← Κύπρος

Θεμιστοκλέους ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4687/2010, 30/8/2019

Θεμιστοκλέους ν. Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4687/2010, 30/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A389 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Αμπίζα, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4687/2010 Μεταξύ: XXXXX Θεμιστοκλέους Ενάγοντα και

  1. Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ
  2. XXXXX Κωνσταντίνου Εναγομένων -------------------------- 30 Αυγούστου,
  3. Για τον ενάγοντα: κ. Δ. Μιχαηλίδης για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης Για τους εναγόμενους 1 και 2: κα Κ. Γεωργίου για Κάλια Γεωργίου ΔΕΠΕ Α Π Ο Φ Α Σ Η Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων 1 και 2 είναι για αποζημιώσεις για λιβέλους ή και συκοφαντικές δυσφημίσεις ή/και ζημιογόνες ψευδολογίες που περιέχονται ή/και δημοσιεύτηκαν σε βάρος του ενάγοντα στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ», ιδιοκτησίας των εναγομένων 1, ημερομηνίας 1.5.2010, σε άρθρο του εναγομένου 2 υπό τον τίτλο «Το μέλλον στα χέρια της ... κυαμομέτρησης» και/ή για τιμωρητικές αποζημιώσεις για την εν λόγω δημοσίευση και/ή για διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στους εναγόμενους 1 και 2 να δημοσιεύουν λιβέλους ή/και δυσφημιστικά κείμενα ή ζημιογόνες ψευδολογίες σε βάρος του ενάγοντα. Με βάση τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των δύο πλευρών, προκύπτει να είναι παραδεκτό ότι ο ενάγων, κατά τον ουσιώδη χρόνο, ήταν βουλευτής του Δημοκρατικού Συναγερμού της επαρχίας Λεμεσού και μέλος των Κοινοβουλευτικών Επιτροπών Θεσμών και Αξιών και Επιτρόπου Διοίκησης, Παιδείας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, και υπήρξε καθηγητής στη δημόσια εκπαίδευση. Είναι επίσης παραδεκτό ότι η εναγόμενη 1 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στην Κύπρο, ιδιοκτήτρια της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ» και ότι ο εναγόμενος 2 ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο αρθρογράφος και/ή δημοσιογράφος και/ή συντάκτης στην εφημερίδα πολίτης. Είναι περαιτέρω παραδεκτό ότι την 1.5.2010 δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «ΠΟΛΙΤΗΣ» κείμενο του εναγομένου 2 με τίτλο «Το μέλλον στα χέρια της .. κυαμομέτρησης», καθώς επίσης ότι αυτό αναφερόταν και στον ενάγοντα. Είναι περαιτέρω δικογραφημένοι ισχυρισμοί του ενάγοντα ότι το εν λόγω δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα και ότι:
  4. Περαιτέρω και/η διαζευκτικώς και/η άνευ βλάβης των ανωτέρω ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι το ρηθέν δημοσίευμα και/η οι λέξεις και/η οι φράσεις εννοούσαν και/η έγιναν αντιληπτές να εννοούν (MEANT AND/OR WERE UNDERSTOOD TO MEAN): (α) Ότι ο Ενάγων καταχράται των εξουσιών και αρμοδιοτήτων του, και/η (β) Ότι ο Ενάγων υποθάλπει, προωθεί και συντηρεί παρανομίες και αυθαιρεσίες, και/η (γ) Ότι ο Ενάγων είναι πρόσωπο ανέντιμο και/ή ανάξιο της ιδιότητας την οποία κατέχει, και/η (δ) Ότι ο Ενάγων είναι συμφεροντολόγος και/η προωθεί αλλότρια συμφέροντα, και/η (ε) Ότι ο Ενάγων είναι πρόσωπον ευτελές και/ή ρατσιστής και/η υστερεί του αναγκαίου ηθικού χαρακτήρος και παραστήματος, και/η (στ) Ότι ο Ενάγων δεν εμπνέει εμπιστοσύνη δια τας θέσεις τας οποίας κατέχει και/η είναι ακατάλληλος, και/η ανεπαρκής, και/η (ζ) Ότι ο Ενάγων εις την άσκηση των καθηκόντων του ενεργεί μεροληπτικά και/η δια τη προώθηση ξένων προς την ιδιότητα του καλώς νοούμενων συμφερόντων.
  5. Ως αποτέλεσμα του πιο πάνω δημοσιεύματος και/η οποιουδήποτε μέρους αυτού, ο χαρακτήρας και/η τιμή και/η υπόληψη και/η αξιοπρέπεια και/η καλή φήμη και/η η πολιτική και/η επαγγελματική σταδιοδρομία του Ενάγοντα έχουν υποστεί τεράστια βλάβη και/η ζημία και/η ο ίδιος έχει εκτεθεί σε δημόσιο μίσος, περιφρόνηση, γελοιοποίηση και εις γενική αποστροφή τόσο προσωπικά όσο και ως πολιτικός και ως επαγγελματίας.
  6. Περαιτέρω είναι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι το δημοσίευμα που αναφέρεται πιο πάνω αλλά και τα πολλά άλλα παρόμοια δημοσιεύματα, προ και/η μετά τη καταχώρηση της ανωτέρω Αγωγής - λεπτομέρειες θα δωθούν κατά τη δικάσιμο -αποτελούν σαφή ένδειξη της εσκεμμένης και κακόβουλης (malicious) πρόθεσης των Εναγομένων 1 και/η 2 να δυσφημίσουν τον Ενάγοντα. Από την πλευρά τους, οι εναγόμενοι 1 και 2, με την Υπεράσπισή τους αρνούνται ότι το εν λόγω δημοσίευμα κυκλοφόρησε ψευδώς ή κακοβούλως ή ότι είναι δυσφημιστικό, αρνούνται τους ως άνω ισχυρισμούς του ενάγοντα και ισχυρίζονται περαιτέρω ότι:
  7. Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Κατά συνέπεια αρνούνται ότι ο Ενάγων δικαιούται σε οποιεσδήποτε θεραπείες και ως εκ τούτου αρνούνται την παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης. Άνευ βλάβης της γενικότητος της πιο πάνω άρνησης, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι απαιτήσεις για ζημιογόνες ψευδολογίες, τιμωριτικές αποζημιώσεις και τελικό απαγορευτικό διάταγμα δεν στοιχειοθετούνται ούτε περιγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν. Σ' ότι αφορά την απαίτηση για συκοφαντικές δυσφημίσεις, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι τούτες δεν συνιστούν ούτε μπορούν να συνιστούν αιτίες αγωγής και ως εκ τούτου θα πρέπει να απορριφθούν.
  8. Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Αν ήθελε φανεί ότι είναι, αυτοί θα ισχυριστούν ότι τούτο συνιστά εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος και/ή συμφέροντος που έγινε καλόπιστα, ήτοι επί των δηλώσεων του Ενάγοντα σχετικά με εισήγηση της Επιτρόπου Διοίκησης κατά τον ουσιώδη χρόνο, για την καθιέρωση του Συμφώνου Συμβίωσης Ατόμων του Ιδίου Φύλου στην Κύπρο και επί της αντίδρασης των υπολοίπων βουλευτών και/ή πολιτικών στην Κύπρο σ' ότι αφορά αυτές τις δηλώσεις. ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ: α. Κατά τον ουσιώδη για την αγωγή χρόνο, ο Ενάγων είχε κάνει δημόσια δηλώσεις και/ή σχόλια σχετικά με το θέμα και/ή την εισήγηση της καθιέρωσης στην Κύπρο Συμφώνου Συμβίωσης Ατόμων του Ιδίου Φύλου και/ή σχετικά με άλλες προτάσεις για νομοθετικές ρυθμίσεις οι οποίες θα αναγνώριζαν και/ή ρύθμιζαν τις σχέσεις ατόμων του ιδίου φύλου και/ή τα δικαιώματα των ανθρώπων που πηγάζουν από αυτές. β. Το νόημα των δηλώσεων αυτών ήταν ότι ο Ενάγων εξίσωνε τα άτομα αυτά με εγκληματίες και/ή ψυχικά διαταραγμένους και/ή κτηνοβάτες και/ή παιδεραστές και/ή παιδόφιλους. Λεπτομέρειες οι Εναγόμενοι θα αναφέρουν κατά τη δικάσιμο. γ. Οι δηλώσεις του Ενάγοντα έγιναν προφορικά και/ή δημοσιεύθηκαν και/ή αναπαράχθηκαν από εφημερίδες και/ή άλλα ΜΜΕ χωρίς ο Ενάγων να τις αποσύρει και/ή αναιρέσει και/ή αυτός συνέχισε να επαναλαμβάνει το νόημα τους και/ή να το αναπαράγει με δημόσιες τοποθετήσεις του. δ. Ο Ενάγων κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μέλος της Επιτροπής Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής. ε. Κατά τον ουσιώδη χρόνο, το κόμμα του Δημοκρατικού Συναγερμού (ΔΗΣΥ), ή οποιοσδήποτε άλλος βουλευτής του ΔΗΣΥ ή άλλου κόμματος ή οποιοδήποτε άλλο πολιτικό πρόσωπο δεν είχε δημόσια τοποθετηθεί και/ή αντιδράσει και/ή σχολιάσει και/ή διαφωνήσει με τις πιο πάνω θέσεις του Ενάγοντα. στ. Υπό τις πιο πάνω περιστάσεις, το επίδικο κείμενο συνιστά εύλογο σχόλιο, εκφράζοντας την άποψη:

(1)ότι οι βουλευτές και γενικά οι πολιτικοί στην Κύπρο δεν αντέδρασαν τον ουσιώδη χρόνο στις πιο πάνω δηλώσεις του Ενάγοντα και/ή παρέμειναν σιωπηλοί εφόσον πρόκειται για θέμα ταμπού και/ή εφόσον θεωρούσαν ότι θα είχαν πολιτικό κόστος αν τοποθετούνταν δημόσια κατά των δηλώσεων και/ή ότι κάποιοι από αυτούς κατά βάθος συμφωνούν με αυτές. Περαιτέρω ότι αυτός ο τρόπος αντίδρασης τους είναι συχνό φαινόμενο στην Κύπρο, και οι πολίτες τους απαξιούν γι' αυτό.
(2)Ότι οι δηλώσεις του Ενάγοντα και/ή το νόημα τους αποτελούν επίθεση σε μια συγκεκριμένη ομάδα του πληθυσμού, είναι ρατσιστικές και περαιτέρω ότι είναι οξύμωρο αυτός ο άνθρωπος έχοντας αυτές τις απόψεις να μετέχει στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. ζ. Θέματα που σχετίζονται με τις δημόσιες τοποθετήσεις βουλευτών και/ή άλλων πολιτικών και/ή δημοσίων προσώπων και/ή με την συζήτηση γύρω από τα δικαιώματα ατόμων του ιδίου φύλου και/ή τη νομική κατοχύρωση τους και/ή τον τρόπο που πολιτικοί τοποθετούνται επ' αυτών, ήταν και συνεχίζουν να είναι θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος και/ή συμφέροντος. Οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον Ενάγοντα. Αν ήθελε φανεί ότι είναι, περαιτέρω και/ή διαζευκτικά προς την παράγραφο 11 πιο πάνω, οι Εναγόμενοι θα ισχυριστούν ότι τούτο είναι προνομιούχο υπό επιφύλαξη που έγινε καλόπιστα. Προς τούτο επαναλαμβάνουν τις Λεπτομέρειες της παραγράφου 11 πιο πάνω και περαιτέρω προσθέτουν και τις ακόλουθες: ΛΕΠΤΟΜΕΡΕΙΕΣ: α. Οι Εναγόμενοι υπό τις περιστάσεις είχαν ηθικό και/ή κοινωνικό καθήκον να δημοσιεύσουν το επίδικο δημοσίευμα προς τους αναγνώστες της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ και/ή προς τους Κύπριους πολίτες και/ή ψηφοφόρους, οι οποίοι είχαν αντίστοιχο ενδιαφέρον και/ή συμφέρον να λάβουν αυτό. β. Οι Εναγόμενοι επέδειξαν κάθε δυνατή επιμέλεια στην λήψη, διασταύρωση και επαλήθευση των όσων καλόπιστα δημοσίευσαν. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι το επίδικο δημοσίευμα δημοσιεύθηκε στην στήλη «Κατά Βαρβάρων» η οποία είναι επώνυμη καθημερινή στήλη του Εναγόμενου 2, στήλη άποψης και/ή κριτικής και/ή καυστική και/ή χιουμοριστική. Λεπτομέρειες ως προς την στήλη το περιεχόμενο της και τη νομική σημασία που αυτά έχουν, οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά τη δικάσιμο. Οι Εναγόμενοι δημοσίευσαν κατ' επανάληψη κείμενα και/ή άρθρα και/ή δηλώσεις του Ενάγοντα, σ' ότι αφορά και το θέμα των δικαιωμάτων των ομόφυλων προσώπων, αλλά και σχετικά με άλλα θέματα. Λεπτομέρειες επιφυλάσσονται να αναφερθούν κατά την δικάσιμο. Οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι προέβησαν στην δημοσίευση των επίδικων δημοσιευμάτων λόγω του καθήκοντος και/ή της υποχρέωσης τους όπως προκύπτει από τους σχετικούς νόμους και/ή τις διεθνείς συμβάσεις, να πληροφορούν το κοινό και του δικαιώματος του κοινού να πληροφορείται ως επίσης της άσκησης του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, όπως κατοχυρώνεται συνταγματικά και/ή νομοθετικά. Πλην των όσων οι Εναγόμενοι ρητώς παραδέχονται στην παρούσα, αυτοί αρνούνται όλους μαζί και καθένα ξεχωριστά τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης, ως εάν να εξέθεταν αυτούς κατά σειρά και αρνούντο καθένα από αυτούς ξεχωριστά. Τα ισχυριζόμενα στην Υπεράσπιση, ο ενάγων αρνείται με την Απάντησή του. Το επίδικο δημοσίευμα, το οποίο, κατά την ακροαματική διαδικασία, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 είναι ως ακολούθως: «Αυτό ομολογούμε ότι μας είχε διαφύγει: Πέραν των άλλων, ο XXXXX Θεμιστοκλέους εκπροσωπεί τον ΔΗΣΥ (ξέρετε, τη «σύγχρονη, αδογμάτιστη ευρωπαϊκή παράταξη του τόπου μας, με τους πολύ... προχωρημένους πλην βουβούς βουλευτές, ευρωβουλευτές και λοιπούς αξιωματούχους), εκπροσωπεί λοιπόν αυτό το κόμμα στην επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής θα τον έβαλαν, φαίνεται, εκεί για να... φρουρεί. Αμα πάει να περάσει κάνα ανθρώπινο δικαίωμα - ντουπ! - να του τη διά που πάνω»(!). Αλλά έτσι είναι ο ΔΗΣΥ. Το είπαν άλλωστε και οι ίδιοι στην προχθεσινή ανακοίνωση τους για τις «απαράδεκτες ύβρεις και χαρακτηρισμούς που έχουν εκφραστεί» (εκφραστεί από μόνες τους) για την έκθεση της επιτρόπου Διοικήσεως για το θέμα του συμφώνου συμβίωσης ομόφυλων ατόμων. Είναι μια «αδογμάτιστη» παράταξη. Απορρίπτει, δηλαδή, τα δόγματα. Σου λέει, ποιον θα περίμενε να δει λιγότερο από όλους ο κόσμος στην επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων; Τον Θεμιστοκλέους. Αυτόν θα βάλουμε. Έτσι είναι οι large παρατάξεις. Εάν υπήρχε επιτροπή Ενάντια στο Λαϊκι­σμό λ.χ., θα έβαζαν τον XXXXX Νικολάου. Έτσι πάει. Μόνο στην επιτροπή για το Φάκελο της Κύπρου δεν το εφάρμοσαν, άγνωστο γιατί. Έστειλαν τον Γεωργίου... Αντί του Σαμψών. Πλάκα - πλάκα, λέμε καμιά φορά για τους ΑΚΕΛικούς, που είναι όλοι κουρδισμένοι με τον ίδιο τρόπο, έχουν τις ίδιες απόψεις και λένε τα ίδια πράγματα, αλλά και ο ΔΗΣΥ, που είναι ακριβώς το αντίθετο, είναι εξίσου άοσμος, από την ανάποδη όμως. Βγαίνει ο Θεμιστοκλέους και λέει αυτήν την αθλιότητα και δεν υπάρχει η παραμικρή αντίδραση από τους υπόλοιπους οι οποίοι έχουν (ή υποτίθεται ότι έχουν) εντελώς διαφορετικές αντιλήψεις και πρεσβεύουν τελείως διαφορετικά πράγματα. Να, ο Κασουλίδης λ.χ. Δεν αισθάνθηκε να θίγεται από αυτήν την αχρειότητα; Το λέμε διότι αφενός μεν είναι ευρωβουλευτής και άρα εκτός από το να μεταφέρει στην Ευρώπη οφείλει να μεταφέρει και ΑΠΟ την Ευρώπη, αφετέρου δε διότι είναι ένας άνθρωπος απολύτως έντιμος και με επίπεδο, τον πράξαμε. Πού είναι λοιπόν ο Κασουλίδης δύο εβδομάδες τώρα; Και που είναι οι άλλοι του ΔΗΣΥ, αυτοί που τους ξέραμε για προοδευτικούς και ανοιχτόμυαλους; Πού είναι οι αντίστοιχοι όλων των άλλων κομμάτων; Πού; Τους... απήγαγαν άραγε; Η απάντηση είναι απλή, όσο και τραγική για την πολιτική ζωή μας και για το μέλλον του τόπου: Μετρούν τα κουκιά τους. Ξέρουν όλοι τους ότι πρόκειται για ένα θέμα ταμπού, ξέρουν πως το δηλητήριο της ομοφοβίας το οποίο χέεται ακόμη στον τόπο μας είναι πανίσχυρο και, ακόμη και εάν οι απόψεις τους είναι διαφορετικές (που πολλές φορές δεν είναι, κατά βάθος), επιλέγουν την εύκολη οδό: Τη σιωπή, Το «κρύψε να περάσουμε». Έτσι, δεν δυσαρεστούν ούτε τους μεν, ούτε τους δε. Ειδικά με το ρυθμό που ξεχνιούνται όλα σ' αυτήν τη χώρα, Και, το κυριότερο: Δεν χάνουν τις ψήφους τους. Αυτός είναι και ο λόγος που κανένα (μα κανένα..!) κόμμα δεν αντέδρασε στο ρατσισμό του Θεμιστοκλέους. Μόνο που, ξέρετε κάτι; Καμία κοινωνία με χέστηδες πολιτικούς, σε καμιά στιγμή της Ιστορίας δεν προχώρησε. Και ίσως αυτό να είναι και η απάντηση στο γιατί η δική μας κοινωνία δεν προχωράει: Δεν μπορεί. Όχι γιατί δεν εγκρίνουν οι πολιτικοί μας το Σύμφωνο Συμβίωσης Ατόμων του Ιδίου Φύλλου ή το οποιοδήποτε πράγμα (αυτό το ξεκαθαρίζουμε για άλλη μία φορά, ο καθένας έχει το δικαίωμα να το εγκρίνει ή να το απορρίψει), αλλά διότι, στα πλείστα των ζητημάτων, οι πλείστοι των πολιτικών μας και ενίοτε όλοι μαζί, επιλέγουν τη σιωπή. Συνειδητά όμως. Άμα δεν υποχρεωθούν, δεν λένε ούτε ναι, ούτε όχι. Κάνουν την πάπια για να έχουν απήχηση και στη μία πλευρά και στην άλλη. Είναι «λίγοι». Και ψηφοθήρες. Τίποτα περισσότερο. Και ακόμη και σε μια τέτοια στιγμή, σε μια στιγμή κατά την οποία αυτό που έχει λεχθεί συνιστούσε απρόκλητη, απολύτως αβάσιμη και ξεκάθαρα ρατσιστική επίθεση εναντίον μιας κοινωνικής ομάδας η οποία ήδη βιώνει την προκατάληψη και τον αποκλεισμό σε πολλά επίπεδο και η οποία, με αυτό που λέχθηκε, δαιμονοποιείται και εξισώνεται με... ψυχικώς διαταραγμένες ή / και εγκληματικές ομάδες του πληθυσμού) (!), ακόμη και σε μια τέτοια στιγμή, λοιπόν, μια στιγμή κατά την οποία μπορεί να καταλάβει κανείς ποιος γεμίζει τα ρούχα τού / τής πολιτικού και ποιος όχι, ακόμη και αυτήν τη στιγμή... Ακριβώς! Σιωπή. Απόλυτη. Το ωραίο είναι που απορούν κιόλας, γιατί όλο και περισσότεροι άνθρωποι στο άκουσμα της λέξης «Εκλογές» (και όχι μόνο τότε) σηκώνουν το χέρι και τους μουντζώνουν (για να πάρουμε την κοσμιότερη οπό τις χειρονομίες). Εμείς θα λέγαμε πως δοθέντος του επιπέδου της διαγωγής των πολιτικών σ' αυτήν τη χώρα, θα έπρεπε να αισθάνονται τουλάχιστον ευγνώμονες. Το γεγονός ότι τόσοι πολλοί άνθρωποι σπαταλούν, χωρίς δεύτερη σκέψη και χωρίς κανένα απολύτως αντάλλαγμα, εκείνες τις... 7-8 θερμίδες για τη χειρονομία, πολύ τους πέφτει. Πάρα πολύ. Και το σημαντικότερο; Ο Χρυσός Κανόνας: Δεν έχει σημασία το δώρο αυτό καθεαυτό, η... χειρονομία είναι που μετρά! Και τους αξίζει.» Ο ίδιος ο ενάγων κατέθεσε ως πρώτος μάρτυρας (ΜΕ1) προς υποστήριξη της υπόθεσής του. Μέσω γραπτής δήλωσής του, την οποία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΕ1 παρέθεσε ισχυρισμούς και θέσεις όμοιες με τους αναφερόμενους στην Έκθεση Απαίτησής του. Περαιτέρω δε, αναφέρει τα εξής: "
  1. Ως αποτέλεσμα του πιο πάνω δημοσιεύματος ή οποιουδήποτε μέρους αυτού, ο χαρακτήρας, η τιμή, η υπόληψη, η αξιοπρέπεια, η καλή φήμη, η πολιτική και η επαγγελματική σταδιοδρομία μου υπέστησαν τεράστια βλάβη και ζημία και έχω εκτεθεί σε δημόσιο μίσος, περιφρόνηση, γελοιοποίηση και εις γενική αποστροφή τόσο προσωπικά όσο και ως πολιτικός και ως επαγγελματίας. Πιστεύω ακράδαντα ότι η μη εκλογή μου εις τις Βουλευτικές Εκλογές του 2011 οφείλονται σε πολύ μεγάλο βαθμό και στις ενέργειες των Εναγομένων εναντίο μου οι οποίες αποτελούν το αντικείμενο της παρούσης Αγωγής αλλά και άλλων δημοσιευμάτων των Εναγομένων ή κάποιου εξ΄ αυτών εις τα οποία θα αναφερθώ κατωτέρω.
  2. Περαιτέρω είναι ισχυρισμός μου ότι το δημοσίευμα που αναφέρεται πιο πάνω αλλά και τα πολλά άλλα παρόμοια δημοσιεύματα, προ και μετά τη καταχώρηση της ανωτέρω Αγωγής, αποτελούν σαφή ένδειξη της εσκεμμένης και κακόβουλης πρόθεσης των Εναγομένων 1 και 2 να με δυσφημίσουν. Αντίγραφα ορισμένων εκ των εν λόγω δημοσιευμάτων παρουσιάζω εις το Δικαστήριο και ζητώ να γίνουν τεκμήρια.
  3. Απορρίπτω τον ισχυρισμό των Εναγομένων εις την Υπεράσπιση των ότι το υπό συζήτηση δημοσίευμα αποτελεί εύλογο σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος αφού υπάρχει εμφανής κακοπιστία και κακεντρέχεια εκ μέρους των Εναγομένων κατά του προσώπου μου.
  4. Επιπρόσθετα είναι εμφανές ότι οι Εναγόμενοι κρίνουν τις εκφρασθείσες θέσεις μου κατά απόλυτο και μη δημοκρατικό τρόπο, αφού στην ουσία δεν ανέχονται κάποιον να έχει αυτές τις απόψεις οι οποίες ενδεχόμενα είναι αντίθετες από τις δικές τους.
  5. Επιπρόσθετα είναι εμφανές και από τα υπόλοιπα δημοσιεύματα τα οποία παρουσίασα και έγιναν τεκμήρια ότι οι Εναγόμενοι αναφέρονται σ΄εμένα κατά τρόπο αρνητικό και δυσφημιστικό για σωρείαν θεμάτων που δεν σχετίζονται με το αντικείμενο του δημοσιεύματος που αποτελεί το αντικείμενο της παρούσης Αγωγής. Απλά ακολουθούν μίαν έντονη και επί παντός θέματος «πολεμική» σε βάρος μου χωρίς κανένα ίχνος καλοπιστίας.
  6. Δεν αρνούμαι το δικαίωμα των Εναγομένων να ενημερώνουν τους αναγνώστες τους και το κοινό γενικά αλλά οφείλουν να το κάνουν αντικειμενικά και όχι στοχευμένα εναντίο μου και με κακεντρέχια.
  7. Επί του θέματος της συμβίωσης των ομοφυλοφίλων είχα προβεί σε γραπτή δήλωση στις 15/6/
  8. Αντίγραφο της παρουσιάζω εις το Δικαστήριο και ζητώ να γίνει τεκμήριο. Παρά ταύτα, και αυτό δείχνει και το κακόπιστο των Εναγομένων κατά του προσώπου μου, οι Εναγόμενοι συνέχισαν να μου «επιτίθενται»." Κατά την αντεξέτασή του, ο ενάγων απάντησε στις ερωτήσεις της συνηγόρου των εναγομένων, εμμένοντας στους ισχυρισμούς του και εξηγώντας αυτούς. Αναφορά σε λεγόμενά του γίνεται κατωτέρω στο πλαίσιο της αξιολόγησης της μαρτυρίας, όπου κρίνεται αναγκαίο. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ο ΜΕ1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 1-
  9. Κατατέθηκε επίσης το Τεκμήριο Α προς Αναγνώριση, το οποίο μεταγενέστερα κατέστη, εκ συμφώνου, Τεκμήριο
  10. Εκ συμφώνου επίσης κατατέθηκε το Τεκμήριο 11, στο οποίο αναφέρεται ότι κατά την 1.5.2010 πωλήθηκαν 10,782 φύλλα της εφημερίδας «ΠΟΛΙΤΗΣ». Ο XXXXX Ταλιαδώρος (ΜΕ2), μέσω γραπτής του δήλωσης, την οποία κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ανέφερε τα εξής: «Ονομάζομαι XXXXX Ταλιαδώρος και επιθυμώ όπως η παρούσα αποτελέσει μέρος της κύριας κατάθεσης μου.
  11. Τον XXXXX Θεμιστοκλέους τον γνωρίζω από πολλά χρόνια και συγκεκριμένα από το 1980 εποχή που ήμασταν και οι δύο στελέχη της Νεολαίας του ΔΗ.ΣΥ.
  12. Λόγω αυτής της γνωριμίας μας είμαι σε θέση να γνωρίζω τις απόψεις του καθώς και τη δράση του καλύτερα θα έλεγα από οποιοδήποτε άλλο που δεν είναι μέλος της οικογένειας του.
  13. Συμμετείχαμε και οι δύο ενεργά σε όλες τις εκλογικές αναμετρήσεις του ΔΗ.ΣΥ. Μέσα από τη φιλία και συνεργασία αυτή κτίστηκε μία αμοιβαία εμπιστοσύνη και διάθεση στήριξη του ενός προς τον άλλο.
  14. Ο XXXXX Θεμιστοκλέους μου πρότεινε για να αναλάμβανα υπεύθυνος του επιτελείου του για τις βουλευτικές εκλογές του 2006 όπου θα κατερχόταν υποψήφιος βουλευτής στην επαρχία Λεμεσού με το ψηφοδέλτιο του ΔΗΣΥ όπως και έγινε.
  15. Τότε ο XXXXX Θεμιστοκλέους ήταν εκλελεγμένος Επαρχιακός Γραμματέας του ΔΗ.ΣΥ στη Λεμεσό και πριν από αυτή τη θέση ήταν ο εκλελεγμένος Επαρχιακός Γραμματέας της Νεολαίας του ΔΗ.ΣΥ. Στις βουλευτικές εκλογές του 2006 όπως είναι γνωστό εξελέγη βουλευτής.
  16. Η πολιτική του θέση όσον αφορά το γάμο μεταξύ ομοφυλοφίλων ήταν ξεκάθαρη προεκλογικά και μάλιστα δημοσιεύθηκε αυτή η θέση του στην εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ δηλαδή τασσόταν εναντίον του γάμου αυτού καθώς επίσης και των υιοθεσιών παιδιών μεταξύ των ατόμων αυτών, θέση την οποία κατέστησε γνωστή στους ψηφοφόρους.
  17. Επίσης είναι γνωστή η θέση του ότι η Πολιτεία όφειλε και οφείλει να υπερασπίζεται και να προστατεύει την προσωπική και ιδιωτική ζωή όλων των πολιτών των ομοφυλοφίλων μη εξαιρουμένων και να τους προστατεύει από δυσμενείς διακρίσεις και ρατσιστικές συμπεριφορές. Ο XXXXX Θεμιστοκλέους έκανε αγώνες εντός του ΔΗΣΥ για να μην υπάρχουν διακρίσεις στα δικαιώματα των μελών του ΔΗΣΥ και γενικά όλων των πολιτών του κράτους.
  18. Από την εκλογή του ήμουν θα έλεγα, ο κορυφαίος του σύμβουλος και όταν πλησίασαν οι βουλευτικές εκλογές του 2011 μου προτάθηκε ξανά από τον ίδιο και αποδέκτηκα να είμαι ο Επικεφαλής του Προεκλογικού του αγώνα για τις βουλευτικές εκλογές του
  19. Από την ιδιότητα μου αυτή, αλλά και λόγω προσωπικού ενδιαφέροντος μελετούσα και εξακολουθώ να μελετώ όλο τον ημερήσιο κυπριακό τύπο και όχι μόνο. Από το 2008 εντόπισα μία συστηματική πολεμική από την Εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ εναντίο του XXXXX Θεμιστοκλέους για απόψεις που εξέφραζε για διάφορα σημαντικά θέματα.
  20. Για παράδειγμα το 2008 άρχισε να δέχεται κριτική από τον ΠΟΛΙΤΗ σκληρή και άδικη για το θέμα του δημοψηφίσματος για το Σχέδιο Ανάν και των απόψεων του για το Εθνικό θέμα, όπως επίσης για το ζήτημα που προέκυψε με τον τότε Υπουργό Παιδείας κο XXXXX Δημητρίου και την εξαγγελία του για συγγραφή νέας ιστορίας, το θέμα για τα GCE και άλλα. Όλα αυτά τα αντιμετώπιζα ως μέρος μίας κριτικής στα πλαίσια του πολιτικού παιγνιδιού την οποία ο ίδιος στις συζητήσεις μας αποδεχόταν και ανεχόταν.
  21. Όταν όμως ήρθε στην επιφάνεια το ζήτημα του γάμου των ομοφυλοφίλων και συνακόλουθα το θέμα της υιοθεσίας παιδιών από αυτούς, σ΄ όλες τις συζητήσεις που είχαμε μεταξύ μας ήταν πάγια η θέση του ότι ήταν ενάντια στο γάμο και στην υιοθεσία. Οι θέσεις του αυτές ήταν γνωστές τόσο εντός και εκτός της Βουλής όσο και εντός του ΔΗ.ΣΥ με αποτέλεσμα ο ΔΗ.ΣΥ δια του εκτελεστικού του γραφείου να πάρει απόφαση και να απορρίψει το γάμο ομοφυλοφίλων και της υιοθεσίας παιδιών και να αφήσει ανοιχτό το ζήτημα του συμφώνου συμβίωσης.
  22. Ένα χρόνο περίπου πριν από τις Βουλευτικές εκλογές του 2011 διαπίστωσα μία συστηματική κορύφωση επικριτικών δημοσιευμάτων εναντίον του XXXXX Θεμιστοκλέους στην Εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ και ιδιαίτερα από τη στήλη «κατά βαρβάρων» του αρθρογράφου Κώστα Κωνσταντίνου τα οποία δεν είχαν καμία σχέση με τις πραγματικές θέσεις του Ανδρέα.
  23. Αποκορύφωμα ήταν τα δημοσιεύματα ημερομηνίας 15/4/10, 16/4/10, 28/4/10, 30/4/10, 1/5/10, 7/5/10 και 22/5/
  24. Ανέφερα στον XXXXX ότι όλα αυτά που γράφονται πρέπει να απαντηθούν διότι προκαλούν ζημία στο άτομο του και στη προεκλογική του εκστρατεία και ως εκ τούτου αρθρογράφησε στις 6/5/
  25. Όλα αυτά τα δημοσιεύματα καθώς επίσης μαζί με άλλα που δημοσίευσε η εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ δημιούργησαν την αρνητική εντύπωση και πέρασαν το μήνυμα στο εκλογικό σώμα ότι ο XXXXX Θεμιστοκλέους είναι ρατσιστής, εχθρός των ομοφυλοφίλων και γενικά ότι ήταν ένας καταπατητής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων ομοφυλοφίλων και μη.
  26. Ως επικεφαλής της προεκλογικής του εκστρατείας διαπίστωσα τόσο εγώ όσο και δεκάδες μέλη του επιτελείου από την επαφή μας με τον κόσμο τη δημιουργία μίας λανθασμένης εντύπωσης για τις πραγματικές απόψεις του XXXXXX. Συζητώντας τόσο εγώ όσο και άλλα μέλη του επιτελείου με τον κόσμο από πού σχημάτισαν αυτή την εντύπωση η απάντηση ήταν μέσα από τα δημοσιεύματα της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ και ειδικότερα του αρθρογράφου της XXXXX Κωνσταντίνου.
  27. Αυτές τις αρνητικές εντυπώσεις και το αρνητικό κλίμα που δημιούργησε η εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ παρόλες τις προσπάθειες μας ήταν δύσκολο να το ανατρέψουμε διότι η εφημερίδα διαβαζόταν από μεγάλη μερίδα ψηφοφόρων του ΔΗΣΥ με αποτέλεσμα να προκληθεί προεκλογική ζημιά στον XXXXX Θεμιστοκλέους.
  28. Εάν δεν εγνώριζα τον XXXXX όλα αυτά τα δημοσιεύματα θα εκλόνιζαν την εμπιστοσύνη μου προς το πρόσωπο του και θα διερωτούμουν τι άνθρωπος ήταν.
  29. Συνακόλουθα των εν λόγω δημοσιευμάτων επισκιάσθηκαν άλλα σημαντικά ζητήματα του κοινοβουλευτικού του έργου με επιπτώσεις στο εκλογικό αποτέλεσμα που είχε σαν συνέπεια τη μη επανεκλογή του XXXXX Θεμιστοκλέους ως βουλευτή στις εκλογές του Μαΐου 2011.» Προς υποστήριξη της υπόθεσης των εναγομένων 1 και 2 κατέθεσε ο XXXXX Διονυσίου (ΜΥ1). Μέσω γραπτής του δήλωσης, την οποία κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μέρος της κυρίως εξέτασής του, ο ΜΥ1 ανέφερε τα εξής: Ονομάζομαι XXXXX Διονυσίου και είμαι δημοσιογράφος και διευθυντής της εφημερίδας ΠΟΛΙΤΗΣ. Είμαι εξουσιοδοτημένος από τους Εναγόμενους 1 & 2, να δώσω σήμερα μαρτυρία στην παρούσα υπόθεση. Το 2010 ήμουν σύμβουλος έκδοσης της εν λόγω εφημερίδας. Έχω σπουδάσει Ελληνική Φιλολογία και Ιστορία στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης και ακολούθως παρακολούθησα μαθήματα Αγγλικής Φιλολογίας και Ιστορίας στο Queen's College της Νέας Υόρκης. Είμαι δημοσιογράφος από το
  30. Το Τεκμήριο 1 είναι η στήλη του XXXXX Κωνσταντίνου όπως δημοσιεύθηκε την 01/05/2010 στην εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ. Ουσιαστικά σε αυτήν σχολιάζεται η αντίδραση βουλευτών και πολιτικών εν γένει στην Κύπρο, σε σχέση με κάποιες δηλώσεις του Ενάγοντα τον ουσιώδη χρόνο. Οι δηλώσεις του αυτές αφορούσαν την εισήγηση της τότε Επιτρόπου Διοικήσεως για την καθιέρωση του Συμφώνου Συμβίωσης Ατόμων του Ιδίου Φύλου στην Κύπρο. Οι δηλώσεις του έγιναν σε ραδιοφωνική εκπομπή του σταθμού Άστρα στις 13/04/2010 και τον ουσιώδη χρόνο, αυτές βρίσκονταν στην επικαιρότητα για πολλές μέρες, ενώ δημιουργήθηκε και δημόσιος διάλογος. Τις είχα ακούσει και εγώ. Αντιλαμβάνομαι ότι οι εν λόγω δηλώσεις είναι ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο. Κατά την ημερομηνία που γράφτηκε το Τεκμήριο, 1 το κόμμα του ΔΗΣΥ είχε εκδώσει ανακοίνωση, σχετικά με τις πιο πάνω δηλώσεις το Ενάγοντα. Επιθυμώ να παρουσιάσω αντίγραφο της το οποίο τύπωσα ο ίδιος από την ιστοσελίδα του κόμματος στο διαδίκτυο, ως Τεκμήριο. Παρόλο που σε αυτήν δεν κατονομάζεται ρητά ο Ενάγων, γνωρίζω ότι είναι στις δικές του πιο πάνω δηλώσεις που αναφέρεται η ανακοίνωση. Αυτό το γνωρίζω καθηκόντως, διότι εκείνες τις μέρες δεν υπήρχαν άλλες δηλώσεις σχετικά με την Έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως για το θέμα του Συμφώνου Συμβίωσης ομόφυλων ατόμων, για τις οποίες ο ΔΗΣΥ θεώρησε ότι έπρεπε να πάρει θέση και διότι το κόμμα είχε δεκτεί έντονη κριτική και από μέλη και φίλους του και από τα ΜΜΕ να τοποθετηθεί δημοσίως. α. Το Τεκμήριο 1 λοιπόν σχολιάζει εν πρώτοις αυτή την ανακοίνωση του ΔΗΣΥ, κακίζοντας το κόμμα που δεν αναφέρει ρητά το όνομα του Ενάγοντα αλλά μιλά γενικώς και αορίστως για «απαράδεκτες ύβρεις και χαρακτηρισμούς που έχουν εκφραστεί». Επίσης σχολιάζει το οξύμωρο, κατά την γνώμη του Εναγόμενου 2, ο Ενάγων που δημόσια είχε εκφράσει τις πιο πάνω θέσεις, να μετέχει και στην Επιτροπή Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της Βουλής ως εκπρόσωπος του ΔΗΣΥ. β. Σχολιάζει περαιτέρω το γεγονός ότι τον χρόνο που γραφόταν το επίδικο, δεν είχε υπάρξει οποιαδήποτε άλλη δημόσια τοποθέτηση ή διαφωνία από άλλους πολιτικούς και βουλευτές του ΔΗΣΥ ή γενικώς. Και θεωρεί ότι ο λόγος που γίνεται αυτό είναι διότι οι ίδιοι οι πολιτικοί θεωρούσαν ότι λόγω του θέματος, θα είχαν πολιτικό κόστος και ότι ήταν πιο βολικό για αυτούς να σιωπήσουν, ενώ είναι και κάποιοι που κατά βάθος συμφωνούν με την ουσία τους. γ. Ένα γενικότερο σχόλιο είναι ότι αυτός ο τρόπος αντίδρασης, η σιωπή δηλ. είναι συχνό φαινόμενο ανάμεσα στους πολιτικούς και αυτός είναι ο λόγος της απαξίωσης τους από μερίδα του πληθυσμού. δ. Τέλος, ο συντάκτης εκφράζει την θέση ότι οι πιο πάνω δηλώσεις του Ενάγοντα συνιστούν επίθεση σε μια συγκεκριμένη ομάδα του πληθυσμού και ότι είναι ρατσιστικές. Οι πιο πάνω δηλώσεις του Ενάγοντα στον ραδιοφωνικό σταθμό Άστρα αναπαράχθηκαν στην συνέχεια από διάφορα ΜΜΕ και γενικώς δημιουργήθηκε ένας δημόσιος διάλογος γύρω από αυτές. Γνωρίζω λόγω του επαγγέλματος μου ότι από κάποιους χαιρετίστηκαν, άλλοι τις σχολίασαν αρνητικά, ενώ ο ΔΗΣΥ έγινε δέκτης παραπόνων από μέλη του και πολίτες. Συγκεκριμένα, δημοσιεύθηκαν και άρθρα στον τύπο, η εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ δημοσίευσε 2, τα οποία αντιλαμβάνομαι είναι Τεκμήρια. Το άρθρο του Π. Σταυρινίδη στις 16/05/2010 με τίτλο «Για τις δηλώσεις του βουλευτή XXXXX Θεμιστοκλέους» και το άρθρο του Ι. Ντόου στις 12/05/2010 με τίτλο «Προς κ. XXXXX Θεμιστοκλέους». Γνωρίζω ακόμη λόγω του επαγγέλματός μου , 'ότι σε μεταγενέστερο στάδιο ο τότε ευρωβουλευτής XXXXX Κασουλίδης διαχώρισε την θέση του και δήλωσε δημόσια την διαφωνία του με τις πιο πάνω δηλώσεις του ενάγοντα.. Το ίδιο και η Βουλευτής XXXXX Θεοχάρους. Ο τότε Πρόεδρος του ΔΗΣΥ και νυν Πρόεδρος της Δημοκρατίας XXXXX Αναστασιάδης επίσης σχολίασε τις πιο πάνω δηλώσεις του Ενάγοντα. Συμμετείχε στο πρόγραμμα «Το Συζητάμε», το οποίο είχα παρακολουθήσει όταν μεταδόθηκε από την τηλεόραση του ΡΙΚ και όταν ρωτήθηκε σχετικά ανέφερε, ανάμεσα σε άλλα, ότι οι δηλώσεις του «όζουν ρατσιστικής τάσης». Επιθυμώ να παρουσιάσω το σχετικό απόσπασμα από την εκπομπή αυτή, όπως βρίσκεται δημοσιευμένο σήμερα στο διαδίκτυο και να καταστεί Τεκμήριο. Το εν λόγω απόσπασμα το έχω μεταφέρει σε ψηφιακό δίσκο. Αντιλαμβάνομαι ότι ο Ενάγοντας δέκτηκε ότι έλαβε επιστολές από την διακομματική επιτροπή του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου για τα δικαιώματα των ΛΟΑΤ προσώπων. Παρουσιάζω την πρώτη επιστολή, με ημερομηνία 31/05/
  31. Διάβασα την Γραπτή Δήλωση του Ενάγοντα και τα όσα ανέφερε προφορικά και απορρίπτω τους ισχυρισμούς του ότι το επίδικο δημοσίευμα γράφτηκε ψευδώς ή κακοβούλως. Επίσης απορρίπτω τους ισχυρισμούς του ότι οι Εναγόμενοι ή οποιοσδήποτε από αυτούς είχαν πρόθεση να τον δυσφημήσουν ή ότι υπάρχει κακοπιστία ή κακεντρέχεια εκ μέρους των εναγομένων κατά του ενάγοντα. Απορρίπτω τους ισχυρισμούς του ότι οι Εναγόμενοι αναφέρονται σε αυτόν κατά τρόπο αρνητικό ή δυσφημιστικό ή ότι ακολουθούν μια πολεμική σε βάρος του κακόπιστα. Απορρίπτω ακόμη τους ισχυρισμούς του ότι οι Εναγόμενοι τον στόχευσαν ή τον στοχεύουν με κακεντρέχεια ή αλλιώς ή ότι στοχεύουν στην πολιτική του εξόντωση. Ενδεικτικά παρουσιάζω και κάποια πρόσφατα άρθρα που αφορούν τον Ενάγοντα, τα οποία είναι θετικά για τον ίδιο και επιθυμώ να καταστούν τεκμήρια. Όσες φορές μας απέστειλε άρθρα του προς δημοσίευση ο Ενάγοντας, τα έχουμε δημοσιεύσει. Κάποια μάλιστα είναι ολοσέλιδα, στην κυριακάτικη έκδοση, όπως φαίνεται και από το Τεκμήριο
  32. Το δημοσίευμα του Κώστα Κωνσταντίνου είναι γραμμένο στην στήλη του με τίτλο «Κατά Βαρβάρων», η οποία δημοσιεύεται στην εφημερίδα ΠΟΛΙΤΗΣ καθημερινά από το 2000 και είναι στήλη άποψης, Έχει δε ύφος χιουμοριστικό, αιχμηρό, συχνά καυστικό, ειρωνικό και σατυρικό και σχολιάζει σε αυτό το ύφος την πολιτική και άλλη επικαιρότητα. Συχνά δε είναι γραμμένη σε κριτικό τόνο και ύφος. Τα κείμενα του XXXXX Κωνσταντίνου τόσο το συγκεκριμένο Τεκμήριο 1, όσο και όσα περιλαμβάνονται στην δέσμη εγγράφων του Τεκμηρίου 6 αλλά και γενικά όλα τα κείμενα του, δεν τυγχάνουν έγκρισης από την εφημερίδα ή την ιδιοκτήτρια εταιρεία - Εναγόμενη 1 πριν δημοσιευθούν, υπό την έννοια να τα δει κάποιος εκ των προτέρων και να τα εγκρίνει ή να αποφασίσει ότι δεν μπορούν να δημοσιευθούν ή να επέμβει στο περιεχόμενο τους ή ακόμα και να του καθορίσουν θέμα εκ των προτέρων. Ούτε και γνωρίζουν εκ των προτέρων το περιεχόμενο της στήλης του XXXXX Κωνσταντίνου γενικά ή του επίδικου. Η στήλη του XXXXX Κωνσταντίνου «Κατά Βαρβάρων» περιέχει και μεταφέρει καθαρά τις απόψεις και τα σχόλια του συντάκτη της και μόνο και όχι της εφημερίδας. Το ίδιο συνέβηκε και στην προκειμένη με το Τεκμήριο 1 αλλά και όσα δικά του κείμενα περιλαμβάνονται στην Δέσμη - Τεκμήριο
  33. Η εφημερίδα «Πολίτης» έχει ξεχωριστή άποψη που γράφεται καθημερινά στην σελίδα 12 με τίτλο «Πολίτης με άποψη». Εκεί είναι η επίσημη θέση της εφημερίδας. Οι επώνυμες στήλες όπως η στήλη «Κατά Βαρβάρων» είναι στήλες άποψης των συντακτών τους, στις οποίες κανείς δεν επεμβαίνει ούτε και παρακολουθεί. Αντιλαμβάνομαι ότι ο Ενάγων όχι μόνο θεωρεί το επίδικο δημοσίευμα δυσφημιστικό, αλλά κατά την μαρτυρία του έχει δηλώσει και την διαφωνία του για κάποιες θέσεις που εκφράζει εκεί ο XXXXX Κωνσταντίνου. Αυτό είναι δικαίωμα του. Αυτό όμως σε καμία περίπτωση σημαίνει ότι ο συντάκτης του ή εμείς ως εφημερίδα τον δυσφημούμε ή ότι είμαστε κακόβουλοι απέναντι του. Αντιλαμβάνομαι επίσης ότι κάποια από τα σχόλια που περιέχονται στο επίδικο - Τεκμήριο 1, δυνατόν να θεωρηθούν από κάποιους, του Ενάγοντα συμπεριλαμβανομένου, ότι είναι σκληρά, έντονα, ίσως προκλητικά ή ακόμη και άδικα, ή ακόμη να θεωρούνται κακογραμμένα, ή κακόγουστα. Είναι δικαίωμα τους. Αυτό όμως δεν σημαίνει σε καμία περίπτωση ότι ο συντάκτης του ή εμείς ως εφημερίδα δυσφημούμε τον Ενάγοντα ή ότι είμαστε κακόβουλοι απέναντι του. Ο Ενάγων τον ουσιώδη χρόνο ήταν πολιτικό πρόσωπο, εξαιρετικά προβεβλημένο από τα ΜΜΕ, κομματικό στέλεχος, βουλευτής του ΔΗΣΥ ο οποίος είχε συχνότατες δημόσιες παρεμβάσεις στα ΜΜΕ και αλλού και εξέφραζε δημόσια την θέση του για πλείστα όσα θέματα, πολιτικά, κοινωνικά, εκπαιδευτικά και άλλα ως ο ίδιος άλλωστε δήλωσε και στην μαρτυρία του. Όφειλε λοιπόν να είναι πιο ανεκτικός στην ενασχόληση του τύπου μαζί του, στην κριτική του, ακόμη και στα κείμενα που ο ίδιος θεωρεί αρνητικά και να μην τα εκλαμβάνει ως εκστρατεία καταστροφής του και συνομωσίας εναντίον του. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του ο ΜΥ1 κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου τα Τεκμήρια 13-
  34. Κατά την αντεξέτασή του εξήγησε τους ισχυρισμούς του, απαντώντας στις ερωτήσεις του συνηγόρου για τον ενάγοντα. Έχοντας παραθέσει εκτενώς τις δικογραφημένες θέσεις και προσκομισθείσα μαρτυρία, ώστε να τεθούν αυτούσιες οι θέσεις των εμπλεκομένων, θεωρώ σκόπιμο να επισημάνω ότι το σύνολο της μαρτυρίας έχει μελετηθεί από το Δικαστήριο, στο πλαίσιο της μελέτης της υπόθεσης και έκδοσης της απόφασης του Δικαστηρίου. Το ίδιο ισχύει, ασφαλώς, και με τις αγορεύσεις των συνηγόρων, το περιεχόμενο των οποίων δεν θεωρώ ότι θα εξυπηρετούσε να επαναλάβω. Η παρούσα υπόθεση, η οποία είναι αστική υπόθεση, κρίνεται επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων και ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (Αγαπίου v. Παναγιώτου
(1998)1 ΑΑΔ 263, Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη
(1995)1 ΑΑΔ 207). Είχα την ευκαιρία, κατά την ακροαματική διαδικασία, να παρακολουθήσω όλους τους μάρτυρες στη ζωντανή τους παρουσία ενώ κατέθεταν ενώπιον του Δικαστηρίου. Είχα περαιτέρω την ευκαιρία, όπως ανέφερα και πιο πάνω, να μελετήσω, με μεγάλη προσοχή, το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας, συμπεριλαμβανομένων των τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου. Πολύ καλή εντύπωση μου προκάλεσε ο ΜΥ1, τόσο με βάση τη ζωντανή του παρουσία ενώ κατέθετε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου, όσο και με βάση το περιεχόμενο της μαρτυρίας του. Με άνεση και σαφήνεια προέβηκε στις τοποθετήσεις του και ήταν προσεκτικός να μην επέμβη σε θέματα που αποτελούν έργο του Δικαστηρίου να αποφασίσει. Μη εντοπίζοντας οποιοδήποτε σημείο ικανό να κλονίσει την αξιοπιστία του ως μάρτυρα, αποδέχομαι αυτόν ως αξιόπιστο και τα λεγόμενά του αναφορικά με τα σχετιζόμενα με την υπόθεση γεγονότα. Από την πλευρά του, ο ενάγων δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Παρά την προσπάθειά του να παρουσιάσει τον εαυτό του ως πρόσωπο που πάντοτε δεν διστάζει να πει την άποψή του και δεν έχει κάτι να κρύψει, επανειλημμένως στη μαρτυρία του έδειξε σημεία προσπάθειας υπεκφυγής. Μια ανάγνωση της μαρτυρίας καταδεικνύει του λόγου το αληθές. Περιορίζομαι, ενδεικτικά και μόνο, να επισημάνω την αρχική αμφισβήτησή του ακόμη και αυτών των δηλώσεών του που προηγήθηκαν σε ραδιοφωνική εκπομπή (Τεκμήριο 12) ή ακόμη και τη μέχρι σήμερα απορία που αφήνει η αποφυγή του να πει ποιον εννοούσε όταν αναφερόταν στο Σουστάκη του Κωλίτη. Περαιτέρω δεν μπορεί να διαφύγει της προσοχής το έντονο και ενίοτε σαρκαστικό και ειρωνικό ύφος στις τοποθετήσεις του, όπως όταν σχολίαζε δικά του άρθρα. Άσχημη δε, εντύπωση μου προκάλεσε, όταν ρωτήθηκε κατά πόσο στις 6 Μαΐου 2010 πάλι εξέφραζε τις θέσεις του δημόσια και απάντησε «Ακατάγνωτα, διότι εγώ δεν είμαι ομοφυλόφιλος». Εις δε ερώτημα τι εννοεί, απάντησε «Εννοώ όπως το λένε αγγλιστί straight, λαλώ τις απόψεις μου straight, καταλάβετε;» Η προσπάθεια αμέσως μετά να διορθώσει δεν βοηθά κάποιον ο οποίος, ενώ ισχυρίζεται ότι δεν είναι κακοπροαίρετος, προτάσσει τέτοια θέση, μάλιστα με δόση ειρωνείας στην έκφρασή του. Φυσικά, η φύση της υπόθεσης είναι τέτοια που ουσιαστικά ζητήματα αποφασίζονται από το Δικαστήριο, ασχέτως των θέσεων των διαδίκων, όμως από τα ως άνω και μόνο καταρρίπτεται η εικόνα που ο ενάγοντας προσπάθησε να παρουσιάσει για τον εαυτό του. Κατά ανάλογο τρόπο, μ΄ αυτά επηρεάζεται και η εικόνα του ΜΕ2, ο οποίος προσήλθε εμφανώς για να υποστηρίξει τον ενάγοντα. Παρουσίασε ανάλυσή του πως ο ενάγων δεν εξελέγη με γενικότητες και χωρίς εμπειρογνωμοσύνη και παρουσίασε μια εικόνα για τον ενάγοντα που ούτε ο ίδιος ο ενάγων δεν εξέπεμψε. Εν πάση, φυσικά, περιπτώσει, η εμβέλεια της μαρτυρίας του ΜΕ2 στα ουσιώδη θέματα, δεν θα μπορούσε παρά να ήταν περιορισμένη. Έχοντας αξιολογήσει τους μάρτυρες ως ανωτέρω, το μεγαλύτερο μέρος του πραγματικού υπόβαθρου επί του οποίου θα κριθεί η παρούσα υπόθεση είναι αδιαμφισβήτητο και παραδεκτό ως γεγονότα και παρατέθηκαν ανωτέρω. Συναφώς είναι αποδεκτή η επίδικη δημοσίευση και η αναφορά της και στον ενάγοντα, καθώς επίσης η κυκλοφορία της εφημερίδας κατά τον επίδικο χρόνο. Αποδέχομαι περαιτέρω ότι στον ενάγοντα αναφερόταν και άλλη αρθρογραφία των εναγομένων πριν και μετά το επίδικο δημοσίευμα, καθώς επίσης και ότι ο ενάγων ελεύθερα αρθρογραφούσε στην εν λόγω εφημερίδα θέτοντας τις απόψεις του με έντονο τρόπο, ακόμη και αναφορικά με το θέμα που αφορά το επίδικο δημοσίευμα και ακόμη και αναφορικά με το επίδικο δημοσίευμα. Αποδέχομαι επίσης ότι λεχθέντα του ενάγοντα σε ραδιοφωνική εκπομπή προκάλεσαν αντιδράσεις και χαρακτηρίστηκαν από πολιτικούς και άλλους ως περιέχοντα ρατσισμό. Τόσο από τα δικόγραφα, όσο και από τη μαρτυρία, προκύπτει ότι ο ενάγων στηρίζεται στη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων ως και σε ψευδοϋπαινιγμό (popular or false innuendo), δηλαδή τη δευτερεύουσα ή συμπερασματική έννοια των λέξεων που χρησιμοποιούνται, ως είναι αντιληπτή από τουλάχιστον μέρος του αναγνωστικού κοινού. Όπως εμφανώς προκύπτει στην παρούσα υπόθεση, η υπεράσπιση εγείρει ουσιαστικά θέμα ότι το δημοσίευμα δεν είναι δυσφημιστικό, ενώ αν ήθελε κριθεί ως τέτοιο, εφαρμόζεται η υπεράσπιση του έντιμου σχολίου για ζήτημα δημοσίου ενδιαφέροντος και συμφέροντος το οποίο έγινε καλόπιστα ή του προνομίου υπό επιφύλαξη. Το άρθρο 17 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148, ορίζει τι αποτελεί δυσφήμιση. Το κριτήριο αν ένα δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό είναι κατά πόσο ο μέσος λογικός άνθρωπος προς τον οποίο απευθύνεται το κείμενο θα μπορούσε να το αντιληφθεί με δυσφημιστικό τρόπο και όχι αν ο ενάγων αποδίδει δυσφημιστικό νόημα στο δημοσίευμα θεωρώντας τον εαυτό του θιγμένο, ενώ το κείμενο μπορεί να είναι δεχτικό και άλλων αθώων ερμηνειών. Το κατά πόσο ένα δημοσίευμα είναι ή όχι δυσφημιστικό, εναπόκειται στην κρίση του δικάζοντος Δικαστηρίου, εφόσον το θέμα αποφασίζεται ως πραγματικό ζήτημα. Το δε Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη τη φυσική έννοια των λέξεων, αλλά επίσης εξετάζει το κείμενο στο σύνολο του σε συνάρτηση με τον τόπο και χρόνο του δημοσιεύματος, αλλά και την κρατούσα κοινή γνώμη για το θέμα (βλέπετε, μεταξύ άλλων, Εκδόσεως Αρκτίνος ν. Δώρου Γεωργιάδη
(2011)1 ΑΑΔ 407, Κωνσταντίνου κ.α. ν. Καραμεσίνη
(2011)1 ΑΑΔ 715. Οι εισηγήσεις που έθεσε η πλευρά των εναγομένων προς το Δικαστήριο (κάποιες έστω συνοδεύοντας την εισήγηση περί εντίμου σχολίου), περιλάμβαναν την, έστω ακραία, σάτιρα, την εξωπραγματικότητα των αναφορών ώστε να μην είναι δυνάμενα να γίνουν αντιληπτά με δυσφημιστικό τρόπο, καθώς επίσης την ελευθερία του λόγου και του τύπου. Στην εξέταση του θέματος αυτού και των θέσεων των δύο πλευρών, σχετικό είναι και το ότι ο ενάγων, ως πολιτικό κατά τον ουσιώδη χρόνο πρόσωπο, ως πρόσωπο με παρουσία στις δημόσιες συζητήσεις και ως πρόσωπο με σημαντικό σε αριθμό συγγραφικό έργο αρθρογραφίας για θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, εμπίπτει στην κατηγορία προσώπων που αναφέρονται ως δημόσια πρόσωπα. Σχετικό επίσης είναι, πέραν και ανεξάρτητα των πιο πάνω, και το ενίοτε έντονο μέχρι και απόλυτο ή και αλαζονικό (για κάποιους) ύφος που ο ενάγων τηρεί κατά την έκφραση της άποψής του. Επί του προκειμένου αλλά και της ελευθερίας της έκφρασης, στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Πολ. Έφεση 236/11, Δρουσιώτη κ.α. ν. Παπασάββα, ημερομηνίας 6.3.2015 λέχθηκαν τα εξής: "Εξετάσαμε τις εκατέρωθεν θέσεις επί των δύο πρώτων λόγων έφεσης και μας βρίσκει σύμφωνους η εισήγηση των ευπαιδεύτων συνηγόρων των εφεσειόντων ότι ο κύκλος των δημοσίων προσώπων δεν περικλείει μόνο τους πολιτικούς ή όσους ασχολούνται εν γένει με τα δημόσια πράγματα, αλλά περιλαμβάνει και πρόσωπα τα οποία ως εκ της θέσης και των ενεργειών τους μπορούν να υπαχθούν στη δημόσια σφαίρα (Βασιλάκης ν. Ελλάδας, Προσφ. Αρ. 25145/05 ημερ. 17.1.08 του ΕΔΑΔ). Ή, όπως θα το εκφράζαμε εμείς, δημόσιο είναι κάθε πρόσωπο το οποίο επέλεξε με την εν γένει κοινωνική του παρουσία ή την ενασχόληση του με τα δημόσια πράγματα να αυτοπροσδιορισθεί ως δημόσιο πρόσωπο. Όπως δε έχει εμπεδωθεί νομολογιακά, πρόσωπα τα οποία ασχολούνται με τα κοινά θέτουν άμεσα τον εαυτό τους σε μια ιδιάζουσα κατηγορία πολιτών και σε θέματα που ενδιαφέρουν το ευρύ κοινό θα πρέπει, αφενός, να ανέχονται την αμφισβήτηση των θέσεων τους και, αφετέρου, την άσκηση κριτικής στις εν γένει ενέργειες και πράξεις τους ως εκδήλωση δημοκρατικού δικαιώματος (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπακυριακού
(2012)1 Α.Α.Δ. 774 και Κωνσταντίνου κ.α. ν. Καραμεσίνη
(2011)1 Α.Α.Δ. 715 που παραπέμπουν και σε άλλη σχετική επί του θέματος Νομολογία). Και αυτό, ακόμη και αν ο έλεγχος που τους ασκείται είναι αμείλικτος καθότι η ελευθεροτυπία και γενικά η ελευθερία της έκφρασης συνιστά ένα από τα κύρια θεμέλια μιας δημοκρατικής κοινωνίας και ενός κράτους δικαίου που προστατεύεται από το άρθρο 19 του Συντάγματος και το άρθρο 10 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Νοουμένου βεβαίως ότι δεν θίγεται ανεπίτρεπτα η τιμή ή η υπόληψη του ελεγχόμενου προσώπου που ως δικαίωμα προστατεύεται από το άρθρο 2 της Σύμβασης και νοουμένου ότι επιδεικνύεται σεβασμός στην αρχή της αναλογικότητας. Πρόκειται δηλαδή για εξισορρόπηση των προαναφερθέντων δύο δικαιωμάτων - του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης από τη μια και του δικαιώματος της προάσπισης της αξιοπρέπειας και της φήμης του ανθρώπου από την άλλη - τα οποία πρέπει να σταθμίζονται με τέτοιο τρόπο ώστε οποιοσδήποτε περιορισμός του ενός δικαιώματος να είναι ανάλογος και απαραίτητος για την προστασία του άλλου δικαιώματος (Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Παπαευσταθίου
(2007)1(Β) Α.Α.Δ. 856). Εις δε την υπόθεση Κωνσταντίνου ν. Καραμεσίνη (ανωτέρω) λέχθηκε ότι: "Προς τα πού θα κλίνει η πλάστιγγα στη ζυγαριά των αμφίρροπων αυτών τάσεων στην προσπάθεια αναζήτησης της χρυσής τομής, αναμφίβολα συναρτάται προς τα ήθη, τις αξίες, την ηθική, τον πολιτισμό και τη γενικότερη κοινωνική δομή του συγκεκριμένου κράτους. Όμως, η υπόληψη του ανθρώπου παραμένει διαχρονικής αξίας ως το κύτταρο στον κοινωνικό ιστό. Και όσο και αν η ελευθερία του τύπου αποτελεί μια σταθερά αξία, άλλο τόσο και η υπόληψη του ατόμου παραμένει προεξάρχουσα." Ως προς την εισήγηση περί σάτιρας, είναι γεγονός ότι η σάτιρα δεν αποτελεί δυσφήμιση ιδιαίτερα όπου γίνεται χρήση έκδηλων υπερβολών και παραδοξοτήτων, τις οποίες ο μέσος συνετός αναγνώστης δεν αντιλαμβάνεται ούτε με τη συνήθη και φυσική τους έννοια, ούτε στην κυριολεξία. Η δε σάτιρα επιτρέπεται όσο ενοχλητική και να είναι και μπορεί να είναι και ακραία (βλ. Κουτσού ν. Μικελλίδης
(2007)1(Β) ΑΑΔ 1256, Σύγγραμμα Το Σύγχρονο Δίκαιο της Δυσφήμισης, Π. Πολυβίου 2013, σελ. 181-183). Στην παρούσα περίπτωση, το επίδικο δημοσίευμα εμφανώς παραπέμπει σε κάποιες δηλώσεις. Σε διάφορα σημεία του δημοσιεύματος αναφέρεται είτε στις απαράδεκτες ύβρεις και χαρακτηρισμούς που έχουν εκφραστεί για την έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως για το θέμα του συμφώνου συμβίωσης ομόφυλων ατόμων, είτε στο ότι βγαίνει ο Θεμιστοκλέους και λέει αυτήν την αθλιότητα και δεν υπάρχει η παραμικρή αντίδραση .., είτε με αναφορά στον κ. Κασουλίδη, κατά πόσο δεν αισθάνθηκε να θίγεται από αυτή την αχρειότητα; . ερωτώντας «Πού είναι λοιπόν ο Κασουλίδης δύο εβδομάδες τώρα;» Παρακάτω δε αναφέρεται στο ότι «. σε μια στιγμή κατά την οποία αυτό που έχει λεχθεί συνιστούσε απρόκλητη, απολύτως αβάσιμη και ξεκάθαρα ρατσιστική επίθεση εναντίον μιας κοινωνικής ομάδας . η οποία, με αυτό που λέχθηκε, δαιμονοποιείται και εξισώνεται με . ψυχικώς διαταραγμένες ή/και εγκληματικές ομάδες του πληθυσμού! ..» Πέραν της ειδικής αναφοράς στον ενάγοντα στο κείμενο, έχει πιο πάνω καταστεί αποδεκτό από το Δικαστήριο ότι, ως ανέφερε ο ΜΥ1, στον ουσιώδη χρόνο οι μόνες δημόσιες τοποθετήσεις για την εν λόγω έκθεση της Επιτρόπου Διοικήσεως έγιναν από τον ενάγοντα, ενώ κατατέθηκε αυτούσια η ραδιοφωνική του τοποθέτηση στο Σταθμό «ΑΣΤΡΑ» στις 13.4.2010 στη συζήτησή του με την Επίτροπο Διοικήσεως (περίπου δύο εβδομάδες πριν το επίδικο δημοσίευμα). Σ΄ αυτήν ο ενάγων ακούγεται να λέει, αντιτιθέμενος στη θέσπιση είτε συμφώνου συμβίωσης, είτε γάμου μεταξύ ομόφυλων ατόμων, μεταξύ άλλων, ότι «.έχει πει η κυρία Επίτροπος, ότι πολλά πράγματα στις κοινωνίες ξεπερνούν τη ζωή την ίδια, ξεπερνούν τη νομοθεσία, αλλά εν τοιαύτη περιπτώσει και οι φόνοι γίνονται από τότε που έχει πλαστεί ο άνθρωπος . (διακόπτεται) .. όπως και η κτηνοβασία υπάρχει σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, όπως και η παιδοφιλία, πρόσφατα παραδείγματα είχαμε, γίνεται παντού, αλλά καμία κοινωνία δεν προχώρησε να τα θεσπίσει ή να τους δώσει δικαιϊκή αντιμετώπιση και μορφή .» Οι τοποθετήσεις αυτές του ενάγοντα, ως και οι εν γένει απόψεις του επί του εν λόγω θέματος τέθηκαν εντός της δημόσιας σφαίρας, και στο πλαίσιο αυτής της περιρρέουσας ατμόσφαιρας εμπίπτει και θα πρέπει να ειδωθεί και εξεταστεί το επίδικο δημοσίευμα. Εμφανώς, από το σύνολο του κειμένου, προκύπτει ότι το επίδικο δημοσίευμα ασκεί έντονη κριτική στο πολιτικό σύστημα για την αντιμετώπισή του προς τέτοιες δημόσιες τοποθετήσεις τις οποίες ο συντάκτης χαρακτηρίζει ως φαίνεται στο κείμενο. Ασκεί αφενός έντονη κριτική στον ενάγοντα για τις τοποθετήσεις του και στους υπόλοιπους πολιτικούς για την απουσία αντίδρασής τους, αποδίδοντας αυτήν στο τι εξηγεί στο άρθρο του. Ως μέρος δε μιας καυστικής στήλης με στοιχεία χιούμορ και σάτιρας, προβαίνει αρχικά σε χιουμοριστικούς αφορισμούς. Ενδεικτικό τούτου είναι ότι σε κάποιο σημείο σταματά την «πλάκα» για να συνεχίσει με το υπόλοιπο καυστικό, αυστηρό, ίσως και σκληρό σχόλιό του. Στην υπόθεση Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ v. Νίκου Παπαευσταθίου
(2007)1 ΑΑΔ 856, λέχθηκαν τα εξής: "Κατά την εξέταση υποθέσεων όπως την παρούσα η προστασία του δικαιώματος στη φήμη δεν θα πρέπει να είναι υπέρμετρη σε σχέση με την προστασία άλλων ανταγωνιστικών δικαιωμάτων, όπως είναι το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης. Θα πρέπει να υπάρχει μεταξύ των δύο μια αναλογία. Εκτός από την αρχή της αναλογικότητας μια άλλη παράμετρος του όλου θέματος είναι και αυτή του τι συνιστά αναγκαία προστασία σε μια δημοκρατική κοινωνία. Θα πρέπει δηλαδή το Δικαστήριο να διερωτάται σε κάθε δεδομένη περίπτωση κατά πόσον η προστασία της φήμης του επηρεαζομένου προσώπου είναι αναγκαία σε μια δημοκρατική κοινωνία, η οποία έχει το δικαίωμα της πληροφόρησης αναφορικά με ζητήματα δημοσίου ή γενικού ενδιαφέροντος και η οποία εν πάση περιπτώσει θα πρέπει να δείχνει την απαραίτητη ανοχή και ανεκτικότητα στις αντίθετες απόψεις. Η σύγχρονη τάση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου είναι να περιορίζει το δικαίωμα στη φήμη προς όφελος του δικαιώματος της ελευθερίας της έκφρασης, στο οποίο το Δικαστήριο αναγνωρίζει υψηλή αξία. Στην υπόθεση Lingens v. Austria, App. No. 9815/82, Ser. A, vol. 103 [1986] 8 E.H.R.R. 407 at para. 41 το Δικαστήριο παρατήρησε πως η ελευθερία της έκφρασης, όπως προστατεύεται από την πρώτη παράγραφο του άρθρου 10, συνιστά ένα από τα ουσιαστικά θεμέλια της δημοκρατικής κοινωνίας και μια από τις βασικές προϋποθέσεις για την πρόοδο της και για την ικανοποίηση των ατόμων. Η ελευθερία αυτή, με τις εξαιρέσεις της παραγράφου 2, εφαρμόζεται όχι μόνον σε πληροφορίες και ιδέες που είναι αρεστές ή τουλάχιστον θεωρούνται ως μη εχθρικές ή αδιάφορες αλλά επίσης και σε εκείνες που είναι προσβλητικές, εκπλήττουν ή ενοχλούν. Αυτό απαιτεί ο πλουραλισμός, η ανεκτικότητα και η ευρύτητα πνεύματος, χωρίς τις οποίες δεν υπάρχει δημοκρατική κοινωνία. Όπως όμως ανάφερε το Ε.Δ.Δ.Α., η ελευθερία της έκφρασης ρητά περιορίζεται προς όφελος της προστασίας της φήμης ενός ατόμου σύμφωνα με την παράγραφο 2 του άρθρου 10. Το στάθμισμα αυτών των δύο δικαιωμάτων έχει εξεταστεί σε σειρά αποφάσεων του Ε.Δ.Δ.Α. σύμφωνα με τις οποίες οιοσδήποτε περιορισμός του ενός δικαιώματος πρέπει να είναι ανάλογος και απαραίτητος για την προστασία του άλλου δικαιώματος. Στην υπόθεση Barfod v. Denmark, App. No. 11508/85, Ser. A. vol. 149 [1991] 13 E.H.R.R, 493, στην παρα. 29, το Δικαστήριο τόνισε πως η έννοια της αναλογικότητας δεν εξυπακούει ισότητα μεταξύ ανταγωνιστικών συμφερόντων. Η έννοια της αναλογικότητας εξυπακούει ότι οι στόχοι του άρθρου 10
(2)θα πρέπει να αντιπαραβληθούν με την αξία της ανοικτής συζήτησης θεμάτων δημοσίου ενδιαφέροντος. Για να βρει τη χρυσή τομή μεταξύ των δύο αυτών συμφερόντων το Δικαστήριο δεν πρέπει να παραγνωρίσει τη μεγάλη σημασία της μη αποθάρρυνσης του κοινού από του να εκφράζει τη γνώμη του πάνω σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος, λόγω φόβου ποινικών ή άλλων κυρώσεων. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, πολιτικά ή άλλα δημόσια πρόσωπα θα πρέπει να ανέχονται πιο εύκολα τη δημόσια κριτική. Στην υπόθεση Krone Verlag GmBH & Co Kg v. Austria, App. Νο. 34315/96, ημερ. 26.2.02 (Δέστε: Gatley on Libel and Slander, 10η έκδοση, σελ. 724), το Δικαστήριο παρατήρησε ότι ο ενάγοντας, που ήταν πολιτικός, είχε εισέλθει στο δημόσιο στίβο και θα έπρεπε να υποστεί τις συνέπειες. Στην υπόθεση Lopes Gomes da Silva v. Portugal, App. No. 37698/97, 2000-X [2002] 34 E.H.R.R. 56 το Δικαστήριο παρατήρησε ότι στους δημοσιογράφους μπορεί να επιτραπεί και ένας βαθμός υπερβολής ή ακόμα και πρόκλησης, ειδικά επειδή και ο ενάγων είχε χρησιμοποιήσει παρόμοια γλώσσα σε δικό του κείμενο που είχε δημοσιευθεί δίπλα στο κείμενο του δημοσιογράφου, με αποτέλεσμα οι αναγνώστες να είναι σε θέση να διαμορφώσουν τις δικές τους απόψεις. Στην περίπτωση εκείνη, όπου ο ενάγων είχε χαρακτηριστεί ως ο πιο γελοίος υποψήφιος που μπορούσε να βρεθεί, το Δικαστήριο έκρινε ότι δεν υπήρξε προσωπική επίθεση εναντίον του ενάγοντος αλλά ότι το τί η εφημερίδα έγραφε γι' αυτόν αποτελούσε μέρος των ρίσκων της πολιτικής ζωής. Στην υπόθεση Fressoz & Roire v. France, App. No. 29183/95, ημερ. 21.1.99 που αφορούσε σε δημοσίευμα σχετικά με εργατική διαφορά που είχε δημιουργηθεί σε εργοστάσιο αυτοκινήτων, όταν οι εργάτες ζητούσαν αύξηση μισθών και η διεύθυνση αρνείτο, οπόταν άρχισε να ασχολείται με το θέμα ο τύπος. Το συγκεκριμένο δημοσίευμα έδειχνε ότι ο Πρόεδρος της εταιρείας πήρε ψηλές αυξήσεις ο ίδιος, ενώ την ίδια στιγμή αντιτίθετο σε αύξηση για τους εργάτες. Το Δικαστήριο έκρινε ότι με το να προβαίνει η εφημερίδα σε τέτοια σύγκριση, το σχετικό δημοσίευμα συνέτεινε σε μια δημόσια συζήτηση επί θέματος γενικού ενδιαφέροντος και δεν είχε σκοπό να βλάψει την υπόληψη του Προέδρου της εταιρείας. Το Δικαστήριο πρόσθεσε ότι όχι μόνον ο τύπος έχει καθήκον να μεταδίδει πληροφορίες και ιδέες σε θέματα δημοσίου ενδιαφέροντος αλλά ταυτόχρονα και το κοινό έχει το δικαίωμα να λαμβάνει τέτοιες πληροφορίες. Έτσι η καταδίκη του δημοσιογράφου κρίθηκε ότι παραβίαζε το άρθρο 10 της Σύμβασης. Σχετική είναι και η απόφαση του Ε.Δ.Δ.Α. στην υπόθεση Toma v. Luxembourg, App. No. 38432/97, ημερ. 29.3.01. Είναι θεμελιωμένο από τη νομολογία του Ε.Δ.Δ.Α. ότι όσον πιο προκλητική είναι η δήλωση την οποία σχολιάζει μια εφημερίδα τόσον πιο σκληρό και δυνατό μπορεί να είναι και το σχόλιο (Δέστε: Oberschilck v. Austria, App. No. 11662/85, Ser. A, vol. 204, [1995] 19 E.H.R.R., 389 - Δέστε, επίσης Gatley, ανωτέρω, σελ. 732)." Εφαρμόζοντας όλα τα ως άνω στην υπόθεσή μας, έχω την άποψη ότι το επίδικο δημοσίευμα δεν μπορεί να θεωρηθεί δυσφημιστικό για τον ενάγοντα. Ένας άνθρωπος, ένας πολιτικός, ο οποίος δεν έχει κανένα πρόβλημα να εκφράζεται με τον τρόπο που εκφράστηκε δημοσίως, δεν θα πρέπει να είναι τόσο ευαίσθητος στην έντονη ή και σκληρή κριτική. Ούτε να νοιώθει θιγμένος αν οι τοποθετήσεις του κρίνονται από κάποιους ότι έχουν το στοιχείο ρατσισμού ή ότι είναι αχρείες. Εντός του δημοσίου διαλόγου είναι επιτρεπτή η έντονη κριτική και η σάτιρα. Το δε πρώτο μέρος του άρθρου εμφανώς αποτελεί σατιρική αναφορά εξ αφορμής του ουσιαστικού μέρους του άρθρου. Μπορεί το δημοσίευμα να μην ήταν αρεστό στον ενάγοντα, όμως δεν επηρέασε την υπόληψη ή τη φήμη του και θα έπρεπε να γίνει ανεκτό από ένα πολιτικό πρόσωπο, το οποίο με σκληρό τρόπο τοποθετήθηκε επί του θέματος, στο πλαίσιο της άσκησης του δικαιώματος της ελευθερίας λόγου και έκφρασης του τύπου, σε μια δημοκρατική κοινωνία. Στο πλαίσιο της στάθμισης του δικαιώματος της ελευθερίας του λόγου και της έκφρασης, από τη μια, και του δικαιώματος προάσπισης της φήμης, από την άλλη, κρίνω, με βάση τα γεγονότα της υπόθεσης αυτής, ότι υπερέχει το δικαίωμα της ελευθερίας της έκφρασης. Έστω φυσικά και αν κατέληγα στο συμπέρασμα ότι το επίδικο δημοσίευμα είναι δυσφημιστικό για τον ενάγοντα, θα θεωρούσα ότι καλύπτεται από την υπεράσπιση του εντίμου σχολίου για θέμα δημοσίου ενδιαφέροντος. Στην υπόθεση Πετρίδης ν. Εκδοτικού Οίκου ΔΙΑΣ ΛΤΔ κ.α., Πολ. Έφεση 232/2009, ημερομηνίας 18.7.2013, λέχθηκαν τα εξής σχετικά: "Η σύγχρονη διατύπωση της υπεράσπισης του εντίμου σχολίου, την οποία και υιοθετούμε, εντοπίζεται στην υπόθεση Spiller & Anor v. Joseph & Anors [2010] UKSC 53, η οποία ουσιαστικά υιοθετεί τα στοιχεία που μπορούν να στοιχειοθετήσουν την υπεράσπιση, όπως συνοψίζονται στην Wai Chun Paul v. Albert Cheng [2001] E.M.L.R. 31 από τον δικαστή Lord Nicholls of Birkenhead στο ακόλουθο απόσπασμα: «[i] First, the comment must be on a matter of public interest. .. [ii] Second, the comment must be recognisable as comment, as distinct from an imputation of fact. If the imputation is one of fact, a ground of defence must be sought elsewhere, for example, justification or privilege. Much learning has grown up around the distinction between fact and comment. For present purposes it is sufficient to note that a statement may be one or the other, depending on the context. Ferguson J gave a simple example in the New South Wales case of Myerson v. Smith's Weekly
(1923)24 SR (NSW) 20, 26 : 'To say that a man's conduct was dishonourable is not comment, it is a statement of fact. To say that he did certain specific things and that his conduct was dishonourable is a statement of fact coupled with a comment.' [iii] Third, the comment must be based on facts which are true or protected by privilege: see, for instance, London Artists Ltd v Littler [1969] 2 QB 375 , 395. If the facts on which the comment purports to be founded are not proved to be true or published on a privilege occasion, the defence of fair comment is not available. [iv] Next the comment must explicitly or implicitly indicate, at least in general terms, the facts on which it is based. [v] Finally, the comment must be one which could have been made by an honest person, however prejudiced he might be, and however exaggerated or obstinate his views: see Lord Porter in Turner v Metro-Goldwyn-Mayer Pictures Ltd [1950] 1 All ER 449 , 461, commenting on an observation of Lord Esher MR in Merivale v Carson
(1888)20 QBD 275 , 281. It must be germane to the subject-matter criticised. Dislike of an artist's style would not justify an attack upon his morals or manners. But a critic need not be mealy-mouthed in denouncing what he disagrees with. He is entitled to dip his pen in gall for the purposes of legitimate criticism: see Jordan CJ in Gardiner v Fairfax
(1942)42 SR (NSW) 171 , 174. These are the outer limits of the defence. The burden of establishing that a comment falls within these limits, and hence within the scope of the defence, lies upon the Defendant who wishes to rely upon the defence. [vi] A Defendant is not entitled to rely on the defence of fair comment if the comment was made maliciously» Ένας εναγόμενος δεν δικαιούται να βασισθεί στην υπεράσπιση του ευλόγου σχολίου εάν το σχόλιο έγινε κακόβουλα. Το βάρος να αποδείξει κακοβουλία βαρύνει τον ενάγοντα. .... Για να μπορεί να επιτύχει η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου, η επίμαχη δήλωση πρέπει να συνίσταται σε γνώμη ή σχόλιο και όχι σε δήλωση γεγονότων. Για να αποφασίζεται τούτο, αυτή η δήλωση θα πρέπει να εξετάζεται σε συνάρτηση με το υπόλοιπο κείμενο [βλ. Δημοσιογραφική Χ.Λ.Σ. Λίμιτεδ κ.α. ν. Φιλίππου
(1998)1 Α.Α.Δ. 958]. ... Στην υπόθεση Μαυρίδης ν Παπαδόπουλου [2006] 1 Α.Α.Δ.136 λέχθηκε ότι για να έχει ο εναγόμενος το πλεονέκτημα της υπεράσπισης του ευλόγου σχολίου, έπρεπε να είχε δώσει και κάποιο ελάχιστο πραγματικό υπόβαθρο ούτως ώστε οι δηλώσεις του να μη συνιστούν δηλώσεις γεγονότων αυτών καθ' αυτών." Εις δε την υπόθεση Δρουσιώτη ν. Παπασάββα (ανωτέρω) λέχθηκε ότι: "Το πρωτόδικο Δικαστήριο με αναφορά στις υποθέσεις Παττούρας ν. Εκδοτική Εταιρεία Τηλέγραφος Λτδ κ.α.
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1222 και ΡΙΚ ν. Καψού
(2009)1(Β) Α.Α.Δ. 1175, υπενθύμισε πως η υπεράσπιση του εντίμου σχολίου προϋποθέτει σχόλιο επί θέματος δημοσίου ενδιαφέροντος, όχι έκθεση γεγονότων, στη βάση υπαρκτού υποβάθρου γεγονότων που εύλογα και έντιμα, χωρίς κακοπιστία, θα το δικαιολογούσε. Πρόκειται για τις τρεις γνωστές προϋποθέσεις που θα πρέπει να ικανοποιούνται σωρευτικά για επιτυχία της υπεράσπισης του εντίμου σχολίου, οι οποίες διατυπώνονται με διαφορετικά λόγια και στην Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Γεωργιάδη
(2011)1 Α.Α.Δ. 497." Στην υπόθεσή μας, έχω ανωτέρω αναλύσει πως το επίδικο δημοσίευμα παραθέτει με ικανοποιητικό τρόπο το πραγματικό υπόβαθρο το οποίο αποτελεί τη βάση για το σχόλιο που γίνεται. Εμφανώς επίσης, τα αναφερόμενα στο επίδικο δημοσίευμα αποτελούν σχόλια του συντάκτη τα οποία, υπό τις περιστάσεις που αναλύθηκαν ανωτέρω, εύλογα και έντιμα έγιναν. Με δεδομένο ότι ο ενάγων ελεύθερα εξέφραζε τις απόψεις του στην εφημερίδα των εναγομένων, ακόμη και για το επίδικο θέμα και άρθρο, δεν θα ήμουν σε θέση να καταλήξω σε ύπαρξη κακοπιστίας από πλευράς εναγομένων. Συνακόλουθα των πιο πάνω, κρίνω ότι δεν θα εξυπηρετούσε η περαιτέρω ενασχόλησή μου με οποιοδήποτε άλλο θέμα στην παρούσα. Έχοντας καταλήξει ως ανωτέρω, αναπόφευκτα η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να έχει επιτυχή κατάληξη. Συνακόλουθα, η αγωγή απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του ενάγοντα, ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. [Υπ.] .............. Μ. Αμπίζας, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Χ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.