HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD ν. Σεραφείμ, Αρ. Αγωγής: 3477/09, 13/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup
- on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A410 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3477/09 Μεταξύ: HELLENIC BANK PUBLIC COMPANY LTD Εναγόντων -και- XXXXX Σεραφείμ Εναγομένου 13 Σεπτεμβρίου 2019 Για τον Ενάγοντα: κα Μ. Κωνσταντίνου για Μαρκίδη, Μαρκίδη & Σία, Δ.Ε.Π.Ε., Βελάρης & Βελάρης Δ.Ε.Π.Ε. και Αντώνης Πασχαλίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Εναγόμενο: κ. Ν. Γεωργίου για Καλλής & Καλλής Δ.Ε.Π.Ε ΑΠΟΦΑΣΗ Με την ως άνω αγωγή της η Ενάγουσα διεκδικεί απόφαση για €145.826 συν τόκους, ισχυριζόμενη ότι δυνάμει συμφωνίας ημερ. 8.1.96 ο Εναγόμενος συμμετείχε στο επενδυτικό σχέδιο «investor account» («το σχέδιο») εξ ου και η ίδια άνοιξε επ' ονόματι του τρεχούμενο χρεωστικό ή άλλως επενδυτικό λογαριασμό του οποίου το όριο σταδιακά ανήλθε στις Λ.Κ.80.000, στα πλαίσια της υποχρέωσης της για παροχή δανείων και ή πιστώσεων εν σχέσει με το σχέδιο. Στον λογαριασμό γίνονταν χρεώσεις και πιστώσεις αναλόγως των αγοραπωλησιών μετοχών στις οποίες προέβαινε η Ελληνική Τράπεζα Επενδύσεις Λτδ («ΕΤΕ») ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος του Εναγομένου. Ο λογαριασμός τερματίστηκε στις 23.6.05 και στις 28.2.09 κατέληξε να παρουσιάζει το αξιούμενο υπόλοιπο. Με την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση του ο Εναγόμενος προβάλλει ότι η Ενάγουσα είναι μητρική της ΕΤΕ και ότι υπάλληλοι αυτών τον είχαν παροτρύνει για συμμετοχή στο σχέδιο διαβεβαιώνοντας τον ότι δεν θα είχε οποιαδήποτε ζημιά και ότι θα ενεργούσαν ως καταπιστευματοδόχοι του εμπιστεύματος το οποίο θα δημιουργείτο με τη συμμετοχή του στο επενδυτικό πρόγραμμα. Δέχεται ότι προβλέπετο η παροχή δανείου, ότι το όριο του λογαριασμού αυξήθηκε σταδιακά στις Λ.Κ.80.000 και ότι η Ενάγουσα και ή η ΕΤΕ θα δικαιούντο διάφορα έξοδα και ή αμοιβή αλλά ισχυρίζεται ότι μέχρι το 2005 είχε καταβάλει €86.073 και αργότερα μέχρι το 2008 χρεώθηκε άλλες €67.742 παρανόμως. Ανεξαρτήτως αυτού η θέση του είναι πως η ΕΤΕ ενεργούσε παράνομα εμφανιζόμενη ως χρηματιστής. Ο Εναγόμενος παραδέχεται την πρόνοια περί τόκου 9%, περί δικαιώματος τερματισμού οποτεδήποτε, καθώς και τη δική του υποχρέωση για συνεισφορά εξασφαλίσεων σε ποσοστό 25%. Προβάλλει, όμως, ότι η Ενάγουσα επέβαλε τον διορισμό της ΕΤΕ ως αντιπροσώπου του χωρίς να μπορούσε ο ίδιος να διαπραγματευθεί τον όρο αυτό. Περαιτέρω παραδέχεται την υπογραφή κατά το 2001 νέου πληρεξουσίου προς την ΕΤΕ και εξουσιοδότησης προς την Ενάγουσα εν σχέσει με τον λογαριασμό, καθώς και την ύπαρξη εγγράφου ενεχυρίασης μετοχών από το 1996, προσθέτοντας όμως πως από το 2000 πρότεινε την εκποίηση των μετοχών προς απαλλαγή του και ή εξόφληση και ή περιορισμό των ζημιών του πλην όμως η Ενάγουσα και η ΕΤΕ πέτυχαν τη ρευστοποίηση μετοχών προς τον σκοπό αγοράς μεγάλου αριθμού μετοχών της ATHINA CYPRUS PUBLIC LTD («η Αθηνά») προς εξυπηρέτηση δικών τους συμφερόντων, σε χρόνο που οι ενεχυριασθείσες αξίες υπερέβαιναν κατά πολύ την αξία των υποχρεώσεων του ιδίου. Όταν αργότερα τους «ξέφυγε» ο λογαριασμός απαίτησαν τη σύναψη ασφαλιστηρίου ζωής και την εκχώρηση του προς την Ενάγουσα. Είναι η θέση του πως η βλάβη και ή η ζημιά την οποία υπέστη οφείλεται στην παραβίαση των νομίμων καθηκόντων της Ενάγουσας αφού προέβησαν σε αγορές χωρίς την έγκριση του και καθ' υπέρβαση του περιθωρίου, σε αυξήσεις δανειακού ορίου χωρίς έγκριση του και διαχειρίστηκαν τις μετοχές χωρίς τη δέουσα φροντίδα και επιμέλεια και γενικά ενήργησαν κατά τρόπο αμελή. Ο Εναγόμενος παραδέχεται τις πωλήσεις μετοχών, κατά τα έτη 2007-2008, ισχυριζόμενος ότι έγιναν μετά το κλείσιμο του λογαριασμού και προς βλάβη του ιδίου, αφού ήταν μηδενικής αξίας, κατά παράβαση του καθήκοντος πίστεως και ή επιμέλειας το οποίο είχαν, επιβάλλοντας του την υπογραφή εγγράφων προς απαλλαγή τους από ευθύνη. Επίσης παραδέχεται την παραλαβή κάποιων εγγράφων, πλην όμως ισχυρίζεται ότι ουδέποτε έτυχε πλήρους ενημέρωσης. Συνεπεία δε των παρανόμων πράξεων της Ενάγουσας και της ΕΤΕ ο ίδιος εξαναγκάστηκε και ή πείστηκε να καταβάλει μεταξύ των ετών 1996-2002 το συνολικό ποσό των €176.530 αχρεωστήτως και κατόπιν ψευδών παραστάσεων, το οποίο και ανταπαιτεί, λέγοντας πως οποιοδήποτε ποσό και αν οφείλεται (στην Ενάγουσα), αυτό οφείλεται λόγω δικών τους παρανόμων πράξεων. Στην Απάντηση της η Ενάγουσα μεταξύ άλλων παραδέχεται ότι είναι μητρική εταιρεία της ΕΤΕ, ότι οι μετοχές που αγοράζονταν ενεχυριάζοντο αμέσως προς όφελος της (Ενάγουσας) και ότι η ΕΤΕ ήταν χρηματιστηριακή εταιρεία και μέλος του Χ.Α.Κ. Μαρτυρία Για να αποδείξει την υπόθεση της η Ενάγουσα κάλεσε έξι μάρτυρες, ενώ ο Εναγόμενος δεν προσέφερε μαρτυρία. Η Μ.Ε.1 κα Ζ. Γεωργιάδη, υιοθέτησε τη γραπτή δήλωση της, Έγγραφο Α, στην οποία εξηγεί την ιδιότητα της, δίδει κάποια στοιχεία για την εργοδότρια της Ενάγουσα και στη συνέχεια αναλύει τη διαδικασία ετοιμασίας αναδομημένης κατάστασης λογαριασμού στην οποία προέβη η ίδια αφαιρώντας συγκεκριμένες χρεώσεις. Στα πλαίσια της δήλωσης της παρουσίασε διάφορα σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια 1-7. Κατά την αντεξέταση της επεξήγησε κάποια σημεία της αναδομημένης κατάστασης, Τεκμήριο 5, λέγοντας ότι έχουν αφαιρεθεί κάποιες χρεώσεις (π.χ. προμήθειες). Ο Μ.Ε.2 κ. Χ. Λεωνίδου, υπάλληλος της Ενάγουσας, παρουσίασε τη γραπτή δήλωση του ως Έγγραφο Β. Σε αυτήν αναφέρεται στο ιστορικό υποβολής αίτησης από τον εναγόμενο για συμμετοχή στο επενδυτικό σχέδιο, στην υπογραφή των απαραίτητων εγγράφων, σε βασικές πρόνοιες του, στην παροχή εξασφαλίσεων εκ μέρους του εναγομένου, καθώς και στη λειτουργία του λογαριασμού, την καταγραφή των πράξεων και στον τρόπο ενημέρωσης του πελάτη. Στα πλαίσια της δήλωσης του παρουσίασε διάφορα σχετικά έγγραφα ως Τεκμήρια 8-38. Μεταξύ αυτών είναι τα μεταγενέστερα πληρεξούσια του εναγομένου, συμφωνία ενεχυρίασης, πινακίδια συναλλαγών, καταστάσεις λογαριασμού, διάφορα αιτήματα ή εντολές του εναγομένου, σχετική αλληλογραφία, καταστάσεις χαρτοφυλακίου, επιστολή τερματισμού και εγκύκλιοι της Κεντρικής Τράπεζας. Κατά την κυρίως εξέταση του παρουσίασε ακόμα δύο αιτήσεις για μετατρέψιμα χρεόγραφα ως Τεκμήρια 39 και 40. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι είχε αποσπαστεί από την Ενάγουσα στην ΕΤΕ μεταξύ των ετών 1999-2005 και ότι η ΕΤΕ έγινε μέλος του ΧΑΚ κατά το 1996, αναγνωρίζοντας ότι υπήρξε μια συναλλαγή πριν καταστεί μέλος (1000 μετοχές στις 12.1.96), χωρίς να γνωρίζει ο ίδιος πώς έγινε η πράξη αυτή. Ερωτώμενος για τις μετοχές που είχαν δοθεί ως εξασφάλιση, είπε πως δεν γνώριζε τι έγιναν, ούτε γνώριζε ποιος είχε υπογράψει στη συμφωνία ημερ. 4.1.96 (Τεκμήριο 10). Για το πληρεξούσιο, Τεκμήριο 13, είπε πως είναι γενικό και όχι για μια περίπτωση. Ήταν επίσης η θέση του πως τις εντολές τις λάμβαναν οι χρηματιστές, δεχόμενος ότι ο ίδιος δεν γνώριζε αν ο Εναγόμενος έδωσε εντολές. Γνώριζε όμως ότι γενικά στέλλονταν καταστάσεις ταχυδρομικώς. Αναγνώρισε συνοπτικές καταστάσεις χαρτοφυλακίου για την περίοδο 1996-1999, οι οποίες σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 41-44. Απάντησε σχετικές ερωτήσεις συγκρίνοντας τις εν λόγω καταστάσεις με το Τεκμήριο 15 σε σχέση με τα εγκριθέντα όρια και αναγνώρισε ότι φαινόταν ψηλότερο όριο στα Τεκμήρια 41-44 κατά Λ.Κ.10.000. Αρνήθηκε ότι αυτό το ποσό ήταν συνεισφορά του εναγομένου. Αναγνώρισε όμως ότι είχαν αγοραστεί μετοχές της Αθηνάς, αξίας περίπου Λ.Κ.63.000. Ο Μ.Ε.3 κ. Σ. Νικολάου, είναι τώρα επίσης υπάλληλος της Ενάγουσας. Όπως αναφέρει στη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Γ, στα πλαίσια οδηγιών για εντοπισμό τυχόν ηχογραφημένων εντολών του εναγομένου κατάφερε να εντοπίσει κάποιες. Παρουσίασε σχετικό έγγραφο ως Τεκμήριο 46(β) και δισκάκι ως Τεκμήριο 47(β), καθώς και απομαγνητοφωνήσεις εντολών ως Τεκμήρια 48-51. Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι στην ΕΤΕ εργαζόταν από το 2005 και ότι δεν γνωρίζει τον εναγόμενο, εξηγώντας ότι ταυτοποίησε κάποια ηχογραφημένη εντολή μέσω άλλων στοιχείων (ταυτότητα, λογαριασμός) και εν συνεχεία τις υπόλοιπες μέσω της φωνής του επενδυτή. Οι δε εντολές ήταν καταγραμμένες και σε άλλα μητρώα (historical order). Δέχθηκε πως δεν ήταν ειδικός σε θέματα ήχου. Επί του Τεκμηρίου 52, κατάσταση συναλλαγών, σημειώθηκαν συναλλαγές, για τις οποίες δηλώθηκε ως παραδεκτό ότι υπάρχουν αντίστοιχα πινακίδια συναλλαγών. Ο Μ.Ε.4 κ. Ζ Κούττας, επίσης υπάλληλος της Ενάγουσας, στη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Δ, είπε, μεταξύ άλλων, πως από το 2000 μέχρι το 2002 υπηρετούσε στην ΕΤΕ ως χρηματιστής. Στα πλαίσια αυτά έτυχε σε κάποιες περιπτώσεις να επικοινωνήσει μαζί του ο Εναγόμενος με σκοπό τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών. Ο μάρτυρας εξήγησε τη διαδικασία εντολών προς αγορά μετοχών, καθώς και την αποστολή στους πελάτες των πινακιδίων συναλλαγής, τονίζοντας ότι ποτέ δεν ενήργησε από μόνος του αλλά πάντοτε κατόπιν οδηγιών. Προφορικά εξήγησε πως δεν διαχειρίζοντο το χαρτοφυλάκιο του πελάτη και πως αν είχαν δοθεί οδηγίες για ρευστοποίηση κατά το 2000 θα τις είχαν ακολουθήσει. Πρόσθεσε ότι άκουσε τις ηχογραφημένες εντολές και εξήγησε ότι αναγνώρισε τη δική του φωνή και αυτή του εναγομένου (Τεκμήρια 48-51). Αντεξεταζόμενος δέχθηκε ότι η Ενάγουσα είχε ποσοστό μετοχών στην Αθηνά. Δέχθηκε ότι πριν ακούσει τις ηχογραφήσεις γνώριζε ότι αυτές ήταν σχετικές με την παρούσα αγωγή εναντίον του συγκεκριμένου εναγομένου, τονίζοντας ότι ήρθε στη μνήμη του η φωνή του και επεξηγώντας τις συνομιλίες στα Τεκμήρια 49 και 50. Απέρριψε την υποβολή ότι οι επενδύσεις σε μετοχές στην Αθηνά έγιναν κατόπιν δικής του υπόδειξης για να ανεβεί η αξία της. Σε αυτό το σημείο δηλώθηκαν ως παραδεκτά γεγονότα η επιστολή του ΧΑΚ για την ΕΤΕ και το ενημερωτικό δελτίο για την Αθηνά (Τεκμήρια 53 και 54). Ο Μ.Ε.5 κ. Μ. Χατζημάρκου εργάζεται στο ΧΑΚ για το οποίο ανέφερε πως συστάθηκε το 1994 και οι πρώτες πράξεις έγιναν στις 29.3.96, ενώ πριν γίνονταν κάποιες πράξεις στο Κ.Ε.Β.Ε. Ανεξεταζόμενος είπε πως ο ίδιος εργάζεται στο ΧΑΚ από 8.11.99. Δεν είχε υπόψιν την Κ.Δ.Π.281/95 για την έναρξη ισχύος του βασικού Νόμου. Ο Μ.Ε.6 κ. Α. Γαβριήλ, εργαζόμενος στο Τμήμα Πληροφορικής της Ενάγουσας και υπεύθυνος του συστήματος της ΕΤΕ από το 1998 εξήγησε το Τεκμήριο 46 και ειδικά τον τρόπο καταγραφής των εντολών πριν και μετά τον Οκτώβριο του 2000. Αξιολόγηση Μαρτυρίας - Ευρήματα Παρακολούθησα με κάθε δυνατή προσοχή όλους τους μάρτυρες και είμαι σε θέση να αξιολογήσω τη μαρτυρία και αξιοπιστία τους προς εξαγωγή των αναγκαίων ευρημάτων και συμπερασμάτων. Είναι γεγονός πως όλοι οι μάρτυρες έχουν εμπλακεί στην υπόθεση λόγω της υπηρεσιακής τους σχέσης είτε με την Ενάγουσα είτε με την ΕΤΕ είτε σε μια περίπτωση με άλλους φορείς, όπως το ΧΑΚ,. Όλοι οι μάρτυρες μού έδωσαν την εικόνα προσώπων τα οποία επιθυμούσαν με ειλικρίνεια να θέσουν τα πραγματικά γεγονότα ενώπιον του Δικαστηρίου. Απαντούσαν ευθέως στις ερωτήσεις και σε καμιά περίπτωση δεν διαπίστωσα πρόθεση υπεκφυγής ή προσπάθεια παραπλάνησης. Η πάροδος σημαντικού χρόνου από τα πρωτογενή γεγονότα όντως δεν επέτρεπε σε όλες τις περιπτώσεις την ανάκληση με λεπτομέρεια κάποιων από αυτά αλλά σε όλες τις περιπτώσεις οι μάρτυρες δήλωσαν ευθαρσώς και εντίμως μια τέτοια αδυναμία και τα όσα ανέφεραν σε τέτοιες περιπτώσεις αξιολογούνται δεόντως. Υπάρχουν κάποια σημεία από τη μαρτυρία τους τα οποία δεν γίνονται δεκτά διότι δεν συνάδουν είτε με έγγραφη μαρτυρία είτε με άλλα αξιόπιστα στοιχεία αλλά το γεγονός αυτό δεν επηρεάζει τη συνολική καλή εικόνα που έχω σχηματίσει για όλους. Ειδικά για τους μάρτυρες οι οποίοι συνδέονται με την Ενάγουσα ή τις θυγατρικές της δεν θεωρώ ότι έχουν επηρεαστεί από τη σχέση τους αυτή και δεν διαπίστωσα να έχουν οποιοδήποτε παράπλευρο κίνητρο να αλλοιώσουν τα γεγονότα ή τη μαρτυρία τους. Αναμφίβολα, ενόψει των δικογραφημένων θέσεων και των γεγονότων τα οποία έχουν εν τέλει αμφισβητηθεί κατά την ακρόαση, είναι προφανές πως μεγάλο μέρος αυτών προκύπτουν ως παραδεκτά ή αναντίλεκτα, ως θα διαφανεί από την παράθεση που ακολουθεί. Όπως αναλύεται και στην αγόρευση του εναγομένου, τα θέματα τα οποία αμφισβητεί από πλευράς γεγονότων είναι (
- i)την ύπαρξη εντολών και γνώσης του για τις αγοραπωλησίες μετοχών (συμπεριλαμβανομένων και αυτών στην Αθηνά), (
- ii)την ύπαρξη συγκατάθεσης για αυξήσεις του ορίου και (iii) την υπογραφή του εγγράφου ενεχυρίασης. Τα υπόλοιπα αφορούν νομικά ζητήματα, στα οποία γίνεται αναφορά σε άλλο σημείο της παρούσας. Εν πρώτοις λοιπόν να σημειωθεί πως ο Εναγόμενος δέχεται τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 περί του ότι υπέβαλε την αίτηση του για συμμετοχή στο Σχέδιο στις 4.1.96, πράγμα το οποίο επιβεβαιώνεται και από την ίδια την αίτηση, Τεκμήριο 8. Στην αίτηση αυτή την οποία υπογράφει ο Εναγόμενος εξηγείται, μεταξύ άλλων, πως με την κατάθεση ενός ποσού ή και τη δέσμευση μετοχών η Ενάγουσα παρείχε όριο παρατραβήγματος για χρήση σε χρηματιστηριακές επενδύσεις και όντως δηλώνεται ότι αυτό θα γινόταν σε συνεργασία με τη θυγατρική της χρηματιστηριακή εταιρεία, δηλαδή την ΕΤΕ. Εξ ου και η αίτηση φέρει δύο εγκρίσεις ήτοι μια στις 5.1.96 από την ΕΤΕ και μια στις 8.1.96. Η τελευταία προφανώς προέρχεται από την Ενάγουσα, δεδομένου ότι δεν αμφισβητείται το άνοιγμα λογαριασμού παρατραβήγματος για το εγκριθέν όριο των Λ.Κ.30.000 (όπως ήταν και το αίτημα). Ούτε αμφισβητείται ότι την ίδια μέρα στις 4.1.96, ο Εναγόμενος υπέγραψε ακόμα δύο έγγραφα ήτοι το Πληρεξούσιο Έγγραφο, Τεκμήριο 9 και τη Συμφωνία με την ΕΤΕ, Τεκμήριο 10. Με το Τεκμήριο 9 διόρισε την ΕΤΕ ως πληρεξούσιο αντιπρόσωπο του όπως εξ ονόματος του και για λογαριασμό του προβαίνει σε αγοραπωλησίες, χειρίζεται κάθε θέμα εν σχέσει με αξίες που θα αγοράζοντο, υπογράφει αναγκαία έγγραφα ενεχυρίασης προς όφελος της Ενάγουσας, ανοίγει και χειρίζεται τραπεζικό λογαριασμό, αναλαμβάνοντας ο ίδιος να επικυρώσει τις σχετικές πράξεις της αντιπροσώπου του. Με το Τεκμήριο 10 συμφώνησε στην καταβολή κάποιων δικαιωμάτων στην ΕΤΕ, μεταξύ των οποίων και ετήσιο δικαίωμα διαχείρισης ύψους 0,5% επί της συνολικής κίνησης λογαριασμού ή 1% επί του εγκεκριμένου ορίου αναλόγως ύψους, καθώς και 1% προμήθεια για κάθε πράξη. Ο Εναγόμενος αρνείται ότι υπέγραψε το έγγραφο ενεχυρίασης, Τεκμήριο 11, πλην όμως σε αυτό δεν διαφωνεί η Ενάγουσα. Είναι παραδεκτό από την ίδια πως το έγγραφο αυτό το υπέγραψε εκ μέρους του η ΕΤΕ. Πράγματι στο Τεκμήριο 11 φαίνεται καθαρά πως η ΕΤΕ υπογράφει ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος για λογαριασμό του Εναγόμενου στις 13.11.96. Προφανώς δε, η υπογραφή κατ' εξουσιοδότηση έγινε στη βάση του παλαιότερου πληρεξουσίου ημερ. 4.1.96, Τεκμήριο 9, την υπογραφή του οποίου δεν αμφισβητεί ο Εναγόμενος και το οποίο περιέχει ειδική πρόνοια για ενεχυριάσεις. Σε συμμόρφωση με τα πιο πάνω η Ενάγουσα άνοιξε τον υπ' αρ. .36787 επενδυτικό λογαριασμό επ' ονόματι του Εναγομένου. Σε αυτόν καταχωρίστηκαν αρχικά οι πρώτες οκτώ αγορές μετοχών συνολικής αξίας Λ.Κ.45.771,46, οι οποίες ανταποκρίνονται στα οκτώ πρώτα πινακίδια συναλλαγών (contract notes) του Τεκμηρίου 14(β). Ο ενάγων βέβαια δεν αμφισβητεί τις αγορές αυτές όπως ούτε και το ότι έγιναν με τις οδηγίες του, (αν και προβάλλει πως αφού έγιναν πριν τις 28.3.96 που η ΕΤΕ κατέστη μέλος του ΧΑΚ βάσει του Τεκμηρίου 53 και σχετικού παραδεκτού γεγονότος, συνιστούν παράνομες πράξεις και δεν θα πρέπει να ληφθούν υπόψιν στον λογαριασμό). Οι πιο πάνω πράξεις εμφαίνονται στην κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 4, η οποία είναι η αρχική πριν την αναδομημένη, Τεκμήριο 5, την οποία (αναδομημένη) επεξεργάστηκε και ετοίμασε η Μ.Ε.1. Η αναδομημένη αυτή κατάσταση, με εξαίρεση τις αφαιρέσεις για κάποιες χρεώσεις, είναι πανομοιότυπη με την αρχική κατάσταση λογαριασμού. Θα πρέπει δε να σημειωθεί εξαρχής πως με αυτές τις οκτώ πρώτες αγορές ο λογαριασμός αφέθηκε να υπερβεί το εγκριθέν όριο, αφού πλέον παρουσίαζε χρεωστικό υπόλοιπο ύψους Λ.Κ.45.771,41 την 1.2.96 και μόνο μετά την κατάθεση τεσσάρων επιταγών πλησίασε κάπως το όριο παρουσιάζοντας στις 22.5.96 χρεωστικό υπόλοιπο Λ.Κ.31.919,62. Δεν δόθηκαν περαιτέρω εξηγήσεις για τις καταθέσεις αυτές και ούτε ο Εναγόμενος εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα για τα ποσά αυτά, τα οποία δεν φαίνεται να διασυνδέονται με πωλήσεις μετοχών ή άλλων αξιών. Σημειώνεται πως σε άλλες περιπτώσεις, όταν κατατίθεντο χρήματα από πωλήσεις, αυτό φαίνεται στην αντίστοιχη καταγραφή με ανάλογη ένδειξη και παραπομπή σε αριθμό πινακιδίου συναλλαγής (π.χ. στις 7.3.97 και 12.3.97). Διευκρινίζεται σε αυτό το σημείο πως σύμφωνα με την αποδεκτή και αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.5, υπαλλήλου του ΧΑΚ, οι πρώτες γενικά χρηματιστηριακές πράξεις στο ΧΑΚ διενεργήθηκαν στις 29.3.96. Δέχομαι από τη μαρτυρία του πως προηγουμένως γίνονταν αγοραπωλησίες μετοχών μέσω του Κυπριακού Εμπορικού Βιομηχανικού Επιμελητηρίου (ΚΕΒΕ). Πρόκειται για στοιχεία τα οποία γνώριζε ο Μ.Ε.5 από την υπηρεσιακή σχέση του με το ΧΑΚ και εξάλλου τα όσα έχει αναφέρει παρέμειναν αναντίλεκτα. Όσον αφορά τη χορήγηση εντολών από τον Εναγόμενο οι Μ.Ε.2, 3, 4 και 6 έχουν όλοι αναφερθεί, ανάλογα με τη γνώση του ο καθένας, είτε στις γενικότερες διαδικασίες και πρακτικές είτε στην ειδικότερη συμπεριφορά ή εμπλοκή του ίδιου του Εναγομένου, κατά τρόπον που δεν αφήνεται οποιαδήποτε αμφιβολία ότι ο τελευταίος έδιδε εντολές και είχε πλήρη γνώση τόσο του λογαριασμού όσο και του χαρτοφυλακίου του. Πέραν της μαρτυρίας ότι και ο Εναγόμενος λάμβανε τις τριμηνιαίες καταστάσεις, τις συνοπτικές καταστάσεις ενώ από το 2000 και τα πινακίδια συναλλαγών, υπάρχουν και άλλα ουσιώδη στοιχεία μαρτυρίας τα οποία επιβεβαιώνουν την πιο πάνω κατάληξη, ως εξηγείται κατωτέρω και τα οποία σε τίτλους είναι: 1. Οι επιστολές του προς την Ενάγουσα 2. Οι αποσύρσεις χρημάτων 3. Οι πληρωμές στον λογαριασμό 4. Η παραλαβή καταστάσεων 5. Οι ηχογραφημένες εντολές 6. Η μεταγενέστερη υπογραφή πληρεξουσίων Κατ' αρχάς θα πρέπει προς την πιο πάνω κατεύθυνση να σημειωθεί η ύπαρξη των πέντε χειρόγραφων επιστολών του εναγομένου, τις οποίες δεν αμφισβητείται ότι απέστειλε ο ίδιος μέσω τηλεομοιοτύπου. Φέρουν άλλωστε όλες ένδειξη προέλευσης από συσκευή της εταιρείας Polygon Ltd, την οποία είχε δηλώσει ως εργοδότη του κατά την υποβολή της αίτησης. Πρόκειται για πέντε επιστολές μεταξύ 9.11.99 έως 24.4.00 και έχουν ειδικότερα (κατά χρονολογική σειρά) ως εξής: - Τεκμήριο 40 ημερ. 9.11.99 Με την οποία ζητά από την ΕΤΕ να προχωρήσει με τη μετατροπή 1000 ομολόγων της Τράπεζας Κύπρου (B.O.C.) σε μετοχές. - Τεκμήριο 18 ημερ. 15.12.99 Με την οποία ζητά από την ΕΤΕ να προχωρήσει με τη διευκόλυνση των Λ.Κ.80.000 και να αιτηθεί δύο ιδιωτικές τοποθετήσεις μετοχών ύψους Λ.Κ.40.000 εκάστη από τις εταιρείες Mallouppas & Papacostas και Logicom. - Τεκμήριο 16 ημερ. 12.1.00 Με την οποία ζητά από την ΕΤΕ την αύξηση του ορίου στον επενδυτικό του λογαριασμό από Λ.Κ.40.000 σε Λ.Κ.80.000. - Τεκμήριο 20 ημερ. 24.4.00 Με την οποία ζητά από την ΕΤΕ να προχωρήσει με την έκδοση επιταγής ύψους Λ.Κ.30.000 από τον επενδυτικό λογαριασμό του ή να μεταφέρουν το πιο πάνω ποσό στον τρεχούμενο λογαριασμό του με την Ενάγουσα. - Τεκμήριο 22 ημερ. 17.5.2000 Με την οποία ζητά από την ΕΤΕ να μεταφέρει ποσό Λ.Κ.17.500 και πάλι στον τρεχούμενο λογαριασμό του με την Ενάγουσα. Οι αξίες οι οποίες αναφέρονται στο Τεκμήριο 40 αποτελούν ομόλογα τα οποία ο ίδιος είχε παραχωρήσει ως εξασφάλιση και εμφαίνονται στην Κατάσταση Μεταβολών (Adjustments List) της περιόδου 1.1.96 έως 31.12.96, Τεκμήριο 15(β) και σε επόμενες παρόμοιες καταστάσεις. Μετοχές και δικαιώματα των εταιρειών Mallouppas και Logicom ως είχε ζητήσει στο Τεκμήριο 18 όντως αγοράστηκαν στις 7.1.00 με ιδιωτική τοποθέτηση ως επιβεβαιώνεται από την αντίστοιχη Κατάσταση Μεταβολών της περιόδου 1.1.00 έως 31.3.00. Η επιστολή αυτή, καθώς και η πραγματοποίηση της αγοράς επιβεβαιώνει τους μάρτυρες ότι ζητούσε τη μεσολάβηση της ΕΤΕ και για τέτοιες πράξεις. Το δε αίτημα για αύξηση του ορίου σε Λ.Κ.80.000, το οποίο κατ' ουσίαν υπέβαλε πιο εξειδικευμένα με το Τεκμήριο 16 (έστω και κάπως ετεροχρονισμένα) σαφέστατα εγκρίθηκε στις 14.1.00, ως συνάγεται από το Τεκμήριο 17. Είναι φανερό πως η Ενάγουσα προχώρησε εγκρίνοντας πληρωμές στις 7.1.00 ενεργώντας στη βάση του Τεκμηρίου 18, εξ ου και οι προηγηθείσες χρεώσεις στον λογαριασμό, Τεκμήριο 4, από τις 17.12.99 με Λ.Κ.40.000 (Mallouppas) και Λ.Κ.4.000 (Logicom), οπότε το χρεωστικό υπόλοιπο πλέον ανήλθε στις Λ.Κ.83.995. Ακολούθως, όσον αφορά τη γνώση του, χαρακτηριστικά ακόμα είναι τα Τεκμήρια 20 και 22 με τα οποία στην πραγματικότητα απέσυρε χρήματα από τον επενδυτικό του λογαριασμό. Να σημειωθεί βέβαια πως υπάρχει και μεταγενέστερη απόσυρση ποσού Λ.Κ.12.139 στις 4.10.00, ως εμφαίνεται επίσης στο Τεκμήριο 4, για την οποία βάσιμα δύναται να λεχθεί πως θα υπήρξε κάποια ανάλογη διαδικασία. Κατ' ανάλογον τρόπο βέβαια είναι και οι πληρωμές οι οποίες έγιναν στον λογαριασμό, τις οποίες όχι μόνο δεν αρνείται ο Εναγόμενος, αλλά αντιθέτως τις επικαλείται στο δικόγραφο του δεχόμενος ότι κάθε έτος κατά τα έτη 1996-2002 κατέβαλλε διάφορα ποσά τα οποία συμποσούνται στο συνολικό ποσόν των Λ.Κ.103,234 ή €176.530, το οποίο ανταπαιτεί. Θα ήταν εξίσου παράλογο να έχει προβεί σε σειρά πληρωμών σε ένα λογαριασμό χωρίς να έχει γνώση ή έχοντας παράπονα για την ενημέρωση του. Προφανώς γνώριζε και τις αγοραπωλησίες, καθώς και τα υπόλοιπα του, οπότε και προσπαθούσε να τηρείται το όριο και οι εξασφαλίσεις, μέσω των πληρωμών αυτών, έχοντας ο ίδιος υπόψιν τις υποδείξεις της Ενάγουσας ή της ΕΤΕ, καθώς και τις προγραμματιζόμενες (τότε) επενδυτικές του κινήσεις. Όλες οι πληρωμές αυτές ανταποκρίνονται στις πιστώσεις λογαριασμού που εμφαίνονται στα Τεκμήρια 4 και 5. Αυτό όμως το οποίο σφραγίζει τελειωτικά την πλήρη γνώση του Εναγομένου είναι το ότι ο ίδιος κατείχε και προσκόμισε κατά την αντεξέταση μαρτύρων Συνοπτικές Καταστάσεις του Χαρτοφυλακίου του, οι οποίες περιέχουν αναφορές και στα υπόλοιπα του επενδυτικού λογαριασμού. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 41 - 44 τα οποία αφορούν τα έτη 1996 - 1999 αντίστοιχα. Σημειώνεται πως στις δύο πρώτες, ήτοι στα Τεκμήρια 41 και 42 αναφέρεται ως όριο του επενδυτικού λογαριασμού το ποσό των Λ.Κ.40.000. Έτσι εξηγείται και επιβεβαιώνεται η γνώση του Εναγομένου και για αυτό το θέμα. Στην πραγματικότητα με αυτό το όριο λειτουργούσε από την πρώτη σχεδόν στιγμή ο λογαριασμός. Γι΄ αυτό δεν δημιουργήθηκαν οποιαδήποτε προβλήματα από υπερβάσεις (πέραν του ορίου των 30.000) και για αυτό ο Εναγόμενος, όταν αργότερα κατά το 2000 υπέβαλε το κανονικό αίτημα για αύξηση, ζήτησε να αυξηθεί από Λ.Κ.40.000 σε Λ.Κ.80.000 το όριο. Το γεγονός ότι κατέγραψε στην επιστολή του, Τεκμήριο 16, το ποσό των Λ.Κ.40.000 σημαίνει πως γνώριζε ότι αυτό ήταν το όριο. Πέραν των πιο πάνω όμως υπάρχει και η μαρτυρία η οποία αναφέρεται σε ηχογραφημένες εντολές του Εναγομένου, η οποία σαφώς ενισχύει την πιο πάνω κατάληξη. Δεν έχει αμφισβητηθεί και δέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 πως η ΕΤΕ διατηρούσε από τον Οκτώβριο του 1999 ηχογραφικό σύστημα καταγραφής τηλεφωνικών εντολών. Ο Μ.Ε.3 ενόσω εργοδοτείτο στην ΕΤΕ είχε υπό την ευθύνη του το καταγραφικό σύστημα και κατά την ακρόαση έλαβε οδηγίες να ελέγξει στη βάση του Τεκμηρίου 46(β) τις παλαιές καταγραφές σε δισκέτες και να προσπαθήσει να εντοπίσει εντολές του εναγομένου. Όπως και ο ίδιος εξήγησε, οι ηχογραφημένες εντολές ήταν αρχειοθετημένες ανά ημέρα, δηλαδή όλων των επενδυτών και για αυτό απαιτήθηκε μακρύς χρόνος ακροάσεων για να εντοπίσει κάποιες από αυτές που αφορούσαν τον Εναγόμενο. Εννοείται βέβαια ότι ο Μ.Ε.3 δεν είχε ακούσει τον εναγόμενο οποτεδήποτε προηγουμένως και βέβαια ούτε να δίδει εντολή. Αυτό το οποίο αναζητούσε ήταν στην πραγματικότητα ηχογραφημένη εντολή με βάση τα ηχογραφηθέντα στοιχεία του επενδυτή ή άλλα στοιχεία της συζήτησης τα οποία να συνάδουν με καταγραφείσες εντολές στο Τεκμήριο 46(β), δηλαδή η οποία να σχετίζεται με την παρούσα υπόθεση. Εργαζόμενος με αυτό τον τρόπο ο Μ.Ε.3 εντόπισε πρώτα τη συνομιλία ημερ. 20.5.02 στην οποία αναφερόταν αριθμός ταυτότητας και αριθμός λογαριασμού, οι οποίοι ταυτίζοντο με τα αντίστοιχα προσωπικά στοιχεία του Εναγομένου και στη συνέχεια βάσει της φωνής σε αυτή την πρώτη συνομιλία εντόπισε άλλες τρεις εντολές με ημερομηνίες 30.11.01, 5.3.02 και 12.3.02. Κατέγραψε και τις τέσσερις στο δισκάκι [Τεκμήριο 47(β)] και με βοήθεια άλλων ετοίμασε τις τέσσερις απομαγνητοφωνήσεις που σημειώθηκαν ως Τεκμήρια 48 - 51 κατά χρονολογική σειρά των αποδιδόμενων εντολών. Έχοντας εξετάσει με ιδιαίτερη προσοχή τη μαρτυρία του Μ.Ε.3 δεν διατηρώ οποιαδήποτε αμφιβολία πως οι περιεχόμενες στο δισκάκι συνομιλίες αποτελούν πιστή αναπαραγωγή ηχογραφημένων συνομιλιών οι οποίες έγιναν κατά τις ημερομηνίες που ανέφερε ο μάρτυρας, χωρίς οποιαδήποτε εξωτερική δική του ή άλλου προσώπου παρέμβαση. Σημειώνω προς τούτο πως το Τεκμήριο 47(α) συνιστά πιστοποιητικό δυνάμει του άρθρου 35
(3)του περί Αποδείξεως Νόμου και ότι βάσει αυτού οι ηχογραφημένες εντολές που έχουν παρουσιαστεί συνιστούν μέρος του αρχείου του καταγραφικού συστήματος, κάτι που δεν έχει αμφισβητηθεί. Έχοντας δε στη διάθεση μου και συγκρίνοντας τις ηχογραφήσεις με τα γραπτά κείμενα (απομαγνητοφωνήσεις) δέχομαι επίσης πως έχουν καταγραφεί πιστά στην έντυπη μορφή τα περιεχόμενα, πράγμα το οποίο επίσης παρέμεινε αναντίλεκτο, ενώ στην αγόρευση του Εναγομένου δηλώθηκε πως αποτυπώνουν τις συζητήσεις που υπάρχουν στις ηχογραφήσεις. Είναι αυτονόητο πως το ίδιο το Δικαστήριο είναι σε πολύ καλή θέση να διαπιστώσει το περιεχόμενο των συνομιλιών είτε στην ηχητική είτε στη γραπτή τους μορφή. Συνεπώς δεν έχει οποιαδήποτε σημασία ή βαρύτητα το γεγονός ότι ο ίδιος ο Μ.Ε.3 είδε και ανέφερε την ύπαρξη αριθμών ταυτότητας και λογαριασμού, αφού αυτό είναι στοιχείο το οποίο συνάγεται από τα ίδια τα τεκμήρια. Άλλωστε και η δική του μαρτυρία περιορίστηκε στο ότι είδε και αναγνώρισε (ταυτοποίησε) την ταυτότητα και τον λογαριασμό με τα στοιχεία του Εναγομένου στην παρούσα, όπως τα είχαν στον φάκελο της Ενάγουσας. Προσθέτω βέβαια πως στο ίδιο τεκμήριο υπάρχει και αναφορά στο μικρό όνομα του επενδυτή, το οποίο επίσης ταυτίζεται. Ούτε βέβαια ο Μ.Ε.3 είναι ειδικός σε θέματα ηχητικής αναγνώρισης και ούτε έχει αναφερθεί σε σχετική εμπειρία και κυρίως δεν έχει προβάλει ότι είχε γνώση της φωνής του εναγόμενου, ούτως ώστε να υπάρχει υπόβαθρο ακουστικής αναγνώρισης. Κατά συνέπεια ούτε στην άποψη του για τις άλλες τρεις συνομιλίες δύναται να δοθεί οποιαδήποτε βαρύτητα και δεν μπορεί βάσει της δικής του μαρτυρίας να εξαχθεί συμπέρασμα ότι ο ομιλών επενδυτής στις τέσσερις συνομιλίες είναι ο Εναγόμενος. Συνεπώς οι αρχές των υποθέσεων Davies v. R.
(2004)EWCA Crim 2521 και R. Flynn and ST. John
(2008)2 Cr. App. Rep. 20 δεν τυγχάνουν εφαρμογής και δεν απαιτείται εκτενέστερη αναφορά. Τα πράγματα όμως διαφέρουν εν σχέσει με τον Μ.Ε.4 και τη σχετική μαρτυρία του. Ο εν λόγω μάρτυρας δεν είναι άσχετος με τη διαδικασία εντολών. Κατά το διάστημα Μαρτίου 2000 έως τον Οκτώβριο του 2002 εργαζόταν στην ΕΤΕ και ήταν εγκεκριμένος χρηματιστής. Όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό Τεκμήριο 46(α), καθώς και από την αξιόπιστη μαρτυρία του Μ.Ε.6, υπεύθυνου στο Τμήμα Πληροφορικής, το Τεκμήριο 46(β) είναι επίσης μέρος του αρχείου της Ενάγουσας και ο Μ.Ε.4 φρεσκάροντας από αυτό τη μνήμη του (εκτός δικαστηρίου) ήταν σε θέση αργότερα να βεβαιώσει και καταθέσει ότι ήταν ένας από τους χρηματιστές που είχαν λάβει και εκτελέσει κάποιες από τις περιεχόμενες στο εν λόγω τεκμήριο εντολές. Κατ' ακρίβειαν το όνομα του Μ.Ε.4 αναγράφεται δίπλα από όλες τις εντολές μεταξύ 1.11.00 έως 10.12.01 (εκτός από μια στις 25.5.01) τις οποίες και εκτέλεσε ο ίδιος. Ήταν ευλόγως αναμενόμενο ότι δεν θα ενθυμείτο τις λεπτομέρειες όλων των εντολών τις οποίες έλαβε και εκτέλεσε κατά το πιο πάνω διάστημα, πλην όμως επιβεβαίωσε την ορθότητα του Τεκμηρίου 46(β) και το πιο σημαντικό είναι ότι αναγνώρισε τις φωνές στις ηχογραφημένες συνομιλίες και εντολές. Ακόμα και εάν υπήρχε περίπτωση κάποιος να είναι διστακτικός για την αναγνώριση από τον ίδιο της ταυτότητας του συνομιλητή του, σίγουρα δεν είναι δυνατό να υπάρχουν αμφιβολίες για την αναγνώριση των συνομιλιών και της γνησιότητας του περιεχομένου τους μέσω της αναγνώρισης της δικής του φωνής και της επιβεβαίωσης ότι είχε βιώσει τις συνομιλίες αυτές, με κάποιον επενδυτή στα πλαίσια της εργασίας του ως χρηματιστής στην ΕΤΕ. Εδώ ακριβώς έγκειται η διαφορά με τον Μ.Ε.3. Ο Μ.Ε.4 δεν προβαίνει σε ηχητική αναγνώριση αγνώστων ή άσχετων φωνών προς τον ίδιο. Στην πραγματικότητα αναγνωρίζοντας τη δική του φωνή αναγνωρίζει τα διαμειφθέντα, βεβαιώνοντας ότι πρόκειται για συνομιλία στην οποία συμμετείχε ο ίδιος, δηλαδή βεβαιώνει γεγονότα τα οποία έχει βιώσει ο ίδιος (κάτι για το οποίο - εννοείται - ότι δεν απαιτείται να είναι ειδικός). Συνεπώς το μόνο ερώτημα είναι κατά πόσον ο επενδυτής συνομιλητής του είναι ο Εναγόμενος. Ο Μ.Ε.4 πολύ έντιμα δέχθηκε πως πριν τη μαρτυρία του τον ενημέρωσαν ότι θα καταθέσει για αυτή την υπόθεση, καθώς και για το ότι του έστελναν το δισκάκι να το ακούσει. Ήξερε δηλαδή εκ των προτέρων ποιόν εναγόμενο αφορούσε το ηχητικό που τού έστειλαν. Δεν θεωρώ όμως ότι αυτό αναιρεί κάτι από τη δυναμική και την πειστικότητα της μαρτυρίας του. Παρακολουθώντας τον είμαι βέβαιος πως ανακάλεσε στη μνήμη του τις συνομιλίες του με τον εναγόμενο αναγνωρίζοντας τη φωνή του σε όλες, όπως ακριβώς το έθεσε και ο ίδιος («. έστω και μετά από 18 χρόνια ήρθε στη μνήμη μου»). Εν πάση περιπτώσει είναι αυτονόητο πως ούτε για αυτόν τον μάρτυρα τίθεται θέμα ειδικών προσόντων ή σπουδών σε θέματα ηχητικής αναγνώρισης. Ανεξαρτήτως όμως της σαφούς τοποθέτησης του και με δεδομένο ότι οι συνομιλίες είναι γνήσιες, το πιο σημαντικό βέβαια και συνάμα επιβεβαιωτικό της μαρτυρίας του Μ.Ε.4 είναι πως πλήθος στοιχείων περιεχομένων στις παρουσιασθείσες συνομιλίες συνάδουν απολύτως με το Ιστορικό Εντολών, Τεκμήριο 46(β) και την πορεία του επίδικου λογαριασμού. Θα ήταν ακραία σύμπτωση ή και παράλογο ακόμα να θεωρηθεί πρώτον ότι κάποιος άλλος τρίτος τηλεφωνούσε στον Μ.Ε.4, συζητούσε και έδιδε εντολές και δεύτερον ότι έτυχε αυτές οι συζητήσεις και οδηγίες να συνάδουν απολύτως με το υφιστάμενο χαρτοφυλάκιο του εναγομένου καθώς και τη μετέπειτα πορεία του. Ενδεικτικά σημειώνονται τα εξής: - Στη συνομιλία ημερ. 30.11.01, Τεκμήριο 48, γίνεται σαφώς συζήτηση για μετοχές της Αθηνάς, ο Μ.Ε.4 λέει ότι η τιμή άνοιξε στα 21,1 και έβαλε (ζήτησε να αγοράσει εννοεί) στα 21 εκ μέρους του επενδυτή εκφράζοντας την άποψη ότι και μέχρι 22 θα ήταν καλά, οπότε ο επενδυτής αφού εκτιμά ότι θα ανεβεί η τιμή, αναφέρει ότι το αφήνει στην ευχέρεια του Μ.Ε.4. Εξετάζοντας τώρα το Τεκμήριο 46(β) διαπιστώνεται ότι στις 30.11.01 τοποθετήθηκαν στο ΧΑΚ πέντε εντολές μεταξύ των ωρών 11.30 έως 11.44 για αγορά 100.000 μετοχών (5 Χ 20.000) σε τιμές 21, 22, 21,5, 21,7 και 21,9, δηλαδή σε τιμές οι οποίες εμπίπτουν στο εξυπακουόμενο εύρος για το οποίο είχε συμφωνήσει ο επενδυτής. - Στη συνομιλία ημερ. 5.3.02, Τεκμήριο 49 και πάλι συζητούν για μετοχές στην Αθηνά, ήτοι σε ποια τιμή να ζητήσουν αγορά (αφού και την προηγούμενη μέρα είχαν αγοράσει) και καταλήγουν να ζητήσουν με όριο τιμής (limit) στο 18,6, τον επενδυτή να εγκρίνει τα πιο πάνω, να καταλήγουν σε αριθμό 10.500 μετοχών και τον επενδυτή να λέει ότι θα ξαναμιλήσουν αργότερα αναλόγως. Βλέποντας το Τεκμήριο 46(β) επιβεβαιώνεται η αγορά τέτοιων μετοχών και κατά την προηγούμενη μέρα και κυρίως ότι στις 5.3.02 δόθηκαν όντως εντολές για αγορά μετοχών της Αθηνάς σε τιμές αρχικά 10.500 μετοχές προς 18,6 και αργότερα άλλες 10.500 προς 19. - Στη συνομιλία ημερ. 12.3.02, Τεκμήριο 50, οι συνομιλητές αναφέρονται αρχικά σε μια πώληση που είχε μεσολαβήσει και στη συνέχεια ο Μ.Ε.4 ενημερώνει πως ήταν ακριβώς εκείνη τη στιγμή στη διαδικασία αγοράς 3.000 μετοχών της Αθηνάς προς 19,8, δίδοντας στον επενδυτή κάποιες πληροφορίες για την πώληση μετοχών της Multichoice που είχε γίνει την προηγούμενη μέρα. Η αντιπαραβολή με το Τεκμήριο 46(β) καταδεικνύει ακριβώς πως την προηγούμενη μέρα είχαν πωληθεί 2.000 μετοχές της MCC (Multichoice) και ότι στις 12.3.02 πράγματι δόθηκε μεταξύ άλλων εντολή για αγορά 3.000 μετοχών της Αθηνάς σε τιμή 19,8, δηλαδή και πάλι υπάρχει πλήρης ταύτιση. - Στη συνομιλία ημερ. 20.5.02, Τεκμήριο 51, καταλήγουν σταδιακά να πωλήσουν 36.000 δικαιώματα (warrants) της Τράπεζας Κύπρου σε τιμή 50 και συμφωνούν να αγοράσουν κάποιες άλλες μετοχές όπως Louis και Αθηνά σε τιμές 19,9 και 16,4 αντίστοιχα, καθώς και CLL. Στο Τεκμήριο 46(β) διαπιστώνεται και πάλι ότι στις 20.5.02 δόθηκαν εντολές πώλησης κλιμακωτά για 36.000 BOCW, δηλαδή ακριβώς όπως ήταν η συνομιλία, καθώς και αγορές μετοχών CLL, Αθηνάς και Louis, δηλαδή ακριβώς όπως ήταν οι οδηγίες του επενδυτή. Συνεκτιμώντας τα πιο πάνω, εν σχέσει με τις ηχογραφημένες εντολές, το μόνο εύλογο συμπέρασμα είναι πως ο συνομιλητής του Μ.Ε.4 ήταν πρόσωπο το οποίο γνώριζε πολύ καλά το χαρτοφυλάκιο στο οποίο αφορά η παρούσα υπόθεση και είναι παράλογο έως εξωπραγματικό να γίνει δεκτή η εισήγηση πως κάποιος τρίτος τηλεφωνούσε στον Μ.Ε.4 και προέβαινε σε τόσο λεπτομερείς συζητήσεις, δίδοντας τις οδηγίες που έδωσε. Χωρίς οποιονδήποτε ενδοιασμό καταλήγω πως ο συνομιλητής στις επίμαχες ηχογραφήσεις ήταν ο ίδιος ο Εναγόμενος. Η ουσία, όπως έχει ήδη λεχθεί, είναι πως από (
- i)τις επιστολές, (
- ii)την απόσυρση χρημάτων, (iii) τις πληρωμές από τον ίδιο (
- iv)τις συνοπτικές καταστάσεις που κατείχε ο ίδιος και (
- v)τις ηχογραφημένες συνομιλίες συνάγεται το αναπόδραστο συμπέρασμα πως ο Εναγόμενος ήταν πλήρως ενήμερος για το χαρτοφυλάκιο του και τον λογαριασμό του, καθώς και ότι οι αγοραπωλησίες πραγματοποιούντο με τις οδηγίες του και εν γνώσει του σε όλες τις περιπτώσεις. Πλήρη επιβεβαίωση του ως άνω συμπεράσματος αποτελεί και το ότι ο Εναγόμενος στις 22.11.01 υπέγραψε ακόμα δύο πληρεξούσια έγγραφα, τα Τεκμήρια 12 και 13. Με το πρώτο εξουσιοδοτούσε την ΕΤΕ να χειρίζεται λογαριασμούς, να υπογράφει μεταβιβάσεις, να ενεχυριάζει, να χειρίζεται τον λογαριασμό Αποθετηρίου και γενικά να ενεργεί ως αντιπρόσωπος του σε σχέση με τις κινητές αξίες. Με το δεύτερο εξουσιοδοτούσε την Ενάγουσα για το άνοιγμα λογαριασμού διαπραγμάτευσης στον οποίο η ίδια να ενεργούσε ως εμπιστευματοδόχος και υπ' αυτή την ιδιότητα αναλάβει τις αξίες τις οποίες κατείχε ο ίδιος κατά τον χρόνο εκείνο. Τα Τεκμήρια 27-29 συνιστούν επιστολές της Ενάγουσας ημερ. 19.5.03, 5.5.05 και 30.5.05 αναφορικά με τον επίδικο λογαριασμό, τα υπόλοιπα του και την αναγκαιότητα κάλυψης της διαφοράς που υπήρχε στην εξασφάλιση του λογαριασμού. Το Τεκμήριο 30 είναι η επιστολή τερματισμού ημερ. 23.6.05, με την οποία η Ενάγουσα απαίτησε και την πληρωμή του υπολοίπου συν τόκους. Το Τεκμήριο 31 ημερ. 23.3.09 ήταν η προειδοποίηση για τη λήψη δικαστικών μέτρων. Εννοείται βέβαια πως το ποσό το οποίο αναφέρεται στο Τεκμήριο 31, ήτοι Λ.Κ.84.290,59 ή €144.019,03 συνάδει με τη μη αναδομημένη κατάσταση, δηλαδή το Τεκμήριο 4. Εν σχέσει με την αρχική αυτή κατάσταση δεν έχω οποιαδήποτε αμφιβολία ότι τηρείτο δεόντως από την Ενάγουσα και ότι σε αυτή περιλαμβάνονται καταγραφές κατ' αντιστοιχία όλων των συναλλαγών και δοσοληψιών που είχε ο Εναγόμενος κατά τη διάρκεια της λειτουργίας του λογαριασμού. Άλλωστε σε σχέση με την τήρηση του λογαριασμού δεν ηγέρθη οποιοδήποτε ζήτημα από πλευράς υπεράσπισης με εξαίρεση κάποιο ποσό ύψους Λ.Κ.10.000 στις 21.6.96, καθώς και το θέμα των υπερχρεώσεων. Ως προς το πρώτο θέμα υπήρξε υποβολή προς τον Μ.Ε.2 ότι το ποσό των Λ.Κ.10.000 που φαίνεται ως πίστωση στο Τεκμήριο 45, (την κατάσταση τρεχουμένου που είχε ο Εναγόμενος) είναι χρήματα τα οποία κατέθεσε ο Εναγόμενος και ότι ουδέποτε αγοράστηκαν με αυτά τα χρήματα ομόλογα (bonds) της Η.Β ως είχε καταγραφεί στο Τεκμήριο 45. Θα πρέπει να παρατηρήσω πως η ίδια πίστωση εμφαίνεται και στην κατάσταση την οποία παρουσίασε η Ενάγουσα, ήτοι το Τεκμήριο 4. Μεταξύ Τεκμηρίων 4 και 45 είναι γεγονός πως υπάρχουν κάποιες διαφορές αλλά αυτές εστιάζονται στη σειρά με την οποία καταγράφονται οι χρεοπιστώσεις εκείνης της ημερομηνίας. Η ουσία είναι πως ο λογαριασμός παρουσίαζε υπόλοιπο Λ.Κ.31.919,62 και υπήρχε χρέωση Λ.Κ.10.000 για Η.Β. Bonds Appl. και ακολούθως την ίδια μέρα πίστωση για το ίδιο ποσό, οπότε επανήλθε και πάλι στο ίδιο υπόλοιπο των Λ.Κ.31.919,62. Ενδεχομένως να είχαν δοθεί οδηγίες για κάποια πράξη, οι οποίες αργότερα ανακλήθηκαν την ίδια μέρα. Πάντως δεν υπήρξε οποιαδήποτε διαφοροποίηση του υπολοίπου. Ο Μ.Ε.2 βλέποντας τις καταστάσεις επιβεβαίωσε πως δεν υπήρξε αγορά εκείνη τη μέρα. Η θέση συνεπώς ότι οι Λ.Κ.10.000 ήταν συνεισφορά του Εναγομένου παρέμεινε μόνο σε επίπεδο υποβολής και είναι αστήρικτη από πλευράς μαρτυρίας ενώ περαιτέρω διαψεύδεται από τις καταγραφές σε όλες τις καταστάσεις λογαριασμού. Ούτε βέβαια είναι δυνατό να συσχετίζεται ο πιο πάνω λογιστικός αντιλογισμός με την αύξηση του ορίου του λογαριασμού από Λ.Κ.30.000 σε Λ.Κ.40.000 για την οποία έγινε ήδη αναφορά προηγουμένως. Όπως έχει εξηγηθεί, το γεγονός ότι η πιο πάνω αύξηση ορίου καταγράφεται στις καταστάσεις τις οποίες παραλάμβανε ο Εναγόμενος (τουλάχιστον από το 1997-1998) επιβεβαιώνει ότι είχε προηγηθεί ένα τέτοιο όριο των Λ.Κ.40.000 πριν την αύξηση στο τελευταίο όριο των Λ.Κ.80.000, ασχέτως αν κάτι τέτοιο στις μεταγενέστερες καταστάσεις, Τεκμήριο 15(α) φαίνεται μόνο μετά τις 30.6.99. Όσον αφορά το υπόλοιπο του λογαριασμού δέχομαι τη μαρτυρία της Μ.Ε.1 ότι προέβη σε ετοιμασία αναδομημένης κατάστασης, βασιζόμενη στο Τεκμήριο 4. Στην ουσία αφαίρεσε όλες τις χρεώσεις προμηθειών, όλα τα διαχειριστικά έξοδα (study fees), καθώς και κάθε ανατοκισμό, στηριζόμενη ως προς το ποσοστό επιτοκίου στις σχετικές εγκυκλίους της Κεντρικής Τράπεζας για τις αντίστοιχες χρονικές περιόδους. Στη βάση αυτών υπολόγισε - τόκο 8,5% ετησίως μέχρι 16.3.97 βάσει του Τεκμηρίου 7, τόκο 8% ετησίως από 17.3.97 βάσει του Τεκμηρίου 6 και - τόκο 9% από τον τερματισμό στις 23.6.05 με αποτέλεσμα το οφειλόμενο ποσό να διαμορφωθεί σε €191.261,41 συν τόκους 9% ετησίως επί ποσού €100.202,44 από 1.1.18 ως αναλύεται στο Τεκμήριο 5. Νομική Πτυχή Όσον αφορά τη νομική πτυχή της υπόθεσης το πρώτο θέμα το οποίο προωθεί με την αγόρευση του ο Εναγόμενος εστιάζεται στη θέση ότι ενόψει ρητών προνοιών του περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Ν.66
(1)/97 η Ενάγουσα δεν μπορούσε να χορηγήσει πιστωτικές διευκολύνσεις σε μη υπάλληλο της πέραν των Λ.Κ.50.000 προς υποβοήθηση αγοράς δικών της μετοχών ή μετοχών της θυγατρικής εταιρείας Αθηνά. Η εισήγηση αυτή αποσκοπεί στο να καταδείξει ότι η αρχική σύμβαση μολύνεται από παρανομία και είναι ακυρώσιμη ή άκυρη εξ υπαρχής βάσει του άρθρου 23 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149. Παρέλκει οποιοδήποτε σχόλιο για την εισήγηση περί ακυρώσιμης σύμβασης δεδομένου ότι ο ίδιος ο Εναγόμενος έχοντας γνώση για όλα τα περιστατικά δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια ακύρωσης της σύμβασης, αν πίστευε ότι αυτή ήταν η περίπτωση. Παράλειψη βέβαια η οποία έχει και τη σημασία της στη βασιμότητα της εισήγησης, η οποία δεν γίνεται δεκτή (βλ. άρθρο 19 του περί Συμβάσεων Νόμου). Αλλά και όσον αφορά την εισήγηση για ακυρότητα της σύμβασης εξ υπαρχής είναι εμφανές πως δεν έχει επίσης οποιεσδήποτε προοπτικές επιτυχίας δεδομένου ότι: (
- i)ο εν λόγω Ν.66(i)/97 θεσπίστηκε το 1997 και συνεπώς δεν ίσχυε κατά το 1996, δηλαδή κατά τον χρόνο σύναψης της επίδικης σύμβασης (
- ii)ούτως ή άλλως οι παραχωρηθείσες πιστώσεις δεν υπερέβαιναν τις Λ.Κ.50.000 και (iii) ακόμα και αν ληφθεί υπόψιν η μεταγενέστερη αύξηση (κατά το 2000) του ορίου σε Λ.Κ.80.000 και πάλι δεν έχει καταδειχθεί ότι μέσω της αύξησης αυτής χορηγήθηκαν μετά τη θέσπιση του Νόμου πιστώσεις πέραν των Λ.Κ.50.000 για παράνομο σκοπό. Η δεύτερη εισήγηση του Εναγομένου είναι πως όταν η Ενάγουσα στις 8.1.96 παραχωρούσε το δάνειο και ήθελε την ΕΤΕ να ενεργούσε ως χρηματιστής, η ΕΤΕ δεν είχε τη σχετική άδεια χρηματιστή. Αναφέρεται στην έναρξη ισχύος του περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Ν.14
(1)/93, στη λήξη της μεταβατικής περιόδου των τριών μηνών που είχε δοθεί από την ΚΔΠ 281/95 για εγγραφή των χρηματιστών και τονίζει ότι η ΕΤΕ δεν είχε εγγραφεί ως μέλος του ΧΑΚ καθώς και στο ότι μη έχουσα άδεια χρηματιστή διέπραττε το αδίκημα της αντιποίησης έργων χρηματιστή κατά παράβαση του άρθρου 40 του Νόμου. Όμως, ούτε η εισήγηση αυτή έχει προοπτικές επιτυχίας για τους λόγους που εξηγούνται κατωτέρω. Όπως προνοείτο στο άρθρο 72 του βασικού Νόμου τα άρθρα 1, 2, 8, 9, 11-14, 16, 17 και 71 τέθηκαν σε ισχύ από τη δημοσίευση του Νόμου στις 23.4.93. Τα υπόλοιπα άρθρα θα τίθεντο σε ισχύ σε ημερομηνία την οποία θα όριζε το Υπουργικό Συμβούλιο. Ο Εναγόμενος έχει μεν δίκαιο ότι με την ΚΔΠ 281/95 το Υπουργικό Συμβούλιο καθόρισε την 6.10.95 ως ημερομηνία έναρξης αλλά αυτή δεν αφορούσε όλα τα εναπομείναντα άρθρα του Νόμου. Προκύπτει από τις πρόνοιες της πως η εν λόγω (ημερομηνία) είχε καθοριστεί ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος όλων των άρθρων που δεν είχαν ήδη τεθεί σε ισχύ πλην όμως «με εξαίρεση τις διατάξεις των εδαφίων
(3)και
(4)του άρθρου 3 και τα άρθρα 25, 40 και 41». Συνεπώς είναι προφανές πως το άρθρο 40, στο οποίο βασίζει την εισήγηση του ο Εναγόμενος δεν είχε τεθεί σε ισχύ στις 6.10.
- Το άρθρο αυτό όντως αφορά την αντιποίηση έργων χρηματιστή και προνοεί πως όποιος εκτελεί τέτοιες εργασίες χωρίς να έχει εγγραφεί ως μέλος του ΧΑΚ διαπράττει ποινικό αδίκημα. Το άρθρο 40 τέθηκε σε ισχύ με άλλη Γνωστοποίηση, την ΚΔΠ 92/96 με την οποία καθορίστηκε η 15.3.96 ως ημερομηνία έναρξης της ισχύος όλων των άρθρων του Νόμου τα οποία δεν είχαν ήδη τεθεί σε ισχύ. Οι οκτώ αγορές για τις οποίες παραπονείται ο Ενάγων διενεργήθηκαν κατά το διάστημα 12.1.96 έως 30.1.96, δηλαδή σε περίοδο κατά την οποία δεν ίσχυε ακόμα οποιαδήποτε ποινική απαγόρευση. Να σημειωθεί πως σύμφωνα με τους περί Αξιών και Χρηματιστηρίου Αξιών Κύπρου Κανονισμούς του 1995 (ΚΔΠ 214/95) «χρηματιστής» σημαίνει το φυσικό πρόσωπο που είναι μέλος του Χ.Α.Κ και «χρηματιστηριακή εταιρεία» σημαίνει το νομικό πρόσωπο που είναι μέλος του Χ.Α.Κ Ως χρηματιστής δικαιούτο να εγγραφεί φυσικό πρόσωπο το οποίο πληρούσε τις προϋποθέσεις του κ.3 της ΚΔΠ 214/95 ενώ ως χρηματιστηριακή εταιρεία νομικό πρόσωπο το οποίο πληρούσε τις προϋποθέσεις του κ.9, μεταξύ των οποίων ήταν και η βεβαίωση χρηματιστή ότι ενεργεί ως χρηματιστηριακός εκπρόσωπος της εταιρείας. Είναι αλήθεια ότι βάσει του άρθρου 70 του Νόμου, το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 6.10.95 τα πρόσωπα τα οποία ασκούσαν εργασίες οι οποίες «προσιδιάζουν στο επάγγελμα του χρηματιστή» όφειλαν να εξασφαλίσουν εγγραφή στο Χ.Α.Κ εντός τριών μηνών και σε αντίθετη περίπτωση να απέχουν από την άσκηση των εργασιών τους. Αυτό αφορούσε την εκτέλεση εντολών στο Χ.Α.Κ το οποίο άρχισε τη λειτουργία του στις 29.3.96 και συνεπώς δεν τίθεται θέμα να έγιναν πράξεις στο Χ.Α.Κ πριν από αυτή την ημερομηνία. Από την ίδια την αναφορά του Νόμου όμως εξυπακούεται πως και προηγουμένως ασκούντο παρόμοιες εργασίες εκτός ΧΑΚ. Στην παρούσα περίπτωση έχει καταδειχθεί ότι και πριν την έναρξη λειτουργίας του ΧΑΚ διενεργούντο αγοραπωλησίες στα πλαίσια του ΚΕΒΕ. Ούτως ή άλλως δεν έχει διαπιστωθεί ότι οποιοσδήποτε άσκησε εργασίες χρηματιστή μετά τις 6.1.96 χωρίς να είχε εγγραφεί ενώ από την άλλη έχει διαπιστωθεί ότι το άρθρο 40 τέθηκε σε ισχύ μόνο μετά τις 16.3.
- Υπό οποιεσδήποτε περιστάσεις, είτε στη μια είτε στην άλλη περίπτωση δεν ευσταθεί η εισήγηση ότι μολύνονται με παρανομία οι οκτώ αγορές που έγιναν εντός της περιόδου 12.1.96 έως 30.1.
- Βασικά καμιά από τις υπερασπίσεις τις οποίες προέβαλε ο Εναγόμενος δεν έχει στοιχειοθετηθεί και το γεγονός αυτό επηρεάζει και την ανταπαίτηση του δεδομένου ότι και για αυτήν είχε προβάλει (με την §11α) τους ίδιους ισχυρισμούς περί παρανόμων πράξεων και ή παραλείψεων ως βάση της δικής του αξίωσης για επιστροφή χρημάτων. Ούτως ή άλλως ο ίδιος δεν προσέφερε μαρτυρία για τη στήριξη της εκδοχής του ενώ μέσα από την αξιολόγηση της υφιστάμενης μαρτυρίας έχει διαπιστωθεί πως δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα οι προβληθέντες δικοί του ισχυρισμοί με αποτέλεσμα η ανταπαίτηση να υπόκειται σε απόρριψη. Επαναλαμβάνεται πως τα όποια διεκδικούμενα από τον ίδιο ποσά έχουν ήδη πιστωθεί στον λογαριασμό του και έχουν αφαιρεθεί από το οφειλόμενο στην Ενάγουσα ποσό, το οποίο είναι ως έχει περιοριστεί η αξίωση της. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εις βάρος του Εναγομένου για το ποσό των €191.261,41 συν τόκο 9% ετησίως επί ποσού €100.202,44 από 1.1.18 μέχρι τελικής εξόφλησης. Η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα, λαμβανομένου υπόψιν ότι οι εκατέρωθεν αξιώσεις έχουν συνεκδικαστεί, κρίνεται ορθό και δίκαιο όπως δοθούν οδηγίες για ενιαίο υπολογισμό εξόδων (ένα σετ). Ως εκ τούτου στην αγωγή και ανταπαίτηση επιδικάζονται έξοδα προς όφελος της Ενάγουσας και εις βάρος του Εναγομένου όπως αυτά θα υπολογισθούν ενιαία (ένα σετ) συν ΦΠΑ και νόμιμο τόκο από σήμερα. (Υπ.) Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο