Μεσσίτη ν. Chrysoplast Trading Ltd, Αρ. Αγωγής: 6116/12, 5/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A398 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6116/12 Μεταξύ: XXXXX Μεσσίτη (ΑΔΤ XXXXX1234), εκ Λευκωσίας Ενάγοντος και Chrysoplast Trading Ltd (HE 152753), εκ Λευκωσίας Εναγομένης Ημερομηνία:5/9/2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κος Α. Πετρίδης για Πολύκαρπος Δ. Πετρίδης και Σία Για Εναγόμενους: κος Χρ. Χρυσάνθου για Λ. Παπαφιλίππου και Σία Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Έγγραφες Προτάσεις Ο Ενάγων αξιώνει από τους Εναγόμενους €14.818,24, ως ποσά καταβληθέντα από τον Ενάγοντα προς κάλυψη χρεών των Εναγομένων προς πιστωτές εμπορίου και προμηθευτές των Εναγομένων και € 7.500 για απλήρωτους μισθούς, για τους μήνες Σεπτέμβριο, Νοέμβριο και 13ο μισθό του έτους
- Περαιτέρω, ζητά να επιδικαστούν προς όφελος του γενικές και ειδικές αποζημιώσεις, για τις ζημιές που προκλήθηκαν, λόγω της αδυναμίας των Εναγομένων να καταβάλουν προς τον Ενάγοντα τα οφειλόμενα στην έκθεση Απαίτησής του. Αναλύει ένα προς ένα τα ποσά που διεκδικεί και εξηγεί ότι το 2005 εργοδοτήθηκε στην υπηρεσία των Εναγομένων, η οποία απορρόφησε το προσωπικό προηγούμενης Εταιρείας ίδιων συμφερόντων. Ο διευθυντής των Εναγομένων, ως εξηγείται στην έκθεση Απαίτησης, είναι πατέρας του Ενάγοντα, ο οποίος και του ζήτησε, περί τον Σεπτέμβριο του 2010, λόγω της δύσκολης οικονομικής κατάστασης που βρισκόταν η Εταιρεία, να βοηθήσει ο Ενάγων οικονομικά την Εταιρεία, καταβάλλοντας τα ποσά τα οποία αξιώνονται με την παρούσα αγωγή, ενώ, περαιτέρω, παρέλειψε να καταβάλει σ' αυτόν τους μισθούς του Σεπτεμβρίου και Νοεμβρίου του 2010, καθώς και τον 13ο μισθό του ιδίου χρόνου. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι η εργοδότηση του τερματίστηκε εκδικητικά και παράνομα, ενώ, περαιτέρω, αναφέρει ότι με δύο επιστολές του, ημερομηνίας 11/06/12 και 10/07/12, διεκδίκησε την πληρωμή των οφειλόμενων από τους Εναγόμενους. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή τους εγείρουν προδικαστική ένσταση, με την οποίαν θέτουν ότι το ποσό που αξιώνεται, ύψους €7.500, και η Απαίτηση του Ενάγοντα για απλήρωτους μισθούς πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεχτη, καθότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει τη δικαιοδοσία και καθ' ύλην αρμοδιότητα να επιληφθεί της Απαίτησης, αφού αρμόδιο Δικαστήριο είναι το Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Περαιτέρω, στην Υπεράσπιση τους αναφέρουν ότι τα ποσά, τα οποία αξιώνονται από τον Ενάγοντα, έχουν καταβληθεί από τους Εναγόμενους στους προμηθευτές και πιστωτές τους σε μετρητά, απορρίπτοντας ότι κατά το 2010 αυτοί βρέθηκαν σε άσχημη οικονομική κατάσταση. Αναφέρεται, δε, στην έκθεση Υπεράσπισης, ότι ο Ενάγων, λόγω της σχέσης πατέρα και γιου που είχε με τον XXXXX Μεσίτη, από τις 23/03/11 έγινε μέτοχος των Εναγομένων, αφού ο πατέρας του του παραχώρησε 2.000 μετοχές δυνάμει δωρεάς. Αναφέρεται, δε και στα διαστήματα που ο Ενάγων απουσίασε από την εργασία του με άδεια εργασίας, εξηγώντας ότι για συγκεκριμένη χρονική περίοδο, την οποίαν προσδιορίζει μεταξύ της 18/06/12 μέχρι τις 10/07/12, ο Ενάγων πηγαινοερχόταν στην εργασία του, πλην όμως δεν εκτελούσε τα καθήκοντά του. Είναι, περαιτέρω, η θέση της Υπεράσπισης ότι οι Εναγόμενοι κατέβαλαν προς τον Ενάγοντα όλα τα δεδουλευμένα και ότι η εργασία του στους Εναγόμενους τερματίστηκε, όταν ο Ενάγων επιτέθηκε εναντίον του Κώστα Μεσίτη, ενώ, περαιτέρω, προκάλεσε ζημιά στην περιουσία της Εταιρείας. Στην Υπεράσπιση προβάλλεται και Ανταπαίτηση ότι ο Ενάγων, μεταξύ Φεβρουαρίου του 2010 και Απριλίου του 2010, σε διάφορες περιπτώσεις παρουσιάστηκε προς πελάτες και πιστωτές της Εναγόμενης ως διευθυντής και προχώρησε στην αγορά προσωπικών αντικείμενων, εκμεταλλευόμενος το όνομα των Εναγομένων και καταβάλλοντας από το ταμείο των Εναγομένων το τίμημα αγοράς προσωπικών του αντικείμενων. Θεωρούν, δε, οι Εναγόμενοι ότι, κατά τη διάρκεια της εν λόγω περιόδου, ο Ενάγων έλαβε στο όνομα του επιταγές από τους πελάτες των Εναγομένων, συνολικού ποσού €868, ενώ, περαιτέρω, οικειοποιείτο το ποσό περίπου των €1.000 κάθε μήνα, καταφέρνοντας μ' αυτόν τον τρόπο να αποσπάσει από τους Εναγόμενους το ποσό των €26.000, ενώ, για τις αγορές των προσωπικών του αντικείμενων, διέθεσε από το ταμείο των Εναγομένων το ποσό των €1.319, τα οποία ποσά αξιώνουν με την Ανταπαίτηση τους. Στην Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ο Ενάγων επαναλαμβάνει τους δικογραφημένους τους ισχυρισμούς, ως αυτοί αναφέρονται στην έκθεση Υπεράσπισης, απορρίπτοντας την προδικαστική ένσταση και προβάλλοντας τη θέση ότι τα ποσά που αξιώνονται δύναται να ζητηθούν με βάση αγωγή, καθότι στηρίζονται σε εισήγηση του διευθυντή των Εναγομένων και δέσμευση του για καταβολή ολόκληρου του ποσού. Περαιτέρω, απορρίπτεται η θέση των Εναγομένων ότι οι μετοχές μεταβιβάστηκαν επ' ονόματι του Ενάγοντα δυνάμει δωρεάς και απορρίπτει ότι κατέχονται έγγραφα της Εταιρείας από τον Ενάγοντα, πλην εγγράφων που κατά καιρούς δόθηκαν από την Εταιρεία υπό μορφή αποδείξεων για πληρωμή μισθών ή άλλων εγγράφων στα πλαίσια της εργοδότησης του. Η Ακροαματική Διαδικασία Η αγωγή οδηγήθηκε σε ακρόαση. Απαίτηση και ανταπαίτηση εκδικάστηκαν μαζί. ΜΕ1 Για την πλευρά του Ενάγοντα κατάθεσε γραπτή δήλωση ο ίδιος ο Ενάγων και σωρεία από Τεκμήρια (Τεκμήρια 1 μέχρι 50) στα πλαίσια της κυρίως κατάθεσης του. Ο Ενάγων επανέλαβε στην ουσία τις δικογραφημένες του θέσεις κατά την κυρίως εξέταση του. Στη γραπτή του δήλωση αναφέρει ότι, περί τον Σεπτέμβριο του 2010, οι Εναγόμενοι βρέθηκαν σε άθλια οικονομική κατάσταση και του ζήτησε ο πατέρας του, διευθυντής των Εναγομένων, να βοηθήσει οικονομικά την Εταιρεία, καταβάλλοντας διάφορα ποσά στους προμηθευτές αλλά και ως προς τα τρέχοντα έξοδα της Εταιρείας, για τα οποία παρουσίασε τα Τεκμήρια 1 ‑ 46, που συμποσούνται σε €14.388,
- Ταυτόχρονα, ως ανέφερε του ζητήθηκε από τον διευθυντή των Εναγομένων να μην λάβει τους μισθούς για τους μήνες Σεπτέμβριο και Νοέμβριο του 2010 αλλά και τον 13ο μισθό του ιδίου έτους, καθότι υπήρχε πρόβλημα ρευστότητας στην Εταιρεία. Ο Ενάγων, δε, κατέθεσε στα πλαίσια της κυρίως εξέτασης του δύο επιστολές, ημερομηνίας 15/05/12 και 11/06/12, τις οποίες ο ίδιος απέστειλε στην Εταιρεία (Τεκμήρια 47 και 48), με τις οποίες ζητούσε να πληρωθεί τα ποσά που είχε καταβάλει και του όφειλε η Εταιρεία . Περαιτέρω, ανέφερε ότι η εργοδότηση του τερματίστηκε εκδικητικά και παράνομα στις 10/07/12, αφού είχε απαιτήσει για πολλοστή φορά την πληρωμή των οφειλόμενων από τους Εναγόμενους, αναφέροντας περαιτέρω στο Δικαστήριο ότι, για το παράνομο της απόλυσης του, έχει καταχωρήσει την Αίτηση 894/12 στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών, το οποίο εν τέλει, στις 28/02/17, τον δικαίωσε. Εξήγησε, μάλιστα, ότι με έκπληξη του στις 06/08/12 έλαβε επιστολή από τους Εναγόμενους υπογεγραμμένη από τον διευθυντή, Κώστα Μεσίτη, προβάλλοντας τον ισχυρισμό ότι τα οφειλόμενα είχαν εξοφληθεί. Ο μάρτυρας, απέρριψε όλες τις αναφορές που εγείρονται στο δικόγραφο της Ανταπαίτησης και εξετάστηκε εκτεταμένα επί όλων των αναφορών του. Κατά τη διάρκεια της αντεξέτασής του κατατέθηκαν σειρά από Τεκμήρια , Τεκμήρια 51 μέχρι και 70 από πλευράς των Εναγομένων, οι οποίοι εισηγούντο ότι ο Ενάγων χρησιμοποιούσε την Εταιρεία των Εναγομένων, εκμεταλλευόμενος την με πολλούς τρόπους. Ήταν η πρωταρχική τους θέση ότι ο Ενάγων χρησιμοποιούσε το όνομα της Εταιρείας, για να εκδίδει τιμολόγια για προσωπικές του αγορές, ενώ, περαιτέρω, υπήρχε η θέση ότι, εκμεταλλευόμενος το μικρό ταμείο της Εταιρείας, κατάφερε να αποσπάσει μεγάλο ποσό χρημάτων. Ο Ενάγων ήταν κάθετος ότι στην Εταιρεία δεν υπήρχε μικρό ταμείο και απέρριψε όλες τις υποβολές της αντεξέτασης επί τούτου ως ανυπόστατες. Από την άλλη του υπεβλήθηκε ότι ο ίδιος χρησιμοποιούσε μεν το όνομα των Εναγομένων προς έκδοση αποδείξεων για αγορές προσωπικές του, μετά από συμβουλή των λογιστών, για να επωφελείται τη επιστροφή του Φόρου Προστιθέμενης Αξίας η Εταιρεία . ΜΥ1 Πρώτος μάρτυρας για την Υπεράσπιση κατάθεσε ο XXXXX Μεσίτης, ο οποίος υιοθέτησε γραπτή δήλωση και αντεξετάστηκε. Ο ΜΥ1 ισχυρίστηκε ότι ο χωρισμός του με τη μητέρα του Ενάγοντα, η οποία εν τέλει εγκατέλειψε την οικογένεια, δημιούργησε στον Ενάγοντα ψυχολογικά προβλήματα, τα οποία επιδεινώθηκαν όταν ο ίδιος επέλεξε να παντρευτεί εκ νέου, υποστηρίζοντας ότι η δεύτερη σύζυγος του ΜΥ1 είχε συνεισφέρει στο μεγάλωμα του Ενάγοντα. Εξήγησε ότι ο Ενάγων εργαζόταν στην Εταιρεία ως μισθωτός υπάλληλος, όπως και τα άλλα παιδιά της οικογένειας, στα πλαίσια της οποίας δραστηριότητας ο ίδιος είχε πρόσβαση στο λογισμικό της Εταιρείας, γνωρίζοντας όλο το φάσμα των λειτουργιών της, περιλαμβανομένων των λογαριασμών και λογιστικών θεμάτων. Ήταν, δε, ως ο μάρτυρας ανέφερε, επιφορτισμένος με την ευθύνη να κάνει τις πληρωμές της Εταιρείας, έργο που του είχε αναθέσει ο μάρτυρας, λόγω της σχέσης εμπιστοσύνης που υπήρχε. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι οι σχέσεις μεταξύ των δύο διασαλεύθηκαν όταν ο μάρτυρας δεν ικανοποίησε την απαίτηση του Ενάγοντα να του μεταβιβαστεί η πλειοψηφία των μετοχών της Εταιρείας. Η αντίσταση του μάρτυρα οδήγησε σε διάνοιξη αποτέλεσμα της οποίας ήταν ο Ενάγων γνώρισε να του επιτεθεί, χτυπώντας τον και αρπάζοντας τον από τον λαιμό και αφού έσπασε την πόρτα του γραφείου του, ως ο μάρτυρας ανέφερε, αποχώρησε από την Εταιρεία. Σε σχέση με την ουσία των επίδικων θεμάτων, ο μάρτυρας ανέφερε ότι ο μισθός του Ενάγοντα ήταν €1.500 μηνιαίως. Προς τούτο, δε, αναφέρθηκε στα Τεκμήρια 52 ‑ 55, ενώ κατάθεσε το Τεκμήριο 75, επίδομα ασθενείας, όπως εγκρίθηκε από το Τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων για τον Ενάγοντα. Ο μάρτυρας εξέφρασε την θέση ότι, λόγω της σχέσης που υπήρχε μεταξύ του ιδίου και του Ενάγοντα, ουδέποτε ζητήθηκε από τον τελευταίο να υπογράψει το βιβλίο αποδοχών, βεβαιώνοντας τον μισθό του, απορρίπτοντας τη θέση του Ενάγοντα ότι ο μισθός του ανέρχεται σε €2.500 μηνιαίως. Ήταν η θέση του, δε, ότι ο Ενάγων, μετά την αποχώρηση του από την Εταιρεία, παρουσίασε ψευδείς αποδείξεις, οι οποίες δεν είχαν την πρωτότυπη σφραγίδα της Εταιρείας αλλά άλλην, καταδεικνύοντας ότι ο μισθός του ανερχόταν στις €2.500, η οποία, ως ο μάρτυρας ανέφερε, απορρίφθηκε από το τμήμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Περαιτέρω, ήταν η θέση του ότι ο Ενάγων είχε πλήρη πρόσβαση στο εργοστάσιο και στα γραφεία των Εναγομένων, απορρίπτοντας τη θέση ότι του οφείλεται οποιοδήποτε ποσό, ως ο Ενάγων αναφέρει, αφού ακόμα και για τις πληρωμές, που πραγματοποιούσε ο ίδιος ο Ενάγοντας, μετά εισέπραττε το αντίστοιχο ποσό από το μικρό ταμείο της Εταιρείας. Ο μάρτυρας, δε, αναφέρθηκε και σε έρευνα, που είχε κάνει μετά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, στα αρχεία της Εταιρείας του, εντοπίζοντας παλιά κιβώτια με έγγραφα και επιταγές που εκδόθηκαν από πελάτες της Εταιρείας στο όνομα του Ενάγοντα. Σε επικοινωνία με τους εν λόγω πελάτες δεν κατάφερε να εξεύρει οποιοδήποτε αποτέλεσμα, ενώ παράλληλα, από την έρευνα του, κατάφερε να εντοπίσει αποδείξεις εισπράξεως στο όνομα του Ενάγοντα προσωπικά, οι οποίες και αυτές εκδίδονταν προς όφελος πελατών της Εταιρείας αλλά και τιμολόγια που φαινόταν ότι ο Ενάγων εξέδιδε προσωπικά. Η αντεξέταση του μάρτυρα ήταν τεταμένη. Ο ίδιος σε αρκετές περιπτώσεις έχασε την ψυχραιμία του, ενώ ήταν φανερό ότι σε άλλες περιπτώσεις προσπαθούσε να συγκρατήσει τον θυμό του από τις ερωτήσεις της αντεξέτασης. Πολλάκις, κατά το στάδιο της αντεξέτασης, προσπάθησαν να τεθούν στον μάρτυρα, ως προηγούμενες ασυνεπείς δηλώσεις, αναφορές του στην υπόθεση που εκδικάστηκε στο Δικαστήριο Εργατικών Διαφορών. Η αδυναμία του Συνήγορου του Ενάγοντα να υποδείξει στα πρακτικά της διαδικασίας στις συγκεκριμένες θέσεις και δηλώσεις του μάρτυρα και η προσπάθεια του να θέσει το πλαίσιο, όχι επί συγκεκριμένης δηλώσεως αλλά επί γενικής αναφοράς, αναχαιτίστηκε από το Δικαστήριο, το οποίο δεν επέτρεψε, χωρίς την προσκόμιση της δήλωσης επί της οποίας ήθελε να αντεξετάσει ο Συνήγορος, να εισαχθεί τέτοια υποβολή στην αντεξέταση. Ο ΜΥ1 αντεξετάστηκε ενδελεχώς και σε σχέση με τα Τεκμήρια που κατέθεσε ο Ενάγων και επιθεωρώντας τις αποδείξεις, που κατατέθηκαν από πλευράς του Ενάγοντα, δήλωσε ότι δεν μπορούσε να αμφισβητήσει ότι αυτές οι αποδείξεις αφορούσαν την Εταιρεία. Εκφράστηκε, όμως, με μεγάλη σιγουριά ότι όλα τα ποσά, ανεξαιρέτως, ο Ενάγων τα είχε εισπράξει από το μικρό ταμείο της Εταιρείας, το οποίο εν πάση περιπτώσει έλεγχε. ΜΥ2 Δεύτερος μάρτυρας για την Υπεράσπιση κατάθεσε ο Daschievici XXXXX, ο οποίος ανέφερε ότι από το 2008 εργοδοτείται στην Εταιρεία των Εναγομένων, ως οδηγός, και ήταν από τη μέρα εργοδότησής του ο μοναδικός οδηγός της Εταιρείας. Ανέφερε ότι ο τρόπος με τον οποίον ανεφοδιάζονταν τα οχήματα της Εταιρείας ήταν απλός. Ο ίδιος είχε την ευθύνη για να εφοδιάζει τα οχήματα της Εταιρείας με καύσιμα, το οποίο έκανε, είτε πριν την πραγματοποίηση μιας παράδοσης είτε και κατά τη διάρκεια της μέρας εργασίας του, και σε περίπτωση που δεν του δίνονταν από πριν τα χρήματα για τα καύσιμα, ο ίδιος πλήρωνε το τίμημα του ανεφοδιασμού και το εισέπραττε μετά, αφού παρουσίαζε την κατάλληλη απόδειξη από την Εταιρεία. Ο μάρτυρας, δε, επιβεβαίωσε ότι, κατά τη διάρκεια των παραδόσεων του είχε την ευχέρεια να εισπράττει και μετρητά χρήματα προς όφελος της Εταιρείας, αναφέροντας μάλιστα ότι εις περίπτωση που είχε εισπράξει από πελάτη της Εταιρείας ποσό, χρησιμοποιούσε μέρος αυτού του ποσού για τον ανεφοδιασμό του αυτοκινήτου του, παρουσιάζοντας πάντα στην Εταιρεία την κατάλληλη απόδειξη. Ο μάρτυρας, κατά την αντεξέτασή του, εξήγησε ότι η δική του αντίληψη ήταν πάντα ότι τα χρήματα προέρχονταν από την Εταιρεία και δεν μπορούσε να απαντήσει στο κατά πόσο τα χρήματα δόθηκαν ποτέ προσωπικά από τον Ενάγοντα. Αξιολόγηση: Οι μάρτυρες κρίνονται από τη συμπεριφορά και το λόγο που εκφέρουν στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο για την αξιολόγησή τους εφαρμόζει τις καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές αξιολόγησης (βλ. Mohamed ν. Δημοκρατία
(2010)2 ΑΑΔ 266, Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541, Φάρμα Ρένου Χ΄Ιωάννου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ν. Χίννη, Πολ. Έφεση 14/2009, 20/6/2012, Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ο Λόρδος Bingham σε άρθρο του "The Judge as Juror: The Judicial Determination of Factual Issues" (εκδόθηκε στο "The Business of Judging", Oxford 2000[1]), έθεσε τις εξής κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων (σελ. 6 - 7): ''The main tests needed to determine whether a witness is lying or not are, I think, the following, although their relative importance will vary widely from case to case:
(1)the consistency of the witness's evidence with what is agreed, or clearly shown by other evidence, to have occurred;
(2)the internal consistency of the witness's evidence;
(3)consistency with what the witness has said or deposed on other occasions;
(4)the credit of the witness in relation to matters not germane to the litigation;
(5)the demeanour of the witness. The first three of these tests may in general be regarded as giving a useful where the truth lies. If a witness's evidence conflicts with what is clearly shown to have occurred, or is internally self-contradictory, or conflicts with what the witness has previously said, it may usually be regarded as suspect. It may only be unreliable, and not dishonest, but the nature of the case may effectively rule out that possibility. The fourth test is perhaps more arguable....... Cross examination as to credit is often, no doubt, a valuable and revealing exercise, but the fruits of even a successful cross- examination need to be appraised with some care. And so to demeanour, an important subject because it is the trial judge's opportunity to observe the demeanour of the witness and from that to judge his or her credibility, which is traditionally relied on to give the judge's findings of fact their rare degree of inviolability....." Το Δικαστήριο, αφού κρίνει μάρτυρα ως αξιόπιστο, μπορεί να επιλέξει μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο. Στην Mohamed ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω) ο Δ. Κληρίδης ανέφερε τα ακόλουθα (σελ. 278): «Όπως τονίστηκε και στην υπόθεση Kades v. Nicolaou and Another
(1986)1 CLR 212, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός ή μη πιστευτός, εν όλω ή εν μέρει, σύμφωνα με την άποψη την οποία έχει σχηματίσει το Δικαστήριο ως προς την αξιοπιστία του. Αυτή όμως η δυνατότητα επιλογής μερών μαρτυρίας προσφέρεται μόνο στις περιπτώσεις μαρτύρων οι οποίοι κρίνονται ως αξιόπιστοι μάρτυρες. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να επιλέξει το μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα το οποίο, κατά την άποψη του Δικαστηρίου, εκφράζει την πραγματικότητα, ενώ ταυτόχρονα μπορεί να απορρίψει άλλο μέρος της μαρτυρίας του το οποίο θεωρείται λανθασμένο, είτε λόγω ανεπίγνωστα ανεπαρκούς παρατήρησης, είτε λόγω αδυναμίας μνήμης. (Γεωργιάδης ν. Αστυνομίας
(1985)1 ΑΑΔ 56). Στις περιπτώσεις όμως όπου ένας μάρτυρας κρίνεται αναξιόπιστος για καλό λόγο, σίγουρα δεν υπάρχει διαθέσιμη μια τέτοια επιλογή μερών μαρτυρίας. (Μιχαήλ ν. Αστυνομίας
(1991)2 ΑΑΔ 168).» Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με προσοχή. Στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, ο Δ. Κωνσταντινίδης ανέφερε στη σελ. 528: «Ωστόσο η ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο μέρος δεν είναι απόλυτη. Υπόκειται στον εξής περιορισμό. Πρέπει να αιτιολογείται η σχετική προσέγγιση. Η έντονη πεποίθηση ότι ένας μάρτυρας είπε την αλήθεια δεν αποτελεί αιτιολογία για την απόρριψη μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που έχει κριθεί αξιόπιστος.» ΜΕ1 Ο ΜΕ1 άφησε στο Δικαστήριο τη χειρότερη εντύπωση. Ήταν φανερό ότι προσέγγισε το όλο θέμα της μαρτυρίας του στο Δικαστήριο με τρόπο ψυχρό, δίνοντας την εντύπωση ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να προσπαθήσει να αποσπάσει ό, τι περισσότερο μπορούσε από τους Εναγόμενους. Κατ' αρχάς, η παρουσίαση εκ μέρους του των πρωτότυπων αποδείξεων στο όνομα της Εταιρείας ή που αφορούσαν οχήματα και προμήθειες της Εταιρείας, εξουδετερώνει τον ισχυρισμό του που προβάλλεται στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ότι ο ίδιος δεν κατείχε έγγραφα της Εταιρείας. Η πιο σημαντική δε αντίφαση στη μαρτυρία του Ενάγοντα, η οποία καταδεικνύει και τον τρόπο που ενήργησε, για να αποσπάσει χρήματα από την Εταιρεία, είναι η σύγκριση των επιστολών (Τεκμήριο 47 και Τεκμήριο 48) του ιδίου. Στην επιστολή του Τεκμήριο 47, ημερομηνίας 15 Μαΐου 2012 ο μάρτυρας αξίωνε από του Εναγόμενους την πληρωμή των μισθών του Σεπτεμβρίου, Νοεμβρίου του 2010 και τον 13ο μισθό και ζητούσε περαιτέρω την καταβολή άλλων ποσών, ύψους €2.910, για επιταγές που ο ίδιος εξέδωσε, τις οποίες φυσικά παρουσίασε και στο Δικαστήριο, ως Τεκμήρια 1, 2 και
- Πριν τη συμπλήρωση των 30 ημερών από την εν λόγω επιστολή, Τεκμήριο 47, ο Ενάγων απέστειλε επιστολή και πάλι στους Εναγόμενους, ημερομηνίας 11/06/12, διεκδικώντας ποσά ύψους €21.167, 24, προσθέτοντας στην ουσία τα σημεία 7 ‑ 55 της εν λόγω επιστολής, τα οποία ουδόλως αναφέρονται στο Τεκμήριο 47 και η προσεκτική μελέτη των οποίων σημείων 7 ‑ 55 καταδεικνύει ότι αυτά, κατ' ισχυρισμό, πληρώθηκαν από τον Ενάγοντα σε χρόνο πολύ προγενέστερο της σύνταξης της πρώτης επιστολής, του Τεκμηρίου
- Δεν έχω ουδεμία αμφιβολία ότι ο Ενάγων, αντιλαμβανόμενος την κατάσταση και την ένταση, η οποία είχε δημιουργηθεί στις σχέσεις του ιδίου με τον πατέρα του, ενήργησε κατά τρόπο μεθοδευμένο, παίρνοντας έγγραφα από την Εταιρεία, για να τα παρουσιάσει ως πληρωμές δικές του και να τα αξιώσει αργότερα από την Εταιρεία, όπως και εν τέλει έκανε με την καταχώρηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Εάν, όντως, ο Ενάγων ήταν γνήσιος σ' αυτά που διεκδικεί ενώπιον του Δικαστηρίου, θα αναμένετο ότι στην επιστολή Τεκμήριο 47, ημερομηνίας 15/05/12, με αναφορά σε απλήρωτο χρέος των Εναγομένων, θα συμπεριλάμβανε όλα τα ποσά που αξιώνει με την αγωγή του διά της παρούσης. Οι δύο αυτές επιστολές, κατά την κρίση μου, και η μεγάλη διάσταση που υπάρχει στα ποσά μεταξύ τους είναι φανερό ότι αντικατοπτρίζουν την προσπάθεια του Ενάγοντα, εκμεταλλευόμενος τον τρόπο λειτουργίας της Εταιρείας και τον έλεγχο που ο ίδιος είχε επί του ταμείου και των λογιστικών της θεμάτων, να αποσπάσει χρήματα από τους Εναγόμενους, τα οποία δεν δικαιούται. Η δεύτερη αντίφαση που υπήρχε στην μαρτυρία του Ενάγοντα με τις αναφορές του δημιούργησε στο Δικαστήριο την εντύπωση ότι δεν προσήλθε στο εδώλιο του μάρτυρα για να πει την αλήθεια. Ουσιώδες στοιχείο της μαρτυρίας του ήταν ότι δεν υπήρχε μικρό ταμείο στην εταιρεία. Στην παράγραφο 11 της γραπτής κατάθεσης του στο Δικαστήριο, αναφέρει "παρόλο που η Εναγόμενη που τον Σεπτέμβριο του 2010 μέχρι και τις 23.11.2011 μου ζητούσε παρατάσεις για εξόφληση των οφειλόμενων, με έκπληξη μου στις 6.8.12 έλαβα επιστολή από την Εναγόμενη η οποία είναι υπογραμμένη από τον διευθυντή XXXXX Μεσίτη, με την οποία για πρώτη φορά ήγειρε στον ισχυρισμό περί του ότι είχε εξοφλήσει σε προγενέστερο στάδιο τα οφειλόμενα σε μετρητά από το ταμείο μετρητών της εταιρείας. Ο ισχυρισμός αυτός της Εναγόμενης λέω ότι είναι ψευδής αφού κατά τον επίδικο χρόνο που η Εναγόμενη επικαλείται εξόφληση της υποχρέωσής της έναντι μου δεν υπήρχαν μετρητά στο ταμείο για να πληρωθούν οι πιστωτές εμπορίου και τα τρέχοντα έξοδα της εταιρείας, πόσο μάλλον να εξοφληθώ εγώ". Ο μάρτυρας, αργότερα αντεξεταζόμενος αρνήθηκε την ύπαρξη ταμείου μετρητών ή μικρού ταμείου όπως το ονόμασε στην εταιρεία. Η θέση του όμως κατά την αντεξέταση συγκρούεται με την αναφορά του στην παράγραφο 11 την οποία έχω παραθέσει αυτούσια ανωτέρω. Στην παράγραφο 11 δεν γίνεται ισχυρισμός περί μη ύπαρξης ταμείου, αλλά αναφέρει ότι υπήρχε ταμείο το οποίο ήταν μείον. Περαιτέρω, η όλη στάση του μάρτυρα να πείσει σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της εταιρείας, κατά τον ουσιώδη χρόνο και πώς ο ίδιος συνέδραμε στην αρωγή της, δεν έπεισε το Δικαστήριο. Ακόμα και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι ο μισθός του Ενάγοντα ήταν €2.500 χιλιάδες ως ο ίδιος ανέφερε, και πάλι είναι δύσκολο για το Δικαστήριο να αποδεχτεί ότι μπορούσε να δαπανήσει πέραν του ήμισυ του μισθού του για σκοπούς εξόφλησης των υποχρεώσεων της εταιρείας. Παραδείγματος χάριν, με βάση τις αναφορές του ίδιου τον Σεπτέμβριο του 2010 δαπάνησε το ποσό των 1000 ευρώ για πληρωμή υποχρεώσεων της εταιρείας. Ενώ τον Δεκέμβριο του 2011 το ποσό των €1700 σε επιταγή Τεκμήριο 3, και το ποσό των €500 ευρώ σε καύσιμα, δηλαδή σχεδόν όλο του τον μισθό. Αυτές οι διαπιστώσεις σε συνάρτηση με τον ρόλο που είχε ο Ενάγων στην εταιρεία και τον έλεγχο που αποδέχομαι ότι είχε επί των λογιστικών και οικονομικών θεμάτων δημιουργούν τεράστιο κενό στην υπόθεση το Ενάγοντα. Σε σχέση με τον ρόλο του Ενάγοντα στην εταιρεία η πλευρά του Ενάγοντα, προσπάθησε να αποπροσανατολίσει το Δικαστήριο με αναφορά στο ποιος είχε το δικαίωμα έκδοσης επιταγών για την εταιρεία και υπογραφής τους θεωρώντας ότι αυτό το άτομο ήταν και ο διαχειριστής όλων των οικονομικών θεμάτων τη Εταιρείας. Αυτή η εισήγηση από πλευράς των Εναγόντων δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το γεγονός ότι ο Ενάγων δεν είχε δικαίωμα υπογραφής των επιταγών δεν οδηγεί αναπόδραστα στο συμπέρασμα ότι δεν ασκούσε κάποιον έλεγχο στα λογιστικά ή οικονομικά θέματα της εταιρείας. Βασικό στοιχείο δε που συνηγορεί ότι ο Ενάγων είχε πρόσβαση και έλεγχο σε οικονομικά θέματα της Εταιρείας είναι η κατοχή των αποδείξεων που ίδιος προσκόμισε ως Τεκμήρια στο Δικαστήριο. Σχετικό στοιχείο με την πιο πάνω υπόδειξη είναι και η όλη θέση του Ενάγοντα σε σχέση με την οικονομική κατάσταση της Εταιρείας. Από πλευράς του Ενάγοντα δεν έγινε καμία προσπάθεια για την υποστήριξη αυτής της θέσης με αξιόπιστη μαρτυρία και ως εκ τούτου παρέμεινε μετέωρη. Στην υπό εξέταση υπόθεση η θέση του Ενάγοντα σε σχέση με την κακή οικονομική κατάσταση της εταιρείας είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με το σύνολο της απαίτησης του και κρίνω ότι ο Ενάγων δεν απέσεισε το βαρος απόδειξης του εν λόγο ισχυρισμού. Το δε νεφελώδες σκηνικό που δημιουργήθηκε από την αποδοχή του ΜΕ 1 σε σχέση με προσωπικές αγορές που έκανε οι οποίες χρεώνονταν για σκοπούς έκδοσης τιμολογίου στην εταιρεία και αναφέρομαι στα Τεκμήρια 58 και 57, αγορά για κινητό τηλέφωνο και έπιπλα, προβλημάτισε επίσης ιδιαιτέρως το Δικαστήριο αφού από τη μια ο Ενάγοντας αξιώνει πληρωμές που λέει ο ίδιος έκανε στο όνομα της εταιρείας και για όφελος της εταιρείας παρουσιάζοντας αποδείξεις και τιμολόγια στο όνομα της εταιρείας των Εναγόμενων, από την άλλη η υπεράσπιση κατάφερε να εξεύρει τιμολόγια και αποδείξεις και πάλι στο όνομα της εταιρείας τις οποίες ο Ενάγων παραδέχτηκε ότι αποτελούν προσωπικές τους αγορές αναφερόμενος ότι αυτές πληρώθηκαν με την προσωπική του κάρτα. Τα δυο σημεία δεν διαφέρουν στην ουσία. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι και τις οφειλές της εταιρείας τις πλήρωσε από προσωπικά του χρήματα. Συνεπώς, δημιουργείται εύλογα η αμφιβολία σε σχέση με την ποιότητα και την αλήθεια των θέσεων του, εάν και τα ποσά που ο ίδιος αξιώνει ή μέρος αυτών, αποδείξεις και τιμολόγια που έχουν εκδοθεί στο όνομα της εταιρείας, αποτελούν και αυτά προσωπικές του αγορές. Σε ό,τι δε αφορά το ζήτημα των αποδείξεων των πρατηρίων πετρελαιοειδών Τεκμήρια 4 ‑ 15, τα οποία ο ΜΥ1 είπε ότι δεν είχε χώρο να τα αμφισβητήσει, η απλή παρουσίασή τους από τον Ενάγοντα στο Δικαστήριο δεν καταδεικνύει ότι ο ίδιος έχει δαπανήσει αυτά τα ποσά. Αυτό που καταδεικνύει είναι ότι ο ίδιος κατακράτησε με την αποχώρηση του έγγραφα που αφορούσαν την εταιρεία, κάτι το οποίο, ως ανωτέρω αναφέρω, καταρρίπτει την ρητή άρνηση του Ενάγοντα στα πλαίσια της απάντησης στην έκθεση υπεράσπισης περι τούτου. Ως εκ τούτου, η μαρτυρία του ΜΕ1 απορρίπτεται συλλήβδην και δεν μπορώ να βασιστώ σε καμίαν περίπτωση στα όσα ο ίδιος ανέφερε στο Δικαστήριο για εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. ΜΥ1 Ο ΜΥ1 θεωρώ ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Είναι γεγονός ότι ο μάρτυς ήταν φορτισμένος και σε πολλά σημεία ξέσπασε στο Δικαστήριο, κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας του. Αυτό, όμως, κατά την κρίση μου, δεν μπορεί να επηρεάσει την αξιοπιστία και το αληθές των όσων ανέφερε. Ο μάρτυρας εξήγησε τον τρόπο λειτουργίας της Εταιρείας, ο οποίος και στην ουσία, διά της αντεξέτασης, ουδόλως πληγώθηκε. Συγκεκριμένα, είναι αποδεκτό ότι η Εταιρεία λειτουργούσε με την ύπαρξη μικρού ταμείου, στο οποίο ο Ενάγων είχε έλεγχο απόλυτο και από το οποίο εισέπραττε, κατά τη διάρκεια της εργασιακής μέρας, ποσά και από το οποίο πληρώνονταν διάφορα ποσά προς τις ανάγκες της Εταιρείας, είτε στους προμηθευτές είτε στους πιστωτές είτε στις υποχρεώσεις της. Η εξήγηση που δόθηκε από τον ΜΥ1, ότι ο Ενάγων εις περίπτωση που το ταμείο της Εταιρείας δεν είχε χρήματα για να καλύψει την οποιαδήποτε χρέωση της Εταιρείας ο ίδιος ο Ενάγων εξέδιδε προσωπικές του επιταγές, τις οποίες αργότερα εισέπραττε από την Εταιρεία και το μικρό ταμείο, τη διαχείριση του οποίου είχε στην ευχέρεια του, έπεισε το Δικαστήριο σε σχέση με τις αναφορές του. Πρέπει δε να αναφέρω ότι η συναισθηματική φόρτιση του μάρτυρα δεν επληξε την αξιοπιστία του καθ' οιονδήποτε τρόπο, αφού στις ερωτήσεις της αντεξέτασης απάντησε με σταθερότητα και σαφήνεια και ουδόλως απέκλινε από τις αρχικές του θέσεις ή τους δικογραφημένους του ισχυρισμούς. Δεν υπάρχει κενό στη μαρτυρία του ΜΥ1, ούτε και οι εξηγήσεις που έδωσε αφήνουν περιθώριο για αμφισβήτηση των όσων ανέφερε. Καταλήγω ότι ο ΜΥ1 ήτο ο μάρτυρας της αλήθειας και η μαρτυρία του γίνεται αποδεκτή σε σχέση με τα επίδικα θέματα της υπό εξέταση Αγωγής. ΜΥ2 Ο ΜΥ2 άφησε, επίσης, πολύ θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο μάρτυς επανέλαβε στην ουσία τον τρόπο λειτουργίας της Εταιρείας, σε σχέση συγκεκριμένα με τη μέθοδο ανεφοδιασμού των οχημάτων, ως την είχε εξηγήσει ο ΜΥ
- Οι αναφορές του έπεισαν το Δικαστήριο και ο μάρτυρας ουδόλως υπέπεσε σε οποιανδήποτε αντίφαση ή ασάφεια κατά τη διάρκεια της αντεξέτασης του. Ως εκ τούτων, αποδέχομαι τη θέση του σε σχέση με τον τρόπο ανεφοδιασμού των δύο οχημάτων της Εταιρείας, για τα οποία μόνο ο ΜΥ2 είχε την ευθύνη. Η, δε, μαρτυρία του ΜΥ2 εμπεριέχει ακόμα ένα σημαντικό σημείο, αυτό της κατάδειξης της ύπαρξης μικρού ταμείου στην Εταιρεία. Ο ΜΥ2 δεν ρωτήθηκε συγκεκριμένα από την αντεξέταση εάν γνώριζε για την ύπαρξη μικρού ταμείου στην Εταιρεία, θέση για την οποίαν αναμένετο να ερωτηθεί, με δεδομένη την κάθετη τοποθέτηση του Ενάγοντα σε σχέση με τη μη ύπαρξη μικρού ταμείου στην Εταιρεία. Παραταύτα, ο μάρτυρας ανέφερε το εξής σε ερώτηση της αντεξέτασης (θεωρώ σημαντικό όπως μεταφέρω αυτούσιο το επίμαχο σημείο): ʺE. Κύριε μάρτυς, αν γνωρίζεις απάντα σε παρακαλώ σ' αυτό που θα ερωτηθείς. Ο Ενάγοντας, ο XXXXX ο Μεσίτης, ισχυρίζεται ότι εκείνα τα τιμολόγια ή αποδείξεις τα πλήρωσε διά λογαριασμό της Εναγόμενης Εταιρείας με μετρητά δικά του. Αν γνωρίζεις, δώσε απάντηση αν συμφωνείς ή αν διαφωνείς μ' αυτήν τη θέση. A. Εγώ τούτα εν μπορώ να πω, γιατί εν ρώτησα ποτέ από πού τα διά τα λεφτά. Εγώ πάντα που βλέπω τζιαί είδα, τα λεφτά μπαίνουν από την Εταιρεία, όποτε βλέπω, όπως βλέπω εγώ, τα λεφτά που ζητώ που την Εταιρεία, που έρχονται για πετρέλαιο. Τώρα, δεν μπορώ να σας απαντήσω, γιατί δεν ρώτησα πότε τον μάστρο μου από πού είναι τα λεφτά που μου διά. Από την πούνγκα ή από την Εταιρεία; Εγώ όπως βλέπω είναι από την Εταιρεία τα λεφτά τζιαί τωρά από την Εταιρεία που μου διά. Μπαίνω μέσα στο γραφείο, διά μου τιμολόγια, ανοίγει το συρτάρι που κάτω τζιαί διά μου λεφτά όσα ζητώ, €50, €60, €70, εξαρτάται πού πάω." Η αναφορά του μάρτυρα, όπως την περιέγραψε με τον δικό του τρόπο, καταδεικνύει ότι, ορθώς, υπήρχε κάπου κάποιο συρτάρι, στο οποίο φυλάγονταν χρήματα. Η αντεξέταση, όμως, δεν έθιξε το θέμα συγκεκριμένα και αυτό πιστεύω γιατί γνώριζε ότι θα έπληττε την υπόθεση της. Με αυτά τα δεδομένα, η μαρτυρία του ΜΥ2 γίνεται πλήρως αποδεκτή, σε σχέση με τον τρόπο ανεφοδιασμού των οχημάτων της Εταιρείας. Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας η πλευρά των Εναγόμενων αγόρευσε προφορικώς προς υποστήριξη των θέσεών της, ενώ η πλευρά του Ενάγοντα γραπτώς. Στο στάδιο των αγορεύσεων η πλευρά του Ενάγοντα απέσυρε την απαίτηση για καταβολή δεδουλευμένων μισθών διευκρινίζοντας όμως ότι δεν αναιρεί την απόσυρση αυτής της απαίτησης, οτιδήποτε που ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Ενάγων σε σχέση με τις διαβεβαιώσεις που είχε λάβει από τον ΜΥ1 περί καταβολής των μισθών του. Διευκρίνισε δε ότι, το ζήτημα κατέληξε να είναι νομικά μάταιο και ως εκ τούτου η πλευρά του Ενάγοντα θεώρησε ορθότερο να το αποσύρει. Με αυτά τα δεδομένα το Δικαστήριο δεν θα ασχοληθεί καθόλου με το μέρος εκείνο που αφορά την απαίτηση για δεδουλευμένων μισθών και καταβολή 13ου μισθών και ταυτόσημα δεν θα τον απασχολήσει η προδικαστική ένσταση που εγείρεται από πλευράς των Εναγόμενων. Από την ενώπιων του Δικαστηρίου αξιόπιστη μαρτυρία δεν προκύπτει αγώγιμο δικαίωμα του Ενάγοντα εναντίον των Εναγομένων. Εχω καταλήξει ότι ουδέν ποσό οφείλεται από τους Εναγομένους στον Ενάγοντα και ως εκ τούτου, η απαίτηση οδηγείται σε απόρριψη. Σε ότι αφορά την Ανταπάιτηση των Εναγομένων μελέτη της μαρτυρίας και των στοιχείων που η πλευρά των Εναγομένων έχει προσκομίσει οδηγεί στο συμπέρασμα ότι οι Εναγομένοι δεν έχουν αποδείξει την ανταπαίτηση τους. Στην ουσία με την Ανταπαίτηση τους οι Εναγόμενοι αξιώνουν τη καταβολή ποσών από τον Ενάγοντα και συγκεκριμένα €1,319.00 και €868.00 για προσωπικές αγορές του Ενάγοντα και €26,000.00 τα οποία θεωρούν ότι ο Εναγων οικειοποιήθηκε. Η ανταπαίτηση σε σχέση με το τελευταίο ποσό των €26,000.00 ουδόλως προωθήθηκε και ως εκ τούτου παρέμεινε μετέωρη. Σε ότι αφορά τα ποσά που οι Εναγόμενοι διεκδικούν να πληρωθούν για προσωπικές αγορές του Ενάγοντα πέραν των τιμολογίων στο όνομα της εταιρείας για ταυτόσημα ποσά δεν έχει προσκομιστεί στοιχείο που να καταδεικνύει ότι η εταιρεία των Εναγομένων πλήρωσε τα ποσά που αξιώνει. Περαιτέρω δεν έχει προωθηθεί με την μαρτυρία ενώπιων μου η ανταπαίτηση των Εναγόμενων που αφορά την έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Ενάγων όπως επιστρέφει στην Εναγομένη όλες τις αποδείξεις και έγγραφα τα οποία απέσπασε από το αρχείο της και ως εκ τούτου ομοίως με τις λοιπές αξιώσεις των Εναγόμενων παρέμεινε μετέωρη. Κατάληξη Ως εκ τούτων Απαίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ των Εναγόμενων και εναντίον του Ενάγοντα στην κλίμακα καταχώρησης της αγωγής ως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Η Ανταπαίτηση απορρίπτεται .Με έχει προβληματίσει το θέμα των εξόδων της ανταπαίτησης. Με δεδομένο ότι η απαίτηση και ανταπαίτηση εκδικάστηκαν μαζί, θεωρώ ότι η πιο δίκαιη διαταγή ως προς τα έξοδα της ανταπαίτησης είναι αυτή να απορριφθεί χωρίς διαταγή ως προς τα έξοδα. (Υπ.) ............... Εύη Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής [1] Επανέκδοση από το Current Legal Problems, vol 38, 1985 p 1-
- cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο