← Κύπρος

ΞΕΝΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 5493/12, 30/9/2019

ΞΕΝΗ ν. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ, Αρ. Αγωγής: 5493/12, 30/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A422 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5493/12 Μεταξύ: XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΞΕΝΗ Ενάγοντας και ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΚΥΠΡΙΑΚΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ Εναγόμενος ----------------- (Αίτηση ημερομηνίας 19/04/2019 για τροποποίηση της υπεράσπισης) Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγομενο - Αιτητή : κα Ε. Φλωρέντζου Για Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κος Δ. Καλλής ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η παρούσα αφορά στην δεύτερη αίτηση που καταχώρησε η πλευρά του εναγόμενου για τροποποίηση της υπεράσπισης της δυνάμει των εφαρμοστέων, για τη χρονολογία της συγκεκριμένης υπόθεσης, προνοιών της Δ.

  1. Προηγούμενη αίτηση που είχε καταχωρηθεί στις 06/11/18, επίσης για τροποποίηση της υπεράσπισης (η πρώτη αίτηση), απορρίφθηκε, κατόπιν ακρόασης, με σχετική ενδιάμεση απόφαση που εξέδωσε στις 29/03/19 ο αδελφός Δικαστής που επιλαμβάνετο τότε της υπόθεσης. Το ιστορικό που περιβάλλει την υπό κρίση αίτηση καθώς και την υπόθεση γενικότερα, είναι κοινώς αποδεκτό και συνοψίζεται στην απόφαση της 29/03/
  2. Παραθέτω το σχετικό απόσπασμα: «Με την παρούσα αγωγή η οποία καταχωρήθηκε στις 7.8.2012 ο ενάγων αξιώνει εναντίον του εναγομένου αποζημιώσεις για προσωπικές βλάβες τις οποίες κατ' ισχυρισμό υπέστη στις 8.7.2008 λόγω της αμέλειας του εναγομένου και/ή της παράβασης από αυτόν των νομίμων καθηκόντων του ενόσω ο ενάγων ήταν στρατιώτης και/ή στην υπηρεσία και/ή μέλος της Εθνικής Φρουράς. Στις 22.10.2018 όταν η αγωγή ήταν ορισμένη για ακρόαση ζητήθηκε αναβολή από την πλευρά του εναγομένου για να υποβάλει αίτηση τροποποίησης της υπεράσπισής του με σκοπό να εγείρει το θέμα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα και συγκεκριμένα για να το προσθέσει ως προδικαστικό ζήτημα σε αυτή και να ζητήσει στη συνέχεια την εκδίκασή του. Στις 6.11.2018 ο εναγόμενος καταχώρησε την επίδικη αίτηση με την οποία εξαιτείται ως ακολούθως: Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η τροποποίηση της υπεράσπισης, με την προσθήκη ως παραγράφου 1 των εξής: «
  3. Ο Εναγόμενος εγείρει την εξής προδικαστική ένσταση: Ο ενάγοντας δε νομιμοποιείται στην έγερση και/ή συνέχιση της παρούσας αγωγής, καθ' ότι το αγώγιμο δικαίωμά του έχει παραγραφεί. Πιο συγκεκριμένα, ενώ ο Ενάγοντας αιτείται αποζημιώσεις για τραυματισμό που ισχυρίζεται ότι υπέστη την 7/7/2008, εντούτοις η αγωγή καταχωρήθηκε την 7/8/2012, μετά δηλαδή την προθεσμία που καθορίζεται από τον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο (Κεφ. 148) και μέσα στα πλαίσια της οποίας παρέχεται το δικαίωμα για έγερση αγωγής συνεπεία αστικού αδικήματος».. Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η επίδικη αίτηση αναφέρονται στην ένορκη δήλωση η οποία την συνοδεύει και έχουν μεταξύ άλλων ως εξής: η ομνύουσα είναι Δικηγόρος Α' της Δημοκρατίας και γνωρίζει προσωπικά τα γεγονότα της υπόθεσης. Κατά τη μελέτη της υπόθεσης για προετοιμασία της ακρόασης διαπίστωσε ότι ο κατ' ισχυρισμό τραυματισμός του ενάγοντα συνέβη στις 7.7.2008 και ότι το κλητήριο ένταλμα καταχωρήθηκε στις 7.8.
  4. Λόγω απροσεξίας και/ή λάθους δεν είχε διαπιστώσει το γεγονός αυτό νωρίτερα και ότι η καταχωρηθείσα αγωγή εγέρθηκε μετά την πάροδο 3 ετών από το κατ' ισχυρισμό γεγονός το οποίο προκάλεσε τον τραυματισμό του ενάγοντα. Θεωρεί ότι η αιτούμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για να μπορέσει ο εναγόμενος να θέσει το θέμα αυτό ως προδικαστική ένσταση στην υπεράσπισή του. Θεωρεί επίσης ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν θα προκαλέσει οποιαδήποτε αδικία ή ανεπανόρθωτη ζημιά στον ενάγοντα που να μην μπορεί να αποζημιωθεί με κατάλληλη διαταγή ως προς τα έξοδα. Ο ενάγων καταχώρησε ένσταση στην αίτηση για τροποποίηση προβάλλοντας 13 συνολικά λόγους για τους οποίους είναι η θέση του ότι αυτή δεν πρέπει να επιτραπεί. Ισχυρίζεται μεταξύ άλλων ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση γίνεται μετά την κλήση για οδηγίες και δεν εμπίπτει μέσα στις εξαιρέσεις της Δ.25 Κ.1

(3), ότι με την τροποποίηση επιδιώκεται η αναδόμηση της υπεράσπισης και η εισαγωγή νέων επίδικων θεμάτων, ότι δεν στοιχειοθετείται κανένας ισχυρισμός ώστε να επιτραπεί η τροποποίηση, ότι η αιτούμενη τροποποίηση δεν συνιστά εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας ούτε έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για την καταχώρηση της υπεράσπισης. Ισχυρίζεται επίσης ότι η παρούσα αίτηση είναι καταχρηστική και καταπιεστική για τον ενάγοντα και σκοπό έχει να καθυστερήσει την εκδίκαση της υπόθεσης και ότι η τροποποίηση θα περιπλέξει τη διαδικασία και τα επίδικα θέματα και να εισαγάγει ισχυρισμούς άσχετους με την παρούσα διαδικασία και ότι η αίτηση υποβλήθηκε καθυστερημένα και δεν δίδεται κανένας σοβαρός λόγος για την καθυστέρηση αυτή. Ισχυρίζεται τέλος ότι οι ισχυρισμοί περί απροσεξίας και ή λάθους δεν μπορούν να θεωρηθούν ως καλόπιστο λάθος κατά τη σύνταξη της δικογραφίας και ότι η αίτηση παραβιάζει το δικαίωμα εκδίκασης της υπόθεσής του εντός ευλόγου χρόνου.» Το σκεπτικό του αδελφού Δικαστή στη βάση του οποίου απορρίφθηκε η αίτηση καταγράφεται στις σελ. 9 - 12 της απόφασης του και ήταν το εξής: «ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ - ΚΑΤΑΛΗΞΗ .Στην παρούσα υπόθεση η επίδικη αίτηση υποβλήθηκε πριν να ξεκινήσει η ακρόαση της αγωγής. Ο εναγόμενος θεωρεί ότι η αιτούμενη τροποποίηση της υπεράσπισής του είναι αναγκαία για να θέσει με αυτή το θέμα της παραγραφής του δικαιώματος του ενάγοντα ως προδικαστική ένσταση και στη συνέχεια να ζητήσει το θέμα αυτό να προδικαστεί. Ως η νομολογία επιτάσσει προδικαστικά ζητήματα πρέπει να καταχωρούνται και να εκδικάζονται στα αρχικά στάδια της διαδικασίας. Στην υπόθεση Ρέα Ανδρονίκου κ.ά. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και Εξαρτωμένους τους, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση αρ. 168/2010, ημερομηνίας 24.2.2016, λέχθηκαν τα ακόλουθα.: .Σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση και ο εναγόμενος θέσει το θέμα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα ως προδικαστική ένσταση στην υπεράσπισή του, που αυτή είναι η πρόθεσή του ως φαίνεται στη σχετική ένορκη δήλωση η οποία συνοδεύει την επίδικη αίτησή του, το Δικαστήριο θα κληθεί να εξετάσει αυτό το προδικαστικό ζήτημα σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας και δη σε χρόνο κατά τον οποίο η διαδικασία δεν θα βρίσκεται στα αρχικά της στάδια. Κάτι τέτοιο, ως προκύπτει και από την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία (Ρέα Ανδρονίκου κ.ά.) δεν είναι επιτρεπτό. Ως αναφέρεται σχετικά, αιτήσεις για προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων θα πρέπει να καταχωρούνται έγκαιρα στα αρχικά στάδια της διαδικασίας και δη κατά τον χρόνο της κλήσης για οδηγίες και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο που μόνο καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης μπορούν να επιφέρουν. Σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση και στη συνέχεια υποβληθεί αίτηση για να προδικαστεί το θέμα της παραγραφής του δικαιώματος του ενάγοντα κρίνω ότι θα προκληθεί καθυστέρηση στην ακρόαση της ουσίας της αγωγής κάτι για το οποίο η νομολογία ορίζει ότι δεν είναι επιτρεπτό να συμβαίνει. Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα λόγω του ότι η αγωγή δεν βρίσκεται στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας αφού ξεπεράστηκε το στάδιο της κλήσης για οδηγίες και η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση αρκετές φορές, πως η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί προς την απόρριψη του αιτήματος για τροποποίηση της υπεράσπισης Για τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται..» Μετά την απόρριψη της πρώτης αίτησης, το Δικαστήριο όρισε την υπόθεση για ακρόαση στις 22/04/
  1. Πριν την εν λόγω ημερομηνία όμως και συγκεκριμένα στις 19/04/19, η πλευρά του εναγόμενου καταχώρησε την παρούσα αίτηση, επιδιώκοντας και πάλι να προβάλει στα πλαίσια της υπεράσπισης της το θέμα της παραγραφής, αυτή τη φορά όμως, σύμφωνα πάντα με τη συνοδευτική Ε/Δ, όχι ως προδικαστική ένσταση που ήταν το επιδιωκόμενο με την πρώτη αίτηση αλλά ως μέρος της ουσίας της υπεράσπισης. Αυτό γιατί, υποστηρίζει η πλευρά του εναγόμενου, οι απόψεις διίστανται ως προς το κατά πόσο το θέμα της παραγραφής θα πρέπει να δικογραφείται ως υπεράσπιση ή όχι και συνεπώς ο «.Εναγόμενος/Αιτητής, περαιτέρω, δεν είναι σε θέση να γνωρίζει εάν το Δικαστήριο θα εξετάσει το θέμα αυτεπάγγελτα σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, λόγω των διιστάμενων νομικών απόψεων ενώ εάν δεν παρασχεθεί η αιτούμενη τροποποίηση ο Εναγόμενος/Αιτητής ενδεχομένως να αδικηθεί αφού δε θα μπορεί να επικαλεστεί την παραγραφή». Ενόψει της καταχώρησης της αίτησης, η ακρόαση αναβλήθηκε ώστε να δοθεί χρόνος στην πλευρά του ενάγοντα να καταχωρήσει ένσταση οπόταν και η αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 26/09/19, ημερομηνία κατά την οποία η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου για πρώτη φορά λόγω του ότι ανέλαβα το πρόγραμμα του αδελφού Δικαστή που επιλαμβανόταν τότε της υπόθεσης. Στην ένσταση που είχε εν τω μεταξύ καταχωρήσει ο ενάγοντας, πέραν των λόγων που αφορούν στη κατ' ισχυρισμό μη ικανοποίηση των νομολογιακών προϋποθέσεων που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων, προβάλλονται ως λόγοι ένστασης και το δεδικασμένο αλλά και η κατάχρηση της διαδικασίας και αυτά στη βάση της απόφασης της 29/03/
  2. Είναι ουσιαστικά η θέση του ενάγοντα ότι ο εναγόμενος προσπαθεί με «πλάγιο» τρόπο να επανέλθει με το ίδιο αίτημα με αυτό της πρώτης αίτησης, το οποίο ήδη εξετάστηκε και απορρίφθηκε, χωρίς να καταδεικνύει οποιοδήποτε λόγο που να καθιστά νόμιμη ή δικαιολογημένη μια τέτοια δεύτερη προσπάθεια. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών τις ανέπτυξαν μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων. Δεν κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τις θέσεις των συνηγόρων που αφορούν την εφαρμογή των γενικών αρχών που διέπουν την τροποποίηση δικογράφων δυνάμει των εφαρμοστέων προνοιών της Δ.25 και θα περιοριστώ μόνο να συνοψίσω τις θέσεις τους ως προς το αν και πώς η απόφαση της 29/3/19 επηρεάζει την υπό κρίση αίτηση. Η μεν κα Φλωρέντζου, παραπέμποντας στις σχετικές πρόνοιες του Κεφ.148 περί παραγραφής αστικών δικαιωμάτων εντός τριών χρόνων, υποστήριξε ότι τα γεγονότα της υπόθεσης, ήτοι αγωγή που καταχωρήθηκε το 2012 για κατ' ισχυρισμό αστικό αδίκημα που επεσυνέβη το 2008, εύλογα δημιουργούν τον προβληματισμό ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα είχε, κατά την καταχώρηση της αγωγής, παραγραφεί. Τούτο όμως το θέμα της παραγραφής, υποστήριξε η συνήγορος παραπέμποντας σε σχετική νομολογία, είναι αμφίβολο αν θα πρέπει να δικογραφηθεί για να μπορεί να εξεταστεί ή αν μπορεί να εγερθεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο και είναι γι' αυτό το λόγο που κρίθηκε ορθότερο όπως προστεθεί, δια τροποποίησης, στην υπεράσπιση ώστε να είναι σίγουρο ότι όντως θα εξεταστεί από το Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. Με την πρώτη αίτηση, υποστήριξε η συνήγορος, το θέμα της παραγραφής επιχειρήθηκε να δικογραφηθεί ως προδικαστική ένσταση ούτως ώστε να επιχειρηθεί στη συνέχεια να εξεταστεί πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας της ουσίας της υπόθεσης. Το Δικαστήριο, σύμφωνα με τη συνήγορο, με την απόφαση της 29/3/19 δεν ασχολήθηκε με το αν μπορούσε να επιτραπεί ή όχι να προβληθεί αυτή καθ' αυτή η υπεράσπιση της παραγραφής αλλά μόνο με τον τρόπο με τον οποίο το συγκεκριμένο θέμα επιδιώχθηκε να εγερθεί, ήτοι ως προδικαστική ένσταση. Κατά τη συνήγορο, είναι αποκλειστικά υπό αυτή την σκοπιά που το Δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε την πρώτη αίτηση και συγκεκριμένα στη βάση του ότι κανένα σκοπό θα εξυπηρετούσε η τότε αιτούμενη τροποποίηση αφού η έγερση και προώθηση μιας προδικαστικής ένστασης, αν το αίτημα για τροποποίηση εγκρίνετο, θα ήταν εκ προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία λόγω του προχωρημένου σταδίου που βρισκόταν η υπόθεση. Συνεπώς, υποστήριξε η συνήγορος, ούτε η απόφαση της 29/03/19 αλλά και ούτε και το σκεπτικό του αδελφού Δικαστή συνιστά κώλυμα ή εμπόδιο στην προσθήκη στη δικογραφία, έστω και τώρα, αυτού του ιδιόμορφου νομικού θέματος της παραγραφής, το οποίο η πλευρά του εναγόμενου θεωρεί ορθό και δίκαιο όπως εξεταστεί ως μέρος της υπεράσπισης της. Ο δε κος Καλλής, κάνοντας αναφορά στις νομολογιακές αρχές που περιβάλλουν το θέμα του δεδικασμένου και της κατάχρησης της διαδικασίας, υποστήριξε ότι, η παρούσα αίτηση συνιστά ουσιαστικά μία «.έμμεση προσπάθεια.να καταστήσει (ο Εναγόμενος) το παρών Δικαστήριο Εφετείο του ίδιου του εαυτού του για να αναθεωρήσει την απόφαση του Δικαστηρίου ημερ. 29/3/19» καθώς και «.να διορθώσει τις παραλείψεις του που οδήγησαν στην απόρριψη της προηγούμενης αίτησης του ημερ. 6/11/18.(χωρίς να).θέτει ενώπιον του Δικαστηρίου νέα γεγονότα.». Τούτη η ανεπίτρεπτη, κατά το συνήγορο, συμπεριφορά της πλευράς του εναγόμενου, προσκρούει στις αρχές του δεδικασμένου και συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και αυτό λαμβανομένης υπόψη και της αδικαιολόγητα υπέρμετρης καθυστέρησης που έχει επιδειχθεί. Εξέτασα με προσοχή τα όσα ενδιαφέροντα έθεσαν ενώπιον μου οι ευπαίδευτοι συνήγοροι. Τα θέματα που εγείρονται στην υπό κρίση αίτηση δύναται θεωρώ να συνοψισθούν σε τρία ερωτήματα, ήτοι α) κατά πόσο η απόφαση της 29/03/19 δημιουργεί κάποιας μορφής κωλύματος ή δεδικασμένου για την πλευρά του εναγόμενου, β) αν η απάντηση στο α) είναι αρνητική, τότε κατά πόσο το εφαρμοστέο για την συγκεκριμένη υπόθεση δίκαιο δικαιολογεί την ανάγκη για προβολή στο δικόγραφο της υπεράσπισης του ισχυρισμού περί παραγραφής και γ) κατά πόσο, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση, είναι ορθό και δίκαιο όπως η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκηθεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Παρατηρώ συνεπώς τα εξής: Όσον αφορά το ερώτημα υπό στοιχείο α) ανωτέρω, ήτοι το αν και πώς η απόφαση της 29/03/19 επηρεάζει την καταχώρηση και προώθηση της παρούσας αίτησης, σημειώνω τα εξής. Η ενδιάμεση απόφαση Δικαστηρίου να απορρίψει ένα αίτημα τροποποίησης δεν σφραγίζει άνευ ετέρου την τύχη των οποιωνδήποτε μεταγενέστερων παρόμοιων αιτημάτων αν και δεν θα αγνοηθούν οι λόγοι που τα προηγούμενα αιτήματα απορρίφθηκαν. Των πιο πάνω λεχθέντων θα πρέπει επίσης να επισημάνω ότι η δυνατότητα εκδίκασης προδικαστικά ενός ισχυρισμού που προβάλλεται στην υπεράσπιση, δεν έχει σχέση ούτε και εξαρτάται από το πώς ο εν λόγω ισχυρισμός προβάλλεται στο δικόγραφο, ήτοι ως προδικαστική ένσταση ή ως μέρος της ουσίας της υπεράσπισης. Αντιθέτως, αυτό που απασχολεί το Δικαστήριο στα πλαίσια εξέτασης του κατά πόσο δύναται να δικαστεί προδικαστικά ένας ισχυρισμός που εγείρεται στα δικόγραφα, είναι η φύση του ισχυρισμού, αν δηλαδή πρόκειται για αμιγώς νομικό θέμα ή εν μέρει νομικό και εν μέρει πραγματικό ή εξ' ολοκλήρου πραγματικό. Όπως προνοεί η Δ.27 που διέπει το θέμα προδικαστικής εκδίκασης νομικών σημείων που εγείρονται από τα δικόγραφα αλλά και η σχετική νομολογία «.only pure points of law should be dealt with under the provisions of Order 27, rule 1 whilst cases of mixed law and fact or fact alone should be tried under Order 33.». Με άλλα λόγια, αν διαφανεί ότι το θέμα που επιχειρείται να δικαστεί προδικαστικά δεν μπορεί να τύχει τέτοιας προδικαστικής αντιμετώπισης λόγω της φύσης του, τότε επιβάλλεται όπως αφεθεί να αποφασιστεί στα πλαίσια της ακροαματικής διαδικασίας όταν θα αποκρυσταλλωθούν, κατόπιν αξιολόγησης της μαρτυρίας, τα γεγονότα που το περιβάλλουν (βλ. MALACHTOU ν. ARMEFTI AND ANOTHER
(1984)1 CLR 548). Η απόρριψη επομένως ενός αιτήματος για προδικαστική εκδίκαση κάποιου ισχυρισμού που προβάλλεται στην υπεράσπιση, είτε υπό τη μορφή προδικαστικής ένστασης είτε άλλως πώς, ούτε συνιστά απόφαση επί της ουσίας του ισχυρισμού αλλά ούτε και θέτει τον ισχυρισμό εκτός της γενικότερης υπερασπιστικής γραμμής. Στην παρούσα περίπτωση, με την πρώτη αίτηση της η πλευρά του εναγόμενου ουσιαστικά επεδίωξε να εισάξει στην υπεράσπιση της, δια τροποποίησης, ισχυρισμό περί παραγραφής. Σκοπός την ήταν, ως δήλωσε, να επιχειρήσει να δικάσει προδικαστικά το σημείο αυτό μέσω της διαδικασίας της Δ.27 εξ' ου και επεχείρησε να το εισάξει στο δικόγραφο της ως προδικαστική ένσταση. Αυτό που προβλημάτισε τον αδελφό Δικαστή που επιλήφθηκε του αιτήματος, όπως μπορεί ξεκάθαρα να διαφανεί από το σκεπτικό του που έχω παραθέσει αυτούσιο ανωτέρω, ήταν ουσιαστικά το θέμα που ήγειρε με την τότε ένσταση της η πλευρά του ενάγοντα, η οποία εισηγήθηκε, μέσω της αγόρευσης στην οποία προέβη τότε ο κ. Καλλής ο οποίος παρέπεμψε τον αδελφό Δικαστή σε απόφαση που είχε ο ίδιος εκδώσει σε άλλη αγωγή (6571/2011), ότι «.τυχόν έγκριση του αιτήματος.δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό αφού.η προδικαστική ένσταση δεν θα μπορούσε να εξεταστεί ενόψει του προχωρημένου σταδίου στο οποίο βρίσκεται η υπόθεση.» (βλ. σελ.2 και 11 αγόρευσης ενάγοντα 25/02/19). Αυτός ο προβληματισμός του αδελφού Δικαστή, ήτοι αν θα εξυπηρετούσε τα συμφέροντα της δικαιοσύνης να επιτρέψει να προστεθεί και να προωθηθεί ως προδικαστική ένσταση ένας ισχυρισμός ο οποίος στο τέλος της ημέρας δεν θα μπορούσε να εξεταστεί προδικαστικά, ο οποίος ήταν ένας από τους κεντρικούς άξονες γύρω από τον οποίο περιστράφηκε τότε η ένσταση του ενάγοντα, ήταν και ο μόνος προβληματισμός που τον απασχόλησε στην απόφαση του. Τελικά, ενεργώντας ουσιαστικά στη βάση της αρχής ότι τα Δικαστήρια δεν αποφασίζουν θεωρητικά θέματα, ούτε ενεργούν επί ματαίω (βλ. Khalil Farhan και άλλοι ν. Κυπριακής Δημοκρατίας,
(2012)1 Α.Α.Δ. 2214), ο αδελφός Δικαστής έκρινε ότι επειδή από νομολογιακής πλευράς, λόγω του προχωρημένου σταδίου στο οποίο βρίσκετο η υπόθεση, δεν θα μπορούσε να εκδικαστεί προδικαστικά η υπεράσπιση της παραγραφής ως ήταν η πρόθεση του εναγόμενου και συνεπώς δεν θα εξυπηρετούσε κανένα σκοπό να επιτραπεί δια τροποποίησης η έγερση προδικαστικής ένστασης, απέρριψε το αίτημα. Αυτό άλλωστε ήταν και το αντικείμενο που πραγματεύονταν τα αποσπάσματα της νομολογίας επί της οποίας βασίστηκε ο αδελφός Δικαστής για να καταλήξει στην εν λόγω απόφαση του (βλ. Ρέα Ανδρονίκου) αλλά και η εισήγηση του ίδιου του ενάγοντα. Οι σχετικές αναφορές του αδελφού Δικαστού στην ενότητα «Συμπεράσματα Κατάληξη» της απόφασης του ημερ. 29/03/19, επιβεβαιώνουν του λόγου το αληθές: «Σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση και ο εναγόμενος θέσει το θέμα της παραγραφής ως προδικαστική ένσταση στην υπεράσπισή. το Δικαστήριο θα κληθεί να εξετάσει αυτό το προδικαστικό ζήτημα σε προχωρημένο στάδιο της διαδικασίας. Κάτι τέτοιο, ως προκύπτει και από την πιο πάνω αναφερθείσα νομολογία (Ρέα Ανδρονίκου κ.ά.) δεν είναι επιτρεπτό . αιτήσεις για προκαταρτική εκδίκαση νομικών σημείων θα πρέπει να καταχωρούνται έγκαιρα στα αρχικά στάδια της διαδικασίας .και όχι σε μεταγενέστερο στάδιο που μόνο καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης μπορούν να επιφέρουν. Σε περίπτωση που επιτραπεί η αιτούμενη τροποποίηση και στη συνέχεια υποβληθεί αίτηση για να προδικαστεί το θέμα της παραγραφής.κρίνω ότι θα προκληθεί καθυστέρηση.Κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης και συγκεκριμένα λόγω του ότι η αγωγή δεν βρίσκεται στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας. η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να ασκηθεί προς την απόρριψη του αιτήματος.». Ενόψει όμως της πιο πάνω κατάληξης, δεν κρίθηκε αναγκαίο να εξεταστεί και ούτε αποφασίστηκε το θέμα που παρέμεινε «ανοικτό» προς συζήτηση και το οποίο εγείρεται με την παρούσα αίτηση, ήτοι κατά πόσο θα μπορούσε, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, να επιτραπεί να προβληθεί δια τροποποίησης, αυτή καθ' αυτή η υπεράσπιση της παραγραφής ώστε να εξεταστεί, όχι προδικαστικά αλλά ως μέρος του συνόλου της υπερασπιστικής γραμμής του εναγόμενου κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. Εφόσον σε τούτο το ερώτημα, το οποίο συνιστά το ερώτημα υπό στοιχείο β) ανωτέρω της παρούσας αίτησης, δεν έχει ακόμη δοθεί δικαστική απάντηση, δεν θεωρώ ότι προκύπτει οποιοδήποτε θέμα δεδικασμένου ή κωλύματος συνεπεία της απόφασης της 29/03/19 και ως εκ τούτου προχωρώ να το εξετάσω. Ο προβληματισμός της κα Φλωρέντζου ως προς το νομολογιακά αμφίβολο του αν η παραγραφή είναι θέμα που θα πρέπει να εγερθεί ρητά στο δικόγραφο ή αν μπορεί να εξεταστεί αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο, προβάλλει εκ πρώτης όψεως εύλογος εφόσον πρόσφατα απασχόλησε και το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση ΜΑΡΙΟΣ ΝΕΟΦΥΤΟΥ v ANDREAS MALAK κα, ECLI:CY:AD:2018:A297, Πολιτική Έφεση Αρ. 118/2012, ημερ. 21 Ιουνίου 2018 όπου διαπιστώθηκε ότι «.Οι αποφάσεις στην Φεσά ν. Κασάπη
(1998)1 Α.Α.Δ. 341 και Χατζηστυλλή ν. Παπαδήμα
(2000)1 Α.Α.Δ. 551, δίδουν το στίγμα ότι με βάση την πρώτη απόφαση το ζήτημα της παραγραφής πρέπει να εγείρεται στο δικόγραφο από το διάδικο που επιθυμεί να το εγείρει και με τη δεύτερη, το θέμα της παραγραφής είναι, για πολλούς λόγους που δεν είναι του παρόντος να καταγραφούν, καταλυτικό εφόσον άπτεται της ίδιας της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί στην ουσία την υπόθεση. Εφόσον είναι δικαιοδοτικό μπορεί να εγερθεί και αυτοβούλως από το Δικαστήριο.». Στη Malak κρίθηκε τελικά ότι για το θέμα της παραγραφής, το Δικαστήριο «.δεν αποκλείεται, έχοντας υπόψη του τη δικογραφία, να το εγείρει αυτεπαγγέλτως προς εξέταση.» επισημάνθηκε όμως ταυτόχρονα ότι «.Το ζήτημα ενδεχομένως να έχει τώρα διαφοροποιηθεί με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο αρ. 66(Ι)/2012, που δημοσιεύθηκε μεταγενέστερα των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης και της εκδοθείσας απόφασης ο οποίος με το άρθρο 20 έχει προνοήσει ότι το Δικαστήριο δεν λαμβάνει υπόψη αυτεπάγγελτα την παραγραφή δικαιώματος έγερσης αγωγής.» Αντίθετα με την Malak, η αγωγή στην οποία είχε καταχωρηθεί πριν τη θέσπιση του Ν.66(Ι)/12, η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε στις 07/08/12 ήτοι ένα μήνα μετά τη δημοσίευση και έναρξη ισχύος του Ν.66(Ι)/12 (01/07/012) και ως έχει νομολογηθεί, για σκοπούς εξέτασης του θέματος παραγραφής, «το ισχύον δίκαιο προσδιορίζεται κατά το χρόνο προώθησης του δικονομικού διαβήματος» (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου
(2012)1(Α) ΑΑΔ 834) και είναι «με αναφορά στο χρόνο καταχώρησης της αγωγής (που) εξετάζεται κατά πόσο η απαίτηση έχει εκ τούτου παραγραφεί.» (βλ. Όμηρος Χριστοδουλίδης ν Global Capital Securities and Financial Services Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 636). Αν και το θέμα δεν έχει απασχολήσει τους συνηγόρους, εφόσον το κρίσιμο χρονικό σημείο, τόσο για σκοπούς επιμέτρησης του χρόνου παραγραφής όσο και για καθορισμό του εφαρμοστέου δικαίου, είναι η ημέρα καταχώρησης της αγωγής και η παρούσα καταχωρήθηκε στις 07/08/12 όταν πλέον ήταν σε ισχύ ο Ν.66(Ι)/2012, είναι οι πρόνοιες αυτού του Νόμου που φαίνεται ότι θα πρέπει να τύχουν εφαρμογής, περιλαμβανομένων και των προνοιών που παραπέμπουν στο αρ.68 Κεφ.149 αλλά και των προνοιών του αρ.20, οι οποίες δεν επιτρέπουν πλέον την αυτεπάγγελτη εξέταση του θέματος αλλά επιβάλλουν ως προϋπόθεση την δικογράφηση του. Θα πρέπει βεβαίως να σημειωθεί ότι στη Malak, το Ανώτατο Δικαστήριο δεν κλήθηκε να αποφασίσει και ούτε αποφάσισε το θέμα αυτό αλλά περιορίστηκε στο να υποδείξει ότι «.το ζήτημα ενδεχομένως να έχει τώρα διαφοροποιηθεί με τον περί Παραγραφής Αγωγίμων Δικαιωμάτων Νόμο αρ. 66(Ι)/2012.» και ότι «.η έννοια και έκταση του πιο πάνω άρθρου 20, θα απασχολήσει αναμφίβολα κάποια στιγμή τη νομολογία.». Το σίγουρο όμως είναι ότι πρόσφατα φαίνεται να έχει ξεκαθαρίσει η νομολογία μέσω της απόφασης στην Malak ότι, σε αγωγές που καταχωρήθηκαν τουλάχιστο μέχρι την 01/07/12, το Δικαστήριο μπορεί να εξετάσει την παραγραφή είτε υπάρχει τέτοιος δικογραφημένος ισχυρισμός είτε όχι. Επομένως, αν στην παρούσα υπόθεση η πλευρά του εναγόμενου επιθυμεί να προβάλει ως υπεράσπιση της την παραγραφή, τότε, λαμβανομένου υπόψη ότι η αγωγή καταχωρήθηκε μετά την 01/07/12 και ότι ο Νομοθέτης, εν τη σοφία του έκρινε ότι ένα δικαιοδοτικής φύσης θέμα, όπως η νομολογία έχει χαρακτηρίσει την παραγραφή, δεν μπορεί πλέον να εξετάζεται αν δεν εγερθεί στα δικόγραφα, φαίνεται ότι είναι υποχρεωμένη όπως δικογραφήσει το εν λόγω ισχυρισμό. Η κατάληξη αυτή οδηγεί στο τρίτο ερώτημα που έχω θέσει ανωτέρω, ήτοι το κατά πόσο οι συγκεκριμένες περιστάσεις της υπόθεσης επιτρέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έγκρισης της παρούσας αίτησης. Οι αρχές που διέπουν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου σε σχέση με αιτήσεις τροποποίησης στη βάση της Δ.25, ως αυτή ισχύει για την παρούσα υπόθεση, έχουν γίνει αντικείμενο εξέτασης και λεπτομερούς ανάλυσης σε πληθώρα υποθέσεων. Όπως προκύπτει από τις εν λόγω αποφάσεις, κυρίαρχο στοιχείο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, είναι πάντα τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24.) Το συμπέρασμα που μπορεί να συναχθεί με ασφάλεια από τη σχετική νομολογία είναι ότι το θέμα τροποποίησης δικογράφων ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου, η οποία ασκείται φιλελεύθερα και δεν διέπεται από άκαμπτους κανόνες, αλλά από διάφορους παράγοντες, η βαρύτητα των οποίων ποικίλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης. Η τάση, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία, είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις, ακόμα και όταν η όποια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά, η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Κατά κανόνα συνεπώς, σύμφωνα με τη νομολογία που αφορά στις πρόνοιες της Δ.25 ως ισχύουν για την παρούσα υπόθεση, παρέχεται άδεια για τροποποίηση σε κάθε στάδιο της διαδικασίας, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης, εκτός βέβαια αν το Δικαστήριο καταλήξει ότι οι αιτητές ενεργούν κακόπιστα ή ότι με την τροποποίηση, αν επιτραπεί, θα επηρεαστεί η αντίδικη πλευρά σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην είναι δυνατή αποζημίωση της με την καταβολή εξόδων. (βλ. επίσης Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543), Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 καθώς και τη νομολογία που οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν) Σημειώνω εδώ ότι όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Παπαχρυσοστόμου ν. Κώστας Γρηγοριάδης και Συνεταίροι
(2012)1 Α.Α.Δ. 817: "Στις περιπτώσεις όπου ο προσδιορισμός της ουσίας της διαφοράς μεταξύ των διαδίκων και η αποτροπή της πολλαπλότητας των νομικών διαδικασιών επιβάλλουν την τροποποίηση των δικογράφων, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου ασκείται υπέρ της έγκρισης της αίτησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί βλάβη ή αδικία στην άλλη πλευρά η οποία δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα ή ο αιτητής δεν ενεργεί κακόπιστα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της οποιασδήποτε καθυστέρησης στη διατύπωση των θέσεων του αιτητή, ποικίλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Η έναρξη της δίκης δεν δημιουργεί ανυπέρβλητο εμπόδιο στην επιδίωξη τροποποίησης δικογράφων, όμως η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου στο στάδιο αυτό, ασκείται με φειδώ. Τέλος μπορεί να λεχθεί ότι η εισαγωγή ενός νέου θέματος δεν συνεπάγεται κατ' ανάγκη και την απόρριψη της αίτησης, νοουμένου όμως ότι δεν έχει καταλυτικές συνέπειες για την αντίδικη πλευρά." Οι πιο πάνω αρχές βέβαια δεν είναι τίποτε άλλο από εργαλεία προς υποβοήθηση του Δικαστηρίου για να ασκήσει ορθά τη διακριτική του ευχέρεια. (βλ. Αρακελιάν). Των πιο πάω λεχθέντων σημειώνω ότι σύμφωνα με την Ε/Α που καταχώρησε ο ενάγοντας, αυτός ισχυρίζεται ότι τραυματίστηκε στις 08/07/08 και ότι συνέχισε να «ταλαιπωρείται» από τον εν λόγω τραυματισμό τουλάχιστο μέχρι τις 08/07/11 που έτυχε της τελευταίας δικογραφημένης ιατρικής εξέτασης. Η αγωγή του καταχωρήθηκε στις 07/08/12 και η υπεράσπιση του εναγόμενου στις 14/05/13, στην οποία υπεράσπιση όμως δεν γίνεται καμία αναφορά σε ισχυρισμό περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος του ενάγοντα. Για την ολοκλήρωση των προδικαστικών διαδικασιών που ακολούθησαν, στις οποίες περιλαμβάνετο και αίτημα του ενάγοντα προς τους εναγόμενους για εξέταση του από ιατροσυμβούλιο (03/10/14), δόθηκε χρόνος κατόπιν αιτημάτων που υποβλήθηκαν από αμφότερες τις πλευρές, μέχρι 30/04/
  1. Ακολούθως, για λόγους που αφορούσαν είτε τη μια είτε την άλλη πλευρά, είτε το Δικαστήριο, καθώς επίσης και συνεπεία της πυρκαγιάς που είχε ξεσπάσει στο Ε.Δ Λ/σιας, η ακρόαση της υπόθεσης δεν κατέστη δυνατό να ξεκινήσει πριν τις 22/10/
  2. Κατ' εκείνη την ημερομηνία και προτού ξεκινήσει η ακρόαση, ο ευπαίδευτος συνήγορος του ενάγοντα ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είχε ενημερωθεί από την αντίδικο του ότι θα εγείρετο θέμα παραγραφής. Σύμφωνα με το πρακτικό της 22/10/18, αυτό που είχε προβληματίσει τότε την πλευρά του ενάγοντα δεν ήταν το κατά πόσο μπορούσε ή όχι να εγερθεί τέτοιο ζήτημα υπό το φως της δικογραφίας αλλά το πότε θα ήταν ορθότερο να εξεταστεί το εν λόγω ζήτημα. Αναφέρθηκε συγκεκριμένα από τον κ. Καλλή ότι «.προβληματίζει με και εμένα.θα ξεκινήσουμε να ακούσουμε τον μάρτυρα και μετά να εγερθεί θέμα ή αν θα κάμει αίτηση η συνάδελφος να το ακούσουμε προδικαστικά; Εν ηξέρω. Οφείλω να το αναφέρω για σκοπούς για να μη χάνουμε την ώρα μας και οι τρεις μας βασικά στο τέλος της ημέρας». Ούτε όμως και στη συνέχεια, όταν η ευπαίδευτη συνήγορος του εναγόμενου ζήτησε αναβολή για να καταχωρήσει αίτηση ώστε να προσθέσει στο δικόγραφο της προδικαστική ένσταση για την παραγραφή, επειδή θεωρούσε ορθότερο όπως το θέμα δικαστεί προδικαστικά παρά μετά από πλήρη ακρόαση, υπήρξε οποιαδήποτε ένσταση από πλευράς ενάγοντα στη βάση της υφιστάμενης δικογραφίας. Κοντολογίς, από τη στάση που αμφότερες οι πλευρές τήρησαν μέχρι και την ημέρα της ακρόασης, φαίνεται ότι αυτό που ουσιαστικά τους προβλημάτιζε ήταν το πώς και το πότε θα μπορούσε να εξεταστεί το ζήτημα της παραγραφής και είναι λόγω του κοινού αυτού προβληματισμού που η ακρόαση δεν κατέστη δυνατό να ξεκινήσει τότε και μέχρι σήμερα δεν έχει ακόμη ξεκινήσει. Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς και λαμβανομένου υπόψη ότι δεν διαπιστώνεται να επιδεικνύεται κακοπιστία από πλευράς εναγόμενου, κρίνω ότι θα ήταν ορθό και δίκαιο όπως εγκρίνω την αίτηση ώστε να δοθεί τουλάχιστο η ευκαιρία στην πλευρά του εναγόμενου να επιχειρήσει να προωθήσει ένα κατ' τ' άλλα δικαιοδοτικό θέμα όπως είναι η παραγραφή. Αν μη τι άλλο, με τη δικογράφηση του σχετικού ισχυρισμού επιλύεται και η όποια τυχόν αμφιβολία παρέμεινε ως προς το πώς και πότε θα πρέπει να εγερθεί το θέμα ώστε να μπορεί να εξεταστεί από το Δικαστήριο. Δεν θεωρώ, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων της υπόθεσης, ότι θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στην πλευρά του ενάγοντα από την έγκριση της αίτησης αφού πέραν της ευκαιρίας που θα δοθεί στον τελευταίο να απαντήσει στον συγκεκριμένο ισχυρισμό, το υφιστάμενο δικόγραφο του ήδη περιέχει γεγονότα που αφορούν στο χρόνο που παρήλθε από την ημερομηνία του κατ' ισχυρισμό τραυματισμού και συνεπώς, εμμέσως πλην σαφώς, γεγονότα σχετικά με το θέμα της παραγραφής. Η ουσία βέβαια του κατά πόσο υπάρχει ή όχι παραγραφή είναι κάτι που θα αποφασιστεί στο τέλος. Όσον αφορά δε την όποια ταλαιπωρία προκλήθηκε ή θα προκληθεί από την έγκριση της αίτησης στον ενάγοντα, δεν θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις αυτή ανάγεται σε παραβίαση των συνταγματικών του δικαιωμάτων και δύναται να αποζημιωθεί με την ανάλογη διαταγή ως προς τα έξοδα αλλά και το σύντομο προγραμματισμό της ουσίας της υπόθεσης για ακρόαση. Η αίτηση επομένως εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα τροποποίησης της υπεράσπισης ως η παράγραφος Α της αίτησης. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών και χωρίς να χρειάζεται να επισυναφθεί το διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο όμως να ζητηθεί άμεσα. Πιστό αντίγραφο της τροποποιημένης Υπεράσπισης να παραδοθεί αυθημερόν στην άλλη πλευρά και τυχόν Απάντηση να καταχωρηθεί εντός 7 ημερών στη συνέχεια. Τα έξοδα της αίτησης καθώς και τα σπαταληθέντα έξοδα (thrown away) που θα προκύψουν από την τροποποίηση, επιδικάζονται υπέρ του ενάγοντα και εναντίον του εναγόμενου, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση στις 01 Νοεμβρίου 2019 η ώρα 11:
  3. (Υπ.) ................ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Final Αναφορά: Τροποποίηση - Παραγραφή cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.