Καϊμης ν. Sharelink Securities and Financial Services Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 714/09, 2/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A392 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 714/09 Μεταξύ: **** Καϊμης Ενάγοντας -και-
- Sharelink Securities and Financial Services Ltd
- **** Φαλέκκος Εναγομένων 2 Σεπτεμβρίου 2019 Για τον Ενάγοντα: κ. Μ. Παναγίδης για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε Για την Εναγόμενη 1: κ. Μ. Ηλιάδης για Τάσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε Για τον Εναγόμενο 2: κ. Χ. Ιωαννίδης για Αγγελίδης, Ιωαννίδης, Λεωνίδου Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Στην παρούσα αγωγή υπάρχει ισχυρισμός ότι στις 8.9.08 ο Ενάγων και η Εναγόμενη 1 κατήρτισαν Σύμβαση Παροχής Επενδυτικών ή και Παρεπόμενων Υπηρεσιών (Τεκμήριο 1, εφεξής «η σύμβαση») και ότι ο Ενάγων κατέβαλε €100.000 ως το κεφάλαιο επί του οποίου θα εφαρμοζόταν η σύμβαση. Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι χωρίς ο ίδιος να έχει οποτεδήποτε δώσει εντολές για δοσοληψίες, περί τον Ιανουάριο του 2009 προέκυψε ότι ο Εναγόμενος 2 πλαστογραφούσε εντολές πληρωμών και χρηματιστηριακών πράξεων, παρουσιαζόμενες αναληθώς ότι έφεραν την υπογραφή του (Ενάγοντος), με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά. Αυτή συνίσταται στη διαφορά μεταξύ του αρχικού κεφαλαίου μείον την πραγματική αξία του χαρτοφυλακίου του κατά τον τερματισμό, στις 4.2.09, για τις οποίες η Εναγόμενη 1 καθίσταται εκ προστήσεως υπεύθυνη και τις οποίες ο Ενάγων αξιώνει, όπως και την αξία του χαρτοφυλακίου του κατά τον τερματισμό, συν τιμωρητικές αποζημιώσεις. Υπεράσπιση Εναγομένης 1 Η Εναγόμενη 1 παραδέχεται την υπογραφή της σύμβασης αλλά ως προς τους όρους της παραπέμπει στο περιεχόμενο της, αρνούμενη ότι ανέλαβε την παροχή υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου και υποστηρίζοντας ότι ο ίδιος ο Ενάγων παρέμενε αποκλειστικά υπεύθυνος για οποιαδήποτε στρατηγική, συναλλαγή ή επένδυση. Δέχεται όμως ότι εργοδοτούσε τον Εναγόμενο 2 με καθήκοντα την κατανομή κεφαλαίων. Η Εναγόμενη 1 λάμβανε εντολές υπογεγραμμένες από τον Ενάγοντα, ο οποίος κατά την ίδια θα πρέπει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του για πλαστογραφίες. Η ίδια ουδεμία δόλια ή παράνομη ή αμελή συμπεριφορά έχει επιδείξει και ο Ενάγων ουδεμία ζημιά έχει υποστεί. Οποιεσδήποτε ενέργειες του Εναγόμενου 2 ήταν για δικούς του σκοπούς. Δέχεται επίσης την αλληλογραφία και τον τερματισμό της σύμβασης. Σε περαιτέρω Υπεράσπιση της η Εναγόμενη 1 προέβαλε ότι ο Εναγόμενος 2 σε ποινική υπόθεση παραδέχθηκε αδικήματα τα οποία σχετίζονται άμεσα ή και έμμεσα με την παρούσα υπόθεση. Η παραδοχή του αυτή δεικνύει ότι αυτός λάμβανε πρωτοβουλίες χωρίς να ενημερώνει ή συμβουλεύεται την Εναγόμενη 1 ή και εν αγνοία της. Υπεράσπιση Εναγομένου 2 Στη δική του υπεράσπιση ο Εναγόμενος 2 δέχεται ότι εργοδοτείτο ως σύμβουλος επενδύσεων αλλά και ότι εκτελούσε χρέη διαχειριστή χαρτοφυλακίων στην Εναγομένη 1, στην οποία ο Ενάγων διατηρούσε χρηματιστηριακό λογαριασμό και λάμβανε τακτικές καταστάσεις λογαριασμού για τις χρηματιστηριακές πράξεις και ή τις αποδόσεις των επενδύσεων του, στοιχεία τα οποία οι πελάτες παρακολουθούσαν και μέσω διαδικτύου, πέραν της άμεσης τηλεφωνικής εξυπηρέτησης. Όλοι δε οι πελάτες υπέγραφαν πληρεξούσιο έγγραφο. Ο ισχυρισμός του Ενάγοντος ότι για τρεις μήνες δεν υπέγραψε εντολές είναι εκτός πραγματικότητας ενώ η Εναγόμενη 1 προσπάθησε να επισύρει ευθύνες επί των ώμων του Εναγομένου
- Ειδοποιήσεις Συνεναγομένων Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρισαν εκατέρωθεν Ειδοποιήσεις Συνεναγομένων. Στην τροποποιηθείσα Έκθεση Απαίτησης της εναντίον του, η Εναγόμενη 1 καταλογίζει στον Εναγόμενο 2 ότι χωρίς καμιά εξουσιοδότηση της αυτός επιδόθηκε σε πράξεις παράνομες ενάντια στα συμφέροντα της, ήτοι πλαστογράφησε υπογραφές, παραποίησε καταστάσεις λογαριασμών και απέστειλε ψευδείς πληροφορίες σε πελάτες, με αποτέλεσμα να προκαλέσει ζημιές στην ίδια (την Εναγόμενη 1). Ως εκ τούτου αξιώνει από τον ίδιο καταβολή οποιωνδήποτε ποσών επιδικαστούν προς όφελος του Ενάγοντος. Ο Εναγόμενος 2 στην Υπεράσπιση του απέναντι στην Εναγομένη 1 ισχυρίζεται ότι δεν διέπραξε οποιαδήποτε παράνομη πράξη, καθώς και ότι ακολουθούσε πιστά τις οδηγίες της. Να σημειωθεί πως ο ίδιος δεν προώθησε περαιτέρω τη διαδικασία εναντίον της συνεναγομένης του, μη εκδίδοντας τη σχετική κλήση για οδηγίες ως προς τα δικόγραφα τους. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της ο Ενάγων κάλεσε δύο μάρτυρες και οι Εναγόμενοι από ένα. Ο Μ.Ε.1 κ. Α. Καϊμης υιοθέτησε κατ' αρχάς τη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο 1 και παρουσίασε διάφορα αναφερόμενα σε αυτήν έγγραφα ως Τεκμήρια 1-
- Μεταξύ άλλων στη δήλωση του αναφέρεται στη γνωριμία του με τον Εναγόμενο 2, στον καταρτισμό της επίδικης σύμβασης ημερ. 8.9.08 και στην καταβολή του ποσού των €100.000, προβάλλοντας ότι είχε από τότε καταστήσει σαφές πως η Εναγόμενη 1 δεν θα προέβαινε σε οποιαδήποτε δοσοληψία χωρίς την προηγούμενη έγκριση του ιδίου. Λίγους μήνες αργότερα, με αφορμή κάποια δημοσιεύματα, ζήτησε να δει τον φάκελο του οπότε διαπίστωσε ότι υπήρχαν συναλλαγές για τις οποίες δεν είχε δώσει ποτέ εντολές και ότι το ποσόν των €100.000 είχε εξανεμιστεί. Ζήτησε και έλαβε αντίγραφα εγγράφων και διαπίστωσε ότι η υπογραφή του ευρίσκετο επί κάποιων σελίδων, καθώς και ότι πλαστογραφούντο εντολές πληρωμών και χρηματιστηριακών πράξεων. Ζήτησε αποκατάσταση της ζημιάς του και όταν η Εναγόμενη 1 αρνήθηκε, ο ίδιος τερμάτισε τη σύμβαση στις 4.2.09, οπότε η Εναγόμενη 1 του επέστρεψε ποσόν €663.24 ως αντιστοιχούν στην αξία του χαρτοφυλακίου του κατά τον τερματισμό, με αποτέλεσμα να έχει υποστεί ζημιά ίση με τη διαφορά από το αρχικό κεφάλαιο (€99.336,76). Αντεξεταζόμενος από τον κ. Ηλιάδη αναφέρθηκε στις συνθήκες γνωριμίας του με τον Εναγόμενο 2 και στην απόφαση του να επενδύσει για να κερδίσει, διευκρινίζοντας ότι στο Τεκμήριο 1 και στα Παραρτήματα του δεν ήταν όλες οι μονογραφές δικές του. Προσέθεσε πως όταν πήγε στον Εναγόμενο 2, για υπογραφές, δεν συμπλήρωσε κάτι ο ίδιος (ο Ενάγων) αλλά εκείνος του έδωσε δέσμη εγγράφων για υπογραφή. Απέκλεισε το να ήταν ιδιοκτήτης συγκεκριμένων μετοχών κατά την υπογραφή της επίδικης σύμβασης. Επέμεινε ότι δεν πήρε ποτέ καταστάσεις λογαριασμού, ότι δεν γνώριζε οποιαδήποτε κίνηση και ότι θεωρούσε πως τα χρήματα ευρίσκοντο εκεί για μακροχρόνια επένδυση, αρνούμενος ότι έδωσε οποιαδήποτε εντολή. Δεν ενθυμείτο ότι υπέβαλε γραπτό παράπονο στην Εναγόμενη 1 μετά τη σύλληψη του Εναγομένου
- Αρνήθηκε ότι αφορμή για τέτοιο παράπονο ήταν κάποιο μήνυμα του Εναγομένου 2 στις 12.1.09 για ζημιές στο χαρτοφυλάκιο και δεν ενθυμείτο να είχε λάβει τέτοιο μήνυμα. Όταν επισκέφθηκε την Εναγόμενη 1 κατά το 2009 τού είχαν αναφέρει για Σχέδιο Αποζημίωσης αλλά ήθελε να μιλήσει με τον δικηγόρο του, πράγμα που έπραξε αργότερα καθορίζοντας με εκείνον την πορεία του. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Ιωαννίδη αρνήθηκε ότι λάμβανε μηνιαίες καταστάσεις ή ότι έλαβε κατάσταση λογαριασμού με διπλοσυστημένη επιστολή τον Δεκέμβριο του 2008 ή ότι έλαβε ειδοποίηση από το ΧΑΚ για μεταφορά και πώληση μετοχών τριών εταιρειών ή ότι ευρίσκετο σε επικοινωνία με τον Εναγόμενο 2 ή άλλον λειτουργό της Ενάγουσας κατά τους μήνες Σεπτέμβριο 2008 έως Ιανουάριο του
- Επίσης αρνήθηκε ότι κατά τον Σεπτέμβριο του 2008 είχε διαβάσει όλα τα έγγραφα και ότι γνώριζε ότι θα επένδυε σε ένα πολύπλοκο επενδυτικό προϊόν. Ο Μ.Ε.2 κ. Α. Παναγιώτου, δικαστικός γραφολόγος παρουσίασε το βιογραφικό σημείωμα του ως Έγγραφο 2 και αναγνώρισε το Τεκμήριο 15 ως δική του έκθεση σχετικά με τη γραφολογική εξέταση διαφόρων εγγράφων τα οποία τέθηκαν στη διάθεση του κατά το
- Εξήγησε πως στα έγγραφα αυτά εντόπισε 17 σημεία με γνήσιες υπογραφές του Ενάγοντος και 70 σημεία στα οποία οι υπογραφές δεν ανήκουν κατά τη γνώμη του στον Ενάγοντα. Κατά την προφορική μαρτυρία του εξήγησε τη μεθοδολογία του και το αποτέλεσμα της έρευνας του. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Ηλιάδη δέχθηκε ότι δύο εκ των υπογραφών που του είχαν δοθεί ήταν από φωτοτυπημένα έγγραφα ενώ οι υπόλοιπες ήταν από πρωτότυπα έγγραφα. Κατά την αντεξέταση του από τον κ. Ιωαννίδη τού υπεβλήθη ότι κατέληξε σε συμπεράσματα ανομοιότητας, κάτι το οποίο δεν καλύπτεται από την εμπειρογνωμοσύνη του. Ο Μ.Ε.2 επέμενε ότι λόγω των διαφορών που εντοπίζονται μπορούσε να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι υπογραφές στα 70 σημεία δεν ανήκαν στον Ενάγοντα. Επέμεινε στη θέση του ότι όταν ο ειδικός έχει την εμπειρία και τις γνώσεις δεν μπορεί να τον ξεγελάσει κακόβουλα ο δότης δειγμάτων, καθώς και στο ότι είναι εντός πρακτικής να καταλήγει ένας ειδικός πως κάποιες υπογραφές ανήκουν σε διαφορετικό πρόσωπο. Ο Μ.Υ.1
(1)κ. Α. Μυτιληναίος, οικονομικός διαχειριστής του ομίλου SFS στον οποίο ανήκει η Εναγόμενη 1, παρουσίασε γραπτή δήλωση του, ως Έγγραφο 3. Σε αυτή αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην εργοδότηση του Εναγομένου 2, στα καθήκοντα του και στις διαδικασίες αποστολής καταστάσεων λογαριασμού στους πελάτες, εξηγώντας ότι περί τα μέσα Ιανουαρίου του 2009 διάφοροι πελάτες εξέφρασαν παράπονα για διάφορες καταστάσεις που είχαν πάρει από τον Εναγόμενο 2. Μετά από έλεγχο διαπιστώθηκαν περιπτώσεις στις οποίες αυτός είχε προβεί σε παραποίηση εντύπων αλλαγής διεύθυνσης, καθιστώντας τον εαυτό του ως παραλήπτη και όταν έπαιρνε τις καταστάσεις τις παραποιούσε επίσης, παρουσιάζοντας ψεύτικο χαρτοφυλάκιο. Στη συνέχεια αναφέρεται στις ενέργειες της Εναγομένης 1 μετά την πιο πάνω διαπίστωση, μεταξύ των οποίων ήταν οι καταγγελίες σε διάφορα Σώματα και Αρχές, η σύσταση Ειδικής Επιτροπής Διερεύνησης, η διαθεσιμότητα και εν τέλει η απόλυση του Εναγομένου 2 και η καταχώριση αγωγών εναντίον του. Παρόλα αυτά διαφωνεί με τη θέση του Ενάγοντος ότι δεν γνώριζε για τη διενέργεια συναλλαγών στο χαρτοφυλάκιο του αφενός διότι θα ήταν παράλογο να κατέθετε το σεβαστό ποσό των €100.000 το οποίο να έμενε αχρησιμοποίητο και αφετέρου λόγω και των φιλικών σχέσεων εκείνου με τον Εναγόμενο 2. Εν πάση περιπτώσει όμως ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του Εναγομένου 2 η Εναγόμενη 1 απαιτεί συνεισφορά για οποιοδήποτε ποσό τυχόν κληθεί να καταβάλει στον Ενάγοντα. Κατά την προφορική του μαρτυρία παρουσίασε (
- i)κατάσταση λογαριασμού του Ενάγοντος ως Τεκμήριο 16, επεξηγώντας τη διαδικασία ενημέρωσης των πελατών μέσω καταστάσεων, (
- ii)καταστάσεις χαρτοφυλακίου ως Τεκμήρια 17 και 18, επεξηγώντας το περιεχόμενο τους, (iii) δέσμη εγγράφων εν σχέσει με την πρακτική αλληλογραφίας ως Τεκμήριο 19 και τέλος (
- iv)την ανακοίνωση της Εναγόμενης 1 στον Τύπο ημερ. 16.1.09 ως Τεκμήριο 20, εξηγώντας ότι ο Ενάγων δεν είχε αποταθεί στα Εμπιστεύματα για αποζημίωση. Περαιτέρω αναφέρθηκε στην παγκόσμια οικονομική κρίση του 2008 και στην έννοια του «επιθετικού προφίλ» που είχε επιλέξει ο Ενάγων. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Παναγίδη δέχθηκε πως δεν γνώριζε ο ίδιος κατά πόσον ο γραφολόγος Μ.Ε.2 είχε χρησιμοποιήσει πρωτότυπα έγγραφα ή φωτοτυπίες. Για τον Ενάγοντα είπε πως δεν είχε αποταθεί μέσω της διαδικασίας παραπόνων, απλά ζήτησε κάποια έγγραφα. Ο έλεγχος όμως της Εναγομένης 1 κατέδειξε πως η περίπτωση του δεν είχε σχέση με τις άλλες υποθέσεις και δεν ήταν θύμα παραποίησης. Δήλωσε πως ο Εναγόμενος 2 εργοδοτείτο σε τμήμα το οποίο δεν ασχολείτο με αγοραπωλησίες, αλλά με συμβουλές προς πελάτες, εξ ου και δεν είχε κωδικό για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων. Αναφερόμενος στα Τεκμήρια 16-18 υποστήριξε ότι η ανάλυση χαρτοφυλακίου συνάδει με την κατάσταση μετρητών, το σύνολο των οποίων ήταν €37.843 στις 30.9.08. Είπε ότι για την αποστολή των καταστάσεων ήταν αρμόδιο κάποιο τμήμα της Εναγομένης 1 (Client Services Department), το οποίο ήταν μηχανογραφημένο και δεν υπήρχε θέμα ελέγχου ως προς την ορθότητα του περιεχομένου, αλλά ούτε αποδείξεις αποστολής λόγω του όγκου των καταστάσεων. Εξέφρασε την απορία του για το ότι ο Ενάγων δεν είχε αποταθεί στα Εμπιστεύματα για αποζημίωση, εξηγώντας όμως στη συνέχεια πως η περίπτωση του δεν είχε σχέση με τους επενδυτές που δεν γνώριζαν οτιδήποτε για τις συναλλαγές και πως μπορούσε να αντιληφθεί τους λόγους για τους οποίους η Εναγόμενη 1 δεν είχε αποδεχθεί την περίπτωση για αποζημίωση, καθότι ο Ενάγων είχε λάβει καταστάσεις ημερ. 30.9.08 και 31.12.08 χωρίς να αντιδράσει. Η θέση του ήταν πως δεν μπορούσε να γνωρίζει αν οι εντολές που ευρίσκοντο στον φάκελο του Ενάγοντος ήταν πλαστογραφημένες ή όχι αλλά ισχυρίστηκε πως ο Ενάγων γνώριζε για τις πράξεις στις οποίες προέβη ο Εναγόμενος 2. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Ιωαννίδη δήλωσε μεταξύ άλλων ότι δεν υπήρχε λόγος να ερευνούσαν το 2009 την περίπτωση Ενάγοντος ως προς την παραλαβή καταστάσεων διότι η δηλωμένη διεύθυνση που είχαν ήταν του ίδιου του Ενάγοντος. Υποστήριξε ότι αλλαγές διευθύνσεων παρατηρήθηκαν όχι μόνο για χρηματιστηριακούς λογαριασμούς αλλά και για διαχείριση χαρτοφυλακίου (Asset Management), δηλώνοντας ξανά ότι στην παρούσα δεν υπήρξε αλλαγή διεύθυνσης. Επανέλαβε τη θέση του ότι ο Ενάγων γνώριζε για τις πράξεις που έγιναν. Παρουσίασε κατάσταση δείκτη του ΧΑΚ κατά ημερομηνίες ως Τεκμήριο 21. Ο Εναγόμενος 2 παρουσίασε επίσης γραπτή δήλωση του ως Έγγραφο 4. Σε αυτή υιοθετεί τα δικόγραφα, εξηγεί τα καθήκοντα και τις αρμοδιότητες του και στη συνέχεια αναφέρεται στις δοσοληψίες του Ενάγοντος αναλύοντας το Τεκμήριο 16, τονίζοντας ότι αυτός ανήκε στους πελάτες με χρηματιστηριακό λογαριασμό και παραπέμποντας σε συγκεκριμένες πρόνοιες της σύμβασης, Τεκμήριο 1. Προέβαλε τη θέση πως άλλοι ήταν αρμόδιοι για τη λήψη εντολών και πως ο ίδιος δεν είχε κάποια σχέση ή ευθύνη για το θέμα αυτό ενώ ο Ενάγων ενημερώθηκε με διάφορους τρόπους και είχε τη δυνατότητα παρακολούθησης των συναλλαγών και λήψης άμεσης πληροφόρησης. Κατά τη γνώμη του είναι πρωτοφανής ο ισχυρισμός ότι ο Ενάγων κατέθεσε ένα τέτοιο ποσό (των €100.000) χωρίς να επενδύσει κάπου. Μάλιστα από τις 12.9.18 μετέφερε €50.000 στην πλατφόρμα υψηλού κινδύνου CMC Market. Οι υπόνοιες, οι ισχυρισμοί και τα συμπεράσματα των υπολοίπων για ανάμειξη του ιδίου (του Εναγόμενου 2) σε πλαστογραφημένες εντολές είναι αυθαίρετα και ανυπόστατα. Η οποιαδήποτε απώλεια στο χαρτοφυλάκιο του Ενάγοντος είναι αποτέλεσμα της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Στα πλαίσια της δήλωσης του παρουσίασε ανακοίνωση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ημερ. 4.2.09 ως Τεκμήριο 22. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Παναγίδη αρνήθηκε ότι κατά την υπογραφή του Τεκμηρίου 1 ήταν παρών μόνον ο ίδιος και ο Ενάγων, υποδεικνύοντας υπογραφή του κ. Χ. Παπανικολάου σε Παράρτημα του εγγράφου. Ήταν η θέση του πως υπεύθυνος για τον Ενάγοντα ήταν ο χρηματιστής Μ. Λουκά, δεχόμενος όμως ότι προέβαινε και ο ίδιος σε χρηματιστηριακές πράξεις για κάποιους πελάτες του Wealth Management. Συμφώνησε ότι οι εντολές θα ήταν είτε γραπτές είτε προφορικές και επέμεινε ότι περί τα τέλη του 2008 όλοι είχαν παραλάβει διπλοσυστημένη επιστολή με τις καταστάσεις των λογαριασμών τους, θεωρώντας απίθανο να μην είχε λάβει και ο Ενάγων από το αρμόδιο Τμήμα. Αντεξεταζόμενος από τον κ. Ηλιάδη δέχθηκε ότι δίδοντο πολλές φορές και προφορικές εντολές από τα τηλέφωνα και ότι ίσως κάποια φορά να διαβίβασε και ο ίδιος (ο Εναγόμενος 2) τέτοιου είδους εντολή σε χρηματιστή. Δέχθηκε ότι τιμωρήθηκε σε ποινική υπόθεση για πλαστογραφία αλλά αρνήθηκε ότι σχετίζεται με την παρούσα τονίζοντας ότι μετά τις ανακοινώσεις της Εναγομένης 1 κάποιοι θέλησαν να το εκμεταλλευτούν λόγω της τεράστιας πτώσης των χρηματιστηριακών αγορών την εποχή εκείνη. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Έχω παρακολουθήσει με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία και αξιοπιστία τους, προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων επί των γεγονότων. Αναμφίβολα σημαντικό μέρος αυτών προκύπτει ως παραδεκτό ή αναντίλεκτο υπόβαθρο μεταξύ των διαδίκων, στοιχείο το οποίο θα διαφανεί μέσα από την παράθεση που ακολουθεί. Όσον αφορά την ουσία της υπόθεσης και παρά τις κάποιες ατυχείς παλινδρομήσεις κυρίως από πλευράς Ενάγοντος για το θέμα των υπογραφών, εν τέλει συνιστά κοινό υπόβαθρο πως περί τον Σεπτέμβριο του 2008 καταρτίστηκε σύμβαση μεταξύ Ενάγοντος και Εναγομένης 1, στη βάση της οποίας ο Ενάγων κατέβαλε τις €100.000, οπότε ανοίχθηκε ο λογαριασμός υπ' αρ. .7475 για την παρακολούθηση των μετρητών, των συναλλαγών και γενικά της κατάστασης του χαρτοφυλακίου. Δεν αμφισβητείται από οποιονδήποτε διάδικο ή μάρτυρα πως η κίνηση του λογαριασμού και η διακύμανση του χαρτοφυλακίου ήταν ως παρατίθεται στο Τεκμήριο 16 από το οποίο συνοπτικά συνάγονται τα εξής: - Ο λογαριασμός ανοίχθηκε στις 9.9.08 με την κατάθεση των €100.000 που είχε καταβάλει ο Ενάγων στον Εναγόμενο 2 κατά την υπογραφή της σύμβασης στις 8.9.08. - Οι αγορές τίτλων άρχισαν στις 11.9.08, οι πωλήσεις στις 12.9.08 και οι αγοραπωλησίες συνεχίστηκαν μέχρι τις 28.11.08, οπότε πραγματοποιήθηκαν συνολικά 35 αγορές και 15 πωλήσεις αξιών. - Στις 12.9.08 στάληκαν €50.000 στη CMC Market Plc και στις 22.10.18 στάληκαν άλλες €5.000 στην ίδια εταιρεία η οποία ασχολείται με επενδύσεις σε παράγωγα (CFD). Ούτε αμφισβητείται ότι κατά τον Ιανουάριο του 2009 η Εναγόμενη 1 με αφορμή κάποια παράπονα πελατών προέβη σε καταγγελία στην Αστυνομία, έθεσε σε διαθεσιμότητα τον Εναγόμενο 2 και προέβη επίσης σε ανακοίνωση στον τύπο στις 16.1.09. Οι ακριβείς ημερομηνίες καθώς και άλλες ενέργειες της είναι ως έχουν καταγραφεί στην εν λόγω ανακοίνωση, Τεκμήριο 20, το οποίο έχει ως εξής: ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ «Η εταιρεία Shareling Securities & Financial Services Ltd (η «Εταιρεία»), στις 13 Ιανουαρίου 2009, κατάγγειλε στην Αστυνομία και ενημέρωσε, στις 14 Ιανουαρίου 2009, την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ότι έθεσε σε διαθεσιμότητα τον λειτουργό του τμήματος Wealth Management .. Φαλέκο μόλις υπέπεσε στην αντίληψη της πως ο συγκεκριμένος λειτουργός ενδεχομένως να παραποιούσε έντυπα ή και έγγραφα της Εταιρείας. Ταυτόχρονα η Εταιρεία σύστησε ειδική επιτροπή από ανώτερα στελέχη της και ξεκίνησε εσωτερικό έλεγχο στους φακέλους όλων των πελατών που έτυχαν με τον ένα ή τον άλλο τρόπο χειρισμού από τον εν λόγω λειτουργό, ούτως ώστε να είναι σε θέση το συντομότερο δυνατό, να προσδιορίσει με ακρίβεια τα πραγματικά δεδομένα. Από τα μέχρι στιγμής ευρήματα του εσωτερικού ελέγχου, ο οποίος συνεχίζεται, προκύπτει ότι ο κ. Φαλέκος ενδεχομένως να παραποιούσε το ειδικό έντυπο αλλαγής ταχυδρομικής διεύθυνσης πελατών του, ούτως ώστε να καθίσταται ο ίδιος παραλήπτης των αυθεντικών καταστάσεων λογαριασμού που η Εταιρεία αποστέλλει στους πελάτες του, ή και άλλων εγγράφων. Παραλαμβάνοντας ο ίδιος τις αυθεντικές καταστάσεις λογαριασμού που ετοίμαζε για να αποστείλει η Εταιρεία, ο κ. Φαλέκος ενδέχεται να τις παραποιούσε πριν ενημερώσει τους πελάτες του ούτως ώστε αντί να δείχνουν την πραγματική κατάσταση, να εμφανίζουν μια ωραιοποιημένη εικόνα. Η Εταιρεία πληροφορεί τους πελάτες του συγκεκριμένου λειτουργού ότι το σύστημα καταγραφής παραπόνων πελατών βρίσκεται στη διάθεσή τους. Για τον σκοπό αυτό λειτουργούν δύο ειδικές τηλεφωνικές γραμμές (XXXXX4426 και XXXXX4355) στις οποίες μπορούν να επικοινωνούν. Παράλληλα, η Εταιρεία συνεχίζει να τηρεί συνεχώς ενήμερη την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς για την πορεία και τα ευρήματα του εσωτερικού ελέγχου. Λευκωσία, 16 Ιανουαρίου 2009.» Αντικείμενο κοινού υποβάθρου αποτελεί και το ότι εντός Ιανουαρίου του 2009 ο Ενάγων επισκέφθηκε τα γραφεία της Εναγομένης 1, ενημερώθηκε για τον φάκελο του και το χαρτοφυλάκιο του και έλαβε αντίγραφα των εγγράφων που αναφέρει στη γραπτή δήλωση του (§11) και αναχώρησε. Παρέμεινε επίσης αναντίλεκτο πως πράγματι οι δικηγόροι του απέστειλαν επιστολή εκ μέρους του ημερ. 28.1.09 (Τεκμήριο 12) με την οποία κατέστησε αλληλεγγύως και εις ολόκληρο υπεύθυνους τους Εναγομένους προς αποκατάσταση της ζημιάς του λόγω κατ' ισχυρισμόν πλαστογραφιών σε έγγραφα μεταφοράς κεφαλαίων και λόγω διενέργειας μη εγκεκριμένων πράξεων με αποτέλεσμα τη ζημιά του την οποία προσδιόρισε στη διαφορά μεταξύ του αρχικού χαρτοφυλακίου και της πραγματικής αξίας του χαρτοφυλακίου κατά τον χρόνο της επιστολής (28.1.09). Στα ίδια πλαίσια είναι αναντίλεκτο πως η Εναγόμενη 1 απάντησε με δική της επιστολή ημερ. 2.2.09 (Τεκμήριο 13) παραπέμποντας στην προαναφερθείσα Ανακοίνωση της στον Τύπο και αρνούμενη οποιαδήποτε δική της ευθύνη για διάπραξη ποινικών αδικημάτων από τον Εναγόμενο 2. Ο Ενάγων επανήλθε με δικηγορική επιστολή ημερ. 4.2.09 (Τεκμήριο 14) διά της οποίας τερμάτισε τη σύμβαση ημερ. 8.9.08 και κάλεσε την Εναγόμενη 1 να επιστρέψει άμεσα τα διαθέσιμα κεφάλαια του χαρτοφυλακίου του που ήταν σε μετρητά, δηλώνοντας ότι θα υπεδείκνυε σύντομα πού θα έπρεπε να μεταφέρουν τις αξίες οι οποίες παρέμεναν στο χαρτοφυλάκιο του. Είναι επίσης αναντίλεκτο πως στις 9.2.09 το παρουσιαζόμενο στην κατάσταση υπόλοιπο ήταν €663.24, για το οποίο η Εναγόμενη 1 εξέδωσε σχετική επιταγή προς όφελος του Ενάγοντος λόγω του τερματισμού, την οποία ο ίδιος δέχεται ότι παρέλαβε. Ως προς τα γεγονότα διαφορετικές απόψεις εκφράστηκαν ουσιαστικά για το θέμα των καθηκόντων του Εναγομένου 2, τις ακριβείς συνθήκες υπογραφής της σύμβασης και το ουσιώδες θέμα της γνώσης του Ενάγοντος για τις αγοραπωλησίες. Παρακολουθώντας και εξετάζοντας συνολικά τον Ενάγοντα και τη μαρτυρία του σε συνδυασμό με τα έγγραφα της υπόθεσης σχημάτισα την εικόνα ότι αυτός δεν υπήρξε ειλικρινής απέναντι στο Δικαστήριο σε ουσιώδη ζητήματα ενώ παράλληλα σημαντικό μέρος της εκδοχής του δεν συνάδει με την έγγραφη μαρτυρία, την κοινή λογική και γενικά τους συνήθεις κανόνες της ανθρώπινης δράσης και συμπεριφοράς. Ειδικότερα, ο συνδυασμός της γραπτής με την προφορική του μαρτυρία καταδεικνύει ότι η εκδοχή του είναι πως έχοντας συζητήσει κάποιες φορές με τον Εναγόμενο 2 και έχοντας πειστεί ότι ήταν τότε καλή περίοδος να επενδύσει με σκοπό το κέρδος, πήγε κάποιο απόγευμα αργά στα γραφεία της Εναγόμενης 1, υπέγραψε αόριστα κάποια χαρτιά χωρίς να τα διαβάσει και παρέδωσε €100.000, τις οποίες άφησε εκεί για τέσσερις μήνες χωρίς ποτέ να ασχοληθεί ξανά με το θέμα αυτό ή να έχει δώσει ή υπογράψει εντολή ή να έχει οποιαδήποτε επικοινωνία με οποιονδήποτε για τα χρήματα αυτά, παρά μόνον όταν επήλθε το τυχαίο γεγονός των δημοσιευμάτων και της ανακοίνωσης στον Τύπο. Σαφώς μια τέτοια εκδοχή ελέγχεται ως προς τη λογική της αφού δεν φαίνεται να υπάρχει λόγος να παίρνει κάποιος €100.000 από την εταιρεία του και να τα εναποθέτει σε ένα πρόσωπο που συνάντησε τυχαία κάποιες φορές και μάλιστα χωρίς να ενδιαφέρεται για το τι υπογράφει. Ειδικότερα όμως η πιο πάνω εκδοχή εμπεριέχει στους όρους της μια αυταπόδεικτη αντίφαση αφού ο ίδιος επικαλείται αφενός ότι είχε πειστεί για το κατάλληλο του χρόνου για επενδύσεις και αφετέρου επιχειρεί να πείσει ότι απλά παρέδωσε τα χρήματα και τα άφησε εκεί χωρίς να ενδιαφερθεί ποτέ ξανά για αυτά για κάποιο σημαντικό χρονικό διάστημα και άσχετα από το ότι θα μπορούσε όντως να τα έχει υπό μορφή κατάθεσης σε τράπεζα εισπράττοντας τόκους. Το πιο ουσιώδες όμως είναι πως η εκδοχή του καταρρέει ενόψει της επίσης αυταπόδεικτης ανειλικρίνειας του όσον αφορά διάφορες μεταγενέστερες ενέργειες του, κάποιες εκ των οποίων προσπάθησε επιτηδευμένα να αποκρύψει και άλλες για τις οποίες είτε αδιαφόρησε είτε απέκλεισε αβασάνιστα. Στις δύο τελευταίες περιπτώσεις μη σχολιάζοντας την υφιστάμενη έγγραφη μαρτυρία, μέρος της οποίας ο ίδιος προσκόμισε. Ως προς την πρώτη κατηγορία είναι ενδεικτικό πως επιχείρησε εντέχνως να αποκρύψει την υπογραφή των εγγράφων για τη CMC Market (Τεκμήρια 9-11) και κυρίως, έχει ιδιαίτερη σημασία ότι μέσω αυτής της απόκρυψης προσπάθησε να διαψεύσει αβάσιμα το ότι η υπογραφή των εν λόγω εγγράφων έγινε όχι στις 8.9.08 αλλά στις 9.9.08. Το στοιχείο αυτό έχει ιδιάζουσα σημασία καθότι καταδεικνύει πως ενδιαφέρθηκε και πως πήγε για δεύτερη φορά στην Εναγόμενη 1, γνωρίζοντας καλά και εξειδικευμένα τι έπραττε. Ως προς τη δεύτερη κατηγορία σημειώνεται η αβασάνιστη επιλογή του να αποκλείει το ότι είχε προηγουμένως άλλες μετοχές χωρίς να σχολιάζει ή αμφισβητεί είτε τα σχετικά έγγραφα για μεταφορά αξιών στον νέο λογαριασμό είτε τις πωλήσεις μετοχών του είτε το καταγραφέν ιστορικό του ως επενδυτή. Κατά παρόμοιο τρόπο ενήργησε και για τα όσα δήλωσε σε λειτουργούς της Εναγομένης 1 περί λήψης μηνύματος από τον Εναγόμενο 2, παρότι παρουσίασε ο ίδιος μέσω του Μ.Ε.2 σχετικά έγγραφα. Παρέλκει δε να λεχθεί πως ενώ ως θέμα λογικής θα έπρεπε ο ίδιος να είναι στην καλύτερη θέση να υποδείξει τις υπογραφές του στα διάφορα έγγραφα, εντούτοις ζήτησε τις υπηρεσίες γραφολόγου για το διαχωρισμό τους, υποβάλλοντας σε εκείνον όλες τις υπογραφές του ως αμφισβητούμενες ενώ ο ίδιος με τη γραπτή δήλωση του δεν συμπεριέλαβε στις γνήσιες ούτε καν την υπογραφή του στη σύμβαση ημερ. 8.9.08, (επί της οποίας και στηρίζει την αγωγή του). Γενικά, και με εξαίρεση κάποια στοιχεία τα οποία είτε παρέμειναν αναντίλεκτα είτε επιβεβαιώνονται από άλλη αξιόπιστη μαρτυρία, έχοντας υπόψιν το σύνολο της μαρτυρίας του δεν θεωρώ ότι είναι ασφαλές να στηριχθώ στα όσα ανέφερε ο Ενάγων για τα ουσιώδη ζητήματα της υπόθεσης. Όσον αφορά τον Μ.Υ.1
(1)είναι γεγονός πως αυτός εκ της θέσεως που είχε στον Όμιλο SFS δεν μπορούσε και δεν γνώριζε τα επιμέρους πρωτογενή γεγονότα των σχέσεων του Ενάγοντος με την Εναγομένη 1, υπό την έννοια ότι δεν είχε ενεργό ανάμειξη σε αυτά όταν είχαν διαδραματιστεί. Όμως από την άλλη πλευρά, υπό την ιδιότητα του διευθυντή και οικονομικού διαχειριστή στον Όμιλο γνώριζε τις γενικές πρακτικές και υπήρξε μέλος της συσταθείσας από την Εναγομένη 1 Ειδικής Επιτροπής διερεύνησης των λογαριασμών πελατών οι οποίοι εξυπηρετούντο από τον Εναγόμενο 2, οπότε και έλαβε γνώση για κάποια τέτοια επιμέρους γεγονότα και ζητήματα. Έχοντας παρακολουθήσει τον Μ.Υ.1
(1)θα πρέπει να πω ότι γενικά μού έχει δώσει την εικόνα πως υπήρξε ειλικρινής και πειστικός και δέχομαι τα όσα ανέφερε για τις διαπιστώσεις του από τη διερεύνηση, με εξαίρεση το θέμα των καθηκόντων του Εναγομένου 2, υπό την έννοια που εξηγείται κατωτέρω. Είναι πολύ σημαντικό να διευκρινιστεί από αυτό το στάδιο πως λόγω προφανώς κακής σύνταξης στην §9 της γραπτής δήλωσης του Μ.Υ.1
(1)δυνατόν να δοθεί η εντύπωση πως διαπιστώθηκε και στον φάκελο του Ενάγοντος αλλαγή διεύθυνσης και άρα παραποίηση καταστάσεων χαρτοφυλακίου. Πλην όμως αυτό δεν ευσταθεί και προς τούτο υπήρξε πολύ ξεκάθαρος ο Μ.Υ.1
(1)κατά την προφορική του μαρτυρία, χωρίς μάλιστα να αμφισβητηθεί σε οποιοδήποτε στάδιο. Άλλωστε αν στέλλονταν και στον Ενάγοντα τέτοιες πλαστογραφημένες καταστάσεις σίγουρα θα τις είχε στη διάθεση του ο Ενάγων και θα έθετε την υπόθεση του σε εκείνη τη βάση. Οι υπόλοιπες περιπτώσεις αφορούσαν ακριβώς την αλλαγή δηλωθείσας διεύθυνσης στους φακέλους των επενδυτών κάτι που δεν έχει παρατηρηθεί στην παρούσα αφού από την αρχή μέχρι το τέλος παρέμενε δηλωμένη η ίδια διεύθυνση διαμονής του Ενάγοντος. Είναι για αυτό που ο Μ.Υ.1
(1)διατήρησε τη θέση ότι οι τριμηνιαίες καταστάσεις, Τεκμήρια 17 και 18, κανονικά στέλλοντο από το αρμόδιο Τμήμα, στο οποίο κατά επίσης αναντίλεκτη δήλωση του δεν εμπλέκεται ο Εναγόμενος 2 (Client Services Department). Η αλληλογραφία και οι αποδείξεις πληρωμών στα Κυπριακά Ταχυδρομεία όντως καταδεικνύουν πως τηρήθηκε αυτή η πρακτική στις 24.4.08, 17.7.08, 15.10.08 και 14.1.09, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε πειστική ένδειξη ή στοιχείο ότι υπήρχε λόγος να είχε εξαιρεθεί από το μηχανογραφημένο σύστημα του Client Business Services ο Ενάγων, για τον οποίον επαναλαμβάνεται πως στο σύστημα ήταν δηλωμένη η προσωπική του διεύθυνση και όχι κάποιου εκπροσώπου του. Χωρίς αντίλογο ή αμφισβήτηση παρέμεινε και η δήλωση του Μ.Υ.1
(1)ότι ο Ενάγων παρά τις επαφές που είχε με την Εναγομένη 1 εντούτοις δεν υπέβαλε παράπονο στην Ειδική Επιτροπή ούτε αξίωση για αποζημίωση, αν και δέχθηκε ο Μ.Υ.1
(1)πως εστάλη αργότερα η δικηγορική επιστολή, δηλώνοντας ότι κατανοούσε τον λόγο για τον οποίο είχε απορριφθεί και εννοώντας με αυτό το ότι δεν ήταν περίπτωση αλλαγής διεύθυνσης ή περίπτωση παραποιημένων καταστάσεων, όπως άλλων πελατών. Να σημειωθεί πως εντίμως ο Μ.Υ.1
(1)δήλωσε πως εκ των πραγμάτων δεν μπορούσε να τοποθετηθεί για το ποιος υπέγραψε τις ευρισκόμενες στο φάκελο εντολές, διατηρώντας μέχρι τέλους όμως τη θέση του πως ο Ενάγων γνώριζε για τις πράξεις που διενήργησε ο Εναγόμενος 2 και ότι ήταν με την άδεια του που τις έκανε. Τέλος διευκρινίζεται πως ήταν λογική και πειστική η θέση του πως τα παράπονα άρχισαν όταν με την αλλαγή της πρακτικής οι υπόλοιποι πελάτες παρέλαβαν πλέον οι ίδιοι τις καταστάσεις από την Εναγόμενη 1 τον Δεκέμβριο του 2008, οπότε αντιλήφθηκαν τις διαφορές που υπήρχαν με τις καταστάσεις που είχαν πάρει παλαιότερα από τον Εναγόμενο
- Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2 θα πρέπει να σημειώσω εξαρχής πως παρά τις όποιες άλλες θέσεις του, αυτός, διαχωρίζοντας τους πελάτες τους οποίους χειριζόταν ο ίδιος σε δύο κατηγορίες, κατέταξε εντίμως τον Ενάγοντα σε αυτούς οι οποίοι διατηρούσαν χρηματιστηριακό λογαριασμό και περιέγραψε με σαφήνεια και πειστικότητα τα προσόντα και τα καθήκοντα του. Όσον αφορά τις συνθήκες υπογραφής της σύμβασης έσφαλε μεν στο επουσιώδες ότι ο Παπανικολάου υπέγραψε ως μάρτυρας πλην όμως επιβεβαιώνεται από το ίδιο το έγγραφο της σύμβασης ως προς την παρουσία του Παπανικολάου και τη συνεπακόλουθη υπογραφή της σύμβασης και από εκείνον εκ μέρους και δια λογαριασμό της Εναγομένης
- Επαναλαμβάνεται πως όλοι συμφωνούν τελικά πως η σύμβαση καταρτίστηκε στις 8.9.08 και συνεπώς δεν τίθεται ζήτημα να υπέγραψε σε κάποια άλλη ημερομηνία. Ο Ενάγων έχει μεν δίκαιο ότι η θέση αυτή δεν είχε τεθεί στον ίδιο κατά την αντεξέταση του πλην όμως αυτό δεν σημαίνει πως οπωσδήποτε είναι αποδεκτή η δική του θέση, όταν αυτή μάλιστα διαψεύδεται τόσον από τα έγγραφα τα οποία ο ίδιος προσκόμισε όσον και από άλλο μάρτυρα του οποίου προτιμάται η μαρτυρία στο συγκεκριμένο σημείο για τον πιο πάνω λόγο. Παρά τα ανωτέρω και τη γενική εικόνα μου δεν θεωρώ σε καμία περίπτωση ότι ο Εναγόμενος 2 υπήρξε ειλικρινής στην αρχική θέση του ότι δεν είχε σχέση με τις εντολές του Ενάγοντος για χρηματιστηριακές πράξεις. Είναι αλήθεια ότι προέβαλε αυτή τη γενική θέση στη γραπτή δήλωση του πλην όμως από την αντεξέταση του έχει δαφανεί σαφώς πως είχε ανάμειξη στις αγοραπωλησίες που έγιναν εκ μέρους του Ενάγοντος. Σημειώνεται κατ' αρχάς πως ενώ γραπτώς είχε κατατάξει τον Ενάγοντα στους πελάτες τους οποίους χειριζόταν ο ίδιος προσωπικά (ως ανωτέρω) εντούτοις στην προφορική μαρτυρία προσπάθησε να πείσει αρχικά ότι ο Ενάγων δεν ήταν υπό δική του ευθύνη και διαχείριση και ότι απλώς τον είχε συστήσει. Στην πορεία όμως αναγκάστηκε να δεχθεί πως ο ίδιος ήταν συνέταιρος στην εταιρεία GEOMA Investments Ltd, με τον χρηματιστή Λουκά ο οποίος χειριζόταν επίσημα τον Ενάγοντα. Η εν λόγω εταιρεία είχε συμφωνία με την Εναγόμενη 1 σχετικά με τον διαμοιρασμό των προμηθειών (και) για πελάτες που συνέστηνε ο Εναγόμενος 2 και τους οποίους χειριζόταν ο Λουκά. Ήταν σε αυτό το σημείο που ο Εναγόμενος 2, διαφοροποιούμενος για πρώτη φορά, δέχθηκε ότι προέβαινε και ο ίδιος σε χρηματιστηριακές πράξεις για κάποιους πελάτες και ότι προς τούτο χρησιμοποιούσε τον κωδικό που χορήγησε η Εναγόμενη 1 στον Λουκά καθότι δεν διέθετε ο ίδιος κωδικό (αν και ήταν αδειούχος χρηματιστής). Βασικά, όπως το δέχθηκε, είχαν τον ίδιο κωδικό με τον συνέταιρο του, τον Λουκά. Αν και αρνήθηκε σε αυτό το σημείο πως ο Ενάγων ήταν πελάτης του εντούτοις στη συνέχεια δέχθηκε πως και συνομιλούσε με τον Ενάγοντα για τις επενδύσεις του αλλά και υπήρξαν περιπτώσεις που είτε τον παρέπεμπε στον Λουκά για να δώσει εντολές είτε τηλεφωνούσε ο ίδιος (ο Εναγόμενος 2) διαβιβάζοντας τις εντολές εκείνου στον Λουκά. Η δε ομολογία του ότι εκτελούσε και ο ίδιος εντολές θεωρώ πως αντικατοπτρίζει την πραγματικότητα παρά την όποια προσπάθεια του να πείσει ότι το έπραττε μόνο για κάποιους πελάτες αλλά όχι για τον Ενάγοντα. Βασικά ο Εναγόμενος 2 προσπάθησε να πείσει ότι εκτελούσε εντολές για κάποιους εκ των πελατών του Τμήματος WM μόνον αλλά δεν έχω πειστεί ότι είχε εξαιρέσει για ένα τέτοιο λόγο τον Ενάγοντα. Ιδιαίτερα όταν ήταν πελάτης τον οποίον έφερε ο ίδιος, εκείνος γνώριζε μόνον αυτόν, μιλούσαν για τις επενδύσεις του, τον συμβούλευε, έπαιρνε προμήθειες από τις πράξεις του Ενάγοντος, εκτελούσε γενικά πράξεις χωρίς να είχε δικό του κωδικό και ούτως ή άλλως δεν έχει διαφανεί να τηρούντο με ιδιαίτερη ευλάβεια τα πρωτόκολλα και τα εγχειρίδια. Θεωρώ ότι η προσπάθεια του να αποστασιοποιηθεί σχετίζεται με την ανησυχία του για επίρριψη ευθυνών από την Εναγόμενη 1 πράγμα το οποίο είχε διαφανεί ήδη από το επιχείρημα της ότι ο Εναγόμενος 2 δεν είχε κωδικό. Στα πλαίσια ειδικότερης εξέτασης των γεγονότων προέχει η εξέταση της μαρτυρίας σε σχέση με τις συνθήκες καταρτισμού της σύμβασης, αρχής γενομένης από τις σχέσεις Ενάγοντος και Εναγομένου 2 καθώς και τα καθήκοντα του τελευταίου. Το θέμα της παλαιότερης σχέσης μεταξύ Ενάγοντος-Εναγομένου 2 προφανώς το γνωρίζουν καλύτερα από όλους οι ίδιοι. Βασικά δέχονται και οι δύο ότι προ της σύμβασης γνωρίστηκαν μέσω κοινών γνωστών. Είναι γεγονός πως ο Ενάγων υπήρξε πιο επεξηγηματικός δεχόμενος πως μετά τη γνωριμία τους έτυχε να συναντηθούν σε κάποιες κοινωνικές εκδηλώσεις κατά τη διάρκεια των οποίων και συζήτησαν για τις δραστηριότητες της Εναγομένης
- Ήταν κατά τη διάρκεια αυτών προφανώς που πείστηκε ότι ήταν τότε καλή περίοδος να επενδύσει χρησιμοποιώντας τις υπηρεσίες της. Η Εναγόμενη 1 ήταν (και είναι) εταιρεία παρέχουσα χρηματοοικονομικές και ή επενδυτικές υπηρεσίες, έχουσα σχετική άδεια ΚΕΠΕΥ από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς και είναι μέλος του Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου. Δεν υπάρχει οποιαδήποτε αμφιβολία πως ο Εναγόμενος 2 κατά τον επίδικο χρόνο εργοδοτείτο από την Εναγομένη 1, ως συνάγεται από σχετική παραδοχή της στην Υπεράσπιση της (§1). Παρά δε τις διαφορετικές ημερομηνίες τις οποίες η Εναγόμενη 1 προέβαλε δικογραφικά, εντούτοις μέσω του Μ.Υ.1
(1)δέχεται ότι από τις 17.2.05 τον εργοδότησε στη θέση του Private and Institutional Client Executive, Τμήμα για το οποίο, επίσης στην Υπεράσπιση (§3), δέχεται ότι αργότερα μετονομάστηκε σε Τμήμα Διαχείρισης Πλούτου (Wealth Management) παραδοχή η οποία συνάδει πλήρως με τη γραπτή δήλωση του Εναγομένου 2 ότι από τις 17.2.05 έως τις 22.1.09 ο ίδιος κατείχε επίσημα τη θέση του Wealth Management Executive. Η θέση αυτή κατά την Εναγομένη 1 σημαίνει την παροχή συμβουλών προς τους πελάτες ως προς τις επενδυτικές τους επιλογές, κάτι με το οποίο συμφωνεί και ο Εναγόμενος 2, δηλώνοντας στη δική του Υπεράσπιση πως για το διάστημα αυτό κατείχε τη θέση Συμβούλου Επενδύσεων (§4Α). Με αυτό τον τίτλο τον κατέγραψαν και οι λειτουργοί της κατά τη συνέντευξη που είχαν με τον Ενάγοντα το 2009. Στο σημείο αυτό εντοπίζονται οι πρώτες διαφωνίες μεταξύ των Εναγομένων. Ο Μ.Υ.1
(1)υποστηρίζει (α) ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν επίσης Λειτουργός Εξυπηρέτησης Πελατών, (β) ότι δεν ήταν αρμόδιος για διαχείριση χαρτοφυλακίων (asset management) και (γ) ότι δεν ήταν αρμόδιος να διενεργεί επενδύσεις αφού ούτε κατείχε σχετική άδεια. Από την άλλη πλευρά ο Εναγόμενος 2 αντίστοιχα υποστηρίζει (
- i)ότι ουδέποτε ανέλαβε καθήκοντα λειτουργού εξυπηρέτησης πελατών (
- ii)ότι κατόπιν εντολών της διεύθυνσης εκτελούσε επίσης και χρέη διαχειριστή χαρτοφυλακίων, μάλιστα μετά από συμμετοχή σε κατάλληλες εξετάσεις, λήψη σχετικού πιστοποιητικού και παραίτηση του από το Δ.Σ. της Εναγομένης 1 και (iii) ότι ο ίδιος είναι χρηματιστής και διενεργούσε χρηματιστηριακές πράξεις για κάποιους εκ των πελατών του Τμήματος του, (δηλαδή του WM) μέσω του κωδικού ενός άλλου συναδέλφου και χρηματιστή, ήτοι του Μ. Λουκά, (ο οποίος ήταν και συνέταιρος του ως έχει εξηγηθεί πριν). Πρέπει να σημειωθεί πως ο Μ.Υ.1
(1)δεν έπεισε ότι ήταν σε θέση να γνωρίζει τις λεπτομέρειες των καθηκόντων ή καλύτερα τις λεπτομέρειες της πραγματικής δράσης του Εναγομένου 2. Βασικά προσπαθούσε να τού αποδώσει μόνο καθήκοντα εξυπηρέτησης πελατών τα οποία ο Εναγόμενος 2 αρνείτο ενώ απέρριπτε τη διαχείριση χαρτοφυλακίου και τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, τα οποία ο Εναγόμενος 2 δεχόταν. Δεν μπορώ να δεχθώ τη θέση του ΜΥ1
(1)και τούτο διότι αν και ήταν οικονομικός διευθυντής όλου του ομίλου, εντούτοις, όπως και ο ίδιος παραδέχθηκε, δεν είχε οποιαδήποτε εκτελεστικά καθήκοντα στην Εναγομένη 1 και κυρίως (ως επίσης δέχθηκε) δεν ήταν γνώστης των λεπτομερειών της κάθε διαδικασίας. Εξ ου και μιλούσε θεωρητικά, περιγράφοντας βασικά την ιδανική κατάσταση, δηλαδή αυτή που θα έπρεπε να υπάρχει. Απόδειξη τούτου το ότι για τα διάφορα αυτά θέματα παρέπεμπε σε διαδικασίες «οι οποίες είναι γραμμένες στα λεγόμενα εγχειρίδια» (manuals), τα οποία, εν πάση περιπτώσει, ούτε είχε ενώπιον του ούτε και παρουσιάστηκαν εκ μέρους της Εναγομένης 1, αν μη τι άλλο ως η καλύτερη δυνατή μαρτυρία. Ιδιαίτερα όσον αφορά τις δύο αρμοδιότητες ή δυνατότητες τις οποίες δέχεται ο Εναγόμενος 2 (διαχείριση και αγοραπωλησίες) είναι σημαντικό να τονιστεί πως ο ίδιος (ο Εναγόμενος 2) τις διασυνδέει στη μια περίπτωση με οδηγίες της διεύθυνσης (ανωτέρων) και στην άλλη με εφαρμοζόμενη πρακτική. Δεδομένης της παραδοχής του ίδιου του εργοδοτουμένου, δεν είναι δυνατόν οι αναφορές στα τυπικώς προβλεπόμενα, καθώς και στα εγχειρίδια να καταρρίψουν το τι συνέβαινε στην πραγματικότητα, ειδικά για τη διενέργεια χρηματιστηριακών πράξεων, τις οποίες ο Εναγόμενος 2 παραδέχεται ότι διενεργούσε παρότι δεν διέθετε δικό του κωδικό. Θα πρέπει δε να σημειωθεί πως παρά τις όποιες θέσεις εξέφρασε ο Μ.Υ.1
(1), εν τέλει στην αγόρευση της η Εναγόμενη 1 δέχθηκε ρητώς ότι «ο Εναγόμενος 2 ήταν πιστοποιημένος από το Υπουργείο Οικονομικών για παροχή υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου και επενδυτικών συμβουλών και συνεπώς πληρούσε τα επαγγελματικά προσόντα που απαιτούσε η θέση του». Οι θέσεις της αυτές επιβεβαιώνουν τα αναφερθέντα από τον Εναγόμενο
- Αναφορικά με τις ακριβείς συνθήκες συνομολόγησης της επίμαχης σύμβασης ο Ενάγων στη γραπτή δήλωση του αρχικά αναφέρεται στον καταρτισμό σύμβασης και αμέσως μετά αναφέρεται στην υπογραφή κάποιων εγγράφων τα οποία όμως παραδόξως δεν προσδιορίζει επακριβώς. Σε άλλο σημείο (§11) παραθέτει 11 έγγραφα ως αυτά τα οποία παρέλαβε από λειτουργούς της Εναγομένης 1 κατά τον Ιανουάριο του 2009, ήτοι τα Τεκμήρια 1 έως 11 τα οποία είναι: Τεκμήριο 1 - Σύμβαση ημερ. 8.9.08 με Παραρτήματα 1 έως 5 «» 2 - Συγκατάθεση Εφαρμογής Πολιτικής της Εναγομένης 1 «» 3 - Αίτηση μεταφοράς αξιών στον λογαριασμό του «» 4 - Αίτηση δημιουργίας μερίδας στο Αποθετήριο - ΧΑΚ «» 5 - Αίτηση δημιουργίας μερίδας στο Σύστημα Άυλων Τίτλων (ΣΑΤ) «» 6 - Εξουσιοδότηση χρήσης στη μερίδα επενδυτή «» 7 - Εξουσιοδότηση χρήσης στη μερίδα επενδυτή «» 8 - Ενεργοποίηση συμμετοχής μερίσματος σε ΣΑΤ (ΧΑΚ και ΧΑΑ) «» 9 - Αίτηση για CMC Markets UK Plc «» 10 - Έγγραφο "Money Transfer" για €50.000 στη CMC «» 11 - Έγγραφο "Limited Appointment of Agent" Τα πιο πάνω ήταν τα έγγραφα τα οποία εκ των υστέρων μελέτησε, όπως ισχυρίζεται, και τότε ήταν που αντιλήφθηκε ότι η γνήσια υπογραφή του ευρίσκετο σε μία από τις σελίδες του κάθε εγγράφου εκ των Παραρτημάτων 1 έως 5, καθώς και στα Τεκμήρια 2 έως 6 και 8, παραλείποντας να συμπεριλάβει σε αυτά είτε τη σύμβαση Τεκμήριο 1, είτε άλλα έγγραφα, όπως τα Τεκμήρια 9, 10 και 11, τα οποία αργότερα υποχρεώθηκε να δεχθεί ότι είχε υπογράψει. Είναι αξιοπρόσεκτο και προκαλεί ιδιαίτερη απορία το γεγονός πως ο Ενάγων κατά τη μελέτη του δεν εντόπισε γνήσια υπογραφή του στην ίδια τη σύμβαση. Σημειώνεται πως στο δικόγραφο του προβάλλει ο ίδιος τον καταρτισμό σύμβασης ενώ και αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι υπέγραψε τόσο τη σύμβαση όσο και τα Παραρτήματα της, υποδεικνύοντας μόνο ότι δεν είχε υπογράψει σε όλες τις σελίδες και ούτε είχε συμπληρώσει ο ίδιος τα κενά σημεία. Περαιτέρω σημειώνεται πως κατά την ακρόαση η προωθούμενη εκδοχή (και με δήλωση) ήταν ότι γνήσιες ήταν μόνο οι υπογραφές τις οποίες υπέδειξε ο Ενάγων, ως ανωτέρω, στη γραπτή δήλωση του και ότι εκ των πραγμάτων όλες οι υπόλοιπες δεν ήταν, ενώ αμφισβητείτο μέχρι τέλους η μεταφορά των €50.000 στη CMC Markets. Όπως έχει λεχθεί ήδη, ο ίδιος ο Ενάγων αυτοαναιρέθηκε κατά την αντεξέταση του όταν δέχθηκε πως είχε υπογράψει και το Τεκμήριο
- Πρόκειται για την ιδιαίτερα σημαντική εντολή μεταφοράς ποσού €50.000 σε λογαριασμό της CMC Markets UK plc. Η εντολή αυτή βέβαια, εκ της φύσεως της διασυνδέεται και με την Αίτηση του προς την εν λόγω εταιρεία CMC Markets, δηλαδή το Τεκμήριο 9, το οποίο παραδόξως στη γραπτή δήλωση του επίσης δεν είχε συμπεριλάβει στα έγγραφα τα οποία φέρουν γνήσια υπογραφή του και μόνον όταν ερωτήθηκε, κατά την αντεξέταση του, αναγνώρισε και σε αυτό την υπογραφή του. Δηλαδή και πάλιν εκ των υστέρων, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνει την έλλειψη ειλικρίνειας και την προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Σαφέστατα η εξαίρεση των δύο πιο πάνω εγγράφων από τα φέροντα γνήσια υπογραφή του δεν είναι τυχαία και εν πάση περιπτώσει η ίδια η υπογραφή τους αλλά ιδίως η ημερομηνία υπογραφής, καθώς και το περιεχόμενο τους έχουν καταλυτική επίδραση τόσο στην αξιοπιστία του Ενάγοντος όσο και στα ευρήματα του Δικαστηρίου, όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω. Επιβάλλεται όμως επί του παρόντος η ενασχόληση και με τη μαρτυρία του γραφολόγου (ΜΕ2), προς επίλυση συνολικά του θέματος των υπογραφών. Παρέμεινε αναντίλεκτο πως μετά την αγωγή, ήτοι στις 30.8.10 μετά από εντολή (των δικηγόρων του Ενάγοντος) προς διενέργεια γραφολογικής εξέτασης, ο Μ.Ε.2 πήγε στο γραφείο των δικηγόρων της Εναγομένης 1 και στην παρουσία τους εξέτασε και φωτογράφησε στην πρωτότυπη τους μορφή τις αμφισβητούμενες υπογραφές σε σειρά σχετικών εγγράφων, φωτοτυπίες των οποίων έλαβε και επισυνάπτει ως Παράρτημα Α στην Έκθεση του κατ' αύξοντα αρ.1-
- Το μοναδικό έγγραφο το οποίο είχε φωτογραφήσει από αντίγραφο ήταν το Πληρεξούσιο προς την Εναγομένη 1, το οποίο συνοδεύει το Τεκμήριο 1, μετά τα Παραρτήματα του. Κατά παρόμοιο τρόπο είναι αναντίλεκτο πως στις 2.9.10 παρέλαβε από τον Ενάγοντα το διαβατήριο του, καθώς και 20 δείγματα υπογραφών του (αυξ. αρ. 59, 60) ενώ στις 9.9.10 παρέλαβε άλλα πέντε έγγραφα τα οποία περιείχαν υπογραφές του Ενάγοντος (αυξ. αρ. 60 bis - 63). Όπως καταγράφει ο ίδιος ο Μ.Ε.2 αυτό το οποίο του ζητήθηκε ήταν να γίνει εξέταση των αμφισβητούμενων υπογραφών σε 87 συνολικά σημεία επί των εγγράφων που είχε φωτογραφήσει στο γραφείο των αντιδίκων δικηγόρων (στη σελ.7 της έκθεσης προφανώς εκ παραδρομής γράφει 2.1-2.4 αντί 2.1-2.24). Η εξέταση αυτή θα γινόταν με σύγκριση με τις δοθείσες γνήσιες υπογραφές του Ενάγοντος στα δείγματα υπογραφών και στα έγγραφα που έδωσε ο ίδιος ο Ενάγων. Αν εντυπωσιάζει κάτι και πρέπει να σημειωθεί εξαρχής είναι πως και πάλι κατά παράδοξο τρόπο τέθηκαν στον γραφολόγο ως αμφισβητούμενες όλες οι υπογραφές, δηλαδή συμπεριλαμβανομένων και κάποιων τις οποίες ο ίδιος ο Ενάγων δεχόταν ως γνήσιες δικές του υπογραφές, τουλάχιστον όπως διεφάνη κατά την ακρόαση, όπως π.χ. οι υπογραφές στη σύμβαση, στα Παραρτήματα, στα Τεκμήρια 2-6 και
- Το πιο φυσιολογικό θα ήταν ο ίδιος ο Ενάγων να αναγνωρίσει έντιμα τις υπογραφές του και να θέσει προς εξέταση όσες πραγματικά αμφισβητούσε. Εν πάση περιπτώσει όμως στα πλαίσια ελέγχου της μαρτυρίας του γραφολόγου Μ.Ε.2, θα πρέπει να σημειωθεί πως οι αρχές στη βάση των οποίων εξετάζεται η μαρτυρία κάποιου εμπειρογνώμονα είναι πολύ καλά γνωστές και δεν κρίνεται απαραίτητη η εξαντλητική παράθεση τους. Αρκεί να λεχθεί πως όπως έχει αναφερθεί στην υπόθεση Μελικίδης ν. Παπαγεωργίου
(2013)1 (Α) Α.Α.Δ. 832 για σκοπούς αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνωμόνων ισχύουν οι ίδιοι κανόνες που ισχύουν στην περίπτωση κάθε άλλου μάρτυρα. Το καθήκον του εμπειρογνώμονα είναι να εφοδιάσει το δικαστήριο με όλες τις απαραίτητες για σκοπούς ελέγχου της ορθότητας των συμπερασμάτων του, επιστημονικές πληροφορίες, ούτως ώστε το δικαστήριο να είναι σε θέση, εφαρμόζοντας αυτές τις πληροφορίες στα γεγονότα της ενώπιον του υπόθεσης που έχουν αποδειχθεί, να σχηματίσει τη δική του κρίση. (Βλ. Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν. Κονναρή
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 2298). Στην παρούσα περίπτωση δεν αμφισβητείται η εμπειρογνωμοσύνη και τα προσόντα του Μ.Ε.2 ως εμπειρογνώμονα σε θέματα γραφολογίας με πολυετή μάλιστα εμπειρία. Σημειώνεται πως είχε διατελέσει υπεύθυνος του Εργαστηρίου Γραφολογίας της Αστυνομίας (1988-2003) και ότι στα πλαίσια αυτά είχε κηρυχθεί και ως εμπειρογνώμονας σε θέματα εξέτασης και αναγνώρισης πλαστών εγγράφων (Κ.Δ.Π. 195/88). Σύμφωνα με τον Μ.Ε.2 με τη συνεχή επανάληψη αποκτάται μια έντονη ατομικότητα στην υπογραφή κάποιου, η οποία εκδηλώνεται με μεγάλο αυτοματισμό. Η δομή της υπογραφής και η ποιότητα της γραμμής αποτελούν αναγνωριστικά στοιχεία. Για την εξέταση της απαιτείται να εξακριβωθεί κατά πόσον αυτή είναι γραμμένη με ταχύτητα, ρυθμό και αυτοματισμό, χωρίς δηλαδή στοιχεία προσπάθειας απομίμησης, αντιγραφής ή άλλα ύποπτα σημεία και ακολούθως εντοπίζονται τα ιδιαίτερα γραφολογικά χαρακτηριστικά της για να γίνει η σύγκριση. Αν μεταξύ των αμφισβητούμενων υπογραφών (ή γραφής) και των δειγμάτων υπάρχουν διαφορές ουσίας τότε (συμπεραίνεται ότι) αυτές έγιναν από διαφορετικό πρόσωπο. Ταύτιση δεν μπορεί να υπάρξει αν εντοπίζεται έστω και μια βασική διαφορά η οποία δεν μπορεί να δικαιολογηθεί. Η έρευνα πρέπει να γίνεται μεταξύ πρωτότυπων εγγράφων και όχι φωτοτυπημένων ή αντιγράφων. Ο Μ.Ε.2 προέβαλε πως διενήργησε τη γραφολογική έρευνα στη βάση της πιο πάνω μεθοδολογίας. Στις σελ.9-33 της Έκθεσης του ο Μ.Ε.2 παραθέτει 83 φωτογραφίες αμφισβητούμενων υπογραφών. Σημειώνεται ότι στον αριθμό 13 αντιστοιχούν δύο φωτογραφίες (13Α και 13Β), όπως και στον αριθμό 43 (43 και 43Β) ενώ προφανώς εκ παραδρομής δεν παρέθεσε τη φωτ.33 η οποία ως θέμα λογικής αφορούσε το Σημ. 5.2 (για το οποίο και δίδεται αποτέλεσμα στα συμπεράσματα της Έκθεσης). Το ότι δεν απεικονίζονται οι αριθμοί φωτογραφιών για τα Σημ. 2.23 και 2.24 προφανώς οφείλεται στη γωνία λήψης ως διαπιστώνεται από τα ίδια τα επισυνημμένα έγγραφα, στα οποία φαίνονται οι αριθμοί φωτ.25 και 27 αντίστοιχα. Διαπιστώνεται συνεπώς πως ο Μ.Ε.2 έλαβε 84 φωτογραφίες αντίστοιχων υπογραφών από τα δοθέντα έγγραφα. Όπως θα διαφανεί όμως συνολικά εξέτασε 86 υπογραφές αν ληφθεί υπόψιν πως έδωσε αποτελέσματα και για τις υπογραφές στα Σημ. 2.19 και 2.20 (χωρίς να αναφέρεται αν είχε λάβει φωτογραφίες αυτών). Στις σελ.34-43 της Έκθεσης του παραθέτει φωτογραφίες των γνήσιων υπογραφών, τις οποίες εξασφάλισε από τα διάφορα έγγραφα τα οποία παρέλαβε από τον Ενάγοντα ή εκ μέρους του. Από τη σελ.45 και εντεύθεν ο Μ.Ε.2 αρχίζει να παραθέτει τις διαπιστώσεις του, τις οποίες διανθίζει στις επόμενες σελίδες με ειδικές παρατηρήσεις για να καταλήξει στα συμπεράσματα ότι (
- i)16 εκ των εξετασθεισών υπογραφών παρουσιάζουν ομοιότητες σε όλα τα γραφολογικά χαρακτηριστικά καθώς και στη δομή τους με τις γνήσιες, οπότε ανήκουν σε ένα και μόνο πρόσωπο (τον Ενάγοντα) και (
- ii)οι υπόλοιπες 70 εξετασθείσες υπογραφές παρουσιάζουν διαφορές στη γενική εμφάνιση, στο μέγεθος, στην έκταση, στον ρυθμό χάραξης, στη γραφική πίεση, στη δομή των γραμμάτων, στην κλίση, ύψος, σχέση και αναλογία καθώς και στον τρόπο έναρξης και κατάληξης του γράμματος «Α», κατά τρόπον που συμπεραίνει ότι δεν είναι γνήσιες υπογραφές του Ενάγοντος αλλά έχουν χαραχθεί από άλλο πρόσωπο με απομίμηση των γνήσιων υπογραφών του (Ενάγοντος). Έχει ιδιαίτερη σημασία να διευκρινιστεί σε αυτό το σημείο ποιες είναι και σε ποια έγγραφα ευρίσκονται οι υπογραφές τις οποίες έκρινε ως γνήσιες ο Μ.Ε.2. Αυτές εντοπίζονται όπως έχει λεχθεί, σε 16 σημεία και αφορούν τα πιο κάτω έγγραφα: Σημείο Έγγραφο 1) 1 Πληρεξούσιο 2) 2.19 Παράρτημα 1 3) 2.20 » 2 4) 2.22 » 3 5) 2.23 » 4 6) 2.24 » 5 7) 3 Συγκατάθεση (Τ.2) 8) 4 Αίτηση Μεταφοράς Αξιών (Τ.3) 9) 5 Αίτηση Δημιουργίας Μερίδας (Τ.4) 10) 5.1 «» «» «» (Τ.5) 11) 5.2 Εξουσιοδότηση Χρήσης (Τ.6) 12) 5.3 «» «» «» (Τ.7) 13) 6 Ενεργοποίηση Συμμετοχής (Τ.8) 14) 25.4 Αίτηση στη CMC Markets plc (T.9) 15) 28 Αίτηση Μεταφοράς Χρημάτων (Τ.10) 16) 31 Διορισμός Αντιπροσώπου (Τ.11) Τα υπόλοιπα 69 σημεία για τα οποία κατέληξε ότι συνιστούν υπογραφές κάποιου άλλου προσώπου και πάντως όχι του Ενάγοντος είναι στην πραγματικότητα 70 υπογραφές ως εξής: (α) 11 μονογραφές στο κάτω μέρος των σελ.1-11 της σύμβασης, Τεκμήριο 1 (Σημ.2.1 - 2.11) (β) 2 υπογραφές στην τελευταία σελίδα της σύμβασης, Τεκμήριο 1 (Σημ. 2.12, φωτ. 13Α και 13Β) (γ) 12 υπογραφές στο κάτω μέρος των Παραρτημάτων 1-5 (δ) 44 υπογραφές σε Έντυπα Εντολών (ε) 1 υπογραφή στο Έντυπο Μεταφοράς του ποσού των €5.000 στη CMC Markets Είναι αξιοπερίεργο το ότι ο Μ.Ε.2 συμπεριέλαβε και την πρώτη υπογραφή στο Σημ. 2.12, δηλαδή στην τελευταία σελίδα της σύμβασης, (Φωτ. 13Α), στις υπογραφές οι οποίες παρουσιάζουν όλες τις προαναφερθείσες διαφορές (σελ. 45 της έκθεσης) και μάλιστα κατέληξε στο τελικό του συμπέρασμα ότι αυτή δεν είναι γνήσια υπογραφή του Ενάγοντος αλλά κάποιου άλλου ο οποίος την απομιμήθηκε. Σημειώνεται μάλιστα πως η εν λόγω υπογραφή (φωτ.13Α) ήταν μια εκ των υπογραφών με τις οποίες ασχολήθηκε ειδικά ο Μ.Ε.2 στον Φωτοτεχνικό Πίνακα Συγκρίσεως Νο 2, ο οποίος συνοδεύει την Έκθεση του. Στην πραγματικότητα ο Μ.Ε.2 εν σχέσει με το ίδιο το κείμενο της σύμβασης δεν εντόπισε σε κανένα σημείο την υπογραφή του Ενάγοντος και παρέλκει βέβαια να λεχθεί πως αν ίσχυε κάτι τέτοιο θα εσήμαινε πως δεν έχει καν συναφθεί έγκυρη σύμβαση μεταξύ Ενάγοντος και Εναγομένης 1. Δεν είναι όμως έτσι τα πράγματα και είναι σαφέστατο ότι ο Μ.Ε.2 έσφαλε και μάλιστα σε ουσιώδες σημείο. Ανεξαρτήτως των όποιων παλινδρομήσεων ή και ανεξήγητων αποκρύψεων ακόμα και από τον ίδιο τον Ενάγοντα, η υπογραφή και ο καταρτισμός της σύμβασης ημερ. 8.9.08 αποτελεί βασικό ισχυρισμό του (Ενάγοντος), ο οποίος είναι παραδεκτός στην Υπεράσπιση (§1) της Εναγομένης 1 ενώ κατά την ακρόαση ήταν παραδεκτή και από τον Εναγόμενο 2. Ο ίδιος ο Ενάγων ρητώς δέχθηκε πως η υπογραφή της σύμβασης έγινε αργά το απόγευμα στα γραφεία της Εναγομένης 1. Ο Εναγόμενος 2 είπε απλά πως εξ όσων θυμάται ήταν παρών και ο Χ. Παπανικολάου και πως εκείνος υπέγραψε ως μάρτυρας. Όλες οι πλευρές αναφέρονται στα σχετικά έγγραφα Τεκμήρια 1-11 τα οποία παρουσίασε μεν ο Ενάγων και συμπληρωματικά αναφέρονται στα αντίστοιχα (μαζί με κάποια επιπλέον), τα οποία φωτοτύπησε ο Μ.Ε.2 από τα ευρισκόμενα στην κατοχή ή έλεγχο της Εναγομένης 1 (μέσω των δικηγόρων της). Η εξέταση των εγγράφων αυτών καταδεικνύει πως ούτε στο Παράρτημα 2 που υπέδειξε ο Εναγόμενος 2 ούτε σε οποιοδήποτε άλλο σημείο στο οποίο φαίνεται η υπογραφή του Παπανικολάου, υπάρχει καταγραφή ότι αυτός υπέγραφε ως μάρτυρας της υπογραφής οποιουδήποτε. Αντιθέτως σε όλα τα έγγραφα υπάρχει η υπογραφή και το ονοματεπώνυμο του Χ. Παπανικολάου αλλά αυτά τίθενται για λογαριασμό «και εκ μέρους» της Εναγόμενης 1, όπως επίσης ρητώς καταγράφεται. Συγκεκριμένα αυτό παρατηρείται στο τέλος της Σύμβασης και στο τέλος καθενός από τα Παραρτήματα 1 έως 5. Ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 είναι που υπογράφει σε όλα τα πιο πάνω σημεία ως μάρτυρας της υπογραφής του Ενάγοντος. Με δεδομένη τη σύμφωνη γνώμη και θέση όλων ότι στις 8.9.08 καταρτίστηκε σύμβαση και συνεκτιμώντας και τη μαρτυρία του Εναγομένου 2 το μοναδικό εύλογο συμπέρασμα είναι πως ο Παπανικολάου ήταν παρών και υπέγραψε κάποια στιγμή τη σύμβαση αποδεχόμενος και δεσμεύοντας έτσι την Εναγόμενη 1. Είναι γεγονός πως σε όλες τις σελίδες τόσο του κειμένου της σύμβασης όσο και των Παραρτημάτων, στο κάτω μέρος υπάρχει δακτυλογραφημένη η ένδειξη «ΜΟΝΟΓΡΑΦΗ» και δίπλα υπάρχει ανάλογος χώρος (τελείες) για αυτό τον σκοπό. Υπάρχει δε όντως μια μονογραφή σε καθεμιά από αυτές τις σελίδες, πλην όμως αυτό δεν σημαίνει πως αυτές αποδίδονται ή αποδόθηκαν από οποιονδήποτε στον Ενάγοντα. Είναι πιθανόν να ανήκουν σε κάποιο άλλο πρόσωπο π.χ στον Παπανικολάου ο οποίος υπέγραψε τα σχετικά έγγραφα. Η ουσία είναι πως με τις υπογραφές εκ μέρους της Εναγομένης 1 καταρτίστηκε η επίμαχη σύμβαση με τα Παραρτήματα της, όπως εξάλλου παραδέχονται όλοι οι εμπλεκόμενοι. Οι δε ισχυρισμοί του Ενάγοντος ότι δεν διάβασε το περιεχόμενο τους, ότι έθεσε απλά έξι υπογραφές και ότι άφησε εκεί €100.000 και έφυγε είναι παράλογοι, αστήρικτοι, μη πειστικοί και σαφέστατα συνιστούν εκ των υστέρων σκέψεις. Όπως θα εξηγηθεί κατωτέρω, είναι σαφές ότι πήγε εκεί με σκοπό την άμεση επένδυση και σαφέστατα γνώριζε τι υπέγραφε και τι έπραττε. Υπό αυτές τις περιστάσεις δεν θεωρώ ότι είναι ασφαλές να στηριχθώ σε οποιοδήποτε από τα ευρήματα του Μ.Ε.2. Δεν έχω πειστεί ότι με τον τρόπο που εργάστηκε και τη μεθοδολογία όπως την εφάρμοσε πέτυχε στο να αναγνωρίσει και ταυτοποιήσει ορθά τις γνήσιες υπογραφές του Ενάγοντος. Η αποτυχία του να αναγνωρίσει και ταυτοποιήσει ως γνήσια την υπογραφή του Ενάγοντος στη σύμβαση (την οποίαν ο ίδιος ο Ενάγων αναγνωρίζει και προβάλλει ως βάση της αγωγής του) εγείρει σοβαρές αμφιβολίες ως προς την υπόλοιπη έρευνα, εξέταση και γενικά τα συμπεράσματα του Μ.Ε.2 σε βαθμό που θα ήταν άκρως επισφαλές να εξαχθεί οποιοδήποτε βέβαιο δικαστικό συμπέρασμα. Αυτό ιδιαίτερα ενόψει του ότι για όλες τις εξετασθείσες 70 υπογραφές έχουν γίνει ταυτόσημες και ενιαίες γραφολογικές παρατηρήσεις κατά τρόπον που ασφαλώς δεν είναι δυνατό να γίνει οποιοσδήποτε διαχωρισμός. Με άλλα λόγια δεν θα μπορούσε να λεχθεί πως έσφαλε μόνο σε μια υπογραφή και από την άλλη είναι σωστός στις υπόλοιπες, χωρίς κάποια εξήγηση για την αποτυχία αυτή. Επιστρέφοντας στα γεγονότα της υπόθεσης και όπως ήδη έχει λεχθεί, ο Ενάγων, υποχρεώθηκε αντεξεταζόμενος να παραδεχθεί την υπογραφή των Τεκμηρίων 9 και 10. Πέραν της απροθυμίας του Ενάγοντος να παραδεχθεί ευθαρσώς και εξαρχής την υπογραφή των εγγράφων αυτών, η ανειλικρίνεια του και η εμφανής προσπάθεια του να παραπλανήσει το Δικαστήριο διαπιστώνεται από τα ίδια τα έγγραφα και το περιεχόμενο τους. Τα δύο πιο πάνω έγγραφα διασυνδέονται άμεσα με το Τεκμήριο 11 με το οποίο ο ίδιος (ο Ενάγων) διόρισε ως αντιπρόσωπο του την Εναγόμενη 1 για να διαπραγματεύεται σε σχέση με τον λογαριασμό του στη CMC Markets. Το σύνολο των στοιχείων καταδεικνύει πως τα τρία αυτά έγγραφα υπεγράφησαν μαζί αλλά την επόμενη μέρα, ως εξηγείται πιο κάτω. Εν πρώτοις θα πρέπει να σημειωθεί πως το έγγραφο της αίτησης προς τη CMC Markets, δηλαδή το Τεκμήριο 9, φέρει ημερομηνία 9.9.08 (και όχι 8.9.08) και μάλιστα αυτή ευρίσκεται ακριβώς κάτω από την υπογραφή του Ενάγοντος, πράγμα το οποίο αφ' εαυτού καταδεικνύει πως δεν υπεγράφη με τα άλλα έγγραφα αλλά την επόμενη μέρα. Ο Ενάγων προβάλλει πως όλα αυτά τα συμπλήρωσε ο Εναγόμενος 2 πλην όμως δεν εξηγεί για ποιο λόγο σε τέτοια περίπτωση θα τοποθετούσε μεταγενέστερη ημερομηνία στο Τεκμήριο 9. Δεν υπάρχει κανένας εύλογος λόγος ή αιτία να τίθετο άλλη ημερομηνία αν είχε υπογραφεί με τα υπόλοιπα έγγραφα στις 8.9.08. Κατά δεύτερο σε όλα τα έγγραφα αυτά, δηλαδή στα Τεκμήρια 9-11 υπάρχει η ένδειξη «Χ» ως υποβοηθητική στο σημείο που θα έπρεπε να τεθεί η υπογραφή. Σε κανένα από τα υπόλοιπα έγγραφα τα οποία υπεγράφησαν στις 8.9.08 ενώπιον του Εναγομένου 2 δεν κρίθηκε αναγκαία τέτοια βοήθεια ή υπόδειξη και δεν είναι λογικό, εάν ο λειτουργός που τα έδωσε ήταν ο ίδιος, δηλαδή ο Εναγόμενος 2, να ανησυχούσε ή να χειριζόταν με αυτό τον τρόπο μόνο αυτά τα τρία έγγραφα. Τρίτον, στο Τεκμήριο 11, δηλαδή στο Πληρεξούσιο, υπάρχει αμέσως μετά την υπογραφή του Ενάγοντος σφραγίδα της Εναγομένης 1 και υπογραφή εκ μέρους της Εταιρείας από την κα Αποστολίδου και όχι τον Εναγόμενο 2 ή έστω τον κ. Παπανικολάου. Θα ήταν και εδώ παράλογο εάν όλα τα έγγραφα είχαν υπογραφεί την ίδια μέρα τα υπόλοιπα να είχαν προωθηθεί στον κ. Παπανικολάου και μόνο αυτό στην κα Αποστολίδου. Θα πρέπει δε να προστεθεί βέβαια πως ο λόγος που απαιτείτο υπογραφή της Εναγομένης 1 στο πληρεξούσιο ήταν διότι ο λειτουργός που υπέγραφε βεβαίωνε εκ μέρους της εταιρείας ότι ο Ενάγων (επενδυτής) ανέγνωσε, κατανόησε και συμφωνούσε με το περιεχόμενο και από την άλλη ότι η Εναγόμενη 1 αποδέχετο τον διορισμό της ως αντιπροσώπου στη CMC Markets. Ας σημειωθεί, προς επίρρωσιν των πιο πάνω, πως στο άλλο πληρεξούσιο Έγγραφο προς την Εναγόμενη 1, πιστοποίησε την υπογραφή του Ενάγοντος ο ίδιος ο Εναγόμενος 2 θέτοντας μάλιστα ειδική προς τούτο σφραγίδα καταγράφοντας για δεύτερη φορά την ημερομηνία 8.9.08. Συνεπώς αποκλείεται το Τεκμήριο 11 να ήταν ανάμεσα στα έγγραφα τα οποία υπεγράφησαν ενώπιον του Εναγομένου 2 στις 8.9.08 καθότι θα ήταν παράλογο και ανεξήγητο να το είχε χειριστεί με ένα τόσο διαφορετικό τρόπο όσον αφορά την πιστοποίηση υπογραφής. Τέλος θα πρέπει να λεχθεί πως στο Τεκμήριο 9 περιέχονται αρκετά προσωπικά στοιχεία και πληροφορίες για τον Ενάγοντα τις οποίες απέφυγε να σχολιάσει ως προς την προέλευση τους ή να προσφέρει τη δική του θέση, στην περίπτωση που κάποιο στοιχείο δεν ανταποκρίνετο στην πραγματικότητα. Ευλόγως συμπεραίνεται πως όλα αυτά τα στοιχεία προήλθαν από τον ίδιο, τον αφορούν και δεν αμφισβητούνται. Σημειώνεται πως πέραν της ιδιότητας του ως επιχειρηματία και της διευθυντικής του θέσης σε εταιρεία, στο εν λόγω έγγραφο παρέχονται εξειδικευμένες απαντήσεις σε σχετικές ερωτήσεις π.χ για ετήσιο εισόδημα €200.000, αξία περιουσίας €3.000.000, αξία χαρτοφυλακίου €200.000, ότι είχε προβεί σε αγοραπωλησίες τους προηγηθέντες 12 μήνες, καθώς και η υφιστάμενη κατάσταση (τότε) του χαρτοφυλακίου του η οποία όντως συμποσούτο σε €200.000 ως εξής: No. of Trades Average Deal Size Shares 500 €100Κ Spread Betting/CFD: 50 €10.000 Foreign Exchange: 10 € 5.000 Commodities/Treasuries 10 €10.000 Financial Futures 10 €10.000 Options 20 € 5.000 Στη βάση των πιο πάνω δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία πως ο Ενάγων επισκέφθηκε και στις 9.9.08 την Εναγόμενη 1 και συναντώντας την κα Αποστολίδου υπέγραψε και υπέβαλε όλα τα αναγκαία έγγραφα για μεταφορά ποσού €50.000 στη CMC Markets και προς άμεση επένδυση σε παράγωγα (CFD), στοιχείο το οποίο ηθελημένα προσπάθησε να αποκρύψει κατά τη μαρτυρία του. Να σημειωθεί ότι στην ίδια την αίτηση, Τεκμήριο 9, δίδονται πολλές προειδοποιήσεις και εξηγείται ρητώς η επικινδυνότητα της επένδυσης σε CFD (ως προϊόντων μόχλευσης), ότι πιθανόν κάποιος να απολέσει περισσότερα ακόμα και από την αρχική επένδυση του ενώ ακριβώς πάνω από την υπογραφή του Ενάγοντος περιέχεται δήλωση ότι έχει κατανοήσει τους κινδύνους και έχει αναγνώσει τις προειδοποιήσεις (" I understand the nature and risks of CFD trading and I have read and understood the contents of the Risk Warning Notice"). Η πραγματικότητα λοιπόν είναι πως ο Ενάγων έχοντας συζητήσει με τον Εναγόμενο 2 πείστηκε πως ήταν τότε καλή περίοδος να επενδύσει σε χρηματιστηριακούς τίτλους και αξίες μέσω της Εναγομένης 1 και αυτό έπραξε, δίδοντας τα χρήματα και υπογράφοντας όλα τα αναγκαία έγγραφα, έχοντας πλήρη γνώση για το τι έπραττε. Ας σημειωθεί δε πως είναι αυταπόδεικτο ότι κατείχε ήδη μετοχές τουλάχιστον τριών εταιρειών ήτοι των Jupiter Portfolio Investments Public Company Ltd, Sea Star Capital Plc και Ch. Charilaou Group plc. Το γεγονός ότι υπέγραψε την αίτηση για μεταφορά των αξιών του στην Εναγομένη 1, ήτοι το Τεκμήριο 3, καθώς και το ότι πωλήθηκαν μετοχές αυτών των εταιρειών στις 12.9.08 και στις 18.9.08 χωρίς να είχαν προηγηθεί αγορές τέτοιων μετοχών, επιβεβαιώνει όντως ότι τις κατείχε κατά τη σύναψη της σύμβασης και αυτό με τη σειρά του επιβεβαιώνει ότι ο Ενάγων είχε παλαιότερη ενασχόληση και υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο, όπως εξάλλου καταγράφεται και στα έγγραφα τα οποία υπέγραψε. Η δε αφοριστική απάντηση του ότι αποκλείεται να είχε διότι δεν θυμάται να είχε προηγουμένως μετοχές ήταν εντελώς ανεπιτυχής και παραπειστική. Θεωρώ ότι ήταν απλούστατο να το ελέγξει και να φρεσκάρει τη μνήμη του, αν αυτή ήταν η περίπτωση. Ο λόγος για τον οποίο απέφευγε το θέμα αυτό ήταν κατά τη γνώμη μου για να διατηρήσει την εικόνα ενός πρωτοεμφανιζόμενου και άπειρου επενδυτή, πράγμα το οποίο δεν ισχύει όμως στην περίπτωση του. Εν συντομία σημειώνεται πως ως καταγράφεται στα έγγραφα που υπέγραψε, ο Ενάγων, έχοντας ήδη χαρτοφυλάκιο αλλά και κάποια εμπειρία σε χρηματοοικονομικά μέσα υψηλού κινδύνου (παράγωγα κ.λπ), όντας διατεθειμένος να αποδεχθεί μέγιστη ετήσια διακύμανση ύψους +- 25%, με προσδοκίες για αντίστοιχη μέση ετήσια απόδοση εντός 1-3 ετών, δηλαδή συνολικά αποτιμούμενος ως επενδυτής με επιθετικό προφίλ, συμφώνησε με την Εναγόμενη 1 όπως η τελευταία του παρέχει «υπηρεσίες» και «εξυπηρετήσεις» σε σχέση με χρηματοοικονομικά μέσα και συγκεκριμένα (
- i)Λήψη και Διαβίβαση Εντολών (
- ii)Εκτέλεση Εντολών και (iii) Συμβουλευτικές Υπηρεσίες, εξ ου και υπεγράφησαν τα αντίστοιχα Παραρτήματα 3, 4 και 5, ως προνοείτο στον αντίστοιχο όρο 2.7 της σύμβασης. Παράλληλα όμως (και παρότι δεν είχε υπογραφεί το Παράρτημα 8) ο Ενάγων υπέγραψε και τα σχετικά έγγραφα για την επένδυση μέσω της CMC Markets UK plc προς την οποίαν και μετέφερε αμέσως μετά, στις 12.9.08 τις €50.000 και πιο ύστερα άλλες €5.000. Παράλληλα επίσης έδωσε οδηγίες για μεταφορά παλαιότερων μετοχών του και πώληση τους ενώ επίσης συνομιλούσε με τον Εναγόμενο 2 λαμβάνοντας συμβουλές ή γνώμες και έδιδε είτε στον ίδιο είτε και σε άλλους όπως στον Λουκά οδηγίες για αγοραπωλησίες. Δεν δέχομαι ότι έγιναν πράξεις στον λογαριασμό του χωρίς να το γνωρίζει ο ίδιος. Σαφής μαρτυρία περί του ότι υπήρχε επικοινωνία μεταξύ του και του Εναγόμενου 2 είναι και το καταγραφέν στις σημειώσεις των λειτουργών της Εναγομένης 1 μήνυμα του Εναγομένου 2 προς τον Ενάγοντα. Πρόκειται για καταγραφή η οποία εντοπίζεται σε έγγραφο το οποίο φέρει τον τίτλο «Έντυπο Υποβολής Παραπόνου» και προσκομίστηκε από πλευράς Ενάγοντος μέσω του Μ.Ε.2, ο οποίος το επισύναψε (με αρ.42) στα έγγραφα που είχε φωτοτυπήσει από την Εναγομένη 1. Προφανώς τηρήθηκε από λειτουργό της Εναγομένης 1 (από την κα XXXXX ή από την κα XXXXX) αλλά η ουσία είναι πως πρόκειται για έγγραφο το οποίο ευρίσκετο επίσημα στον φάκελο τον οποίο τηρούσε η Εναγομένη 1. Ασφαλέστατα, η συγκεκριμένη δήλωση είναι εξ ακοής ως προς τον Ενάγοντα και θα πρέπει να τύχει αξιολόγησης σύμφωνα με τους παράγοντες του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, ως προς τη βαρύτητα που θα της δοθεί. Η δήλωση έχει ως εξής: «Στις 12/1 πήρε SMS από τον Γ. Φαλέκο ότι έχει μεγάλη ζημιά από futures. Μας έδειξε το SMS». Η καταγραφή αυτή τείνει να αποδείξει δύο επιμέρους στοιχεία, ήτοι πρώτον ότι ο Ενάγων προέβη σε τέτοια δήλωση ενώπιον λειτουργών της Εναγομένης 1 και δεύτερο το περιεχόμενο της ότι δηλαδή όντως έλαβε τέτοιο μήνυμα ο Ενάγων. Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας της λαμβάνω υπόψιν πέραν του συνόλου των περιστάσεων ειδικότερα τα εξής: α) Η δήλωση έχει προσαχθεί μέσω μάρτυρα τον οποίον κάλεσε ο ίδιος ο Ενάγων, ο οποίος διατηρούσε ανά πάσα στιγμή το δικαίωμα να διαφωνήσει είτε ως προς το ότι δήλωσε κάτι τέτοιο είτε με το περιεχόμενο της καταγραφής, προκαλώντας ενδεχομένως την άλλη πλευρά να καλέσει κάποιαν από τις λειτουργούς που ήταν παρούσες. β) Η καταγραφή φέρεται να έγινε στις 19.1.09, αφορά μήνυμα το οποίο εστάλη στις 12.1.09, δηλαδή σε ελάχιστο χρόνο μετά το γεγονός στο οποίο αναφέρεται ενώ ως προς το ότι έγινε η δήλωση ο χρόνος ήταν μηδαμινός αφού φέρεται να έχει καταγραφεί την ίδια ώρα. γ) Η μαρτυρία είναι δευτέρου βαθμού εξ ακοής δεδομένου ότι δεν προσήχθη από τη λειτουργό που άκουσε τη δήλωση αλλά μέσω εγγράφου στο οποίο εκείνη το κατέγραψε. δ) Δεν παραγνωρίζω ότι η λειτουργός που το κατέγραψε εργοδοτείτο από την Εναγομένη 1 αλλά από την άλλη πλευρά έχω υπόψιν πως αυτό το έπραξε στα πλαίσια διερεύνησης παραπόνου και δεν θεωρώ ότι εκείνη τη στιγμή είχε οποιοδήποτε κίνητρο να πλάσει ή παραποιήσει τέτοιου είδους δήλωση. Άλλωστε αυτή η δήλωση αναφερόταν σε επικοινωνία εργοδοτούμενου της Εναγόμενης 1 και δυνητικά μπορούσε να έχει τη σημασία της και για τυχόν αστική ευθύνη της εργοδότριας. ε) Δεδομένου ότι η δήλωση καταγράφηκε και μάλιστα την ίδια στιγμή, καθώς και ενόψει της πολύ περιορισμένης έκτασης της δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία περί του ότι μεταφέρθηκε επακριβώς στο έγγραφο. στ) Η δήλωση έγινε στα πλαίσια διερεύνησης παραπόνου ή και τυχόν ατασθαλιών σε σχέση με επενδυτές και δεν εντοπίζεται λόγος κατασκευής της. ζ) Δεδομένης της καταγραφής της δεν θεωρώ ότι είναι ουσιωδώς διαφορετική από την αρχική δήλωση του Ενάγοντος. η) Οι περιστάσεις υπό τις οποίες προσήχθη η δήλωση στο Δικαστήριο δεν δημιουργούν οποιαδήποτε δυσκολία στην ορθή αξιολόγηση της βαρύτητας της. Αντιθέτως το ότι την παρέλαβε κατά το 2010 ο μάρτυρας του Ενάγοντος επιβεβαιώνει την ύπαρξη της από τότε στον φάκελο της Εναγομένης 1. Τέλος, σημειώνεται πως δεν υπάρχει ενώπιον μου μαρτυρία περί του κατά πόσον η Εναγόμενη 1 θα μπορούσε να καλέσει τη λειτουργό που κατέγραψε (ή άλλη παριστάμενη) πλην όμως ακόμα και να υπήρχε τέτοια μαρτυρία, ήτοι περί δυνατότητας προσκόμισης της καλύτερης δυνατής μαρτυρίας και πάλι δεν θα είχα οποιονδήποτε ενδοιασμό να δεχθώ ότι η συγκεκριμένη δήλωση και έγινε από τον Ενάγοντα αλλά και ότι το περιεχόμενο της ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα. Συνεκτιμώντας όλους τους πιο πάνω παράγοντες δέχομαι ότι στις 12.1.09 ο Εναγόμενος 2 απέστειλε τηλεφωνικό γραπτό μήνυμα (SMS) στον Ενάγοντα πληροφορώντας τον ότι είχε ζημιές από τις επενδύσεις του και ότι για το γεγονός της λήψης μηνύματος ο Ενάγων ενημέρωσε λειτουργούς της Εναγομένης 1 κατά την επίσκεψη του εκεί στις 19.1.09 στα πλαίσια διερεύνησης παραπόνων, επιδεικνύοντας και το μήνυμα στο κινητό του τηλέφωνο. Η αποστολή μηνύματος από τον Εναγόμενο 2 επιτρέπει την εξαγωγή των ακόλουθων συμπερασμάτων:
- i)Κατ' αρχάς επιβεβαιώνεται το προηγηθέν συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος 2 είχε ανάμειξη στη διεκπεραίωση πράξεων εκ μέρους του Ενάγοντος και κυρίως ότι υπήρχε επικοινωνία μεταξύ τους σε αντίθεση με ό,τι και οι δύο για διαφορετικούς ίσως λόγους προσπάθησαν να καταδείξουν. Με άλλα λόγια θα ήταν παράλογο να γίνει δεκτή η εκδοχή του Ενάγοντος πως για τέσσερις μήνες δεν μίλησε με κανέναν, ότι όλα έγιναν δολίως εκ μέρους της Εναγομένης 1 και παρόλα αυτά λειτουργός της τον ενημερώνει ξαφνικά στις 12.1.09 για ζημιές. Έχω τη γνώμη πως σε περίπτωση δόλιας εξανέμισης του χαρτοφυλακίου του το αναμενόμενο από πλευράς οποιωνδήποτε δρούσαν από μόνοι τους και ανενόχλητοι για τέσσερις μήνες θα ήταν να αποκρύψουν τη δράση τους εν αναμονή ενδεχόμενης βελτίωσης της κατάστασης (και όχι να την ομολογήσουν).
- ii)Το δεύτερο συμπέρασμα είναι πως ο Ενάγων έλαβε μεν το μήνυμα στις 12.1.09 αλλά δεν προέβη σε οποιαδήποτε άμεση ενέργεια ή διαμαρτυρία προς την Εναγομένη 1, όπως υπό άλλες περιστάσεις θα ήταν εύλογο να πράξει επενδυτής που διαπιστώνει κάτι τέτοιο σε αντίθεση με όσα πίστευε για τέσσερις μήνες, ότι δηλαδή χωρίς να δώσει οποτεδήποτε οδηγίες έγιναν πράξεις εκ μέρους του. Η εμφάνιση του σε λειτουργούς στην Εναγομένη έγινε στις 19.1.09, ήτοι μόνο μετά τα δημοσιεύματα στον Τύπο και την ανακοίνωση της Εναγομένης 1 ημερ. 16.1.09 (Τεκμήριο 20), προφανώς επειδή ο Ενάγων θέλησε να εντάξει και τη δική του περίπτωση στις υπόλοιπες. Δεν αμφισβητείται πως στην περίπτωση του Ενάγοντος δεν ετίθετο θέμα ούτε αλλαγής διεύθυνσης αλληλογραφίας ούτε παραποίησης καταστάσεων λογαριασμού. Ούτε βέβαια δύναται να εξαχθεί οποιοδήποτε συμπέρασμα από την παραδοχή σε άσχετη ποινική υπόθεση για την οποίαν εδώ ούτως ή άλλως δεν παρουσιάστηκαν καν τα γεγονότα επί των οποίων επιβλήθηκε ποινή (ούτως ώστε να είχε οποιαδήποτε σημασία σε αστική αγωγή). Το ότι δεν ετίθετο θέμα πλαστογραφιών στην περίπτωση του προφανώς συνιστά και τον λόγο για τον οποίο δεν υπέβαλε παράπονο στην εσωτερική Ειδική Επιτροπή, καθώς και τον λόγο για τον οποίο δεν υπήρξε θετική ανταπόκριση στην επιστολή των δικηγόρων του. Με την οποία, ας σημειωθεί, αξίωνε τη διαφορά των €100.000 με το υπόλοιπο της αξίας χαρτοφυλακίου του, καθώς και μεταφορά των μετοχών ενώ αν ευσταθούσε η εκδοχή του, περί μη διενέργειας οποιασδήποτε επένδυσης, λογικά θα έπρεπε να αξιώνει απλά τα χρήματα που κατέθεσε, μη ενδιαφερόμενος για ύπαρξη ή όχι μετοχών στο χαρτοφυλάκιο του, το οποίο κατά τα άλλα ήταν μηδενικό και κατά τον ίδιο έπρεπε να παρέμενε έτσι για τέσσερις μήνες. Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης και πέραν της απόρριψης της εκδοχής του Ενάγοντος θα πρέπει να σημειωθεί πως εν τέλει και με την αγόρευση του είναι παραδεκτό πως στις 8.9.08 καταρτίστηκε σύμβαση και πως το περιεχόμενο της είναι ως το Τεκμήριο 1. Οι όποιες μεμψιμοιρίες του Ενάγοντος είτε για το έντυπο περιεχόμενο της είτε για το χειρόγραφο μέρος της δεν μπορούν να έχουν οποιαδήποτε αξία τόσο λόγω των ευρημάτων του Δικαστηρίου όσο και λόγω της σαφέστατης εν τέλει αποδοχής του περιεχομένου της σύμβασης. Τονίζεται όμως πως ακόμα και αν γινόταν δεκτό ότι ο Ενάγων υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο εν λευκώ και πάλι σε καμιά περίπτωση δεν θα μπορούσε να επιτύχει οποιοδήποτε επιχείρημα περί δόλιας συμπλήρωσης των εγγράφων. Αυτό διότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας θα απορρίπτετο οποιαδήποτε προβαλλόμενη θέση ότι δεν γνώριζε τι υπέγραφε ή ότι πίστευε πως υπέγραφε κάτι ολότελα διαφορετικό από αυτά που υπέγραψε ή ότι θα είχε επιδείξει την απαραίτητη προσοχή και επιμέλεια πριν υπογράψει εν λευκώ (Τουτζικιάν ν. Λαϊκής Κυπριακής (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1240, "Η Σύμβαση στο Κυπριακό Δίκαιο", Π. Πολυβίου, 2017, σελ.337 επ.). Ο Ενάγων στην αγόρευση του υποστηρίζει ότι δεν έχει αμφισβητηθεί από τους διαδίκους αφενός το ότι δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε εντολές και αφετέρου το ότι οι γραπτές εντολές που βρέθηκαν στον φάκελο είναι πλαστογραφημένες. Όμως τόσο τα δικόγραφα όσο και η προσφερθείσα μαρτυρία καταδεικνύουν πως δεν ήταν αναμφισβήτητοι οι πιο πάνω ισχυρισμοί. Μέσα δε από την αξιολόγηση έχει διαφανεί πως υπήρχε επικοινωνία του Ενάγοντος και πως έδωσε εντολές ενώ ως προς τις γραπτές εντολές επίσης δεν έγινε δεκτή η προσκομισθείσα, είτε εμπειρογνώμονη είτε δική του μαρτυρία. Ως προς το θέμα των γραπτών εντολών επισημαίνεται πως δεν αμφισβητείται ότι αυτές ήταν μέρος του φακέλου και ότι ήταν ο ίδιος ο οποίος ισχυρίστηκε στο δικόγραφο του πως είχαν πλαστογραφηθεί. Από αυτής της πλευράς η υπόθεση παρουσιάζει ομοιότητες με τη Χαρούς ν. Χαρούς κ.α
(2010)1(Α) Α.Α.Δ. 267, στην οποία η ενάγουσα είχε ισχυριστεί πως το πληρεξούσιο (βάσει του οποίου μεταβιβάστηκε περιουσία) ήταν πλαστογραφημένο. Στην εν λόγω υπόθεση αναφερόμενο σε παλαιότερη νομολογία το Εφετείο κατέληξε ως εξής: «Το πρωτόδικο δικαστήριο παρέθεσε το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Doe d. Devine v. Wilson [1855] 14 E.R. 581 P.C., στην οποία κάνει αναφορά και το Εφετείο στην υπόθεση Cypromix Concentrates Co. Ltd. (πιο πάνω): «If indeed by the pleadings in a civil case, a direct issue of forgery or not, be raised, the onus would lie on the party asserting the forgery, and this would be more like a criminal proceeding ..." Στη συνέχεια το πρωτόδικο δικαστήριο αποφάσισε ότι η εφεσείουσα (ενάγουσα) έφερε το βάρος απόδειξης ότι το πληρεξούσιο ήταν πλαστογραφημένο, με το εξής σκεπτικό: (σελ. 20): «Με όλο το δέοντα σεβασμό, ό,τι εφάρμοσε το Εφετείο στις πιο πάνω δυο υποθέσεις είναι το γενικό κανόνα που ισχύει σε αστικές υποθέσεις και θέλει το διάδικο ο οποίος προβάλλει κάποιο ουσιώδη ισχυρισμό με το δικόγραφο του να πρέπει επίσης και να τον αποδείξει προς ικανοποίηση του δικαστηρίου για να μπορεί να επιτύχει σ' αυτόν. Πρόκειται για το νομικό βάρος απόδειξης (legal burden of proof) το οποίο παραμένει αμετάθετο καθ' όλη τη διάρκεια της υπόθεσης και καθορίζεται εξ' αρχής από τη δικογραφία. Στη βάση του κανόνα αυτού όταν ο ενάγοντας προβάλλει ως ουσιαστικό συστατικό στοιχείο της αξίωσης του ισχυρισμό για διενέργεια σε βάρος του πλαστογραφίας οφείλει να το αποδείξει, στη βάση βέβαια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Αυτό επιβεβαιώνεται στο τελευταίο πιο πάνω απόσπασμα από την προαναφερθείσα αγγλική υπόθεση.» Είμαστε της άποψης ότι με βάση τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης η εφεσείουσα, που ήταν ενάγουσα, είχε με βάση το γενικό κανόνα το βάρος να αποδείξει την υπόθεση της και εφόσον μεταξύ των ισχυρισμών της ήταν και το ότι το πληρεξούσιο ήταν πλαστογραφημένο, ορθά το πρωτόδικο δικαστήριο κατέληξε ότι η εφεσείουσα είχε το βάρος απόδειξης της, κατ' ισχυρισμό της, πλαστογραφίας. Τόσο η υπόθεση Cypromix Concentrates Co. Ltd., όσο και η υπόθεση Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ., πιο πάνω, διαφοροποιούντο ενόψει των γεγονότων τους.» Οι δύο παλαιότερες υποθέσεις ήταν οι Ελληνική Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Ε.Τ. Autuspares Enterprise Ltd
(1998)1 AAΔ 843 και Cypromix Concentrates Co Ltd v. Vitafor N.V.
(2001)1 AAΔ
- Στην πρώτη είχε κριθεί πως ενόψει των ισχυρισμών που είχαν προβληθεί ήταν οι ενάγοντες που είχαν το βάρος απόδειξης και στη δεύτερη ότι στο πλαίσιο των δεδομένων ήταν οι εναγόμενοι που όφειλαν να αποδείξουν τη δέουσα εκτέλεση των εγγράφων κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η διαφοροποίηση έγκειτο στο ότι το βάρος εκεί είχε υπό τις περιστάσεις εναποτεθεί στον διάδικο ο οποίος επικαλείτο τη γνησιότητα πλην όμως το ουσιώδες είναι πως αυτό έγινε επειδή αυτός ο διάδικος (στη μια περίπτωση η ενάγουσα τράπεζα και στην άλλη η εναγόμενη εταιρεία) είχαν προβάλει τους συγκεκριμένους ισχυρισμούς περί ύπαρξης των εγγράφων, προσκομίζοντας σχετική μαρτυρία. Τα πιο πάνω επιβεβαιώνονται και από τη μεταγενέστερη υπόθεση Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.α ν. Κακαβού, Πολ. Εφ. 278/10, ημερ. 15.10.
- Ήταν περίπτωση κατά την οποία και πάλι το βάρος εναποτέθηκε στον διάδικο ο οποίος επικαλείτο τη γνησιότητα του εγγράφου αλλά κατά ανάλογο τρόπο αυτό έγινε επειδή αυτός ήταν που το είχε επικαλεστεί στο δικόγραφο του ακριβώς με το σκεπτικό ότι: «Η νομολογία σε σχέση με την απόδειξη δικογραφημένων ισχυρισμών έχει παγιωθεί. Ο διάδικος ο οποίος εγείρει κάποιο ισχυρισμό προβάλλοντας την ορθότητα του, οφείλει να αποδείξει τα λεχθέντα ώστε ο απλός ισχυρισμός, («allegation of fact»), να μετατραπεί μέσα από την προσαγωγή κατάλληλης και πειστικής μαρτυρίας σε γεγονός («fact»).» Μάλιστα δε, στην Αρχιππέα (ανωτέρω), κρίθηκε πως η παλαιότερη υπόθεση Χαρούς (ανωτέρω) συνηγορούσε υπέρ της ίδιας κατάληξης με το εξής σκεπτικό: «Η υπόθεση Χαρούς ν. Χαρούς
(2010)1 A.A.Δ. 267 την οποία επικαλούνται οι εφεσείοντες ως προς το βάρος απόδειξης επί του υπό συζήτηση θέματος, όχι μόνο δεν τους βοηθά, αλλά αντίθετα είναι εναντίον τους. Και αυτό διότι στην υπόθεση ήταν η ενάγουσα που είχε προβάλει στο δικόγραφο της τον ισχυρισμό ότι συγκεκριμένο πληρεξούσιο ήταν πλαστογραφημένο. Ορθά διαφοροποιήθηκε από το εκεί Εφετείο, η υπόθεση Cypromix Concetrates Co Ltd v. Vitafor N.V.
(2001)1 Α.Α.Δ. 676 την οποία και μνημόνευσε το πρωτόδικο Δικαστήριο, όπου κρίθηκε ότι ήταν οι εναγόμενοι που όφειλαν να αποδείξουν «.. πως τα έγγραφα που οι ίδιοι είχαν επικαλεστεί και προσήγαγαν είχαν εκτελεστεί δεόντως, πως δηλαδή, κατά το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, προέρχονταν από τους ενάγοντες». Πόσο (sic) μάλλον εδώ που η εκδοχή των εφεσειόντων ήταν πως το Τεκμήριο 13 ήταν έγγραφο το οποίο στην ουσία οι ίδιοι κατήρτισαν με επιμαρτύρηση ατόμου που ήταν συνεργάτης τους. Όπως έχει λεχθεί και στην υπόθεση Doe d. Davine v. Wilson
(1855)10 Moo P.C.C. 502, το βάρος απόδειξης πλαστογραφίας είναι με το διάδικο εκείνο που εγείρει τέτοιο ζήτημα, αλλά σε αστική δίκη το επίπεδο είναι στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ στην ποινική δίκη το βάρος το έχει κατά κανόνα η κατηγορούσα αρχή που ισχυρίζεται πλαστογραφία εγγράφου στο επίπεδο της απόδειξης πέραν πάσης λογικής αμφιβολίας.» Στην παρούσα περίπτωση η όλη υπόθεση του ενάγοντος στηρίχθηκε στην προβληθείσα (στην §11 της έκθεσης απαίτησης) θέση ότι είχαν πλαστογραφηθεί «εντολές πληρωμών και εντολές χρηματιστηριακών πράξεων από την εναγόμενη 1» (προφανώς εννοεί από τον εναγόμενο 2) και ότι η δόλια αυτή συμπεριφορά επέφερε τη ζημιά στον ίδιο τον ενάγοντα. Όπως ισχυρίστηκε σε άλλο σημείο (§16) η ευθύνη των εναγομένων προκύπτει από το ότι η ζημιά προκλήθηκε ένεκα της παράνομης και αντισυμβατικής συμπεριφοράς του εναγομένου 2 να πλαστογραφεί και ή παραποιεί εντολές πράξεων και ή εντολές μεταφοράς χρημάτων. Δεν υπάρχει λοιπόν αμφιβολία πως το ζήτημα πλαστογραφημένων εγγράφων το έχει εγείρει ο Ενάγων, ο οποίος και τα προσκόμισε με μαρτυρία εμπειρογνώμονα, χωρίς όμως να έχει αποσείσει το βάρος το οποίο ανέλαβε, στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Περαιτέρω ο ενάγων, στην αγόρευση του, αναγνωρίζοντας τώρα ότι η εναγόμενη 1 κατείχε και χρηματοοικονομικά μέσα (πέραν από κεφάλαια του), προβάλλει πως εκείνη δεν προστάτευσε τα συμφέροντα του διότι επέτρεπε στον εναγόμενο 2 να δρα αυθαίρετα και να προβαίνει σε παράνομες ενέργειες κατά παράβαση του άρθρου 18
(2)(θ) και (ι) του Ν. 144(ι)/
- Το μόνο το οποίο έχει καταδειχθεί είναι πως υπήρξαν περιπτώσεις όπου ο εναγόμενος 2 εκτέλεσε ο ίδιος προσωπικά τις εντολές του ενάγοντος για χρηματιστηριακές πράξεις, χρησιμοποιώντας προς τούτο τον κωδικό του συναδέλφου του. Αυτή όμως η ενέργεια του, παρά τις όποιες άλλες πτυχές ενδεχομένως να έχει, δεν διασυνδέεται αιτιωδώς με την πτώση στις αξίες του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος, η οποία (πτώση) οφείλεται αναμφίβολα στις διακυμάνσεις των χρηματιστηριακών αξιών κατά το 2008 και 2009 βάσει επίσης αναντίλεκτης σχετικής μαρτυρίας (Τεκμήριο 21). Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους καταλήγω πως ο ενάγων δεν έχει αποδείξει την υπόθεση του και ως εκ τούτου αυτή απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος του και προς όφελος των εναγομένων 1 και 2 ως θα υπολογιστούν, συν Φ.Π.Α. Όσον αφορά την απαίτηση της εναγόμενης 1 εναντίον του εναγομένου 2, αναμφίβολα και αυτή θα πρέπει να απορριφθεί. Τονίζεται πως η εναγόμενη 1 ούτε υποστήριξε τους ισχυρισμούς της, ούτε προσκόμισε οποιαδήποτε μαρτυρία προς απόδειξη τους εις βάρος του εναγομένου
- Ως εκ τούτου η διαδικασία συνεναγομένου υπό της εναγομένης 1 εναντίον του εναγομένου 2 απορρίπτεται με έξοδα εις βάρος της και υπέρ του εναγομένου 2, ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α. Η Ειδοποίηση Συνεναγομένου του εναγομένου 2 εναντίον της εναγομένης 1 απορρίπτεται λόγω μη προώθησης, χωρίς οποιαδήποτε διαταγή για έξοδα. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο