← Κύπρος

Κουκούνης κ.α. ν. Astro Bank Ltd, Αρ. Αγωγής: 1678/2018, 30/9/2019

Κουκούνης κ.α. ν. Astro Bank Ltd, Αρ. Αγωγής: 1678/2018, 30/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A424 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1678/2018 Μεταξύ:

  1. XXXXX Κουκούνης
  2. XXXXX XXXXX Γεωργιάδου
  3. XXXXX Κουκούνη Εναγόντων και Astro Bank Ltd Εναγομένης Αίτηση ημερ. 2.6.19 υπό Εναγόντων για Απαγορευτικά Διατάγματα Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κα Λ. Χ''Ξενοφώντος για Κώστας Μελάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένη: κ. Μενελάου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την ως άνω αίτηση τους οι Ενάγοντες αιτούνται την έκδοση δύο απαγορευτικών διαταγμάτων διά των οποίων να απαγορεύεται στην Εναγομένη αφενός να προχωρήσει σε διαδικασία εκποίησης του τεμαχίου 2XX8 («το ακίνητο») και αφετέρου να συνεχίσει τη διαδικασία εκποίησης του, ενώ διαζευκτικά ζητείται η αναστολή της διαδικασίας εκποίησης. Στη συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση της η Ενάγουσα 3 αναφέρεται στο ιστορικό της εξασφάλισης κατά τα έτη 2009-2010 τριών στεγαστικών δανείων συνολικού ύψους €459.000 αλλά σε ελβετικά φράγκα (CHF684.663), με σκοπό την ανέγερση κατοικίας στο ακίνητο, το οποίο τότε ανήκε στη μητέρα της (Ενάγουσα 2). Η κατοικία αυτή ήταν το δώρο των γονιών της (Εναγόντων 1, 2) προς την ίδια, στην οποία και διαμένει σήμερα με τον σύζυγο και τα παιδιά της. Η θέση της είναι πως πείστηκαν από υπάλληλο της Εναγομένης να συνάψουν τα δύο δάνεια στηριζόμενοι στις διαβεβαιώσεις του ότι ήταν η καλύτερη επιλογή. Προς εξασφάλιση των δανείων υποθηκεύτηκε το ακίνητο. Προβάλλει επίσης πως η χρέωση της διαφοράς συναλλάγματος οδήγησε σε αύξηση της δόσης, ότι η Εναγόμενη προχώρησε σε μονομερή αύξηση του επιτοκίου και περαιτέρω συμβούλευε για αναδιάρθρωση για να μην ενταχθούν στα μη εξυπηρετούμενα δάνεια, πράγμα στο οποίο συμφώνησαν κατά το 2012 (Τεκμήριο 6) και αργότερα σε νέα αναδιάρθρωση βάσει της νέας οδηγίας της Κεντρικής (Τεκμήριο 7). Ακολούθησαν όμως και νέες προσπάθειες κατά το 2017 (Τεκμήριο 8) αλλά προέκυψαν και απειλές της Εναγομένης ότι θα ακολουθούσε τερματισμός και πώληση ακινήτου (Τεκμήριο 9), παρότι καταβάλλοντο κανονικά οι δόσεις. Οι Ενάγοντες δεν υπέγραψαν νεότερη αναδιάρθρωση και στις 9.5.2018 παρέλαβαν Ειδοποίηση Τύπου Θ (Τεκμήριο 10), στην οποίαν απάντησαν μέσω δικηγόρων (Τεκμήριο 11) και προχώρησαν με την παρούσα αγωγή, οπότε ακολούθησαν και επιστολές τερματισμού εκ μέρους της Εναγομένης (Τεκμήριο 12), χωρίς να υπάρχει καθυστέρηση σε δόσεις. Με τη βοήθεια ελεγκτή διαπιστώθηκαν υπερχρεώσεις στους τρεις λογαριασμούς συνολικού ύψους €156.
  4. Ένσταση Με την ένσταση της η Εναγόμενη προέβαλε 10 λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι: - Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις - Η αίτηση είναι πρόωρη - Επιχειρείται απόκτηση λόγου έφεσης - Υπάρχει απόκρυψη γεγονότων - Η αίτηση είναι παράτυπη και αόριστη. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση της η υπάλληλος κα Ζήνωνος αρνείται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων, υιοθετεί τους λόγους ένστασης και αναφέρεται επίσης στο ιστορικό της δανειοδότησης, τονίζοντας ότι ο Ενάγων 1 είχε ο ίδιος ζητήσει τον δανεισμό σε ελβετικά φράγκα και τού είχαν εξηγηθεί όλοι οι κίνδυνοι από δανεισμό σε ξένο συνάλλαγμα, αλλά εκείνος το επέλεξε επιδιώκοντας να επωφεληθεί της συναλλαγματικής ισοτιμίας (Τεκμήρια 7 και 8). Απόδειξη για την ίδια είναι το ότι κατά το 2010 η Ενάγουσα 3 αιτήθηκε τρίτο παρόμοιο δάνειο (Τεκμήριο 9). Κατά τις διαπραγματεύσεις του 2017 δεν υπήρξε καμία απειλή ή αθέμιτη πίεση (Τεκμήριο 11) αλλά στις 2.5.18 αφού δεν υπήρξε ανταπόκριση από τους Ενάγοντες 1 και 2 αυτοί ταξινομήθηκαν ως μη συνεργάσιμοι (Τεκμήριο 12). Στις 25.6.18 καταχωρίστηκε η αγωγή και στις 9.7.18 η Εναγομένη τερμάτισε τους λογαριασμούς. Στη συνέχεια αναφέρεται στο ιστορικό των αναδιαρθρώσεων από το 2010 έως και το 2016 επισυνάπτοντας σχετικά έγγραφα (Τεκμήρια 13-38). Νομική Πτυχή Είναι καλώς νομολογημένο ότι σύμφωνα με το άρθρο 32 του Ν.14/60 ενδιάμεσα απαγορευτικά (παρεμπίπτοντα, διηνεκή ή προστακτικά) διατάγματα δύνανται να εκδοθούν όταν καταδεικνύεται σωρευτικά ότι: i. Υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. ii. Υπάρχει πιθανότητα ο αιτητής να δικαιούται σε θεραπεία. iii. Εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. (Βλ. Andreas Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and others

(1982)1 C.L.R. 557 και Ιερά Μονή Κύκκου v. White Moon Services Ltd
(2013)1(Α) 354). Το δικαστήριο δεν εξετάζει σε αυτό το στάδιο την αίτηση με στόχο την εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων, είτε επί του πραγματικού, είτε επί του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης (βλ. The Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263 και Γρηγορίου κ.ά. v. Χριστίνας Χριστοφόρου κ.ά.
(1995)1 Α.Α.Δ. 248). Όπως έχει λεχθεί, δεν τίθεται θέμα οριστικής διάγνωσης ως προς τα θέματα που άπτονται των επιδίκων θεμάτων και η ενδιάμεση διαδικασία δεν πρέπει να μετατρέπεται σε πρόωρη δίκη επί της ουσίας. (Bλ. Νικόλα v. Κεφάλα κ.α.
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1400 και Goody's Evagorou Ltd v. Lani Restaurants Ltd
(1998)1(Γ) Α.Α.Δ. 1572). Γίνεται, όμως, δεκτό ότι κάποια αξιολόγηση της προσφερθείσας μαρτυρίας είναι αναγκαία για να διαπιστωθεί κατά πόσον ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32, χωρίς όμως αυτό να ισοδυναμεί με τελεσίδικη κρίση. Σοβαρό Ζήτημα Ως προς το κατά πόσον υπάρχει ή όχι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση σημειώνεται πως αυτό διαπιστώνεται στο παρόν στάδιο με αναφορά στα καταχωρισθέντα δικόγραφα και ο όρος αυτός χρησιμοποιείται με την ευρεία του έννοια και όχι ως τεχνικός όρος εξισούμενος με τις έγγραφες προτάσεις (Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598). Δεν είναι δηλαδή απαραίτητο να έχει προηγηθεί η καταχώριση της έκθεσης απαίτησης, αφού και οι ένορκες δηλώσεις μπορούν να αποτελέσουν το βάθρο για τη χορήγηση προσωρινής θεραπείας (βλ. American Cyanamid v. Ethicon
(1975)1 All E.R. 504). Αυτό το οποίο εξετάζεται εν σχέσει με την πρώτη προϋπόθεση είναι το κατά πόσον αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στον νόμο αιτία αγωγής, η οποία αν επιτύχει θα έχει ως συνέπεια τη χορήγηση ανάλογης ουσιαστικής θεραπείας. Το επίπεδο απόδειξης για αυτή την προϋπόθεση δεν είναι ιδιαίτερα ψηλό (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, ημ. 21.3.19). Στην παρούσα περίπτωση οι Ενάγοντες έχουν καταχωρίσει την έκθεση απαίτησης τους και από το περιεχόμενο της διαπιστώνεται ότι εγείρονται ζητήματα ακυρότητας κάποιων χρεώσεων στους λογαριασμούς λόγω έλλειψης αντιπαροχής, ακυρότητας κάποιων όρων των δανειακών συμβάσεων ή και ακυρότητας των ίδιων των συμβάσεων. Σαφέστατα πρόκειται για γνωστές στον Νόμο αιτίες αγωγής, οι οποίες αν εν τέλει επιτύχουν θα οδηγήσουν στη χορήγηση ανάλογων ουσιαστικών θεραπειών. Πιθανότητα Επιτυχίας Όσον αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, η οποία χαρακτηρίζεται ως το «πρωταρχικό κριτήριο», θα πρέπει να σημειωθεί πως αυτό το οποίο απαιτείται είναι να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Η έννοια αυτή απαιτεί κάτι περισσότερο από μια απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων (βλ. Odysseos, ανωτέρω και Πουργουρίδη ν. Μέζου
(1994)1 Α.Α.Δ. 201). Όπως έχει αναφερθεί στην Κυτάλα ν. Χρυσάνθου
(1996)1(Α) Α.Α.Δ. 253 η διακρίβωση πιθανότητας επιτυχίας γίνεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας, η οποία και πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Τέτοια μαρτυρία είναι αυτή που εξάγεται από τις ένορκες δηλώσεις ή την αντεξέταση των μαρτύρων. Ο αιτητής σε τέτοιου είδους αιτήσεις έχει το βάρος να καταδείξει συζητήσιμη υπόθεση με πιθανότητες επιτυχίας (βλ. Trafalgar Developments Ltd κ.α. ν. Uralchem Holdings P.L.G., Πολ. Έφ. 331/17, ημερ. 21.2.19). Υπό το πρίσμα αυτό, δεν είναι επιθυμητό το Δικαστήριο να υπεισέρχεται σε βάθος στα επίδικα θέματα σε αυτό το πρόωρο στάδιο (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λτδ, ανωτέρω). Υπενθυμίζεται ότι όπως έχει αναφερθεί στη Recnex Trading Ltd ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολ. Έφ. 71/11, ημερ. 16.4.14, ζητήματα αμφισβητούμενα θα πρέπει να αφήνονται να ακουστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας ενώ το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφεύγει να προβαίνει σε τελικά συμπεράσματα, τα οποία δυνατόν να αποβούν βλαπτικά για τα δικαιώματα των διαδίκων, ειδικά επί θεμάτων τα οποία θα πρέπει να εξεταστούν σε βάθος, πράγμα το οποίο κρίνεται πως ισχύει στην παρούσα περίπτωση. Συνεπώς και στην παρούσα περίπτωση απαιτείται να ελεγχθεί η προσαχθείσα μαρτυρία για να διαπιστωθεί κατά πόσον αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η πιθανότητα υπό την πιο πάνω έννοια. Το πρώτο το οποίο θα πρέπει να διευκρινιστεί είναι πως από την ένορκη δήλωση των Εναγόντων (§32), προκύπτει πως δεν θα επιμείνουν τελικά σε οποιουσδήποτε ισχυρισμούς ή θέσεις περί ολικής ακυρότητας των συμφωνιών. Εξ ου και αναφέρονται σε νομίμως οφειλόμενα ποσά προβάλλοντας μάλιστα ότι συνεχίζουν να καταβάλλουν ανελλιπώς δόσεις έναντι αυτών των αποδεκτών από τους ίδιους ποσών. Η θέση αυτή ευλόγως εκτιμάται ότι εμπεριέχει αποδοχή του ισχυρισμού της Εναγομένης ότι χορηγήθηκαν δάνεια τα οποία οφείλουν οι Ενάγοντες να αποπληρώσουν. Σε αντίθετη περίπτωση δεν θα αναφέροντο σε «νομίμως οφειλόμενα ποσά». Άλλωστε οι Ενάγοντες, στα πλαίσια της αίτησης δεν έχουν αμφισβητήσει την υπογραφή τους σε δηλώσεις με τις οποίες ενημερώθηκαν για τους συναλλαγματικούς και επιτοκιακούς κινδύνους (στην περίπτωση διακύμανσης της ισοτιμίας του νομίσματος), σε διάφορα στάδια, ήτοι τόσο κατά το 2009 όσο και στις μεταγενέστερες συμφωνίες κατά τα έτη 2010, 2012, 2014 και
  1. Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν κρίνεται ότι στοιχειοθετείται πιθανότητα επιτυχίας στις θέσεις ότι δεν αντιλήφθηκαν ή ότι παραπλανήθηκαν ή ότι ωθήθηκαν οι Ενάγοντες από λειτουργούς της Εναγομένης στη σύναψη τέτοιου είδους δανείων. Αυτό το οποίο διαφαίνεται ότι προωθούν πιο δυναμικά τόσο με την έκθεση απαίτησης τους όσο και με την ένορκη δήλωση τους οι Ενάγοντες είναι την αντικανονικότητα κάποιων χρεώσεων στους λογαριασμούς δανείων. Προς αυτή την κατεύθυνση επικαλέστηκαν και τη μελέτη ορκωτού λογιστή βάσει της οποίας θα διεκδικήσουν την αφαίρεση υπερχρεώσεων συνολικού ύψους €156.951 από το συνολικό χρέος των €450.000 περίπου συν τόκους το οποίο ανταπαιτεί η Εναγόμενη (λαμβανομένης υπόψιν της αντιστοιχίας CHF139.000 = €100.000, την οποίαν οι Ενάγοντες παραθέτουν στην §12 της έκθεσης απαίτησης τους). Είναι σε αυτά τα πλαίσια που οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως δεν έχουν οποιοδήποτε οικονομικό πρόβλημα και ότι συνεχίζουν να καταβάλλουν ανελλιπώς δόσεις έναντι των νομίμως οφειλόμενων ποσών, ισχυριζόμενοι όμως παράλληλα ότι ο μόνος λόγος για τον οποίο τερμάτισε τους λογαριασμούς η Εναγόμενη είναι για να πετύχει εκβιαστικά την απόσυρση της αγωγής. Βέβαια η αναντίλεκτη στα πλαίσια της αίτησης έγγραφη μαρτυρία υποδεικνύει ότι ήταν εξ αφορμής κάποιων καθυστερήσεων ύψους CHF16.256 (οι οποίες ενδεχομένως οφείλονται στις θέσεις που εκφράζουν οι Ενάγοντες και στην καταβολή μόνο ποσών τα οποία οι ίδιοι εγκρίνουν) που η Εναγόμενη ταξινόμησε ως μη συνεργάσιμους τους Ενάγοντες και απέστειλε την Ειδοποίηση Τύπου Θ ημερ.9.5.
  2. Ήταν οι Ενάγοντες οι οποίοι, προφανώς υπό το ισχύον τότε καθεστώς του Ν.9/65, προχώρησαν πρώτοι με την παρούσα αγωγή στις 25.6.18 και μόνον μετά από αυτή την κίνηση και εξαιτίας αυτής που η Εναγόμενη προέβη στον τερματισμό των δανείων ως είχε εξηγήσει στις επιστολές της ημερ.9.7.
  3. Εν πάση περιπτώσει η ουσία είναι πως η βάση την οποίαν έχουν υποστηρίξει με κάποια μαρτυρία οι Ενάγοντες και για την οποία διαφαίνεται επί του παρόντος ορατή πιθανότητα επιτυχίας είναι μόνον το ζήτημα κάποιων ενδεχόμενων υπερχρεώσεων στους λογαριασμούς, σε αντίθεση με όλα τα υπόλοιπα ζητήματα. Δυσκολία Απονομής Δικαιοσύνης Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση γενικά απαιτείται να διαφανεί ότι χωρίς την έκδοση διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον, υπό την έννοια ότι τυχόν αποζημιώσεις δεν θα αποτελούσαν επαρκή θεραπεία στην ίδια την αγωγή (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita-Aluminium Co. Ltd
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 2015). Όπως έχουν συνοψιστεί οι σχετικές αρχές στην υπόθεση Αρκτίνος Εκδόσεις Λτδ (ανωτέρω): «Η τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32
(1)σχετίζεται με τη δυνατότητα απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Όπως έχει κατ' επανάληψη νομολογηθεί, η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με την στενή αντίληψη της υλικής ζημιάς, αλλά με μια πιο ευρεία αντίκρυση της προστασίας των δικαιωμάτων του προσώπου το οποίο επιδιώκει δικαστική θεραπεία. Με δεδομένο ότι σε ορισμένες περιπτώσεις δεν θα ήταν επαρκής η θεραπεία των αποζημιώσεων για να απονεμηθεί ορθά η δικαιοσύνη, τα Δικαστήρια της επιείκειας προχωρούν στην έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων. Το τρίτο αυτό κριτήριο εξετάζεται προτού το Δικαστήριο ασκήσει τη διακριτική του εξουσία προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα είναι δίκαιο ή πρόσφορο να προχωρήσει στην έκδοση διατάγματος. Εν τέλει, η αδυναμία στην απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο συναρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση, υπό την αίρεση πάντα ότι δεν αρκούν γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί προς τεκμηρίωση και ικανοποίηση της τρίτης προϋπόθεσης, αλλά αιτιολόγηση με σαφή και θετική μαρτυρία.» Αυτό το οποίο επικαλούνται οι Ενάγοντες σε σχέση με την προϋπόθεση αυτή είναι ότι το ενυπόθηκο ακίνητο συνιστά την πρώτη κατοικία της Ενάγουσας 3 με την οικογένεια της και πως αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα αυτή θα βρεθεί στον δρόμο με παράλληλη αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η εισήγηση αυτή είναι αβάσιμη για τον απλούστατο λόγο ότι από τις 9.5.18 και μέχρι σήμερα δεν έχει κατ' ουδένα τρόπο προωθηθεί η διαδικασία εκποίησης. Ούτως ή άλλως για μια τέτοια προώθηση απαιτείται αρχικά η έκδοση και επίδοση ειδοποίησης Τύπου Ι και αργότερα η έκδοση και επίδοση Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ με καθορισμό ημερομηνίας πλειστηριασμού, οι οποίες συνολικά προϋποθέτουν χρονικό διάστημα τουλάχιστον 60 ημερών πριν από οποιαδήποτε εκποίηση. Το διάστημα αυτό παρέχει επαρκές πέπλο προστασίας στους Ενάγοντες και ελλείψει οποιασδήποτε δράσης από την άλλη πλευρά όντως η παρούσα αίτηση ήταν πρόωρη. Το μέχρι σήμερα ιστορικό της υπόθεσης από τη μια καθώς και τα αναγκαία στάδια τα οποία θα πρέπει να ακολουθηθούν σε μια ενδεχόμενη διαδικασία εκποίησης καθιστούν τον κατ' ισχυρισμόν κίνδυνο αδυναμίας μελλοντικής θεραπείας, ουσιαστικά ανύπαρκτο. Κατάληξη Στη βάση όλων των ανωτέρω και ιδιαίτερα λόγω μη στοιχειοθέτησης της τρίτης προϋπόθεσης η αίτηση κρίνεται αβάσιμη και απορρίπτεται με έξοδα €800 συν ΦΠΑ υπέρ της Εναγομένης και εις βάρος των Εναγόντων 1, 2, 3 αλληλεγγύως και ή κεχωρισμένως. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.