Riviera Plaza BBI LTD ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Λτδ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2955/19, 27/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A417 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2955/19 Μεταξύ: Riviera Plaza BBI LTD Ενάγοντες -και-
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Λτδ
- Gordian Holding Limited Εναγομένων Ημερομηνία: 27.9.2019 Αίτηση Ημερ.: 23.9.19 για έκδοση προσωρινού διατάγματος Εμφανίσεις: Για Αιτητές: κ. Χρ. Γκούντρας για Αργυρού και Δημοσθένους για να ακούσει την απόφαση κα Αλίκη Γκαρσιάδου Για Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 2: κ. Σ. Γιορδαμβλής με τον κ. Γεωργίου για Ιωαννίδη & Δημητρίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Η Ενάγουσα καταχώρισε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο ζητά δήλωση του Δικαστηρίου ότι ο πλειστηριασμός που θα λάβει χώρα την 2.10.2019 και αφορά αριθμό κτημάτων της, είναι παράνομος και ταυτόχρονα ζητά διάταγμα ακύρωσης του. Ζητά επίσης αποζημιώσεις λόγω του παράνομου πλειστηριασμού και αποζημιώσεις για παράβαση των συνταγματικών της δικαιωμάτων, της 'φυσικής δικαιοσύνης' και 'λόγω κατάχρησης και υπέρβασης εξουσίας'. Στην παράγραφο Δ του κλητηρίου εντάλματος, ζητά επιπρόσθετα τα πιο κάτω, τα οποία θεώρησα σκόπιμο όπως παραθέσω αυτούσια: «Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει την ακύρωση της μεταφοράς και/ή πώλησης και/ή εξαγοράς του υπολοίπου της πιστωτικής διευκόλυνσης και/ή του συνόλου των χρεών των εναγόντων από τους εναγομένους 1 προς τους εναγομένους 2, συνεπεία του ότι τοιαύτη μεταφορά και/ή πώληση και/ή εξαγορά έλαβε χώρα υπό το πρίσμα καταστρατήγησης των προνοιών και προϋποθέσεων του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θεμάτων Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015)». Με την υπό συζήτηση Αίτηση η οποία καταχωρήθηκε την 23.09.2019, η Ενάγουσα, που είναι Αιτήτρια στην υπό κρίση διαδικασία και θα αναφέρεται από τώρα και στο εξής ως 'η Αιτήτρια', ζητά τα πιο κάτω: «Προσωρινό Διάταγμα, με το οποίο να ακυρώνεται και/ή παραμερίζεται και ή αναστέλλεται ο επιδιωκόμενος πλειστηριασμός που είναι προγραμματισμένος να διεξαχθεί στις 02/09/2019 και ώρα 10.00 πμ στη Λεωφόρο Αρχ. Μακαρίου Γ' 28, 2324 Κάτω Λακατάμια, Λευκωσία και πάσα περαιτέρω διαδικασία εκποίησης των κάτωθι ακινήτων των εναγόντων». Στη συνέχεια γίνεται περιγραφή των δέκα κτημάτων που πρόκειται να πωληθούν στον επικείμενο πλειστηριασμό. Η Αίτηση βασίζεται στο Νόμο Ν.14/1960, άρθρα 29-32, 42, 42(α) και 43, στο Κεφ. 149, στα άρθρα 4, 5, 7 και 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας - Δ.39, Δ.48, θθ. 1, 2, 3, 4, 7, 8 και 9, Δ.64, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικό) (Αρ. 3) Διαδικαστικό Κανονισμό του 1999, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65 ,ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα Άρθρα 44, 44Α μέχρι και 44ΚΖ και τα Παραρτήματα αυτού, στους περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς του 2015 - Κ.Δ.Π. 185/2015, στα άρθρα 2, 3, και 5 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015), στους Κανονισμούς περί της Αδειοδότησης Εταιρειών Εξαγοράς Πιστωτικών Διευκολύνσεων Οδηγία του 2016 ΚΔΠ.149/2016, στους περί της Διαδικασίας Κοινοποίησης προς τους Δανειολήπτες και Εγγυητές της Πρόθεσης Πώλησης Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Οδηγίας του 2016 - ΚΔΠ.150/2016, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμου Κεφ. 224 ως έχει τροποποιηθεί, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς άρθρα 1-18, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές της Επιείκειας και του Κοινοδικαίου και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Η Αίτηση συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση της διευθύντριας της Αιτήτριας, XXXXX Χρίστου. Η ομνύουσα παραθέτει το υπόβαθρο των γεγονότων, επί των οποίων στηρίζεται η Αίτηση. Συνοψίζω αμέσως πιο κάτω, το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης. Τη 16/05/20008 η Αιτήτρια, ιδιοκτήτρια των επιδίκων ακινήτων υποθήκευσε προς όφελος των Καθ' ων η αίτηση 1, το ½ μερίδιο εκάστου των επιδίκων ακινήτων, προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που λήφθηκαν για ποσό ύψους €15.820.000 και με δεύτερη υποθήκη το υπόλοιπο ½ μερίδιο εκάστου των πιο πάνω ακινήτων, προς εξασφάλιση πιστωτικών διευκολύνσεων που έλαβε η Αιτήτρια για ποσό ύψους €15.800.
- Υπογράφηκε για το σκοπό αυτό συμφωνία, ημερομηνίας 16/05/2008, Τεκμήριο 4, 'μεταξύ της Zetanet Investments Ltd ως ονομαζόταν τότε η Αιτήτρια, της Marfin Popular Bank Public Co Ltd και του τραπεζικού ιδρύματος των Καθ' ων η αίτηση 1'. Η Αιτήτρια περιήλθε σε υπερημερία και δεν μπόρεσε να εκπληρώσει τις συμβατικές της υποχρεώσεις λόγω οικονομικής δυσπραγίας. Οι Καθ' ων η αίτηση 1 προέβηκαν τότε στην καταχώριση της αγωγής 4844/2012 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Τη 19/12/2016 εξεδόθη δικαστική απόφαση στα πλαίσια της ως άνω αναφερόμενης αγωγής, βάσει της οποίας η Αιτήτρια διατάχθηκε όπως πληρώσει στους Καθ΄ων η αίτηση 1 το ποσό των €8.584.520, πλέον τόκους και το ποσό €1.546.888, πλέον τόκους. Περιπλέον, η Αιτήτρια διατάχθηκε όπως προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την μεταβίβαση των επιδίκων ενυπόθηκων ακινήτων προς τους Καθ΄ ων η αίτηση 1, ελεύθερα από οποιαδήποτε βάρη και επιβαρύνσεις. Στο κείμενο της ρηθείσας δικαστικής απόφασης προβλεπόταν αναστολή εκτέλεσης της, εφόσον καταβαλλόταν συγκεκριμένο ποσό τριμηνιαίως. Η Αιτήτρια προέβηκε προς συμμόρφωση της ως άνω δικαστικής απόφασης 'στην πληρωμή δύο με τριών περίπου δόσεων, €50.000 έκαστη'. Λόγω οικονομικής αδυναμίας, η Αιτήτρια δεν τήρησε το εν λόγω πλάνο αποπληρωμής, με αποτέλεσμα οι Καθ' ων η αίτηση 1 να κινήσουν τη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων, συμφώνως των προνοιών του Μέρους VIA του Ν. 9/
- Την 30/10/2018, οι Καθ' ων η αίτηση 1 απέστειλαν στην Αιτήτρια επιστολή με την οποία την ενημέρωσαν για την πρόθεση τους περί πώλησης της πιστωτικής διευκόλυνσης σε τρίτο πρόσωπο μαζί με τις εξασφαλίσεις που την εγγυώνταν. Στα πλαίσια της εν λόγω επιστολής, οι Καθ' ων η αίτηση 1 έδιδαν δικαίωμα στην Αιτήτρια, βάσει και του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015)ως επίσης της οδηγίας της Κεντρικής Τράπεζας με τίτλο «η περί της Διαδικασίας Κοινοποίησης προς τους Δανειολήπτες και Εγγυητές της Πρόθεσης Πώλησης Πιστωτικών Διευκολύνσεων Οδηγίας του 2016», εάν το επιθυμούσαν, να υποβάλλουν πρόταση εξαγοράς της αναφερόμενης πιστωτικής διευκόλυνσης. Σε απάντηση της πιο πάνω επιστολής, η Αιτήτρια απέστειλε τη 13/12/2018, μέσω των δικηγόρων της, ηλεκτρονικό μήνυμα προς τους Καθ' ων η αίτηση 1 με το οποίο υπέβαλε πρόταση εξαγοράς της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης. Η πρόταση της απορρίφθηκε από τους Καθ' ων η αίτηση
- Στα πλαίσια της διαδικασίας εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων οι Καθ' ων η αίτηση 1 απέστειλαν περί την 18/01/2019 σχετική ειδοποίηση Τύπος I προς την Αιτήτρια, την 15/05/2019 ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ», η οποία συνοδευόταν μαζί με την ειδοποίηση Τύπος «ΙΒ» ίδιας ημερομηνίας και καλούσαν την Αιτήτρια να διορίσει εκτιμητή. Την 30/05/2019 οι Καθ' ων η αίτηση 1 μετέφεραν το εξ αποφάσεως χρέος, τις εξασφαλίσεις, την πιστωτική διευκόλυνση και τα δικαιώματα απορρέοντα εξ αυτής, προς τους Καθ' ων η αίτηση
- Οι τελευταίοι απέστειλαν την 31/05/2019 προς την Αιτήτρια ενημερωτικές επιστολές, οι οποίες ως αναφέρεται χαρακτηριστικά στην Ένορκη Δήλωση, 'παραλήφθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο του αναφερόμενου'. Παρενθετικά επισημαίνω ότι πουθενά στην ένορκη δήλωση διευκρινίζεται ο χρόνος κατά τον οποίο λήφθηκαν οι πιο πάνω επιστολές. Περαιτέρω την 18/07/2019 οι Καθ' ων η αίτηση 2 απέστειλαν νέα επιστολή στην Αιτήτρια, στην οποία επισυνάπτετο έγγραφο με τίτλο «Δελτίο Α - Ειδοποίηση Πλειστηριασμού» των επιδίκων ακινήτων σύμφωνα με το άρθρο 44Ζ
(2)του Ν.9/1965, με την οποία την ενημέρωναν για τον σκοπούμενο πλειστηριασμό. Η εν λόγω επιστολή παραλήφθηκε, σύμφωνα πάντα με τους ισχυρισμούς της ομνύουσας, τη 02/09/
- Η ομνύουσα ισχυρίζεται ότι η πώληση της πιστωτικής διευκόλυνσης της Αιτήτριας και τα συνεπαγόμενα των εξασφαλίσεων που είχαν παρασχεθεί είναι παράνομη, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν.169(Ι)/2015, καθότι υπερβαίνει το €1.000.
- Ο Νόμος 169(Ι)/2015 δεν εφαρμόζεται σε περιπτώσεις που «το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την επιχείρηση αυτή ή τον όμιλο συνδεδεμένων επιχειρήσεων ανά ΑΠΙ δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000)». Στην παρούσα περίπτωση, οι πιστωτικές διευκολύνσεις και/ή το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων της Αιτήτριας, δυνάμει της δικαστικής απόφασης, υπερβαίνει πολλαπλάσια το €1.000.000 που θέτει ως όριο ο Νόμος. Αποτέλεσμα των πιο πάνω, οι Καθ΄ ων η αίτηση 2 παράνομα και παράτυπα προβαίνουν σε εξ΄ονόματος τους πλειστηριασμό των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων και καθορίζουν επιφυλασσόμενη τιμή αυτών. Υπό το πρίσμα της πιο πάνω παρανομίας προκύπτει και παραβίαση του άρθρου 44Ε
(1)του Ν. 9/1965, αφού οι Καθ' ων η αίτηση 2 δεν αποτελούν ενυπόθηκο δανειστή της Αιτήτριας. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ο καθορισμένος πλειστηριασμός, ημερομηνίας 02/10/2019, θα πρέπει να ακυρωθεί καθότι παραβιάζονται οι ακόλουθες διατάξεις του Μέρους VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 1965, Ν.9/1965ως έχει τροποποιηθεί. Οι καθ' ων η αίτηση 1 και/ή 2 δεν προχώρησαν στην διενέργεια εκτίμησης, ή τουλάχιστον δεν κοινοποίησαν οποιαδήποτε εκτίμηση τους προς την αιτήτρια, ενέργειες οι οποίες έπρεπε να είχαν γίνει σύμφωνα με το άρθρο 44Δ
(2)και
(3)για τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων, σύμφωνα με το άρθρο 44Δ
(4). Οι Καθ' ων η αίτηση 2 κατά παράβαση των άρθρων 44(Δ)
(1),
(2)
(3)και
(4)και του άρθρου 44(E) προχώρησαν μονομερώς, αυθαίρετα και παράνομα στον καθορισμό επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης του επίδικου ενυπόθηκου ακινήτου. Συγκεκριμένα δεν διεξήγαγαν και/ή δεν κοινοποίησαν προς την Αιτήτρια την εκτίμηση της αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων προς επιβεβαίωση της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης αυτών. Είναι η θέση της ομνύουσας ότι ο επιδιωκόμενος πλειστηριασμός πρέπει να ακυρωθεί και/ή παραμεριστεί και/ή ανασταλεί από το Δικαστήριο, ως επίσης και κάθε περαιτέρω διαδικασία απορρέουσα εξ αυτού. Ισχυρίζεται περαιτέρω ότι τις πιο πάνω παρανομίες τις αντιλήφθηκαν «... προσφάτως όταν σε συνάντηση με τους δικηγόρους τους η οποία έλαβε χώρα προ ολίγων ημερών αφορώσι τη διαδικασία της εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων, τούς παρουσιάστηκαν έγγραφα που εκείνοι θεωρούσαν τυπικά και συγκεκριμένα την επιστολή Τεκμ. 9 επισυνημμένη στην παρούσα, όπου και τους επεξηγήθηκε ότι δικαιούχος και ενεργών ως πιστωτής για την διεξαγωγή του σκοπούμενου πλειστηριασμού είναι οι καθ' ων η αίτηση 2, γεγονός το οποίο αντίκειται των διατάξεων του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν.169(Ι)/2015)». Παρενθετικά αναφέρω ότι ούτε και σε αυτή την περίπτωση διευκρινίζεται στην Ένορκη Δήλωση πότε ακριβώς έγινε η συνάντηση με τους δικηγόρους. Το θέμα, σύμφωνα πάντα με την ομνύουσα, '... είναι εξαιρετικά επείγον καθότι στις 02/10/2019 οι καθ' ων η αίτηση 2 θα προχωρήσουν στην εξαγγελθείσα πώληση δια πλειστηριασμού των ενυπόθηκων ακινήτων των αιτητών, όπου βέβαιο αποτέλεσμα θα είναι οι δυσμενείς για τους αιτητές' και η κατάσταση δεν θα είναι 'ανατρέψιμη'. Η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων θα λάβει χώρα από νομικό πρόσωπο το οποίο δεν δικαιούται να το πράξει και υπάρχει 'ορατός κίνδυνος το προϊόν της εκποίησης έναντι του χρέους τους προς τους νόμιμους δικαιούχους να απωλεσθεί αφού θα εισπραχθεί από πρόσωπο το οποίο δεν το δικαιούται βάσει του Νόμου, ως επίσης τα ίδια τα ακίνητα τα οποία εξασφαλίζουν το ενυπόθηκο χρέος να περιέλθουν στην κυριότητα τρίτων προσώπων/αγοραστών'. Οι Καθ' ών η αίτηση 1 και 2, καταχώρισαν ένσταση την 08.07.2019, στην οποίαν πρόβαλαν αριθμό λόγων που δικαιολογούν κατά την άποψη τους την απόρριψη της Αίτησης. Εισηγούνται ότι η Αίτηση είναι κατά τον νόμο και τα πράγματα αβάσιμη και/ή αντικανονική και/ή ανεπαρκής και/ή γενική και/ή αόριστη και δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίου Νόμου Ν.14/60, για έκδοση απαγορευτικών και/ή επιβαρυντικών και/ή προσωρινών διαταγμάτων. Η Αιτήτρια καλεί το σεβαστό Δικαστήριο να ελέγξει και ή αναθεωρήσει την εκδοθείσα απόφαση και/ή το εκδοθέν διάταγμα ομόβαθμου δικαστηρίου, πράγμα ανεπίτρεπτο και αντινομικό. Εισηγούνται περαιτέρω ότι η αξίωση της Αιτήτριας είναι χρηματικής φύσεως και/ή αποτιμάται σε χρήμα και/ή οι Καθ' ων η Αίτηση 1 και 2 είναι απόλυτα φερέγγυα πρόσωπα και/ή δεν έχει προβληθεί οποιαδήποτε θέση και/ή υποβληθεί οποιοδήποτε στοιχείο ότι αυτοί δεν θα μπορέσουν να καταβάλουν τυχόν αποζημιώσεις στο μέλλον, εάν χρειαστεί, ούτε και έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε θετική μαρτυρία αναφορικά με την φερεγγυότητα τους. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση 2, με σκοπό την πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων μέσω διαδικασίας πλειστηριασμού, καθώς και η διαδικασία που ακολουθήθηκε για την μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή των σχετικών εξασφαλίσεων είναι απόλυτα νομότυπες και/ή σύμφωνες με τις πρόνοιες του Νόμου 9/1965 και/ή του Νόμου 169(Ι)/2015 και τυχόν έγκριση της παρούσας αίτησης θα αποστερήσει τα νόμιμα δικαιώματα των Καθ' ων η Αίτηση, καταστρατηγώντας τον σκοπό των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 που διέπουν την πώληση ενυπόθηκου ακινήτου από τον ενυπόθηκο δανειστή και/ή των διατάξεων του Νόμου 169(Ι)/
- Η Αιτήτρια, δεν προσήλθε ενώπιον του Δικαστηρίου με καθαρά χέρια και/ή απέτυχε και/ή παρέλειψε να προβεί σε πλήρη και/ή ειλικρινή αποκάλυψη και/ή παρέλειψε να αναφερθεί στην αίτηση/έφεση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας υπ' αριθμόν 296/2019, με την οποία διεκδικεί πανομοιότυπο με το αξιούμενο διά της παρούσας αίτησης διάταγμα, κάτι το οποίο αποτελεί κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών. Καθυστέρησε υπέρμετρα στην καταχώριση της παρούσας αίτησης και/ή λόγω της ολιγωρίας που επέδειξε δεν δικαιούται σε οποιεσδήποτε θεραπείες στη βάση του δικαίου της επιείκειας και/ή στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Η ένσταση βασίζεται στα άρθρα 11, 21, 29, 31, 32, 34, 36, 37, 39, 42, 43, 44 και 51 του Περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 4, 5, 7, 9, 73-76, 91 Α, 91Β και 91Γ του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.39, Δ.48 ΘΘ 1-13, Δ.64, στα άρθρα 44, 44Α έως 44ΚΖ του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/65 ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα και στα παραρτήματα αυτού, στον περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμο του 2015 Ν.169(Ι)/2015και συγκεκριμένα στα άρθρα 2, 3, 4, 18 και 19, στα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, στα άρθρα 80 και 81 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση Νόμου, Κεφ. 224, στον περί Συμβάσεων Νόμο, Κεφ. 149 καθώς και στη νομολογία, στις αρχές της επιείκειας και του κοινοδικαίου και στην πρακτική και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η παρούσα ένσταση περιλαμβάνονται στην επισυνημμένη ένορκη δήλωση του XXXXX Αδάμου, υπαλλήλου των Καθ' ών η αίτηση
- Στην Ένορκη Δήλωση του αναφέρει ότι οι Καθ΄ων η αίτηση 1 και 2 παραδέχονται τα όσα αναφέρει η Αιτήτρια και αφορούν τη σύναψη των υποθηκών υπ΄ αρ. Υ6701/2008 και Υ6702/2008, τη μη εκπλήρωση των συμβατικών της υποχρεώσεων που οδήγησε στην καταχώριση της αγωγής 4844/2012 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης στο πλαίσιο της εν λόγω αγωγής και το γεγονός ότι δεν τήρησε τις υποχρεώσεις που απέρρεαν από την εκ συμφώνου απόφαση που οδήγησε στην εκκίνηση της διαδικασίας πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων, σύμφωνα με το μέρος VIA του Νόμου 9/
- Σημειώνει ότι ουδεμία αμφισβήτηση εγείρεται από την Αιτήτρια αναφορικά με τις οφειλές της προς την Καθ' ης η Αίτηση 1 ή σε σχέση με την εγκυρότητα και νομιμότητα των επίδικων συμβάσεων και εγγράφων υποθήκης. Οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και οι σχετικές εξασφαλίσεις, συμπεριλαμβανομένων των επίδικων υποθηκών, μεταβιβάστηκαν από τους Καθ' ων η Αίτηση 1 στους Καθ' ων η Αίτηση 2, κατ' εφαρμογή των προνοιών του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015)και συγκεκριμένα των άρθρων 18 και
- Ειδικότερα, δυνάμει των προνοιών του Σχεδίου Διακανονισμού, το οποίο επικυρώθηκε την 23.5.2019, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, με την έκδοση σχετικού διατάγματος, στα πλαίσια της αίτησης υπ' αριθμόν 372/2019 και με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, οι Καθ' ων η Αίτηση 1 μεταβίβασαν στους Καθ' ων η Αίτηση 2, μεταξύ άλλων, πιστωτικές διευκολύνσεις, εξ αποφάσεως χρέη και τις εξασφαλίσεις αυτών, περιλαμβανομένων και των επιδίκων. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Νόμου 169(Ι)/2015 και του Σχεδίου Διακανονισμού, η Καθ' ης η Αίτηση 2, έχει αυτόματα αντικαταστήσει και υποκαταστήσει τους Καθ' ων η Αίτηση 1 σε σχέση με όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους που απορρέουν από τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις, οι οποίες συνεχίζουν να βρίσκονται σε ισχύ μεταξύ της Αιτήτριας και των Καθ' ων η Αίτηση
- Οι Καθ' ων η Αίτηση 1, την 30.10.18, απέστειλαν επιστολή στην Αιτήτρια, τεκμήριο 7 της ΕΔ Χρίστου, με την οποίαν τους γνωστοποιούσαν την πρόθεση τους να πωλήσουν το εξ αποφάσεως χρέος στους Καθ΄ων η αίτηση 2, ενώ η τελευταία απέστειλε επιστολή στην Αιτήτρια, την 31.05.19, Τεκμήριο 12 της ΕΔ Χρίστου, με την οποίαν την πληροφόρησε ότι την προηγούμενη ημέρα, που εκδόθηκε το διάταγμα, οι υποχρεώσεις της Αιτήτριας προς τους Καθ΄ων η αίτηση 1 μεταφέρθηκαν στους ιδίους. Η διαδικασία που ακολουθήθηκε στην παρούσα περίπτωση και η μεταβίβαση των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων και εξασφαλίσεων είναι απολύτως ορθή και σε πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες του Νόμου 169(Ι)/2015 . Το εδάφιο 2 του άρθρου 3 του εν λόγω Νόμου, επεκτείνει την εφαρμογή του Νόμου προνοώντας ρητώς ότι σε όλες τις περιπτώσεις πιστωτικών διευκολύνσεων που ο πιστωτής ή εξ αποφάσεως πιστωτής είναι τραπεζικό/πιστωτικό ίδρυμα, εφαρμόζονται τα άρθρα 18 και 19 του Νόμου, ανεξαρτήτως των προνοιών του εδαφίου 1, στο οποίο στηρίζεται η Αιτήτρια. Επομένως ρητά και αδιαμφισβήτητα, ο ίδιος ο Ν.169(Ι)/2015, ειδικότερα για τις περιπτώσεις που αφορούν τα πιο πάνω πρόσωπα, δεν θέτει οποιοδήποτε χρηματικό ή ποσοτικό περιορισμό όσον αφορά το ύψος των πιστωτικών διευκολύνσεων που θα μεταβιβασθούν αλλά ουσιαστικά δημιουργεί νέα και ξεχωριστά δικαιώματα και υποχρεώσεις για τα πρόσωπα αυτά, όπως προβλέπονται στα άρθρα 18 και 19 του Νόμου. Το άρθρο 18 του Ν. 169(Ι)/2015 αναφέρεται στη δυνατότητα πώλησης πιστωτικής διευκόλυνσης του όλου ή μέρους των πιστωτικών διευκολύνσεων ενός πιστωτικού ιδρύματος ή χρηματοδοτικού ιδρύματος ή εταιρείας εξαγοράς πιστώσεων χωρίς να τίθεται χρηματικό όριο σε ότι αφορά τις πιστωτικές διευκολύνσεις που δύνανται να πωληθούν. Ανεξαρτήτως όμως των πιο πάνω, εισηγείται ότι το γεγονός ότι το Σχέδιο Διακανονισμού έχει επικυρωθεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, δημιουργεί εκ των πραγμάτων ανυπέρβλητο κώλυμα στην Αιτήτρια να εγείρει στην παρούσα Αίτηση ζητήματα αναφορικά με την ορθότητα ή το σύννομο της ως άνω μεταβίβασης. Το παρόν δικαστήριο δεν δύναται και δεν νομιμοποιείται να ελέγξει ή να αναθεωρήσει το διάταγμα του ομόβαθμου δικαστηρίου. Περαιτέρω, η Αιτήτρια δεν αναφέρει στην ΕΔ Χρίστου κατά πόσο έχει λάβει οποιαδήποτε μέτρα για την ακύρωση ή τον παραμερισμό του διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, τεκμήριο 1 της παρούσας, και επομένως, ελλείψει και οποιασδήποτε αναφοράς περί τούτου από την Αιτήτρια, το εν λόγω διάταγμα δεν έχει αμφισβητηθεί και συνεχίζει να βρίσκεται σε ισχύ και να παράγει έννομα αποτελέσματα. Σε σχέση με τη θέση της Αιτήτριας ότι ο επιδιωκόμενος πλειστηριασμός είναι παράνομος και παράτυπος καθώς οι Καθ' ων η Αίτηση 2 δεν προχώρησαν στην διενέργεια εκτίμησης των ενυπόθηκων ακινήτων ή δεν κοινοποίησαν οποιαδήποτε εκτίμηση προς την Αιτήτρια, με αποτέλεσμα οι επιφυλασσόμενες τιμές των προς πώληση ακινήτων να είναι αυθαίρετες και μονομερείς, είναι η θέση των Καθ΄ων η Αίτηση, ότι τα πιο πάνω είναι νομικά αλλά και ουσιαστικά ανυπόστατα. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 απέστειλαν στην Αιτήτρια, τη 15.05.19, την ειδοποίηση τύπου IB, ως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου 9/1965, με την οποία την κάλεσε να διορίσει εντός 10 ημερών εκτιμητή με σκοπό τον καθορισμό της αγοραίας αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων, σημειώνοντας ότι εάν παραλείψει να το πράξει, τότε οι Καθ' ων η Αίτηση θα προχωρούσαν με το διορισμό νέου εκτιμητή. Η Αιτήτρια παραδέχεται και δεν αμφισβητεί την λήψη και την επίδοση της εν λόγω ειδοποίησης. Η Αιτήτρια παρέλειψε να διορίσει εκτιμητή και να ενημερώσει τους Καθ' ων η Αίτηση 1 περί τούτου, εντός της προθεσμίας των δέκα ημερών. Ως εκ τούτου, την 04.07.19, διορίστηκαν δύο εκτιμητές από τους Καθ' ων η Αίτηση
- Οι εκτιμήσεις στις οποίες προέβησαν οι εκτιμητές που διορίστηκαν φέρουν ημερομηνία 05.07.19 και 16.07.19 και παραδόθηκαν στον τόπο που καθορίζεται στην ειδοποίηση τύπου IB και εντός του χρονικού περιθωρίου των 30 ημερών που προβλέπει ο Νόμος 9/
- Προς επίρρωση των πιο πάνω, επισυνάφθηκαν, ως δέσμη, οι σχετικές εκτιμήσεις, πρόκειται για το Τεκμήριο
- Η διαδικασία που ακολουθήθηκε από τους Καθ' ων η Αίτηση είναι απολύτως σύμφωνη με τις πρόνοιες του Νόμου 9/1965, ο οποίος δεν επιβάλλει οποιαδήποτε υποχρέωση στον ενυπόθηκο δανειστή να κοινοποιήσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη την εκτίμηση των ενυπόθηκων ακινήτων. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω, είναι η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι αποτελεί κατάχρηση εκ μέρους της Αιτήτριας, να εγείρει τους πιο πάνω ισχυρισμούς αφού είχε κάθε δικαίωμα να προχωρήσει με διορισμό δικού της εκτιμητή αλλά επέδειξε αδιαφορία και παρέλειψε να το πράξει, ενώ ταυτόχρονα δεν ενδιαφέρθηκε να μελετήσει τις διενεργηθείσες εκτιμήσεις οι οποίες παραδόθηκαν από την 05.07.19 και τη 16.07.19, στον χώρο που είχε ενημερωθεί ότι θα παραδίδονταν. Είναι περαιτέρω η θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι στην παρούσα περίπτωση, δεν πληρείται η τρίτη προϋπόθεση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος, δηλαδή ότι σε περίπτωση απόρριψης της Αίτησης, θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μεταγενέστερο στάδιο. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση 1 αποτελούν πιστωτικό ίδρυμα δυνάμενο να καταβάλει οποιεσδήποτε αποζημιώσεις στην Αιτήτρια, σε περίπτωση που χρειαστεί, ομοίως δε και οι Καθ΄ ων η Αίτηση 2 έχουν την οικονομική ευχέρεια να αποζημιώσουν την Αιτήτρια, στο μέλλον, εάν υπάρξει τέτοια ανάγκη. Οι Καθ' ων η Αίτηση 2 είναι αδειοδοτημένοι και εποπτεύονται από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου και είναι σε θέση να καταβάλουν, στην Αιτήτρια, τυχόν αποζημιώσεις που θα επιδικασθούν υπέρ της. Σύμφωνα με τις μη ελεγμένες καταστάσεις λογαριασμών που υπάρχουν επί του παρόντος έτους σε σχέση με την οικονομική κατάσταση των Καθ' ων η Αίτηση 2, η τελευταία παρουσιάζεται να διαθέτει, μέχρι το τέλος του 2019, περίσσευμα €2.500.000 σε ρευστότητα και περιουσιακά στοιχεία συνολικής αξίας €1.386.000.
- Τυχόν ζημιές που θα υποστεί η Αιτήτρια είναι 'καθαρά χρηματικής φύσεως,' κάτι το οποίο, θα πρέπει από μόνο του να οδηγήσει στην απόρριψη της Αίτησης καθώς η έννοια της απονομής της δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την υποκατάσταση της υλικής ζημιάς. Η Αιτήτρια, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, προσπάθησε να δικαιολογήσει την καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης, αναφέροντας ότι αντιλήφθηκε τις κατ' ισχυρισμόν παρανομίες σε 'συνάντηση με τους δικηγόρους η οποία έλαβε χώρα προ ολίγων ημερών αφορώσι τη διαδικασία της εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων'. Αυτό όμως που παραλείπει, κατά την άποψη του εσκεμμένα να αναφέρει είναι ότι η Αιτήτρια, ήδη από την 19.07.19, καταχώρισε μέσω του ίδιου δικηγορικού γραφείου, την αίτηση/έφεση υπ' αριθμόν 296/2019 με την οποία, πέραν από τον παραμερισμό των επίδικων ειδοποιήσεων τύπου ΙΑ και IB, επιζητεί και πανομοιότυπο με την παρούσα διαδικασία διάταγμα ακύρωσης του πλειστηριασμού που είναι προγραμματισμένος τη 02.10.
- Επομένως, η Αιτήτρια είχε λάβει νομική συμβουλή για τα επίδικα ζητήματα, τουλάχιστον από την 19.07.19, δηλαδή μία μέρα μετά την αποστολή της ειδοποίησης πλειστηριασμού που της απεστάλη από την Καθ' ης η Αίτηση 2 και εγνώριζε τόσο η ίδια όσο και οι δικηγόροι της για την μεταβίβαση των επίδικων διευκολύνσεων στους Καθ' ων η Αίτηση 2, έκτοτε. Τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι η Αιτήτρια δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ότι απέτυχε να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη. Η απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην αίτηση/έφεση έχει ήδη επιφυλαχθεί και πρόκειται να εκδοθεί την 30.09.
- Ο ομνύοντας ισχυρίζεται περαιτέρω ότι το ζήτημα του κατεπείγοντος που επικαλείται η Αιτήτρια ως δικαιοδοτική προϋπόθεση της Αίτησης της, δεν είναι γνήσιο αλλά προκύπτει από τον χειρισμό της ίδιας της Αιτήτριας. Σε συνάρτηση με τα πιο πάνω, η Αιτήτρια είχε κάθε δικαίωμα να επιζητήσει το αξιούμενο διά της παρούσας διάταγμα από την 18.07.19, ημερομηνία κατά την οποία έλαβε γνώση της ειδοποίησης πλειστηριασμού από τους Καθ' ων η Αίτηση
- Το γεγονός ότι περίμενε μέχρι την 23.09.19, χρονικό διάστημα δηλαδή λιγότερο από 10 μέρες από τον προγραμματισμένο πλειστηριασμό για να καταχωρίσει την Αίτηση, δημιουργώντας έτσι συνθήκες πίεσης τόσο για το Δικαστήριο όσο και για τους Καθ' ων η Αίτηση, δεν μπορεί να λειτουργήσει υπέρ της σε ότι αφορά την κατεπείγουσα φύση της παρούσας Αίτησης και επομένως, λόγω της ολιγωρίας που επέδειξε, δεν δικαιούται σε θεραπεία επικαλούμενη το δίκαιο της επιείκειας. Κατά την ακρόαση της αίτησης οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των δυο πλευρών με τις δια ζώσης αγορεύσεις τους, υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους τις οποίες είχα την ευκαιρία, παρά τα πολύ στενά χρονικά περιθώρια, να τις εξετάσω. Οι αρχές με βάση τις οποίες το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα στη βάση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι πολύ καλά γνωστές και έχουν διαμορφωθεί, διατυπωθεί, αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου[1]. Τρεις είναι οι προϋποθέσεις που πρέπει να συντρέχουν για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος με βάση τη νομολογία: (α) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δικάσιμο, ήτοι ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση. (β) Πιθανότητα ότι ο αιτητής δικαιούται σε θεραπεία. Ο αιτητής πρέπει να δείξει ότι έχει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας που σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή πιθανότητα αλλά κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων. (γ) Πρέπει να φανεί στο Δικαστήριο ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Μετά την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το δικαστήριο, ασκώντας τη διακριτική του εξουσία θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο στα πλαίσια της εκάστοτε υπό συζήτηση υπόθεσης, να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα. Το πρώτο θέμα που θα με απασχολήσει είναι κατά πόσο έχω δικαιοδοσία να εξετάσω αν οι Καθ' ων η αίτηση 1 νομιμοποιούνταν να μεταφέρουν τα δικαιώματα που πηγάζουν από το εξ αποφάσεως χρέος εναντίον της Αιτήτριας προς τους Καθ' ων η αίτηση
- Είναι κοινή θέση και των δύο πλευρών ότι οι πιστωτικές διευκολύνσεις που αφορούν την υπό συζήτηση υπόθεση μεταβιβάστηκαν από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Καθ΄ων η Αίτηση 1, στην εταιρεία Gordian Holdings Limited Καθ΄ων η Αίτηση 2, κατ' εφαρμογή των προνοιών του Ν.169(Ι)/
- Το Σχέδιο Διακανονισμού που αφορά την επίδικη μεταβίβαση, επικυρώθηκε την 23.05.2019 με την έκδοση σχετικού διατάγματος από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, στα πλαίσια της αίτησης υπ' αριθμό 372/
- Οι Καθ΄ων η Αίτηση 1 γνωστοποίησαν στην Αιτήτρια ότι προτίθοντο να προβούν στην πιο πάνω ενέργεια, πριν ένα σχεδόν χρόνο, τη 30.10.
- Μετά την έκδοση του διατάγματος οι Καθ' ών η Αίτηση 2 πληροφόρησαν την Αιτήτρια με επιστολή, ημερομηνίας 31.05.2019, για τη μεταφορά του εξ αποφάσεως χρέους της, στην ίδια. Αποστάληκε επίσης σχετική γνωστοποίηση προς την Αιτήτρια, ημερομηνίας 9.08.2019, κατ' εφαρμογή των προνοιών του Ν.169(Ι)/
- Η γνωστοποίηση δόθηκε αυθημερόν στο δικηγορικό γραφείο που την εκπροσωπούσε, που να σημειωθεί ότι είναι το ίδιο που την εκπροσωπεί στην παρούσα διαδικασία. Αποτελεί βασική αρχή της νομολογίας μας ότι Δικαστήριο δεν μπορεί να αναθεωρεί αποφάσεις ομόβαθμου Δικαστηρίου. Τούτο, θα αποτελούσε εξέλιξη ανεπίτρεπτη και αντινομική. Το θέμα εξετάσθηκε πρόσφατα, σε βάθος, στην Αίτηση 32/2019, Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή ν. Περατικού, ημερομηνίας 17.04.2019, από το Σ. Ναθαναήλ Δ. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα στο οποίο γίνεται εκτενής αναφορά σε σχετική νομολογία. «. Επί της ουσίας, η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου συγκλίνει στο ότι δεν είναι δυνατό για ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομοβάθμου Δικαστηρίου με δεδομένο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο θεωρείται ενιαίο για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης και δεν έχει σχέση, ούτε και θα μπορούσε νόμιμα να αποτελούσε παράγοντα που επηρεάζει μια απόφαση, η κατά περίπτωση σύνθεση του κατωτέρου Δικαστηρίου. Δεν μπορεί, με άλλα λόγια, εφόσον έχει αποφασιστεί ένα ορισμένο ζήτημα κατά ένα τρόπο, στη συνέχεια ένα άλλο ομόβαθμο Δικαστήριο στο οποίο αναλόγισε η υπόθεση στην πορεία της διαδικασίας, να αποφασίζει κατά άλλο τρόπο. Στην πρόσφατη απόφαση στη Mikis + Markos Sideris Holdings Limited v.
- Χρίστου Τριανταφυλλίδη, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη, τέως από τη Λευκωσία, κ.ά., ECLI:CY:AD:2019:A14, Πολ. Έφ. αρ. 21/2013, ημερ. 23.1.2019, επαναβεβαιώθηκε η πιο πάνω αρχή σε διαδικασία που αφορούσε την ορθότητα της χρήσης της εναρκτήριας κλήσης ως δικονομικό μέτρο προς επίλυση ορισμένων θεμάτων εντός της διαχείρισης. Στην υπόθεση έγινε αναφορά στην προηγηθείσα απόφαση Νικόλα Σιδέρη κ.ά.
(2010)1 Α.Α.Δ. 286, όπου το Ανώτατο Δικαστήριο στη δικαιοδοσία προνομιακών ενταλμάτων, έκρινε ότι εφόσον η ορθότητα της επιλογής του δικονομικού διαβήματος της εναρκτήριας κλήσης είχε ήδη αποφασιστεί με σχετική ενδιάμεση απόφαση ενός Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή, δεν μπορούσε στη συνέχεια άλλος ομόβαθμος Δικαστής να έκρινε διαφορετικά διότι η πρώτη απόφαση εφόσον δεν είχε αμφισβητηθεί με τη διαδικασία της έφεσης, παρέμενε αλώβητη στο νομικό στερέωμα και δεν ήταν δυνατό το θέμα της δικαιοδοσίας να εγείρεται κάθε φορά που προωθείται νέο δικονομικό διάβημα. Όπως λέχθηκε επί λέξει: 'Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.' .............................. Παρόμοιες εφετειακές επισημάνσεις έγιναν στις Ματθαίου ν. Σολομώντος
(2010)1 Α.Α.Δ. 1201, Κυριάκου ν. Ταμείου Πλεονάζοντος Προσωπικού
(1993)1 Α.Α.Δ. 1020, κ.ά. Οι περιπτώσεις αυτές συνιστούν εμφανή υπέρβαση δικαιοδοσίας, κατά παρόμοιο τρόπο όπως και η έκδοση αντιφατικών ή συγκρουόμενων διαταγμάτων από το ίδιο Δικαστήριο, (Μάριου Κοσμά
(2014)1 Α.Α.Δ. 698, Russel Ritchie
(2008)1 Α.Α.Δ. 639 και Γεωργίου Χατζηαλεξάνδρου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1366). Ο λόγος είναι η ανάγκη για ύπαρξη συνέπειας στις αποφάσεις των πρωτόδικων Δικαστηρίων ώστε η διαδικασία να συνεχίζεται απρόσκοπτα στη βάση των λαμβανομένων σχετικών αποφάσεων, διαφορετικά η αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης εξουδετερώνεται, οι δε διάδικοι βρίσκονται σε αμηχανία προγραμματισμού ουσιαστικά και δικονομικά των κινήσεων τους στην υπόθεση. Δεν είναι συνεπώς δυνατό για ένα κατώτερο Δικαστήριο να αναθεωρηθεί αποφάσεις του ιδίου Δικαστηρίου έστω και αν διατηρεί άλλη άποψη εισερχόμενο έτσι την σφαίρα αρμοδιότητας του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ενεργώντας ως Εφετείο». Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης παρατηρώ ότι το ως άνω διάταγμα, εξακολουθεί να ισχύει, να δεσμεύει και να παράγει αποτελέσματα. Με την υπό κρίση Αίτηση, η Αιτήτρια καλεί το παρόν Δικαστήριο να αποφασίσει ότι η μεταβίβαση του επιδίκου εξ αποφάσεως χρέους που έγινε μετά από την έκδοση του διατάγματος του Δικαστηρίου, το οποίο ενέκρινε το Σχέδιο Διακανονισμού, είναι παράνομη. Στην ουσία ζητά εμμέσως πλην σαφώς την ακύρωση του πιο πάνω δικαστικού διατάγματος. Καταλήγω, έχοντας υπόψη τις αρχές που παράθεσα πιο πάνω ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να εξετάσει και να αποφασίσει κατά πόσο το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε ορθά ή λανθασμένα, με βάση τις πρόνοιες του συγκεκριμένου Νόμου, από άλλο ομόβαθμο δικαστήριο. Σε σχέση με την εισήγηση της Αιτήτριας ότι οι Καθ΄ων η αίτηση 2 '...δεν διεξήγαγαν και ή δεν κοινοποίησαν προς τους Αιτητές την εκτίμηση της αξίας των ενυπόθηκων ακινήτων προς επιβεβαίωση της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης αυτών', παρατηρώ ότι με βάση τα στοιχεία που έχει προσκομίσει ή άλλη πλευρά πρόκειται για ανυπόστατη θέση. Δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω τα όσα αναφέρονται στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση, περιορίζομαι να επισημάνω ότι η διαδικασία που προβλέπεται από τις πρόνοιες του σχετικού νόμου είχαν ακολουθηθεί, ετοιμάσθηκαν δύο εκτιμήσεις, Τεκμήριο 2, οι οποίες με βάση τη δήλωση του XXXXX Αδάμου, παραδόθηκαν στον τόπο που καθορίζεται στην Ειδοποίηση τύπου 1Β και εντός της προθεσμίας που καθορίζει ο Νόμος 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί. Με βάση όλα τα πιο πάνω καταλήγω ότι δεν πληρούνται οι δύο πρώτες προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, η Αιτήτρια απέτυχε να καταδείξει ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία. Σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση που θέτει το άρθρο 32 του πιο πάνω Νόμου, ήτοι ότι χωρίς την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, παρατηρώ τα πιο κάτω. Εναντίον της Αιτήτριας, στα πλαίσια της αγωγής με αρ. 4844/2012, του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, εξεδόθη δικαστική απόφαση και η Αιτήτρια διατάχθηκε, μεταξύ άλλων, όπως προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την μεταβίβαση των επιδίκων ενυπόθηκων ακινήτων, προς τους Καθ΄ ων η αίτηση
- Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι σε περίπτωση που η Αιτήτρια υποστεί οποιαδήποτε ζημιά, αυτή θα είναι οικονομικής φύσεως. Επισημαίνω επίσης ότι καμιά θετική μαρτυρία έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι Καθ΄ων η αίτηση δεν θα είναι σε θέση να αποζημιώσουν την Αιτήτρια σε περίπτωση που αποφασισθεί ότι αυτή υπέστη κάποια ζημιά. Ως υποδεικνύεται στο Σύγγραμμα «Διατάγματα» των Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, στη σελίδα 132: «Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη». Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd[2] (Αρ. 2), επισημάνθηκε ότι στις περιπτώσεις που η επιδίκαση αποζημίωσης στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Η εισήγηση για ανεπανόρθωτη ζημιά δεν πρέπει να προβάλλεται με γενικό και αόριστο τρόπο αλλά πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και εξηγήσεων. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα από την πιο πάνω απόφαση: «Ο ισχυρισμός αυτός κρίνεται ως γενικός και αόριστος. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι με αυτό τον ισχυρισμό καταδεικνύεται ανεπανόρθωτη ζημία. Δεν δίδεται καμία λεπτομέρεια ή επεξήγηση που να υποστηρίζει και να αιτιολογεί τον πιο πάνω ισχυρισμό, που να ικανοποιεί το Δικαστήριο, ώστε να οδηγήσει στην έκδοση διατάγματος. Επιπρόσθετα, δεν περιέχεται κανένας ισχυρισμός ότι η οικονομική κατάσταση της εναγομένης-καθ΄ης η αίτηση είναι τέτοια που θα στερήσει τον ενάγοντα-αιτητή καταβολής αποζημιώσεων, εάν επιτύχει στην αγωγή του». Συνεκτιμώντας όλα όσα έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου στην υπό κρίση περίπτωση και έχοντας πάντα κατά νου ότι το ζήτημα της ανεπανόρθωτης ζημιάς είναι ζήτημα πραγματικό, το οποίο θα πρέπει να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστάσεων που περιβάλλουν την υπόθεση, καταλήγω ότι στην παρούσα περίπτωση δεν έχουν τεθεί υπόψη του δικαστηρίου στοιχεία που να καταδεικνύουν τον κίνδυνο ανεπανόρθωτης ζημιάς, με μια έννοια ευρύτερη της χρηματικής, που θα καθιστούσε αδύνατη την απονομή της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Αποτέλεσε εισήγηση των Καθ' ων η αίτηση, ότι η Αιτήτρια καθυστέρησε να προωθήσει την υπό κρίση αίτηση της. Αιτήσεις τέτοιας φύσεως πηγάζουν από το δίκαιο της επιείκειας και ως εκ τούτου αποτελεί προϋπόθεση υψίστης σημασίας ότι αυτός που το επικαλείται και προσφεύγει για θεραπεία στο Δικαστήριο πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια. Η έκδοση διατάγματος ex parte δικαιολογείται μόνο εφόσον καταδεικνύεται το κατ' επείγον του αιτήματος ή άλλες ειδικές περιστάσεις. Το κατ' επείγον αποτελεί δικαιοδοτικό όρο και μόνο στην περίπτωση που καταδεικνύεται δικαιολογείται όλως εξαιρετικώς η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου κατά παρέκκλιση του θεμελιώδους κανόνα της δικαιοσύνης, audi alteram partem. Η απόφαση Αμβροσιάδου ν. Coward[3] συνοψίζει τις αρχές της νομολογίας. Διαβάζουμε σχετικά τα πιο κάτω: «Είναι σαφές στη νομολογία ότι το κατεπείγον συνιστά δικαιοδοτικό όρο για την έκδοση διατάγματος επί μονομερούς αίτησης. Η παροχή θεραπείας χωρίς να ακουσθεί η πλευρά εναντίον της οποίας αυτή στρέφεται συνιστά παρέκκλιση από τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης και τα ευρύτερα συνταγματικά θέσμια και δικαιολογείται μόνο σε εξαιρετικές περιστάσεις όπου η ανάγκη είναι τόσο επείγουσα ώστε να μην παρέχεται χρόνος για ειδοποίηση της άλλης πλευράς χωρίς να διακινδυνεύεται η όλη εξασφάλιση η οποία επιδιώκεται. Εξ ου και η αναφορά σε «κατεπείγον». Είναι γεγονός ότι η Αιτήτρια καθυστέρησε να καταχωρίσει την υπό κρίση αίτηση, καταχωρήθηκε λίγες μόνο μέρες πριν την ημέρα που ορίσθηκε ο επίδικος πλειστηριασμός. Το Δικαστήριο δεν εξέδωσε το διάταγμα μονομερώς, διέταξε όπως αυτό επιδοθεί. Λόγω του πολύ μικρού χρόνου που μεσολαβούσε, η εκδίκαση της Αίτησης έγινε σε πολύ στενά χρονικά πλαίσια. Η καθυστέρηση στην καταχώριση της Αίτησης εκ μέρους της Αιτήτριας, διαφάνηκε εκ των υστέρων, ότι δεν ήταν δικαιολογημένη έχοντας υπόψη ότι αυτή εκπροσωπείτο ανέκαθεν από το ίδιο δικηγορικό γραφείο και ότι πληροφορήθηκε, ένα σχεδόν χρόνο προηγουμένως την πρόθεση των Καθ΄ων η αίτηση 1 να μεταβιβάσουν τα δικαιώματα από το εξ αποφάσεως χρέος εναντίον της Αιτήτριας, στους Καθ΄ων η Αίτηση 2, την 31.05.2019 στάλθηκε επιστολή στην Αιτήτρια με την οποία πληροφορείτο για τη πιο πάνω μεταφορά και την 09.08.2019 παραδόθηκε δεύτερη ειδοποίηση με την οποία της γνωστοποιείτο ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε διάταγμα με το οποίο αντικαταστάθηκαν οι Καθ΄ων η Αίτηση 1 από τους Καθ΄ων η Αίτηση
- Άξιο επισήμανσης είναι το γεγονός ότι η δεύτερη ειδοποίηση δόθηκε αυθημερόν στο δικηγορικό γραφείο, που την εκπροσωπούσε. Μεμπτή είναι κατά την άποψη μου και η παράλειψη της Αιτήτριας να αποκαλύψει ότι εκκρεμούσε ενώπιον άλλου Δικαστηρίου παρομοίας φύσεως αίτηση που είχε ως αντικείμενο την ακύρωση του επιδίκου πλειστηριασμού, η οποία εκδικάστηκε και ότι αναμενόταν η έκδοση απόφασης την 30.09.
- Τα πιο πάνω καταδεικνύουν κατά την άποψη μου κακοπιστία και πλησιάζουν τα όρια της κατάχρησης της διαδικασίας[4]. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ων η Αίτηση 1 και 2 και εναντίον της Αιτήτριας. (Υπ.) Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ [1] Βλέπετε Odysseos ν. Pieris Estates κ.α.
(1982)1 CLR 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 CLR 263, KOT ν. Θεωρή
(1989)1 ΑΑΔ σελ. 244, Πουργουρίδης ν. Μέζου
(1994)1 ΑΑΔ 201 και Γρηγορίου κ.α. ν. Χριστοφόρου κ.α.
(1995)1 ΑΑΔ 248). [2]
(2008)1 A.A.Δ. 626 [3] Εφέσεις 311 και 411 ημερομηνίας 15.1.2013 [4]Διευθυντής των Φυλακών ν. Τζεννάρο Περέλλα
(1995)1 AAΔ 217). Ως έχει άλλωστε υποδειχθεί από τον σεβαστό Δικαστή Καλλή, στην υπόθεση Loucos Trading Co Ltd κ.α. ν. Ρέινμπ. Πλ. και Ντάιγκ Κο, Λτδ,
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1014. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο