← Κύπρος

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3145/2017, 30/9/2019

ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ν. ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 3145/2017, 30/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A421 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3145/2017 ΜΕΤΑΞΥ: ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ Ενάγουσας και XXXXX ΚΥΠΡΙΑΝΟΥ Εναγομένης Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου, 2019 Για την Ενάγουσα: κα. Π. Κωνσταντινίδου για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για την Εναγομένη: κ. Ε. Χειμώνας Α Π Ο Φ Α Σ Η Ι. ΟΙ ΕΓΓΡΑΦΕΣ ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

  1. Με την αγωγή της η Ενάγουσα, ως Οργανισμός Δημοσίου Δικαίου, απαιτεί από την Εναγομένη €1145,51 ως οφειλόμενο υπόλοιπο για την κατανάλωση ηλεκτρικού ρεύματος για την χρονική περίοδο 24/10/2013 μέχρι 25/11/2013, μαζί με καθυστερημένα χρέη. Αξιώνουν επίσης νόμιμο τόκο και έξοδα.
  2. Σύμφωνα με τη δικογραφημένη απαίτηση της, η Εναγομένη συνήψε μαζί της, κατά ή περί την 4/5/2011, σύμβαση παροχής ηλεκτρικού ρεύματος σε σχέση με υποστατικό επί της XXXXX 39Β, XXXXX, XXXXX Λευκωσία. Η Ενάγουσα την 25/11/2013 εξέδωσε σχετικό λογαριασμό με τον οποίο απαίτησε πληρωμή του ποσού των €1145,
  3. Ακολούθως, κατά ή περί την 28/3/2017, παραδόθηκε στην Εναγομένη, δια χειρός, επιστολή ημερομηνίας 23/3/2017 με την οποία απαιτούσε, εντός συγκεκριμένης προθεσμίας, εξόφληση. Νέα επιστολή αφέθηκε την 15/6/2017 στο γραμματοκιβώτιο της. Δεν υπήρξε συμμόρφωση.
  4. Η Εναγομένη, σύμφωνα με την Υπεράσπιση της, «δεν ενθυμάται να υπέγραψε συμβόλαιο με την ενάγουσα», αγνοεί και αρνείται την οφειλή και δεν θυμάται να παρέλαβε οποιαδήποτε επιστολή απαίτησης. Αναφέρει επίσης ότι μετά από αίτηση πτώχευσης με αρ. 140/2012, εκδόθηκε εναντίον της από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την 29/3/2013 διάταγμα παραλαβής. Την 29/2/2016, κηρύχθηκε πτωχεύσασα. Την 29/9/2016, αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως δυνάμει της σχετικής νομοθεσίας. Ενδεχόμενη οφειλή της, θα ήταν επαληθεύσιμη, και επομένως με την αποκατάσταση της έχει απαλλαγεί από την υποχρέωση καταβολής της. Αγνοεί επίσης και συνεπώς αρνείται την ιδιότητα της Ενάγουσας. Η Εναγομένη δέχεται ότι τα στοιχεία της ταυτότητας της όπως αναφέρονται από την Ενάγουσα, είναι ορθά.
  5. Η Ενάγουσα με την Απάντηση της, παραδέχεται την έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον της Εναγομένης και την επακόλουθη αυτοδίκαια αποκατάσταση της. Ανέφερε όμως ότι το χρέος είναι μεταπτωχευτικό, και μη επαληθεύσιμο, νομιμοποιείται επομένως στην έγερση της αγωγής. Επίσης, ένας πτωχεύσας, ακόμη και σε περίπτωση αποκατάστασης του, δεν απαλλάσσεται αυτόματα από τα χρέη και τις συμβατικές του υποχρεώσεις. IΙ. Η ΠΡΟΣΑΧΘΕΙΣΑ ΜΑΡΤΥΡΙΑ
  6. Η ακρόαση της υπόθεσης έγινε στη βάση των διατάξεων της Δ.30 Θ.5

(1)και
(2)των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Η κάθε πλευρά παρουσίασε στο Δικαστήριο, υπό μορφή ενόρκων δηλώσεων, τη μαρτυρία της, δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε μάρτυρα και οι συνήγοροι αγόρευσαν προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων.
  1. Εκ μέρους της Ενάγουσας κατέθεσε ένορκη δήλωση ο κ. XXXXX Κουμίδης (ΜΕ 1), Βοηθός Υποτομεάρχης της Ενάγουσας στην Περιφέρεια Λευκωσίας. Η Εναγόμενη κατέθεσε δική της ένορκη δήλωση.
  2. Προτού προχωρήσω στην σύνοψη της μαρτυρίας κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στην αμφισβήτηση της ιδιότητας της Ενάγουσας. Η δυνατότητα της να ενάγει και να ενάγεται, προκύπτει από τις διατάξεις του περί Αναπτύξεως Ηλεκτρισμού Νόμου, Κεφ. 171 (άρθρο 3). Σημειώνω ότι η ύπαρξη ή όχι ενάγοντα δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αντιδικίας μέσω δικογράφων (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν Επιτροπής του Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτώμενους τους, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολ. Έφεση 168/2010, 24/2/2016, Lioufis and Co Ltd v Ανδρονίκου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 773, 780 και Βιομηχανία Χαρίλαος Αλωνεύτης Λτδ κ.α. ν Alpha Bank Ltd
(2003)1 ΑΑΔ 990, 995 - 996). Από τη στιγμή που δεν προωθήθηκε αίτηση διαγραφής κρίνω ότι η ιδιότητα της Ενάγουσας δεν μπορεί να αποτελέσει επίδικο ζήτημα. Η Μαρτυρία του κ. XXXXX Κουμίδη (ΜΕ 1)
  1. Η μαρτυρία του ΜΕ 1 ήταν ότι η Εναγόμενη την 4/5/2011 προέβη σε αίτηση, ως νόμιμος κάτοχος/ενοικιαστής υποστατικού στη διεύθυνση XXXXX 39Β, XXXXX Έγκωμη Λευκωσία, για παροχή ηλεκτρικής ενέργειας στο εν λόγω υποστατικό. Προσκόμισε ενοικιαστήριο έγγραφο ημερ. 29/4/2011 στο όνομα της (Τεκμήριο 1) και «δελτίο ταυτότητας ή διαβατήριο». Την 4/5/2011 η Εναγομένη συνήψε γραπτή συμφωνία για παροχή ηλεκτρικής ενέργειας (Τεκμήριο 2) με αριθμό λογαριασμού 266 897 8211
  2. Σύμφωνα με τους «Γενικούς Όρους Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας» (Τεκμήριο 3), οι οποίοι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας οι λογαριασμοί της Ενάγουσας για οφειλόμενα υπόλοιπα πρέπει να πληρώνονται εντός 15 ημερών από το χρόνο παράδοσης τους ή σε οποιοδήποτε άλλο χρόνο αποφασίσει η Ενάγουσα (βλ. όρο 19 του Τεκμηρίου 3). Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης η Ενάγουσα δικαιούται να διακόψει την παροχή και να εκδώσει τελικό λογαριασμό.
  3. Η Ενάγουσα την 26/8/2013 εξέδωσε για την περίοδο 26/6/2013 μέχρι 26/8/2013 λογαριασμό για το ποσό των €1564,85, ο οποίος περιλάμβανε καθυστερημένες οφειλές από προηγούμενους λογαριασμούς (Τεκμήριο 4, 1η σελίδα). Την 24/10/2013 η Ενάγουσα εξέδωσε για την περίοδο 26/8/2013 μέχρι 24/10/2013 λογαριασμό για το ποσό των €1142,70, ο οποίος επίσης περιλάμβανε καθυστερημένες οφειλές από προηγούμενους λογαριασμούς (Τεκμήριο 4, 2η σελίδα). Τέλος, την 25/11/2013, εξέδωσε λογαριασμό για την περίοδο 24/10/2013 μέχρι 25/11/2013 για το ποσό των €1145,51 που αφορούσε την κατανάλωση της περιόδου πλέον καθυστερημένα υπόλοιπα (Τεκμήριο 5). Επειδή η Εναγομένη δεν κατέβαλε το οφειλόμενο υπόλοιπο, η Ενάγουσα την 5/11/2013 διέκοψε την παροχή.
  4. Η Ενάγουσα με επιστολή ημερ. 23/3/2017, η οποία δόθηκε δια χειρός στην Εναγομένη την 28/3/2017, απαίτησε την πληρωμή του οφειλόμενου υπολοίπου εντός 15 ημερών από τη λήψη της (Τεκμήριο 6). Σύμφωνα με τον ΜΕ 1, η Εναγομένη υπόγραψε ως παραλήπτης της επιστολής (Τεκμήριο 6 σελ. 2). Δεύτερη επιστολή απαίτησης, ημερ. 15/6/2017 (Τεκμήριο 7) αφέθηκε σε γραμματοκιβώτιο της σε άλλη διεύθυνση. Η Εναγομένη πάλι δεν συμμορφώθηκε.
  5. Σύμφωνα με τη συμφωνία ενοικίασης (Τεκμήριο 1) η Εναγομένη φέρεται να ενοικίασε 4 συνεχόμενα καταστήματα («το υποστατικό»), για 6 έτη, από την 1/5/2011 μέχρι την 30/4/
  6. Το υποστατικό θα χρησιμοποιείτο ως κατάστημα πώληση ειδών εξοπλισμού τροφοδοσίας (catering equipment), εργαλείων κουζίνας, πιάτων ποτηριών και άλλων συναφών ειδών (όρος 2). Από τη συμφωνία ενοικίασης επισυνάφθηκε μόνο η 1η σελίδα και η εγγύηση. Η μαρτυρία της Εναγομένης
  7. Η Εναγομένη στη δική της ένορκη δήλωση ανέφερε ότι η αναφορές του ΜΕ 1 ως προς τον αριθμό ταυτότητας της και σημερινή διεύθυνση διαμονής της είναι ορθές. Αρνείται ότι ήταν νόμιμος κάτοχος των υποστατικών που αναφέρονται στο ενοικιαστήριο έγγραφο, το οποίο θα πρέπει να θεωρηθεί «ως μη υπάρχον» αφού δεν επισυνάφθηκε το πλήρες έγγραφο. Αγνοεί και δεν θυμάται την υποβολή αίτησης για παροχή ηλεκτρικής ενέργειας αφού ήταν ζητήματα που τύγχαναν χειρισμού από τον σύζυγο της. Δεν έλαβε ποτέ γνώση των Γενικών Όρων Παροχής Ηλεκτρικής Ενέργειας (Τεκμήριο 3), αρνήθηκε τη λήψη οποιουδήποτε λογαριασμού ή ότι έθεσε την υπογραφή της επί του Τεκμηρίου
  8. Δεν αναγνωρίζει την υπογραφή που φέρει ως δική της. Αρνείται ότι παρέλαβε την επιστολή Τεκμήριο
  9. Είναι επίσης η θέση της ότι τα έγγραφα που ισχυρίζεται ο ΜΕ 1 ότι αποτελούν τη γραπτή συμφωνία (Τεκμήρια 2 και 3) δεν έχουν δικογραφηθεί στην Έκθεση Απαίτησης. Το ίδιο ισχύει και για τις αναφορές ότι οι λογαριασμοί περιέχουν και καθυστερημένες οφειλές. Ο λογαριασμός, Τεκμήριο 4, δεν αποκαλύφθηκε στο στάδιο αποκάλυψης οπότε θα πρέπει να αγνοηθεί.
  10. Ακόμη όμως και να αποδειχθεί η οφειλή, είναι η θέση της η ίδια συνεργάστηκε με τον Επίσημο Παραλήπτη, ακολούθησε τις οδηγίες του και συμπεριφέρθηκε καλόπιστα στην εν λόγω διαδικασία. Η οφειλή, όπως φαίνεται, είναι προγενέστερη της καταχώρισης πτώχευσης και δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως τέτοια. Παρά το γεγονός ότι αναφέρει ότι παρουσιάζει τα διατάγματα παραλαβής, πτώχευσης και αυτοδίκαιης αποκατάστασης, αυτά δεν επισυνάφθηκαν ως Τεκμήρια. ΙΙΙ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ
  11. Έχω μελετήσει το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων της κάθε πλευράς και των Τεκμηρίων. Έχω επίσης μελετήσει τις γραπτές τελικές αγορεύσεις των συνηγόρων και την νομολογία στην οποία με έχουν παραπέμψει. Θα αναφερθώ στα σημεία που εγείρουν όπου κρίνω αναγκαίο.
  12. Σε υποθέσεις αγωγών για παράβαση σύμβασης ο ενάγων φέρει το γενικό βάρος απόδειξης (Legal burden of Proof) της σύμβασης, την παράβαση και την επακόλουθη ζημιά, και ο εναγόμενος το βάρος απόδειξης οποιασδήποτε υπεράσπισης πέραν της απλής άρνησης των ισχυρισμών του ενάγοντα, όπως λ.χ. της απαλλαγής του δυνάμει συμφωνίας ή ματαίωσης (frustration) (βλ. Blackstone's Civil Practice, 2013, The Commentary (OUP, Oxford 2012) σελ. 765[1]). Η Ενάγουσα έχει το γενικό βάρος απόδειξης της απαίτησης της. Το Δικαστήριο επομένως, οφείλει να εξετάσει κατά πόσο έχει ενώπιον του επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία που να τεκμηριώνει και αποδεικνύει την αξίωση της Ενάγουσας (βλ. Ιορδάνους ν Δήμου Ζήνωνος
(1998)1 ΑΑΔ 652, 658). 17. Ο ΜΕ 1 παρουσίασε όλα τα αναγκαία έγγραφα τα οποία υποστηρίζουν τη θέση ότι την 4/5/2011 η Εναγομένη συμβλήθηκε με την Ενάγουσα ώστε να παρασχεθεί ηλεκτρική ενέργεια σε υποστατικό που κατείχε η Εναγομένη. Δεν μου διαφεύγει ότι η Εναγομένη δεν αμφισβήτησε, αντίθετα συμφώνησε, με την ορθή αναγραφή του αριθμού της ταυτότητας της. Η παράθεση των εγγράφων δεν εκφεύγει των δικογραφημένων θέσεων της Ενάγουσας στην παρ. 3 της Έκθεσης Απαίτησης της. Η θέση της συνηγόρου της Ενάγουσας ότι τηρήθηκαν οι προϋποθέσεις της Δ.19, Θ.Θ. 4 και 21 με βρίσκει σύμφωνο. Αν η Εναγομένη επιθυμούσε θα μπορούσε προηγουμένως να ζητήσει λεπτομέρειες (Κουρσουμά ν. Κοσμά
(1991)1 ΑΑΔ 973, 981). 18. Η ορθή εκτέλεση των εγγράφων της αίτησης επίσης δεν αμφισβητήθηκε, αφού η Εναγομένη απλά περιορίστηκε σε σχόλιο ότι δεν θυμόταν τα γεγονότα παραπέμποντας στο σύζυγο της. Έχοντας κατά νου τα όσα αναφέρθηκαν στην M. A. Goodvalue Suppliers Ltd κ.α. ν Barclays Bank Plc
(2001)1Β ΑΑΔ 1038, 1042 - 1043, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει αποσείσει το βάρος απόδειξης της συμφωνίας.
  1. Ως προς το ζήτημα της μη αποκάλυψης του ενοικιαστηρίου εγγράφου (Τεκμήριο 1) και των προγενέστερων του τελικού λογαριασμού, λογαριασμών (Τεκμήριο 4) θα πρέπει να σημειωθεί ότι δεν οδηγεί άνευ εταίρου στην απαγόρευση παρουσίασης τους κατά τη δίκη. Ασφαλώς κάποια δικαιολογία θα ήταν ορθό να δοθεί. Έχοντας όμως κατά νου ότι η μαρτυρία της Ενάγουσας δόθηκε υπό μορφή ενόρκου δηλώσεως του ΜΕ 1, και όχι στα πλαίσια προφορικής μαρτυρίας, η Εναγομένη είχε χρόνο 45 ημερών (βλ. πρακτικά ημερ. 28/9/2018) να τοποθετηθεί επί των εγγράφων αυτών. Δεν αντιλαμβάνομαι πως επηρεάστηκε δυσμενώς. Αντίθετα ανέφερε μόνο ότι αφορούσαν ζητήματα που διαχειρίζονταν ο σύζυγος της. Η υποχρέωση διαδίκου σε αποκάλυψη είναι συνεχής και δεν υφίσταται ούτε ζήτημα άδειας του Δικαστηρίου για να ασκηθεί το καθήκον (βλ. Marcegaglia SpA v Του Πλοίου «Vysokogorsk», ECLI:CY:AD:2016:D264, Αγωγή Ναυτοδικείου 31/2013, 31/5/2016). Δεν διαπιστώνω λόγο για αποκλεισμό των εγγράφων. Η οποιαδήποτε ένσταση θα έπρεπε να τεθεί, εν πάση περιπτώσει, προηγουμένως και όχι στο στάδιο της τελικής αγόρευσης.
  2. Η μη παρουσίαση του πλήρους ενοικιαστηρίου εγγράφου επίσης είναι άνευ σημασίας. Η εγκυρότητα του δεν είναι επίδικη. Αυτό που είναι επίδικο είναι η ύπαρξη ή μη συμβατικής σχέσης μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης.
  3. Όσον αφορά τους λογαριασμούς, Τεκμήρια 4 και 5, θεωρώ ότι αν και εξ ακοής, είναι εκ πρώτης όψεως αρκετή για να αποδείξει το υπόλοιπο των λογαριασμών ώστε να εναπόκειται στην Εναγομένη να αντικρούσει τα στοιχεία που αποτελούν τους λογαριασμούς και να πείσει το Δικαστήριο ότι η Ενάγουσα δεν απέδειξε το οφειλόμενο ποσό στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Κλεάνθους ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ
(2012)1Β ΑΑΔ 1344, 1350).
  1. Είναι δεκτό ότι εναντίον της Εναγομένης εκδόθηκε διάταγμα παραλαβής την 29/3/2013 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Αίτηση Πτώχευσης με 140/
  2. Την 29/2/2016 κηρύχθηκε σε πτώχευση και την 29/9/2016 αποκαταστάθηκε αυτοδικαίως σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 27 Α του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5, όπως αυτός τροποποιήθηκε («Κεφ. 5»).
  3. Είναι γεγονός ότι οι λογαριασμοί αναφέρουν ότι περιέχονται και ποσά καθυστερήσεων επιπρόσθετα με τις χρεώσεις της περιόδου. Στην παρ. 4 της Έκθεσης Απαίτησης αναφέρεται ρητά ότι το ποσό περιέχει και καθυστερήσεις. Δεν διευκρινίζεται στη μαρτυρία από πότε χρονολογούνται και αν αφορούν ποσά που κατέστησαν οφειλόμενα μετά την έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον της Ενάγουσας την 29/3/
  4. Από τη 2η σελίδα του Τεκμηρίου 4, που αφορά το ποσό των €1142,70 το ποσό των €764,85 αφορά καθυστερήσεις, το υπόλοιπο, δηλαδή €377,85 την περίοδο κατανάλωσης 26/8/2013 - 24/10/
  5. Η 1η σελίδα του Τεκμηρίου 4 (λογαριασμός περιόδου 26/6/2013 - 26/8/2013), δεν διευκρινίζει περισσότερο τα πράγματα αφού αναφέρεται σε καθυστερήσεις ύψους €971,29 από το συνολικό ποσό των €1564,85). Το Τεκμήριο 5, που είναι ο τελικός λογαριασμός, απλά αναφέρεται σε καθυστερήσεις ύψους €1142,70 από το σύνολο των €1145,
  6. Υπάρχει δηλαδή επιπρόσθετη χρέωση ύψους €2,
  7. Η Ενάγουσα, ενόψει της παραδοχής της για την έκδοση διατάγματος παραλαβής εναντίον της Εναγομένης, όφειλε να παραθέσει περεταίρω στοιχεία για το ζήτημα για να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι επρόκειτο περί χρέους που προέκυψε μετά. Θα επανέλθω στο ζήτημα αυτό πιο κάτω.
  8. Όσον αφορά τη λήψη των γνωστοποιήσεων από πλευράς Εναγομένης, θεωρώ ότι η ειδοποίηση Τεκμήριο 7, ημερ. 15/6/2017 με την άφεση της στο ταχυδρομικό κουτί της από υπάλληλο (ο οποίος κατονομάζεται και προβαίνει σε βεβαίωση) την 21/6/2017 είναι επαρκής μαρτυρία παραλαβής της από την Εναγομένη, η οποία δέχεται ότι αυτή ήταν και η διεύθυνση της. Για τον λόγο αυτό δεν κρίνω σκόπιμο να αποφασίσω αν έλαβε την επιστολή ημερομηνίας 23/3/2017 (Τεκμήριο 6). Σημειώνω ότι και απόδειξη απλής ταχυδρόμησης από πλευράς Ενάγουσας στην διεύθυνση της θα ήταν αρκετή για να αποδείξει τη λήψη της (βλ. Alpha Bank Cyprus Ltd v Arena Motor Show Ltd κ.α., Πολ. Έφεση 84/2009, 2/10/2015).
  9. Η μαρτυρία της Εναγομένης, αναφορά στην οποία έκανα κατά την ανάλυση της μαρτυρίας του ΜΕ 1, σε σχέση με το οφειλόμενο ποσό και τη λήψη των ειδοποιήσεων ήταν ασαφής. Αφορούσε αναφορές στον σύζυγο της ή ότι δεν θυμόταν. Δεν ανατρέπουν την αξιοπιστία των όσων κατέθεσε ο ΜΕ 1 για τα ζητήματα αυτά και όπως τα έχω κάνει δεκτά πιο πάνω. ΙV. ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
  10. Η Ενάγουσα, με αξιόπιστη, αποδεκτή και επαρκή μαρτυρία έχει αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης της βάσης αγωγής της. Ως εκ τούτου βρίσκω ότι έχει αποδείξει την επίδικη συμφωνία και ότι μέχρι την 25/11/2013 η Εναγομένη της όφειλε το ποσό των €1145,51, το οποίο αν και απαιτήθηκε γραπτώς την 15/6/2017 δεν εξοφλήθηκε. Από το ποσό αυτό το ποσό των €377,85 αφορούσε την περίοδο κατανάλωσης 26/8/2013 - 24/10/2013 και το υπόλοιπο καθυστερήσεις. Στο ποσό των €377,85 πρέπει να προστεθεί και το ποσό των €2,81 που αφορά χρεώσεις μέχρι την 25/11/2013, σύνολο δηλαδή €380,
  11. Η Ενάγουσα αν και έχει αποδείξει την οφειλή δεν έχει καταδείξει ότι το σύνολο του οφειλόμενου ποσού προέκυψε μετά την έκδοση διατάγματος παραλαβής. Απομένει επομένως να εξεταστεί αν η Εναγομένη έχει απαλλαγεί μέρους της οφειλής ως ισχυρίζεται.
  12. Με τον τροποποιητικό Ν. 61 (Ι)/2015, καταργήθηκε το «Διάταγμα Παραλαβής». Εκδίδεται απευθείας «Διάταγμα Πτώχευσης». Τροποποιήθηκε εκτενώς και το άρθρο 27 Α του Κεφ. 5 με βάση το οποίο ωφελήθηκαν και πρόσωπα εναντίον των οποίων είχαν εκδοθεί διατάγματα παραλαβής με βάση τις προϊσχύουσες διατάξεις.
  13. Προηγουμένως, με την έκδοση διατάγματος παραλαβής η περιουσία του χρεώστη τίθετο υπό την προστασία του Επίσημου Παραλήπτη (άρθρο 9, Κεφ. 5). Ο χρεώστης όφειλε να συμμορφωθεί με τις πρόνοιες του άρθρου 15 του Κεφ. 5 ετοιμάζοντας έκθεση κατάστασης της περιουσίας του. Πιστωτές όφειλαν να ακολουθήσουν τη διαδικασία «επαλήθευσης χρέους» σύμφωνα με το άρθρο 34 και το Δεύτερο Παράρτημα του Κεφ.
  14. Σύμφωνα με το άρθρο 34 του Κεφ. 5 (πριν την τροποποίηση) τα επαληθεύσιμα χρέη ορίζονταν ως ακολούθως: «34.-
(1)Απαιτήσεις σε μορφή ανεκκαθάριστων αποζημιώσεων, οι οποίες προκύπτουν διαφορετικά παρά από σύμβαση, υπόσχεση ή κατάχρηση εμπιστοσύνης, δεν δύνανται να επαληθευτούν σε πτώχευση.
(2)Πρόσωπο που έχει γνώση οποιασδήποτε πράξης πτώχευσης που υφίσταται εναντίον χρεώστη, δεν δύναται να προβεί σε επαλήθευση με βάση το διάταγμα για χρέος ή υποχρέωση που δημιουργήθηκε από το χρεώστη μετά την ημερομηνία που έλαβε γνώση της πράξης πτώχευσης.
(3)Εκτός, όπως αναφέρθηκε πιο πάνω, όλα τα χρέη και όλες οι υποχρεώσεις, παρούσες ή μελλοντικές, βέβαιες ή υπό αίρεση, στις οποίες υπόκειται ο χρεώστης κατά την ημερομηνία του διατάγματος παραλαβής, ή στις οποίες θα υπόκειται πριν από την αποκατάσταση του λόγω ευθύνης που προέκυψε πριν από την ημερομηνία του διατάγματος παραλαβής, θα θεωρούνται ως χρέη που δύνανται να επαληθευτούν.» (Έμφασις δική μου)
  1. Στο σύγγραμμα, Muir Hunter, Williams and Muir Hunter, The Law and Practice in Bankruptcy (19th edn Stevens & Sons, London 1979) στη σελ. 153, αναφέρονται τα ακόλουθα, αναφορικά με την τότε ισχύουσα αντίστοιχη διάταξη του Bankruptcy Act 1914 s 30: 'This section is substantially the same as section 31 of the 1869 Act. The wide powers of proof for damages arising out of a contract, promise or breach of trust were first provided by the 1869 Act, under which, as now, all demands arising from contract were provable, however unliquidated or uncertain the amount of the claim, including consequential damages, and damages where the amount has not been or cannot be ascertained by fixed rules, and whether the breach has or has not or could not have occurred before the discharge. In practice, creditors find no difficulty in swearing to the amount of their claims. A creditor may swear to a certain amount "and upwards."' (Έμφασις δική μου)
  2. Ομοίως στο σύγγραμμα, I.F. Fletcher, Law of Bankruptcy (Macdonald and Evans, Plymouth 1978) στη σελ. 218 αναφέρονται τα ακόλουθα: 'Section 30 of the Act sets out the main factors which determine whether a debt does or does not belong to the category of provable debts. In particular, s. 30
(3)indicates that the concept of "provable" debts includes "all debts and liabilities, present future, certain or contingent, to which the debtor is subject at the date of the receiving order, or to which he may become subject before his discharge by reason of any obligation incurred before the date of the receiving order". There are certain important exceptions which are discussed below, but in the main it may be stated that the notion of "provable" debts is basically (but not exclusively) concerned with contractual liabilities, since the purpose of bankruptcy is to discharge the debtor from all his contractual obligations to pay money or money's worth, including obligations which exist in the form of contingent liabilities at the date of the receiving order. Since it is from the date of the receiving order that the bankrupt's liabilities become suspended, this moment in time is also the critical one for determining the very existence and extent of the bankrupt's provable liabilities.' (Έμφασις δική μου) 32. Ακολουθεί ότι η οποιαδήποτε οφειλή για αγορά ηλεκτρικής ενέργειας που υφίστατο πριν την έκδοση του διατάγματος παραλαβής εναντίον της Εναγομένης, την 29/3/2013, μπορούσε να τύχει επαλήθευσης. Οφειλή που θα δημιουργείτο μετά θα αφορούσε μεταγενέστερη υποχρέωση μη επαληθεύσιμη. 33. Πτωχεύσας, πριν την τροποποίηση του Κεφ. 5, δικαιούτο να αποκατασταθεί με αίτηση του στο Δικαστήριο δυνάμει των Άρθρων 27 και 30 του Κεφ. 5. Αποκατασταθείς πτωχεύσας απαλλασσόταν μόνο από χρέη που, μέχρι την έκδοση του διατάγματος αποκατάστασης εξ ολοκλήρου ή μερικώς, πληρώθηκαν, διευθετήθηκαν, συμβιβάστηκαν ή συμφωνήθηκε ότι είχαν ικανοποιηθεί (άρθρο 30
(4), Κεφ. 5).
  1. Ο Νομοθέτης έκρινε σκόπιμο να προσθέσει στο Κεφ. 5 και τη διαδικασία «αυτοδίκαιης αποκατάστασης» με τροποποίηση το 2008 και ακολούθως το
  2. Αφορά διαδικασία διαφορετική από το αυτή του άρθρου 27 και το άρθρο 30
(4)δεν εφαρμόζεται, παρά την περί του αντιθέτου επιχειρηματολογία της συνηγόρου της Ενάγουσας. 35. Σύμφωνα με το άρθρο 27Α του Κεφ. 5 (μετά από την τροποποίηση του 2015): «27Α.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων
(2)και
(3), ο πτωχεύσας αποκαθίσταται αυτοδικαίως κατά την ημερομηνία συμπλήρωσης τριών
(3)ετών από την ημερομηνία έκδοσης του διατάγματος πτώχευσης, εκτός εάν αυτός έχει ήδη αποκατασταθεί προηγουμένως ή εάν το εν λόγω διάταγμα έχει ήδη ακυρωθεί: Νοείται ότι, απαραίτητη προϋπόθεση για την αυτοδίκαιη αποκατάσταση του πτωχεύσαντα, αποτελεί η υποβολή από τον πτωχεύσαντα της Έκθεσης Καταστάσεως της περιουσίας του και της προκαταρκτικής του κατάθεσης κατά τον καθορισμένο τύπο στον Επίσημο Παραλήπτη ή τον διαχειριστή τουλάχιστο ένα έτος πριν την αυτοδίκαιη αποκατάσταση.
(2)Πτωχεύσας, για τον οποίο το σχετικό διάταγμα πτώχευσης είχε εκδοθεί τρία
(3)έτη πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015 και το διάταγμα αυτό συνεχίζει να ισχύει κατά την εν λόγω ημερομηνία, αποκαθίσταται αυτοδικαίως μετά την πάροδο έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία αυτή, εκτός εάν αυτός έχει ήδη αποκατασταθεί προηγουμένως ή εάν το εν λόγω διάταγμα έχει ήδη ακυρωθεί: Νοείται ότι, σε περίπτωση που το σχετικό διάταγμα πτώχευσης είχε εκδοθεί σε διάστημα μικρότερο από τρία
(3)έτη πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015 και το διάταγμα αυτό συνεχίζει να ισχύει κατά την εν λόγω ημερομηνία, τότε ο πτωχεύσας αποκαθίσταται αυτοδικαίως μετά την πάροδο τριών
(3)ετών και έξι
(6)μηνών από την ημερομηνία του διατάγματος παραλαβής, εκτός εάν αυτός έχει ήδη αποκατασταθεί προηγουμένως ή εάν το διάταγμα πτώχευσης ή διάταγμα παραλαβής έχει ήδη ακυρωθεί.
(3).
(4).
(5).
(6).
(7)...
(8)Τηρουμένων, κατ' αναλογίαν, των διατάξεων των εδαφίων
(1),
(2),
(3)και
(5)του άρθρου 30 του παρόντος Νόμου, η αυτοδίκαιη αποκατάσταση πτωχεύσαντα, που επέρχεται δυνάμει του παρόντος άρθρου ή που επήλθε πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Πτώχευσης (Τροποποιητικού) Νόμου του 2015, επιφέρει πλήρη απαλλαγή του εν λόγω προσώπου από όλα τα επαληθεύσιμα χρέη, νοουμένου ότι το πρόσωπο αυτό ενεργεί με καλή πίστη και συνεργάζεται πλήρως, είτε με τον Επίσημο Παραλήπτη είτε με τον διαχειριστή, ανάλογα με την περίπτωση, για την εκποίηση και διανομή της πτωχευτικής περιουσίας: Νοείται ότι, η αυτοδίκαιη αποκατάσταση πτωχεύσαντα δεν απαλλάσσει οποιοδήποτε πρόσωπο, από τα χρέη τα οποία προκύπτουν από: (α) Φόρο, τέλος ή άλλη χρέωση παρόμοιας φύσης ή υποχρεώσεις οφειλόμενες ή καταβλητέες στη Δημοκρατία· (β) οποιοδήποτε ποσό καταβλητέο από τον πτωχεύσαντα δυνάμει του περί Δήμων Νόμου και οποιωνδήποτε δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται· (γ) οποιοδήποτε ποσό καταβλητέο από τον πτωχεύσαντα δυνάμει του περί Κοινοτήτων Νόμου και οποιωνδήποτε δυνάμει αυτού εκδιδόμενων Κανονισμών, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται· (δ) οποιαδήποτε χρηματοοικονομική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από διάταγμα διατροφής· (ε) οποιαδήποτε χρηματοοικονομική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από δικαστική απόφαση για αποζημίωση οποιουδήποτε προσώπου για θάνατο ή σωματική βλάβη συνεπεία αστικού αδικήματος του χρεώστη· (στ) χρέος ή χρηματοοικονομική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από δάνειο ή επίδειξη ανοχής στην ανάκτηση οφειλών που προκύπτουν από δάνειο, το οποίο εξασφαλίστηκε μέσω απάτης, κατάχρησης, υπεξαίρεσης ή δόλιας παραβίασης της εμπιστοσύνης· (ζ) χρέος ή χρηματοοικονομική υποχρέωση του πτωχεύσαντα που πηγάζει από δικαστικό διάταγμα ή απόφαση δυνάμει του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου ή από απόφαση Δικαστηρίου με την οποία επιβάλλεται οποιαδήποτε χρηματική ποινή λόγω καταδίκης για ποινικό αδίκημα· (η) χρέος ή χρηματοοικονομική υποχρέωση που πηγάζει από οφειλόμενους μισθούς σε μισθωτούς του πτωχεύσαντα.
(9)..
(10)Μετά την αποκατάσταση πτωχεύσαντα, δυνάμει των προνοιών του παρόντος Νόμου, οποιαδήποτε αγωγή ή άλλη νόμιμη διαδικασία εγείρεται πλέον ή καταχωρείται, αντίστοιχα, από τον ίδιο ή εναντίον του, ανάλογα με την περίπτωση.» (Έμφασις δική μου) 36. Από την ανάγνωση του πιο πάνω άρθρου προκύπτουν τα ακόλουθα:
(1)Η τροποποίηση του άρθρου είχε τεθεί σε ισχύ και εφαρμοζόταν κατά το χρόνο αυτοδίκαιης αποκατάστασης της Εναγομένης.
(2)Με την αυτοδίκαιη αποκατάσταση της, η Εναγομένη απαλλάγηκε από επαληθεύσιμα χρέη τα οποία δεν ενέπιπταν στις εξαιρέσεις του άρθρου 27Α
(8)και νοουμένου ότι αυτή ενήργησε με καλή πίστη και συνεργάστηκε πλήρως με τον Επίσημο Παραλήπτη ή διαχειριστή, ότι δηλαδή συνεργάστηκε πλήρως για την εκποίηση και διανομή της περιουσίας της.
(3)Το οφειλόμενο ποσό δεν ενέπιπτε στις εξαιρέσεις του άρθρου 27Α
(8)(α) - (η). 37. Στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα δεν παρουσίασε οποιαδήποτε μαρτυρία που να εγείρει ζήτημα κακοπιστίας της Εναγομένης, ώστε αυτή να πρέπει να το αντικρούσει. Τέτοιος ισχυρισμός δεν αποτέλεσε μέρος της Απαίτησης ούτε δικογραφήθηκε στην Απάντηση της. Αντίθετα η εκδοχή που προωθήθηκε ήταν ότι χρέος ήταν μεταγενέστερο του διατάγματος παραλαβής, κάτι που απέτυχε να αποδείξει για το σύνολο του ποσού. Η ασάφεια αυτή θα πρέπει να προσμετρήσει υπέρ της Εναγομένης. Η αγωγή, ως εκ τούτου, επιτυγχάνει μερικώς. V. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης για το ποσό των €380,66 πλέον νόμιμο τόκο. Τα έξοδα της Απαίτησης, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα του ποσού της απόφασης, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης. (Υπ.) ............... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Other actions/Final/Fast Track/ Contractual Debt. Αναφορά: Αστικά/Αγωγές/Τελική/ Ταχείας Εκδίκασης/Οφειλή δυνάμει συμφωνίας. [1] '.in an action for breach of contract, the claimant bears the legal burden of proving the contract, its breach and consequential loss, and the defendant bears the burden of proving any defence which goes beyond a bare denial of the claimant's allegations, e.g. discharge by agreement or frustration.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.