← Κύπρος

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ ν. ΓΙΑΓΚΟΥ, Αρ. Αγωγής:3511/13, 5/9/2019

ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ ν. ΓΙΑΓΚΟΥ, Αρ. Αγωγής:3511/13, 5/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A397 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ:Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ Αρ. Αγωγής:3511/13 ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΑΡΑΓΩΓΗΣ ΖΩΟΤΡΟΦΩΝ Εναγόντων και XXXXX ΓΙΑΓΚΟΥ Εναγομένου Ημερομηνία:5/9/2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Α. Ξυψιτή Για Εναγόμενο: κος Α. Γιάγκου ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Έγγραφες Προτάσεις Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, οι Ενάγοντες αξιώνουν από τον Εναγόμενο το ποσό των €26.047, 63 με τόκο 5,5% ετησίως από 13/01/12 μέχρι εξοφλήσεως, το οποίο, ως ισχυρίζονται, προκύπτει από την υπογραφή γραμμάτιου συνήθους τύπου, ημερομηνίας 13/01/12, το οποίο έληξε στις 30/08/

  1. Στην τροποποιημένη έκθεση Υπεράσπισης ο Εναγόμενος αρνείται την υπογραφή του επίδικου γραμμάτιου ή οποιουδήποτε άλλου εγγράφου και ισχυρίζεται ότι, εάν όντως προκύπτει η ύπαρξη της υπογραφής του στο επίδικο γραμμάτιο, αυτό είναι προϊόν δόλου και απάτης, αφού ο Εναγόμενος ανέλαβε την οφειλή που προέκυπτε από το υπόλοιπο ποσό Αγωγής, που καταχωρήθηκε εναντίον της Εταιρείας Κτηνοτροφικές Επιχειρήσεις Ι. Γιάγκου και Υιοί Λτδ, στην οποίαν ο ίδιος εργάζεται ως διευθυντής, η οποία αρχικά αξίωνε το ποσό των €2.988,17 και εν τέλει εκδόθηκε απόφαση εναντίον της για το ποσό των €2.
  2. Είναι η θέση του Εναγόμενου ότι ο ίδιος ανέλαβε τη διαφορά που προέκυπτε, ήτοι €20.841, 27, και είναι το γραμμάτιο γι' αυτό το ποσό που υπέγραψε. Συγκεκριμένα, στην παράγραφο 6.II.ε) αναφέρεται: "Ως εκ των ανωτέρω, ο Εναγόμενος αποτάθηκε σε εμπειρογνώμονα, με σκοπό να εξετάσει το ενδεχόμενο να πλαστογραφήθηκε η υπογραφή του, εφόσον είναι απόλυτα βέβαιος ότι το ποσό για το οποίο είχε θέσει την υπογραφή του δεν ανερχόταν στις €26.047, 63". Προέβαλε, δε, περαιτέρω τη θέση ότι σε τακτά χρονικά διαστήματα στάλθηκε σ' αυτόν ανάλυση λογαριασμού από τους Ενάγοντες ότι το οφειλόμενο ποσό σε αυτούς ήταν €20.844,
  3. Η μαρτυρία Η Αγωγή οδηγήθηκε σε ακρόαση. Μ.Ε.1 Για την πλευρά των Εναγόντων κατάθεσε, ως πρώτος μάρτυρας, ο κύριος XXXXX Ν. Στρούθος, ο οποίος, ως ανέφερε, προσέφερε υπηρεσίες είσπραξης χρεών και προς τούτο είχε συνεργασία με τους Ενάγοντες, οι οποίοι του ανάθεσαν να εισπράξει οφειλόμενο προς αυτούς ποσό από την Εταιρεία Κτηνοτροφικές Επιχειρήσεις Ι. Γιάγκου και Υιοί Λτδ. Προς τούτο, καταχωρήθηκε η Αγωγή 904/08 εναντίον της εν λόγω Εταιρείας, για το ποσό των €22.988,17, πλέον τόκους και έξοδα. Ο μάρτυς ανέφερε ότι η εν λόγω Αγωγή είχε οριστεί σε διάφορες ημερομηνίες, μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων, και για την οποίαν εν τέλει οι Ενάγοντες κατέληξαν σε συμβιβασμό να εισπράξουν από την Εταιρεία το ποσό των €2.147 και για το υπόλοιπο να υπογραφτεί γραμμάτιο από τον Εναγόμενο, αφού υπέδειξε στους Ενάγοντες ότι ο ίδιος το όφειλε προσωπικά. Στα δύο ποσά, που θα εκδίδονταν απόφαση εναντίον της Εταιρείας και γραμμάτιο εναντίον του Εναγόμενου και στο κάθε ποσό θα χρεωνόταν η αναλογία των εξόδων και των τόκων της υπόθεσης. Με βάση αυτήν τη συμφωνία, ετοιμάστηκε το γραμμάτιο ημερομηνίας 13/01/12, το οποίο υπογράφτηκε από τον Εναγόμενο στην παρουσία του μάρτυρα και του XXXXX Κωνσταντινίδη, που βρισκόταν τότε στην υπηρεσία των Εναγόντων αλλά και στην παρουσία των δικηγόρων των μερών, και ακολούθως εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση εναντίον της Εταιρείας. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι οι Ενάγοντες ξεγελάστηκαν, σε σχέση με το όνομα της Εταιρείας, το οποίο, παρά τη συμφωνία για έκδοση απόφασης, ουδέποτε τέθηκε από την πλευρά της Εταιρείας ποιο ήταν, με αποτέλεσμα να εκδώσουν απόφαση στο όνομα της Εταιρείας ως αναγραφόταν στο κλητήριο ένταλμα και να ειδοποιηθούν αργότερα ότι το πραγματικό όνομα της Εταιρείας ήταν Κτηνοτροφικές Επιχειρήσεις Γιώτα Γιάγκου και Υιοί Λτδ και όχι Κτηνοτροφικές Επιχειρήσεις Ι. Γιάγκου και Υιοί Λτδ. Η αντεξέταση του μάρτυρα εστιάστηκε γύρω από τις συνθήκες υπογραφής του γραμματίου αλλά και τη φύση της εργασίας του. Ο ίδιος εξήγησε ότι πληρωνόταν ανάλογα με το χρέος και σε αυτό υπολογίζονταν οι τόκοι, που είχε να εισπράξει, ενώ αρνήθηκε υποβολές ότι ασκούσε δικηγορική εργασία. Ήταν η θέση του ότι το γραμμάτιο πριν υπογραφεί το έδωσε στον Εναγόμενο, στην παρουσία του δικηγόρου του, για να το εξετάσει. Στις ερωτήσεις, δε, της αντεξέτασης για τη διαφορά που προέκυπτε από το αξιούμενο ποσό, όπως αυτό προέκυπτε με βάση την Αγωγή 904/08 και εμφαίνεται και στα Τεκμήρια που κατατέθηκαν αναλύσεις λογαριασμού, ο μάρτυρας εξήγησε ότι οι Ενάγοντες στα βιβλία τους είχαν την πρακτική να μην χρεώνουν τόκους και έξοδα και ότι στις καταστάσεις λογαριασμών, που τηρούνταν, δεν επιβαρύνετο το ποσό, που οφειλόταν στους Ενάγοντες, με τόκους ή έξοδα και ως εκ τούτου, η ανάλυση λογαριασμού δεν αντικατόπτριζε την πραγματική οφειλή του Εναγόμενου. Μάλιστα, επί τούτου, ο μάρτυρας υπέδειξε ότι, σε συνεννόηση με τους Ενάγοντες, είχε συμφωνηθεί να μην αποστέλλεται κατάσταση λογαριασμού στον Εναγόμενο, για να μην δημιουργηθεί η οποιαδήποτε σύγχυση. Ήταν, δε, η θέση του μάρτυρα ότι το ποσό των τόκων και των εξόδων, σε σχέση με το υπόλοιπο που παρέμεινε από την έκδοση της δικαστικής απόφασης εναντίον της Εταιρείας, είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών, αρνούμενος οποιεσδήποτε υποβολές περί εξαπατήσεως του Εναγόμενου. Περαιτέρω, ήταν η θέση του μάρτυρα, σε επίμαχη ερώτηση της αντεξέτασης, ότι το λεκτικό του γραμματίου, που αναφέρεται σε μετρητά, αντικατοπτρίζει τις πράξεις στις οποίες κατέληξαν στις μεταξύ των Εναγόντων και Εναγόμενου συναλλαγές, από τις οποίες οι Ενάγοντες ανέμεναν να πληρωθούν τοις μετρητοίς. Μ.Ε.2 Δεύτερος μάρτυρας για την πλευρά των Εναγόντων κατάθεσε ο XXXXX Κωνσταντινίδης, ο οποίος, ως ανέφερε, εργαζόταν στην υπηρεσία των Εναγόντων από το 2009 μέχρι και το 2018 και ο οποίος υπέγραψε, ως μάρτυρας στο επίδικο γραμμάτιο, Τεκμήριο
  4. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι, εξ' όσων μπορούσε να θυμηθεί, στις 13/01/12 ο Εναγόμενος υπέγραψε, στην παρουσία του ιδίου του XXXXX Στρούθου, της δικηγόρου που εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες και του δικηγόρου που εκπροσωπούσε τον Εναγόμενο, το γραμμάτιο Τεκμήριο
  5. Αναγνώρισε επί τούτου την υπογραφή και το όνομα του ολογράφως στο σημείο 1, κάτω από την αναφορά "μάρτυρες". Ως ο μάρτυς ανέφερε, ήταν στην υπηρεσία του λογιστηρίου των Εναγόντων και επί τούτου ρωτήθηκε σε σχέση με τις αναλυτικές καταστάσεις λογαριασμού, που αφορούσαν τον Εναγόμενο. Ο μάρτυς εξήγησε, επί των αναλυτικών καταστάσεων ότι οι Ενάγοντες ουδέποτε ανέγραφαν τόκους και έξοδα, μέχρι να ξεκαθαρίσει η υπόθεση στο Δικαστήριο. Εξήγησε ότι αυτή ήταν η πρακτική τους και γι' αυτόν τον λόγο ο ίδιος είχε αναφέρει στο προσωπικό να μην αποστέλλει κατάσταση λογαριασμού, στα άτομα για τα οποία εκκρεμούσαν δικαστικές αποφάσεις. Όταν αντεξετάστηκε σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής του επίδικου εγγράφου, ερωτώμενος κατά πόσο υπήρξαν περισσότερα από ένα έγγραφα κατά τη μέρα που έγινε η συμφωνία και η υπογραφή του Τεκμηρίου 2 μεταξύ των μερών, ο μάρτυρας ανέφερε ότι, εξ όσων μπορούσε να θυμηθεί, κατά τη μέρα υπογραφής του επίδικου εγγράφου, υπήρχε ένα έγγραφο, το οποίο δόθηκε στην πλευρά του Εναγόμενου και στον δικηγόρο του, ο οποίος, μετά που το εξέτασε, το υπέγραψε. Περαιτέρω, ο μάρτυρας δήλωσε ότι δεν μπορούσε να εξηγήσει στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίον υπολογίστηκαν οι τόκοι και τα έξοδα και συμπεριλήφθηκαν στο επίδικο γραμμάτιο που υπογράφτηκε, αφού, ως ανέφερε, ο ίδιος δεν τα είχε υπολογίσει. Μ.Υ.1 Μοναδικός μάρτυρας για την πλευρά της Υπεράσπισης, προσήλθε ο Εναγόμενος, ο οποίος υιοθέτησε γραπτή δήλωση και αντεξετάστηκε. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι, αφού ταλαιπωρήθηκε για αρκετά χρόνια από υπόθεση που εκκρεμούσε στο Δικαστήριο εναντίον της Εταιρείας Κτηνοτροφικές Επιχειρήσεις Ι. Γιάγκου και Υιοί Λτδ και ενώ ο ίδιος ήτο ειλικρινής από την αρχή ότι η Εταιρεία δεν όφειλε το ποσό που αξιώνετο διά της Αγωγής 904/08 αλλά μικρότερο, για το οποίο είχε προσκομίσει και τα απαραίτητα αποδεικτικά στοιχεία, οι Ενάγοντες επέλεξαν να τον ταλαιπωρήσουν για μεγάλο χρονικό διάστημα, αποδεχόμενοι εν τέλει την έκδοση απόφασης για το ποσό που ο ίδιος ισχυριζόταν ότι οφείλετο από την Εταιρεία, ήτοι το ποσό των €2.147 και μετέφεραν το υπόλοιπο που αξιωνόταν με την Αγωγή 904/08 στο όνομα του ιδίου, για το οποίο ο ίδιος απεδέχθη να υπογραφεί γραμμάτιο. Ο ίδιος, μάλιστα, ανέφερε ότι από την έκδοση της απόφασης στα πλαίσια της Αγωγής 904/08 αισθάνθηκε ικανοποιημένος, αφού αυτή τον δικαίωνε, σε σχέση με τις πολυετείς αναφορές του προς τους Ενάγοντες. Κατά την αντεξέταση, δε, επανέλαβε πολλάκις ότι ήταν οι ενέργειες του ιδίου που οδήγησαν στην έκδοση απόφασης και ότι οι Ενάγοντες τον ξεγέλασαν σε σχέση με το ποσό που οφειλόταν από τον ίδιο. Μάλιστα, ανέφερε ότι η απλή μαθηματική πράξη αφαίρεσης του ποσού που αξιωνόταν με την Αγωγή από το ποσό που εν τέλει επιδικάστηκε εναντίον της Εταιρείας τον επιβεβαιώνει και ότι οι Ενάγοντες με δόλιο τρόπο ζητούν να εισπράξουν μεγαλύτερο από το οφειλόμενο ποσό. Ο μάρτυρας σε ευθεία ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσο υπέγραψε δύο έγγραφα αρνήθηκε να απαντήσει. Καθ' όλην, δε, τη διάρκεια της αντεξέτασης επέμενε ότι ο ίδιος έχει υπογράψει γραμμάτιο για το ποσό των €20.841, 17, το οποίο στην γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι του υποδείχθηκε από τον κύριο Στρούθο (παράγραφος 5). Κατά την αντεξέταση, δε, ήταν συνήθεις και συχνές οι αναφορές του να του εξηγηθεί ο τρόπος με τον οποίον υπολογίστηκε το ποσό που ζητείται με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, αρνούμενος ότι το υπόλοιπο και η διαφορά, που προκύπτει από τις €20.000 στις €26.000, αφορά τόκους και έξοδα. Ο μάρτυρας, δε, αντεξετάστηκε εκτεταμένα σε σχέση με την Αγωγή 904/08 και τον ρόλο που διαδραμάτισε σε αυτήν, με την πλευρά των Εναγόντων να εισηγείται ότι ξεγέλασε σε σχέση με το όνομα της Εταιρείας και τον Εναγόμενο να αρνείται τις υποβολές. Αξιολόγηση: Οι μάρτυρες κρίνονται από τη συμπεριφορά και το λόγο που εκφέρουν στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο για την αξιολόγησή τους εφαρμόζει τις καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές αξιολόγησης (βλ. Mohamed ν. Δημοκρατία

(2010)2 ΑΑΔ 266, Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541, Φάρμα Ρένου Χ΄Ιωάννου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ν. Χίννη, Πολ. Έφεση 14/2009, 20/6/2012, Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ο Λόρδος Bingham σε άρθρο του "The Judge as Juror: The Judicial Determination of Factual Issues" (εκδόθηκε στο "The Business of Judging", Oxford 2000[1]), έθεσε τις εξής κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων (σελ. 6 - 7): ''The main tests needed to determine whether a witness is lying or not are, I think, the following, although their relative importance will vary widely from case to case:
(1)the consistency of the witness's evidence with what is agreed, or clearly shown by other evidence, to have occurred;
(2)the internal consistency of the witness's evidence;
(3)consistency with what the witness has said or deposed on other occasions;
(4)the credit of the witness in relation to matters not germane to the litigation;
(5)the demeanour of the witness. The first three of these tests may in general be regarded as giving a useful where the truth lies. If a witness's evidence conflicts with what is clearly shown to have occurred, or is internally self-contradictory, or conflicts with what the witness has previously said, it may usually be regarded as suspect. It may only be unreliable, and not dishonest, but the nature of the case may effectively rule out that possibility. The fourth test is perhaps more arguable....... Cross examination as to credit is often, no doubt, a valuable and revealing exercise, but the fruits of even a successful cross- examination need to be appraised with some care. And so to demeanour, an important subject because it is the trial judge's opportunity to observe the demeanour of the witness and from that to judge his or her credibility, which is traditionally relied on to give the judge's findings of fact their rare degree of inviolability....." Το Δικαστήριο, αφού κρίνει μάρτυρα ως αξιόπιστο, μπορεί να επιλέξει μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο. Στην Mohamed ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) ο Δ. Κληρίδης ανέφερε τα ακόλουθα (σελ. 278): «Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 CLR 212, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)1 ΑΑΔ 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168).» Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με προσοχή. Στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, ο Δ. Κωνσταντινίδης ανέφερε στη σελ. 528: «Ωστόσο η ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο μέρος δεν είναι απόλυτη. Υπόκειται στον εξής περιορισμό. Πρέπει να αιτιολογείται η σχετική προσέγγιση. Η έντονη πεποίθηση ότι ένας μάρτυρας είπε την αλήθεια δεν αποτελεί αιτιολογία για την απόρριψη μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που έχει κριθεί αξιόπιστος.» Μ.Ε.1 Ο μάρτυρας άφησε πολύ καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Η αντεξέταση δεν κατάφερε με κανέναν τρόπο να πλήξει τη μαρτυρία του. Οι αναφορές και οι εξηγήσεις που έδωσε, τόσο σε σχέση με τα ποσά όσο και σε σχέση με τις συναλλαγές, τις οποίες έκαναν οι Ενάγοντες στα πλαίσια των εμπορικών τους σχέσεων με τους πελάτες τους, ήταν λογικοφανείς και η όλη θέση της αντεξέτασης, ότι ο μάρτυρας υπέδειξε άλλο έγγραφο από αυτό που εν τέλει υπογράφτηκε, δεν έπεισε το Δικαστήριο. Αντιθέτως, ο ΜΕ1 ήταν σαφής και σταθερός στις θέσεις του, είχε επαρκή μνήμη σε σχέση με τα επίδικα θέματα και θεωρώ ότι το Δικαστήριο μπορεί να βασιστεί στη μαρτυρία του, για να εξάξει ασφαλή συμπεράσματα. Ένα καίριο σημείο της μαρτυρίας του ΜΕ1 ήταν η θέση του ότι το έγγραφο, πριν υπογραφτεί από τον Εναγόμενο, εξετάστηκε από τον δικηγόρο που τον εκπροσωπούσε. Επί τούτης της αναφοράς του, ο μάρτυρας ουδόλως αντεξετάστηκε. Είναι καλά γνωστές οι συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης επί ουσιώδους σημείου. (βλ Frederickou Schools Co. Ltd-Ν- Acuac Inc.,
(2002)1ΑΑΔ
  1. Εν προκειμένω, η εν λόγω αναφορά του μάρτυρα αλλά και το γεγονός ότι αυτή έμεινε αναντίλεκτη έχει μεγάλη σημασία και θα επεξηγηθεί πιο κάτω. Μ.Ε.2 Ο ΜΕ2 άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Εξήγησε χωρίς υπεκφυγές αυτά που θυμόταν, αναγνώρισε την υπογραφή του επί του επίδικου εγγράφου και θεωρώ ότι όσα ανέφερε στο Δικαστήριο, σε σχέση με τις συνθήκες υπογραφής του εγγράφου, αντικατοπτρίζουν τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης. Περαιτέρω δέχομαι τις αναφορες του σε σχέση με τους λόγους για τους οποιους στις καταστάσεις λογαριασμών που διατηρούσε η Εταιρεία δεν υπολογίζονταν οι τόκοι και α εξοδα. Μ.Υ.1 Ο ΜΥ1 άφησε στο Δικαστήριο πολύ κακή εντύπωση. Ήταν πέρα από διάχυτη η προσπάθεια του να πείσει το Δικαστήριο σε τις αναφορές του ότι ξεγελάστηκε από τους Ενάγοντες. Η ουσία είναι ότι η μαρτυρία του βρίθει αντιφάσεων. Κατ' αρχάς στην παράγραφο 3 της τροποποιημένης έκθεσης Υπεράσπισης, ημερομηνίας 23/04/19 ο ίδιος αρνείται ότι υπέγραψε οποιοδήποτε έγγραφο. Ακολούθως, διαζευκτικά, αναφέρει ότι υπέγραψε γραμμάτιο αλλά άλλο από αυτό που αναφέρουν οι Ενάγοντες στην Έκθεση Απαίτησης τους. Η τελευταία εκδοχή διαφοροποιήθηκε περισσότερο κατά την κυρίως εξέταση αφού αποτέλεσε κύριο άξονα της γραπτής του δήλωση, Έγγραφο , ότι είχε την πεποίθηση ότι υπέγραφε άλλο έγγραφο. Κατά την αντεξέταση δε ο μάρτυρας επέμενε ότι υπέγραψε γραμμάτιο για το ποσό των €20.841,
  2. Αρνήθηκε, όμως, να απαντήσει στην εύλογη και ευθεία ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσο είχε υπογράψει δύο έγγραφα. Αυτό έχει τη σημασία του, καθότι ο ίδιος ο μάρτυρας, εν τέλει, απεδέχθη και μετά την εξέταση του Τεκμηρίου 2, του επίδικου γραμμάτιου, από ειδικό γραφολόγο, ότι η υπογραφή επί του Τεκμηρίου 2 είναι δική του. Συνεπώς, η θέση του ότι του υποδείχθηκε άλλο γραμμάτιο και εν τέλει υπέγραψε άλλο γραμμάτιο, ως αναφέρεται στην έκθεση Υπεράσπισης, με τη θέση του ότι το Τεκμήριο 2 υπογράφτηκε από τον ίδιο και σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο ίδιος δεν αποδέχεται ότι υπέγραψε δύο έγγραφα, δημιουργεί τεράστιο κενό στην Υπεράσπιση του Εναγόμενου. Μάλιστα, δε, κατά το στάδιο της αντεξέτασης ο Συνήγορος προσπάθησε να διορθώσει την παράλειψη αυτήν με συγκεκριμένη ερώτηση κατά πόσο ο Εναγόμενος είχε την πεποίθηση ότι υπέγραφε γραμμάτιο για το ποσό των €20.841,17, με τον Εναγόμενο να επιμένει στη θέση που προέβαλε κατά την αντεξέταση, ότι υπέγραψε γραμμάτιο για €20.841,17, ερχόμενος σε διάσταση με τη θέση που εκφράστηκε στην κυρίως του εξέταση, ότι είχε την πεποίθηση ότι υπέγραφε τέτοιο γραμμάτιο. Περαιτέρω, όσον αφορά τη στάση του Εναγόμενου σε σχέση με την έκδοση απόφασης στην Αγωγή 904/08 εναντίον της Εταιρείας και πως αυτός έδωσε τα σωστά στοιχεία για την Εταιρεία στην άλλην πλευρά και αυτή η θέση, ομοίως, δεν έπεισε το Δικαστήριο. Μάλιστα, στα πλαίσια της γραπτής του δήλωσης, Έγγραφο Β, στις παραγράφους 1 και 7 ο ίδιος χρησιμοποιεί το κατά τη θέση του ιδίου λανθασμένο και ανύπαρκτο όνομα της Εταιρείας, αναφέροντας ότι είναι διευθυντής της. Σε διευκρινιστική ερώτηση επί τούτου, ο ίδιος είπε ότι είναι μια σύγχυση που του έχει προκληθεί από την περίοδο έγερσης της Αγωγής. Φυσικά και αυτή η θέση δεν έχει πείσει το Δικαστήριο. Είναι φανερό ότι ο Εναγόμενος, εκμεταλλευόμενος την ηχητική ομοιότητα του γράμματος "Ι" με του ονόματος "Γιώτα", το οποίο τυγχάνει να είναι, ως ο ίδιος αναφέρει, το όνομα της συζύγου του, άφησε τους Ενάγοντες να εκδώσουν απόφαση εναντίον μιας ανύπαρκτης, κατά τη θέση του ιδίου, εταιρείας, χωρίς να το αναφέρει τούτο επί του δικογράφου της έκθεσης Υπεράσπισης για εκείνην την Αγωγή, το οποίο παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 5, κάτι που φαίνεται ότι ο ίδιος επαναλαμβάνει μέχρι σήμερα, αφού τόσο κατά την τροποποιημένη Υπεράσπιση που κατάθεσε στο Δικαστήριο, στην παράγραφο 6.ΙΙα), όσο και κατά τη γραπτή του δήλωση, στις παραγράφους 1 και 7, συνεχίζει να το χρησιμοποιεί. Η δε αναφορά του μάρτυρα σε σχέση με τον ισχυρισμό που προέβαλε περί πλαστογραφίας, ομοίως θέση του Εναγόμενου δεν έπεισε το Δικαστήριο. Το γεγονός ότι ο ίδιος εργοδότησε εμπειρογνώμονα γραφολόγο, για να εξετάσει το Τεκμήριο 2, επιβαρύνοντας τον με έξοδα, θεωρώ ότι αποτελούν σκέψεις εκ των υστέρων, με μοναδικό σκοπό την αποφυγή πληρωμής των υποχρεώσεων του, η, δε, όλη θέση, στάση και αντίληψη του ότι σε χρέος, που προκύπτει από την αγορά προϊόντων και το οποίο εν τέλει οδηγείται στο Δικαστήριο, δεν θα έπρεπε να επιβληθούν είτε τόκοι είτε έξοδα, η οποία μάλιστα εκφράστηκε εντόνως και ως αν αυτή η πρακτική να έγινε στοχευμένα στον ίδιο, δεν βρίσκουν έρεισμα στη λογική και απορρίπτονται. Μάλιστα, οι όλες αναφορές του σε σχέση με το πόσα εν τέλει στοίχισε σ' αυτόν η πληρωμή της δικαστικής απόφασης εναντίον της Εταιρείας και η όλη στάση του ότι ο ίδιος ήτο ειλικρινής και ευθύς σε σχέση με τις οφειλές του από την πρώτη στιγμή αντικρούεται από την παράλειψη του ιδίου να επισημάνει τη σωστή ονομασία της Εταιρείας στο Δικαστήριο, η οποία, ως ανέφερα, φαίνεται να είναι τακτική που ο ίδιος ακολουθεί μέχρι και σήμερα. Ως εκ τούτων, η μαρτυρία του ΜΥ1 απορρίπτεται συλλήβδην. Ευρήματα Με βάση την αποδεκτή ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, καταλήγω ότι στις 13/01/12 ο Εναγόμενος υπέγραψε το Τεκμήριο 2 στον χώρο του Δικαστηρίου, παρουσία του XXXXX Κωνσταντινίδη, ο οποίος υπέγραψε ως μάρτυρας 1, και του XXXXX Ν. Στρούθου, ο οποίος υπέγραψε ως μάρτυρας 2, αποδεχόμενος ότι οφείλει το ποσό των €26.047, 63 στους Ενάγοντες. Θα προχωρήσω στην εξέταση του Τεκμηρίου 2, ούτως ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο αυτό αποτελεί γραμμάτιο συνήθους τύπου. Το νομοθετικό πλαίσιο καθορίζεται από το Κεφάλαιο 149, άρθρα 78-80 Προέχει επομένως η εξέταση κατά πόσον το έγγραφο που κατατέθηκε στο Δικαστήριο ως τεκμήριο 2 πληροί τις προϋποθέσεις εκείνες που να το καθιστούν γραμμάτιο συνήθους τύπου δυνάμει του άρθρου 78 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.
  3. Με βάση το πιο πάνω άρθρο γραμμάτιο συνήθους τύπου είναι «γραπτή υπόσχεση, που παρέχεται από ένα πρόσωπο σε άλλο, υπογράφεται από το πρόσωπο που την παρέχει στην παρουσία δύο τουλάχιστο μαρτύρων ικανών προς το συμβάλλεσθαι, για πληρωμή, σε πρώτη ζήτηση ή σε ορισμένο χρόνο ή σε προσδιορίσιμο μέλλοντα χρόνο προς πρόσωπο το οποίο ορίζεται στο γραμμάτιο, ποσού χρημάτων, πλέον τόκο που ορίζεται σε αυτό κατά ανώτατο όριο προς εννέα τοις εκατό κατ' έτος και, σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων επ' αυτού, τα συναφή έξοδα, και αναφέρει την αντιπαροχή για την οποία παρέχεται η υπόσχεση». Με βάση το άρθρο 80 του ίδιου Νόμου το γραμμάτιο συνήθους τύπου αποτελεί αμάχητη απόδειξη των γεγονότων που εκτίθενται εκτός αν αποδειχθεί μια από τις τρεις υπερασπίσεις, (α) ότι η υπογραφή του οφειλέτη του χρέους ή άλλου που υπέγραψε το γραμμάτιο δεν είναι στην πραγματικότητα η υπογραφή του, (β) ότι η έκδοση του γραμμάτιο επιτεύχθηκε συνεπεία εξαναγκασμού ή απάτης, (γ) ή υπό περιστάσεις που ανάγονται σε εξαναγκασμό ή απάτη. Μαρτυρία που έχει σκοπό να αντικρούσει το περιεχόμενο του γραμμάτιο δεν θα γίνει δεκτή ή δεν θα ληφθεί υπόψη εκτός αν αφορά σε ισχυρισμούς που τείνουν να αποδείξουν μία από τις πιο πάνω τρεις υπερασπίσεις (βλ. Raιf v. Dervish
(1971)1 C.L.R. 158). Κατ' αρχήν εξετάζοντας το Τεκμήριο 2 διαπιστώνω ότι στην όψη του φέρει όλα τα στοιχεία που απαιτούνται ώστε να θεωρηθεί ως γραμμάτιο συνήθους τύπου . Ο Εναγόμενος ανέλαβε να αποπληρώσει το ποσό των €26.047, 63 με τόκο 5,5% μέχρι την 30/8/2012 . Σε περίπτωση παράλειψης του να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό το γραμμάτιο θα καθίστατο ληξιπρόθεσμο και άμεσα απαιτητό και ανέλαβε να καταβάλει στους Εναγόντες τα δικαστικά και/ή δικηγορικά έξοδα σε περίπτωση λήψης δικαστικών μέτρων. Με την πιο πάνω διαπίστωση, το βάρος μετατίθεται στην πλευρά του Εναγόμενου, η οποία επικαλείται στο σώμα της έκθεσης Υπεράσπισης μιαν εκ των υπερασπίσεων που αναφέρονται στο Άρθρο 80 του Κεφαλαίου 149 και συγκεκριμένα ότι το γραμμάτιο συνήθους τύπου αποτελεί προϊόν δόλου και απάτης. Η μαρτυρία του Εναγομένου προς τούτο έχει απορριφθεί. Περαιτέρω, από την προσαχθείσα ενώπιον του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία, υπάρχουν δεδομένα στην υπόθεση που δεν μπορούν να παραγνωριστούν. Ιδιαίτερη σημασία, στα πλαίσια της εν λόγω υπόθεσης, έχει η αξιόπιστη μαρτυρία του XXXXX Ν. Στρούθου, ΜΕ1, ο οποίος δήλωσε ότι η υπογραφή του Τεκμηρίου 2 έγινε στην παρουσία των δικηγόρων των Εναγόντων και του Εναγόμενου. Δηλαδή ο Εναγόμενος απολάμβανε νομικής συμβουλής κατά την υπογραφή του επίδικου γραμμάτιου αφού παρών ήταν ο δικηγόρος του (βλ. Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως ν. Ουρανίας Κώστα Πούλλα και Άλλων,
(2004)1 Α.Α.Δ. 961 και Αντώνης Σαλαχώρη ν. Αργυρουλλα Παναγιωτιδου, ECLI:CY:AD:2016:A129, Πολ.Εφ. Αρ. 257/2010, 1/3/2016). Η, δε, θέση που έχει προωθηθεί εν τέλει από τον Εναγόμενο στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας, ότι υπέγραψε άλλο έγγραφο από αυτό που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο ως Τεκμήριο 2, δεν έχει γίνει αποδεκτή για τους λόγους που αναφέρονται ανωτέρω στην αξιολόγηση του, ενώ, περαιτέρω, έχει επισημανθεί πως αυτή αντικρούεται με τη δικογραφία του Εναγόμενου, η οποία, ως αναφέρεται ανωτέρω, τροποποιήθηκε πολύ κοντά στην έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας. Ο Εναγόμενος, ενώ άφηνε να νοηθεί ότι του υποδείχθηκε στην αρχή ένα έγγραφο, το οποίο μετά ο κύριος Στρούθος αντάλλαξε με το Τεκμήριο 2, κατά την αντεξέταση η θέση του ήταν ότι υπέγραψε έγγραφο που ανέγραφε άλλο ποσό και συγκεκριμένα το ποσό των €20.841,
  1. Αυτή, όμως, η θέση του, ως εξηγώ ανωτέρω, δεν συνάδει με τη θέση του και την άρνηση του να απαντήσει στην ευθεία και απλή ερώτηση του Δικαστηρίου κατά πόσο υπέγραψε κατά τη μέρα συνομολόγησης του επίδικου γραμμάτιου, Τεκμήριο 2, δύο έγγραφα. Από τη στιγμή που, δε, εν τέλει ο ίδιος αναγνωρίζει ως δική του την υπογραφή επί του Τεκμηρίου 2 και η θέση του περί δόλου και απάτης έχει απορριφθεί. Δεν απομένει τίποτε άλλο για το Δικαστήριο να εξετάσει. Κατάληξη Ως εκ τούτων, η Αγωγή οδηγείται σε επιτυχία. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου για το ποσό των €26.047, 63 με τόκο 5, 5% από 13/01/12 μέχρι εξοφλήσεως. Επιπλέον, ο Εναγόμενος καταδικάζεται στα έξοδα της υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αγωγής, τα οποία οφείλει να πληρώσει στους Ενάγοντες, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............... Εύη Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Επανέκδοση από το Current Legal Problems, vol 38, 1985 p 1-
  2. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.