← Κύπρος

Παντελίδη ν. Χαρμανή, Αρ. Αγωγής: 4764/2011, 4/9/2019

Παντελίδη ν. Χαρμανή, Αρ. Αγωγής: 4764/2011, 4/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A395 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Χρ. Φούλια, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4764/2011 Μεταξύ: XXXXX Παντελίδη, από τη Λευκωσία Ενάγοντα και XXXXX Χαρμανή, από τη Λευκωσία Εναγόμενη Ημερομηνία: 4.9.2019 Για τον ενάγοντα: κ. Χρίστος Χριστούδιας για κ.κ. Νίκος Λοΐζου & Χρίστος Χριστούδιας Για την εναγόμενη: κ. Ανδρέας Χατζησέργης για κ.κ. Ανδρέας Χατζησέργης Δ.Ε.Π.Ε. ΑΠΟΦΑΣΗ ΕΙΣΑΓΩΓΗ Οι διάδικοι είναι αδέλφια. Ο ενάγων ισχυρίζεται ότι δάνεισε στην εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.13.200 ή το ισάξιό του σε Ευρώ, το οποίο, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς αυτή, η εναγόμενη αρνήθηκε να του το εξοφλήσει. Η εναγόμενη παραδέχεται ότι έλαβε το εν λόγω ποσό από τον ενάγοντα, ισχυρίζεται όμως, ότι αυτό αποτελούσε το ενοίκιο για μία κατοικία της οποίας δικαιούχος ήταν η κόρη της, την οποία ο ενάγων ενοικίαζε για τη διαμονή του και δεν αφορούσε δάνειο όπως εκείνος ισχυρίζεται. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΕΣ ΘΕΣΕΙΣ Ο ενάγων με την έκθεση απαίτησής του ισχυρίζεται ότι κατά ή περί τον Ιούνιο του 1996 η εναγόμενη αδελφή του τού ζήτησε να της παραχωρήσει δάνειο για να καλύψει οικονομικές της υποχρεώσεις. Ισχυρίζεται ότι συμφώνησε να της καταβάλλει το ποσό των Λ.Κ.110,00 μηνιαίως και ειδικότερα ότι της κατέβαλε διά 120 μηνιαίων δόσεων το συνολικό ποσό των Λ.Κ.13.

  1. Ο ενάγων ισχυρίζεται επίσης ότι από το έτος 2006 ζήτησε επανειλημμένως την εξόφληση του ως άνω ποσού αλλά η εναγόμενη αρνήθηκε να το πράξει με αποτέλεσμα να καταχωρήσει εναντίον της την επίδικη αγωγή με την οποία αξιώνει το ποσό των Λ.Κ.13.200 ή €22.572,00 οφειλόμενο ως δάνειο ή/και δυνάμει αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή άλλως πως, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα. Η εναγόμενη με την υπεράσπισή της αρνείται ότι ο ενάγων της δάνεισε το επίδικο ποσό. Ισχυρίζεται ότι ο ενάγων καταχώρησε την επίδικη αγωγή εκδικητικά λόγω του ότι η αγωγή με αριθμό 7029/2006 Ε.Δ. Λευκωσίας που είχε εγείρει για το ίδιο θέμα εναντίον της θυγατέρας της εναγομένης, XXXXX Χαρμανή, απορρίφθηκε. Ισχυρίζεται επίσης ότι στις 7.5.1996 υπογράφηκε σύμβαση μεταξύ του Γεώργιου Παντελή ως δικαιοπάροχου και του ενάγοντα XXXXX Γεωργίου Παντελίδη δυνάμει της οποίας ο XXXXX Παντελή παραχωρούσε στον ενάγοντα τη χρήση μιας κατοικίας στο Συνοικισμό Αυτοστεγάσεως Τσερίου. Η εν λόγω κατοικία είχε παραχωρηθεί στον XXXXX Παντελή, πατέρα των διαδίκων, δυνάμει Σύμβασης Μισθώσεως με την Κυπριακή Δημοκρατία ημερομηνίας 1.6.
  2. Η εναγόμενη ισχυρίζεται περαιτέρω ότι ήταν όρος της ως άνω συμφωνίας ημερομηνίας 7.5.1996 ότι η παραχώρηση της χρήσης της ως άνω κατοικίας προς τον ενάγοντα θα διαρκούσε μέχρι την 1.5.2006, ημερομηνία κατά την οποία ο ενάγων θα ήταν υποχρεωμένος να παραδώσει ελεύθερη την κατοχή της στον δικαιοπάροχο πατέρα του και σε περίπτωση που ο τελευταίος δεν βρισκόταν εν ζωή, να παρέδιδε τη χρήση της στη XXXXX Χαρμανή, εγγονή του XXXXX Παντελή. Ισχυρίζεται, ακόμα, ότι ο ενάγων δεν παρέδωσε την κατοχή της ως άνω οικίας στη XXXXX Χαρμανή και ότι κατόπιν προφορικής συμφωνίας μεταξύ του ενάγοντα και της εναγομένης, που είναι η μητέρα της εν λόγω XXXXX Χαρμανή, ο ενάγων συνέχισε να κατέχει την οικία καταβάλλοντας το ποσό των Λ.Κ.110,00 μηνιαίως ως ενοίκιο από 1.7.1996 μέχρι παράδοσης της κατοχής. Στις 12.2.1998 ο XXXXX Παντελή μεταβίβασε και ενέγραψε δυνάμει δωρεάς στην εγγονή του και θυγατέρα της εναγομένης XXXXX Χαρμανή την ως άνω οικία στην οποία συνέχισε να διαμένει ο ενάγων. Η XXXXX Χαρμανή στη συνέχεια πώλησε την εν λόγω κατοικία σε κάποιον ονόματι XXXXX Κύρου δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερομηνίας 1.6.
  3. Όταν ο ενάγων πληροφορήθηκε ότι η εν λόγω κατοικία πωλήθηκε στον XXXXX Κύρου έπαψε να πληρώνει το ενοίκιο των Λ.Κ.110,00 και το εν λόγω πρόσωπο καταχώρησε εναντίον του ενάγοντα την αγωγή με αρ. 8930/2007 Ε.Δ. Λευκωσίας στην οποία εκδόθηκε απόφαση εναντίον του ενάγοντα, ο οποίος, τελικά, παρέδωσε την κατοχή της εν λόγω κατοικίας στον νέο ιδιοκτήτη της. Ο ενάγων καταχώρησε απάντηση στην υπεράσπιση της εναγόμενης στην οποία ισχυρίζεται ότι η σύμβαση ημερομηνίας 7.5.1996 δεν υπογράφηκε από τον πατέρα του XXXXX Παντελή και είναι πλαστογραφημένη. Άνευ βλάβης του ως άνω ισχυρισμού του, ισχυρίζεται, επίσης, ότι σε περίπτωση που αποδειχθεί ότι η σύμβαση ημερομηνίας 7.5.1996 είναι έγκυρη, του έδιδε το δικαίωμα να διαμένει και να χρησιμοποιεί την επίδικη κατοικία δωρεάν μέχρι την 1.6.
  4. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Κατά την ακρόαση της αγωγής κατέθεσαν συνολικά 7 μάρτυρες. Ο ενάγων κάλεσε 4 μάρτυρες για την υπόθεσή του και η εναγόμενη
  5. Όλη η μαρτυρία τους βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά της υπόθεσης και δεν κρίνεται σκόπιμο να επαναληφθεί αφού είναι νομολογημένο ότι δεν είναι αναγκαία η εκτενής και λεπτομερής παράθεση της μαρτυρίας κάθε μάρτυρα και ότι αρκεί η παράθεση των ουσιωδών σημείων της (Καννάουρου κ.ά ν. Σταδιώτη κ.ά.

(1990)1 Α.Α.Δ. 35). Ως Μ.Ε.1 κατέθεσε ο ενάγων, κ. Παντελίδης, ο οποίος ετοίμασε γραπτή δήλωση η οποία αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασής του. Στη γραπτή του δήλωση περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: είναι ηλικίας 72 ετών και απόφοιτος σχολής μέσης εκπαίδευσης. Το 1960 κατατάχθηκε στην Αστυνομική Δύναμη Κύπρου στην οποία υπηρέτησε για 2 χρόνια και στη συνέχεια μετέβη στο Λονδίνο όπου εργάστηκε σε διάφορες επιχειρήσεις σε διευθυντικές θέσεις μέχρι το έτος 1995 όταν επαναπατρίστηκε. Από το έτος 1997 είναι συνταξιούχος. Ο πατέρας του από το έτος 1989 ήταν τυφλός και απεβίωσε στις 18.11.
  1. Το έτος 1995 που επαναπατρίστηκε ήταν διαζευγμένος και σε δεινή οικονομική κατάσταση. Λόγω της δεινής οικονομικής του κατάστασης οι γονείς του τον κάλεσαν να μένει μαζί τους στην κατοικία τους που βρισκόταν στον Συνοικισμό Αυτοστέγασης Τσερίου και τον διαβεβαίωσαν ότι, μετά τον θάνατό τους, η εν λόγω κατοικία θα του παραχωρείτο για τη διαμονή του. Προς τούτο του παρουσιάστηκε κάποια συμφωνία στην οποία φαινόταν ότι υπέγραψε ο πατέρας του και 2 μάρτυρες την οποία ισχυρίστηκε ότι υπέγραψε και ο ίδιος. Ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία ημερομηνίας 7.5.1996, δυνάμει της οποίας του παραχωρήθηκε η χρήση της εν λόγω κατοικίας μέχρι την 1.6.2006, προνοούσε ότι κατά την εν λόγω ημερομηνία η κατοικία θα παραδιδόταν στον πατέρα του και σε περίπτωση που εκείνος δεν βρισκόταν εν ζωή, θα παραδιδόταν στην εγγονή του και θυγατέρα της εναγόμενης αδελφής του, XXXXX Χαρμανή. Ισχυρίστηκε ότι η εν λόγω συμφωνία, αντίγραφο της οποίας κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1, συντάχθηκε από δικηγόρο χωρίς τη δική του συνδρομή και ότι ο ίδιος την υπέγραψε ενώπιον δικηγόρου. Ισχυρίστηκε ότι αργότερα διαπίστωσε ότι η υπογραφή που δήθεν φαίνεται να ανήκει στο πατέρα του ήταν πλαστογραφημένη και γράφτηκε από την εναγόμενη αφού ο πατέρας του υπέγραφε πάντοτε με την τοποθέτηση στα σχετικά έγγραφα του αποτυπώματος του αντίχειρά του με μελάνι. Προς επίρρωση του ισχυρισμού του περί πλαστογράφησης της υπογραφής του πατέρα του, ο ενάγων καταχώρησε, ως Τεκμήριο 2, αντίγραφο Συμφωνίας Μισθώσεως ημερομηνίας 1.6.1992 και ισχυρίστηκε ότι σε αυτή φαίνεται ότι ο πατέρας του έθεσε το αποτύπωμα του αντίχειρά του αντί να υπογράψει. Ο ενάγων ισχυρίστηκε επίσης ότι το έγγραφο ημερομηνίας 7.5.1996 είναι πλαστό και δεν παρέχει δικαιώματα κυριότητας στην εναγόμενη αλλά μόνο δικαίωμα χρήσης της ιδιοκτησίας που αυτό αφορά. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι η κόρη της εναγόμενης την 1.6.2006, χωρίς να έχει οποιοδήποτε σχετικό δικαίωμα, πώλησε το εν λόγω ακίνητο σε κάποιον κ. Κύρου και κατέθεσε, ως Τεκμήριο 3, αντίγραφο του εν λόγω πωλητηρίου εγγράφου. Ισχυρίστηκε επίσης ότι το ως άνω ακίνητο είχε προηγουμένως μεταβιβαστεί στην κόρη της εναγόμενης δυνάμει δωρεάς και ότι η εν λόγω μεταβίβαση έγινε από τον ίδιο στις 2.2.1998 δυνάμει πληρεξουσίου εγγράφου του πατέρα του. Ο ενάγων ισχυρίστηκε περαιτέρω ότι μόλις εγκαταστάθηκε στην κατοικία που του κατέλειπε ο πατέρας του τον προσέγγισε η εναγόμενη αδελφή του η οποία του ανέφερε ότι λόγω οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε τον παρακάλεσε να της καταβάλλει μηνιαίως ένα ποσό για να εξοφλήσει τις υποχρεώσεις της. Λόγω του ότι την λυπήθηκε της κατέβαλλε ανελλιπώς κάθε μήνα το ποσό των Λ.Κ.110,00 για την περίοδο από 1.6.1996 έως τον Ιούνιο του 2006 το οποίο συνολικά ανήλθε σε Λ.Κ.13.200 ή €22.
  2. Ο ενάγων κατέθεσε, ως Τεκμήριο 6, αντίγραφο του τραπεζικού του λογαριασμού στον οποίο φαίνονται χρεώσεις ποσού Λ.Κ.3.850 ή €6.637,93 και ως Τεκμήριο 7 αντίγραφα επιταγών για το συνολικό ποσό των Λ.Κ.770,00 ή €1.327,
  3. Το υπόλοιπο του ποσού ισχυρίστηκε ότι δόθηκε στην εναγόμενη με επιταγές και μετρητά. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η εναγόμενη ουδέποτε του έδωσε αποδείξεις για είσπραξη ενοικίων επειδή το επίδικο ποσό της δόθηκε ως δάνειο. Ο ενάγων ισχυρίστηκε επίσης ότι, ανεξαρτήτως της γνησιότητας ή όχι της ως άνω σύμβασης ημερομηνίας 7.5.1996, δικαιούταν να παραμένει στην εν λόγω κατοικία χωρίς οποιαδήποτε υποχρέωση πληρωμής ενοικίων. Κατά την αντεξέτασή του ο ενάγων ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία δανείου με την αδελφή του έγινε στις 5.7.1996 μόλις εισήλθε στην οικία που του παραχώρησε ο πατέρας του. Η εναγόμενη του ανέφερε ότι χρωστούσε λεφτά σε κάποιον και του ζήτησε να της δίδει Λ.Κ.110,00 κάθε μήνα μέχρι τον Ιούνιο του 2006 που θα εξοφλούσε το ποσό το οποίο εκείνη χρωστούσε. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν είχε οποιοδήποτε όφελος από το δάνειο που παραχώρησε προς την εναγόμενη και ότι το έκανε αυτό επειδή ήταν η αδελφή του και ήθελε να την βοηθήσει. Ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη του υποσχέθηκε επίσης πως θα του επέστρεφε όσα λεφτά θα της έδινε ως δάνειο όταν θα τελείωναν οι δόσεις της και ότι ο ίδιος αγνοούσε πόσα χρωστούσε η εναγόμενη και πόσο θα διαρκούσε αυτή η δανειοδότηση. Ο ενάγων ισχυρίστηκε επίσης ότι δεν κρατούσε λογαριασμό για τα χρήματα τα οποία έδωσε στην εναγόμενη ούτε της ζητούσε να του δίνει απόδειξη κάθε φορά επειδή ήταν αδελφή του και την εμπιστεύτηκε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι τον Ιούνιο του 2006 σταμάτησε να δανείζει το ποσό των Λ.Κ.110,00 μηνιαίως στην εναγόμενη επειδή το σπίτι στο οποίο διέμενε πωλήθηκε. Ισχυρίστηκε ότι ο αγοραστής της κατοικίας, τον οποίο ο ίδιος χαρακτήρισε ως «παράνομο αγοραστή», του ζήτησε να του πληρώνει ως ενοίκιο το ποσό των Λ.Κ.110,00 τον μήνα αντί να τα δίδει στην αδελφή του. Ο ενάγων ισχυρίστηκε επίσης ότι το σπίτι το οποίο ανήκε στον πατέρα του το μεταβίβασε ο ίδιος στην θυγατέρα της εναγόμενης αδελφής του XXXXX Χαρμανή τον Φεβρουάριο του 1998 και ότι έπραξε τούτο στηριζόμενος στις οδηγίες του πατέρα του που περιέχονταν στην «πλαστή», όπως την χαρακτήρισε, σύμβαση ημερομηνίας 7.5.
  4. Όταν του υποδείχθηκε η Σύμβαση ημερομηνίας 7.5.1996, Τεκμήριο 18, ο ενάγων αναγνώρισε σε αυτή την υπογραφή του και ισχυρίστηκε ότι το εν λόγω έγγραφο το είδε για πρώτη φορά το έτος
  5. Αναγνώρισε ότι η υπογραφή του βρίσκεται στο σημείο όπου αναγράφεται η λέξη «ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ» και ισχυρίστηκε ότι την υπέγραψε ενώπιον κάποιου δικηγόρου στη Λευκωσία αφού προηγουμένως την είχε διαβάσει. Μετά την ολοκλήρωση της μαρτυρίας του ενάγοντα, ο ενάγων κάλεσε ως Μ.Ε.2 την κα XXXXX Χαρμανή, θυγατέρα της εναγόμενης. Η εν λόγω μάρτυρας ισχυρίστηκε κατά την κυρίως εξέτασή της ότι το επίδικο ποσό των Λ.Κ.13.200 δόθηκε από τον ενάγοντα προς την εναγόμενη ως ενοίκιο και αφορούσε την περίοδο από 7.5.1996 μέχρι την 1.5.
  6. Το ενοίκιο αφορούσε το σπίτι το οποίο μεταβιβάστηκε στην ίδια το 1998 το οποίο ενοικίαζε ο ενάγων για την ως άνω περίοδο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι όταν το έτος 2006 θα πωλούσε το εν λόγω σπίτι μετέβη στο Τμήμα Φορολογίας και κατόπιν δήλωσής της ότι είχε εισοδήματα από την ενοικίασή του πλήρωσε τον Φόρο που αναλογούσε για την περίοδο που αυτό ήταν ιδιοκτησία της και εισέπραττε ενοίκια. Αναγνώρισε ότι το Τεκμήριο 8 είναι η σχετική επιστολή την οποία συνέταξε για τον σκοπό φορολόγησής της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ενάγων δεν επιθυμούσε να υπογράψει ενοικιαστήριο έγγραφο ούτε ήθελε η εναγόμενη να του δίδει αποδείξεις για τα ενοίκια που εισέπραττε. Κατά την αντεξέτασή της η Μ.Ε.2 κατέθεσε ως Τεκμήριο 23 το πρωτότυπο της Δήλωσης που υπέβαλε στο Τμήμα Εσωτερικών Προσόδων ημερομηνίας 20.6.2006, αντίγραφο της οποίας είχε κατατεθεί ως Τεκμήριο 8 και το πρωτότυπο της Απόδειξης Είσπραξης Φόρων ημερομηνίας 20.6.2006, αντίγραφο της οποίας είχε κατατεθεί ως Τεκμήριο
  7. Ισχυρίστηκε ότι όταν θα μεταβίβαζε την κατοικία στον αγοραστή μετέβη στο Τμήμα Φορολογίας, τους ανέφερε ότι είχε εισοδήματα από ενοίκια, κατέβαλε τον Φόρο που της αναλογούσε και έλαβε την απόδειξη Τεκμήριο
  8. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ουδέποτε η μητέρα της ζήτησε δάνειο από τον ενάγοντα και ότι η συμφωνία που έγινε για την ενοικίαση της κατοικίας στην οποία θα διέμενε ο ενάγων ήταν προφορική. Ισχυρίστηκε ότι από την έναρξη της ενοικίασης ο ενάγων πλήρωνε κάθε μήνα το ποσό των Λ.Κ.110,00 στην εναγόμενη ως ενοίκιο. Συμφώνησε με υποβολή του δικηγόρου της εναγόμενης ότι οι χειρόγραφες σημειώσεις οι οποίες κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 25 στη διαδικασία αποτελούν τις μηνιαίες καταγραφές της εναγόμενης για το ενοίκιο το οποίο εκείνη λάμβανε για λογαριασμό της Μ.Ε.2 από τον ενάγοντα. Συμφώνησε επίσης με άλλη υποβολή του δικηγόρου της εναγόμενης ότι το ποσό των Λ.Κ.110,00 διδόταν πάντοτε ως ενοίκιο από τον ενάγοντα ο οποίος κατείχε και χρησιμοποιούσε το σπίτι. Επόμενος μάρτυρας για την πλευρά του ενάγοντα κλήθηκε ο κ. XXXXX Παναγιώτου (Μ.Ε.3). Ισχυρίστηκε ότι είναι εμπειρογνώμονας για την εξέταση και αναγνώριση εγγράφων, χειρογράφων - δακτυλογραφημένων κειμένων, πλαστών εντύπων και πλαστών Χαρτονομισμάτων. Ειδικεύτηκε στα Εργαστήρια της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών της Αστυνομίας Κύπρου από το 1974 έως το 1987 και μετεκπαιδεύτηκε στα Επιστημονικά Εργαστήρια της Ελληνικής Αστυνομίας, του Ισραήλ, της Αστυνομίας της Ζυρίχης και της Νέας Υόρκης. Διετέλεσε επίσης Υπεύθυνος του Εργαστηρίου γραφολογίας της Αστυνομίας Κύπρου από το 1998 μέχρι το 2003 και Διευθυντής της Υπηρεσίας Εγκληματολογικών Ερευνών μέχρι το 2004, όταν μετατέθηκε στο Τμήμα Μελετών και Ανάπτυξης ως Αστυνομικός Διευθυντής και αφυπηρέτησε με τον βαθμό του Ανώτερου Αστυνόμου την 1.9.
  9. Ετοίμασε έκθεση, την οποία κατέθεσε ως Τεκμήριο 27 στη διαδικασία, το περιεχόμενο της οποίας υιοθέτησε. Ισχυρίστηκε ότι διενήργησε γραφολογική εξέταση αναφορικά με τη γνησιότητα της υπογραφής που εμφανίζεται στη θέση «ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΣ» στη Σύμβαση ημερομηνίας 7.5.
  10. Προς τον σκοπό αυτό του παραδόθηκε φωτοτυπία της εν λόγω Σύμβασης ημερομηνίας 7.5.1996 από τον ενάγοντα. Από τον έλεγχο και την επιθεώρηση του εγγράφου, κατά τη γνώμη του, προκύπτει ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή είναι αδικαιολόγητη, εκτός εάν πραγματικά υπήρχε δακτυλικό αποτύπωμα προσώπου, που για οποιοδήποτε λόγο δεν θα μπορούσε να θέσει την υπογραφή του και εξ ανάγκης η υπογραφή αυτή έπρεπε να χαραχτεί από άλλο πρόσωπο. Σύμφωνα με το συμπέρασμά του η αμφισβητούμενη υπογραφή δεν ανήκει στον Γεώργιο Παντελή. Κατά την αντεξέτασή του ο κ. Παναγιώτου, όταν του ζητήθηκε να εξετάσει τη Σύμβαση ημερομηνίας 7.5.1996, Τεκμήριο 18, ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για πρωτότυπο έγγραφο στο οποίο οι υπογραφές προσομοιάζουν με το έγγραφο για το οποίο έκανε τις εξετάσεις για τις οποίες συνέταξε την έκθεση την οποία κατέθεσε ως τεκμήριο κατά την κυρίως εξέτασή του. Ισχυρίστηκε ότι το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 18 είναι ταυτόσημο με το περιεχόμενο του εγγράφου το οποίο εξέτασε. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η υπογραφή που φαίνεται κάτω από την λέξη «ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΣ» στο Τεκμήριο 18 και στο έγγραφο που αφορά η εξέτασή του είναι το ιδίου προσώπου, προσθέτοντας όμως ότι δεν εξέτασε το Τεκμήριο
  11. Ο Μ.Ε.3 ισχυρίστηκε επίσης ότι στα 2 ως άνω έγγραφα φαίνεται ότι είναι ίδιες και οι υπογραφές των προσώπων τα οποία υπέγραψαν ως μάρτυρες. Όταν του ζητήθηκε να εξετάσει το Τεκμήριο 18 και να εξηγήσει γιατί στο σημείο «ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΣ» η υπογραφή βρίσκεται τοποθετημένη σε πιο ψηλό σημείο από τις διακεκομμένες γραμμές απάντησε ότι η εξήγηση την οποία μπορεί να δώσει είναι ότι στο σημείο εκείνο ήδη υπήρχε δακτυλικό αποτύπωμα, το οποίο όμως δεν μπόρεσε να εντοπίσει. Εντόπισε μία ξεθωριασμένη κηλίδα αλλά δεν είχε στοιχεία για να πει ότι πρόκειται για δακτυλικό αποτύπωμα ούτε όμως μπορούσε να αποκλείσει το ενδεχόμενο να υπήρχε. Επόμενος μάρτυρας από την πλευρά του ενάγοντα παρουσιάστηκε ο κ. XXXXX Γαβριηλίδης (Μ.Ε.4) ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι εργάζεται ως προϊστάμενος του Τμήματος Διαχείρισης Δηλώσεων στο Τμήμα Φορολογίας. Όταν του παρουσιάστηκε η Απόδειξη Είσπραξης Φόρων ημερομηνίας 20.6.2006, Τεκμήριο 9, ισχυρίστηκε ότι αυτό είναι το αποδεικτικό είσπραξης του Γραφείου Φόρου Εισοδήματος κατόπιν αυτοφορολογίας του ιδιοκτήτη της ακίνητης περιουσίας. Ισχυρίστηκε επίσης ότι σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης κάποιου ακινήτου προβαίνει σε δήλωση ότι εισπράττει ενοίκια το Τμήμα δεν προχωρά σε επιπλέον έρευνες και αποδέχεται το ποσό του ενοικίου το οποίο δηλώνει ο ιδιοκτήτης. Ο Μ.Ε.4 δεν αντεξετάστηκε από τον δικηγόρο της εναγόμενης. Μετά το πέρας της παρουσίασης μαρτυρίας εκ μέρους της πλευράς του ενάγοντα η εναγόμενη κάλεσε τους δικούς της μάρτυρες. Ως Μ.Υ.1 κλήθηκε ο κ. XXXXX Κωνσταντίνου ο οποίος κατά την κυρίως εξέτασή του ισχυρίστηκε ότι είναι συνταξιούχος, ηλικίας 81 ετών, και υπήρξε Κοινοτάρχης της Κοινότητας Τσερίου από το έτος 1989 έως το
  12. Ισχυρίστηκε ότι το πρόσωπο το οποίο φαίνεται στη φωτογραφία, Τεκμήριο 28, που του παρουσιάστηκε, είναι ο XXXXX Παντελή που διέμενε στο Τσέρι και ήταν τυφλός. Όταν του υποδείχθηκε το Τεκμήριο 4 προς αναγνώριση απάντησε ότι το εν λόγω έγγραφο είναι Βεβαίωση της Χωρητικής Αρχής Τσερίου ημερομηνίας 23.12.1997 την οποία ο ίδιος έγραψε, σφράγισε και υπέγραψε. Η εν λόγω Βεβαίωση σημειώθηκε ως Τεκμήριο 29 στη διαδικασία. Στη συνέχεια του υποδείχθηκε η Σύμβαση ημερομηνίας 7.5.1996, Τεκμήριο 18, στην οποία αναγνώρισε ότι στο κάτω μέρος της έγραψε την ακόλουθη πιστοποίηση: «όλοι οι πιο πάνω δικαιοπάροχος, δικαιούχος και μάρτυρες υπέγραψαν ενώπιον μου», έθεσε την υπογραφή του και τη σφραγίδα της Χωρητικής Αρχής. Ισχυρίστηκε ότι το όνομα «XXXXX Παντελή» που αναγράφεται κάτω από τη λέξη «ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΣ» στο εν λόγω τεκμήριο το έγραψε ο ίδιος επειδή ο εν λόγω XXXXX Παντελή δεν μπορούσε να υπογράψει και «έβαλε» τον αντίχειρά του στο σημείο εκείνο. Ισχυρίστηκε επίσης ότι η υπογραφή κάτω από τη λέξη «ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ» τέθηκε από το πρόσωπο το οποίο στην εν λόγω σύμβαση αναφέρεται με αυτή την ιδιότητα και οι άλλες 2 υπογραφές τέθηκαν από τα πρόσωπα τα οποία παρουσιάστηκαν μπροστά του και υπέγραψαν ως μάρτυρες. Ο κ. Κωνσταντίνου αναγνώρισε επίσης το Τεκμήριο 30 το οποίο είναι αντίγραφο και φέρει τίτλο «Ειδικόν Πληρεξούσιον Έγγραφον» ημερομηνίας 26.1.
  13. Ισχυρίστηκε ότι στο κάτω αριστερό μέρος του εν λόγω εγγράφου είναι η υπογραφή του και στο κάτω δεξί μέρος του υπάρχει κάποιο αποτύπωμα το οποίο πρόκειται για το αποτύπωμα του XXXXX Παντελή. Ο Μ.Υ.1, κατά την αντεξέτασή του, ισχυρίστηκε ότι το πρόσωπο το οποίο υπέγραψε ενώπιόν του το Τεκμήριο 18 ήταν ο XXXXX Παντελή. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος έγραψε στο Τεκμήριο 18 το όνομα «XXXXX Παντελή» επειδή το εν λόγω άτομο ήταν τυφλό και δεν μπορούσε να υπογράψει και ότι εκείνες οι 2 λέξεις δεν συνιστούν υπογραφή. Όταν του υποβλήθηκε από τον δικηγόρο της ενάγουσας ότι ο ίδιος υπέγραψε και βεβαίωσε την υπογραφή του XXXXX Παντελή στην απουσία του τελευταίου ο μάρτυρας αρνήθηκε ότι ο XXXXX Παντελή ήταν απών και ισχυρίστηκε ότι εάν δεν υπήρχε το αποτύπωμα του Παντελή ο ίδιος δεν θα υπέγραφε. Επόμενη μάρτυρας για την εναγόμενη παρουσιάστηκε η κα XXXXX Αθανάση (Μ.Υ.2) η οποία είναι αδελφή των διαδίκων. Κατά την κυρίως εξέτασή της ισχυρίστηκε ότι ο πατέρας των διαδίκων είχε μία προσφυγική κατοικία στο Τσέρι την οποία προόριζε για την εγγονή του XXXXX Χαρμανή. Στην εν λόγω κατοικία διέμενε ο ενάγων αδελφός της από το έτος 1996 έως το 2011 καταβάλλοντας ως ενοίκιο για αυτή το ποσό των Λ.Κ.110,00 μηνιαίως. Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο ενάγων ουδέποτε δάνεισε στην εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.13.
  14. Η Μ.Υ.2 κατά την αντεξέτασή της ισχυρίστηκε ότι όταν ο πατέρας των διαδίκων βρισκόταν εν ζωή, δήλωνε ότι η κατοικία στο Τσέρι θα ανήκε στην εγγονή του XXXXX Χαρμανή, θυγατέρα της εναγόμενης και ότι η συμφωνία μεταξύ του ενάγοντα και της εναγόμενης ήταν να πληρώνει ο ίδιος το ποσό των Λ.Κ.110,00 ως ενοίκιο για να διαμένει στην εν λόγω κατοικία. Η εναγόμενη (Μ.Υ.3) λόγω του γεγονότος ότι είναι κωφάλαλη έδωσε μαρτυρία στην παρουσία μεταφράστριας στη νοηματική γλώσσα. Κατά την κυρίως εξέτασή της κατέθεσε γραπτή δήλωση στην οποία περιέχονται, μεταξύ άλλων, οι ακόλουθοι ισχυρισμοί: στον πατέρα των διαδίκων, XXXXX Παντελή, είχε παραχωρηθεί ένα Κυβερνητικό Οικόπεδο στον Συνοικισμό Αυτοστέγασης Τσερίου στο οποίο κτίστηκε μία κατοικία στην οποία διέμεναν οι γονείς τους και η ίδια. Στις 7.5.1996 ο πατέρας της και ο αδελφός της υπέγραψαν μία συμφωνία. Λόγω του ότι ο πατέρας της προόριζε την ως άνω κατοικία για τη θυγατέρα της XXXXX, η εναγόμενη συμφώνησε προφορικά με τον ενάγοντα να της πληρώνει ως μηνιαίο ενοίκιο το ποσό των Λ.Κ.110,00 από 1.7.1996 μέχρι την παράδοση της κατοικίας. Όταν κάθε μήνα ο ενάγων της κατέβαλλε το ενοίκιο σημείωνε το γεγονός αυτό σε χαρτί για να το θυμάται. Όταν της υποδείχθηκε το Τεκμήριο 6 προς αναγνώριση, το οποίο στη συνέχεια κατατέθηκε ως Τεκμήριο 25, ισχυρίστηκε ότι αυτό αποτελείται από τις χειρόγραφες σημειώσεις της. Ισχυρίστηκε επίσης ότι στις 12.2.1998 ο πατέρας της μεταβίβασε την εν λόγω κατοικία στη θυγατέρα της XXXXX δυνάμει δωρεάς και ότι ο ενάγων συνέχισε να της πληρώνει το ποσό των Λ.Κ.110,00 ως ενοίκιο. Στη συνέχεια, η θυγατέρα της, την 1.6.2006 πώλησε την κατοικία σε κάποιον ονόματι XXXXX Κύρου. Ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ο ενάγων της δάνεισε το ποσό των Λ.Κ.13.200 αλλά της κατέβαλε το εν λόγω ποσό ως ενοίκιο για την κατοικία η οποία ανήκε στη θυγατέρα της. Κατά την αντεξέτασή της η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι είναι απόφοιτος του δημοτικού σχολείου της Σχολής Κωφών. Ισχυρίστηκε ότι το ποσό το οποίο λάμβανε από τον ενάγοντα δεν αφορούσε δάνειο αλλά ήταν το ενοίκιο για το σπίτι στο οποίο διέμενε ο ενάγων και ότι κάθε φορά που λάμβανε το ενοίκιο από τον ενάγοντα κατέγραφε σε μια κατάσταση το σχετικό γεγονός. Όταν ρωτήθηκε γιατί στην κατάσταση, Τεκμήριο 25, γράφει ότι «ο XXXXX πληρώθηκε» απάντησε ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι είναι κωφή και της είναι πολύ δύσκολο να ξεχωρίσει τις λέξεις «πληρώνω» και «πληρώνομαι». Η εναγόμενη ισχυρίστηκε επίσης ότι συμφώνησε με τον ενάγοντα ότι εκείνος θα παρέμενε στην επίδικη κατοικία και θα της πλήρωνε ενοίκιο. ΑΓΟΡΕΥΣΕΙΣ Κατά την ημέρα που η υπόθεση ήταν προγραμματισμένη για αγορεύσεις οι δικηγόροι των διαδίκων ετοίμασαν γραπτό κείμενο με τις θέσεις και εισηγήσεις τους το οποίο παρέδωσαν στο Δικαστήριο. Ο κ. Χριστούδιας εισηγήθηκε ότι η εναγόμενη με την υπεράσπισή της παραδέχεται ότι έλαβε το επίδικο ποσό των Λ.Κ.13.200 ισχυριζόμενη ότι αυτό αφορούσε ενοίκια για την περίοδο από 1.7.1996 έως 1.6.
  15. Εισηγήθηκε επίσης πως η εναγόμενη ισχυρίστηκε ότι η μηνιαία είσπραξη του ποσού των Λ.Κ.110,00 γινόταν στη βάση της Σύμβασης ημερομηνίας 7.5.1996 από την οποία όμως εκείνη δεν αντλεί τέτοιο δικαίωμα. Εισηγήθηκε, τέλος, ότι λόγω του γεγονότος ότι η ως άνω Σύμβαση δεν βοηθά την υπόθεση της εναγόμενης, αυτή έπρεπε να αποδείξει με άλλη προφορική ή γραπτή μαρτυρία και/ή με σύμβαση ενοικίασης ότι ήταν νομική υποχρέωση του ενάγοντα να καταβάλλει ενοίκια. Ο κ. Χατζησέργης με τη δική του αγόρευση εισηγήθηκε ότι αποτελεί αναντίλεκτο γεγονός ότι η περίοδος που ο ενάγων ισχυρίζεται ότι κατέβαλλε στην εναγόμενη αδελφή του το ποσό των Λ.Κ.110,00 μηνιαίως ως δάνειο συμπίπτει με την περίοδο που ο ίδιος κατείχε την κατοικία στον Συνοικισμό Αυτοστέγασης Τσερίου. Εισηγήθηκε επίσης ότι είναι αβάσιμος ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι η εναγόμενη πλαστογράφησε τη Σύμβαση ημερομηνίας 7.5.1996 από την οποία ο μόνος που θα αποκόμιζε όφελος ή/και δικαιώματα ήταν ο ενάγων. Εισηγήθηκε τέλος ότι ο ενάγων δεν κατόρθωσε να αποσείσει το βάρος που είχε να αποδείξει στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων την απαίτησή του. Έχω μελετήσει τις εισηγήσεις των δικηγόρων των διαδίκων τις οποίες έχω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτές στη συνέχεια όπου θα κρίνω ότι αυτό είναι αναγκαίο. Η ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΤΗΣ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ Η αξιολόγηση της μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα. Είναι κατ' εξοχή έργο του πρωτόδικου δικαστηρίου το οποίο είχε την ευκαιρία να ακούσει τους μάρτυρες και να παρακολουθήσει τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα. Έχει λεχθεί ότι η εντύπωση που ο μάρτυρας αφήνει στο Δικαστήριο είναι παράγοντας εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του (C. & A. Pelekanos Assoc. Ltd v. Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273) και πως οι γνώσεις του για τα επίδικα γεγονότα, οι αντιδράσεις και η συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα, σε συνδυασμό με τη μνήμη, την ειλικρίνεια και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, συνιστούν καθοριστικούς για την αξιοπιστία του παράγοντες. Στην υπόθεση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506, υποδείχθηκε ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενο της, την ποιότητα και πειστικότητά της και τη σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία, ενώ στην υπόθεση Χριστοφή v. Ζαχαριάδη
(2002)1 Α.Α.Δ. 401, αφού επισημάνθηκε το γεγονός ότι η μαρτυρία θα πρέπει να προσεγγίζεται με πολλή προσοχή «γιατί συμβαίνει αναξιόπιστος μάρτυρας να προκαλεί ευμενή εντύπωση και αντίστροφα», λέχθηκε πως ο τρόπος που καταθέτει ένας μάρτυρας «συνιστά και εκδηλώνει την προσωπικότητά του. Οι πνευματικές και άλλες αρετές του μάρτυρα που εξωτερικεύονται μαζί με το αφηγηματικό μέρος της μαρτυρίας του προσδίδουν κατά κανόνα αξιοπιστία στη μαρτυρία». Στην υπόθεση Ανδρέας Γιάγκου Σάντης ν. Δέσποινας Χατζηβασιλείου κ.ά.
(2009)1 Α.Α.Δ 288, τονίστηκε η αναγκαιότητα ακόμη και στην περίπτωση που μάρτυρας εντυπωσιάζει θετικά το Δικαστήριο, να καταγράφονται οι λόγοι της θετικής αυτής αποκόμισης ώστε να παραμένουν κατά νου καθόλη τη διάρκεια του έργου της αξιολόγησης της υπόθεσης ως ασφαλιστική δικλείδα για τη σφαιρική αντιμετώπιση της αξιολόγησης των διαδίκων και της μαρτυρίας τους. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που αντιδρούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που σύμφωνα με τη νομολογία έχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, χωρίς βεβαίως να παραγνωρίζω ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς και ότι δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα (Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1 Α.Α.Δ. 454). Έχω επίσης υπόψη μου ότι στην περίπτωση που ένας μάρτυρας δεν αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται, το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε (Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Τέλος, στην υπόθεση Κοινοτικό Συμβούλιο Παλαιόμυλου ν. Έλλης Μιχαήλ Κτωρίδη,
(2007)1 Α.Α.Δ. 204, λέχθηκε ότι το Δικαστήριο καταλήγει στην απόφασή του λαμβάνοντας υπόψη του το σύνολο της ενώπιόν του μαρτυρίας ανεξαρτήτως της προέλευσής της. Σε σχέση με τη μαρτυρία των εμπειρογνωμόνων μαρτύρων, ο συνυπολογισμός της μαρτυρίας τους από το Δικαστήριο εξαρτάται από τα όσα η σχετική με το ζήτημα νομολογία επιτάσσει. Στην υπόθεση Philippou v. Odysseos
(1989)1 C.L.R. 1, έχουν αναφερθεί τα ακόλουθα: «
(1)The duty of an expert is to furnish the Judge with the necessary scientific criteria for testing the accuracy of their conclusions, so as to enable the Judge to form his own independent judgment by the application of these criteria to the facts proved in evidence.
(2)Trial Judges should not turn themselves into experts. They may look at the real and other evidence and draw inferences and reach conclusions as regards the existence of liability for negligence, not in the form of an expert opinion, but as a matter of sheer common sense.» Στην υπόθεση Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους
(1989)1(E) Α.Α.Δ. 298, έχουν λεχθεί τα εξής: «Τα Δικαστήρια δέχονται τη μαρτυρία εμπειρογνωμόνων και χρησιμοποιούν την εξειδικευμένη γνώμη τους για να καταλήξουν σε ορθές αποφάσεις. Το καθήκον αυτών των μαρτύρων είναι να δώσουν στον Δικαστή τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για να μπορέσει να σχηματίσει γνώμη για την ανεξαρτησία της κρίσης του και να καταλήξει ορθά στα ευρήματα των γεγονότων από την ενώπιον του μαρτυρία. Κατά κανόνα, η ιατρική μαρτυρία, όπως και άλλη μαρτυρία εμπειρογνώμονα, θεωρείται ότι είναι μαρτυρία ανεξάρτητου μάρτυρα. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Andreas Anastassiades v. The Republic
(1977)2 C.L.R. 97 και Kyriacos Nicola Kouppis v.The Republic
(1977)2 C.L.R. 361. Στην πρόσφατη υπόθεση Κωνσταντίνα Σιακόλα ν. Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 53/2011, ημερ. 24.1.2013, το Δικαστήριο είπε τα ακόλουθα αναφορικά με το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας εμπειρογνώμονα: «Σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο αποφασίζει κατά πόσο ένας μάρτυρας είναι ικανός να δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας. Για την εξακρίβωση τούτου, πρέπει να απαντηθούν δύο ερωτήματα: Πρώτο, κατά πόσο το αντικείμενο της εμπειρογνωμοσύνης του εμπίπτει στην κατηγορία των θεμάτων εκείνων για τα οποία επιτρέπεται να δοθεί μαρτυρία πραγματογνώμονα και δεύτερο, κατά πόσο ο μάρτυρας έχει αποκτήσει είτε κατόπιν σπουδών είτε λόγω εμπειρίας επαρκή γνώση του αντικειμένου ώστε η γνώμη του να καθίσταται πολύτιμη (of value) στην επίλυση των επίδικων θεμάτων (βλ. μεταξύ άλλων, R. ν Bonython
(1984)38 S.A.S.R. 45 και R. ν Henderson [2010] EWCA 1269). Είναι δε σαφώς νομολογημένο από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι η εμπειρογνωμοσύνη πάνω σε ένα θέμα δεν βασίζεται μόνο στα ακαδημαϊκά προσόντα αλλά και στην πραγματική εμπειρία που αποκτάται πάνω σ' αυτό. Βλ. Θεοσκέπαστη Φαρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)1 Α.Α.Δ.984.» Αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι ένας μάρτυρας μπορεί να θεωρηθεί ως εμπειρογνώμονας και αυτός αξιολογείται ανάλογα, η όλη συμπεριφορά του στο εδώλιο του μάρτυρα δεν παραγνωρίζεται αλλά και αυτή λαμβάνεται υπόψη για τον σκοπό εκτίμησης της αξίας της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην υπόθεση Jovce v. Yeomans
(1981)2 All Ε. R. 21.» Ως λέχθηκε και πιο πάνω το πλήρες περιεχόμενο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της υπόθεσης και μαζί με το περιεχόμενο των τεκμηρίων έχει μελετηθεί και λαμβάνεται υπόψη στο σύνολό του. Προχωρώ πρώτα στην αξιολόγηση της μαρτυρίας του ενάγοντα κ. Παντελίδη. Κρίνω ότι ο ισχυρισμός του ότι δάνεισε στην εναγόμενη το επίδικο ποσό δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, επειδή ο ίδιος, κατά την αντεξέτασή του, κατ' ουσία αναίρεσε τον ως άνω ισχυρισμό του. Σημειώνω ειδικότερα ότι με την απάντηση την οποία έδωσε όταν ρωτήθηκε για τον λόγο για τον οποίο έπαψε τον Ιούνη του 2006 να δανείζει χρήματα στην εναγόμενη, φάνηκε ότι κατέβαλλε προς αυτή το ποσό των Λ.Κ.110,00 μηνιαίως ως ενοίκιο για την κατοικία στην οποία διέμενε τότε και όχι ως δάνειο. Συγκεκριμένα είχε εκφράσει την απορία κατά πόσο έπρεπε να συνεχίσει να πληρώνει ενοίκιο και στους δύο, δηλαδή στην εναγόμενη αδελφή του και στον νέο αγοραστή, μετά που η εν λόγω κατοικία πωλήθηκε στον XXXXX Κύρου. Σε άλλη ερώτηση που του τέθηκε αμέσως μετά κατά την αντεξέτασή του είπε επίσης ότι ο νέος ιδιοκτήτης του ζήτησε να πληρώνει στον ίδιο το ως άνω ποσό ως ενοίκιο αντί να το δίδει στην εναγόμενη αδελφή του. Λόγω των πιο πάνω οδηγούμε στο συμπέρασμα ότι ο ενάγων κατέβαλλε το ποσό των Λ.Κ.110,00 μηνιαίως στην εναγόμενη ως ενοίκιο, όπως ισχυρίζεται και η ίδια, και όχι ως δάνειο, όπως είναι ο δικός του ισχυρισμός. Κρίνω επίσης ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι δάνεισε το επίδικο ποσό στην εναγόμενη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός αφού δεν είναι πειστικός λόγω του ότι είναι αντίθετος με άλλο ισχυρισμό του που περιέχεται στη γραπτή του δήλωση και συγκεκριμένα τον ισχυρισμό ότι τον Μάρτιο του 1995 η οικονομική του κατάσταση ήταν δεινή. Ο ενάγων στην ουσία ισχυρίστηκε ότι λόγω αυτής της κάκιστης οικονομικής κατάστασης στην οποία τελούσε το έτος 1995, αδυνατούσε να καταβάλλει ενοίκιο για τη διαμονή του και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο οι γονείς του τού επέτρεψαν να διαμένει μαζί τους στην κατοικία τους στο Τσέρι. Παρά όμως τη δεινή, όπως ο ίδιος την χαρακτήρισε, οικονομική του κατάσταση, χωρίς να παρουσιάσει οποιαδήποτε μαρτυρία περί μεταβολής της προς το καλύτερο μετά το έτος 1995, ισχυρίστηκε ότι, από τον Ιούνιο του 1996 ήταν σε θέση να δανείζει επί μηνιαίας βάσης και για μία σχετικά μεγάλη χρονική περίοδο 10 ετών, την εναγόμενη το ποσό των ΛΚ110,00 μηνιαίως. Επίσης, σύμφωνα με τους δικούς του ισχυρισμούς, από το έτος 1997 ήταν συνταξιούχος και λογικά, η ήδη δεινή οικονομική του κατάσταση, μετά τη συνταξιοδότησή του, μάλλον επιδεινώθηκε παρά το αντίθετο. Κρίνω επίσης ότι ο ισχυρισμός του ενάγοντα ότι κατά την 7.5.1996 συμφώνησε να παραχωρήσει δάνειο στην εναγόμενη δεν είναι πειστικός, αφού όπως ισχυρίστηκε δεν γνώριζε πόσα χρωστούσε η εναγόμενη ούτε πόσο καιρό θα διαρκούσε η παροχή του, κατά τους ισχυρισμούς του, δανείου, προς την εναγόμενη. Κρίνω ότι αυτό δεν είναι λογικό να συνέβη αφού ο ενάγων, σύμφωνα πάντοτε με τους δικούς του ισχυρισμούς, βρισκόταν σε δεινή οικονομική θέση και συνεπώς δεν θα μπορούσε να δανειοδοτεί επ' άπειρο την εναγόμενη, ούτε θα υποσχόταν κάτι, το οποίο, δεν θα μπορούσε να υλοποιήσει, με τις περιορισμένες οικονομικές δυνατότητές του. Κρίνω επίσης ότι ο ισχυρισμός του ότι δάνεισε το επίδικο ποσό στην εναγόμενη δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός και για τον επιπλέον λόγο ότι, ως ο ίδιος ισχυρίστηκε, δεν κρατούσε λογαριασμό για τα χρήματα τα οποία έδωσε στην εναγόμενη ούτε της ζητούσε να του δίνει απόδειξη για τα χρήματα που της έδιδε κάθε φορά. Κρίνω ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν είναι λογικός ούτε και πειστικός αφού κανένας δεν δανείζει οποιονδήποτε χωρίς να κρατά κάποιες, τυπικές έστω, σημειώσεις, που θα του ήταν επιβοηθητικές τουλάχιστο να μπορεί ανά πάσα στιγμή να γνωρίζει το συνολικό ποσό το οποίο θα παραχωρούσε στον άλλο ως δάνειο. Κρίνω επίσης ότι η μαρτυρία του ενάγοντα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή και για τους επιπλέον λόγους που εξηγώ ευθύς αμέσως: πρώτο, κρίνω ότι η μαρτυρία του ενάγοντα σε ουσιώδη σημεία της είναι αντιφατική και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα παρατηρώ ότι ενώ ο ενάγων παραδέχεται ότι υπέγραψε τη Σύμβαση, ημερομηνίας 7.5.1996, την ίδια ώρα ισχυρίζεται ότι αυτή είναι πλαστογραφημένη από την εναγόμενη. Δεύτερο, ο ισχυρισμός του ότι υπέγραψε την εν λόγω Σύμβαση ενώπιον δικηγόρου είναι αντίθετος με την έγγραφη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου και συγκεκριμένα από την ίδια την ως άνω Σύμβαση ημερομηνίας 7.5.1996 στην οποία υπάρχει χειρόγραφη βεβαίωση του Προέδρου της Κοινότητας Τσερίου ότι οι συμβαλλόμενοι και οι μάρτυρες της εν λόγω Σύμβασης υπέγραψαν στη δική του παρουσία. Κρίνω ότι όλα τα πιο πάνω δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να πιστώσει τους ισχυρισμούς του ενάγοντα με συνοχή, σοβαρότητα και τελικά ούτε με ειλικρίνεια. Λόγω των όσων ανέφερα πιο πάνω, κρίνω ότι, η μαρτυρία του ενάγοντα αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή για να εξαγάγει τα συμπεράσματά του. Σε αντίθεση με τη μαρτυρία του ενάγοντα, κρίνω ότι η μαρτυρία της Μ.Ε.2 την οποία κάλεσε η πλευρά του ενάγοντα, είναι λογική, πειστική και αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή. Κατά την κυρίως εξέτασή της η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι η εναγόμενη μητέρα της έλαβε από τον ενάγοντα το επίδικο ποσό των Λ.Κ.13.200 ως ενοίκιο για την κατοικία στο Τσέρι η οποία το έτος 1998 περιήλθε στην ιδιοκτησία της. Κατά την αντεξέτασή της από τον δικηγόρο της εναγομένης, δεν αμφισβητήθηκαν οι ισχυρισμοί που προέβαλε κατά την κυρίως εξέτασή της, με αποτέλεσμα αυτοί να παραμείνουν αναντίλεκτοι. Ο Μ.Ε.3, κ. Παναγιώτου, είναι Δικαστικός Γραφολόγος με πολυετή πείρα και πολλές παρουσίες στα Δικαστήρια της Κυπριακής Δημοκρατίας. Του ζητήθηκε να διενεργήσει γραφολογική εξέταση αναφορικά με τη γνησιότητα της υπογραφής στη θέση «ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΣ» που φαίνεται στη φωτοτυπία της Σύμβασης, ημερομηνίας 7.5.1996, η οποία του δόθηκε από τον ενάγοντα. Η εμπειρογνωμοσύνη και η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέτασή του και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε λόγος η μαρτυρία του να μην γίνει αποδεκτή από το Δικαστήριο. Στη βάση της «Έκθεσης Εμπειρογνώμονα» την οποία ο ίδιος συνέταξε και η οποία κατατέθηκε, ως Τεκμήριο 27, στη διαδικασία αποδέχομαι το συμπέρασμά του ότι η αμφισβητούμενη υπογραφή που εξέτασε στη φωτοτυπία της Σύμβασης ημερομηνίας 7.5.1996 δεν ανήκει στον Γεώργιο Παντελή. Όπως ανέφερα και πιο πάνω ο Μ.Ε.4 δεν αντεξετάστηκε και συνεπώς η μαρτυρία του παρέμεινε αναντίλεκτη και γίνεται αποδεκτή από το Δικαστήριο. Ο Μ.Υ.1, κ. Κωνσταντίνου, υπήρξε Κοινοτάρχης Τσερίου και αναγνώρισε την υπογραφή του στα έγγραφα τα οποία του παρουσιάστηκαν όταν έδιδε μαρτυρία. Είναι πρόσωπο το οποίο δεν έχει οποιοδήποτε συμφέρον από την έκβαση της επίδικης διαφοράς ούτε οποιοδήποτε λόγο να αποκρύψει οτιδήποτε ή να προσπαθήσει να ευνοήσει με τη μαρτυρία του τη μία ή την άλλη πλευρά. Έκανε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο ως μάρτυρας και κρίνω ότι η παρουσία του αποσκοπούσε στο να μεταφέρει στο Δικαστήριο την αλήθεια και το πώς πράγματι έλαβαν χώρα τα γεγονότα. Κρίνω ότι υπήρξε μάρτυρας της αλήθειας και πως η μαρτυρία του δόθηκε πράγματι προς υποβοήθηση του έργου του Δικαστηρίου. Η ύπαρξη της υπογραφής του Μ.Υ.1 στα διάφορα έγγραφα τα οποία του παρουσιάστηκαν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του περί προσωπικής εμπλοκής του στη βεβαίωση των υπογραφών των προσώπων που φαίνονται να είναι οι συμβαλλόμενοι και οι μάρτυρες σε αυτά. Λόγω της άμεσης εμπλοκής του κρίνω ότι ήταν σε ευνοϊκή θέση να θυμάται ότι βεβαίωσε τις υπογραφές των προσώπων που υπέγραψαν στα έγγραφα που του παρουσιάστηκαν. Λόγω της αμεσότητας της εμπλοκής του στα πιο πάνω κρίνω επίσης ότι ήταν σε ευνοϊκή θέση να θυμάται πως έλαβαν χώρα τα γεγονότα τα οποία μετέφερε στο Δικαστήριο. Λόγω των πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία του αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή. Κρίνω επίσης ότι το γεγονός πως η μαρτυρία του Δικαστικού Γραφολόγου Μ.Ε.3 έγινε αποδεκτή για τους λόγους που ανέφερα πιο πάνω, δεν αντιστρατεύεται την αποδοχή και της δικής του μαρτυρίας ως αξιόπιστης και εξηγώ ευθύς αμέσως τους λόγους. Ο Μ.Υ.1 ήταν το πρόσωπο στην παρουσία του οποίου τέθηκαν οι υπογραφές από τους συμβαλλόμενους και τους μάρτυρες στη Σύμβαση ημερομηνίας 7.5.
  1. Όπως ο ίδιος εξήγησε, λόγω του γεγονότος ότι ο XXXXX Παντελή ήταν κατά τον κρίσιμο χρόνο τυφλός, το όνομα «XXXXX Παντελή» που αναγράφεται κάτω από τη λέξη «ΔΙΚΑΙΟΠΑΡΟΧΟΣ» στο Τεκμήριο 18, τέθηκε από τον ίδιο και ο Παντελή «έβαλε» στο σημείο εκείνο τον αντίχειρά του. Ο ισχυρισμός του ότι ο XXXXX Παντελή στις 7.5.1996 ήταν τυφλός επιβεβαιώνεται και από τον ενάγοντα, ο οποίος στην παράγραφο 4 της γραπτής του δήλωσης, ισχυρίζεται ότι ο πατέρας του ήταν τυφλός από το έτος
  2. Κρίνω ότι λόγω της τύφλωσης του XXXXX Παντελή ήταν λογικά αναμενόμενο ότι κάποιος άλλος θα έγραφε το όνομα του δικαιοπάροχου στο εν λόγω Τεκμήριο, κάτι το οποίο στη συγκεκριμένη περίπτωση έπραξε ο Μ.Υ.
  3. Τέλος, οι ως άνω μαρτυρίες έχουν διαφορετικό αντικείμενο αναφοράς αφού η μαρτυρία του Μ.Ε.3 αφορούσε τη φωτοτυπία της Σύμβασης ενώ η μαρτυρία του Μ.Υ.1 την πρωτότυπη Σύμβαση. Η Μ.Υ.2 επίσης έχει κάνει καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Η μαρτυρία της επιβεβαιώνεται και από τη μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο αποδέχθηκε ως αξιόπιστη. Αναφέρω ενδεικτικά ότι ο ισχυρισμός της ότι ήταν επιθυμία του πατέρα της η επίδικη κατοικία στο Τσέρι να μεταβιβαστεί στην εγγονή του XXXXX Χαρμανή, θυγατέρα της εναγόμενης, επιβεβαιώθηκε από το γεγονός ότι τον Φεβρουάριο του έτους 1998 αυτό υλοποιήθηκε, με τη συμβολή μάλιστα του ενάγοντα, ο οποίος, ως πληρεξούσιος του πατέρα του, τον εκπροσώπησε στο Κτηματολόγιο για την εν λόγω μεταβίβαση. Ο άλλος ισχυρισμός της ότι ο ενάγων έδινε κάθε μήνα στην εναγόμενη το ποσό των Λ.Κ.110,00 μηνιαίως ως ενοίκιο για την ως άνω κατοικία, κρίνω ότι επιβεβαιώθηκε από τη σχετική μαρτυρία του ενάγοντα που ανέφερα πιο πάνω καθώς και από τη μαρτυρία της Μ.Ε.2 την οποία κάλεσε η πλευρά του ενάγοντα. Λόγω των όσων ανέφερα πιο πάνω κρίνω ότι η μαρτυρία της Μ.Υ.2 αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή. Τέλος, η εναγόμενη, Μ.Υ.3, έκανε εξαιρετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Η μαρτυρία της ήταν πειστική, λογική, είχε συνοχή και επιβεβαιώθηκε από την υπόλοιπη μαρτυρία την οποία το Δικαστήριο αποδέχθηκε ως αξιόπιστη. Ο ισχυρισμός της ότι έλαβε από τον ενάγοντα το επίδικο ποσό των Λ.Κ.13.200 ως ενοίκια και όχι ως δάνειο δεν αντικρούστηκε από αντίθετη μαρτυρία, αντιθέτως, κρίνω ότι επιβεβαιώθηκε και από τον ίδιο τον ενάγοντα ο οποίος κατά την αντεξέτασή του συνέδεσε το ποσό των Λ.Κ.110,00 το οποίο της κατέβαλλε κάθε μήνα για την επίδικη περίοδο από το έτος 1996 έως το έτος 2006 με τη χρήση εκ μέρους του της οικίας στο Τσέρι η οποία αρχικά ανήκε στον πατέρα του και στη συνέχεια μεταβιβάστηκε διαδοχικά στη XXXXX Χαρμανή και στον XXXXX Κύρου. Ο ως άνω ισχυρισμός της επιβεβαιώθηκε επίσης από τη Μ.Ε.2 και τη Μ.Υ.
  4. Κρίνω ότι η μαρτυρία της αποτελεί ασφαλές υπόβαθρο για να στηριχθεί το Δικαστήριο σε αυτή. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ Στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των μερών, των κατά καιρούς δηλώσεων των συνηγόρων τους ενώπιον του Δικαστηρίου, της ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρίας η οποία παρέμεινε αναντίλεκτη καθώς και της αποδεκτής από το Δικαστήριο μαρτυρίας τα ακόλουθα αποτελούν τα ευρήματα του Δικαστηρίου σε σχέση με τα επίδικα θέματα της παρούσας αγωγής: στις 7.5.1996 υπογράφηκε μία σύμβαση μεταξύ του XXXXX Παντελή και του υιού του XXXXX Γεωργίου Παντελίδη (Patterson). Η εν λόγω σύμβαση υπογράφηκε στην παρουσία του Προέδρου της Κοινοτικής Αρχής Τσερίου κ. Κωνσταντίνου, Μ.Υ.1, ο οποίος βεβαίωσε ότι οι συμβαλλόμενοι και οι μάρτυρες που φαίνονται στην εν λόγω σύμβαση, υπέγραψαν ενώπιόν του. Με την εν λόγω σύμβαση ο Γεώργιος Παντελή παραχώρησε στον ενάγοντα, υιό του, τη χρήση της οικίας στο Συνοικισμό Αυτοστέγασης Τσερίου μέχρι την 1.5.
  5. Ήταν όρος της εν λόγω σύμβασης ότι ο ενάγων την 1.5.2006 ήταν υποχρεωμένος να παραδώσει ελεύθερη κατοχή της ως άνω οικίας στον δικαιοπάροχο πατέρα και σε περίπτωση που αυτός δεν βρισκόταν εν ζωή να παραδώσει τη χρήση της στην εγγονή του, XXXXX Χαρμανή. Ο XXXXX Παντελή, ενόσω ζούσε, δήλωνε ότι ήταν επιθυμία του η ως άνω οικία να μεταβιβαστεί στην εν λόγω εγγονή του και πράγματι η επιθυμία του αυτή υλοποιήθηκε όταν αυτός βρισκόταν εν ζωή. Συγκεκριμένα, στις 26.1.1998 ο XXXXX Παντελή παραχώρησε στον ενάγοντα υιό του Ειδικό Πληρεξούσιο Έγγραφο, ημερομηνίας 26.1.1998, Τεκμήριο 30, με το οποίο τον εξουσιοδότησε να προβεί σε όλα τα αναγκαία διαβήματα για να μεταβιβαστεί το ακίνητο στο οποίο ανεγέρθηκε η ως άνω οικία, στην εγγονή του και θυγατέρα της εναγόμενης αδελφής του, XXXXX Χαρμανή. Ο ενάγων, χρησιμοποιώντας το εν λόγω πληρεξούσιο, μεταβίβασε το ακίνητο στη XXXXX Χαρμανή η οποία, ως προκύπτει από το Αντίγραφο του Πιστοποιητικού Εγγραφής Ακίνητης Ιδιοκτησίας, Τεκμήριο 16, κατέστη η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτριά του στις 12.2.
  6. Οι διάδικοι, οι οποίοι είναι αδέλφια, τον Ιούνιο του 1996 συμφώνησαν μεταξύ τους προφορικά στην εν λόγω κατοικία να διαμένει ο ενάγων καταβάλλοντας ως ενοίκιο το ποσό των Λ.Κ.110.00 μηνιαίως. Λόγω της ως άνω συμφωνίας τους, ο ενάγων, για την περίοδο από 1.7.1996 έως 1.6.2006, έδιδε το ως άνω ποσό στην εναγόμενη αδελφή του κάθε μήνα ως ενοίκιο. Όταν τελικά η εν λόγω κατοικία πωλήθηκε τον Ιούνη του 2006 από τη XXXXX Χαρμανή στον XXXXX Κύρου, ο ενάγων σταμάτησε να της καταβάλλει το εν λόγω ποσό. Δεν μου διαφεύγει ότι η Σύμβαση ημερομηνίας 7.5.1996, η γνησιότητα της οποίας υπήρξε αντικείμενο έντονης και σε έκταση διαφωνίας μεταξύ των διαδίκων πλευρών, δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό της εναγομένης ότι, από αυτή τη σύμβαση, η κόρη της έλκυε το δικαίωμά της να λαμβάνει το ποσό των Λ.Κ.110,00 ως ενοίκιο από τον ενάγοντα. Κρίνω όμως ότι αυτό είναι άνευ σημασίας γιατί ο ισχυρισμός του ενάγοντα περί δανεισμού του επίδικου ποσού προς την εναγόμενη δεν έγινε αποδεκτός και επειδή η μεταξύ των διαδίκων συμφωνία δεν εξαρτούσε την ισχύ της από το περιεχόμενο της εν λόγω Σύμβασης. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Σε πολιτικές υποθέσεις το βάρος απόδειξης της υπόθεσής του το φέρει ο ενάγων και αυτό είναι στο επίπεδο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Μαρσέλ κ.ά. ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ,
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858). Όπως λέχθηκε στην ως άνω υπόθεση: «το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι «η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη», εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι «πιο πιθανή παρά η αντίθετη», εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του». Έχοντας υπόψη μου την προσκομισθείσα μαρτυρία κρίνω ότι ο ενάγων απέτυχε να αποσείσει το δικονομικό βάρος το οποίο έφερε στους ώμους του να αποδείξει τους ισχυρισμούς του ότι το επίδικο ποσό των Λ.Κ.13.200 δόθηκε στην εναγόμενη ως δάνειο και η αγωγή του δεν μπορεί να πετύχει. Κρίνω επίσης ότι η αγωγή του ενάγοντα δεν μπορεί να επιτύχει ούτε στη βάση των διατάξεων του αδικαιολόγητου πλουτισμού, αφενός, γιατί αυτή δεν προωθήθηκε κατά την ακρόαση, αφετέρου, επειδή το επίδικο ποσό λήφθηκε από την εναγόμενη για λογαριασμό της θυγατέρας της Μαρίας Χαρμανή η οποία δεν είναι διάδικος στην παρούσα αγωγή. Λόγω των πιο πάνω η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα της αγωγής όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο επιδικάζονται υπέρ της εναγομένης και εναντίον του ενάγοντα. (Υπ.) ............ Γιώργος Χρ. Φούλιας Επαρχιακός Δικαστής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.