L.G. WOODTECH AND DECO LTD ν. ΑΣΣΙΩΤΗ κ.α., Αρ. Αγωγής: 4762/11, 9/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A403 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε. Ευθυμίου - Ανδρέου, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4762/11 Μεταξύ: L.G. WOODTECH AND DECO LTD Ενάγουσας και 1.XXXXX ΑΣΣΙΩΤΗ 2.XXXXX ΑΣΣΙΩΤΗ Εναγομένων Ημερομηνία: 9 Σεπτεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Κνώφος Για Εναγόμενους : κος Ελευθερίου ΑΠΟΦΑΣΗ Οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί Οι Ενάγοντες, εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο που ασχολείται κυρίως με την εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών, αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1 και 2 ποσό €4.429,50 ως οφειλόμενο υπόλοιπο δυνάμει προφορικής συμφωνίας. Είναι η θέση τους ότι είχε συμφωνηθεί μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων η εκτέλεση ξυλουργικών εργασιών για το ποσό των €7.330 πλέον ΦΠΑ και ότι έναντι της συμφωνίας οι Εναγόμενοι πλήρωσαν €4.
- Στην έκθεση υπεράσπισης οι Εναγόμενοι διατείνονται ότι δεν συμφώνησαν με τους Ενάγοντες για οποιανδήποτε παροχή υπηρεσιών, αλλά ότι σύναψαν γραπτή συμφωνία με τον XXXXX Λάρδα προσωπικά για το ποσό των €8.
- Προβάλλουν περαιτέρω τη θέση ότι οι εργασίες δεν ολοκληρώθηκαν και ότι οι εργασίες που εκτελέστηκαν ήταν κακότεχνες, γεγονός το οποίο οδήγησε σε ζημία τους. Με την απάντηση στην υπεράσπιση οι Ενάγοντες θέτουν ότι ο XXXXX Λάρδας ενεργούσε εκ μέρους τους και ήταν το άτομο που διαπραγματεύθηκε και συνομολόγησε τη προφορική συμφωνία με τους Ενάγοντες, αλλά και ο τεχνίτης που εκτέλεσε τις εργασίες. Είναι η θέση τους ότι οι Εναγόμενοι ενέκριναν και αποδέχτηκαν τις εργασίες και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκαν για την ποιότητά τους ή ότι αυτές δεν έχουν εκτελεστεί. Ακροαματική Διαδικασία Η αγωγή οδηγήθηκε σε ακρόαση. Για την πλευρά των Εναγόντων κατάθεσε ο XXXXX Λάρδας (ΜΕ1), ο XXXXX Θρασυβούλου ‑ Παντελή (ΜΕ2), η XXXXX Κωνσταντίνου (ΜΕ3), ο XXXXX Λάμπρου (ΜΕ4) και η XXXXX Καζαμία (ΜΕ5). Για την πλευρά των Εναγομένων κατάθεσε ο XXXXX Παναγιώτου, ειδικός γραφολόγος (ΜΥ1), η XXXXX Ασσιώτη (ΜΥ2) και ο XXXXX Σωκράτους (ΜΥ3). ΜΕ1 Ο XXXXX Λάρδας υιοθέτησε γραπτή δήλωση, απάντησε σε διευκρινιστικές ερωτήσεις και αντεξετάστηκε. Ήταν η θέση του ότι καθ' όλο τον ουσιώδη χρόνο ήταν υπάλληλος των Εναγόντων και ο τεχνίτης που εκτελούσε για αυτούς τις ξυλουργικές εργασίες. Ο μάρτυρας ισχυρίστηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι αντιπροσώπευε την εταιρεία και σε οποιαδήποτε συμφωνία κατέληγε δεν αφορούσε τον ίδιο προσωπικά, αλλά την εταιρεία. Υποστήριξε δε ότι εκτέλεσε τις εργασίες που αναφέρονται στο τιμολόγιο που ο ίδιος κατάθεσε άρτια και επιμελώς και ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν τιμήσει την προφορική συμφωνία που ο ίδιος σύναψε μαζί τους και αρνούνται να πληρώσουν το υπόλοιπο που οφείλεται. Αναφέρθηκε στο Τεκμήριο 1, τιμολόγιο που ο ίδιος κατάθεσε, ενώ περαιτέρω έδωσε λεπτομέρειες σε σχέση με τον τρόπο που συμφώνησε με τους Εναγόμενους, αποδεχόμενος ότι έναντι της οφειλής των Εναγομένων εισπράχθηκε το ποσό των €4.000 με επιταγές στο όνομα του ιδίου. Κατά την αντεξέταση ο μάρτυρας ερωτήθηκε επιμελώς σε σχέση με το κατά πόσο προσυπέγραψε το γραπτό κείμενο σε τετράδιο που παρουσίασε η πλευρά των Εναγομένων. Ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι υπόγραψε οποιανδήποτε συμφωνία με τους Εναγόμενους και αρνήθηκε παράλληλα ότι οι υπογραφές που εμφαίνονται είναι δικές του, αποδεχόμενος όμως εν τέλει ότι οι υπογραφές της δεύτερης σελίδας του τετραδίου που σχετίζονται με την είσπραξη επιταγών είναι δικές του. Ο μάρτυρας δε ερωτήθηκε σε σχέση με τα καθήκοντα και τον ρόλο του στην εταιρεία, με τον ίδιο να δηλώνει ότι ήταν υπάλληλος και ενεργούσε κατ' εντολή της διευθύντριας της εταιρείας που ήταν η σύζυγός του. Επιπλέον τέθηκαν στον μάρτυρα παρεμφερή ζητήματα σε σχέση με τη σημερινή κατάσταση της εταιρείας, τον τρόπο τον οποίο λειτουργούσε, τον λογιστικό της έλεγχο, τον τρόπο διεξαγωγής των εργασιών και τιμολόγησης των πελατών της, θέματα τα οποία ο μάρτυρας απέφυγε να απαντήσει, δηλώνοντας ότι η θέση του στην εταιρεία δεν του επέτρεπε γνώση αυτών των θεμάτων. Αξίζει να σημειωθεί ότι μετά τη δήλωση του μάρτυρα ότι η υπογραφή που εμφαίνεται στον τετράδιο, που εν τέλει κατατέθηκε στη διαδικασία ως Τεκμήριο 8, δεν είναι δική του, η πλευρά των Εναγομένων ζήτησε τη διακοπή της διαδικασίας υποβάλλοντας γραπτό αίτημα για εξέταση από γραφολόγο της υπογραφής επί του Τεκμηρίου ‑ τετραδίου, αίτηση η οποία ενεκρίθη στα πλαίσια ενδιάμεσης διαδικασίας ενώπιον του Δικαστηρίου. (Σχετική είναι η απόφαση του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 22/02/
- ) ΜΕ2 Ο Δεύτερος μάρτυρας που κατάθεσε για τον Ενάγοντα, ο XXXXX Θρασυβούλου ‑ Παντελή, κατέθεσε γραπτή δήλωση και αντεξετάστηκε. Εξήγησε ότι τον ουσιώδη χρόνο εκτελούσε οικοδομικές εργασίες στην οικία των Εναγομένων στον Στρόβολο και κατόπιν δικής τους παράκλησης τους συνέστησε την εταιρεία των Εναγόντων ως επαγγελματίες πελεκάνους, ξυλουργούς, θεωρώντας ότι οι ξυλουργικές τους εργασίες ήταν καλής ποιότητας. Ήταν θέση του μάρτυρα ότι έφερε σε επαφή τους Εναγόμενους με τον Γιώργο Λάρδα, τον οποίο τους συνέστησε ως τεχνίτη των Εναγόντων. Η αντεξέταση του μάρτυρα εστιάστηκε κατά πόσο ο ίδιος είχε γνώση σε σχέση με τα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων, με τον ίδιο να δηλώνει ότι η εμπλοκή του καθαρά ήταν στη σύσταση των Εναγόντων στους Εναγόμενους και ότι δεν γνώριζε ούτε τι είχε συμφωνηθεί ούτε και με ποιον είχε συμφωνηθεί. Μάλιστα ο ίδιος δήλωσε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο είχε συνομολογηθεί συμφωνία ούτε και μπορούσε να μαρτυρήσει σε σχέση με την ποιότητα των εργασιών που εκτελέστηκαν στην οικία των Εναγομένων. ΜΕ3 Η XXXXX Κωνσταντίνου, ανέφερε ότι εργάζεται στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες ως γραμματέας, εξηγώντας ότι αφού έλαβε οδηγίες από τον κύριο Κνώφο, που χειριζόταν την υπόθεση για τους Ενάγοντες, απέστειλε επιστολή στους Εναγόμενους με τον τρόπο που το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες συνηθίζει να αποστέλλει τις επιστολές, ήτοι με κανονικό ταχυδρομείο, εξηγώντας ότι η ίδια δεν παρέλαβε την επιστολή ποτέ πίσω και ως εκ τούτου θεωρούσε ότι είχε επιδοθεί. Κατάθεσε μάλιστα δείγμα του φακέλου για να εξηγήσει καλύτερα στο Δικαστήριο τον τρόπο με τον οποίο ενεργούσε. Η αντεξέταση της μάρτυρος εστιάστηκε στο κατά πόσο η ίδια είχε γνώση ή έλεγχο της διεύθυνσης στην οποία ταχυδρόμησε την επιστολή και η μάρτυρας ήταν ξεκάθαρη ότι τα στοιχεία που αναγράφησαν στο κείμενο της επιστολής που η ίδια δακτυλογράφησε και ταχυδρόμησε είχαν δοθεί από τον δικηγόρο που χειριζόταν την υπόθεση και ότι η ίδια δεν είναι σε θέση να ελέγχει την ορθότητα ή όχι των διευθύνσεων. ΜΕ4 Ο XXXXX Λάμπρου, υπάλληλος του Τμήματος Ταχυδρομικών Υπηρεσιών εξήγησε στο Δικαστήριο τη διαδικασία διαλογής και διανομής της αλληλογραφίας που αποστέλλεται με σύνηθες ταχυδρομείο. Ήταν η θέση του ότι η πορεία που ακολουθεί η επιστολή που στέλνεται με κανονικό ταχυδρομείο είναι να συγκεντρώνεται στο Κέντρο Διαλογής που οι Ταχυδρομικές Υπηρεσίες διατηρούν στα Λατσιά και από εκεί να καταλήξει στον ταχυδρομικό διανομέα της περιοχής όπου αναγράφει η διεύθυνση του αντικειμένου, με κατάληξη της αποστολής της επιστολής από τον ταχυδρομικό διανομέα στη διεύθυνση η οποία αναγράφεται σε αυτήν. Η πορεία της δε σε σχέση που αυτή δεν παραδοθεί είναι αντίστροφη. Καταλήγει στο Κέντρο Διαλογής στα Λατσιά και ακολουθεί την πορεία του αποστολέα, δηλαδή παραδίδεται στον αποστολέα αν αυτός έχει δώσει στοιχεία παράδοσης. Εξήγησε μάλιστα ότι το ταχυδρομείο διατηρεί τυποποιημένη σφραγίδα ούτως ώστε να ενημερώσει τον αποστολέα για τον λόγο για τον οποίο δεν κατέστη δυνατή η παράδοση της επιστολής. Η αντεξέταση του μάρτυρα εστιάστηκε κατά πόσο η σφραγίδα που ο ίδιος κατάθεσε το δείγμα της ως Τεκμήριο καλύπτει τους κύριους λόγους για τους οποίους ένα αντικείμενο ή μία επιστολή δεν έχει παραδοθεί. Ο μάρτυρας αποδέχθηκε ότι η εν λόγω σφραγίδα καλύπτει τους εν λόγω λόγους και σε καμίαν περίπτωση δεν μπορεί το Τμήμα Ταχυδρομείου να ελέγξει κατά πόσο υπήρξε λανθασμένος παραλήπτης, ο οποίος δεν προέβη ο ίδιος σε ενέργειες επιστροφής της αλληλογραφίας. ΜΕ5 Η XXXXX Καζαμία ανέφερε ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν διευθύντρια της εταιρείας των Εναγόντων και μέτοχος. Ήταν η θέση της ότι περί τον Νοέμβριο του 2008 μετέβησαν στην οικία τους οι Εναγόμενοι ούτως ώστε να ολοκληρωθούν οι διαπραγματεύσεις που είχαν προηγουμένως γίνει με τον σύζυγό της, XXXXX Λάρδα, και να συμφωνηθούν οι εργασίες που θα εκτελούντο και η αμοιβή για τις εργασίες αυτές. Ως ανέφερε η μάρτυρας, όλη η συζήτηση έγινε στο καθιστικό της κουζίνας του σπιτιού της, παρουσία της ίδιας, όταν και συμφωνήθηκε η εταιρεία των Εναγόντων να εκτελέσουν συγκεκριμένες εργασίες στην οικία των Εναγομένων με συμφωνηθείσα αμοιβή το ποσό των €7.330 πλέον ΦΠΑ. Η ίδια έθεσε ότι στην παρουσία των Εναγομένων, στα πλαίσια εκείνης της συνάντησης, τους ανέφερε ότι ήταν διευθύντρια της εταιρείας των Εναγόντων και ότι ο σύζυγός της, Γιώργος Λάρδας, ασχολείτο με τα τεχνικά και κατασκευαστικά ζητήματα μόνο. Η μάρτυρας περαιτέρω ανέφερε ότι μετά την ολοκλήρωση των εργασιών, οι Εναγόμενοι αρνούνταν να πληρώσουν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό, η ίδια επικοινώνησε μαζί τους και συγκεκριμένα με την Εναγόμενη 2, η οποία την ύβρισε και καταράστηκε τα παιδιά της. Η αντεξέταση εστιάστηκε στα θέματα λειτουργίας της εταιρείας των Εναγόντων, του τρόπου με τον οποίο ενεργούσε λογιστικά και ουσιαστικά, τη δομή της εταιρείας των Εναγόντων σε θέματα εργοδότησης υπαλλήλων, θέματα τα οποία η μάρτυς δεν φάνηκε να μπορούσε να απαντήσει σχεδόν καθόλου. Ήταν συχνές μάλιστα οι αναφορές της ότι θα έπρεπε να συνομιλήσει με τον λογιστή της εταιρείας για να μπορέσει να προσφέρει απάντηση στα ερωτήματα της υπεράσπισης. Περαιτέρω τέθηκαν ζητήματα πληρωμής κοινωνικών ασφαλίσεων και φόρων εκ μέρους της εταιρείας, τα οποία στην ουσία δεν ενδιαφέρουν στην παρούσα. Η μάρτυς δήλωσε ότι είχε προφορικά εξουσιοδοτήσει και διορίσει τον σύζυγό της, XXXXX Λάρδα, να εισπράττει χρήματα εκ μέρους της εταιρείας, εξηγώντας ότι ο λόγος για τον οποίο εκδόθηκαν οι επιταγές στο όνομά του από τους Εναγόμενους ήταν για να μπορέσει να αγοράσει τα απαραίτητα υλικά για να εκτελέσει τις εργασίες. Μάλιστα ανέφερε ότι οι επιταγές που δόθηκαν από τους Εναγόμενους κατατέθηκαν στον λογαριασμό του ξυλέμπορα που προμήθευε τους Ενάγοντες για την αγορά των υλικών. Μάλιστα από τη μάρτυρα ζητήθηκε να επιθεωρήσει την υπογραφή που οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι ανήκει στον Γεώργιο Λάρδα επί του Τεκμηρίου ‑ τετραδίου, με την ίδια να την επιθεωρεί και να λέει ότι η υπογραφή επί του Τεκμηρίου ‑ τετραδίου θεωρεί ότι δεν ανήκει στον σύζυγό της. ΜΥ1 Ο XXXXX Παναγιώτου, ειδικός δικαστικός γραφολόγος, ήταν ο πρώτος μάρτυρας για την υπεράσπιση. Εξήγησε ότι μετά την ενδιάμεση απόφαση του Δικαστηρίου παρέλαβε τα Τεκμήρια από τον φάκελο του Δικαστηρίου, τα οποία επιθεώρησε και σύγκρινε με την υπογραφή που βρίσκεται στο Τεκμήριο ‑ τετράδιο, καταλήγοντας στα πορίσματα της έκθεσής του, την οποία κατάθεσε ως Τεκμήριο
- Εξήγησε ότι χρησιμοποίησε αποδεδειγμένη μέθοδο για τη σύγκριση των υπογραφών και μπόρεσε να καταλήξει στο εύρημα ότι η υπογραφή επί του Τεκμηρίου ‑ τετραδίου υπάρχει ισχυρή υποψία ότι ανήκει στον XXXXX Λάρδα. Εξήγησε μάλιστα ότι ο υποβιβασμός του αποτελέσματός του στην ισχυρή υποψία από τη θετική που έπρεπε να ήταν, οφειλόταν στο γεγονός ότι είχαν χρησιμοποιηθεί μόνο δύο δείγματα υπογραφής και σύμφωνα με τους κανόνες της δικαστικής γραφολογίας η ποσοτική ανεπάρκεια, η ακαταλληλότητα, οδηγεί δίχως άλλο στον υποβιβασμό του συμπεράσματος, στη βαθμίδα πιο κάτω από τη βαθμίδα στην οποία έχει καταλήξει ο γραφολόγος. Η αντεξέταση του μάρτυρα εστιάστηκε στον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος εκτέλεσε την εργασία που του ανατέθηκε, ενώ ήταν συχνές οι αναφορές τόσο του μάρτυρα όσο και της αντεξέτασής του, στο σύγγραμμα XXXXX Βέννη, με τίτλο ''Γραφή με το χέρι και πλαστογραφία''. Ήταν η θέση της υπεράσπισης, η οποία εκφράστηκε με πληθώρα τρόπων κατά την αντεξέταση ότι ο μάρτυρας κατέληξε σε λανθασμένα ευρήματα και συμπεράσματα κυρίως σε σχέση με την αντίληψη του ότι η υπογραφή του ΜΥ1 επί του Εγγράφου A, τη γραπτή κατάθεση του ΜΕ1, τέθηκε ως προϊόν σκόπιμης παραποίησης. Ο μάρτυρας επέμενε καθ' όλη τη διάρκεια της αντεξέτασης στη θέση του. ΜΥ2 Η ΜΥ2 κατάθεσε γραπτή δήλωση και αντεξετάστηκε. Ήταν η θέση της ότι πριν την έγερση της αγωγής ουδέποτε πληροφορήθηκε για την ύπαρξη των Εναγόντων, θέση για την οποία αντεξετάστηκε ενδελεχώς. Μάλιστα η Εναγόμενη αναφέρθηκε και στις συνομιλίες που έγιναν πριν τη συνομολόγηση της γραπτής, ως η θέση της, συμφωνίας με τον ΜΕ1 και την επιθεώρηση που έγινε στις εργασίες του σε άλλες οικίες που ο ΜΕ1 υπόδειξε ότι είχε εκτελέσει ξυλουργικές εργασίες. Η αντεξέταση της ΜΥ2 εστιάστηκε στο κατά πόσο και κάτω από ποιες συνθήκες υπεγράφη η κατ' ισχυρισμό συμφωνία με τον ΜΕ1 και πολλάκις της ζητήθηκε να τοποθετηθεί επί των συγκεκριμένων όρων της, κατ' ισχυρισμό της ίδιας, συμφωνίας με τη μάρτυρα, να ανατρέχει στο Τεκμήριο 8, (Τεκμήριο - τετράδιο), και να αναφέρεται στα όσα συμφωνήθηκαν μεταξύ των Εναγομένων και του Γιώργου Λάρδα. ΜΥ3 Ο XXXXX Σωκράτους, υπάλληλος στην Υπηρεσία Κοινωνικών Ασφαλίσεων και Ανώτερος Ασφαλιστικός Λειτουργός, έδωσε μαρτυρία περιορισμένη στην αναφορά ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν εγγραφεί στο μητρώο εργοδοτών και δεν έχουν καταβάλει εισφορές για οποιονδήποτε εργοδοτούμενό τους. Σε σχέση δε με τον ΜΕ1, XXXXX Λάρδα, ανέφερε ότι αυτός είναι εγγεγραμμένος ως κυβερνητικός υπάλληλος. Οι γραπτές αγορεύσεις των συνήγορων Μετά το πέρας της μαρτυρίας οι συνήγοροι αγόρευσαν γραπτώς προς υποστήριξη των θέσεων τους. Αμφότεροι δε αγόρευσαν με επάρκεια και πληρότητα, αναφερόμενοι τόσο στη μαρτυρία που δόθηκε, όσο και στο νομικό πλαίσιο των επίδικων θεμάτων. Δεν κρίνεται σκόπιμη η επανάληψη των όσων οι ευπαίδευτοι συνήγοροι έχουν αναπτύξει διά των γραπτών αγορεύσεών τους. Θα αρκεστώ να αναφερθώ ότι αυτές έχουν μελετηθεί με απαραίτητη προσοχή και αναφορά θα γίνει όπου αυτό κρίνεται απαραίτητο. Αξιολόγηση της Μαρτυρίας Οι μάρτυρες κρίνονται από τη συμπεριφορά και το λόγο που εκφέρουν στο εδώλιο του μάρτυρα. Το Δικαστήριο για την αξιολόγησή τους εφαρμόζει τις καθιερωμένες από τη νομολογία αρχές αξιολόγησης (βλ. Mohamed ν. Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 266, Βαριάνου ν. Βορκά
(2010)1 ΑΑΔ 1541, Φάρμα Ρένου Χ΄Ιωάννου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, ν. Χίννη, Πολ. Έφεση 14/2009, 20/6/2012, Mustafa ν. Κακουρή κ.α.
(2002)1 ΑΑΔ 165, Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 ΑΑΔ 1056, Ο Λόρδος Bingham σε άρθρο του "The Judge as Juror: The Judicial Determination of Factual Issues" (εκδόθηκε στο "The Business of Judging", Oxford 2000[1]), έθεσε τις εξής κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων (σελ. 6 - 7): ''The main tests needed to determine whether a witness is lying or not are, I think, the following, although their relative importance will vary widely from case to case:
(1)the consistency of the witness's evidence with what is agreed, or clearly shown by other evidence, to have occurred;
(2)the internal consistency of the witness's evidence;
(3)consistency with what the witness has said or deposed on other occasions;
(4)the credit of the witness in relation to matters not germane to the litigation;
(5)the demeanour of the witness. The first three of these tests may in general be regarded as giving a useful where the truth lies. If a witness's evidence conflicts with what is clearly shown to have occurred, or is internally self-contradictory, or conflicts with what the witness has previously said, it may usually be regarded as suspect. It may only be unreliable, and not dishonest, but the nature of the case may effectively rule out that possibility. The fourth test is perhaps more arguable....... Cross examination as to credit is often, no doubt, a valuable and revealing exercise, but the fruits of even a successful cross- examination need to be appraised with some care. And so to demeanour, an important subject because it is the trial judge's opportunity to observe the demeanour of the witness and from that to judge his or her credibility, which is traditionally relied on to give the judge's findings of fact their rare degree of inviolability....." Το Δικαστήριο, αφού κρίνει μάρτυρα ως αξιόπιστο, μπορεί να επιλέξει μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο.( Mohamed ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω σελ. 278). Ωστόσο αυτή η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με προσοχή. Στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, ο Δ. Κωνσταντινίδης ανέφερε στη σελ. 528: «Ωστόσο η ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο μέρος δεν είναι απόλυτη. Υπόκειται στον εξής περιορισμό. Πρέπει να αιτιολογείται η σχετική προσέγγιση. Η έντονη πεποίθηση ότι ένας μάρτυρας είπε την αλήθεια δεν αποτελεί αιτιολογία για την απόρριψη μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που έχει κριθεί αξιόπιστος.» ΜΕ1 Ο ΜΕ1 δεν άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ήταν σαφής η αλλαγή στη συμπεριφορά του από την πρώτη δικάσιμο κατά την οποία έδωσε την κυρίως εξέτασή του και αντεξετάστηκε μερικώς, μέχρι τη δικάσιμο που ακολούθησε της εξέτασης από δικαστικό γραφολόγο των εγγράφων, όταν και διαφοροποίησε τη θέση του σε σχέση με τις υπογραφές στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου ‑ τετραδίου, αναφέροντας ότι τις αναγνώριζε ως δικές του. Κατά το πρώτο στάδιο της αντεξέτασης ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι τόσο η υπογραφή στο κάτω μέρος της πρώτης σελίδας του Τεκμηρίου ‑ τετραδίου, (αργότερα Τεκμήριο 8), ήταν δική του, όσο και οι υπογραφές που βρίσκονται στη δεύτερη σελίδα του Τεκμηρίου ‑ τετραδίου δίπλα από την αναφορά για λήψη επιταγών. Ο μάρτυρας περαιτέρω δεν έπεισε το Δικαστήριο με τις αναφορές του σε σχέση με τη συνομολόγηση ή μη της συμφωνίας. Ήταν πρόδηλη η αμηχανία του κατά τη δεύτερη παρουσία του στο Δικαστήριο και προσπαθούσε να αποφύγει σε αρκετά σημεία να απαντήσει σε ερωτήσεις της αντεξέτασης. Οι δε εξηγήσεις που έδωσε σε σχέση με τον λόγο που εκδιδόταν στο όνομά του η επιταγή, και εκδόθηκαν εν τέλει δύο επιταγές στο όνομά του, από πλευράς των Εναγομένων στα πλαίσια της εργασίας που εκτέλεσε στην οικία τους, ότι δηλαδή αυτές θα γίνονταν μετρητά για να μπορέσει να αγοράσει πρώτες ύλες, δεν έπεισε το Δικαστήριο. Πρέπει δε να τονίσω ότι οι αναφορές του ότι αυτός ήταν υπάλληλος της εταιρείας επίσης δεν έπεισαν το Δικαστήριο και ούτε φάνηκε να υπάρχει η σχέση υπαλλήλου και εργοδότη με την εταιρεία των Εναγόντων. Περαιτέρω ο μάρτυρας σε τουλάχιστον τρεις περιπτώσεις σε ερωτήσεις της αντεξέτασης σε σχέση με την επιμέλεια των εργασιών του, δήλωσε ότι δεν επιθυμούσε να απαντήσει. Γενικά η στάση του, ειδικά κατά τη δεύτερη παράστασή του στο Δικαστήριο, ήταν αμυντική και έδωσε την εντύπωση ανθρώπου που προσπαθούσε να αποκρύψει από το Δικαστήριο την αλήθεια. Κρίνω ότι δεν μπορώ να βασιστώ με κανέναν τρόπο στη μαρτυρία του ΜΕ1 προς εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων και ως εκ τούτου η μαρτυρία του απορρίπτεται. ΜΕ2 Ο ΜΕ2, XXXXX Θρασυβούλου ‑ Παντελή στην ουσία δεν είχε τίποτε να προσφέρει στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία του ήταν συνοπτική και αρκέστηκε στο να αναφέρει ότι ήταν ο ίδιος που μεσολάβησε για τη γνωριμία των Εναγομένων με τους Ενάγοντες και τον XXXXX Λάρδα. Αποτελεί θέση των Εναγόντων, την οποία θέτουν ευθέως στη γραπτή αγόρευσή τους, ότι ο ΜΕ2 δεν αντεξετάστηκε επί της αναφοράς ότι συνέστησε τους Ενάγοντες στους Εναγόμενους και ότι συνέστησε τον XXXXX Λάρδα ως τεχνίτη των Εναγόντων. Θεωρεί δε η πλευρά των Εναγόντων ότι η παράλειψη αντεξέτασης του μάρτυρα επί του ουσιώδους αυτού σημείου πρέπει να οδηγήσει δίχως άλλο στην παραδοχή της μαρτυρίας του. Διαφωνώ με αυτήν τη θέση. Η πορεία της αντεξέτασης του ΜΕ2 καταδεικνύει ότι η υπεράσπιση δεν αμφισβήτησε τις αναφορές του σε σχέση με τους ισχυρισμούς της σύστασης που έγινε από πλευράς του μάρτυρα στους Εναγόμενους, αλλά επικεντρώθηκε στη γνώση του μάρτυρα σε σχέση με τα πραγματικά επίδικα θέματα που αφορούν την, κατ' ισχυρισμό της υπεράσπισης, συνομολόγηση γραπτής συμφωνίας. Περαιτέρω παρατηρώ ότι ερωτήθηκε ο μάρτυρας στα πλαίσια της αντεξέτασης κατά πόσο είχε αναλάβει ποτέ συνεργασία αποκλειστικά με τον XXXXX Λάρδα, με τον μάρτυρα να αναφέρει ότι είχε κυρίως να κάνει με την εταιρεία. Ο μάρτυρας μάλιστα ερωτήθηκε κατά πόσο γνώριζε με ποιον είχε συνομολογηθεί η συμφωνία μεταξύ των Εναγομένων και είτε της εταιρείας των Εναγόντων, είτε του XXXXX Λάρδα, σε σχέση με την παροχή ξυλουργικών εργασιών και ο μάρτυρας δήλωσε ευθέως ότι δεν γνώριζε. Συνεπώς δεν μπορώ να αποδεχτώ την εισήγηση που γίνεται από πλευράς Εναγόντων ότι ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε επαρκώς επί του σημείου τούτου και δεν είχε τεθεί στον μάρτυρα η θέση της πλευράς της υπεράσπισης σε σχέση με τα επίδικα θέματα. ΜΕ3 Η ΜΕ3, XXXXX Κωνσταντίνου άφησε στο Δικαστήριο πολύ καλή εντύπωση. Στο μέτρο που αφορούσε τα θέματα που γνώριζε θεωρώ ότι απάντησε με ειλικρίνεια και σταθερότητα. Αυτό όμως που ενδιαφέρει στην παρούσα δεν είναι με ποιον τρόπο το δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπούσε τους Ενάγοντες αποστέλλει τις επιστολές στους προτιθέμενους Εναγόμενους. Αυτό που αφορά την παρούσα είναι κατά πόσο η ίδια μπορούσε να μαρτυρήσει θετικά σε σχέση με την ορθότητα της διεύθυνσης των Εναγομένων, στην οποία τους ταχυδρόμησε την επιστολή, Τεκμήριο
- Η θέση της μάρτυρος ότι επί τούτου δεν μπορούσε να μαρτυρήσει θετικά, αρκούμενη σε αναφορά ότι ταχυδρόμησε την επιστολή η οποία ουδέποτε επιστράφηκε, αμφότερες θέσεις οι οποίες κρίνονται ως αληθείς και ως εκ τούτου γίνονται αποδεκτές, θεωρώ ότι η μαρτυρία της δεν χρήζει οποιασδήποτε άλλης αξιολόγησης. ΜΕ4 Η μαρτυρία του ΜΕ4 ομοίως γίνεται αποδεκτή. Ο μάρτυρας δέχτηκε ευθέως ότι επιστολή μπορεί να παραληφθεί σε λανθασμένη διεύθυνση από τρίτο πρόσωπο και να μην καταλήξει ποτέ πίσω στον αποστολέα. Τα όσα ανέφερε στο Δικαστήριο σε σχέση με τις διαδικασίες που ακολουθούνται από τις Ταχυδρομικές Υπηρεσίες για την αποστολή κανονικού ταχυδρομείου, θεωρώ ότι δεν κλονίστηκαν κατά την αντεξέταση. Παραταύτα η μαρτυρία του δεν μπορεί να είναι ωφέλιμη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας επιβεβαίωσε ότι επιστολή που μπορεί να σταλεί σε λανθασμένη διεύθυνση, να μην καταλήξει ποτέ στον αποστολέα της αν το άτομο που την παραλάβει δεν ενεργήσει συγκεκριμένα για την επιστροφή της. ΜΕ5 Η ΜΕ5 δεν έπεισε με τις αναφορές της το Δικαστήριο. Ήταν όπως και ο ΜΕ1 ιδιαιτέρως επιφυλακτική ενόσω έδινε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και δεν φάνηκε ο άνθρωπος που απαντούσε είτε αυθόρμητα, είτε με ειλικρίνεια στις ερωτήσεις της αντεξέτασης. Ήταν συχνές οι προσπάθειές της να αναζητήσει διά του βλέμματος υποστήριξη από τον συνήγορο των Εναγόντων προς καθοδήγηση σε σχέση με την ορθότητα των απαντήσεών της. Η ΜΕ5 ενώ δήλωσε διευθύντρια και μέτοχος της εταιρείας δεν μπορούσε να αναφέρει τίποτα σε σχέση με τη λειτουργία της. Δεν φάνηκε κατα την πορεία της αντεξέτασης να γνωρίζει οτιδήποτε σε σχέση με τις ενέργειες που ακολουθούντο για την τήρηση λογιστικών βιβλίων , τα διάφορα κυβερνητικά τμήματα ούτε μπορούσε να μαρτυρήσει για πολλά θέματα που αφορούσαν το τεχνικό κομμάτι, για το οποίο εν πάση περιπτώσει δήλωσε άγνοια. Συνεπώς η δήλωση της ότι η ίδια ασχολείτο με τα οικονομικά και λογιστικά θέματα και ο σύζυγός της με τα κατασκευαστικά θέματα ουδόλως έπεισαν το Δικαστήριο, αφού δεν φάνηκε να γνωρίζει σχεδόν τίποτε που αφορούσε τα οικονομικά και λογιστικά θέματα της εταιρείας των Εναγόντων. Θεωρώ ότι μοναδικός στόχος της παρουσίας της στο Δικαστήριο ήταν να βοηθήσει την υπόθεση των Εναγόντων και ως εκ τούτου δεν μπορώ να βασιστώ στη μαρτυρία της για εξαγωγή οποιωνδήποτε ασφαλών συμπερασμάτων. ΜΥ1 Ο ΜΥ1, XXXXX Παναγιώτου, άφησε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο μάρτυς εξήγησε με ακρίβεια τη μέθοδο που ακολούθησε προς τεκμηρίωση του συμπεράσματός του σε σχέση με την πατρότητα των υπογραφών επί του Τεκμηρίου ‑ τετραδίου, Τεκμήριο
- Θεωρώ ότι η αντεξέταση του μάρτυρα δεν έπληξε με κανέναν απολύτως τρόπο τη μαρτυρία του. Συγκεκριμένα η βάση της θέσης των Εναγόντων ότι ο μάρτυρας εκ του πονηρού θεωρεί ότι η υπογραφή επί του Εγγράφου A τέθηκε σκόπιμα αλλοιωμένα στηριζόμενη σε αναφορά του ιδίου στην έκθεση εμπειρογνώμονά του, την οποία επανέλαβε και στο Δικαστήριο, αποτελεί στην ουσία παραπλανητική προσπάθεια των Εναγόντων να καταδείξουν λανθασμένο εύρημα από τον ΜΥ1, οι οποίοι αγνόησαν τις υπόλοιπες αναφορές του ΜΥ1, ο οποίος κατέληξε ότι υπάρχουν σοβαρές ομοιότητες στη μορφή και τον τρόπο σχηματισμού των υπογραφών, καθώς και ομοιότητες στη δομή και τεχνική του σχηματισμού των υπογραφών, συγκρίνοντας τις υπογραφές του τετραδίου με την υπογραφή του Εγγράφου A (Γραπτή Κατάθεση του Ενάγοντα) και άλλων εγγράφων τα οποία υπόγραψε ο XXXXX Λάρδας και βρίσκονταν στο φάκελο του Δικαστηρίου που αφορούσαν είτε αποκαλύψεις εγγράφων είτε άλλες ένορκες δηλώσεις. Ο μάρτυς ήταν ξεκάθαρος ότι η υπογραφή δείγμα, αναφερόμενος στην υπογραφή του Εγγράφου A, γραπτή κατάθεση του XXXXX Λάρδα, χαρακτηρίζεται από επιβράδυνση του γραφικού χαρακτήρα του. Δεν ανέφερε σε καμία περίπτωση στο Δικαστήριο ότι η εν λόγω υπογραφή του Εγγράφου A παρουσιάζει οποιεσδήποτε διαφορές με την υπογραφή επί του Τεκμηρίου ‑ τετραδίου είτε στο κάτω μέρος της πρώτης σελίδας είτε τις υπογραφές που εν τέλει ο XXXXX Λάρδας αποδέχθηκε ότι είναι δικές του. Ο μάρτυρας κατέληξε ότι οι υπογραφές τόσο στην πρώτη σελίδα στο τετράδιο, όσο και της δεύτερης, που σχετίζονται με την παραλαβή των επιταγών, ανήκουν στο ίδιο πρόσωπο, θέση την οποία φαίνεται ότι παραγνωρίζει η πλευρά των Εναγόντων και η οποία με δεδομένο ότι ο μάρτυς δεν γνώριζε κατά την ετοιμασία της έκθεσής του, που προηγήθηκε της αντεξέτασης του ΜΕ1 στα πλαίσια της δεύτερης παράστασής του στο Δικαστήριο, ότι εν τέλει θα διαφοροποιούσε τη θέση του σε σχέση με τις υπογραφές της δεύτερης σελίδας, ενισχύει την ορθότητα των συμπερασμάτων του. Ο μάρτυρας ήταν ξεκάθαρος ότι συνέκρινε τις τρεις αμφισβητούμενες υπογραφές με τις υπογραφές, τα δείγματα των οποίων παρέλαβε από το Δικαστήριο, ενώ περαιτέρω ανέφερε ότι τις σύγκρινε μεταξύ τους καταλήγοντας στο συμπέρασμα ότι οι τρεις αμφισβητούμενες υπογραφές επί του Τεκμηρίου-τετραδίου ανήκουν στο ίδιο άτομο. Η πλευρά των Εναγόντων στηριζόμενη επί τούτου του σημείου, της εξαγωγής συμπεράσματος σε σχέση με το σκόπιμο ή όχι της αλλοίωσης του γραφικού χαρακτήρα της υπογραφής του ΜΕ1, όπως αυτό αναφέρεται στη σελίδα 19 κάτω από τον τίτλο ''Τελικό συμπέρασμα'' της έκθεσης του μάρτυρα, Τεκμήριο 5, θεωρώ ότι δεν έχει πλήξει την αξιοπιστία του ΜΥ1, ο οποίος σε κάθε περίπτωση συνέκρινε με τη συγκριτική μέθοδο όλες τις υπογραφές και κατέληξε ότι παρουσιάζουν τέτοιες ουσιώδεις ομοιότητες μεταξύ τους που να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι πρόκειται για υπογραφές του ιδίου ατόμου. Μάλιστα ο μάρτυρας, σε αντίθεση με τα όσα ισχυρίζεται η πλευρά των Εναγόντων περί σκόπιμης παράθεσης μαρτυρίας προς υποβοήθεια της υπόθεσης των Εναγομένων, ενώ δήλωσε σίγουρος σε σχέση με ευρήματά του, εξήγησε στο Δικαστήριο ότι υποβίβασε το αποτέλεσμα της εκτίμησής του σε σχέση με την πατρότητα των υπογραφών από θετικό, το οποίο ο ίδιος υποστήριζε ότι ήταν, στην αμέσως πιο κάτω βαθμίδα της ισχυρής υποψίας, θέτοντας ότι σεβούμενος τους κανόνες γραφολογίας όφειλε να το υποβιβάσει λόγω της ποσοτικής ανεπάρκειας. Θεωρώ ότι γενικά η μαρτυρία του ΜΥ1 διαφώτισε πλήρως το Δικαστήριο σε σχέση με τις αμφισβητούμενες υπογραφές επί του Τεκμηρίου ‑ τετραδίου. Θεωρώ ότι τόσο η μαρτυρία του ΜΥ1 σε σχέση με τον τρόπο που αξιολόγησε τις αμφισβητούμενες υπογραφές με τα δείγματα τα οποία είχε στη διάθεσή του, όσο και τα ευρήματα στα οποία κατέληξε, είναι προϊόν ορθής εκτίμησης εμπειρογνώμονα ότι ακολούθησε πιστά τα όσα έπρεπε και εφάρμοσε όλες τις παραμέτρους που διέπουν την ειδικότητα του και που χρειαζόταν για να καταλήξει σε σχέση με τις υπογραφές που αμφισβητούνται. ΜΥ2 Η ΜΥ2 ομοίως άφησε στο Δικαστήριο θετική εντύπωση. Η θέση της ότι ο Γιώργος Λάρδας υπόγραψε ενώπιόν της το κείμενο που αναφέρεται στο Τεκμήριο ‑ τετράδιο ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση. Αν και η μάρτυς είχε έναν δικό της τρόπο να εκφράζεται, ο οποίος χαρακτηρίζεται από κάποια ιδιαιτερότητα, θεωρώ ότι καμία ζημιά δεν προκλήθηκε στη μαρτυρία της από την αντεξέταση. Η μάρτυς ήταν σταθερή, κατέδειξε επάρκεια μνήμης σε σχέση με τα υπό αναφορά ζητήματα και φάνηκε ότι ήταν πολύ καλός γνώστης των γεγονότων που προηγήθηκαν και ακολούθησαν της συνομολόγησης της, μεταξύ της ίδιας και του συζύγου της με τον XXXXX Λάρδα, συμφωνίας, αλλά και γενικά με την πορεία των εργασιών που εκτελέστηκαν από τον XXXXX Λάρδα στην οικία τους. Η μαρτυρία της κρίνεται ως πλήρως αξιόπιστη και όσα ανέφερε καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου. ΜΥ3 Ο ΜΥ3 έδωσε τυπική στην ουσία μαρτυρία, η οποία θεωρώ ότι δεν χρήζει οποιασδήποτε αξιολόγησης αφού σε ό, τι αφορά τους Ενάγοντες δεν υπήρχε ουσιώδης ή έστω οποιαδήποτε αμφισβήτηση σε σχέση με το κατά πόσο αυτοί είναι εγγεγραμμένα άτομα στο μητρώο εργοδοτών της Υπηρεσίας Κοινωνικών Ασφαλίσεων. Ευρήματα Σύμφωνα με την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία καταλήγω στα πιο κάτω ευρήματα : Οι Εναγόμενοι 1 και 2 σύναψαν γραπτή συμφωνία για την παροχή ξυλουργικών εργασιών με τον ΜΥ1, XXXXX Λάρδα, στις 11/02/2009, δυνάμει της οποίας ο XXXXX Λάρδας συμφώνησε να παρέχει σε αυτούς εργασίες συγκεκριμένης φύσης και εντός της ειδικότητάς του ως ξυλουργός για το ποσό των €8.
- Συνπεώς με βάση την ενώπιον του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία οι Εναγόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει με τους Ενάγοντες, για την προσφορά οποιωνδήποτε υπηρεσιών. Οι Ενάγοντες προσπάθησαν να εισηγηθούν ότι ο XXXXX Λάρδας εκπροσωπούσε την εταιρεία των Εναγόντων. Αυτό όμως αφενός δεν αντικατοπτρίζεται στην δικογραφία και σε κάθε περίπτωση εαν ήθελε η εταιρεία των Εναγόντων να συμβληθεί με τους Εναγόμενους και ο XXXXX Λάρδας να προσυπογράψει αυτήν τη συμφωνία, ακόμα και με προφορική εξουσιοδότηση από την εταιρεία των Εναγόντων και εκ μέρους των, όφειλε στο κείμενο που καταγράφηκε για να αντικατοπτρίζει τη μεταξύ των μερών σύμβαση, να αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι έχουν συμβληθεί με τους Ενάγοντες και όχι με τον ίδιο προσωπικά. Μάλιστα οι ενέργειες των Εναγομένων που ακολούθησαν της υπογραφής της συμφωνίας, να εκδώσουν προσωπικές επιταγές στο όνομα του XXXXX Λάρδα, ΜΕ1, οι οποίες ουδέποτε τέθηκε από τον ίδιο ότι κακώς εκδόθηκαν στο όνομά του, (υποστήριξαν μάλιστα τόσο ο ΜΕ1 όσο και η ΜΕ5 ότι οι επιταγές εκδόθηκαν στο όνομά του με σκοπό την αγορά ξυλείας και άλλων πρώτων υλών), δείχνει ότι οι Εναγόμενοι από την αρχή θεώρησαν ότι η σύμβαση έγινε με τον XXXXX Λάρδα και σε καμία περίπτωση δεν έχει εξακριβωθεί στα πλαίσια της μαρτυρίας ότι υπήρξε οποιαδήποτε συμφωνία με τους Ενάγοντες. Περαιτέρω η όλη επιχειρηματολογία ότι οι Εναγόμενοι επινόησαν την ιστορία της Γραπτής Συμφωνίας η οποία στηρίχτηκε στον ισχυρισμό ότι ενώ παρέλαβαν την επιστολή (Τεκμήριο 2) δεν αντέδρασαν έχει υποστεί σοβαρή βλάβη από την προσκόμιση του λογαριασμού ηλεκτρικού ρεύματος (Τεκμήριο11) στον οποίο φαίνεται ότι η Διευθυνση των Εναγομένων είναι όντων XXXXX 64 αλλά στην περιοχή του Στροβόλου και όχι στην Λακατάμια όπως αναγράφεται στο Τεκμήριο
- Οι Ενάγοντες εδράζουν τον όλο ισχυρισμό επί του τιμολογίου, Τεκμηρίου 1, το οποίο ως πολύ καλά είναι γνωστό δεν έχει καμίαν αποδεικτική αξία ως έγγραφο. Στο εγχώριο νομικό σύστημα, στις περιπτώσεις όπου μία σύμβαση προνοεί για την πληρωμή ενός ποσού ως αντιπαροχή για την παράδοση αγαθών ή την εκτέλεση υπηρεσιών από πλευράς ενός εκ των συμβαλλομένων μερών, ή γενικότερα, για την εκτέλεση κάποιας συγκεκριμένης υποχρέωσης, τότε, το μέρος αυτό, με την εκπλήρωση της υποχρέωσης του, έχει δικαίωμα να πληρωθεί το ποσό που έχει κερδίσει. Η αποκατάσταση του σε περίπτωση αθέτησης, δεν είναι αγωγή για αποζημιώσεις βάσει παράβασης σύμβασης, αλλά αγωγή για την ανάκτηση του ποσού της σύμβασης, ως χρέους (Cutter- v -Powell [1795] EWHC KB J13 και Chr. Petrides Tradelinks Ltd -v- Παντελής Κυριάκου & Υιοί Λτδ
(1996)1 ΑΑΔ 441.) και αυτό, επειδή, η αξίωση του ενάγοντος, αφορά την ειδική εκτέλεση της κύριας υποχρέωσης του εναγομένου να εκτελέσει τα όσα έχει υποσχεθεί (βλ. Εταιρεία Πεππης Λτδ -ν- Andreas Demetriades Consulting Services Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 100, J. Aristodemou Ideal Houses Ltd -ν -Γιάγκου Γλυκή
(2005)1 Α.Α.Δ. 266). Χρέος, συνεπώς, θεωρείται ότι υπάρχει, όπου ο ενάγοντας έχει εκπληρώσει όλες τις πράξεις τις οποίες, βάσει των όρων της σύμβασης, του δίδουν το δικαίωμα να πληρωθεί. Προς υποστήριξη αγωγής που καταχωρείται στο Δικαστήριο για την ανάκτηση ποσού οφειλόμενου από σύμβαση, είναι συχνό φαινόμενο να παρουσιάζονται στο Δικαστήριο και τιμολόγια. Ένα τιμολόγιο όμως, δεν είναι δελτίο πώλησης, ούτε και από μόνο του αποτελεί αποδεικτικό πώλησης. Πρόκειται για μία δήλωση της φύσης, της ποσότητας και του κόστους ή της τιμής των τιμολογούμενων πράξεων, που «συναρτάται με τη γνώση του γράφοντος γι' αυτά που κατέγραψε». Αποτελούν, ως ελέχθη από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ -v -Πολυβίου
(2009)1 Α.Α.Δ. 339, «τον έγγραφο λογαριασμό μεταξύ των διαδίκων, σε σχέση με προϊόντα παραδοθέντα στον αγοραστή, με αναφορά στην τιμή ή τη χρέωση»(βλ. και Haleko Hanseatisches Lebemsmittelkontor GMBH & Co OHG - v -L.S.E. Life Style Enterprises Ltd
(2011)1Β Α.Α.Δ. 1055). Ως εκ τούτου, αποτελεί στοιχείο μαρτυρίας, που συνδέεται με την μαρτυρία δια της οποίας παρουσιάζεται στο Δικαστήριο, που εκτιμάται από το Δικαστήριο με το σύνολο του μαρτυρικού υλικού που τίθεται ενώπιον του και δεν μπορεί, χωρίς άλλο, να εξισώνεται με την συμφωνία «από την οποία απορρέει η υποχρέωση για την οφειλή» (βλ. Θεόδωρος Θεοδώρου -ν- Χριστάκη Χ. Αντωνίου Ξυλουργικές Εργασίες Λτδ
(2003)1 Α.Α.Δ. 1492,Εμπορικά Ψυγεία Βόρειος Πόλος Λτδ -ν- Φάρμας Ρ. Χ" Ιωάννου
(2012)1 Α.Α.Δ. 1358,Κώστας Στρατής -ν- Παντελής-Εταιρείας Μωσαϊκών Λτδ
(1999)1 Α.Α.Δ. 1708, Παναγιώτης Μαστρής Λτδ -ν- Ευθύμιου Σωκράτους
(2000)1 Α.Α.Δ. 128, Δομνίκη Χριστοδουλίδου -ν- Mocassino Shoes Ltd
(2006)1 Α.Α.Δ. 294, Palatino Developments Limited -ν- Telectronics Communication Limited
(2002)1 Α.Α.Δ. 962 και Demil Imports Exports -ν- Ζήνων Η. Κωνσταντινίδης Λτδ
(2011)1Α Α.Α.Δ 462) Κατάληξη Συνεπώς με βάση την αξιολόγηση της μαρτυρίας και τα ευρήματα του Δικαστηρίου καταλήγω ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν αποδείξει ότι έχουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των Εναγομένων και ως εκ τούτου η αγωγή οδηγείται σε απόρριψη. Τα έξοδα, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα. Θα είναι δε εισπρακτέα στο τέλος της διαδικασίας στην πιο πάνω αγωγή. (Υπ)................................................. Ε. Ευθυμίου‑Ανδρέου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Επανέκδοση από το Current Legal Problems, vol 38, 1985 p 1-27. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο