← Κύπρος

The Performing Right Society Ltd ν. Nestoras Twenty First Century Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 7508/2011, 7/8/2019

The Performing Right Society Ltd ν. Nestoras Twenty First Century Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 7508/2011, 7/8/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A369 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Θ. Θεοδώρου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7508/2011 The Performing Right Society Ltd Ενάγουσας -και-

  1. Nestoras Twenty First Century Ltd
  2. XXXXX Νεοφύτου Εναγομένων Ημερομηνία: 7 Αυγούστου,
  3. Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κ. Λάρης Βραχίμης. Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Σάββας Φασουλιώτης. ΤΕΛΙΚΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η απαίτηση Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η Ενάγουσα εταιρεία, στη βάση κατ' ισχυρισμό παράβασης συμφωνίας που υπέγραψε με τους Εναγόμενους 1 και 2, απαιτεί από τους τελευταίους το χρηματικό ποσό των €3.912,09, με νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού, πλέον έξοδα. Στη βάση των δικογραφήσεών της, στην Έκθεση Απαίτησης, η Ενάγουσα είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα το Ηνωμένο Βασίλειο, η οποία έχει αποκτήσει δικαίωμα διεξαγωγής εργασιών στην Κύπρο, και η οποία ασχολείται, μεταξύ άλλων, με τη διαχείριση, δυνάμει εκχωρήσεως, των πνευματικών δικαιωμάτων δημιουργών μουσικών και φιλολογικών έργων. Στη βάση της πιο πάνω διαχείρισης, η Ενάγουσα συμβλήθηκε με τους Εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι είναι ιδιοκτήτες και/ή διαχειριστές και/ή υπεύθυνοι για τη λειτουργία του κέντρου αναψυχής/εστιατορίου με την επωνυμία PORTO LATSI (στο εξής «το PORTO LATSI»), στην πόλη Χρυσοχούς, ώστε οι τελευταίοι, έναντι καταβολής συγκεκριμένου ετήσιου τέλους, το οποίο θα αυξομειώνεται ανάλογα με την ετήσια αύξηση ή μείωση του επίσημου δείκτη λιανικών τιμών ή ποσό Φ.Π.Α., να αποκτούν, από την Ενάγουσα, άδεια να μεταδίδουν στο PORTO LATSI μουσικά έργα τα οποία ανήκουν στο ρεπερτόριο της τελευταίας. Μεταξύ άλλων, όροι της συμφωνίας των μερών ήταν, (α) τούτη θα ανανεώνεται από έτος σε έτος εκτός αν οποιοσδήποτε εκ των συμβαλλομένων ειδοποιήσει τον αντισυμβαλλόμενο του με, συστημένη επιστολή, ένα τουλάχιστον μήνα πριν την εκπνοή κάθε έτους ότι δεν επιθυμεί την ανανέωσή της, (β) ότι τα δικαιώματα της ετήσιας άδειας που θα παρείχε η Ενάγουσα θα καταβάλλονταν προκαταβολικά και (γ) στην περίπτωση που επέρχετο διαφωνία μεταξύ των μερών, δικαιοδοσία για να εκδικάσει τι διαφορά έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Πάντα κατά τη δικογράφηση της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ουδέποτε τερμάτισαν τη συμφωνία, η οποία και συνομολογήθηκε στις 11.11.1998 με το πρώτο έτος να λήγει στις 31.12.1999, και κατέβαλαν τα δικαιώματα μόνο για τα δύο πρώτα έτη, με αποτέλεσμα η συμφωνία να ανανεώνεται κάθε χρόνο και οι Εναγόμενοι να οφείλουν στην Ενάγουσα τα σχετικά δικαιώματα για τα έτη από 1.1.2001 μέχρι 31.12.
  4. Με ειδικές υποπαραγράφους υπό στοιχεία α - ια, στην παράγραφο 10 της Έκθεσης Απαίτησης, η Ενάγουσα καταγράφει τα δικαιώματα εκάστου έτους τα οποία δεν έχουν καταβληθεί και αφού, τέλος, ισχυρίζεται ότι παρά τις επανειλημμένες ειδοποιήσεις οι Εναγόμενοι παραλείπουν και αρνούνται να εξοφλήσουν τα οφειλόμενα ποσά, ζητά την έκδοση σχετικής απόφασης εναντίον των Εναγομένων. Η υπεράσπιση Οι Εναγόμενοι 1 και 2, στην Υπεράσπισή τους προέβαλαν, υπό στοιχεία (α) και (β), προδικαστικές ενστάσεις στη βάση κατ' ισχυρισμό εφαρμογής της αρχής της «ασυγχώρητης και/ή αδικαιολόγητης παράλειψης» προώθησης της αγωγής (Laches). Προβάλλουν, συναφώς, ότι, λόγω της καθυστέρησης προώθησης της παρούσας αγωγής, οι Εναγόμενοι βρίσκονται σε αδυναμία να υπερασπιστούν την αγωγή καθότι, κατόπιν πυρκαγιάς που ξέσπασε στις 10.11.2004 στο PORTO LATSI καταστράφηκαν διάφορα έγγραφα μεταξύ των οποίων και επιστολή τερματισμού της επίδικης συμφωνίας που απεστάλη προς την Ενάγουσα. Ισχυρίζονται ακόμα ότι, από το 2001, όταν και έπαψαν να καταβάλλουν τα ετήσια δικαιώματά προς την Ενάγουσα, η πρώτη φορά που ενοχλήθηκαν σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα ήταν στις 30.4.2010 μέσω επιστολής των συνηγόρων της Ενάγουσας. Χωρίς επηρεασμό των προδικαστικών ενστάσεών τους, οι Εναγόμενοι αρνούνται τη σύσταση της Ενάγουσας, το δικαίωμά της να διαχειρίζεται, εκ μέρους των δημιουργών τους, τα πνευματικά δικαιώματά τους επί μουσικών και φιλολογικών έργων, καθώς επίσης και ότι εγκαθίδρυσε ως τόπο διεξαγωγής των εργασιών της την Κύπρο. Παρά την άρνηση αυτή, ακολούθως, και χωρίς τούτο να προβάλλεται υπό διαζευκτική μορφή, οι Εναγόμενοι αποδέχονται τη συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης καθώς επίσης και το περιεχόμενό της, πλην όμως ισχυρίζονται ότι, αντισυμβαλλόμενη της Ενάγουσας ήταν μόνο η Εναγόμενη 1 εταιρεία, η οποία είναι και η ιδιοκτήτρια του PORTO LATSI και ότι, η όποια ενέργεια του Εναγόμενου 2 για σκοπούς συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης έγινε υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Εναγόμενης 1 και όχι υπό την προσωπική του ιδιότητα. Ως προς τη θέση της Ενάγουσας ότι ουδέποτε τερματίστηκε η επίδικη σύμβαση και ότι, συνεπεία τούτου, οι Εναγόμενοι οφείλουν τα δικαιώματα για τα έτη από το 2001 μέχρι και το 2011, οι τελευταίοι επαναλαμβάνουν ότι μόνο η Εναγόμενη 1 συμβλήθηκε με την Ενάγουσα και ότι τούτη (η Εναγόμενη 1), ένα περίπου χρόνο μετά την υπογραφή της επίδικης συμφωνίας, απέστειλε στην Ενάγουσα επιστολή που υπέγραψε, εκ μέρους της, ο Εναγόμενος 2, με την οποία πληροφορούσε την Ενάγουσα[1] ότι δεν επιθυμούσε τη συνέχιση της ισχύος της συμφωνίας. Σύμφωνα πάντα με την Υπεράσπιση των Εναγομένων, η Εναγόμενη 1 προέβη στον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας επειδή αντιλήφθηκε ότι η συντριπτική πλειοψηφία των υπολοίπων εστιατορίων και κέντρων αναψυχής δεν υπέγραψαν συμφωνίες παρόμοιες με την επίδικη και η Ενάγουσα δεν έλαβε κανένα μέτρο εναντίον τους για διεκδίκηση σχετικών δικαιωμάτων. Όσον δε αφορά στη μετέπειτα του τερματισμού συμπεριφορά της Εναγόμενης 1, οι Εναγόμενοι 1 και 2 ισχυρίζονται ότι ουδέποτε αναμετάδωσε μουσικά έργα που ανήκουν στο ρεπερτόριο της Ενάγουσας και κατά συνέπεια, πάντα στη βάση των ισχυρισμών των Εναγομένων 1 και 2, ουδέν αντάλλαγμα έλαβαν για να υποχρεούνται να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα. Είναι δε επιπρόσθετη δικογραφημένη θέση των Εναγομένων ότι, η αδράνεια της Ενάγουσας να προβάλει οποιαδήποτε αξίωση από το 2001, που έγινε η τελευταία καταβολή δικαιωμάτων, μέχρι και τις 30.4.2010 που απεστάλη και παραλήφθηκε από τους Εναγόμενους η επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 30.4.2010, αποτελεί απόδειξη ότι η Ενάγουσα είχε αποδεχθεί τον τερματισμό της επίδικης σύμβασης και/ή, εν πάση περιπτώσει, με αυτή τους την αδράνεια άφησαν την Εναγόμενη 1 να πιστεύει, προς βλάβη των συμφερόντων της, ότι δεν θα προέβαλλε καμία απολύτως αξίωση εναντίον της για την επίδικη σύμβαση. Ενόψει των πιο πάνω οι Εναγόμενοι 1 και 2 ζητούν την απόρριψη της αγωγής και την καταδίκη της Ενάγουσας στα έξοδα. Κοινώς αποδεκτά γεγονότα Στη βάση των όσων δηλώθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία, των πιο πάνω δικογραφήσεων, και της αναντίλεκτης ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, τα πιο κάτω γεγονότα δεν τελούν υπό οποιαδήποτε αμφισβήτηση και ευκόλως μπορούν να χαρακτηριστούν ως αποδεκτά. Τούτα έχουν ως ακολούθως: Η Ενάγουσα είναι εταιρεία που ενεγράφη δεόντως στο Ηνωμένο Βασίλειο και η οποία απέκτησε σχετικό πιστοποιητικό από τον Έφορο Εταιρειών της Κυπριακής Δημοκρατίας ώστε να έχει την Κύπρο ως τόπο διεξαγωγής των εργασιών της. Στη βάση δε εκχωρήσεων που έγιναν προς την Ενάγουσα, είτε από τους δημιουργούς μουσικών και φιλολογικών έργων, είτε από εταιρείες και/ή οργανώσεις παρόμοιου τύπου με την Ενάγουσα που εκπροσωπούν και αυτοί δημιουργούς τέτοιων έργων, δύναται, εκ μέρους των δημιουργών, να παρέχει άδειες (έναντι συγκεκριμένων χρηματικών δικαιωμάτων, στη βάση συγκεκριμένου καταλόγου διατίμησης τιμών, καθώς επίσης και στη βάση του τρόπου και/ή μεθόδου μέσω της οποίας θα γίνεται η αναμετάδοσή τους), προς διάφορους επιχειρηματίες και/ή υποστατικά για αναμετάδοση μουσικών έργων που εμπίπτουν στο ρεπερτόριο της Ενάγουσας[2]. Στα πλαίσια της διαχείρισης αυτής, η Ενάγουσα, μέσω της XXXXX Μηλέα (γραμματέα και μετόχου της εταιρείας Ρ. Μ. Σκουφαρίδης & Σια Λτδ, η οποία εταιρεία είναι κυπριακή και προς την οποία η Ενάγουσα εξέδωσε πιστοποιητικό εξειδικευμένου αντιπροσώπου για να την εκπροσωπεί στην Κύπρο), καθώς επίσης και μιας άλλης λειτουργού της, επισκέφθηκαν το PORTO LATSI και εκεί ο Εναγόμενος 2 συμπλήρωσε σχετική αίτηση για έκδοση άδειας μουσικών πνευματικών δικαιωμάτων (τεκμήριο 10). Στη βάση της αίτησης αυτής, η Ενάγουσα, μέσω της κυρίας Μηλέα, εξέδωσε άδεια μουσικών συγγραφικών δικαιωμάτων με ημερομηνία λήξης την 31.12.1999 και με ετήσια δικαιώματα το ποσό ΛΚ159,00, πλέον Φ.Π.Α. (τεκμήριο 11). Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό, για να σημειώσω ότι, είναι στη βάση του περιεχομένου των τεκμηρίων 10 και 11 που οι διάδικοι βασίζουν τις συγκρουόμενες θέσεις τους ως προς την ταυτότητα των συμβαλλομένων της επίδικης σύμβασης. Επανερχόμενος στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, σημειώνω ότι, η Ενάγουσα εισέπραξε δικαιώματα, τόσο για το έτος 1999, όσο και για το έτος 2000 και έκτοτε ουδέν ποσό καταβλήθηκε από οποιοδήποτε εκ των Εναγομένων σε σχέση με την επίδικη συμφωνία. Περί τα τέλη του 2004, το PORTO LATSI υπέστη εκτεταμένες ζημιές λόγω πυρκαγιάς και παρέμεινε κλειστό για διάστημα κάποιων μηνών[3] και κατόπιν σχετικής ανακαίνισης επανήρχισε τη λειτουργία του. Περί τον Απρίλη με Μάη του 2010, απεστάλη επιστολή από τους συνηγόρους της Ενάγουσας, ημερομηνίας 30.4.2010, η οποία και παραλήφθηκε από τους Εναγόμενους, στη βάση της οποίας αξιώνονταν μέρος των αιτούμενων με την παρούσα αγωγή δικαιωμάτων[4]. Οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε εκ του απαιτούμενου ποσού με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να καταχωρήσει την παρούσα αγωγή. Παρεμβάλλω, εκ νέου, στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, αποτελεί διαφιλονικούμενο το κατά πόσο η Ενάγουσα ενόχλησε οποιαδήποτε φορά τους Εναγόμενους μεταξύ των ετών 2001 και 30.4.2010 που απέστειλε την πιο πάνω επιστολή της, καθώς επίσης και το αν η Εναγόμενη 1 απέστειλε, ένα περίπου χρόνο μετά τη συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης, ή έστω αργότερα, επιστολή προς την Ενάγουσα με την οποία να την ενημερώνει ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση της ισχύος της επίδικης σύμβασης. Επανερχόμενος στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, η Ενάγουσα, καθ΄ όλα τα έτη μεταξύ 2001 και 2011, αμφότερα τα έτη περιλαμβανόμενα, κατέβαλλε, στη βάση των σχετικών τιμολογήσεων της για την επίδικη άδεια, προς την οικεία αρχή του Κράτους, Φόρο Προστιθέμενης Αξίας. Για τα μόλις πιο πάνω μη αμφισβητούμενα γεγονότα, προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Τα επίδικα ζητήματα Στη βάση των πιο πάνω αρχικών ευρημάτων μου, καθώς επίσης και των δικογραφήσεων των δύο μερών, τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα είναι τα ακόλουθα: · Ποιοι είναι οι συμβαλλόμενοι της επίδικης σύμβασης; · Οι όποιοι αντισυμβαλλόμενοι της Ενάγουσας (στη βάση της απάντησης του ερωτήματος ανωτέρω), έχουν τερματίσει την επίδικη σύμβαση; Αν ναι, πότε; · Αν η επίδικη σύμβαση έχει τερματιστεί, παρέμεινε οποιοδήποτε οφειλόμενο προς την Ενάγουσα ποσό; · Αν η επίδικη σύμβαση δεν έχει τερματιστεί, κατά πόσο η Ενάγουσα έχει αποδείξει ότι ο/οι αντισυμβαλλόμενος/οι οφείλει/ουν σε αυτήν το απαιτούμενο με την παρούσα αγωγή ποσό ή έστω άλλο ποσό; Ζητήματα όπως εφαρμογή της αρχής της ματαίωσης σύμβασης (frustration), ή διαφορετικού, από τον προνοούμενο στην επίδικη σύμβαση, τρόπου αναμετάδοσης μουσικών έργων από την Εναγόμενη 1, ή, ζητήματα δόλου ή απάτης κατά την εξασφάλιση της υπογραφής του Εναγόμενου 2, τόσο επί της αίτησης για απόκτηση της άδειας (τεκμήριο 10), όσο και επί της εκδοθείσας άδειας (τεκμήριο 11), ή, τέλος ζητήματα περί εφαρμογής της αρχής του non-est-factum στη βάση ισχυρισμού του Εναγόμενου 2 ότι δεν ανέγνωσε το περιεχόμενο της επίδικης άδειας προτού το υπογράψει, δεν θα απασχολήσουν το Δικαστήριο ενόψει μη δικογράφησής τους. Πρόκειται για ειδικές υπερασπίσεις για τις οποίες θα έπρεπε, για να μπορούν να εξεταστούν, να γινόταν ειδική δικογράφηση στην Υπεράσπιση των Εναγομένων, κάτι που δεν έγινε (βλ. Bullen & Leake & Jacobs Precedents of Pleadings σελ. 1102 - ως προς τη ματαίωση σύμβασης, και σελ. 1103 και 1104, ως προς την επίκληση της αρχής του non-est-factum). Επίσης, αν και στην υπεράσπιση των Εναγομένων, υπό μορφή προδικαστικών ενστάσεων, προβλήθηκε η υπεράσπισή της «ασυγχώρητης και/ή αδικαιολόγητης» καθυστέρησης (laches), εντούτοις αυτή δεν προωθήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο κατά τη δίκη, ούτε και στα πλαίσια της αγόρευσης του συνηγόρου τους. Και ορθά κατά τη γνώμη μου, μιας και τέτοιου είδους υπεράσπιση μπορεί να προωθηθεί εκεί που ο Ενάγοντας επιζητεί θεραπεία επί των αρχών της επιείκειας, κάτι που δεν συμβαίνει στην παρούσα αγωγή, μιας και αυτή εδράζεται αποκλειστικά σε κατ' ισχυρισμό παράβαση συμφωνίας. Επίσης, εκεί που μια αγωγή εδράζεται επί νομικής βάσης, για την οποία, νομικώς, προβλέπεται χρονικό διάστημα παραγραφής, δεν είναι δυνατό, προτού παρέλθει το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, να τίθεται θέμα απόρριψης της λόγω καθυστέρησης. (βλέπε Καρπασίτης ν. Σιόκουρου

(2002)1 Α.Α.Δ. 472, Χριστοφίδου ν. Παπαχρυσοστόμου
(2009)1 Α.Α.Δ. 1360 και Α.Η.Κ. ν. Κλεάνθους
(2013)1 Α.Α.Δ. 158). Ακροαματική διαδικασία Η Ενάγουσα, προς υποστήριξη της αγωγής, κάλεσε τη XXXXX Μηλέα (ΜΕ1) και το XXXXX Σκουφαρίδη (ΜΕ2), ενώ οι Εναγόμενοι, προς αναχαίτισή της, τον Εναγόμενο
  1. Συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας που αφορά στα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα ΜΕ1 Σύμφωνα με την ΜΕ1, κατά τη συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης, ο Εναγόμενος 2 υπέγραψε τα τεκμήρια 10 και 11 και υπέδειξε επί του τεκμηρίου 10 (της αίτησης) ως τρόπο αναμετάδοσης της μουσικής στο PORTO LATSI το ραδιομαγνητόφωνο. Για σκοπούς υπολογισμού του ύψους των ετήσιων δικαιωμάτων, αν και ο Εναγόμενος 2 κατέγραψε, αρχικά, μεγαλύτερο αριθμό καθισμάτων, εν τέλει, με την αποδοχή και της ΜΕ1, τούτος περιορίστηκε στα 80 καθίσματα, στη βάση και του δεδομένου ότι η αίτηση αλλά και η άδεια εκδόθηκαν στις 11.11.1998, σε χειμερινή περίοδο, με δυνατότητα εξυπηρέτησης πελατών μόνο σε εσωτερικούς χώρους. Στη βάση του περιεχομένου της αίτησης, πάντα κατά τη ΜΕ1, βλέποντας ότι ο Εναγόμενος 2 κατέγραψε το όνομά του δίπλα από το χώρο που έπρεπε να καταγραφεί το όνομα του Αιτητή, καθώς επίσης και την Εναγόμενη 1 δίπλα από το χώρο που θα έπρεπε να καταγραφεί το όνομα εταιρείας, προχώρησε και εξέδωσε την επίδικη άδεια, τόσο στο όνομα της Εναγόμενης 1, όσο και στο όνομα του Εναγόμενου 2 θεωρώντας αμφότερους αντισυμβαλλόμενους της Ενάγουσας και αδειούχους για αναμετάδοση στο PORTO LATSI μουσικών έργων του ρεπερτορίου της. Η ΜΕ1 δήλωσε γνώστης της ιδιότητας του Εναγόμενου 2 ως διευθυντή και μετόχου της Εναγόμενης
  2. Μέσω της, κατατέθηκε, ως τεκμήριο 12, και μία απόδειξη είσπραξης του συνολικού ποσού των ΛΚ171,72σ. (ΛΚ159,00 ως δικαιώματα, πλέον ΛΚ12,72 ως Φ.Π.Α.) για το πρώτο ετήσιο τέλος. Κατά τη ΜΕ1, ουδέποτε η επίδικη σύμβαση τερματίστηκε από οποιοδήποτε εκ των Εναγομένων και ουδέποτε παραλήφθηκε οποιαδήποτε σχετική επιστολή, ως οι αιτιάσεις των τελευταίων. Είναι δε στη βάση αυτού του δεδομένου που η Ενάγουσα συνέχισε να εκδίδει κάθε χρόνο τιμολόγια στο όνομα των Εναγομένων 1 και 2, τα οποία η ίδια απέστελλε προς αυτούς μέσω ταχυδρομείου στο ταχυδρομικό κιβώτιο που ανεγράφη ως διεύθυνσή τους επί της επίδικης σύμβασης. Ως προς τα τιμολόγια που απεστάλησαν προς τους Εναγόμενους, η ΜΕ1 κατέθεσε ως τέτοια τα τεκμήρια 13 και 14, τα οποία αφορούν στα δύο τιμολόγια που εκδόθηκαν για τα έτη 1999 και 2000, αντίστοιχα, τα οποία και εξοφλήθησαν, και ως τεκμήριο 15, δέσμη τιμολογίων για τα έτη 2001 μέχρι και
  3. Ως προς την εικόνα που παρουσιάζουν τα τιμολόγια που κατατέθηκαν ως τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου, η ΜΕ1 ισχυρίστηκε ότι τούτα δεν παρουσιάζουν τη μορφή που είχαν κατά την έκδοσή τους, μιας και στο μεγαλύτερο μέρος τους τούτα αφορούσαν σε τιμολόγηση σε Λίρες Κύπρου, ως ήταν τότε το νόμισμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, και ότι η σημερινή τους εικόνα, οφείλεται σε αυτόματη μετατροπή τους από το λογισμικό σύστημα που τηρεί η Ενάγουσα. Ενδεικτικά υπέδειξε το τιμολόγιο που αφορά στο 2011 και ειδικότερα το σημείο επ' αυτού όπου κάτω από τον τίτλο «Invoice No.», πριν από τον αριθμό του τιμολογίου, αναγράφεται και ο αριθμός του μήνα έκδοσης (11 - Νοέμβριος), κάτι που δεν συνέβαινε τότε, καθώς επίσης και ότι και το λογότυπο της Ενάγουσας άλλαξε, με αποτέλεσμα επί των αντιγράφων τιμολογίων που κατατέθηκαν τεκμήρια ενώπιον του Δικαστηρίου να φαίνεται το νέο λογότυπο και όχι αυτό που έφερε κατά την αρχική έκδοσή του. Με παραπομπή δε στις σχετικές διατιμήσεις της Ενάγουσας, ανά έτος (τεκμήριο 7), η ΜΕ1, αναφορικά με τους λόγους που παρατηρείται διαφορετική χρέωση δικαιωμάτων κάθε χρόνο, ισχυρίστηκε ότι, τα βασικά δικαιώματα ήταν, για κάθε χρόνο, ΛΚ159,00, και απλά άλλαζαν οι λοιποί μεταβαλλόμενοι παράγοντες που επέφεραν ανάλογη διαφοροποίηση ανά έτος. Ως προς τον ισχυρισμό των Εναγομένων περί τερματισμού της επίδικης σύμβασης, η ΜΕ1 αρνήθηκε τούτο και ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε έλαβε η ίδια, η οποία είναι και το πρόσωπο που καθημερινά έλεγχε και ελέγχει το ταχυδρομείο, οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού από πλευράς των Εναγομένων. Ουδέποτε η ίδια ενημερώθηκε, έστω προφορικά (ή τηλεφωνικά) περί πρόθεσης των Εναγομένων να τερματίσουν την επίδικη σύμβαση. Τουναντίον, πάντα κατά τη ΜΕ1, η εκπρόσωπος της Ενάγουσας που είχε ως βάση την επαρχία Πάφου επικοινωνούσε συστηματικά με τους Εναγόμενους και απαιτούσε από αυτούς την καταβολή των δικαιωμάτων για τα μη εξοφλημένα έτη. Ανέφερε, συναφώς, ότι, αν όντως οι Εναγόμενοι τερμάτιζαν την επίδικη συμφωνία δεν θα υπήρχε κανένας λόγος να εκδίδονται από την ενάγουσα τα τιμολόγια τα οποία ελέγχονταν κάθε μήνα από τα γραφεία της Ενάγουσας στο Λονδίνο. Προς επίρρωση της θέσης της ότι, όχι απλά δεν παραλήφθηκε οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού της επίδικης σύμβασης, αλλά ουδέποτε οι Εναγόμενοι προέβαλαν τέτοια πρόθεση, ισχυρίστηκε ότι, κατά το χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, εκδόθηκαν άδειες για δύο κέντρα αναψυχής συμφερόντων του Εναγομένου 2 (το PORTO LATSI και ένα άλλο στη Πόλη Χρυσοχούς) και ότι, δύο περίπου χρόνια μετά την έκδοση των άδειών, ο Εναγόμενος 2 ενημέρωσε τη ΜΕ1 ότι το κέντρο στην Πόλη Χρυσοχούς έπαψε να λειτουργεί και συνεπεία τούτου, ακυρώθηκε η σχετική με αυτό άδεια. Προέβαλε, συναφώς, τη θέση ότι, αν πρόθεσή του Εναγομένου 2 ήταν να τερματίσει την επίδικη σύμβαση, θα την ενημέρωνε σχετικά κατ' εκείνη τη συνομιλία τους. ΜΕ2 Ο ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι είναι ο διευθυντή της Ρ. Μ. Σκουφαρίδης & Σια Λτδ, η οποία εκπροσωπεί την Ενάγουσα στην Κύπρο και ότι τα τιμολόγια της τελευταίας εκδίδονται με βάση το λογισμικό σύστημα που τηρεί η Ενάγουσα, σύστημα το οποίο κλείνει κάθε τρεις μήνες και δεν επιτρέπει την οποιαδήποτε παρέμβαση και/ή αλλοίωση του περιεχομένου, παρά μόνο αν ανοίξει τούτο (το σύστημα) από το Λονδίνο. Ουδέποτε έγινε τέτοιο άνοιγμα αναφορικά με τα τιμολόγια των Εναγομένων τα οποία εκδίδονταν κάθε χρόνο, ανελλιπώς. Βρισκόμενος αντιμέτωπος με ερώτηση του συνηγόρου των Εναγομένων σε σχέση με την αρίθμηση των τιμολογίων που καταγράφονται επί του τεκμηρίου 16 (δέσμη εννέα εγγράφων που ο ΜΕ2 εκτύπωσε από τον ηλεκτρονικό υπολογιστή της Ενάγουσας σε σχέση, μεταξύ άλλων, και με τις επίδικες τιμολογήσεις), ισχυρίστηκε ότι, καμία σχέση έχει ο ίδιος με τον τρόπο που λειτουργεί το σύστημα και ότι καμία παρέμβαση έγινε από αυτόν σ' αυτό, και ότι, κάθε προσπάθεια εκτύπωσης των εγγράφων - τεκμήριο 16, θα έχει ως αποτέλεσμα να εκτυπωθούν τα ίδια απαράλλακτα έγγραφα ως το τεκμήριο
  4. Με βάση δε το περιεχόμενο του εν λόγω τεκμηρίου, υπέδειξε ότι η Ενάγουσα κάθε χρόνο κατέβαλλε, προς την οικεία αρχή του Κράτους, φόρο προστιθέμενης αξίας για κάθε τιμολόγιο που εξέδιδε σε σχέση με την επίδικη συμφωνία μέχρι και το
  5. Ανέφερε δε ότι, με εξαίρεση μια καταγραφή η οποία αφορά στο Δήμο Λεμεσού, οι λοιπές καταγραφές, επί του τεκμηρίου 16, που είναι τονισμένες με κίτρινο χρώμα αφορούν στην επίδικη σύμβαση. Ως προς το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο, εκ μέρους της Ενάγουσας, να αποστέλλει τα τιμολόγια στους πελάτες της, υπέδειξε τη ΜΕ1, εκφράζοντας επίσης τη θέση ότι τα επίδικα τιμολόγια όντως απεστάλησαν από αυτήν προς τους Εναγόμενους. Ισχυρίστηκε και αυτός ότι, προ της καταχώρησης της αγωγής ή ακόμα και της σχετικής εντολής προς τους δικηγόρους της, η Ενάγουσα, προέβη σε προσπάθειες, μέσω πολυάριθμων τηλεφωνικών επικοινωνιών, αλλά και επισκέψεων των επιθεωρητών της Ενάγουσας στο PORTO LATSI για να εισπραχθούν τα καθυστερημένα δικαιώματα. Ως τέτοιο αντιπρόσωπο της Ενάγουσας, υπέδειξε και αυτός ο μάρτυρας τη λειτουργό της κας Παπαδοπούλου, που είχε ως βάση την επαρχία Πάφου, η οποία συνόδευσε την ΜΕ1 κατά την συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης. Ως προς τον τρόπο με τον οποίο είναι δυνατόν ο πελάτης της Ενάγουσας να τερματίσει μια σύμβαση ως η επίδικη, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι, παρά την αναγραφόμενη επί των όρων της άδειας ειδική μέθοδο τερματισμού, οι οδηγίες που έχει η εταιρεία του από την Ενάγουσα είναι όπως αποδέχεται τον όποιο τερματισμό ο οποίος γίνεται γραπτώς, ανεξαρτήτως αν η όποια τέτοια επιστολή είναι ή όχι συστημένη και ανεξαρτήτως του αν τούτη απεστάλη ένα τουλάχιστον μήνα προ της λήξεως της τρέχουσας άδειας. Η ανάγκη δε γραπτού τερματισμού, πάντα με βάση τα λεγόμενα του ΜΕ2, προκύπτει λόγω του σχετικού ελέγχου στον οποίο υπόκειται η εταιρεία του από την Ενάγουσα. Τέλος, σε υποβολή που του τέθηκε ότι η Εναγόμενη 1 δεν όφειλε να ειδοποιήσει την Ενάγουσα περί της πυρκαγιάς κατά το έτος 2004 καθ' ότι είχε ήδη τερματίσει την επίδικη σύμβαση, ο ΜΕ2 ισχυρίστηκε ότι αν όντως η επίδικη σύμβαση τερματίστηκε δια επιστολής των Εναγομένων, τούτη (η επιστολή) θα λαμβανόταν από την Ενάγουσα, κάτι που δεν έγινε. Εναγόμενος 2 Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε συμβλήθηκε με την Ενάγουσα για έκδοση της επίδικης άδειας υπό την προσωπική του ιδιότητα και ότι οι όποιες ενέργειές του ώστε να εκδοθεί τούτη, έγινε υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Εναγόμενης 1, η οποία είναι και η ιδιοκτήτρια του PORTO LATSI. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, μετά που καταβλήθηκαν τα δικαιώματα για το 2000, ενημερώθηκε από επιχειρηματίες της περιοχής, οι οποίοι διατηρούσαν κέντρα αναψυχής, ότι, στην πλειοψηφία τους, δεν είχαν συμβληθεί με την Ενάγουσα για απόκτηση άδειας, ως η επίδικη, και ότι δεν είχαν οποιεσδήποτε επιπτώσεις από την παράλειψή τους αυτή. Ενημερώθηκε ακόμα ότι, μόνο 4 - 5 τέτοιοι επιχειρηματίες συμβλήθηκαν σχετικά με την Ενάγουσα. Θεωρώντας ότι ήταν εντελώς άδικο να καταβάλλει κάθε χρόνο δικαιώματα προς την Ενάγουσα, ενώ η πλειοψηφία των λοιπών επιχειρηματιών που διατηρούσαν κέντρα αναψυχής να μην το πράττουν, ο Εναγόμενος 2 επικοινώνησε τηλεφωνικά με τα γραφεία της Ενάγουσας, και αφού πρώτα ενημέρωσε περί της πρόθεσής του να τερματίσει την επίδικη σύμβαση, ζήτησε και ενημερώθηκε ως προς τον τρόπο που μπορούσε να επέλθει αυτός ο τερματισμός. Η σχετική δε ενημέρωση της οποίας έτυχε ήταν ότι θα έπρεπε να αποστείλει σχετική επιστολή προς την Ενάγουσα. Στη βάση της ενημέρωσης αυτής ετοίμασε χειρόγραφη επιστολή εκ μέρους της Εναγόμενης 1 (δεν είναι γνώστης και χειριστής της τεχνολογίας και αρέσκεται στο να ετοιμάζει χειρόγραφα τις σημειώσεις του και την αλληλογραφία του) με την οποία ενημέρωνε την Ενάγουσα ότι δεν επιθυμεί τη συνέχιση της ισχύος της επίδικης σύμβασης, την οποία και απέστειλε προς την τελευταία, με κανονικό ταχυδρομείο, στη διεύθυνση που αναγράφεται επί της εκδοθείσας άδειας, τεκμήριο
  6. Έκτοτε, δεν καταβλήθηκαν οποιαδήποτε δικαιώματα προς την Ενάγουσα και η τελευταία ουδέποτε τον ενόχλησε σχετικά μέχρι και την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Ήταν δε η θέση του ότι, η πρώτη στιγμή που έγινε γνώστης ότι η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι δεν τερματίστηκε η επίδικη σύμβαση, ήταν η ημέρα που του επιδόθηκε η αγωγή, αρνούμενος ότι προ της επίδοσης της αγωγής είχε λάβει οποιαδήποτε σχετική επιστολή από την Ενάγουσα ή από τους συνηγόρους της. Επίσης ισχυρίστηκε ότι, ουδέποτε παρέλαβε οποιαδήποτε τιμολόγια της Ενάγουσας αναφορικά με τα έτη 2001 και έπειτα. Ως προς τις χρεώσεις της Ενάγουσας, ως τούτες αποτυπώνονται στα διάφορα τιμολόγια που κατατέθηκαν ως τεκμήρια, τίποτε σχετικό δεν ανέφερε ο Εναγόμενος
  7. Νομική πτυχή Στην πολύ πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου (απόφαση πλειοψηφίας) στην Πολ. Εφ. 42/2013, μεταξύ χχχ Λιπέρη ν. Ecclesiastical Insurance Office plc κ.α., απόφαση ημερομηνίας 19.7.2019, αναφέρθηκαν οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία συμβάσεων. Υποδείχθηκε, συναφώς, ότι, «Ο σκοπός είναι να αποδοθεί στο κείμενο και στις λέξεις που χρησιμοποιούνται η πρόθεση των μερών ώστε να ανευρεθεί εκείνη η σημασία που το κείμενο θα μετέδιδε στο συνετό και λογικό άνθρωπο που κατέχει όλες τις πληροφορίες που θα ήταν λογικά διαθέσιμες στα μέρη στην κατάσταση που αυτά ήταν όταν συνομολογούσαν τη σύμβαση, (Investors Compensation Scheme Ltd v. West Bromwich Building Soc.
(1998)1 W.L.R. 896) Σε περίπτωση όρων στους οποίους εντοπίζονται αντιφάσεις ή αμφιβολίες, ο εφαρμοστέος κανόνας είναι ο κανόνας ερμηνείας του κοινοδικαίου «verba chartarum fortius accipiuntur contra proferentem», ήτοι, τυχόν αμφιβολίες ή ασάφειες επιλύονται εναντίον του μέρους που ετοίμασε το κείμενο. Ο κανόνας είναι συνδεδεμένος με τον άλλο γνωστό κανόνα ότι εκείνος ο διάδικος που βασίζεται σε εξαιρέσεις ή όρους που περιέχουν εξαιρέσεις, μπορεί να επιτύχει μόνο εάν η έννοια που αναδύεται είναι καθαρή ως αποτέλεσμα μιας λογικής ερμηνείας του όρου, (MacGillivray on Insurance Law 11η Έκδ. σελ. 309-311, παρ. 11-033 μέχρι 11-036). Αυτό διότι οι όροι ενός συμβολαίου ετοιμάζονται από τους ίδιους τους ασφαλιστές και έτσι ο κανόνας είναι ότι πρέπει να ερμηνεύονται με αρνητική διάθεση και εναντίον τους, (Raul Colinvaux: The Law of Insurance 5η Έκδ. σελ. 37, παρ. 2-10). Αν και η εκεί σύμβαση αφορούσε σε ασφαλιστικό συμβόλαιο, το Εφετείο, στην απόφασή του, υπέδειξε ότι κάθε ασφαλιστική σύμβαση θα πρέπει να ερμηνεύεται ως κάθε άλλη εμπορική ή καταναλωτική σύμβαση. Χρήσιμο ακόμα κρίνεται, να παρατεθούν και οι νομολογιακές αρχές σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 73
(1)του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149[5], και τούτο συνεπεία της νομικής βάσης της παρούσας αγωγής. Εκείνο που προκύπτει από την σχετική με το θέμα νομολογία είναι ότι, η αποζημίωση που επιδικάζεται υπέρ του αναίτιου συμβαλλόμενου, αφορά τη ζημιά, η οποία προέκυψε φυσιολογικά κατά τη συνήθη ροή των πραγμάτων ή τη ζημιά, που οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν, κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης, ότι θα προέκυπτε, ως φυσιολογικό αποτέλεσμα της παράβασης. Η δε συνισταμένη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων, είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους, ώστε τούτο να βρεθεί στη θέση που θα βρισκόταν αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη της σύμβασης. Κατά κανόνα, τούτο επιτυγχάνεται με την επιδίκαση τέτοιου ύψους αποζημιώσεων που κατά τη λογική πρόβλεψη, κατά το χρόνο εκτέλεσης της σύμβασης, θα προέκυπταν ως αποτέλεσμα της διάρρηξης της συμφωνίας. Αναφέρθηκε ακόμα ότι, η αποζημίωση έχει την έννοια της αποκατάστασης εκείνης της απώλειας ή της ζημιάς που στην πραγματικότητα υπέστη το αθώο μέρος. Τέλος, ως προς το χρόνο υπολογισμού της ζημιάς, αποφασίστηκε ότι «(η) έκταση της ζημιάς την οποία είναι πιθανό να υποστεί το αθώο μέρος, είναι συνήθως διακριτέα κατά το χρόνο της διάρρηξης. Οι επιπτώσεις από την διάρρηξη καθίστανται γνωστές κατά το χρόνο της διάρρηξης. Έτσι συνήθως η ζημιά υπολογίζεται κατά το χρόνο της διάρρηξης» (βλέπε George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes ltd κ. α.
(1997)1 ΑΑΔ 199, Μιχαήλ Μουρτζινός ν. πλοίου «Galaxias» κ.α.
(1997)1 ΑΑΔ 80, Αλπάν (Αδελφοί Τάκοι) Λτδ κ.α. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου
(1996)1 ΑΑΔ 679, Ηλίας Αριστοδήμου ν. Τάκη Χαραλάμπους
(1990)1 ΑΑΔ 319, Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Noephytos
(1982)1 C.L.R. 499, Charalambous v. Vakana
(1982)1 C.L.R. 310, Markou v. Michael 19 C.L.R. 282 και Johnson v. Agnew [1979], 1 Αll E.R. 883). Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ1 Η ΜΕ1, γενικά μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Θεωρώ ότι στο Δικαστήριο ήλθε με μόνο σκοπό να πει την αλήθεια. Οι σχετικές με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα, θέσεις της, ήταν σαφείς και προωθήθηκαν με αμεσότητα και χωρίς ίχνος προσπάθειας υπεκφυγής ή ενδοιασμού. Παρά της έντονης αντεξέτασης που έτυχε, η αξιοπιστία της δεν κλονίστηκε σε κανένα στάδιο της μαρτυρίας της. Τη μαρτυρία της, στο βαθμό που τούτη αφορά σε γεγονότα, την αποδέχομαι στο σύνολό της. Δεν μπορώ ωστόσο να αποδεχθώ, ως δεδομένη, τη θέση της ότι αντισυμβαλλόμενοι με την Ενάγουσα για σκοπούς έκδοσης της επίδικης άδειας ήταν και οι δύο Εναγόμενοι. Η θέση της αυτή προωθήθηκε υπό μορφή γνώμης και όχι γνώσης και εντελώς γενικά και αόριστα. Ως η ΜΕ1, σχετικά, ανέφερε, για σκοπούς συμπλήρωσης των κενών επί της εκδοθείσας άδειας, ειδικότερα αναφορικά με τα άτομα προς όφελος των οποίων εκδόθηκε, απλά έλαβε υπόψη τις συμπληρώσεις του Εναγόμενου 2 επί της αίτησης, τεκμήριο 10. Κατά τη ΜΕ1, θεωρώντας η ίδια ότι οι συμπληρώσεις που έγιναν από τον Εναγόμενο 2 επί της αίτησης, τεκμήριο 10, ήθελαν αμφότερους τους Εναγόμενους να αιτούνται να καταστούν δικαιούχοι της επίδικης άδειας, προχώρησε και επί της άδειας, τεκμήριο 11, κατέγραψε ως δικαιούχους και τους δύο. Από τη μαρτυρία της, ωστόσο, ελλείπει οποιοσδήποτε ισχυρισμός που να θέλει, είτε την ίδια, είτε τον Εναγόμενο 2, είτε τη λειτουργό της Ενάγουσας που τη συνόδευε κατά την ημέρα συνομολόγησης της σύμβασης, να έχουν, προ της υπογραφής των τεκμηρίων 10 και 11, συζητήσει οτιδήποτε αναφορικά με το ποιος θα είναι ο αντισυμβαλλόμενος της Ενάγουσας. Κριτής του προσδιορισμού των συμβαλλομένων της επίδικης σύμβασης είναι το ίδιο το Δικαστήριο, το οποίο θα καταλήξει στη σχετική κρίση του στη βάση της ενώπιον του αποδεκτής μαρτυρίας, λαμβάνοντας υπόψη προς τούτο, τις θέσεις που προωθήθηκαν από αμφότερα τα μέρη, με γνώμονα και την όποια αμφισβήτηση των θέσεων αυτών από την άλλη πλευρά, και σίγουρα στη βάση του περιεχομένου της ίδιας της σύμβασης. Επομένως, επί του κατά πόσο η σχετική πεποίθηση της ΜΕ1 είναι ορθή ή όχι, είναι ζήτημα που θα αποφασιστεί από το Δικαστήριο κατωτέρω. ΜΕ2 Ο ΜΕ2 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας. Δεν διατηρώ καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο είπε μόνο την αλήθεια. Φυσικά η μαρτυρία του, ήταν πολύ περιορισμένη. Ωστόσο, επί των υπό αμφισβήτηση επίδικων ζητημάτων, οι θέσεις που προέβαλε ήταν σαφέστατες, πειστικότητες και συνάδουσες με την κοινή λογική, αλλά και με την λογική εξέλιξη των πραγμάτων. Η ειλικρίνειά του ήταν εμφανής καθ' όλη τη διάρκεια που κατέθετε. Ενδεικτικά υποδεικνύω την, άνευ σχετικής, ειδικής, αντεξέτασής του, παραδοχή του περί του ότι η Ενάγουσα του είχε δώσει οδηγίες όπως αποδέχεται τερματισμό των συμβάσεων, ως η επίδικη, με γραπτές επιστολές, έστω και αν τούτες δεν είναι συστημένες, και έστω και αν τούτες απεστάλησαν εντός του τελευταίου μηνός πριν τη λήξη τρέχουσας άδειας, παραδοχή η οποία δεν θα γινόταν αν ο ΜΕ2 σκοπούσε να ψευσθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, πόσο μάλλον όταν, ως συμβαίνει στην παρούσα αγωγή, η κατ' ισχυρισμό επιστολή τερματισμού δεν ήταν συστημένη ως προέβλεπαν οι σχετικές επιταγές του όρου 6
(1)της επίδικης άδειας. Εν πάση περιπτώσει, οι βασικός ισχυρισμός του ΜΕ2 που θέλει την Ενάγουσα να καταβάλλει (για τα επίδικα τιμολόγια), για τα έτη από 2001 και έπειτα φόρο προστιθέμενης αξίας προς την οικεία αρχή του Κράτους δεν αμφισβητήθηκε, ούτε και προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία που να τον θέτει, έστω, εν αμφιβόλω. Κατά συνέπεια, τη μαρτυρία του ΜΕ2, την αποδέχομαι στο σύνολό της. Εναγόμενος 2 Ως προς το κατά πόσο ο ίδιος ήταν ή όχι αντισυμβαλλόμενος της Ενάγουσας στην επίδικη σύμβαση, η θέση του Εναγομένου 2 που τον θέλει να ενεργεί μόνο υπό την ιδιότητα του διευθυντή της Εναγόμενης 1, δεν αμφισβητήθηκε από την άλλη πλευρά, μιας και καμία απολύτως σχετική με αυτό ερώτηση ή έστω υποβολή τέθηκε στον ίδιο κατά την αντεξέτασή του. Κατά συνέπεια, η σχετική με το ζήτημα αυτό μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη, ενώ, ως υποδείχθηκε ανωτέρω, από πλευράς της Ενάγουσας δεν προσκομίστηκε προσδιοριστική, των προθέσεων των μερών, μαρτυρία, παρά μόνο το περιεχόμενο της επίδικης σύμβασης (τεκμήρια 10 και 11), με το οποίο θα ασχοληθώ κατωτέρω. Ως προς την επιστολή τερματισμού και κατά πόσο τούτη απεστάλη ως ο ισχυρισμός των Εναγομένων 1 και 2, η μαρτυρία του Εναγομένου 2 δεν κρίνεται ικανοποιητική για κατάληξη σε σχετικό εύρημα. Και εξηγώ: Ήταν η θέση του Εναγομένου 2 ότι η πυρκαγιά που προκλήθηκε στο PORTO LATSI κατά τους τελευταίους μήνες του 2004, κατέστρεψε το αρχείο εγγράφων του με αποτέλεσμα να αδυνατεί να αποδείξει τον ισχυρισμό του περί αποστολής της επιστολής τερματισμού. Παρά ταύτα, ουδέποτε ισχυρίστηκε ότι ετοίμασε αντίγραφο της επιστολής τερματισμού, η οποία, πάντα κατά τον ίδιο, ετοιμάστηκε από αυτόν χειρόγραφα λόγω μη εξοικείωσης του με την τεχνολογία και γενικά τους ηλεκτρονικούς υπολογιστές. Αν δε ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός του περί μη εξοικείωσής του με την τεχνολογία θεωρηθεί ως δεδομένος, τότε προκύπτει και το εύλογο ερώτημα, πως ετοιμάστηκε το όποιο αντίγραφο της επιστολής; Θυμίζω εκ νέου ότι, ελλείπει από την μαρτυρία του ισχυρισμός περί ετοιμασίας αντιγράφου. Στη προσπάθειά του να πείσει ότι η Ενάγουσα έλαβε γνώση της πρόθεσης της Εναγόμενης 1 να τερματίσει την επίδικη σύμβαση, ο Εναγόμενος 2 ισχυρίστηκε ότι, ουδέποτε, μετά την αποστολή της επιστολής τερματισμού και πριν την επίδοση της παρούσας αγωγής, οχλήθηκε από την Ενάγουσα ή ενημερώθηκε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, περί μη λήψης από αυτή της επιστολής τερματισμού ή περί απαίτησης της να εισπράξει δικαιώματα για τα έτη που έπονται χρονικά της αποστολής της επιστολής τερματισμού. Η θέση του όμως αυτή, συγκρούεται μετωπικά με τη δικογραφημένη παραδοχή αμφοτέρων των Εναγομένων που θέλουν τον ίδιο τον Εναγόμενο 2 να παραλαμβάνει την επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 30.4.2010 με την οποία απαιτείτο από αμφότερους τους Εναγόμενους να εξοφλήσουν τα δικαιώματα για την έκδοση της επίδικης άδειας για τα έτη από 2001 μέχρι και την ημερομηνία που ετοιμάστηκε η επιστολή. Επί τούτου, ήταν έκδηλη η προσπάθεια του Εναγόμενου 2 να αποφύγει να παραδεχθεί ότι η Ενάγουσα ποτέ δεν θεώρησε την επίδικη σύμβαση ως τερματισθείσα και ότι γνωστοποίησε, τόσο στον ίδιο, όσο και στην Εναγόμενη 1, την απαίτησή της για τα μη εξοφληθέντα δικαιώματα. Εν πάση περιπτώσει, ο ισχυρισμός του Εναγομένου 2 περί αποστολής της επιστολής τερματισμού, συγκρούεται και με την αναντίλεκτη θέση της ΜΕ1 (η οποία, όχι απλά δεν αντεξετάστηκε επί του σημείου, αλλά ούτε η πλευρά των Εναγομένων παρουσίασε συγκρουόμενη ή έστω άλλη σχετική μαρτυρία) που θέλει τον Εναγόμενο 2, δύο χρόνια μετά τη συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης, να επικοινωνεί τηλεφωνικά με την Ενάγουσα και να την ενημερώνει περί τερματισμού λειτουργίας άλλου κέντρου αναψυχής δικών του συμφερόντων και να απαιτεί, συνεπεία τούτου, τον τερματισμό της έτερης σύμβασης στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε άδεια, ως η επίδικη, για εκείνο το υποστατικό. Αν πράγματι σκοπός των Εναγομένων ήταν να τερματιστεί η επίδικη σύμβαση, γιατί δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε σχετικό κατά την επικοινωνία αυτή του Εναγομένου 2 με την Ενάγουσα; Πόσο μάλλον όταν τούτη (η επικοινωνία) τοποθετείται χρονικά στο χρόνο που κατά τον Εναγόμενο 2 απεστάλη η κατ' ισχυρισμό επιστολή τερματισμού (αμέσως μετά τη καταβολή των δικαιωμάτων για το 2000, η οποία καταβολή τοποθετείται από την ΜΕ1 τον Νοέμβριο του 2000, και δη δύο χρόνια από τη συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης). Στη βάση της ενώπιον του Δικαστηρίου μη αμφισβητηθείσας από πλευράς των Εναγομένων μαρτυρίας, η Ενάγουσα παρουσιάζεται να εκδίδει τιμολόγια και, στη βάση τους, να καταβάλλει προς την οικεία αρχή του Κράτους φόρο προστιθέμενης αξίας για τα έτη που έπονται χρονικά του 2001, τούτου περιλαμβανομένου, ενέργεια που δεν συνάδει με λήψη επιστολής τερματισμού από το 2000, ως ο Εναγόμενος 2 αιτιάται. Τέλος, η θέση του Εναγόμενου 2 περί αποστολής επιστολής τερματισμού περί το 2000, δεν συνάδει με την πλήρη αδράνεια που παρατηρείται από πλευράς αμφοτέρων των Εναγομένων μετά τη λήψη της επιστολής των συνηγόρων της Ενάγουσας ημερομηνίας 30.4.
  1. Θεωρώ ότι, αν όντως ο σχετικός ισχυρισμός του Εναγομένου 2 ήταν αληθής, μετά τη λήψη της πιο πάνω αναφερόμενης επιστολής των συνηγόρων της Ενάγουσας, τόσο ο ίδιος, όσο και η Εναγόμενη 1 θα αντιδρούσαν και θα προέβαλλαν, προς υπεράσπισή τους, τον ισχυρισμό αποστολής της επιστολής τερματισμού και δεν θα περίμεναν να προβάλουν τούτο μετά την καταχώρηση και επίδοση της παρούσας αγωγής. Για τους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, ο ισχυρισμός του Εναγόμενου 2 ότι, μετά την καταβολή των δικαιωμάτων για την επίδικη άδεια για το έτος 2000, απέστειλε χειρόγραφη επιστολή τερματισμού προς την Ενάγουσα, δεν μπορεί να γίνει δεκτός. Τέλος, υποδεικνύω, δια επαναλήψεως, ότι ο Εναγόμενος 2 δεν προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία, ούτε και προέβαλε οποιοδήποτε θετικό ή άλλως πως ισχυρισμό που να θέτει εν αμφιβόλω την ορθότητα των χρεώσεων των δικαιωμάτων για τα έτη 2001 μέχρι και 2011, που αφορά στην παρούσα αγωγή. Η τελευταία επισήμανσή μου, ουδόλως να εκληφθεί ως μεταφορά του σχετικού βάρους απόδειξης στους ώμους των Εναγομένων, μιας και το βάρος απόδειξης ότι η Ενάγουσα δικαιούται στο αξιωμένο ποσό το φέρει η τελευταία. Τελικά ευρήματα Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας, πέραν των ευρημάτων που προέβηκα στα αρχικά στάδια της παρούσας, προβαίνω και στα ακόλουθα επιπρόσθετα ευρήματα: Η επίδικη σύμβαση είχε ως συμβαλλόμενους την Ενάγουσα και την Εναγόμενη 1 μόνο, με τον Εναγόμενο 2 να ενεργεί μόνο υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της τελευταίας. Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό για να σημειώσω ότι, πέραν της αναντίλεκτης επί τούτου θέσης του Εναγόμενου 2, την οποία και αποδέχθηκα, ούτε το περιεχόμενο της σύμβασης μπορεί να αποτελέσει ασφαλή βάση για αποδοχή της θέσης της Ενάγουσας ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν επίσης αντισυμβαλλόμενος της στην επίδικη σύμβαση. Αποτελεί κοινό τόπο των δύο πλευρών ότι η επίδικη σύμβαση είναι γραπτή και οι όροι της απαντούνται, τόσο στην αίτηση (τεκμήριο 10), όσο και στην εκδοθείσα άδεια (τεκμήριο 11). Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το μέρος των τεκμηρίων 10 και 11 που σχετίζεται με την ταυτότητα των συμβαλλομένων, ευκόλως μπορεί να χαρακτηριστεί ως ασαφές και τούτο γιατί, επί της αιτήσεως, τεκμήριο 10, στη θέση «υπογραφή αιτητή», υπέγραψε ο Εναγόμενος 2, χωρίς, ωστόσο, να υποδείξει (το ίδιο το έντυπο παρέχει σχετικές επιλογές) την ιδιότητα υπό την οποία υπογράφει. Κατωτέρω, στη θέση «όνομα εταιρείας» ο Εναγόμενος 2 κατέγραψε το όνομα της Εναγόμενης 1, χωρίς να της προσδώσει την όποια ιδιότητα με το PORTO LATSI, το οποίο καταγράφεται επί του τεκμηρίου 10 ως το υποστατικό για το οποίο ζητείται η έκδοση άδειας από την Ενάγουσα. Τέλος, στη θέση «όνομα αιτητή», ο Εναγόμενος 2 κατέγραψε το ονοματεπώνυμό του. Παρά τις πιο πάνω συμπληρώσεις του Εναγόμενου 2 επί του τεκμηρίου 10, η ΜΕ1, συμπληρώνοντας τα κενά για σκοπούς έκδοσης της επίδικης άδειας (τεκμήριο 11), κάτω από τη θέση «αδειούχος», και δίπλα από τη θέση «όνομα» κατέγραψε μόνο το όνομα της Εναγόμενης 1, ενώ το ονοματεπώνυμο του Εναγόμενου 2 κατεγράφη, από την ίδια, δίπλα από τη θέση «διεύθυνση», μαζί και με το ταχυδρομικό κιβώτιο του Εναγόμενου 2 στην Πόλη Χρυσοχούς και όχι στη περιοχή του PORTO LATSI. Αν τώρα στα πιο πάνω συνυπολογιστεί και το γεγονός ότι στην απόδειξη που εκδόθηκε την ημέρα συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης αναφορικά με τα καταβληθέντα δικαιώματα για το έτος 1999, ως πρόσωπο που φέρεται να καταβάλλει τούτα αναφέρεται μόνο η Εναγόμενη 1, είναι αβίαστα, κατά τη γνώμη μου, που προκύπτει η ασάφεια που παρατηρείται στην επίδικη σύμβαση αναφορικά με τον προσδιορισμό των αντισυμβαλλομένων της Ενάγουσας για την έκδοση της επίδικης άδειας. Με δεδομένο το γεγονός (δικογραφικά προωθείται σχετική παραδοχή από πλευράς των Εναγομένων) ότι η Εναγόμενη 1 είναι αντισυμβαλλόμενη της Ενάγουσας στην επίδικη σύμβαση, και με δεδομένη τη νομική αρχή (βλ. νομική πτυχή ανωτέρω), ότι, εκεί που παρατηρείται ασάφεια ή αμφιβολία ως προς την ερμηνεία περιεχομένου σύμβασης, τούτη (η ασάφεια ή η αμφιβολία) επιλύεται εναντίον του μέρους που ετοίμασε το κείμενο, στην προκείμενη περίπτωση της Ενάγουσας, η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει τη δικογραφημένη θέση της ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν αντισυμβαλλόμενός της στην επίδικη σύμβαση. Επανερχόμενος στα τελικά μου ευρήματα, η Εναγόμενη 1 ουδέποτε τερμάτισε την επίδικη σύμβαση και ουδέποτε κατάβαλε δικαιώματα για τα έτη 2001 και έπειτα. Επίσης ουδέποτε αμφισβήτησε τον τρόπο χρέωσης της Ενάγουσας για τα εν λόγω δικαιώματα παρά το ότι παραλάμβανε, κάθε χρόνο, σχετικό τιμολόγιο της Ενάγουσας. Παρεμβάλλω, επίσης, στο σημείο αυτό, για να σημειώσω ότι, με δεδομένη την αποδοχή της θέσης της ΜΕ1 ότι η ίδια κάθε χρόνο απέστελλε στους Εναγόμενους τιμολόγια για κάθε έτος στο οποίο αφορά η παρούσα αγωγή στο ταχυδρομικό κιβώτιο που η Εναγόμενη 1 υπέδειξε ως διεύθυνση αλληλογραφίας της επί της επίδικης σύμβασης, και με δεδομένη τη θέση του Εναγόμενου 2 ότι ο ίδιος είναι το πρόσωπο που παρελάμβανε όλη την αλληλογραφία που κατέληγε στο ρηθέν ταχυδρομικό κιβώτιο και, τέλος, με δεδομένη την αποδεκτή θέση της ΜΕ1 ότι ουδέποτε επιστράφηκε από το ταχυδρομείο τιμολόγιο ως μη παραληφθέν, κατέληξα στο ανωτέρω εύρημα ότι η Εναγόμενη 1, μέσω του Εναγόμενου 2, λάμβανε κάθε χρόνο γνώση των τιμολογήσεων της Ενάγουσας για τα επίδικα μη καταβληθέντα δικαιώματα. Στρεφόμενος εκ νέου στα τελικά ευρήματά μου, η Εναγόμενη 1 ουδέποτε ενημέρωσε την Ενάγουσα περί επιθυμίας της να τροποποιήσει τους όρους της επίδικης σύμβασης εις τρόπον που να μεταβάλλονται και/ή να διαφοροποιούνται οι διατιμήσεις της Ενάγουσας, με αποτέλεσμα η τελευταία, στη βάση των όρων της επίδικης σύμβασης, να συνεχίζει κάθε χρόνο να προβαίνει σε, ανάλογες των συμφωνηθέντων διατιμήσεων, τιμολογήσεις, καταβάλλοντας προς την οικεία αρχή του Κράτους και το σχετικό φόρο προστιθέμενης αξίας. Στις 30.4.2010, και αφού προηγουμένως, παρά τις διάφορες προφορικές οχλήσεις των λειτουργών της προς τον Εναγόμενο 2 (υπό την ιδιότητά του ως διευθυντής της Εναγόμενης 1) για καταβολή των καθυστερημένων δικαιωμάτων, με τον τελευταίο να αρνείται να τα καταβάλει, οι συνήγοροι της Ενάγουσας συνέταξαν επιστολή με την οποία απαιτούσαν την καταβολή των μέχρι τότε καθυστερημένων δικαιωμάτων, την οποία και απέστειλαν προς τους Εναγόμενους 1 και 2, οι οποίοι και την παρέλαβαν. Η Ενάγουσα, βλέποντας τους Εναγόμενους 1 και 2 να μην ανταποκρίνονται στο τελευταίο αυτό κάλεσμά της, έδωσε οδηγίες στους συνηγόρους της όπως καταχωρήσουν την παρούσα αγωγή πράγμα το οποίο και έπραξαν. Οι τιμολογήσεις της Ενάγουσας για τα έτη 2000 μέχρι και 2011, ήταν ορθές και διενεργήθηκαν στη βάση των σχετικών διατιμήσεων της, και σε συμφωνία με τους όρους της επίδικης σύμβασης, μια και οι σχετικές εξηγήσεις της ΜΕ1 κρίνονται ικανοποιητικές και επαρκείς για το σχηματισμό της κρίσης αυτής. Κατάληξη Στη βάση των τελικών, συνολικών, ευρημάτων μου και με γνώμονα το νομικό πλαίσιο που διέπει τούτα, είμαι της γνώμης ότι η Ενάγουσα κατάφερε να αποδείξει την υπόθεσή της εναντίον της Εναγόμενης 1 και απέτυχε να πράξει τούτο σε σχέση με τον Εναγόμενο
  2. Πιο συγκεκριμένα, κατάφερε να αποδείξει ότι συνομολόγησε την επίδικη σύμβαση με την Εναγόμενη 1, η οποία, κατά παράβαση των όρων τούτης, δεν κατέβαλε τα δικαιώματα για την άδεια αναμετάδοσης μουσικών έργων του ρεπερτορίου της Ενάγουσας για τα έτη 2001 μέχρι 2011, αμφοτέρων των ετών περιλαμβανομένων, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να υποστεί ζημιά ίση με το άθροισμα των δικαιωμάτων που θα λάμβανε αν η σύμβαση εκτελείτο κανονικά και κατά συνέπεια η Ενάγουσα δικαιούται σε ανάλογη θεραπεία. Ως προς τον Εναγόμενο 2, η αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί. Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €3.912,00, πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από 11.11.2011, όταν και καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή, μέχρι εξοφλήσεως. Ως προς τον Εναγόμενο 2, η αγωγή απορρίπτεται. Ως προς τα έξοδα, αναφορικά με την Εναγόμενη 1, τούτα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της πρώτης (της Εναγόμενης 1), ως τούτα θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Ως προς τον Εναγόμενο 2, τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ του και εναντίον της Ενάγουσας ως επίσης θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλην όμως, μόνο ως προς το ένα δεύτερο τούτων, στη βάση του δεδομένου ότι ο Εναγόμενος 2 είχε κοινή εκπροσώπηση με την Εναγόμενη
  3. (Υπ.) ...................................... Θ. Θεοδώρου, Ε. Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Μ.Α.Σ. [1] Πρόκειται περί προφανούς τυπογραφικού λάθους η περιγραφή της Ενάγουσας ως «Εναγόμενοι» στην παράγραφο 7 της Υπεράσπισης, ζήτημα με το οποίο ούτε η πλευρά της Ενάγουσας καταπιάστηκε, ούτε και θεώρησε ότι προκαλούσε οποιαδήποτε σύγχυση. [2] Πέραν των δικογραφήσεων στη Υπεράσπιση που θέλουν την Ενάγουσα να νομιμοποιείται να συμβάλλεται για τα επίδικα ζητήματα, τα σχετικά, με τη σύσταση, χώρο διεξαγωγής εργασιών, και δικαίωμα της Ενάγουσας να διαχειρίζεται τα πνευματικά δικαιώματα των δημιουργών μουσικών έργων, τεκμήρια, κατατέθηκαν χωρίς ένσταση και οι μάρτυρες της Ενάγουσας που αναφέρθηκαν σε αυτά δεν αντεξετάστηκαν σχετικά. [3] Κατά την Ενάγουσα είναι άγνωστος ο ακριβής χρόνος που έμεινε εκτός λειτουργίας το PORTO LATSI, πλην όμως εκφράστηκε θέση περί λίγων μηνών, ενώ κατά τους Εναγόμενους, ο ρηθείς χρόνος ήταν 9 - 10 μήνες. [4] Δεν αξιώνονταν δικαιώματα για το 2011 αφού δεν είχε ακόμα, στη βάση της εκδοχής της Ενάγουσας, προκύψει υποχρέωση καταβολής τους. [5] 73.-
(1)Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης. Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.
(2)Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.
(3)Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.