← Κύπρος

ΦΟΥΛΗΣ κ.α. ν. Α.Ι. ΓΕΡΟΛΑΤΣΙΗΤΗΣ (ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2440/2013, 23/9/2019

ΦΟΥΛΗΣ κ.α. ν. Α.Ι. ΓΕΡΟΛΑΤΣΙΗΤΗΣ (ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ κ.α., Αρ. Αγωγής: 2440/2013, 23/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A413 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2440/2013 Μεταξύ:

  1. XXXXX ΦΟΥΛΗΣ
  2. XXXXX ΦΟΥΛΗ Εναγόντων -και-
  3. Α.Ι. ΓΕΡΟΛΑΤΣΙΗΤΗΣ (ΕΡΓΟΛΗΠΤΙΚΕΣ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΙΣ) ΛΤΔ
  4. XXXXX XXXXX ΓΕΡΟΛΑΤΣΙΗΤΗΣ Εναγόμενων Αίτηση των Εναγομένων 1 και 2 ημερομηνίας 28.02.2019 για εκδίκαση προδικαστικού σημείου δυνάμει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Ημερομηνία: 23 Σεπτεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Εναγόμενους - Αιτητές: κα Χ. Σούρπη για Α. Χατζησέργη Δ.Ε.Π.Ε. Για Ενάγοντες Καθ'ων η αίτηση: κα Μπριάνα για Παπαντωνίου & Παπαντωνίου Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (δόθηκε αυθημερόν) Το ιστορικό της υπόθεσης και οι δικογραφημένες θέσεις των δυο πλευρών Η παρούσα υπόθεση καταχωρήθηκε δια Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος στις 16.4.2013 και με αυτήν οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους 1 και 2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα:

(1)γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας εργολαβίας ημερομηνίας 6.8.2009 που υπέγραψαν με την Εναγόμενη 1,
(2)αποζημιώσεις για κακοτεχνίες και/ή ανέγερση οικοδομής κατά παράβαση των κανόνων της καλής και παραδεκτής πρακτικής,
(3)γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις με σκοπό την καταδολίευση και την πρόκληση ζημιάς,
(4)αποζημιώσεις για αποκατάσταση των ζημιών που προέκυψαν συνεπεία των κατ' ισχυρισμό κακοτεχνιών από τους Εναγόμενους, και
(5)απόφαση με την οποία να αναγνωρίζεται ότι οι Ενάγοντες δεν οφείλουν στην Εναγόμενη 1 οποιοδήποτε ποσό. Οι Εναγόμενοι 1 και 2 καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης στις 13.5.2013 και μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης στις 3.2.2014, καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση των Εναγομένων 1 και 2 στις 9.10.
  1. Ακολούθησε η καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στις 15.6.
  2. Μετά τη συμπλήρωση των δικογράφων καταχωρήθηκε αίτηση ορισμού της υπόθεσης και στη συνέχεια η υπόθεση προγραμματίστηκε για ακρόαση στις 17.5.
  3. Σύμφωνα με το πρακτικό του Δικαστηρίου ημερομηνίας 15.10.2015, κατά την εν λόγω ημερομηνία ο δικηγόρος των Εναγομένων ανέφερε ότι σε σχέση με την απαίτηση των Εναγόντων εκκρεμούσε διαιτησία και παρακάλεσε όπως δοθεί χρόνος για να πληροφορηθεί ως προς την εξέλιξη αυτής. Στις 26.10.2015 ο δικηγόρος των Εναγόντων ανέφερε ότι η διαιτησία είχε εγερθεί από τους Εναγόμενους, ότι η διαδικασία ολοκληρώθηκε και επιφυλάχθηκε η απόφαση, πλην, όμως, ο διαιτητής αποσύρθηκε πριν από την έκδοση απόφασης. Περαιτέρω, δηλώθηκε ότι η αγωγή θα προωθηθεί ως έχει, χωρίς να τίθεται ζήτημα παραπομπής σε διαιτησία. Η κα Σούρπη, η οποία εμφανίστηκε εκ μέρους των Εναγομένων εκείνη την ημέρα, συμφώνησε με τα όσα είχαν λεχθεί από τον αντίδικό της και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 17.5.
  4. Κατά την εν λόγω ημερομηνία, η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου και προγραμματίστηκε εκ νέου στις 31.10.
  5. Στις 31.10.2016 ζητήθηκε από κοινού αναβολή της ακρόασης προκειμένου η επίδικη διαφορά να παραπεμφθεί σε διαιτησία και η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 5.12.2016 και 30.1.
  6. Παρ' όλα αυτά την 30.1.2017 τα μέρη δήλωσαν ότι δεν θα προβούν σε παραπομπή της υπόθεσης σε διαιτησία και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 30.5.
  7. Στις 30.5.2017 και 11.12.2017 η ακρόαση της υπόθεσης αναβλήθηκε λόγω έλλειψης χρόνου του Δικαστηρίου. Ακολούθως, στις 23.5.2018 υποβλήθηκε από τις δυο πλευρές αίτημα για αναβολή λόγω ανετοιμότητας να προχωρήσουν με την ακρόαση της υπόθεσης. Στις 27.10.2018 και πάλι αναβλήθηκε η υπόθεση λόγω του προγράμματος του Δικαστηρίου και η ακρόαση προγραμματίστηκε ξανά στις 28.5.
  8. Η παρούσα αίτηση Στις 28.2.2019, και ενώ η ακρόαση της υπόθεσης είχε ήδη οριστεί στις 28.5.2019, η πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 - Αιτητών καταχώρησε την παρούσα αίτηση με την οποία ζητά όπως το νομικό σημείο - προδικαστική ένσταση που εγείρει στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης προδικαστεί και/ή αποφασιστεί πριν από την ολοκλήρωση της αγωγής. Για σκοπούς πληρότητας και ευχερέστερης κατανόησης των ζητημάτων που εγείρονται παραθέτω πιο κάτω αυτούσια την παράγραφο 1 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης: «
  9. Οι Εναγόμενοι αρ.1 και 2, οι οποίοι από τούδε και στο εξής θα αναφέρονται ως «οι Εναγόμενοι», εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι, η παρούσα Αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει και/ή ευσταθήσει εναντίον τους, καθ' ότι σύμφωνα με το Άρθρο 36 του Συμφωνητικού Εγγράφου, ημερ. 6/8/2009, που υπογράφει μεταξύ των διαδίκων, οποιαδήποτε διαφορά, που προέκυπτε μεταξύ των διαδίκων, θα επιλυόταν στα πλαίσια Διαιτητικής διαδικασίας και η Απόφαση του Διαιτητή θα είναι δεσμευτική και τελεσίδικη για τα μέρη. Ως εκ τούτου, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εκδικάσει την παρούσα υπόθεση και η παρούσα Αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί». Αξίζει επίσης να σημειωθεί ότι στην παράγραφο 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης εγείρεται περαιτέρω προδικαστική ένσταση και προβάλλεται ισχυρισμός ότι η παρούσα υπόθεση έχει παραπεμφθεί σε διαιτησία. Η αίτηση των Εναγομένων στηρίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.27 και Δ.48 ΘΘ.1-3, 8 και 9, καθώς επίσης στον περί Διαιτησίας Νόμο Κεφ. 4 και βασίζεται στην ένορκη δήλωση του Εναγομένου
  10. Σε αυτήν ο Εναγόμενος 2 - Αιτητής αναφέρει ότι σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 36 της επίδικης συμφωνίας υπεργολαβίας οποιαδήποτε διαφορά προέκυπτε μεταξύ των διαδίκων θα επιλυόταν με διαιτητική διαδικασία και όχι με την καταχώρηση αγωγής στο Δικαστήριο. Ως εκ τούτου, το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να εκδικάσει την αγωγή. Υποστηρίζεται, περαιτέρω, ότι το ζήτημα θα πρέπει να προδικαστεί στο παρόν στάδιο αφού ενδεχόμενη απόφαση του Δικαστηρίου ως η αίτηση των Εναγομένων θα θέσει εκτός συζήτησης ολόκληρη την αγωγή. Η ένσταση των Εναγόντων - Καθ΄ων η αίτηση Η πλευρά των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση καταχώρησε ένσταση προβάλλοντας διάφορους λόγους ένστασης οι οποίοι μπορούν να συνοψισθούν ως εξής: · Η νομική βάση της αίτησης είναι λανθασμένη και/ή ελλειπής και/ή δεν δικαιολογεί και/ή δεν στηρίζει την αιτούμενη θεραπεία. · Η παρούσα αίτηση αποτελεί λανθασμένο δικονομικό μέτρο και/ή οι εναγόμενοι θα έπρεπε να είχαν λάβει άλλα δικονομικά μέτρα και όχι να προχωρήσουν με την παρούσα αίτηση/ · Διαζευκτικά προς τα πιο πάνω, η προδικαστική ένσταση που έχει εγερθεί από τους Εναγόμενους στερείτε νομικού υπόβαθρου και/ή δεν μπορεί να εγείρεται βάσιμα ως προδικαστική ένσταση και/ή αναφέρεται σε θέματα που αποτελούν μέρος των επίδικων θεμάτων της ουσίας της αγωγής και τα οποία δέον όπως εκδικασθούν και/ή εξεταστούν κατά την ακροαματική διαδικασία. · Χωρίς να ακουστεί μαρτυρία επί των θεμάτων που εγείρονται στην προδικαστική ένσταση το Δικαστήριο δεν είναι σε θέση να αποφασίσει στο παρόν στάδιο επί των ζητημάτων που εγείρονται σε αυτή. Συνεπώς τα θέματα αυτά θα πρέπει να εξεταστούν και/ή αποφασιστούν κατά την ακροαματική διαδικασία. · Η παρούσα αίτηση, σε περίπτωση που γίνει δεχτή από το Δικαστήριο, αποστερεί από τους Ενάγοντες του δικαιώματος τους να προωθήσουν την υπόθεσης του στο Δικαστήριο και/ή να προβάλουν τις θέσεις τους και/ή να καλέσουν μαρτυρία και συνεπώς είναι καταχρηστική. · Με την παρούσα αίτηση οι Αιτητές στοχεύουν να προκαλέσουν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην προώθηση της αγωγής και για τον λόγο αυτό η αίτηση τους θα πρέπει να απορριφθεί. · Η παρούσα αίτηση καταχωρήθηκε και/ή έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση και/ή χωρίς να δοθεί οποιοσδήποτε βάσιμος λόγος που να δικαιολογεί αυτή την υπέρμετρη καθυστέρηση, ήτοι έξι και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής και ενώ έχουν συμπληρωθεί τα δικόγραφα και η υπόθεση ορίστηκε κατ' επανάληψη για ακρόαση και χωρίς οι Εναγόμενοι να είχαν κατά τον κατάλληλο χρόνο καταχωρήσει εμφάνιση υπό διαμαρτυρία, αμφισβητώντας τη δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. · Τα γεγονότα και/ή μέρος των γεγονότων επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση είναι αμφισβητούμενα και/ή εν πάση περιπτώσει τα εν λόγω πραγματικά γεγονότα δεν έχουν γίνει παραδεκτά από τις δύο πλευρές ως κοινό πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου μπορεί το Δικαστήριο να βασιστεί και να αποφασίσει. · Οι Εναγόμενοι κωλύονται λόγω της συμπεριφοράς τους να επικαλούνται την πρόνοια του άρθρου 36 της επίδικης συμφωνίας καθότι οι ίδιοι δεν ενήργησαν με βάση τα όσα η ρήτρα διαλαμβάνει. Η ένσταση των Εναγόντων υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ενάγοντα 1 όπου υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Ακροαματική διαδικασία Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι των δυο πλευρών περιορίστηκαν σε γραπτές αγορεύσεις και δεν προέβηκαν σε αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων. Τα όσα αμφότεροι υποστήριξαν στα πλαίσια των αγορεύσεων τους είναι καταγεγραμμένα και δεν χρειάζεται να επαναληφθούν. Αναφορά θα γίνει πιο κάτω εκεί όπου κρίνεται αναγκαίο. Νομική πτυχή και υπαγωγή των νομικών αρχών στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης Οι αρχές που διέπουν την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις συνοψίζονται σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων Costas Mavromoustaki ν. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1065)1 C.L.R. 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 C.L.R. 322 και Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949). Πιο συγκεκριμένα, η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο εάν αποφασιστεί υπέρ του διαδίκου που το εγείρει, αποφασίζεται όλη η υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα αυτής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες όπου τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί τη διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση, όμως, που χρειάζεται να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλέπε Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, Grindlays Bank Limited v. Christodoulos Demetriades & Co Ltd and others
(1987)1 C.L.R. 461 και Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω)). Συνεπώς, η εκδίκαση προδικαστικού ζητήματος είναι εφικτή εάν και εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα και τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά (βλέπε Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 225). Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να επισημάνω ότι στα πλαίσια αίτησης όπως η παρούσα το Δικαστήριο εξετάζει καταρχήν κατά πόσον η περίπτωση είναι τέτοια ώστε το νομικό σημείο που εγείρεται να χρήζει προδικαστικής εκδίκασης και εάν και εφόσον η απάντηση στο πρώτο ερώτημα είναι θετική, να προχωρήσει στην εκδίκαση της ουσίας της προδικαστικής ένστασης. Όπως έχει ήδη σημειωθεί η ένσταση των Καθ' ων η αίτηση αφορά και τα δυο ζητήματα. Εξετάζοντας τις θέσεις των δυο πλευρών όπως αυτές προκύπτουν μέσα από τα δικόγραφα τα οποία καταχώρησαν, την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση και τις συνοδεύουσες αυτές ένορκες δηλώσεις, και λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό της υπόθεσης όπως συνοψίζεται πιο πάνω κρίνω ότι η αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση με τρόπο ώστε να μην δικαιολογείται η έγκρισή της. Απόλυτα σχετική και καθοδηγητική είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ρέα Ανδρονίκου κ.ά. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και τους εξαρτώμενους αυτών, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση αρ. 168/2010, απόφαση ημερομηνίας 24.2.
  1. Η αγωγή είχε καταχωρηθεί την 1.8.2008 με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και οι εφεσείοντες κατεχώρισαν σημειώματα εμφανίσεως στις 7.8.
  2. Οι Εκθέσεις Υπεράσπισης καταχωρήθηκαν στις 7.5.2009, αφού προηγήθηκε αίτηση για απόφαση. Ακολούθησε αποκάλυψη εγγράφων εκ μέρους των εναγόντων και στις 20.11.2009 η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 18.3.2010, πλην, όμως, η ακροαματική διαδικασία δεν ξεκίνησε συνεπεία αίτησης που καταχώρισαν οι εφεσείοντες στις 11.2.2010 ζητώντας διαγραφή της αγωγής ως καταχρηστικής, ισχυριζόμενοι ότι η εφεσίβλητη στερείτο νομικής προσωπικότητας και ότι ήταν ανίκανη να δώσει διοριστήριο δικηγόρου. Αντίστοιχες θέσεις είχαν περιληφθεί στις Εκθεσεις Υπεράσπισης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω της καθυστερημένης υποβολής της, κατάληξη η οποία και αποτέλεσε το αντικείμενο της έφεσης. Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και με αναφορά στην υπόθεση ΧʺΟικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω), το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι αίτηση για εκδίκαση νομικού σημείου δυνάμει της Δ.27 που καταχωρίστηκε μετά που η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση δεν μπορούσε να επιτύχει λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης, και τούτο επί της αρχής που επιβάλλει ότι τέτοιες αιτήσεις καταχωρούνται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα και ότι κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην αίτηση για Οδηγίες. Τονίστηκε δε ότι το έγκαιρο ως προϋπόθεση υφίσταται κατά πάγια αρχή (βλέπε Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D'Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 και Annual Practice 1958), προκύπτει από τον ίδιο το σκοπό της εξαιρετικής αυτής διαδικασίας που έγκειται στην συνοπτική και προδικαστική επίλυση της διαφοράς άπαξ και δια παντός προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε περαιτέρω ότι τέτοιος σκοπός δεν εξυπηρετείται με καθυστερημένες αιτήσεις οι οποίες στην πράξη ανατρέπουν την κανονική πορεία της δίκης. Σε σχέση με τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η καταχώριση της αίτησης όχι απλώς μετά που η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση, αλλά 5 μόνο εβδομάδες πριν από την ημερομηνία ακρόασης, με βέβαιη την ανατροπή της, όπως και έγινε, συνιστούσε αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ήταν ορθή. Παρομοίως, στην ΧʺΟικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω), η αγωγή είχε ορισθεί για μνεία στις 30.6.86 και για ακρόαση στις 28.11.
  3. Στις 6.11.87 ο εφεσείων καταχώρησε αίτηση για προκαταρκτική εκδίκαση των σημείων που εγείρονταν στην Έκθεση Υπεράσπισης σαν νομικών σημείων δυνάμει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση υποβλήθηκε αφού το Δικαστήριο επιλήφθηκε αίτησης για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και κατόπιν του προγραμματισμού της υπόθεσης για ακρόαση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση μεταξύ άλλων λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης. Η έφεση η οποία καταχωρήθηκε σε σχέση με την εν λόγω ενδιάμεση απόφαση απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι η σχετική αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα, καθώς επίσης ότι η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Εφαρμόζοντας τις αρχές που τέθηκαν στις πιο πάνω αναφερόμενες υποθέσεις στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης και χωρίς να εξετάζω την ουσία της προδικαστικής ένστασης, κρίνω ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση, ήτοι πέντε
(5)χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση και μετά που η υπόθεση προγραμματίστηκε σε αρκετές ημερομηνίες για ακρόαση, και τούτο χωρίς να προβάλλεται οποιαδήποτε εξήγηση ή δικαιολογία για την καθυστέρηση αυτή. Τα όσα υποστήριξε ενωρίτερα σήμερα η κα Σούρπη περί προσπαθειών που καταβάλλονταν για διευθέτηση της υπόθεσης δεν προκύπτουν από τον φάκελο του Δικαστηρίου, όπως ούτε και από την ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση. Έτσι, οι όποιες αναφορές της συνηγόρου των Αιτητών δεν θα μπορούσαν να ληφθούν υπόψη και σε κάθε περίπτωση δεν θα ήταν επαρκείς ώστε να δικαιολογηθεί η καταχώρηση της παρούσας αίτησης στο στάδιο αυτό. Να σημειωθεί περαιτέρω ότι η πλευρά των Αιτητών ουδέποτε προώθησε το ζήτημα της έλλειψης δικαιοδοσίας είτε στο στάδιο των οδηγιών είτε μεταγενέστερα και οι όποιες αναβολές είχαν ζητηθεί, αφορούσαν την παραπομπή των επίδικων διαφορών σε διαιτησία, ζήτημα το οποίο εγκαταλείφθηκε σε μεταγενέστερο στάδιο από την πλευρά των ίδιων των Αιτητών. Στα ίδια πλαίσια κρίνω σκόπιμο να κάνω αναφορά στην υπόθεση G.J. Madgon Ltd v. A.L. Metal Trading Ltd
(2001)1 A.A.Δ. 2064, όπου η εφεσείουσα-εναγόμενη καταχώρησε αίτηση για ακύρωση ή παραμερισμό της επίδοσης της αγωγής ισχυριζόμενη έλλειψη δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας των Δικαστηρίων της Κύπρου να εκδικάσουν την αγωγή. Η αίτηση καταχωρήθηκε μετά πάροδο εννέα
(9)μηνών από την καταχώριση του σημειώματος εμφάνισης υπό αίρεση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση επειδή η εφεσείουσα είχε δεχθεί να υπαχθεί στη δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε ότι ζητήματα δικαιοδοσίας θα πρέπει να εγείρονται και εξετάζονται άμεσα και κατά προτεραιότητα και δεν μπορούν να παραμένουν στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον εναγόμενο. Επαναλαμβάνεται ότι στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι προχώρησαν με καταχώρηση Σημειώματος Εμφάνισης χωρίς να εγείρουν οποιοδήποτε ζήτημα ή διαμαρτυρία σχετικά με την προδικαστική ένσταση που εγείρουν στα πλαίσια της υπεράσπισής τους. Παρ' όλο που τα όσα έχω αναφέρει πιο πάνω καθιστούν την αίτηση έκθετη σε απόρριψη, κρίνω ορθό να παρατηρήσω ότι με δεδομένη τη θέση των Εναγομένων - Αιτητών πως η επίδικη διαφορά θα έπρεπε να παραπεμφθεί σε διαιτησία και ότι είχε γίνει τέτοια παραπομπή (ως η παράγραφος 3 της Έκθεσης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης), το κατάλληλο δικονομικό μέτρο θα ήταν η υποβολή αίτησης για αναστολή της αγωγής μέχρι την ολοκλήρωση της διαιτητικής διαδικασίας (βλέπε άρθρο 8 του Κεφ. 4), και όχι η καταχώρηση της παρούσας αίτησης και δη στο στάδιο αυτό. Για όλους τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται, με έξοδα υπέρ των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση και σε βάρος των Εναγομένων - Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι, όμως, πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.) ............... Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.