτούσε συγκεκριμένο αλλοδαπό, ο οποίος συλλήφθηκε από την αστυνομία για πρόκληση δυστυχήματος και εγκατάλειψη της σκηνής. Σε κάποιο στάδιο ο αλλοδαπός απελύθη και επέστρεψε στην εργασία του. Κάποιες ημέρες μετά, ο αλλοδαπός επανασυνελήφθη από την αστυνομία και η πληροφορία που έφθασε στα αυτιά του, ως προς τους λόγους της επανασύλληψής του, ήταν ότι εκδόθηκε διάταγμα απέλασής του. Μέσω του αδελφού του ρηθέντος αλλοδαπού, ο ΜΕ4 βρήκε τον αριθμό τηλεφώνου του Ενάγοντα και επικοινώνησε μαζί του, ζητώντας του να επισκεφθεί τον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, στον οποίο κρατείτο ο αλλοδαπός εργοδοτούμενός του, και να ενημερωθεί για το λόγο κράτησής του. Την επόμενη ημέρα, και δη στις 4.10.2011, περί τις 13:30, ο Ενάγοντας επικοινώνησε τηλεφωνικά μαζί του και τον ενημέρωσε ότι ο εργοδοτούμενος του βρισκόταν υπό κράτηση για σκοπούς απέλασης του στη βάση σχετικού διατάγματος που εκδόθηκε από τον Υπουργό Εσωτερικών. Αμέσως ενημέρωσε τον Ενάγοντα ότι ο αλλοδαπός κατέχει όλες τις απαραίτητες άδειες για νόμιμη παραμονή στην Κύπρο με δικαίωμα εργοδότησης και εξέφρασε την απορία του γιατί, στη βάση των δεδομένων αυτών, να επιχειρείται η απέλασή του. Ο Ενάγοντας, χωρίς να διακόψει την τηλεφωνική επικοινωνία τους, ενημέρωσε τον αστυφύλακα στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού περί της κατοχής αδειών παραμονής και εργοδότησης από τον αλλοδαπό και ο ΜΕ4 άκουσε τον αστυφύλακα να αναφέρει στον Ενάγοντα ότι δεν γνωρίζει λεπτομέρειες περί της συλλήψεως του αλλοδαπού παρά μόνο ότι εκδόθηκε ένταλμα σύλληψης και απέλασης του από τον Υπουργό Εσωτερικών. Μετά τη στιχομυθία αυτή του Ενάγοντα με τον αστυφύλακα, ο πρώτος τον ξαναρώτησε (τον ΜΕ4) αν πραγματικά ο αλλοδαπός κατέχει άδειες παραμονής και εργοδότησης, και αφού ο ΜΕ4 τον διαβεβαίωσε εκ νέου για το θέμα αυτό, ο Ενάγοντας απευθύνθηκε προς τον αστυφύλακα και του ανέφερε ότι, μόνο αν ο αλλοδαπός έχει διαπράξει ποινικό αδίκημα μπορούν να τον συλλάβουν και να τον απελάσουν και ακολούθως, απευθυνόμενος ο Ενάγοντας προς τον ίδιο (το ΜΕ4) του ανέφερε «κύριε Τσαγκάρη μίλα καλά, αν πράγματι κατέχεις όλα τα χαρτιά θα τους σάσω καλά, θα τους βγάλω τον κώλο όπως έγινε σε μια άλλη παρόμοια περίπτωση». Τα πιο πάνω, αναφέρθηκαν από τον Ενάγοντα χωρίς ο τόνος της φωνής του να υψωθεί. Κατά το διάλογό τους αυτό, άλλο πρόσωπο άρχισε να φωνάζει δυνατά, σχεδόν ουρλιάζοντας προς τον Ενάγοντα «έβγα τώρα έξω» και ο Ενάγοντας ανταπάντησε με τη φράση «ποιος είσαι εσύ που θα μου πεις να βγω έξω. Δεν σου επιτρέπω να επεμβαίνεις στη δουλειά μου». Ακολούθως, το τρίτο αυτό πρόσωπο συνέχισε να ουρλιάζει και να επιμένει όπως ο Ενάγοντας εξέλθει του σταθμού. Εκείνη τη στιγμή διακόπηκε η τηλεφωνική συνομιλία του με τον Ενάγοντα, με τον οποίο επικοινώνησε εκ νέου την επόμενη ημέρα και ενημερώθηκε για το τι είχε συμβεί, με τον Ενάγοντα να τον προτρέπει όπως, μελλοντικά, να θέσει τον εαυτό του στη διάθεση των ανακριτικών αρχών, καθώς επίσης να διαθέσει, για τον ίδιο σκοπό, και το τηλέφωνό του ώστε να λάμψει η αλήθεια αναφορικά με το όλο επεισόδιο που έγινε στο σταθμό. Κατά την αντεξέτασή του, αναγνώρισε στο τεκμήριο 2 την υπογραφή του και ότι επρόκειτο για ανοικτή κατάθεση που του λήφθηκε από την Ανεξάρτητη Αρχή Διερεύνησης Ισχυρισμών και Παραπόνων κατά της Αστυνομίας. Με βάση το περιεχόμενο του τεκμηρίου 2, η συνήγορος των Εναγομένων του υπέδειξε ότι κάποια εκ των εκεί αναφερόμενων δεν συμβαδίζουν με τη γραπτή του δήλωση (έγγραφο Δ), και του ζήτησε να τοποθετηθεί, με τον ΜΕ4 να αναφέρει ότι, «ότι, γράφει μέσα στην κατάθεση μου και είναι υπογραμμένο από εμένα κατάθεσά τα». Του υπεδείχθη, συναφώς, ότι, στην κατάθεσή του, τεκμήριο 2, αναφέρει ότι, κατά την τηλεφωνική συνομιλία του με τον Ενάγοντα άκουσε τον τελευταίο να φωνάζει σε κάποιο τρίτο και ότι, ο Ενάγοντας ήταν το μόνο πρόσωπο το οποίο άκουσε, τη δεδομένη στιγμή, να φωνάζει και ότι δεν άκουσε το πρόσωπο προς το οποίο απευθυνόταν ο Ενάγοντας να φωνάζει ή να αντιδρά. Στην υπόδειξη αυτή, δέχθηκε ότι όντως έτσι ανέφερε στην κατάθεσή του. Σε διευκρινιστική ερώτηση που ακολούθησε ισχυρίστηκε ότι άκουσε και τους δύο να φωνάζουν και ότι, ενώ αυτοί φώναζαν, «κόπηκε η γραμμή του τηλεφώνου...». Τέλος, σε απάντηση στην υποβολή που του τέθηκε ότι ήλθε στο Δικαστήριο για να βοηθήσει τον Ενάγοντα και όχι για να πει την αλήθεια, ανέφερε ότι τον Ενάγοντα δεν τον γνώριζε κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο και ότι τον γνώρισε μετά πάροδο μεγάλου χρόνου από το συμβάν και ότι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο είναι η αλήθεια. ΜΥ1 Ο ΜΥ1 προώθησε ισχυρισμούς ως η πιο πάνω αναφερόμενη εκδοχή των Εναγομένων. Τόνισε τη θέση του ότι ο Ενάγοντας βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση, φωνασκούσε και εκστόμιζε απειλές προς τα αστυνομικά όργανα και διακατεχόταν από επιθετικές διαθέσεις. Τόνισε επίσης ότι, προ της σύλληψής του, συνέστησε στον Ενάγοντα ότι πρέπει να ηρεμήσει και τον προειδοποίησε ότι αν δεν το πράξει και συνεχίσει να συμπεριφέρεται με τον τρόπο αυτό, θα τον συλλάβει. Ήταν δε η επιπρόσθετη, της πιο πάνω συμπεριφοράς του, ενέργειά του Ενάγοντα να κτυπήσει με δύναμη τον πάγκο στο γραφείο παραπόνων του σταθμού και να απαιτεί να δει τον αλλοδαπό πελάτη του κινούμενος προς το πρόσωπο του Εναγομένου 1 με επιθετικές διαθέσεις, που οδήγησε τον τελευταίο στην απόφασή του να τον συλλάβει και να τοποθετήσει στα χέρια του χειροπέδες. Πάντα κατά τον Εναγόμενο 1, κατά τη σύλληψη του Ενάγοντα, τούτος τον πληροφόρησε ότι συλλαμβάνεται για το αυτόφωρο αδίκημα της ανησυχίας και του επέστησε την προσοχή του στο νόμο. Μετά τη σύλληψή του, ο Ενάγοντας παραδόθηκε στο ΜΥ2, με οδηγίες από τον Εναγόμενο 1 όπως τούτος, στη βάση των προνοιών της ποινικής δικονομίας, προχωρήσει άμεσα σε διερεύνηση του όλου επεισοδίου και λάβει όλες τις αναγκαίες προς τούτο καταθέσεις και το συντομότερο δυνατό να αφήσει τον Ενάγοντα ελεύθερο, και ακολούθως ο Εναγόμενος 1 κατευθύνθηκε στο γραφείο του, από το οποίο, στην περίπτωση που η πόρτα είναι κλειστή, δεν υπάρχει ορατότητα προς το χώρο πίσω από τον πάγκο του γραφείου παραπόνων. Όταν κατευθύνθηκε προς το γραφείο του, ο Ενάγοντας καθόταν σε μια καρέκλα γραφείου πίσω από τον πάγκο του γραφείου παραπόνων φέροντας χειροπέδες οπισθάγκωνα. Σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο 1, γνωρίζοντας ότι τα κρατητήρια του αστυνομικού σταθμού Λυκαβηττού ήταν πλήρη αναζήτησε μέσω του αξιωματικού υπηρεσίας, διαθέσιμα κρατητήρια και ενημερώθηκε ότι τέτοια υπήρχαν στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας. Ενημέρωσε προς τούτο τον ΜΥ2 και έδωσε οδηγίες όπως ο Ενάγοντας μεταφερθεί στα εν λόγω κρατητήρια. Αναφερόμενος ειδικά στο γεγονός ότι, μέχρι και την μεταφορά του στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας, ο Ενάγοντας παρέμεινε, φέροντας χειροπέδες, στο χώρο πίσω από τον πάγκο του γραφείου παραπόνων, ισχυρίστηκε ότι τούτο έγινε λόγω έλλειψης χώρου στα κρατητήρια του σταθμού Λυκαβηττού. Ως προς τη συμπεριφορά του Ενάγοντα, καθ' ον χρόνο τούτος τελούσε υπό κράτηση στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι, εικόνα περί τούτου, είχε τη στιγμή που ο Ενάγοντας, με δική του πρωτοβουλία (του Ενάγοντα), τον επισκέφθηκε στο γραφείο του, όπου με ήρεμο τρόπο του απολογήθηκε αναγνωρίζοντας το απαράδεκτο της προγενέστερης συμπεριφοράς του και του ζήτησε να μην τον διώξει ποινικά και να περιοριστεί μόνο σε παρατήρησή του. Ερωτηθείς ειδικά αναφορικά με το κατά πόσο ο Ενάγοντας, κατά το χρόνο που τελούσε υπό κράτηση στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, ζήτησε να επικοινωνήσει με δικηγόρο ή ενημέρωσε τον οποιοδήποτε, περί του ότι πάσχει από διαβήτη, ανέφερε ότι κάτι τέτοιο δεν έγινε από πλευράς του Ενάγοντα. Ως προς το λόγο που οι χειροπέδες τοποθετήθηκαν οπισθάγκωνα, ανέφερε ότι τούτο έγινε στη βάση των προνοιών των σχετικών αστυνομικών διατάξεων. Κατά την αντεξέτασή του, αποδέχθηκε ότι, τόσο στον πρώτο όροφο του σταθμού Λυκαβηττού, όσο και στο ισόγειο υπήρχε μεγάλος αριθμός γραφείων, καθώς επίσης και ότι, πρόσωπο το οποίο βρίσκεται μπροστά από τον πάγκο στο γραφείο παραπόνων με σκοπό να εξυπηρετηθεί έχει θέα σε όλο το χώρο που βρίσκεται πίσω από τον εν λόγω πάγκο. Ερωτηθείς ως προς το ύψος του πάγκου στο γραφείο παραπόνων, με περαιτέρω υπόδειξη από το συνήγορο του Ενάγοντα ότι τούτο μετρήθηκε και είναι ένα μέτρο 1.20μ., παρά την προγενέστερη αναφορά του ότι το ύψος του πάγκου ανέρχεται στο 1.40μ., ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι, αν όντως μετρήθηκε στο 1.20μ. δεν έχει οποιοδήποτε λόγο να αμφιβάλλει επί τούτου, μιας και η δική του αναφορά σε ύψος 1.40μ. έγινε κατά την προσωπική του εκτίμηση χωρίς να προβεί σε σχετική μέτρηση. Ως προς το εσωτερικό των γραφείων του σταθμού και τη δυνατότητα κάποιου προσώπου που εξυπηρετείται στον πάγκο του γραφείου παραπόνων να έχει οπτική επαφή εκεί, ο Εναγόμενος 1 δέχθηκε την υποβαλλόμενη θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι δεν υπάρχει σχετική δυνατότητα οπτικής επαφής. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε, όλα τα γραφεία αυτά έχουν πόρτα εισόδου η οποία όταν είναι κλειστή δεν υπάρχει δυνατότητα ορατότητας από τους ευρισκόμενους εντός προς τα έξω και αντιστρόφως. Ως προς τις συνθήκες κράτησης του Ενάγοντα μετά τη σύλληψή του, καθ' ον χρόνο τούτος (ο Ενάγοντας) βρισκόταν στο χώρο του αστυνομικού σταθμού Λυκαβηττού, ο Εναγόμενος επανέλαβε τη θέση ότι δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί σχετικά, καθ' ότι, ακριβώς μετά τη σύλληψή του, ο Ενάγοντας παραδόθηκε στο ΜΥ2, ενώ ο ίδιος (ο Εναγόμενος 1), εισήλθε στο γραφείο του και κάθισε σε σημείο στο οποίο δεν είχε οπτική επαφή με το χώρο στον οποίο βρισκόταν ο Ενάγοντας. Αντεξεταζόμενος ειδικά αναφορικά με τους λόγους που τον οδήγησαν στο να συλλάβει τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι η όλη συμπεριφορά του Ενάγοντα δημιούργησε εύλογη υποψία ότι αν δεν συλλαμβάνετο ελλόχευε ο κίνδυνος να αποδράσει, υποψία η οποία και συνυπολογίστηκε για τη λήψη της απόφασής του να προβεί σε χρήση χειροπέδων κατά τη σύλληψή του, επαναλαμβάνοντας τη βασική του θέση ότι η σύλληψη του Ενάγοντα έγινε λόγω της διάπραξης από τον τελευταίο του αυτόφωρου αδικήματος της ανησυχίας σε δημόσιο χώρο το οποίο τιμωρείται με ποινή φυλάκισης. Ως προς την απόφασή του να προωθηθεί η όλη υπόθεση για σκοπούς καταχώρησης ποινικής δίωξης εναντίον του Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι, αν δεν έπραττε έτσι, θα ισοδυναμούσε με διάπραξη του πειθαρχικού αδικήματος της αμέλειας καθήκοντος, μιας και στη βάση των όσων ο ίδιος ήταν μάρτυρας ο Ενάγοντας διέπραξε αδίκημα για το οποίο θα έπρεπε να διωχθεί ποινικά. Βρισκόμενος αντιμέτωπος με τη θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι μετά τη σύλληψη του Ενάγοντα δεν θα έπρεπε τούτος να τοποθετηθεί σε χώρο που θα αποτελούσε «θέαμα» για τον οποιοδήποτε επισκεπτόταν το σταθμό Λυκαβηττού, ο Εναγόμενος 1 περιορίστηκε απλά να αναφέρει ότι, μετά τη σύλληψη του, ο Ενάγοντας θα έπρεπε «να μεταφερθεί αμέσως σε άλλο σταθμό», λόγω πληρότητας των κρατητηρίων του σταθμού Λυκαβηττού και ότι ο μόνος λόγος που παρέμεινε στο σταθμό Λυκαβηττού ήταν μέχρι να γίνει δυνατή η μεταφορά του στα κρατητήρια Λακατάμειας και όχι με σκοπό τούτος (ο Ενάγοντας), «να γίνει θέαμα οποιουδήποτε άλλου πολίτη». Όταν δε, ο συνήγορος του Ενάγοντα του υπέδειξε ότι θα μπορούσε, κατά την παραμονή του στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, ο Ενάγοντας να μεταφερθεί προσωρινά σε κάποιο γραφείο του σταθμού ή σε άλλο χώρο που δεν θα ήταν ορατός στους επισκέπτες του σταθμού, ο Εναγόμενος 1 ανέφερε ότι, στη βάση των προνοιών της ποινικής δικονομίας κάθε συλληφθείς μεταφέρεται άμεσα σε αστυνομικό σταθμό ή σε χώρο συγκέντρωσης συλληφθέντων. Τέλος σε υποβολή που του τέθηκε ότι η ενέργειά του να τοποθετηθεί ο Ενάγοντας σε κοινή θέα φέροντας χειροπέδες είχε ως αποτέλεσμα τούτος να τύχει ταπεινωτικής και εξευτελιστικής μεταχείρισης και να υποστεί ψυχική βλάβη και ταλαιπωρία, και ότι η ενέργεια αυτή έγινε υπό μορφή τιμωρίας προς τον Ενάγοντα, ο Εναγόμενος 1 ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιαδήποτε πρόθεση να τιμωρήσει ή να εκθέσει τον Ενάγοντα ή να του προκαλέσει οποιαδήποτε σωματική ή ψυχική βλάβη. ΜΥ2 Και ο ΜΥ2 προώθησε ισχυρισμούς σύμφωνους με την εκδοχή των Εναγομένων, προβάλλοντας τη θέση ότι η συμπεριφορά του Ενάγοντα ήταν αδικαιολόγητη, μιας και φώναζε, βρισκόταν σε έξαλλη κατάσταση και αρνείτο να συμμορφωθεί στις υποδείξεις του Εναγόμενου 1 και να ηρεμήσει. Και αυτός ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι, κατά τη σύλληψή του, στον Ενάγοντα επιστήθηκε η προσοχή στο νόμο και ενημερώθηκε ότι συλλαμβάνεται λόγω διάπραξης του αδικήματος της πρόκλησης ανησυχίας σε δημόσιο χώρο. Ως προς τις, μετέπειτα της σύλληψης του Ενάγοντα, ενέργειές του, ο ΜΥ2 ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 1 του παρέδωσε τον Ενάγοντα με οδηγίες όπως διερευνήσει την υπόθεση δια της λήψης όλων των αναγκαίων καταθέσεων το συντομότερο δυνατό και μόλις περατώσει το έργο αυτό να κατηγορήσει τον Ενάγοντα γραπτώς και να τον απολύσει. Προς τούτο, έλαβε τα στοιχεία του πολίτη με τον οποίο διαπληκτίστηκε ο Ενάγοντας, καθώς επίσης και μιας άλλης πολίτου η οποία ήταν παρούσα στο επεισόδιο, ώστε να λάβει από αυτούς καταθέσεις. Περί τις 14:00, της συγκεκριμένης ημέρας, πληροφόρησε τον Ενάγοντα για τα δικαιώματά του, και αφού προηγουμένως του αφαίρεσε τις χειροπέδες ο τελευταίος υπέγραψε το σχετικό έντυπο. Έπειτα επανατοποθέτησε στον Ενάγοντα τις χειροπέδες, πλην όμως με τους καρπούς των χεριών του να βρίσκονται μπροστά από το σώμα του. Και αυτός ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι το ύψος του πάγκου του γραφείου παραπόνων του σταθμού έχει ύψος 1.40 μ. και ότι πίσω από τον πάγκο υπάρχουν γραφεία με ψηλό διαχωριστικό το οποίο δεν επιτρέπει σε πρόσωπο που εξυπηρετείται στον πάγκο του γραφείου παραπόνων να έχει οπτική επαφή με τα χέρια του προσώπου που κάθεται πίσω από τα γραφεία αυτά, εκτός και αν το εν λόγω πρόσωπο περιφέρεται στο χώρο των γραφείων. Ανέφερε ακόμα ότι ο Ενάγοντας, κάποια στιγμή, αφού προηγουμένως του το επέτρεψε ο ίδιος που τον επιτηρούσε, επισκέφθηκε τον Εναγόμενο 1 στο γραφείο του και απολογήθηκε για τη συμπεριφορά του, αναγνωρίζοντας ότι τούτη ήταν απαράδεκτη, τονίζοντας προς τον τελευταίο ότι η διαφορά του είναι με τον πολίτη με τον οποίο διαπληκτίστηκε και όχι με την αστυνομία. Ως προς το χρόνο κράτησης του Ενάγοντα, ο ΜΥ2 ισχυρίστηκε ότι τούτος ήταν αναγκαίος για σκοπούς συλλογής του αναγκαίου μαρτυρικού υλικού και ότι, μόλις ακριβώς κατέστη δυνατή η λήψη από τον Ενάγοντα κατάθεσης και απαγγελία της γραπτής κατηγορίας, αφέθηκε ελεύθερος. Και τούτο, πάντα κατά το ΜΥ2, στη βάση των ρητών οδηγιών του Εναγόμενου
  5. Ως προς τη μεταφορά του Ενάγοντα στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας, ο ΜΥ2 ισχυρίστηκε ότι, περί τις 14:45 - 14:50, ο Εναγόμενος 1 του έδωσε οδηγίες να μεταφέρει τούτον στα κρατητήρια Λακατάμειας, πράγμα το οποίο και έπραξε περί τις 15:20, μιας και, λόγω τροχαίας κίνησης, χρειάστηκαν 30 περίπου λεπτά για τη μεταφορά του. Μετά τη μεταφορά του Ενάγοντα στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας, ο ΜΥ2 επέστρεψε στο σταθμό Λυκαβηττού και ετοίμασε τις σχετικές καταχωρήσεις στο ημερολόγιο του σταθμού και συνέλλεξε τις καταθέσεις των αστυνομικών μαρτύρων και ακολούθως, μεταξύ των ωρών 17:30 - 17:55, στο γραφείο του πολίτη με τον οποίο διαπληκτίστηκε ο Ενάγοντας, έλαβε κατάθεση από αυτόν. Αμέσως μετά, επέστρεψε εκ νέου στο σταθμό Λυκαβηττού και αφού ετοίμασε τα σχετικά λεκτικά της ανακριτικής κατάθεσης και της γραπτής κατηγορίας του Ενάγοντα σε ηλεκτρονική μορφή, μετέβηκε στο σταθμό Λακατάμειας όπου και κατέγραψε την ανακριτική κατάθεση του Ενάγοντα και τον κατηγόρησε γραπτώς. Μετά το πέρας της γραπτής κατηγορίας έδωσε οδηγίες στους συναδέλφους του στο σταθμό Λακατάμειας να απολύσουν τον Ενάγοντα, όπως και έγινε. Μετέφερε δε ο ίδιος τον Ενάγοντα, χωρίς τούτος να φέρει πλέον χειροπέδες, στο σταθμό Λυκαβηττού για να παραλάβει το όχημά του. Κατά το ΜΥ2, ο χρόνος κράτησης του Ενάγοντα αξιοποιήθηκε ορθά και δικαιολογημένα μιας και χρησιμοποιήθηκε στη ολότητά του για τη λήψη των αναγκαίων καταθέσεων και την απαγγελία της γραπτής κατηγορίας. Κατά την αντεξέτασή του, συμφώνησε με τη θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι οι αστυνομικοί μάρτυρες του επεισοδίου ετοίμασαν μόνοι τους τις καταθέσεις τους και τις παρέδωσαν στον ίδιο, χωρίς να χρειάζεται από πλευράς του η λήψη οποιωνδήποτε ενεργειών. Αποδέχθηκε ακόμα ότι, για το υπό διερεύνηση αδίκημα της πρόκλησης ανησυχίας σε δημόσιο χώρο βασικοί μάρτυρες είναι τα πρόσωπα που παρουσιάζονται να είναι παρόντες κατά τη στιγμή του επεισοδίου. Ερωτηθείς ειδικά αναφορικά με την κατάθεση που λήφθηκε από τον πολίτη με τον οποίο διαπληκτίστηκε ο Ενάγοντας, συμφώνησε με το συνήγορο του Ενάγοντα ότι τούτος (ο πολίτης) ήταν παρών κατά τη διάρκεια του επεισοδίου, προσθέτοντας, ωστόσο, ότι, ο λόγος που δεν έλαβε άμεσα κατάθεση από αυτόν ήταν γιατί «εκείνη την ώρα βιάζετου ο άνθρωπος [...] και εγώ έπρεπε να προβώ σε άλλες ενέργειες...». Σε ερώτηση που του τέθηκε από το συνήγορο του Ενάγοντα ως προς το κατά πόσο ήταν αναγκαίο να ληφθούν καταθέσεις από όλους τους αυτόπτες μάρτυρες προτού κατηγορηθεί ο Ενάγοντας, ο ΜΥ2 απάντησε ότι για τον ίδιο, αναγκαίο ήταν να λάβει κατάθεση, πέραν από τους αστυνομικούς μάρτυρες, από τον πολίτη με τον οποίο διαπληκτίστηκε ο Ενάγοντας, αναγνωρίζοντας ότι από τη γυναίκα πολίτη που ήταν παρούσα στο επεισόδιο, λήφθηκε κατάθεση την επομένη, του επεισοδίου, μέρα. Ανέφερε, συναφώς, ότι, «το πιο βασικό κατ' εμένα, έπρεπε να ληφθεί κατάθεση του κύριου XXXXX Καλιάνου, από την οποία ενδεχομένως να προκύπτουν άλλα αδικήματα και με την ολοκλήρωση του ανακριτικού έργου αν έρχονταν συμπληρωματικές καταθέσεις». Αποδέχθηκε ακόμα ότι, καθ' όλον το χρονικό διάστημα, από τη σύλληψή του μέχρι και την παράδοσή του στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας, ο Ενάγοντας έφερε χειροπέδες, πλην του ελάχιστου χρονικού διαστήματος κατά το οποίο τούτος υπέγραψε το έντυπο δικαιωμάτων κρατουμένων. Συμφώνησε ακόμα ότι, από τη σύλληψή του και εντεύθεν, ο Ενάγοντας ήταν πλήρως συνεργάσιμος και ήρεμος. Και αυτός ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η τοποθέτηση του Ενάγοντα στο χώρο πίσω από τον πάγκο του γραφείου παραπόνων έγινε λόγω μη διαθεσιμότητας κρατητηρίου στο σταθμό Λυκαβηττού και μόνο για τον χρόνο μέχρι να γίνουν οι διευθετήσεις για τη μεταφορά του σε διαθέσιμο κρατητήριο. Πρόσθεσε δε ότι, λόγω του ότι επρόκειτο για κρατούμενο, ήταν αναγκαία η συνεχής επιτήρηση του Ενάγοντα από αστυφύλακα, επιτήρηση την οποία έκανε ο ίδιος. Ποτέ ο Ενάγοντας δεν ζήτησε από τον ίδιο να επικοινωνήσει με δικηγόρο, ως ο τελευταίος ισχυρίστηκε. Τέλος, σε υποβολή που του τέθηκε από το συνήγορο του Ενάγοντα ότι υπό τις περιστάσεις θα μπορούσε, ακριβώς μετά τη σύλληψή του, ο Ενάγοντας να κατηγορηθεί γραπτώς μιας και ο ίδιος (ο ΜΥ2) ήταν και αυτός (πέραν από ανακριτής) αυτόπτης μάρτυρας, ο οποίος είχε τη δεδομένη στιγμή όλους τους μάρτυρες στη διάθεσή του, παρέπεμψε στις οδηγίες του Εναγομένου 1 περί ολοκλήρωσης του ανακριτικού έργου, περιλαμβανομένης και της λήψης κατάθεσης από τον πολίτη που διαπληκτίστηκε με τον Ενάγοντα, καθώς επίσης και της λήψης κατάθεσης, αλλά και απαγγελίας γραπτής κατηγορίας στον Ενάγοντα προτού αφεθεί τούτος ελεύθερος. ΜΥ3 Ο ΜΥ3 ισχυρίστηκε ότι στις 4.10.2011 επισκέφθηκε το σταθμό Λυκαβηττού για να δηλώσει την απώλεια του δελτίου ταυτότητάς του. Περί τις 13:30 εκείνης της ημέρας και ενώ βρισκόταν στο χώρο υποδοχής του γραφείου παραπόνων του σταθμού μαζί με δύο άλλες γυναίκες πολίτες που ανέμεναν να εξυπηρετηθούν, ο Ενάγοντας, τον οποίο γνώριζε εξ όψεως, χωρίς να περιμένει τη σειρά του, ζήτησε να του επιτραπεί να δει έναν κρατούμενο με το όνομα Μουσταφά. Αμέσως ο Ενάγοντας άρχισε να φωνάζει και να απειλεί τους αστυνομικούς παρά το ότι ο επί καθήκοντι αστυφύλακας των ενημέρωσε ότι η κράτηση του εν λόγω XXXXX οφειλόταν στην έκδοση διατάγματος απέλασής του. Παρά την ορθή συμπεριφορά του αστυφύλακα προς τον Ενάγοντα, ο τελευταίος συνέχισε να φωνάζει, εκστομίζοντας φράσεις όπως «ξέρω σας πολλά καλά εγιώ» και «εν να φκάλω τον κώλο σας εγιώ». Επειδή ο ΜΥ3 ενοχλήθηκε από τη συμπεριφορά του Ενάγοντα, του έκανε παρατήρηση, αναφέροντάς του «ποιος νομίζεις ότι είσαι και μέσα στον αστυνομικό σταθμό φωνάζεις και απειλείς ότι θα φκάλεις τον κώλο των αστυνομικών;». O Ενάγοντας, αμέσως, κινήθηκε προς το μέρος του ανεμίζοντας το χέρι του και με έντονο τρόπο του ανέφερε «ποιος είσαι εσύ ρε που εν να μου κάμεις παρατήρηση;». O MY3, ακολούθως, αναφέρθηκε στην κάθοδο του Εναγομένου 1 και του σταθμάρχη στο σημείο του επεισοδίου και προώθησε ισχυρισμούς σύμφωνους με την εκδοχή των Εναγομένων. Ως προς τις δικές του επόμενες ενέργειες, ανέφερε ότι παρέμεινε στο χώρο μετά το συμβάν και κατ' αυτό το διάστημα ο Ενάγοντας έφερε χειροπέδες και ήταν ελεύθερος να κινείται. Δεν ήταν ωστόσο σε θέση ο ΜΕ3 να θυμάται αν οι χειροπέδες ήταν ακόμα τοποθετημένες οπισθάγκωνα, ως αρχικά τοποθετήθηκαν, ή αν τα χέρια του ήταν μπροστά από το κορμί του. Κατά την αντεξέτασή του, ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 1 κατά τη σύλληψη του Ενάγοντα, πληροφόρησε τον τελευταίο περί του ότι συλλαμβάνεται λόγω διάπραξης του αδικήματος της πρόκλησης ανησυχίας. Ως προς την αναφορά του στην κυρίως εξέτασή του περί του ότι ο Ενάγοντας, μετά τη σύλληψή του, κυκλοφορούσε ελεύθερα, ισχυρίστηκε ότι τούτο το είδε ο ίδιος καθ' ον χρόνο ήταν παρών στο σταθμό πριν να εγκαταλείψει το χώρο. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, κατά το χρόνο αυτό, ο Ενάγοντας κρατούσε τηλέφωνο και συνομιλούσε κινούμενος εντός του σταθμού, έχοντας επί των χεριών του χειροπέδες. Σε υποβολή που του τέθηκε ότι η μαρτυρία του είναι κατασκευασμένη με σκοπό να υποστηρίξει την υπόθεσή του και όχι να αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα που έλαβαν χώρα τη συγκεκριμένη ημέρα, απάντησε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον, ούτε και σχετιζόταν με κάποιο που να επιθυμούσε να τον υποστηρίξει. Νομική πτυχή Κρίνω απαραίτητο, εξ αρχής, να σημειώσω ότι, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των δύο πλευρών ότι η σύλληψη και η μετέπειτα κράτηση του Ενάγοντα, αν δεν κριθούν ως διενεργηθείσες σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 11 του συντάγματος και του Άρθρου 5 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προάσπισης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, τότε είναι παράνομες και κατά συνέπεια ο Ενάγοντας νομιμοποιείται, δια της παρούσας αγωγής, να απαιτεί αποζημιώσεις. Κατά συνέπεια, ευθύς αμέσως θα καταγράψω τα όσα αναφέρθηκαν, τόσο στη σχετική με τη σύλληψη και κράτηση νομολογία, όσο και στα συγγράμματα που ασχολήθηκαν με το θέμα. Σύμφωνα με το Άρθρο 11 του Συντάγματος, το δικαίωμα στην ελευθερία και στην προσωπική ασφάλεια αναγνωρίζεται ως θεμελιώδες, και η παραβίασή του ως απαγορευμένη ενέργεια παρά μόνο στις περιπτώσεις που ειδικά αναφέρονται εκεί. Στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, σημασίας υπέχουν οι πρόνοιες του Άρθρου 11.2(γ), οι οποίες έχουν ως εξής: «ουδείς στερείται την ελευθερία αυτού, ή μη ότε και όπως ο νόμος ορίζει στας περιπτώσεις: (α) .......................... (β) .......................... (γ) συλλήψεως ή κρατήσεως ατόμων ενεργουμένης προς το σκοπό προσαγωγής αυτού ενώπιον της αρμόδιας κατά νόμον αρχής επί τη ευλόγω υπονοία ότι διέπραξεν αδίκημα ή οσάκις η σύλληψις ή η κράτησις θεωρηθή ευλόγως αναγκαία προς παρεμπόδισιν διαπράξεως αδικήματος ή αποδράσεως μετά την διάπραξιν αυτού». Επίσης, εφαρμογής τυγχάνουν, πάντα στα πλαίσια των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή, και οι πρόνοιες του Άρθρου 11.3 του Συντάγματος, οι οποίες είναι οι ακόλουθες: «εξαιρουμένου του δια θανάτου ή φυλακίσεως, ότε και όπως ο νόμος ορίζη, τηρουμένου αυτόφωρου αδικήματος, ουδείς συλλαμβάνεται, ή μη κατόπιν ητιολογημένου δικαστικού εντάλματος εκδοθέντος συμφώνως προς τους υπό του νόμου προδιαγεγραμμένους τύπους». Τέλος, σημασίας υπέχουν και οι πρόνοιες του Άρθρου 11.8 του Συντάγματος, σύμφωνα με τις οποίες: «ο κατά παράβασιν των διατάξεων του παρόντος άρθρου συλληφθής ή κρατηθής έχει αγώγιμον δικαίωμα προς αποζημίωσιν. Τέτοιο αγώγιμο δικαίωμα προκύπτει και από τις πρόνοιες του άρθρου 36

(1)και
(2)του Περί των Δικαιωμάτων Υπόπτων Προσώπων, Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Προσώπων που Τελούν υπό Κράτηση νόμου, Ν.163(Ι)/2005. Παρομοίως, το δικαίωμα προσώπου, στη βάση κατ' ισχυρισμόν παράνομης κράτησης του, να απαιτεί, μέσω αγωγής, αποζημιώσεις, κατοχυρώνεται και από το άρθρο 29 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου. Σε όλες δε τις πιο πάνω περιπτώσεις, σημαντικό είναι να κριθεί κατά πόσο η σύλληψη του Ενάγοντα διενεργήθηκε με νόμιμο τρόπο, και αν ναι, κατά πόσο η κράτηση που ακολούθησε της σύλληψης, ήταν επίσης νομικά δικαιολογημένη. Η γενική αρχή είναι ότι, η παράνομη κράτηση ενός προσώπου είναι η απόλυτη στέρηση της ελευθερίας του για οποιοδήποτε χρόνο, όσο περιορισμένος και αν είναι τούτος, χωρίς νόμιμη αιτία (βλ. Clerk & Lindsell on Torts 16η έκδοση παρα. 17-15, σελ. 972 - "a false imprisonment is complete depreviation of liberty for any time, however short, without lawful cause"). Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Murray v. Ministry of Defence [1988] 2 All E.R. 521, το αστικό αυτό δικαίωμα, ως επέμβαση στο πρόσωπο, είναι αγώγιμο χωρίς να είναι αναγκαία απόδειξη ειδικής ζημιάς (actionable per se). Παραμένει, ωστόσο, καλή υπεράσπιση, αν ήθελε αποδειχθεί (βλ. άρθρο 30(β) του Κεφ. 148), ότι ο Ενάγων συνελήφθη και κρατήθηκε σύμφωνα με τις διατάξεις συγκεκριμένου νόμου. Το δικαίωμα ενός αστυφύλακα να συλλαμβάνει χωρίς να έχει προηγουμένως εκδοθεί σχετικό ένταλμα σύλληψης, κατοχυρώνεται και από το άρθρο 14
(1)(β) και (γ) της ποινικής δικονομίας του οποίου οι πρόνοιες έχουν ως ακολούθως: «1. Αστυνομικός δύναται, χωρίς ένταλμα, να συλλάβει οποιοδήποτε (a) ......................................................................................... (β) ο οποίος διαπράττει στην παρουσία του ποινικό αδίκημα τιμωρούμενο με φυλάκιση (γ) το οποίο παρεμποδίζει αστυνομικό, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, ή ο οποίος απέδρασε ή αποπειράται να αποδράσει από νόμιμη σύλληψη». Όπως δε σημειώθηκε στην υπόθεση Kyriakides v. The Police 1 RSCC 66, στις περιπτώσεις συλλήψεως για αυτόφωρο αδίκημα, η σύλληψη θα πρέπει να διενεργείται αμέσως μετά τη διάπραξη του αδικήματος («the commission of the offence and the arrest of the offender should follow each other directly in point of time and sequence»). Είναι δε σημαντικό να σημειωθεί ότι, στη βάση των προνοιών του Άρθρου 11.4 του Συντάγματος ο συλληφθείς θα πρέπει να πληροφορηθεί τους λόγους σύλληψής του.[5] Ως έχει δε αποφασιστεί, κάθε πράξη ή δράση που στοχεύει στον περιορισμό του συνταγματικού δικαιώματος της ελευθερίας ενός προσώπου στη βάση επικαλούμενου δικαιώματος τέτοιας δράσης ή πράξης, δεν μπορεί να διενεργείται σε βαθμό μεγαλύτερο από τον προνοούμενο στο Mέρος II του Συντάγματος, με αποτέλεσμα, στην περίπτωση που θα κριθεί ότι μια τέτοια πράξη ή δράση διενεργήθηκε εις τρόπον που υπερβαίνει τον επιτρεπόμενο δυνάμει του ρηθέντος Μέρους, τούτη θα θεωρηθεί παράνομη, η δε επακόλουθη κράτηση αδικαιολόγητη (βλ. Parpas v. Republic
(1988)2CLR σελ. 5 και Κωνσταντίνου ν. Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ
  1. Στην υπό εξέταση υπόθεση, δεν τελεί υπό αμφισβήτηση το κατά πόσον ο Ενάγοντας στερήθηκε ή όχι της ελευθερίας του, ως ο νόμος και η σχετική με αυτόν νομολογία ορίζει. Τούτο είναι αποδεκτό από πλευράς των Εναγομένων. Εκείνο που προβάλλεται από τους τελευταίους είναι ότι, τόσο η σύλληψη, όσο και η μετέπειτα κράτηση του Ενάγοντα, διενεργήθηκαν νόμιμα και δη στη βάση αποδεκτών από το νόμο και τη νομολογία λόγων. Κατά συνέπεια, πάντα στα πλαίσια της νομικής θεώρησης του πράγματος, σημασίας υπέχουν τα ακόλουθα: Σύλληψη Ως προς το δικαίωμα αστυφύλακα να συλλάβει πολίτη χωρίς ένταλμα στη βάση διάπραξης αυτόφωρου αδικήματος, στο σύγγραμμα Civil Action Against The Police 3rd edition 2004, σελ. 194, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «
  2. Did the arresting officer suspect that the person who was arrested was guilty of the offence? The answer to this question depends entirely on the findings of fact as to the officer's state of mind.
  3. Assuming that the officer had the necessary suspicion, was there reasonable cause for that suspicion? This is purely objective requirement to be determined by the judge if necessary on facts found by the jury.
  4. If the answer to the previous questions is in the affirmative then the officer has a discretion which entitles him to make an arrest and in relation to that discretion the question arises as to whether the discretion has been exercised in accordance with the principles laid down by Lord Green M. R. in Associated Provincial Picture Houses Ltd v. Wednesbury Corporation [1948] 1 K.B. 223». Στο ίδιο σύγγραμμα, σχετικά με τη διακριτική εξουσία που παρέχεται σε αστυνομικά όργανα να συλλάβουν πολίτες στη βάση αυτόφωρου αδικήματος, σημειώνεται ότι, «To give power to arrest on reasonable suspicion does not mean that it is always or ever ordinarily to be exercised. It means that there is an executive discretion. In the exercise of it many factors have to be considered besides the strength of the case. The possibility of escape, the prevention of further crime and the obstruction of police inquiries are examples of those factors with which all judges who have had to grant or refuse bail are familiar. There is no serious danger in a large measure of executive discretion in the first instance because in countries where common law principles prevail the discretion is subject indirectly to judicial control.» Παρομοίως, στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts 17η έκδοση, σελ. 808, κάτω από τον τίτλο Acting on Reasonable Suspicion, para 16-102, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Once a constable has established that he has reasonable grounds to suspect a person of committing, having committed or being about to commit an arrestable offence, by virtue of section 24 of the 1984 Act he has a power to arrest that person. He is not under a duty to arrest or proceed by way of summons. The House of Lords in Mohammed Holgate v. Duke held that the exercise of a constable's discretion to arrest could be challenged only upon the principles laid down by Lord Green M.R. in Associated Provincial Picture Houses Ltd v. Wednesbury. Constables must act in good faith;» Εκείνο που στην ουσία χρειάζεται να προστεθεί για να δοθεί μια πλήρης εικόνα των εφαρμοστέων αρχών, στη βάση και των λεγομένων του Lord Green MR στην υπόθεση Wednesbury (ανωτέρω), είναι ότι, κατά το συνυπολογισμό του τρόπου δράσης του αστυφύλακα, θα πρέπει να εξεταστεί κατά πόσο τούτος έλαβε υπόψη παράγοντες οι οποίοι δεν θα έπρεπε να ληφθούν υπόψη ή, αντιθέτως, δεν έλαβε υπόψη (είτε αρνούμενος, είτε αμελώντας), παράγοντες τους οποίους θα έπρεπε να λάβει υπόψη. Επίσης, πάντα στη βάση των όσων αποφασίστηκαν στην υπόθεση Wednesbury (ανωτέρω), ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι ο αστυφύλακας ενήργησε συμφώνως των υποδειχθέντων ορίων, το Δικαστήριο, παρόλα αυτά, θα μπορούσε να καταλήξει ότι η ενέργειά του να συλλάβει και να στερήσει την ελευθερία του πολίτη ήταν τόσο παράλογη, που κανένας λογικός αστυφύλακας δεν θα τη διενεργούσε, οπότε σε μια τέτοια περίπτωση θα κρίνει τη σύλληψη ως παράνομη. Κράτηση Εκεί που πολίτης, μέσω αγωγής του, αιτιάται παράνομο περιορισμό του συνταγματικώς κατοχυρωμένου δικαιώματός του στην ελευθερία, το βάρος απόδειξης ότι ένας τέτοιος περιορισμός ήταν νόμιμος το φέρει το πρόσωπο που προέβη στον περιορισμό, στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι 1 και 2 (βλ. Phipson on Evidence 14η έκδοση παράγραφος 5-05, σελ. 53). Συναφώς, στην υπόθεση Khawaja v. Secretary of State [1983] 1 All ER σελ. 765, at 781, ο Lord Scarman ανέφερε ότι «The Classic Dissent of Lord Atkin in Liversidge v. Anderson [1941] 3 All ER 338, 362 is now accepted as correct [.] Lord Atkin put it thus: ". that in English Law every imprisonment is prima facie unlawful, and it is for the person diverting imprisonment to justify his act" (βλ. επίσης Ανδρέας Τσουλούπας ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2002)1 Α.Α.Δ. 1263). Ειδικότερα τώρα με την κράτηση, αυτή καθ' εαυτή, ασυνάρτητα με την αρχική σύλληψη και το αιτιολογημένο τούτης, στην υπόθεση Τσουλούπας Ανδρέας (ανωτέρω), αναφέρθηκαν τα εξής: «Η αναγκαιότητα της κράτησης, αν και διαπιστώνεται εκ των υστέρων από το Δικαστήριο, κρίνεται με αναφορά στα δεδομένα τα οποία ήσαν ενώπιον της Αστυνομίας κατά τον κρίσιμο χρόνο [...] το αν η διάρκεια της κράτησης όμως ήταν πέραν της απαραίτητης δεν μπορεί να κριθεί in abstracto αλλά σε συνάρτηση με τις πραγματικότητες συνθηκών, χώρου και χρόνου εφόσον το κρινόμενο είναι το αντικειμενικά εύλογο υπό τις περιστάσεις.» Στη βάση των δεδομένων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή, για σκοπούς απόφανσης επί του δικαιολογημένου ή μη της κράτησης του Ενάγοντα, μετά τη σύλληψή του, αναγκαίο είναι να αναφερθεί ότι, σημασίας υπέχει και ο χρόνος που ήταν αναγκαίος για την αστυνομία ώστε να μπορεί να κατηγορήσει τον Ενάγοντα γραπτώς, μιας και αποτελεί κοινό τόπο ότι, εξ αρχής, ο Εναγόμενος 1 διέταξε την κράτηση του Ενάγοντα μέχρι την απαγγελία σ' αυτόν γραπτής κατηγορίας. Συναφώς, στο σύγγραμμα Civil Action Against the Police (ανωτέρω), στη σελίδα 220, para 5-133 αναφέρονται τα εξής σχετικά. «The custody officer has a duty to consider charging "as soon as practicable", which probably means as soon as feasible. In the case of R. v. Holmes Ex p. Sherman the Divisional Court considered the common law principle that a police officer who has enough evidence to charge a person should do so without delay. It was pointed out that if there is sufficient evidence to charge the police would be acting unlawfully if they delayed charging in order to seek advice from superior officers, legal advice or corroborative evidence.» Τέλος, πάντα σε σχέση με το δικαιολογημένο ή μη της κράτησης, στην Πολιτική Έφεση 270/2011, μεταξύ Ανδρέα Νεοκλέους ν. Αρχηγού Αστυνομίας κ.α., απόφαση ημερομηνίας 8.2.2017, αναφέρθηκε ότι, εκεί που η αστυνομία μπορεί να δικαιολογήσει, στη βάση μαρτυρίας που θα προσκομίσει, ότι ο χρόνος κράτησης ενός συλληφθέντα παρατάθηκε, είτε λόγω αναγκαιότητας εκτέλεσης άλλων αναγκαίων καθηκόντων των αστυνομικών, είτε για αποφυγή διάπραξης άλλου αδικήματος, τότε το γεγονός ότι το ανακριτικό έργο θα μπορούσε να περατωθεί πολύ πριν την απόλυση του συλληφθέντα, δεν μπορεί, άνευ άλλου, να αποτελέσει λόγο για να κριθεί η κράτηση παράνομη. Ταπεινωτική μεταχείριση Το δικαίωμα μη υποβολής σε ταπεινωτική μεταχείριση, διασφαλίζεται από το Άρθρο 8 του Συντάγματος, αλλά και το Άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προάσπισης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Κατοχυρώνεται και από το άρθρο 19
(1)(α) και (β) του Περί Δικαιωμάτων Υπόπτων Προσώπων, Προσώπων που Συλλαμβάνονται και Προσώπων που Τελούν Υπό Κράτηση, Νόμου, Ν.163(Ι)/2005. Ως προς την υποχρέωση διασφάλισης αυτού του δικαιώματος, το άρθρο 19
(2), του ιδίου νόμου, εναποθέτει τούτο στους ώμους του Κράτους. Το δε άρθρο 19
(3)του νόμου αυτού, καθιστά υποχρέωση του εκάστοτε υπεύθυνου κρατητηρίου να μεριμνά, μεταξύ άλλων, και για την ασφάλεια και σωματική ακεραιότητα ενός κρατουμένου. Στο σύγγραμμα Harris, O'Boyle & Warbrick: Law of the European Convention on Human Rights, στη σελίδα 261, υπό τον τίτλο Degrading Treatment, με παραπομπή σε σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, αναφέρονται τα εξής σχετικά: «Or, in the language of an alternative formula that the Court sometimes adopts, treatment is degrading if it humiliates or debases an individual, showing a lack of respect for, or diminishing, his or her human dignity, or arouses feelings of fear, anguish or inferiority capable of breaking an individual's moral and physical resistance». Αναφέρεται, ακόμα, πάντα στη βάση των όσων αποφασίστηκαν σε συγκεκριμένες αποφάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ότι, «Moreover the humiliation involved must be more than that which follows inevitably from accepted forms of treatment such as imprisonment. The public nature of any treatment is relevant to its degrading character, although it may be sufficient that a person is humiliated in his or her own eyes.» (Αναφορά γίνεται στις υποθέσεις Kudla v. Poland 2000 - XI; 35 EHRR 198 para. 92, Pretty v. U.K. 2002 - III; 35 EHRR 1 para. 52, και Tyrer v. U.K. A 26
(1978); 2 EHRR 1). Με παραπομπή στα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση V. v. U.K. 1999 IX; 30 EHRR 121, para. 71 GC, oι ίδιοι συγγραφείς αναφέρουν και τα ακόλουθα σχετικά: «It is not essential that there be an intention to humiliate or debase for treatment to be degrading. The presence of such an intention is one of the factors that the Court will take into account, 'but the absence of any such purpose cannot conclusively rule out; a finding of a breach of Article 3». Όσον τώρα αφορά στη χρήση χειροπέδων, με βάση τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Raninen v. Philand 1997 - VIII; 26 EHRR 563 και Ocalan v. Turkey 2005 - IV; 41 EHRR 985, οι μόλις πιο πάνω συγγραφείς, στη σελ. 268 και 269 του αναφερόμενου συγγράμματός τους, αναφέρουν ότι η χρήση χειροπέδων σε ένα κρατούμενο δεν ισοδυναμεί με ταπεινωτική μεταχείριση κατά παράβαση του άρθρου 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, νοουμένου ότι, υπό τις περιστάσεις, θα κριθεί ότι ήταν λογικά αναγκαία. Ως προς την κρίση αναφορικά με το λογικό ή μη μιας τέτοιας αναγκαιότητας, αναφέρονται διάφοροι σχετικοί παράγοντες, όπως ο κίνδυνος δραπέτευσης ή χρήσης βίας από πλευράς του κρατουμένου, καθώς επίσης και η πιθανότητα να επηρεαστεί η μαρτυρία σε σχέση με το υπό διερεύνηση εναντίον του αδίκημα, ή ο βαθμός βίας που ασκήθηκε ώστε να επιτευχθεί η τοποθέτηση στον κρατούμενο χειροπέδων, αλλά και η έκταση της όποιας έκθεσης του κρατουμένου στο κοινό. Ειδική αναφορά γίνεται στην υπόθεση Erdogan Yagiz v. Turkey Hudoc
(2007), στην οποία ο κρατούμενος, γιατρός στο επάγγελμα, χωρίς οποιοδήποτε καλό προς το δημόσιο συμφέρον λόγο, εκτέθηκε, φέροντας χειροπέδες, σε ένα δημόσιο χώρο στάθμευσης στο χώρο εργασίας του, αλλά και κατά τη μεταφορά του στην οικία του, με αποτέλεσμα οι συνάδελφοί του, μέλη της οικογένειάς του και γείτονες του να τον δουν να βρίσκεται υπό σύλληψη έχοντας τοποθετημένες χειροπέδες στα χέρια του. Λόγω της μη αναγκαίας τοποθέτησης χειροπέδων, κρίθηκε ότι ο κρατούμενος έτυχε ταπεινωτικής μεταχείρισης. Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Raninen (ανωτέρω), καθώς επίσης και στην υπόθεση Radkov and Saber v. Bulgaria Application nos 18938/07 και 36069/09, απόφαση Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ημερομηνίας 27.5.2014,
  1. The Court has stated on previous occasions that handcuffing does not normally give rise to an issue under Article 3 of the Convention in cases where the measure has been imposed in connection with lawful arrest or detention and does not entail use of force or any public exposure in excess of what can be reasonably considered necessary and proportionate in the circumstances. In this regard, it is important whether there is reason to believe that the person concerned would resist arrest or abscond, or cause injury or damage, or suppress evidence (see Raninen v. Finland, 16 December 1997, § 56, Reports of Judgments and Decisions 1997-VIII; Hénaf v. France, no. 65436/01, § 56, ECHR 2003-XI; Kashavelov v. Bulgaria, no. 891/05, § 38, 20 January 2011; and Kummer v. the Czech Republic, no. 32133/11, § 63, 25 July 2013). In any case, the Court attaches particular importance to the circumstances of each case and examines whether the use of restraints was necessary (see Gorodnichev v. Russia, no. 52058/99, § 102, 24 May 2007, and Stoleriu v. Romania, no. 5002/05, § 74, 16 July 2013).
  2. Moreover, in order to fall within the scope of Article 3, the handcuffing, like any other form of treatment, must attain a minimum level of severity. The assessment in that regard will depend on the circumstances of the case in their entirety (see Gorodnichev, cited above, § 100). In considering whether treatment is "degrading" within the meaning of Article 3, the Court will have regard to whether its object is to humiliate and debase the person concerned and whether, as regards the consequences, it adversely affected his or her personality in a manner incompatible with Article 3 (see Raninen, cited above, § 55, and Peers v. Greece, no. 28524/95, § 68, ECHR 2001-III). Being publicly visible may also be a relevant factor in assessing whether a form of treatment is "degrading" within the meaning of Article 3, but the Court does not consider that the absence of this public aspect will necessarily prevent a particular form of treatment from falling into that category; the application of measures of restraint to an applicant in a non-public setting may still give rise to a violation of Article 3 in a situation where no serious risks to security could be shown to exist (see Ashot Harutyunyan v. Armenia, no. 34334/04, § 125, 15 June 2010). Αξιολόγηση μαρτυρίας Ενάγοντας Για τους λόγους που θα εξηγήσω κατωτέρω, είμαι της γνώμης ότι ο Ενάγοντας δεν ήταν ειλικρινής αναφορικά με τη συμπεριφορά του που προηγήθηκε της σύλληψής του. Επί του προκειμένου, η μαρτυρία του παρουσιάζει ουσιώδεις αντιφάσεις, καθώς επίσης συγκρούεται και με την κοινή λογική. Ενδεικτικά και όχι εξαντλητικά σημειώνω, συναφώς, τα εξής: Ενώ η βασική του θέση ήταν ότι προσπάθησε να εξηγήσει στον Εναγόμενο 1 τους λόγους που διαπληκτίστηκε με το ΜΥ3 και ότι στα πλαίσια αυτά, χωρίς να φωνασκεί, κτύπησε, ελαφρώς, το χέρι του στον πάγκο του γραφείου παραπόνων, στην κατάθεση που του λήφθηκε από το ΜΥ2 παραδέχεται ότι φώναζε και διαμαρτυρόταν έντονα για τη συμπεριφορά του ΜΥ3 και ότι, παρά τη σύσταση που του έγινε από τον Εναγόμενο 1 για να ηρεμήσει, διαφορετικά θα συλλαμβάνετο, όχι απλά δεν ηρέμησε, αλλά συνέχισε να φωνάζει με έντονο τρόπο και κτύπησε το χέρι του στον πάγκο του γραφείου παραπόνων του σταθμού. Απλή ανάγνωση και μόνο της κατάθεσης που έλαβε ο ΜΥ2 από τον Ενάγοντα την ημέρα του επεισοδίου δεικνύει με κάθε γλαφυρότητα το αντιφατικό των εκεί (σχετικών με τη, προ της σύλληψής του, συμπεριφορά του) αναφορών του Ενάγοντα με τους ενώπιον του Δικαστηρίου (κατά την κυρίως εξέτασή του) σχετικούς ισχυρισμούς του. Δεν είναι τυχαία, κατά τη γνώμη μου, η θέση που προέβαλλε καθ΄ όλο το στάδιο της δια ζώσης μαρτυρίας του με την οποία διαχώριζε το περιστατικό σε δύο κατηγορίες, υποδεικνύοντας, συναφώς, ότι, ανεξαρτήτως της νομιμότητας ή μη της σύλληψής του, το βασικό του παράπονο εστιάζεται στον τρόπο, χρόνο και συνθήκες κράτησής του. Επομένως, στο βαθμό που η μαρτυρία του Ενάγοντα επιδιώκει να ρίξει φως στη, προ της σύλληψής του, συμπεριφορά του, τούτη δεν αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή σχετικών ευρημάτων ή συμπερασμάτων. Κατά τα λοιπά, και δη αναφορικά με τις συνθήκες υπό τις οποίες τελούσε υπό κράτηση, τόσο στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, όσο και στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας, η μαρτυρία του, πλην της θέσης του ότι ζήτησε να επικοινωνήσει με δικηγόρο, καθώς επίσης και να του χορηγηθεί φαγητό, με αμφότερα τα αιτήματά του να απορρίπτονται, γίνεται δεκτή. Ως προς τη μη αποδοχή των ισχυρισμών του αυτών, υποδεικνύω την απουσία σχετικού ισχυρισμού στην κατάθεση του που του έλαβε ο ΜΥ2 (λίγες ώρες μετά το επεισόδιο), ισχυρισμός, που αν όντως ήταν αληθής, αναμενόμενο και λογικό θα ήταν να τον προέβαλλε ο Ενάγοντας στη πρώτη ευκαιρία που του δόθηκε. Επίσης, με δεδομένη τη θέση του ΜΕ2, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του οποίου ακολουθεί, πλην όμως επί τούτου δεν αμφισβητήθηκε, ότι ενημερώθηκε για τη σύλληψη του Ενάγοντα από τον τότε ασκούμενο δικηγόρο του (του Ενάγοντα) και ότι τούτος (ο Ενάγοντας) βρισκόταν στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, τον οποίο σταθμό, άμεσα, επισκέφθηκε, θεωρώ ότι θα ήταν ακροσφαλές να αποδεχθώ τη θέση του Ενάγοντα ότι ζήτησε να επικοινωνήσει με δικηγόρο και δεν του επετράπη. Πως ενημερώθηκε ο ασκούμενος δικηγόρος του περί της κράτησής του στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού; Όσον τώρα αφορά στη λοιπή μαρτυρία του, την οποία, ως ανάφερα ανωτέρω, αποδέχομαι, τούτη, στην ουσία, δεν αμφισβητήθηκε από τη συνήγορο των Εναγομένων, ούτε και παρουσιάστηκε από πλευράς των Εναγομένων οποιαδήποτε αντικρουστική ή έστω μη συμβαδίζουσα με αυτή μαρτυρία. Τουναντίον, ως προκύπτει από την μαρτυρία των μαρτύρων υπεράσπισης, κανένας δεν αμφισβήτησε ότι ο Ενάγοντας, μετά τη σύλληψή του, τοποθετήθηκε πίσω από τον πάγκο παραπόνων με χειροπέδες και περιφερόταν όρθιος στο σημείο για πέραν της μίας ώρας. Ο ΜΥ1, περιορίστηκε απλά να σημειώσει ότι, πριν την είσοδο του στο γραφείο του, είδε τον Ενάγοντα να κάθεται σε καρέκλα πίσω από τα γραφεία στο συγκεκριμένο σημείο και ακολούθως, δεν είχε πλέον οπτική επαφή με το χώρο, ενώ ο ΜΥ2, σε καμία σχετική με το ζήτημα αναφορά προέβη. Ο δε ΜΥ3, επιβεβαίωσε, εν μέρει, τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι βρισκόταν όρθιος στο συγκεκριμένο σημείο φέροντας χειροπέδες. Η δε σχετική με το ζήτημα μαρτυρία του Ενάγοντα, επιβεβαιώνεται, ως θα φανεί κατωτέρω και από άλλο αξιόπιστο μάρτυρα που τον θέλει να βρίσκεται στο σημείο, ιστάμενος φέροντας χειροπέδες. Εκείνο για το οποίο δεν μπορώ να καταλήξω σε ασφαλές εύρημα στη βάση της σχετικής μαρτυρίας του Ενάγοντα, είναι ο ακριβής χρόνος της παραμονής του στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού προ της μεταφοράς του στη Λακατάμεια. Και τούτο γιατί, αφενός οι σχετικές αναφορές του ήταν εντελώς γενικές και αόριστες χωρίς να συνοδεύονται από λεπτομέρειες και θέσεις που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για εξέταση της ορθότητάς τους, και αφετέρου γιατί, οι αντίστοιχες σχετικές θέσεις του ΜΥ2, δεν τέθηκαν, καθ' οιονδήποτε τρόπο, εν αμφιβόλω από πλευράς του συνηγόρου του Ενάγοντα. Το σίγουρο, ωστόσο, είναι ότι, η εκεί παραμονή του διήρκησε τουλάχιστον μία ώρα. Τονίζω στο σημείο αυτό ότι, η μαρτυρία του Ενάγοντα που γίνεται δεκτή είναι αυτή που αφορά σε γεγονότα και όχι αυτή, μέσω της οποίας προβάλλονται οι πεποιθήσεις, απόψεις και γνώμες του ως προς τις προθέσεις των μελών της αστυνομίας που υπηρετούσαν τότε στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, για τις οποίες προθέσεις το Δικαστήριο θα καταλήξει στα δικά του σχετικά συμπεράσματα στη βάση της ενώπιον του αποδεκτής μαρτυρίας. ΜΕ2 Ο ΜΕ2 μου έκανε καταπληκτική εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο είναι η αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Ήταν σαφής στις θέσεις που προέβαλλε και δεν δίσταζε, εκεί που δεν μπορούσε να υποστηρίξει κάποιον ισχυρισμό του, να αποδεχθεί το γεγονός αυτό και να υποδείξει ότι η θέση του προβάλλεται στη βάση συμπεράσματος και όχι γνώσης συγκεκριμένων δεδομένων. Είναι, ακριβώς, γι' αυτό το λόγο που δεν θα δεχθώ τη θέση του ότι η απόλυση του Ενάγοντα ήταν το αποτέλεσμα σχετικής διαταγής του τότε Γενικού Εισαγγελέα, όχι γιατί τούτο, ως πιθανότητα, μπορεί να αποκλειστεί, αλλά γιατί η θέση του προβλήθηκε, πρωτίστως, στη βάση πληροφόρησης που έλαβε από αστυφύλακα στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας (η ταυτότητα του οποίου παρέμεινε άγνωστη στο Δικαστήριο), χωρίς ο ίδιος να έχει συνομιλήσει, είτε με το Γενικό Εισαγγελία, είτε και με τον Πρόεδρο του Παγκύπριου Δικηγορικού Συλλόγου (μετά την αρχική επικοινωνία τους) αναφορικά με το κατά πόσο ο Γενικός Εισαγγελέας έτυχε, έστω καν, ενημέρωσης για τη σύλληψη του Ενάγοντα. Εν πάση περιπτώσει, η λοιπή μαρτυρία του ΜΥ2 δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς της συνηγόρου των Εναγομένων, ούτε και προσκομίστηκε αντίθετη με αυτή μαρτυρία από πλευράς τους. Επομένως, κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του ΜΕ2 γίνεται δεκτή. ΜΕ3 Και η ΜΕ3 μου έκανε καταπληκτική εντύπωση ως μάρτυρας. Ήταν σταθερή καθ' όλη τη διάρκεια που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, χωρίς η μαρτυρία της να παρουσιάζει υπεκφυγές, οι δε απαντήσεις της ήταν άμεσες, χωρίς ενδοιασμούς, και σαφείς. Στην πραγματικότητα, πέραν της εντελώς γενικής υποβολής της συνηγόρου των Εναγομένων ότι η μάρτυρας παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο με σκοπό να βοηθήσει τον Ενάγοντα που ήταν για χρόνια γνωστός της και όχι για να πει την αλήθεια, μόνο μία ειδική αναφορά της αμφισβητήθηκε κατά το στάδιο της αντεξέτασής της. Ενδεικτικά υποδεικνύω ότι η θέση της ΜΕ3 ότι, αμέσως μετά τη συνομιλία της με τον Ενάγοντα (και την προτροπή του τελευταίου να είναι έτοιμη να δώσει μαρτυρία για τις συνθήκες κράτησής του), οι αστυφύλακες τον απομάκρυναν από το σημείο και τον μετέφεραν σε χώρο που δεν ήταν πλέον ορατός στην ίδια, δεν αμφισβητήθηκε. Παρομοίως, δεν αμφισβητήθηκε και η θέση της ότι όταν αντίκρισε τον Ενάγοντα, μια ώρα μετά τη σύλληψή του, τούτος ήταν σκυφτός, στενοχωρημένος και έτοιμος να λυγίσει. Το μόνο το οποίο η συνήγορος των Εναγομένων, με ειδική υποβολή, αμφισβήτησε από τα όσα ανέφερε η ΜΕ3, αφορούσε τον ισχυρισμό της αναφορικά με το χαρακτήρα του Ενάγοντα, η οποία υποβολή συνοδεύτηκε με υπόδειξη (η οποία έγινε δεκτή από τη ΜΕ3) ότι δεν ήταν σε θέση να τοποθετηθεί ως προς τη συμπεριφορά που επέδειξε ο Ενάγοντας κατά τη διάρκεια του επίδικου επεισοδίου. Δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι η ΜΕ3 ανέφερε στο Δικαστήριο όλη την αλήθεια αναφορικά με τα όσα ήλθαν σε γνώση της την επίδικη ημέρα. Τη μαρτυρία της, ως προς τα γεγονότα, την αποδέχομαι στο σύνολό της. ΜΕ4 Ο ΜΕ4, αν και γενικά μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, υπό την έννοια ότι δεν ήλθε στο Δικαστήριο, με σκοπό, να ψευσθεί, εντούτοις, στο βαθμό που η μαρτυρία του αφορά στα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του Ενάγοντα και του ΜΥ3, τούτη δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Ως σημειώθηκε κατά την παράθεση της μαρτυρίας του ανωτέρω, επί του προκειμένου προώθησε εντελώς αντιφατικούς ισχυρισμούς. Περιορίζομαι απλά να υποδείξω ότι, κατά μια εκδοχή του, το μόνο πρόσωπο που άκουσε να φωνάζει κατά την τηλεφωνική συνομιλία που είχε με τον Ενάγοντα ήταν τον πολίτη (ΜΥ3), ενώ κατά μια άλλη εκδοχή του, ο μόνος που φώναζε ήταν ο Ενάγοντας. Υποδεικνύω ακόμα ότι, κατά τρίτη σχετική εκδοχή του, άκουσε και τους δύο να φωνάζουν. Καμία εξήγηση δεν έδωσε για τις αντιφατικές εκδοχές του, ούτε και προσπάθησε να υποστηρίξει, ειδικά, κάποια εξ αυτών, δίδοντας κάποια εξήγηση για την ορθότητά της, ώστε να είναι δυνατή η επιλογή μίας εκ των εκδοχών του. Κατά συνέπεια, η σχετική με αυτό το ζήτημα μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Δέχομαι, ωστόσο, τη μαρτυρία του, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, και η οποία θέλει τον ίδιο να είναι το πρόσωπο που έδωσε εντολή στον Ενάγοντα να επισκεφθεί τον αλλοδαπό εργοδοτούμενό του στο σταθμό Λυκαβηττού. Δέχομαι ακόμα ότι, προ της επισκέψεως του Ενάγοντα στο σταθμό Λυκαβηττού, ο ΜΕ4 τον είχε ενημερώσει περί του ότι ο αλλοδαπός φέρεται να συνελήφθη και να κρατείται για σκοπούς απέλασής του. Εναγόμενος 1 Ο Εναγόμενος 1 ειδικά αναφορικά με τα γεγονότα που προηγούνται της σύλληψης του Ενάγοντα, κρίνω ότι ανέφερε την αλήθεια. Η σχετική μαρτυρία του επιβεβαιώνεται και από τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, αλλά, σε μεγάλο βαθμό, και από τον ίδιο τον Ενάγοντα. Οι αιτιάσεις του Ενάγοντα και του συνηγόρου, που θέλουν τον Εναγόμενο 1 να γνωρίζεται με το ΜΥ3, παρέμειναν στη σφαίρα της θεωρίας, μιας και καμία, πειστική, σχετική μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε από πλευράς του Ενάγοντα, ενώ, από την άλλη, η θέση του Εναγόμενου 1 περί του ότι δεν γνώριζε, πριν το επίδικο επεισόδιο, τον ΜΥ3, δεν τέθηκε εν αμφιβόλω. Εν πάση περιπτώσει, οι ισχυρισμοί του Εναγόμενου 1 που σχετίζονται με τα όσα προηγήθηκαν της σύλληψης του Ενάγοντα χαρακτηρίζονται από σαφήνεια, σταθερότητα και αμεσότητα. Από την άλλη, αναφορικά με το τι ακολούθησε της σύλληψης του Ενάγοντα, ήταν έκδηλη η προσπάθειά του να αποποιηθεί των όποιων ευθυνών του σε σχέση με τις συνθήκες και το χρόνο κράτησης του Ενάγοντα. Ενδεικτικό τούτου είναι οι γενικές και εντελώς αόριστες αναφορές του ως προς τους λόγους που έπρεπε ο Ενάγοντας να παραμείνει υπό κράτηση, φέροντας χειροπέδες, σε χώρο που ήταν ορατός στο κοινό που επισκεπτόταν το σταθμό Λυκαβηττού για να εξυπηρετηθεί, αλλά και της ανάγκης να παραμείνει υπό κράτηση για διάρκεια 6½ περίπου ωρών. Οι σχετικές θέσεις του είχαν ως ακολούθως: Ως προς το γεγονός ότι ο Ενάγοντας παρέμεινε πίσω από τον πάγκο του γραφείου παραπόνων για χρόνο πέραν της μιας ώρας, περιορίστηκε απλά να ισχυρισθεί ότι, λόγω πληρότητας των κρατητηρίων του σταθμού Λυκαβηττού έπρεπε να μεταφερθεί σε άλλο αστυνομικό σταθμό με διαθέσιμα κρατητήρια, αποφεύγοντας πλήρως να τοποθετηθεί ως προς τη δυνατότητα τούτος (ο Ενάγοντας) να τοποθετείτο εντός κάποιου γραφείου του σταθμού Λυκαβηττού ώστε να μην είναι ορατός σε τρίτους μέχρι την όποια μεταφορά του σε άλλο σταθμό. Ως προς δε το χρόνο κράτησης του Ενάγοντα, και πάλι, με σκοπό, θεωρώ, να αποφύγει τις όποιες ευθύνες του, περιορίστηκε στο να ισχυριστεί ότι παρέδωσε τον Ενάγοντα στο ΜΥ2, αφήνοντας να νοηθεί ότι ο ίδιος δεν ασχολήθηκε περαιτέρω με τη διερεύνηση της υπόθεσης παρά μόνο έδωσε σχετικές οδηγίες στο ΜΥ
  3. Ωστόσο, σύμφωνα με άλλους δικούς του ισχυρισμούς, παρουσιάζεται ως το πρόσωπο που μεσολάβησε για να βρεθεί ο σταθμός που είχε διαθέσιμα κρατητήρια, καθώς επίσης και ότι, σε κάποιο στάδιο, συνομίλησε με τον Ενάγοντα, ο οποίος και, μεταξύ άλλων, του απολογήθηκε. Η προσπάθεια του Εναγόμενου 1 να αποφύγει να δώσει λεπτομέρειες οι οποίες ενδεχομένως να τον έφερναν σε δύσκολη θέση, ήταν εμφανής και στις απαντήσεις που έδωσε ως προς την ανάγκη να παραμείνει ο Ενάγοντας υπό κράτηση στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού για πέραν της μιας ώρας. Μοναδική σχετική αναφορά του, θέλει τούτο να συμβαίνει λόγω ανάγκης μεταφοράς του σε άλλο σταθμό. Και διερωτάται κανείς. Χρειαζόταν μια και πλέον ώρα για να ενημερωθεί ο Εναγόμενος 1 ότι υπάρχουν διαθέσιμα κρατητήρια στο σταθμό Λακατάμειας; Σημειώνω, επί του προκειμένου, ότι δεν προωθήθηκε οποιοσδήποτε ισχυρισμός από πλευράς του Εναγόμενου 1 ή άλλου μάρτυρα, που να θέλει τη σχετική έρευνά του για ανεύρεση διαθέσιμων κρατητηρίων να είναι χρονοβόρα ή να αντιμετωπίζει οποιαδήποτε εμπόδια. Ας μη λησμονείται ότι, η πληρότητα των κρατητηρίων του σταθμού Λυκαβηττού ήταν γνωστή στον Εναγόμενο 1 πριν καν να επισυμβεί το επίδικο επεισόδιο. Κατά συνέπεια, αν και επί των γεγονότων, ειδικά τούτων που σχετίζονται με την όλη συμπεριφορά του Ενάγοντα εκείνη τη μέρα, τόσο πριν, όσο και μετά τη σύλληψή του την αποδέχομαι, τη μαρτυρία του ως προς το αναγκαίο η μη της κράτησης του Ενάγοντα, καθώς επίσης και της διάρκειάς της, δεν μπορώ να τη δεχθώ. ΜΥ2 Τα όσα ανέφερα ανωτέρω σε σχέση με την εντύπωση που αποκόμισα για τη μαρτυρία του Εναγόμενου 1, ισχύουν και αναφορικά με τη μαρτυρία του ΜΥ
  4. Ενώ, ακριβώς, από τη μια η μαρτυρία του που άπτεται των γεγονότων που προηγήθηκαν της σύλληψης του Ενάγοντα χαρακτηρίζεται από την απαραίτητη λεπτομέρεια, σαφήνεια, λογική συνέχεια και σταθερότητα, χωρίς οποιεσδήποτε υπεκφυγές ή αντιφάσεις, η μαρτυρία του αναφορικά με τα γεγονότα που έπονται της σύλληψης του Ενάγοντα και αφορούν στις ενέργειες της αστυνομίας (του ιδίου περιλαμβανομένου) παρουσιάζει υπεκφυγές και αντιφάσεις, και τούτο κατά τη γνώμη μου, στην προσπάθεια του να αποποιηθεί των όποιων ευθυνών του ή να βοηθήσει τον Εναγόμενο 1 που ηγήθηκε των ενεργειών του σταθμού Λυκαβηττού εκείνη τη μέρα. Ενδεικτικά υποδεικνύω την αποφυγή να απαντήσει στις ξεκάθαρες ερωτήσεις του συνηγόρου του Ενάγοντα ως προς τους λόγους που ο Ενάγοντας παρέμεινε σε κοινή θέα πίσω από τον πάγκο του γραφείου παραπόνων για πέραν της μιας ώρας, αντί να τοποθετηθεί σε ένα από τα πολλά γραφεία του σταθμού. Σημειώνω ακόμα τη θέση του ότι δεν υπήρχε προσωπικό για να επιτηρεί τον Ενάγοντα και γι' αυτό κατέστη αναγκαία η μεταφορά του σε άλλο σταθμό, τη στιγμή που, σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, παρουσίασε τον εαυτό του ως τον επιτηρητή του, τη στιγμή που, και πάλι στη βάση δικών του θέσεων, σε διάφορα γραφεία του σταθμού υπήρχαν συνάδελφοι του που, προφανώς, μπορούσαν να τον επιτηρούν εντός του γραφείου τους. Κενά, ασάφειες και υπεκφυγές παρατηρούνται και στο μέρος της μαρτυρίας του που άπτεται του χρόνου που αναλώθηκε για τη λήψη των καταθέσεων και ειδικότερα του αναγκαίου ή μη της κράτησης του Ενάγοντα για 6½ περίπου ώρες. Επί τούτου, η θέση του ΜΥ2 ήταν ότι ενεργούσε στη βάση ειδικών οδηγιών που του δόθηκαν από τον Εναγόμενο 1, που ήθελαν την απόλυση του Ενάγοντα να ακολουθεί της λήψης κατάθεσης από το ΜΥ3 και τους αστυφύλακες μάρτυρες του επεισοδίου. Δικαιολόγησε δε το χρόνο κράτησης του Ενάγοντα, στη βάση του δεδομένου ότι η κατάθεση του ΜΥ3 περατώθηκε στις 17:55, χωρίς ωστόσο να δώσει οποιαδήποτε πειστική εξήγηση γιατί δεν έλαβε τη συγκεκριμένη κατάθεση σε προηγούμενο χρόνο, πόσο μάλλον ακριβώς μετά το επεισόδιο, όταν και ο ΜΥ3 ήταν παρών στο σταθμό. Η επί του προκειμένου θέση του ότι ο λόγος που δεν έλαβε κατάθεση από το ΜΥ3 ακριβώς μετά το επεισόδιο, ήταν γιατί ο τελευταίος βιαζόταν να φύγει από το σταθμό, συγκρούεται με την αναντίλεκτη, σχετική, θέση του ΜΥ3, η αξιολόγηση της μαρτυρίας του οποίου θα ακολουθήσει, που θέλει τον τελευταίο να παραμένει μετά το επεισόδιο στο σταθμό και να παρακολουθεί τα συμβαίνοντα. Είμαι της γνώμης ότι ο ΜΥ2, αναφορικά με τις συνθήκες κράτησης του Ενάγοντα στο σταθμό Λυκαβηττού και ειδικότερα με το χώρο στον οποίο κρατείτο και την δυνατότητα τρίτων να τον δουν, αν όχι ήλθε σε κάποιας μορφής προ-συνεννόηση με τον Εναγόμενο 1, σίγουρα προώθησε μαρτυρία με σκοπό να τον βοηθήσει. Δεν είναι τυχαίο που οι σχετικές αναφορές του στη γραπτή του δήλωση, όχι απλά ομοιάζουν, αλλά αποτελούν πιστή αντιγραφή των σχετικών αναφορών του Εναγόμενου
  5. Υποδεικνύω προς τούτο την αναφορά του στην παράγραφο 5 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Στ) σε σχέση με τη δυνατότητα επισκέπτη του σταθμού να δει τον Ενάγοντα στο σημείο που βρισκόταν. Η σχετική αναφορά του «Πιο πίσω υπάρχουν δύο γραφεία, με μπροστά ψηλό διαχωριστικό και είναι αδύνατο κάποιος που κάθεται πίσω από ένα γραφείο να φαίνεται, εκτός εάν ο ίδιος περιφέρεται στο γραφείο» αποτελεί πιστή αντιγραφή της σχετικής αναφοράς του Εναγόμενου 1 ως τούτη αντικρίζεται στο Έγγραφο Ε(Ι), στην παράγραφο 7 τούτου. Αν στα πιο πάνω προστεθεί και το γεγονός ότι και ο ΜΥ2 (στο Έγγραφο Στ) προωθεί τη θέση ότι ο πάγκος στο γραφείο παραπόνων ήταν ύψους 1.40μ., ισχυρισμός που προβλήθηκε και από τον Εναγόμενο 1 στο Έγγραφο Ε(Ι), ευκόλως μπορεί κάποιος να καταλήξει στο δικαιολογημένο της κρίσης του Δικαστηρίου ως προς τις προθέσεις του ΜΥ2 επί του προκειμένου. Πόσο μάλλον όταν ο Εναγόμενος 1, δεν αμφισβήτησε, κατά την αντεξέτασή του, τη θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα ότι το ύψος του πάγκου ήταν 1.20μ.. Όσον τώρα αφορά στη συμπεριφορά του Ενάγοντα κατά το χρόνο της κράτησής του στο σταθμό Λυκαβηττού, η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και κατά συνέπεια γίνεται δεκτή. Ως προς τη μόνη σχετική αμφισβητηθείσα θέση του περί μη απαίτησης από τον Ενάγοντα για επικοινωνία με δικηγόρο και μη απαίτησης ειδικής διατροφής λόγω ασθένειας, και τούτη γίνεται δεκτή, αφενός στη βάση της απόρριψης της αντίστοιχης σχετικής θέσης του Ενάγοντα, και αφετέρου του γεγονότος ότι, ως φαίνεται, επικοινώνησε με τον ασκούμενο δικηγόρο του καθ' ον χρόνο βρισκόταν στο σταθμό Λυκαβηττού. Κατά συνέπεια, αν και το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του ΜΥ2 (επί γεγονότων) γίνεται δεκτό, δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση του ότι η κατάθεση από το ΜΥ3 δεν μπορούσε να ληφθεί προηγουμένως, ούτε ότι όλος ο χρόνος που ακολούθησε της σύλληψης του Ενάγοντα αναλώθηκε μόνο για σκοπούς διερεύνησης των όποιων αδικημάτων τυχόν διέπραξε ο τελευταίος. Δεν δέχομαι επίσης ότι η διάρκεια της παραμονής του Ενάγοντα στο σταθμό Λυκαβηττού ήταν ίση με το χρόνο που χρειάστηκε μέχρι να ανευρεθεί άλλος αστυνομικός σταθμός με διαθέσιμα κρατητήρια. Τέλος, ο ΜΥ2 δεν διαφώτισε με τη μαρτυρία του αναφορικά με τις όποιες ενέργειές του, μεταξύ του χρόνου της σύλληψης του Ενάγοντα και του χρόνου απόλυσής του, που δεν σχετίζονταν με τη διερεύνηση του επίδικου επεισοδίου, ώστε να διαφανεί αν τούτες ενέπιπταν στα πλαίσια εκτέλεσης άλλων καθηκόντων του. ΜΥ3 O MY3 μου έκανε πολύ καλή εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο, στο βαθμό που η μνήμη του τον βοηθούσε, ανέφερε όλη την αλήθεια ως προς τα γεγονότα, στα οποία ήταν μάρτυρας, κατά τη διάρκεια του επίδικου επεισοδίου. Η μαρτυρία του, σε πλείστα όσα σημεία της, συμβαδίζει με τη λοιπή ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία. Οι δε μικροαντιφάσεις που παρουσιάζει συγκρινόμενη με τη λοιπή σχετική αποδεκτή μαρτυρία, ειδικότερα ως προς τις ακριβείς φράσεις που εκστόμισε ο Ενάγοντας, όχι απλά δεν κλονίζουν την αξιοπιστία του, αλλά, ως επουσιώδεις, καθώς επίσης και στη βάση της ανθρώπινης φύσης που θέλει την ακριβή μεταφορά λόγου, μετά παρόδου χρόνου, να αποτελεί δύσκολο έργο, δεικνύουν την απουσία της όποιας προ-συνεννόησης του με τους άλλους μάρτυρες. Εν πάση περιπτώσει, η μαρτυρία του, στην ουσία, δεν αμφισβητήθηκε από το συνήγορο υπεράσπισης, ο οποίος τον υπέβαλε σε εντελώς περιορισμένη αντεξέταση, χωρίς να του θέσει καν αντίθετες, με τους ισχυρισμούς του, θέσεις. Περιορίστηκε απλά στο να του υποβάλει ότι παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο για να υποστηρίξει την υπόθεσή του, ξεχνώντας, προφανώς, ο συνήγορος του Ενάγοντα, ότι ο ΜΥ3 δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή, ούτε και φαίνεται να αντιμετωπίζει οποιαδήποτε δικαστική ή άλλως πως υπόθεση σε σχέση με το επίδικο περιστατικό. Παρά την πολύ καλή εικόνα που μου άφησε ο ΜΥ3, η θέση που προέβαλε, κατά την αντεξέτασή του, ότι ο Ενάγοντας, καθ' ον χρόνο βρισκόταν υπό σύλληψη στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, συνομιλούσε τηλεφωνικά με τρίτους, δεν μπορεί να γίνει δεκτή, όχι γιατί αποκλείω το ενδεχόμενο να είναι αληθής, αλλά γιατί συγκρούεται με άλλη θέση του, σύμφωνα με την οποία δεν ήταν σε θέση (ο ΜΥ3) να θυμάται αν, κατά το χρόνο που έφυγε από το σταθμό Λυκαβηττού, ο Ενάγοντας είχε χειροπέδες οπισθάγκωνα ή στο εμπρός μέρος του σώματός του. Είναι εξόφθαλμο ότι, η αδυναμία του ΜΥ3 να αποκλείσει το ενδεχόμενο ο Ενάγοντας να έφερε χειροπέδες οπισθάγκωνα δεν μπορεί να συμβαδίζει με θέση ότι τούτος, φέροντας, με αυτό τον τρόπο, χειροπέδες, κατείχε και συσκευή τηλεφώνου και μέσω της συνομιλούσε. Κατά τα λοιπά, τη μαρτυρία του την αποδέχομαι. Τελικά ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιόν μου μαρτυρίας, προβαίνω στα ακόλουθα περαιτέρω ευρήματα: Ο Ενάγοντας, αφού έτυχε ενημέρωσης από το ΜΕ4 ότι ο κρατούμενος αλλοδαπός, εργοδοτούμενος του, βρισκόταν στην Κύπρο νόμιμα και κατείχε και άδεια για εργοδότηση, άρχισε να αμφισβητεί μεγαλοφώνως τη νομιμότητα της κράτησης του, εκστομίζοντας, στα πλαίσια αυτά, φράσεις του τύπου «εν να σας σάσω ούλλους» και «εν να σας φκάλω τον κώλο σας», απευθυνόμενος προς τον αστυφύλακα που εξυπηρετούσε, τη δεδομένη στιγμή, το κοινό, μέρος του οποίου ήταν και ο ΜΥ
  6. Ο τελευταίος, στο άκουσμα των φράσεων αυτών και γενικά της όλης συμπεριφοράς του Ενάγοντα ο οποίος φώναζε εντός του αστυνομικού σταθμού, θεώρησε ορθό να παρατηρήσει τον Ενάγοντα υποδεικνύοντάς του ότι θα πρέπει να συμπεριφέρεται κόσμια και να σέβεται τα αστυνομικά όργανα. Ο Ενάγοντας, θεωρώντας αδικαιολόγητη την παρατήρηση του ΜΥ3 και ως ισοδυναμούσα με επέμβαση στον τρόπο που ο ίδιος θα εκτελούσε τα καθήκοντά του ως δικηγόρος, αντέδρασε και απευθυνόμενος πλέον στο ΜΥ3, συνεχίζοντας να φωνάζει, ζήτησε εξηγήσεις για την παρατήρηση που του έκανε και γενικά για το δικαίωμά του να του υποδεικνύει πώς να συμπεριφέρεται. Ακολούθησε θορυβώδης λεκτικός διαπληκτισμός μεταξύ των δύο ο οποίος έγινε αντιληπτός από τον Εναγόμενο 1 και το σταθμάρχη του σταθμού Λυκαβηττού, στον πρώτο όροφο, όπου και βρισκόντουσαν, οι οποίοι κατέβηκαν στο ισόγειο για να δουν τι συμβαίνει. Το λόγο έλαβε ο Εναγόμενος 1, ο οποίος απευθυνόμενος στον Ενάγοντα (ο οποίος ακόμα φωνασκούσε), ζήτησε εξηγήσεις για το τι συμβαίνει, και ο Ενάγοντας, συνέχισε να φωνάζει και να διαμαρτύρεται με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η συνεννόηση μαζί του. Ο Εναγόμενος 1 συνέστησε στον Ενάγοντα να ηρεμήσει ώστε να συνεννοηθούν και να μπορέσει να επιληφθεί του όλου ζητήματος, πλην όμως ο Ενάγοντας δεν ηρέμησε και συνέχισε να φωνάζει και να διαμαρτύρεται. Σε κάποια στιγμή ο Εναγόμενος 1 ανέφερε στον Ενάγοντα ότι πρέπει να ηρεμήσει και ότι αν δεν ηρεμήσει και συνεχίζει να συμπεριφέρεται με αυτό τον τρόπο θα συλληφθεί. Ο Ενάγοντας, αντί να εισακούσει τη σύσταση του Εναγόμενου 1, κατευθύνθηκε προς το μέρος του και συνέχισε να διαμαρτύρεται φωνάζοντας και κτύπησε, δυνατά, δύο φορές το χέρι του στον πάγκο του γραφείου παραπόνων του σταθμού απαιτώντας να δει τον πελάτη του. Τη στιγμή εκείνη, ο Εναγόμενος 1, θεωρώντας τη συμπεριφορά του Ενάγοντα απειλητική, καθώς επίσης και ως ισοδυναμούσα με την πρόκληση ανησυχίας σε δημόσιο χώρο χωρίς εύλογη αιτία, αποφάσισε να συλλάβει τον Ενάγοντα, και αφού του επέστησε την προσοχή του στο νόμο και τον ενημέρωσε για το αδίκημα που διέπραττε, συνέλαβε τούτον, εφαρμόζοντας στα χέρια του, οπισθάγκωνα, χειροπέδες με τη βοήθεια ενός αστυφύλακα. Ακολούθως, ο Εναγόμενος 1 παρέδωσε τον Ενάγοντα στο, ΜΥ2 δίδοντάς του (του ΜΥ2) οδηγίες όπως προχωρήσει στη διερεύνηση της υπόθεσης λαμβάνοντας τις αναγκαίες καταθέσεις από τα πρόσωπα που ήταν μάρτυρες του επεισοδίου και όπως ακολούθως, αφού πρώτα λάβει ανακριτική κατάθεση από τον Ενάγοντα και κατηγορήσει τούτον γραπτώς, να τον αφήσει ελεύθερο. Ο ΜΥ2, μετέφερε τον Ενάγοντα πίσω από τον πάγκο του γραφείου παραπόνων του σταθμού χωρίς να του δώσει οδηγίες ως προς το ακριβές σημείο που πρέπει να βρίσκεται και χωρίς να τον υποχρεώσει να καθίσει, και επιτηρούσε τούτον. Στο σημείο που τοποθετήθηκε ο Ενάγοντας, ήταν ορατός στο κοινό που επισκεπτόταν το σταθμό για να εξυπηρετηθεί από το γραφείο παραπόνων. Είκοσι περίπου λεπτά μετά την παράδοση του Ενάγοντα στο ΜΥ2, ο τελευταίος παρέδωσε στον πρώτο έντυπο αναφορικά με τα δικαιώματα κρατουμένων, και αφού προηγουμένως του αφαίρεσε τις χειροπέδες, ο Ενάγοντας υπέγραψε τούτο. Μετά την υπογραφή του εν λόγω εντύπου, ο ΜΥ2 επανατοποθέτησε χειροπέδες στον Ενάγοντα, πλην όμως με τα χέρια του τελευταίου να είναι μπροστά από το σώμα του. Παρέμεινε εντελώς άγνωστο το τι απασχόλησε το ΜΥ2 από την στιγμή της σύλληψης μέχρι και την στιγμή της υπογραφής του πιο πάνω εντύπου καθώς επίσης και μέχρι και την στιγμή που ενημερώθηκε από τον Εναγόμενο 1 ότι υπάρχουν διαθέσιμα κρατητήρια στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, σύμφωνα πάντα με την αποδεκτή μαρτυρία του ΜΥ2, όλοι οι αστυφύλακες, μάρτυρες του επεισοδίου, ετοίμασαν καταθέσεις με δική τους πρωτοβουλία χωρίς την όποια ανάμειξή του, καθώς επίσης και ότι, από το περιεχόμενο των καταθέσεων που λήφθηκαν από το ΜΥ2 και κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ως τεκμήρια, δεν φαίνεται ο τελευταίος να λαμβάνει, στο διάστημα αυτό, οποιαδήποτε κατάθεση από οποιοδήποτε πρόσωπο. Επανερχόμενος στα ευρήματά μου, από την ώρα της σύλληψής του, μέχρι και την αναχώρησή του από το σταθμό Λυκαβηττού, ο Ενάγοντας ήταν ήρεμος και συνεργάσιμος. Φαινόταν ταλαιπωρημένος, σκυθρωπός και στενοχωρημένος, φέροντας συνεχώς (με εξαίρεση τη στιγμή υπογραφής του εντύπου δικαιωμάτων κρατουμένων) χειροπέδες. Ουδέποτε ο Ενάγοντας, καθ' ον χρόνο βρισκόταν στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, ζήτησε να επικοινωνήσει με δικηγόρο ή να του χορηγηθεί φαγητό ή τέλος να ενημερώσει ότι έπασχε από συγκεκριμένη ασθένεια. Κατά τις 14:30, η ΜΕ3 εισήλθε στο σταθμό Λυκαβηττού για να πληρώσει κάποιο πρόστιμο, και εκεί αντίκρισε τον Ενάγοντα ο οποίος βρισκόταν, όρθιος, πίσω από τον πάγκο παραπόνων του σταθμού και φαινόταν κουρασμένος και έτοιμος να λυγίσει, ήταν σκυφτός, έχοντας τα χέρια του διπλωμένα φέροντας χειροπέδες και κουνούσε το κεφάλι του πάνω κάτω υπό μορφή απόγνωσης. Η ΜΥ3, η οποία γνώριζε τον Ενάγοντα από πολλά χρόνια προηγουμένως, ρώτησε τούτον το λόγο που βρίσκεται υπό σύλληψη και ο Ενάγοντας, δείχνοντας σημάδια ανακούφισης, της ζήτησε να είναι έτοιμη να καταθέσει για τις συνθήκες υπό τις οποίες ο Ενάγοντας βρισκόταν στο χώρο. Αμέσως, μόλις ο διάλογος αυτός της ΜΥ3 και του Ενάγοντα έγινε αντιληπτός από τους αστυφύλακες που ήταν παρόντες στο σημείο, τούτοι μετέφεραν τον Ενάγοντα σε άλλο σημείο του σταθμού όπου πλέον δεν ήταν ορατός από το κοινό που εξυπηρετείτο από το γραφείο παραπόνων. Περί τις 14:50, και δη πέραν της μιας ώρας μετά τη σύλληψή του, ο Ενάγοντας μεταφέρθηκε σε αστυνομικό όχημα το οποίο τον μετέφερε στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας όπου και τον παρέδωσε περί τις 15:
  7. Παρεμβάλλω και πάλι στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτής μαρτυρίας, παρέμεινε άγνωστη η ακριβής στιγμή που ο Εναγόμενος 1 αναζήτησε σταθμό με διαθέσιμα κρατητήρια και δη, αν τούτο έγινε ακριβώς μετά τη σύλληψη του Ενάγοντα και ο τελευταίος παρέμεινε στο σταθμό Λυκαβηττού χωρίς να μεταφερθεί αμέσως στο σταθμό Λακατάμειας, ή αν έγινε ελάχιστο χρόνο πριν τη μεταφορά του στο σταθμό Λακατάμειας και κατά συνέπεια, ο Ενάγοντας βρισκόταν στο σταθμό Λυκαβηττού, με πλήρη κρατητήρια, χωρίς να αναζητηθεί αμέσως άλλος σταθμός με διαθέσιμα κρατητήρια. Όσον δε αφορά στον αστυνομικό σταθμό Λακατάμειας, καθ' όλη τη διάρκεια της εκεί παραμονής του, ο Ενάγοντας δεν έφερε χειροπέδες και δεν τοποθετήθηκε σε κρατητήριο και αφέθηκε να κυκλοφορεί ελεύθερα εντός του σταθμού και να συνομιλεί τηλεφωνικά με όποιο πρόσωπο επιθυμούσε. Περί τις 18:40, και αφού προηγουμένως ενημερώθηκε από αστυφύλακα του σταθμού Λακατάμειας ότι ο τότε Γενικός Εισαγγελέας της Κυπριακής Δημοκρατίας έδωσε οδηγίες για να απολυθεί, χωρίς, ωστόσο, ως προς την ορθότητα της πληροφορίας αυτής να μπορώ να προβώ σε σχετικό εύρημα, ο Ενάγοντας έδωσε ανακριτική κατάθεση στο ΜΥ2, που τον επισκέφθηκε στο σταθμό Λακατάμειας και ακολούθως κατηγορήθηκε γραπτώς. Περί τις 19:50, αφέθηκε ελεύθερος και μεταφέρθηκε από το ΜΥ2 στο σταθμό Λυκαβηττού για να παραλάβει το όχημά του. Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση στο πιο πάνω νομικό πλαίσιο Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων του Δικαστηρίου, είναι αβίαστα που καταλήγω ότι η σύλληψη του Ενάγοντα δεν μπορεί, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να χαρακτηριστεί ως παράνομη. Η όλη συμπεριφορά του Ενάγοντα, πέραν του ότι ορθώς οδήγησε τον Εναγόμενο 1 στην κρίση ότι τούτος διέπραττε το αυτόφωρο αδίκημα της πρόκλησης ανησυχίας, άνευ εύλογης αιτίας, σε δημόσιο χώρο, ήταν τέτοια που καθιστούσε αναγκαία τη σύλληψή του ώστε να αποκλειστεί ο κίνδυνος ο Ενάγοντας να διαπράξει και άλλα αδικήματα. Αν η όλη συμπεριφορά του Ενάγοντα, για την οποία συνελήφθη, περιοριζόταν στην ανησυχία που προκλήθηκε από αυτόν κατά τη διάρκεια του διαπληκτισμού του με το ΜΥ3, ενδεχομένως να μη δικαιολογείτο η σύλληψή του στη βάση διάπραξης αυτόφωρου αδικήματος, μιας και θα έπρεπε να αναζητηθεί και η αιτία (αποτελεί συστατικό στοιχείο του αδικήματος ) που τον οδήγησε στο να προκαλέσει την ανησυχία. Και τούτο στη βάση του δεδομένου (παραδέχθηκε τούτο ο Εναγόμενος 1 κατά τη δια ζώσης μαρτυρία του) ότι, πριν τη σύλληψη του Ενάγοντα, δεν γνώριζε τους λόγους που ο τελευταίος διαπληκτίστηκε με το ΜΥ
  8. Ωστόσο, ο βασικός λόγος σύλληψης του Ενάγοντα, ως προκύπτει από την ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία, δεν είχε ως βάση την ανησυχία που προκλήθηκε κατά το διαπληκτισμό του με το ΜΥ3, αλλά την ανησυχία που ο Ενάγοντας προκάλεσε στην παρουσία του σταθμάρχη, του Εναγόμενου 1, του ΜΥ3, και άλλων αστυφυλάκων που υπηρετούσαν τότε στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού, ανησυχία δε, η οποία προκλήθηκε έχοντας προηγουμένως γίνει συστάσεις προς τον Ενάγοντα όπως ηρεμήσει. Ο Ενάγοντας, ως σημειώθηκε και στα ευρήματα του Δικαστηρίου, όχι απλά συνέχισε να προκαλεί ανησυχία σε δημόσιο χώρο, αλλά κινήθηκε και επιθετικά, ως τούτο προκύπτει από την κατεύθυνσή του προς τον Εναγόμενο 1 με τον οποίο συνομιλούσε, το έντονο ύφος που τηρούσε τη δεδομένη στιγμή, τις φωνασκίες που εκστόμιζε, το απειλητικό ύφος που προέκυπτε από τα λεγόμενά του και το επαναλαμβανόμενο δυνατό κτύπημα του πάγκου του γραφείου παραπόνων του σταθμού, ενέργειες και συμπεριφορά που επέβαλλαν, υπό τις περιστάσεις, την άμεση ικανοποίησή του, με δεδομένη την προγενέστερη μη συμμόρφωσή του στις σχετικές συστάσεις που του έγιναν για να ηρεμήσει. Πόσο μάλλον, έχοντας ήδη προειδοποιηθεί ότι αν συνέχιζε να συμπεριφέρεται με το ίδιο τρόπο θα συλλαμβανόταν. Θεωρώ δε, την επιπρόσθετη, της ακινητοποίησης, χρήση των χειροπέδων οπισθάγκωνα ως λογική υπό τις περιστάσεις ενέργεια από πλευράς του Εναγόμενου 1, ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο της συνέχισης της διάπραξης του αδικήματος της ανησυχίας ή και της διάπραξης άλλου αδικήματος, ενδεχόμενο πολύ πιθανό υπό τις περιστάσεις. Κατά συνέπεια, στο βαθμό που η παρούσα αγωγή προωθείται για σκοπούς εξασφάλισης θεραπείας, της μορφής των αποζημιώσεων, για παράνομη σύλληψη του Ενάγοντα, τούτη δεν μπορεί να επιτύχει. Αντίθετη ωστόσο είναι η κρίση μου αναφορικά με τον χρόνο και τις συνθήκες κράτησης του Ενάγοντα. Πάντα στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων μου, σε συνδυασμό με τη σχετική νομική πτυχή, κρίνω ότι ο Ενάγοντας δεν έτυχε νόμιμης κράτησης. Ως έχει σημειωθεί ανωτέρω, στα πλαίσια της παράθεσης της σχετικής με το ζήτημα νομικής πτυχής, το βάρος απόδειξης ότι η κράτηση ενός προσώπου είναι νόμιμη το φέρει το πρόσωπο που διέταξε την κράτηση, στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι 1 και
  9. Επίσης, η συμπεριφορά της αστυνομίας κατά το χρόνο κράτησης θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά. Θα πρέπει επίσης, η διάρκεια της κράτησης και το απαραίτητο ή μη τούτης να εξετάζεται σε συνάρτηση με τις πραγματικές συνθήκες του χώρου και του χρόνου και όχι ασυνάρτητα (in abstracto) με αυτές. Ακόμα ότι, (α) όταν το υπό διερεύνηση ποινικό αδίκημα δεν είναι σοβαρού χαρακτήρα και (β) δεν υπάρχει λόγος, άλλος από την ανάγκη διεξαγωγής των ανακρίσεων, για να παραμείνει κάποιος υπό κράτηση και (γ) φαίνεται ότι οι ανακρίσεις δεν δύνανται να συμπληρωθούν αμέσως, τότε ο κρατούμενος θα πρέπει να απολύεται, αφού προηγουμένως αναλάβει προσωπική υποχρέωση για εύλογο χρηματικό ποσό ότι θα εμφανιστεί μελλοντικά σε συγκεκριμένο αστυνομικό σταθμό για σκοπούς των ανακρίσεων. Κάθε διαταγή για κράτηση προσώπου που δεν είναι το αποτέλεσμα καταδίκης του σε ποινικό αδίκημα, μπορεί να διατάσσεται μόνο εκεί που τούτο είναι αναγκαίο για τη διασφάλιση της απονομής της δικαιοσύνης ή για αποφυγή ενδεχόμενου διάπραξης άλλων αδικημάτων στην περίπτωση που αφεθεί τούτος ελεύθερος. Η δε κρίση του οργάνου της τάξης περί ενός τέτοιου ενδεχομένου, δεν μπορεί παρά να συναρτάται με την όλη συμπεριφορά που επιδεικνύει ο κρατούμενος. Ως έχει ακόμα υποδειχθεί στη νομική πτυχή ανωτέρω, το πρόσωπο που έχει υπό την προστασία του ένα κρατούμενο έχει καθήκον να κατηγορήσει τούτον το συντομότερο δυνατόν εκεί που κατέχει επαρκή μαρτυρία που δικαιολογεί μια τέτοια κατηγορία και θα κριθεί ότι ενεργούσε παράνομα αν καθυστερήσει στο να κατηγορήσει, υπό τέτοιες περιστάσεις, τον κρατούμενο. Στην προκείμενη περίπτωση, από τις 13:30 - 13:40, όταν και ο Ενάγοντας νόμιμα συνελήφθη, παρέμεινε υπό κράτηση για 6½ περίπου ώρες χωρίς οι Εναγόμενοι, οι οποίοι φέρουν και το σχετικό βάρος, να δικαιολογήσουν το χρόνο αυτό της κράτησης. Με βάση τα ευρήματα του Δικαστηρίου, η λήψη της ανακριτικής κατάθεσης του Ενάγοντα και η απαγγελία σ' αυτόν της γραπτής του κατηγορίας διενεργούνται ακριβώς μετά τη λήψη της μαρτυρίας των αστυνομικών, αυτοπτών μαρτύρων του επεισοδίου, και του ΜΥ
  10. Όσον αφορά στους αστυφύλακες, καμία μαρτυρία δεν παρουσιάστηκε που να θέλει τούτους να αδυνατούν, άμεσα μετά τη σύλληψη του Ενάγοντα, να ετοιμάσουν τις καταθέσεις τους. Ούτε και τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία, διαφωτιστική του χρόνου που τούτοι τις ετοίμασαν. Όσον αφορά στον ΜΥ3, ανεξαρτήτως της ώρας που λήφθηκε η κατάθεσή του, στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου, τούτη (η κατάθεση), μπορούσε ευκόλως να ληφθεί ακριβώς μετά τη σύλληψη του Ενάγοντα. Οι όποιες σχετικές δικαιολογίες δόθηκαν από το ΜΥ2, ήταν εντελώς γενικές και αόριστες και ασυνόδευτες από τις αναγκαίες λεπτομέρειες που θα επέτρεπαν τη διενέργεια δικαστικού ελέγχου ως προς την ορθότητά τους, ενώ στο βαθμό που ισχυρίστηκε ότι ο ΜΥ3 βιαζόταν να αναχωρήσει από το σταθμό, τούτη (η αναφορά του), διαψεύστηκε από τον ίδιο το ΜΥ3, ο οποίος δήλωσε ότι, μετά τη σύλληψη του Ενάγοντα, παρέμεινε στο χώρο. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, είναι αβίαστα και πάλι που καταλήγω ότι η κράτηση του Ενάγοντα για περίπου 6½ ώρες μετά τη σύλληψή του, δεν κρίνεται δικαιολογημένη, καθ' ότι οι Εναγόμενοι απέτυχαν να αποσείσουν το σχετικό βάρος που έφεραν. Πέραν της πιο πάνω κρίσης μου ως προς το παράνομο του χρόνου κράτησης του Ενάγοντα, είμαι της γνώμης ότι κατά την κράτηση του στον αστυνομικό σταθμό Λυκαβηττού τούτος έτυχε ταπεινωτικής μεταχείρισης μιας και, τοποθετήθηκε σε κοινή θέα φέροντας χειροπέδες, υπό συνθήκες που μείωναν την ανθρώπινη αξιοπρέπειά του και οι οποίες ήταν ικανές να κάμψουν τις φυσικές και ηθικές του αντιστάσεις, συνθήκες που του δημιούργησαν αισθήματα φόβου και κατωτερότητας. Εξού και η εικόνα που παρουσίαζε κατά το χρόνο που επισκέφθηκε το σταθμό η ΜΕ
  11. Η εντύπωση και μόνο που αποκόμισε η ΜΕ3 όταν είδε τον Ενάγοντα να βρίσκεται με χειροπέδες υπό σύλληψη, σε κοινή θέα, στον σταθμό, από μόνη της, επαρκεί για να θεωρηθεί ότι, οι συνθήκες υπό τις οποίες κρατείτο ο Ενάγοντας αποτελούσαν συνθήκες ταπεινωτικής μεταχείρισης. Και τούτο στη βάση της απουσίας επαρκούς λόγου που να δικαιολογεί το συγκεκριμένο τρόπο κράτησης. Τουναντίον, στη βάση της αποδεκτής μαρτυρίας, ο σταθμός Λυκαβηττού διέθετε πληθώρα κλειστών χώρων στους οποίους μπορούσε να τοποθετηθεί ο Ενάγοντας μετά τη σύλληψή του. Αν και για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσής του ο Ενάγοντας δεν είναι αναγκαίο να αποδείξει ότι η αστυνομία ενεργούσε με πρόθεση ώστε να τύχει ταπεινωτικής μεταχείρισης, κρίνω σημαντικό να υποδείξω ότι οι αστυφύλακες που υπηρετούσαν στο σταθμό Λυκαβηττού κατά το χρόνο της εκεί κράτησης του Ενάγοντα, γνώριζαν ότι τούτος τυγχάνει μη επιτρεπτής μεταχείρισης. Τούτο προκύπτει αβίαστα από την ενέργειά τους, αμέσως μετά το διάλογο του Ενάγοντα με τη ΜΕ3, να απομακρύνουν τούτο και να τον τοποθετήσουν σε χώρο που δεν ήταν πλέον σε κοινή θέα των διερχομένων από το σταθμό. Ενέργεια που, ως σημειώθηκε ανωτέρω, θα μπορούσε, εξ αρχής, να γίνει, στη βάση του δεδομένου ότι ο σταθμός είχε πλειάδα γραφείων, παρά να τοποθετηθεί στο σημείο πίσω από τον πάγκο του γραφείου παραπόνων. Πόσο μάλλον, στην περίπτωση του Ενάγοντα, και δη προσώπου μεγάλης ηλικίας, μικρής σχετικής διάπλασης και, μετά τη σύλληψή του, εντελώς ήρεμης και συνεργάσιμης συμπεριφοράς, παράγοντες που θα έπρεπε να συνυπολογιστούν, τόσο κατά τη λήψη της απόφασης από τον Εναγόμενο 1 για την αναγκαιότητα περαιτέρω κράτησής του, όσο και για τις συνθήκες υπό τις οποίες τούτη (η κράτηση) θα έπρεπε να λάβει χώρα, περιλαμβανομένης και τη αναγκαιότητας να συνεχίσει να φέρει χειροπέδες. Είμαι, ακριβώς, της γνώμης και ως εκ τούτου κρίνω ότι, ούτε η διατήρηση των χειροπέδων, μετά που ο Ενάγοντας ηρέμησε και ήταν πλήρως συνεργάσιμος, κρίνεται δικαιολογημένη, στη βάση της ηλικίας του, του σωματότυπού του, της όλης, μετά τη σύλληψή του, συμπεριφοράς του και της απουσίας, πλέον λόγου που να δικαιολογεί κράτηση για ενδεχόμενη απόδραση ή διάπραξη οποιουδήποτε αδικήματος. Η διατήρηση των χειροπέδων, υπό αυτές τις συνθήκες, σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι ο Ενάγοντας, φέροντάς τες, τοποθετήθηκε σε κοινή θέα των διερχομένων από το σταθμό, αποτέλεσε βασικό παράγοντα, για τη κατάληξη στην εκφρασθείσα ήδη κρίση μου περί ταπεινωτικής μεταχείρισης. Αποζημιώσεις Ως αναφέρθηκε στα αρχικά στάδια της παρούσας απόφασης, ο Ενάγοντας δεν διεκδικεί οποιεσδήποτε ειδικές αποζημιώσεις και περιόρισε την απαίτησή του σε γενικές αποζημιώσεις στη βάση του ισχυρισμού του περί παράνομης σύλληψης και κράτησής του. Σχετικά με το ζητούμενο, είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην υπόθεση Γιάλλουρος ν. Νικολάου
(2001)1Α Α.Α.Δ. 558: «Προκύπτει από τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ότι η αποκατάσταση του θύματος εμπεριέχεται στην έννοια της δικαίας αποζημίωσης και, σε μεγάλο βαθμό, είναι ταυτόσημη με αυτή. Πώς είναι δυνατό η αποζημίωση να είναι δικαία εάν δεν αποκαθιστά ή αν δεν έχει δείκτη αποκατάστασης την επανόρθωση του θύματος, σ' όποιο βαθμό τούτο είναι ανθρωπίνως δυνατό, στην πρότερη κατάστασή του. [...] Η δικαία αποζημίωση είναι το μέτρο των αποζημιώσεων και για τη μή υλική ζημία, γνωστή στο Ηπειρωτικό Δίκαιο και πολλάκις χαρακτηριζόμενη με αυτό τον όρο από το Δικαστήριο του Στρασβούργου ως ηθική ζημία (moral damage). Βλ. μεταξύ άλλων Case of Helmers v. Sweden σ.70 Case Law of the European Court of Human Rights III, 1991-1993, Berger. Case of Herczegfalvy v. Austria σ.191 Case Law of the European Court of Human Rights III, 1991-1993, Berger. Η βλάβη την οποία περιλαμβάνει η μή υλική ζημία (non-pecuniary) και για την οποία χωρεί αποζημίωση, περιλαμβάνει και την προσωπική δυσχέρεια. - Pine Valley Developments Ltd v. Ireland A 246-B paras 16-17
(1993)· έννοια συγγενική προς εκείνη της δυσχέρειας - "hardship" στο Αγγλικό δίκαιο. Απώλεια ευκαιριών για ανέλιξη στη ζωή είναι άλλο κεφάλαιο ζημίας που χρήζει αποζημίωσης, Weeks v. UK A 145-A para 13
(1988)(Article 50). Ανησυχία - distress - θλίψη, αγωνία, απώλεια ευκαιριών εργοδότησης, καθώς και αισθήματα αδικίας, ο δυσμενής επηρεασμός του τρόπου ζωής, ο πόνος και η οδύνη (pain and suffering), κρίθηκε ότι αποτελούν παραδεκτά κεφάλαια αποζημιώσεων. (Bλ. μεταξύ άλλων Αbdulaziz, Cabales and Balkandali v. UK A 94 para 96
(1985). Κατά πόσο δικαιολογείται η πρόσδοση επιβαρυντικού ή τιμωρητικού χαρακτήρα στις αποζημιώσεις δεν αποτέλεσε το αντικείμενο δικαστικής απόφασης από το δικαστήριο του Στρασβούργου μέχρι σήμερα ή, ακριβέστερα, όπως επισημαίνεται στο σύγγραμμα Law of the European Convention on Human Righs των DJ Harris, M O'Boyle και C Warbrick, δεν έχουν εγκριθεί μέχρι σήμερα τέτοιας φύσης αποζημιώσεις. (Βλ. επίσης B v. UK A 136-D paras 7-12
(1988)(Article 50). Εν τούτοις επισημαίνουμε ότι η απόφαση στη Zander v. Sweden A 279-B paras 30-35
(1994)υποστηρίζει εμφατικά ότι ο συσχετισμός μεταξύ του μεγέθους της ηθικής βλάβης και του ύψους των αποζημιώσεων είναι άμεσος, γεγονός που αμβλύνει τη διάκριση που γίνεται στο αγγλικό δίκαιο μεταξύ συνήθων και επιβαρυντικών αποζημιώσεων. [...] Στο αγγλικό δίκαιο οι αποζημιώσεις για την αποτίμηση μή υλικής ζημίας αποτελούν ανοικτό κεφάλαιο "at large"· ο δε καθορισμός τους επαφίεται στο δικαστήριο υπό τον όρο, πάντα, ότι πρέπει να είναι λελογισμένες και δίκαιες μεταξύ των μερών. Αυτό το κεφάλαιο των αποζημιώσεων έχει πολλά κοινά χαρακτηριστικά με ό,τι χαρακτηρίζεται στο Ηπειρωτικό Δίκαιο ως ηθική ζημία. Η πρόσφατη αγγλική νομολογία υποστηρίζει ότι η ζημία που προκύπτει από παραβίαση θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, με έντονο το στοιχείο της «ηθικής βλάβης», με την κυριολεξία του όρου, μπορεί να είναι μεγάλη, ανάλογη με την έκταση της βλάβης στην ύπαρξη και υπόσταση του ανθρώπου. Χαρακτηριστική είναι η απόφαση του Εφετείου στην υπόθεση Lunt v. Liverpool City Justices [1991] CA Transcript
  1. Το Εφετείο αύξησε τις αποζημιώσεις που αποδόθηκαν από το πρωτόδικο Δικαστήριο από 13 χιλιάδες σε 25 χιλιάδες στερλίνες για παράνομη φυλάκιση 42 ημερών, για κατ' ισχυρισμό παράλειψη πληρωμής από τον ενάγοντα οφειλομένων τελών (rates). Στην R v. Governor of Brockhill Prison (No 2) (Lord Woolf MR) [1998] 4 All E.R. 993, το Εφετείο αύξησε τις αποζημιώσεις για την άνευ νομικού ερείσματος κράτηση φυλακισμένου για 42 ημέρες μετά την εκπνοή της φυλάκισής του από δύο χιλιάδες σε πέντε χιλιάδες στερλίνες. Σημαντική είναι η προσέγγιση του Λόρδου Woolf, όπως διαγράφεται στην απόφασή του, για τον προσδιορισμό των αποζημιώσεων σε περιπτώσεις μή υλικής ζημίας. Αναφέρει, μεταξύ άλλων, ότι είναι δύσκολο να καθοριστεί μέτρο, και συνακόλουθα να διαγνωσθεί ομοιομορφία, στο επίπεδο των αποζημιώσεων σ' αυτό τον τομέα, λόγω των εγγενών διαφορών μεταξύ γεγονότων που στοιχειοθετούν τη ζημία σε υποθέσεις που άγονται ενώπιον του δικαστηρίου σ' αυτό το πεδίο δικαιοδοσίας. Σημασίας είναι και το γεγονός ότι λήφθηκε υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων και αυτή τούτη η συμπεριφορά του θύματος του αστικού αδικήματος και κρίθηκε ότι προσμετρά στον υπολογισμό της ζημίας. Οι παράμετροι των αποζημιώσεων διευρύνονται σε βαθμό που να προσεγγίζουν τις αρχές της επιείκειας. Αξιοσημείωτο είναι ότι η απόφαση στην πιο πάνω υπόθεση ως προς τις αποζημιώσεις επικυρώθηκε από τη Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων στην R. v. Governor of Brockhill Prison (No 2) [2000] 4 All E.R.
  2. (Βλ. απόφαση Λόρδου Hope, σ.31.) Σχετική με τους προβληματισμούς μας, όλως ιδιαίτερα με το μέτρο των αποζημιώσεων για παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων του ατόμου, είναι και η απόφαση του Εφετείου της Νέας Ζηλλανδίας στη Simpson v. Attorney-General [1994] 3 NZ LR
  3. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Προέδρου Cooke τείνει να αποκαλύψει ότι τα στοιχεία που λαμβάνονται υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων για παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου είναι κατ' ουσία όμοια με εκείνα που προσμετρούν βάσει της νομολογίας του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων στον καθορισμό της ζημίας και συνταυτίζονται με τη σύγχρονη προσέγγιση της αγγλικής νομολογίας: (σ.678) «As to the level of compensation, on which again there is much international case law, I think that it would be premature at this stage to say more than that, in addition to any physical damage, intangible harm such as distress and injured feelings may be compensated for; the gravity of the breach and the need to emphasise the importance of the affirmed rights and to deter breaches are also proper considerations; but extravagant awards are to be avoided.» Ελληνική μετάφραση ελεύθερη: «Ως προς το επίπεδο της αποζημίωσης, θέμα επί του οποίου υπάρχει πολλή διεθνής νομολογία, νομίζω ότι θα ήταν πρόωρο σε αυτό το στάδιο να λεχθεί ο,τιδήποτε πέραν του ότι επιπρόσθετα προς τη φυσική ζημία, μη υλική βλάβη όπως απόγνωση και τραυματισμός αισθημάτων μπορεί να αποζημιωθούν· η σοβαρότης της παραβίασης και η ανάγκη να τονίσουμε τη σημασία των βεβαιούμενων δικαιωμάτων και αποτροπής παραβιάσεων είναι επίσης παραδεκτοί παράγοντες· αλλά υπερβολικές αποζημιώσεις πρέπει να αποφεύγονται.» (Βλ. επίσης απόφαση του Δικαστή Hardie Boys σ.703, γραμμές 23-28.) Συναφής με το θέμα που εξετάζουμε είναι και η κυπριακή νομολογία αναφορικά με την ερμηνεία των όρων «δίκαιη» και «εύλογος» αποζημίωση, έννοιες εν πολλοίς συνώνυμες στα Ελληνικά, που καθορίζονται ως το μέτρο των αποζημιώσεων κάτω από το Άρθρο 146.6 (Βλ. Phedias Kyriakides v. Republic 1 R.S.C.C. 66, Pantelis Petrides v. The Greek Communal Chamber and�Another
(1965)1 C.L.R. 39, Attorney General v. Andreas A. Markoullides and Another
(1966)1 C.L.R. 242, Marcou and Another v. Republic
(1968)3 C.L.R. 166, Costas Tsakistos v. Attorney-General
(1969)1 C.L.R. 355, Hapeshis v. Republic
(1979)3 C.L.R. 550, Christophides v.�Attorney-General
(1981)1 C.L.R. 80, Frangoulides v. Republic
(1982)1 C.L.R. 462, Kampis v.�Republic
(1984)1 C.L.R. 314, Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ. και Άλλοι v. Γεν.�Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225, Εγγλεζάκη και άλλες v. Γενικού Εισαγγελέα
(1992)1 A.A.Δ. 697, Kεντρική Τράπεζα v. Θεοδωρίδη
(1993)1 Α.Α.Δ. 420) καθώς και κάτω από την παράγραφο 4(γ) του Άρθρου 23 του Συντάγματος (Βλ. μεταξύ άλλων Σεργίδης v. Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ. 119). Η έννοια της δίκαιης και εύλογης αποζημίωσης συναρτάται με την κατά το δίκαιο της επιείκειας αποζημίωση (equitable damage), που ταυτίζει το ίσο με το δίκαιο. .............................. Το κεφάλαιο των αποζημιώσεων για τις καθ' αυτό παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που δεν συνιστούν αστικά αδικήματα, δεν καλύπτεται ευθέως από καμμιά προηγούμενη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Ο καθολικός χαρακτήρας των θεμελιωδών δικαιωμάτων του ανθρώπου, η σημασία τους για την υπόστασή του και η περιεκτική προστασία τους από το Σύνταγμα τείνει να διαγράψει τις παραμέτρους καθορισμού των αποζημιώσεων. Η αποτελεσματική εφαρμογή των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, που οριοθετεί το Άρθρο 35 του Συντάγματος, επιβάλλει την απόδοση αποζημίωσης στο θύμα της παραβίασης κάθε ζημίας που προκαλείται στην οντότητά του, ως φυσική και κοινωνική ύπαρξη. Όπως έχουμε διαπιστώσει τα στοιχεία που συνθέτουν την ηθική ζημία είναι κατά το πλείστο επάλληλα προς εκείνα που προσμετρούν στον καθορισμό των αποζημιώσεων, ως εύλογα προβλεπτής συνέπειας της παραβίασης αστικών δικαιωμάτων στο αγγλικό δίκαιο. Η δυσχέρεια, η απόγνωση, ο πόνος, η ψυχική οδύνη, που συναρτώνται με τη λειτουργία του ανθρώπου, αποτελούν κοινά στοιχεία αποζημίωσης. Ο παραδειγματισμός μέσω των αποζημιώσεων έχει περιορισθεί στην Αγγλία. (Βλ. Rookes v. Barnard [964] 1 All E.R. 367· Cassell & Co Ltd v. Broome [1972] 1 All E.R. 801.). Ενώ δεν φαίνεται να γίνεται αποδεκτός ως μέρος της ηθικής ζημίας. Εξάλλου είναι κοινά παραδεκτό ότι το ύψος των αποζημιώσεων συναρτάται άμεσα με την έκταση και ένταση του ανθρώπινου τραύματος.» Επίσης, σύμφωνα με τα όσα αναφέρθηκαν σε διάφορες αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αναγνωρίζεται και παρατηρείται μία ανοδική πορεία αναφορικά με το ύψος των γενικών αποζημιώσεων. Η τάση, όμως, αυτή, δεν είναι ανεξέλεγκτη και πρέπει να περιορίζεται μέσα σε λογικά πλαίσια. Αυτό που κρίνεται ουσιαστικό είναι, η εν λόγω τάση, να αντανακλά στη μεγαλύτερη ευαισθησία που επιδεικνύεται πλέον για τον ανθρώπινο πόνο, την αγωνία της αναπηρίας, αλλά και την ψυχική οδύνη που υπόκειται κάποιος συνεπεία της περιθωριοποίησης του από τις συνήθεις δραστηριότητές του. Πρέπει να τονιστεί ότι δεν υπάρχει σταθερό μέτρο αποτίμησης του ανθρώπινου πόνου. Αναφορές και/ή κρίσεις δικαστηρίων σε άλλες αποφάσεις, απλά παρέχουν μια γενική καθοδήγηση γιατί δεν είναι δυνατόν δύο πρόσωπα, τα οποία τραυματίστηκαν και/ή επιδεινώθηκε η κατάσταση της υγείας τους κάτω από τελείως διαφορετικές συνθήκες και δεδομένα, να υποστούν όμοιες και/ή πανομοιότυπες σωματικές βλάβες και/ή πόνο και οδύνη. Εντούτοις, όταν αναφορικά με άλλες εκδικασθείσες υποθέσεις, υπάρχει, είτε κάποια συνάφεια ως προς τα τραύματα, είτε αναλογία ως προς την έκταση, είδος και/ή επακόλουθα τούτων, είτε, τέλος, ως προς την επιδείνωσή τους, σωστό και πρέπον είναι τα δικαστήρια να αντλούν καθοδήγηση και να λαμβάνουν υπόψη τους το ύψος των αποζημιώσεων που επιδικάστηκαν στις εν λόγω υποθέσεις, και με γνώμονα τούτες, αλλά πρωτίστως έχοντας κατά νου τα δεδομένα και περιστατικά της υπό εκδίκαση υπόθεσης, να καταλήξουν στο ύψος των αποζημιώσεων που θα επιδικάσουν. Ένας ουσιαστικός παράγοντας που συνυπολογίζεται κατά την κρίση ως προς το ύψος των γενικών αποζημιώσεων, είναι οι αλλαγές στην αγοραστική αξία του χρήματος και οι σχετικές με το θέμα αποζημιώσεων, εξελίξεις της νομολογίας. Ως έχει ειπωθεί, «στον καθορισμό του ποσού των αποζημιώσεων λαμβάνεται ασφαλώς υπόψη η αξία του χρήματος. Ένα ποσό, ως αριθμός, μπορεί να ακούεται και να διαβάζεται μεγάλο. Πρέπει όμως να υπολογίζεται ουσιαστικά ώστε να έχει αντιστοιχία με την αγοραστική του αξία». (βλ. Γεννάδιος Τζιβανίδης ν. Λούη Μιχαηλίδη
(2008)1 ΑΑΔ 218, και για μια πολύ ενδιαφέρουσα συζήτηση επί των πιο πάνω θεμάτων βλ. Ανδρέας Καΐλας ν. Ανδρέα Παπαχαραλάμπους ως Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντα Κώστα Σαϊττη
(2009)1 Α' ΑΑΔ 596, Γεώργιος Ταμπουράς v. Κυριακής Κολάνη
(2008)1 ΑΑΔ 384, Χρίστος Φωτίου ν. Στέλιου Νεοφύτου κ.ά.
(2005)1 ΑΑΔ 1511, Χαριλάου ν. Νικολάου
(2003)1 ΑΑΔ 1460, Μιχαήλ κ.α. ν. Φίλιος Γ. Συκοπετρίτης Λτδ. κ.α.
(2000)1 ΑΑΔ 1049, Μαυροπετρή ν Λουκά
(1995)1 ΑΑΔ 66, Κωνσταντίνου ν. Ιωάννου
(1993)1 ΑΑΔ 669, Παναγή ν. Θεοδώρου κ.α.
(1992)1 Β ΑΑΔ 1303, Φοινικαρίδης & άλλη ν. Γεωργίου & άλλων
(1991)1 ΑΑΔ 475, Fysco Contructing Co Ltd v. Γεωργίου
(1991)1 ΑΑΔ 1014, Σπύρου ν. Χ"Χαραλάμπους
(1989)1(Ε) ΑΑΔ 298), Polycarpou v. Adamou
(1988)1 CLR 727, Paraskevaides (Overseas) Ltd and Another v. Christofi
(1982)1 CLR 789). Με γνώμονα τις αναφερθείσες από το Ανώτατο Δικαστήριο, στο λόγο του στην Γιάλλουρος (ανωτέρω), δικαστικές κρίσεις του Εφετείου της Αγγλίας επί των γενικών αποζημιώσεων προσώπων που παρέμειναν παράνομα υπό κράτηση, αλλά και σχετικών κρίσεων του Ε.Δ.Α.Δ. στις υποθέσεις Khlaifia and Others v. Italy (GC), no. 16483/12, απόφαση ημερομηνίας 1.9.2015, Teymurazyan v. Armenia Application No. 17521/09, απόφαση ημερομηνίας 15.3.2018 και Radcov and Sabev v. Bulgaria (ανωτέρω), στη βάση πάντα της ταπεινωτικής μεταχείρισης και παράνομης κράτησης που υπέστη ο Ενάγοντας, ως τούτη περιγράφηκε ανωτέρω, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις, οι δίκαιες και εύλογες γενικές αποζημιώσεις που θα πρέπει να του επιδικαστούν είναι αυτές των €4.000,00. Αναφορικά με την απαίτηση του Ενάγοντα για επιδίκαση τιμωρητικών ή παραδειγματικών αποζημιώσεων, στην υπόθεση Papakokkinou and others v Princess Zena De Tyra Kanther
(1982)1 C.L.R. εξετάστηκε, αν και όχι εξαντλητικά, το κατά πόσο θα έπρεπε, όταν εξετάζεται τέτοιο θέμα, να εφαρμόζονται τα ειδικά κριτήρια που τέθηκαν στην υπόθεση Rookes v. Bernard [1964] 1 All E.R. 367 ή τα όσα αναφέρθηκαν σχετικά με τα εν λόγω κριτήρια στην υπόθεση Cassell & Co. Ltd v. Broome [1972] 1 All E.R. 801. Το Ανώτατο Δικαστήριο, έκρινε ότι για σκοπούς εξέτασης των ενώπιόν του επιδίκων ζητημάτων, δεν ήταν αναγκαία η έκφραση καταληκτικής θέσης επί του πιο πάνω ερωτήματος, αναφέροντας ωστόσο ότι, αν ζητείτο από το Δικαστήριο να επιλέξει μεταξύ των δυο σχετικών απόψεων που εκφράστηκαν επί του ζητουμένου, η τάση θα έκλεινε προς την ευρεία προσέγγιση, η οποία επιτρέπει την επιδίκαση παραδειγματικών αποζημιώσεων για διάπραξη αστικού αδικήματος, όποτε η συμπεριφορά του αδικοπραγούντα είναι εγγενώς επιλήψιμη σε βαθμό που δικαιολογείται η τιμωρία του από Δικαστήριο που ασκεί πολιτική δικαιοδοσία. Πρόσθεσε δε ότι, με α

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.