CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO.LTD ν. KOLTE TRADING LTD κ.α., Αρ.Αγ:5809/12, 9/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A405 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ:Ε. Ευθυμίου-Ανδρέου, Ε.Δ Αρ.Αγ:5809/12 CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO.LTD Ενάγοντες 1.KOLTE TRADING LTD 2.ΣΟΦΙΑΝΟΣ XXXXX 3.ΣΟΦΙΑΝΟΣ XXXXX Εναγόμενοι Ημερομηνία:9/9/2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες: κος Γ. Κυριάκου για Δ. Ηλιάδη & Συνεργάτες ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1‑3: κος Ε. Χειμώνας ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Έγγραφες Προτάσεις Με την παρούσα Αγωγή οι Ενάγοντες, Τραπεζικός Οργανισμός, ο οποίος έχει από την 29/03/13, δυνάμει νομοθεσίας, αντικατασταθεί και υποκατασταθεί, στα περιουσιακά του στοιχεία και συμβατικά δικαιώματα αλλά και τις υποχρεώσεις του έναντι τρίτων και με τρίτους, από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, επίσης Τραπεζικό Οργανισμό, αξιώνουν, στη βάση συμφωνίας ενοικιαγοράς, ημερομηνίας 14/02/11, από τους Εναγόμενους 1, ως πρωτοφειλέτη, και τους Εναγόμενους 2 και 3, ως εγγυητές, το ποσό των €1.200,30 ως υπόλοιπο οφειλόμενων και καθυστερημένων ενοικίων με τόκο 12, 75% από την 31/08/11, ημερομηνία κατά την οποίαν τερμάτισαν τη σύμβαση ενοικιαγοράς, και το ποσό των €10.322, 72 με νόμιμο τόκο, αφού αυτό αφορά τα μη ληγμένα ενοίκια. Στην έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, που καταχώρησαν οι Εναγόμενοι, εγείρουν προδικαστική ένσταση, επικαλούμενοι κατάχρηση διαδικασίας, δηλώνοντας ότι τα επίδικα θέματα της υπό εξέταση Αγωγής έπρεπε να έχουν συμπεριληφθεί στην Αγωγή 5808/
- Θέτουν, δε, ότι θεωρούν τη σύμβαση, μεταξύ των μερών, άκυρη και ακυρώσιμη, διότι την υπέγραψαν χωρίς να λάβουν οποιανδήποτε ανεξάρτητη ή άλλη νομική συμβουλή, ως προς το περιεχόμενο του εγγράφου. Επιπλέον, ισχυρίζονται ότι η εγγύηση, που έχει δοθεί στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας, είναι και αυτή άκυρη, διότι δόθηκε κατά παράβαση των προνοιών του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν. 197(I)/2003), επικαλούμενοι συγκεκριμένες παραβιάσεις της εν λόγω Νομοθεσίας. Επιπλέον, αρνούνται ότι έχουν παραλάβει επιστολές που αφορούσαν τον τερματισμό της σύμβασης και ανταπαιτούν την κήρυξη του συμβολαίου ενοικιαγοράς ως άκυρη. Με την απάντηση στην Υπεράσπιση οι Ενάγοντες επαναλαμβάνουν τους δικογραφημένους τους ισχυρισμούς και ζητούν από το Δικαστήριο την απόρριψη της ανταπαίτησης των Εναγόμενων. Ακροαματική Διαδικασία Μ.Ε.1 Η δικογραφημένη εκδοχή των Εναγόντων, στην ουσία, υποστηρίχθηκε ενόρκως από τον ΜΕ1, ο οποίος ανέφερε ότι είναι λειτουργός είσπραξης χρεών από το 2011 και από τη θέση του έχει στην κατοχή του έγγραφα και αλληλογραφία που αφορούν την υπόθεση, της οποίας ο ίδιος γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι, βάσει συμβολαίου ενοικιαγοράς με αριθμό XXXXX5977, στις 14/02/11 οι Ενάγοντες ενοικίασαν στους Εναγόμενους 1, με την εγγύηση των Εναγόμενων 2 και 3, υπό όρους ενοικιαγοράς με δικαίωμα αγοράς, το όχημα υπ' αριθμόν XXXXX70 μάρκας Ford, μοντέλο Fiesta. Για την εν λόγω ενοικιαγορά εκδόθηκε το υπ' αριθμόν PVSI111706 τιμολόγιο, ημερομηνίας 09/02/
- Ως ο μάρτυρας εξήγησε, ήταν ρητός όρος της συμφωνίας ενοικιαγοράς ότι, αν οι Εναγόμενοι καθυστερήσουν την πληρωμή οιασδήποτε δόσης, οι Ενάγοντες δικαιούντο να τερματίσουν τη συμφωνία ενοικιαγοράς και να διεκδικήσουν άμεση επιστροφή του οχήματος. Σε αυτήν την περίπτωση οι Εναγόμενοι θα υποχρεούντο να πληρώσουν στους Ενάγοντες όλα τα καθυστερημένα ενοίκια, όλους τους αναλογούντες τόκους καθώς και τα έξοδα των επιδιορθώσεων και αντικαταστάσεων των Εναγόντων, για την επαναφορά των αντικείμενων σε καλή και εργάσιμη κατάσταση. Ο μάρτυρας εξήγησε ότι το ποσό για το οποίο χρηματοδοτήθηκαν οι Εναγόμενοι ήταν ύψους €11.500, μείον η προκαταβολή €1.461, 65, πλέον €20, 22, που αφορούσαν την αξία των χαρτοσήμων, πλέον €1.704, 51 δικαιώματα ενοικιαγοράς, πληρωτέα με 49 μηνιαίες δόσεις, η πρώτη δόση πληρωτέα στις 14/03/11 και κάθε 14η μέρα κάθε μήνα εκ €240, 06 η κάθε δόση. Ήταν η θέση του μάρτυρα ότι οι Εναγόμενοι 1 πλήρωσαν, έναντι της οφειλής τους, κάποια ποσά αλλά καθυστέρησαν να πληρώσουν τις δόσεις από 14/04/11 μέχρι 31/08/11 και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες, στις 27/07/11, με επιστολή τους ζήτησαν όπως καταβληθούν όλες οι καθυστερημένες δόσεις και όταν σε αυτήν την επιστολή ουδείς ανταποκρίθηκε, με επιστολή στις 31/08/11 τερμάτισαν την ως άνω συμφωνία και αξίωσαν το ποσό, τόσο των καθυστερημένων ενοικίων όσο και τις υπόλοιπες δόσεις. Ο μάρτυρας περιόρισε την απαίτηση των Εναγόντων, σε σχέση με τους τόκους των ληγμένων ενοικίων, στο 6,15% από 12,75%, που αξιωνόταν με την Έκθεση Απαίτησης και προς επίρρωση των αναφορών του κατάθεσε τη συμφωνία ενοικιαγοράς, το τιμολόγιο αγοράς του επίδικου οχήματος (Τεκμήριο 4) καθώς και τις δύο επιστολές ημερομηνίας 27/07/11 (Τεκμήριο 6) και 31/08/11 (Τεκμήριο 5). Περαιτέρω, κατάθεσε τον λογαριασμό του επίδικου λογαριασμού ενοικιαγοράς ως Τεκμήριο
- Αξίζει να αναφερθεί ότι τα Τεκμήρια 3, 4, 5 και 6, που κατατέθηκαν από τον μάρτυρα, ήταν αντίγραφα των πρωτότυπων, ως ο ΜΕ1 δήλωσε. Κατά την παράσταση του ΜΕ1 στο Δικαστήριο και στο στάδιο της κυρίως εξέτασης του, οι Εναγόμενοι εκπροσωπούνταν από άλλο δικηγορικό γραφείο, το οποίο δεν προέβαλε οποιανδήποτε ένσταση στην κατάθεση των αντιγράφων, μετά από τις εξηγήσεις που έδωσε ο ΜΕ1 για τον λόγο που κατατέθηκαν αντίγραφα και συγκεκριμένα επικαλούμενος την αναστάτωση που επήλθε στις αποθήκες των Εναγόντων με τα γεγονότα του
- Στον ΜΕ1, κατά στο στάδιο της αντεξέτασης, η οποία έγινε από τους ίδιους τους Εναγόμενους, υποβλήθηκε ότι αφενός τα έντυπα που κατατέθηκαν δεν ήταν πρωτότυπα και ως εκ τούτου θεωρήθηκαν πλαστά και αφετέρου ότι το ποσό έχει εξοφληθεί μετά από κατάθεση ύψους €100.000 που έκανε ο Εναγόμενος 2 στους λογαριασμούς της Εταιρείας, ενώ, περαιτέρω, υποβλήθηκε εντόνως στον μάρτυρα ότι οι Εναγόμενοι ουδέποτε υπέγραψαν συμφωνία ενοικιαγοράς αλλά συμφωνία leasing. Ο μάρτυρας αρνήθηκε συλλήβδην τις υποβολές που έγιναν από πλευράς των Εναγόμενων 2 και 3, οι οποίοι αντεξέτασαν τον ΜΕ
- Περαιτέρω, ανέφερε ότι η Εναγόμενη 1 είχε εκτεταμένες υποχρεώσεις προς τους Ενάγοντες και υπήρχαν σωρεία λογαριασμών που τηρούνταν στο όνομά της, αναφέροντας ότι η οποιαδήποτε κατάθεση είχε γίνει, εάν είχε γίνει, θα μπορούσε να είχε κατατεθεί προς όφελος οποιασδήποτε άλλης υποχρέωσης και ότι από τα στοιχεία, που τηρούνται στην Τράπεζα, δεν υπήρχε οποιαδήποτε απόδειξη κατάθεσης του επίδικου ποσού στον επίδικο λογαριασμό. Καμία αντεξέταση δεν έγινε όσον αφορούσε την παραλαβή των επιστολών που αποτελεί δικογραφημένη θέση των Εναγόμενων ή στα όσα αναφέρονται στην Έκθεση Υπεράσπισης περί παράλειψης και μη συμμόρφωσης της επίδικης συμφωνίας με τη νομοθεσία που προστατεύει τους εγγυητές. Μ.Υ.1 Για την πλευρά της Υπεράσπισης έδωσαν μαρτυρία οι Εναγόμενοι 2 και
- Στη δική του μαρτυρία ο Εναγόμενος 3, ΜΥ1, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι έκανε προσωπικό δάνειο με την πρώην Συνεργατική Τράπεζα, ύψους €200.000, και προς τούτο εκδόθηκε σ' αυτόν επιταγή, την οποίαν κατάθεσε σε προσωπικό λογαριασμό του στους Ενάγοντες. Παρουσίασε το Τεκμήριο 10 προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης. Ο μάρτυρας επανακλητεύθηκε για να αναφέρει ότι το εν λόγω ποσό των €200.000, εν τέλει, μετατράπηκε σε γραμμάτιο στους Ενάγοντες και ότι το εν λόγω γραμμάτιο έγινε επίσχεση από τους Ενάγοντες προς κάλυψη των υποχρεώσεων των Εναγόμενων
- Προς τούτο, παρουσίασε επιστολή των Εναγόντων προς τον ίδιο, Τεκμήριο
- Ο μάρτυρας αντεξετάστηκε επί όλων των ισχυρισμών του. Κατ' αρχάς, αντεξετάστηκε σε σχέση με τη θέση του ότι το ποσό των €200.000 χρησιμοποιήθηκε για να πληρωθούν μεταξύ άλλων και η επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς. Ο μάρτυρας ήταν κάθετος στην τοποθέτηση του ότι το ποσό των €200.000 είχε κατασχεθεί από τους Ενάγοντες και έπρεπε να είχε χρησιμοποιηθεί για την εξόφληση και της επίδικης συμφωνίας. Περαιτέρω, καθότι ο ίδιος είχε εντόνως αμφισβητήσει τη γνησιότητα του εγγράφου ενοικιαγοράς, Τεκμήριο 3, δηλώνοντας ότι δεν μπορούσε σ' αυτό να αναγνωρίσει την υπογραφή του, ζητήθηκε από τον μάρτυρα να αναγνωρίσει την υπογραφή του επί του Τεκμηρίου 12, επίσης αντίγραφο, που ο ίδιος κατάθεσε, την οποίαν ο μάρτυρας αναγνώρισε, αναφέροντας μάλιστα ότι το εν λόγω Τεκμήριο ήταν στην κατοχή του, συνεπώς δεν είχε καμία αμφιβολία για τη γνησιότητά του. Από τον μάρτυρα, δε, ζητήθηκε όπως παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία που ήθελαν καταδεικνύουν ότι ο επίδικος λογαριασμός έχει εξοφληθεί. Ο ίδιος δήλωσε ότι τα μόνα στοιχεία που είχε στην κατοχή του ήταν το υπό αναφορά γραμμάτιο και η ενημέρωση ότι αυτό το ποσό επισχέθηκε από τους Ενάγοντες και ότι θεωρεί ότι οι υποχρεώσεις που απορρέουν από τη συμφωνία ενοικιαγοράς έχουν εξοφληθεί και συνακόλουθα και ο ίδιος απαλλαγεί. Ο ΜΥ1 ρωτήθηκε και σε σχέση με τη διεύθυνση που αναγράφεται στο Τεκμήριο 11, επιστολή που απευθύνεται στον ίδιο, και ο ίδιος αναγνώρισε τη διεύθυνση που αναγράφεται επί του εν λόγω Τεκμηρίου ως δική του, αρνήθηκε όμως ότι παρέλαβε οποιανδήποτε επιστολή από τους Ενάγοντες, πέραν του Τεκμηρίου
- Μ.Υ.2 Ο ΜΥ2, Εναγόμενος 2, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι είχε πωλήσει ακίνητη περιουσία, η οποία προηγουμένως ήταν υποθηκευμένη στους Ενάγοντες, για ποσό €80.000, το οποίο κατατέθηκε στους Ενάγοντες για την εξόφληση μεταξύ άλλων και των υποχρεώσεων που απορρέουν από την επίδικη συμφωνία. Ο μάρτυρας ανέφερε ότι εκκρεμούν εναντίον της Εταιρείας των Εναγόντων άλλες 7 Αγωγές. Σε διευκρινιστική, όμως, ερώτηση του Δικαστηρίου, ποιο είναι περίπου το συνολικό ποσό που οφείλεται με βάση τον λογιστικό έλεγχο της Εταιρείας, ο μάρτυρας δεν μπορούσε να απαντήσει ούτε και κατά προσέγγιση. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Μέσα στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Αξιολόγησα τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκριση της με την υπόλοιπη μαρτυρία και καθοδηγούμενη από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν, η πηγή των γνώσεων τους στο βαθμό που αυτές αφορούσαν τα επίδικα γεγονότα κ.τ.λ. Ο Λόρδος Bingham σε άρθρο του "The Judge as Juror: The Judicial Determination of Factual Issues" (εκδόθηκε στο "The Business of Judging", Oxford 2000[1]), έθεσε τις εξής κατευθυντήριες γραμμές σε σχέση με την αξιολόγηση των μαρτύρων (σελ. 6 - 7): ''The main tests needed to determine whether a witness is lying or not are, I think, the following, although their relative importance will vary widely from case to case:
(1)the consistency of the witness's evidence with what is agreed, or clearly shown by other evidence, to have occurred;
(2)the internal consistency of the witness's evidence;
(3)consistency with what the witness has said or deposed on other occasions;
(4)the credit of the witness in relation to matters not germane to the litigation;
(5)the demeanour of the witness. The first three of these tests may in general be regarded as giving a useful where the truth lies. If a witness's evidence conflicts with what is clearly shown to have occurred, or is internally self-contradictory, or conflicts with what the witness has previously said, it may usually be regarded as suspect. It may only be unreliable, and not dishonest, but the nature of the case may effectively rule out that possibility. The fourth test is perhaps more arguable....... Cross examination as to credit is often, no doubt, a valuable and revealing exercise, but the fruits of even a successful cross- examination need to be appraised with some care. And so to demeanour, an important subject because it is the trial judge's opportunity to observe the demeanour of the witness and from that to judge his or her credibility, which is traditionally relied on to give the judge's findings of fact their rare degree of inviolability....." Το Δικαστήριο, αφού κρίνει μάρτυρα ως αξιόπιστο, μπορεί να επιλέξει μέρος της μαρτυρίας του και να απορρίψει άλλο.( Mohamed ν. Δημοκρατίας (πιο πάνω σελ. 278). Ωστόσο αυτή η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται με προσοχή. Στην Ομήρου ν. Δημοκρατίας
(2001)2 AAΔ 506, ο Δ. Κωνσταντινίδης ανέφερε στη σελ. 528: «Ωστόσο η ευχέρεια του Πρωτόδικου Δικαστηρίου να δεχθεί μέρος της μαρτυρίας ενός μάρτυρα και να απορρίψει άλλο μέρος δεν είναι απόλυτη. Υπόκειται στον εξής περιορισμό. Πρέπει να αιτιολογείται η σχετική προσέγγιση. Η έντονη πεποίθηση ότι ένας μάρτυρας είπε την αλήθεια δεν αποτελεί αιτιολογία για την απόρριψη μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα που έχει κριθεί αξιόπιστος.» Προτού προχωρήσω να αξιολογώ τη μαρτυρία του κάθε μάρτυρα που κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, θέλω να τονίζω ότι η αξιολόγηση μου δεν έχει περιοριστεί μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά την έχω συσχετίσει, αντιπαραβάλει και διερευνήσει με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, δηλαδή υποβάλλοντας την στη βάσανο της συνεκτίμησης στο πλαίσιο του συνόλου της μαρτυρίας, με βάση την προσέγγιση που η νομολογία μας επιτάσσει στο θέμα αυτό. Μ.Ε.1 Ο ΜΕ1 θεωρώ ότι ήρθε στο Δικαστήριο για να πει την αλήθεια. Αφ' ενός δεν αντεξετάστηκε επί ουσιωδών σημείων της μαρτυρίας του και συγκεκριμένα σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού που κατάθεσε, Τεκμήριο 7, σε σχέση με τις επιστολές, Τεκμήρια 5 και 6, αλλά και σε σχέση με τις αναφορές του, που διέπουν το σύνολο των όρων της μεταξύ των μερών συμφωνίας. Είναι πολύ καλά γνώστες οι συνέπειες παράλειψης αντεξέτασης επί ουσιωδών σημείων Παραπέμπω, στην υπόθεση Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v.Acuac Inc
(2002)1 A.A.Δ. 1527 (στη σελ.1541): "Υπάρχουν ωστόσο δύο κανόνες πρακτικής που έχουν εμπεδωθεί προ πολλού στα δικαστήρια μας οι οποίοι πρέπει απαρέγκλιτα να τηρούνται. Ο πρώτος είναι ότι ο μάρτυρας πρέπει να αντεξετασθεί επί όλων των ουσιαστικών γεγονότων τα οποία αμφισβητούνται. Διαφορετικά το Δικαστήριο θεωρεί - και το εκλαμβάνει - ότι η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε. Ο δεύτερος είναι ότι κατά την αντεξέταση τίθεται στο μάρτυρα η υπόθεση που θα στηθεί από τον αντίδικο. Τέτοια αντεξέταση είναι προϋπόθεση για να κληθεί μαρτυρία που αντικρούει το μάρτυρα ". Στα σημεία που ο μάρτυρας αντεξετάστηκε, δηλαδή σε σχέση με τη γνησιότητα του Τεκμηρίου 3, αφού παρουσιάστηκε φωτοαντίγραφο και όχι το πρωτότυπο, αφ' ενός το όλο ζήτημα δεν τέθηκε κατά το κύριο στάδιο που έπρεπε, στην προσπάθεια δηλαδή κατάθεσης του εγγράφου, αφετέρου η όλη θέση των Εναγόμενων ότι ουδέποτε υπέγραψαν συμφωνία ενοικιαγοράς αλλά υπέγραψαν συμφωνία για leasing, δεν ανταποκρίνεται στους δικογραφημένους ισχυρισμούς, που οι ίδιοι έχουν προβάλει στα πλαίσια της υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής. Στην εκδοχή που προβάλλουν οι Εναγόμενοι, στην έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτησής τους, ήταν ότι υπέγραψαν τη συμφωνία, χωρίς όμως να λάβουν προηγουμένως νομική συμβουλή και κατά παράβαση των προνοιών της νομοθεσίας. Με την Ανταπαίτησή τους, δε, διεκδικούν την ακύρωση αυτής της συμφωνίας. Η εν λόγω δικογραφημένη εξήγηση παραπέμπει, ρητώς, ότι η θέση των Εναγόμενων ήταν ότι υπέγραψαν την επίδικη συμφωνία αλλά ότι αυτή είναι άκυρη για άλλους λόγους. Κατά την παράστασή τους στο Δικαστήριο και στα πλαίσια της αντεξέτασης του ΜΥ1 προέβαλαν μιαν άλλην εκδοχή, ότι η συμφωνία δεν υπογράφτηκε αλλά οι ίδιοι υπέγραψαν ένα άλλο έγγραφο, το οποίο οι ίδιοι ονόμασαν ως συμφωνία leasing. Η θέση τους επί τούτου δεν μπορεί παρά να απορριφθεί, αφού, αφ' ενός, ως αναφέρω, ουδόλως δικογραφείται, αφετέρου στερείται κάθε ερείσματος. Περαιτέρω, δεν μπορώ παρά να επισημάνω ότι ουδόλως προωθήθηκε, στα πλαίσια της αντεξέτασης του ΜΥ1, η θέση των Εναγόμενων ότι ουδέποτε έλαβαν τις επιστολές Τεκμήρια 5 και 6 και ως εκ τούτου δεν υπάρχει κανένας λόγος να απασχολήσει το Δικαστήριο η δικογραφική τους αναφορά επί τούτου. Μ.Υ.1 Ήταν ξεκάθαρο και ουδεμία αμφιβολία υπάρχει στο μυαλό μου περί τούτου, ότι ο ΜΥ1 ανέφερε θέσεις και ισχυρισμούς που θεωρούσε ότι βοηθούσαν την υπόθεση των Εναγόμενων. Κατ' αρχάς, ανέφερε στο Δικαστήριο ότι το ποσό των €200.000, που υπήρχε κατατεθειμένο σε προσωπικό γραμμάτιο του ιδίου, χρησιμοποιήθηκε για την εξόφληση της επίδικης υπόθεσης. Γι' αυτό το γεγονός εκφράστηκε με απόλυτη βεβαιότητα, ενώ για όλα τα άλλα θέματα, για τα οποία ρωτήθηκε, δήλωνε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει, ακόμα και σε απλή ερώτηση του Δικαστηρίου να αναφέρει κατα προσέγγιση ποιο είναι το ύψος των οφειλών των Εναγόμενων έναντι των Εναγόντων. Μάλιστα, δε, ρωτήθηκε ευθέως αν εκκρεμούν και άλλες Αγωγές εναντίον των Εναγόμενων και του ιδίου προσωπικά και ο ίδιος δήλωσε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει. Ήταν διάχυτο ότι ο μάρτυρας προσπαθούσε να αποφύγει την απάντηση σε κάθε ερώτηση που θεωρούσε ότι μπορούσε να κάνει ζημιά στην υπόθεση των Εναγόμενων ακόμα και στις πιο «ανώδυνες». Η προσπάθειά του αυτή, στην ουσία, το μόνο που πέτυχε ήταν να καταρρίψει την αξιοπιστία του μάρτυρα με κάθε δυνατό τρόπο. Περαιτέρω η θέση του ότι άφησε το ποσό των €200.000, που υπήρχε κατατεθειμένο σε προσωπικό του γραμμάτιο, να εξανεμιστεί, χωρίς να μπορεί να παρουσιάσει στοιχεία επί τούτου, στερείται κάθε πειστικότητας. Δεν μπορώ σε καμίαν περίπτωση να αποδεχτώ ότι ο μάρτυρας δεν είχε έλεγχο των χρημάτων που είχε κατατεθειμένα ή που όφειλε στους Ενάγοντες. Η όλη προσπάθεια του μάρτυρα ήταν να δημιουργήσει ένα θολό τοπίο, στο οποίο να μπορούσε να ισχυριστεί ότι, με κάποιον τρόπο, η παρούσα συμφωνία ενοικιαγοράς έχει εξοφληθεί, ενώ δεν μπορώ να παρατηρήσω ότι αυτός ο ισχυρισμός δεν τίθεται στο δικόγραφο της Υπερπάσπισης, το οποίο καταχωρήθηκε μετά την κατ' ισχυρισμόν εξόφληση των υποχρεώσεων των Εναγόμενων προς τους Ενάγοντες. Αλλά, και αυτό να παραβλεφθεί από το Δικαστήριο, κανένα στοιχείο δεν έχει παρουσιαστεί ότι, όντως, χρησιμοποιήθηκαν χρήματα από αυτό το ποσό που ο μάρτυρας κατάθεσε στις 21/05/10 επ' ονόματι του προς εξόφληση της υποχρέωσης που αφ' ενός δημιουργήθηκε αργότερα, (αφού η συμφωνία ενοικιαγοράς έχει ημερομηνία 14/02/11) αλλά ούτε και συνδέθηκε το Τεκμήριο 11, επιστολή επίσχεσης, με την επίδικη υπόθεση. Μάλιστα, στο Τεκμήριο 11 και στη δεύτερη παράγραφο αυτού αναφέρεται ότι "Περαιτέρω, επιθυμούμε να σας πληροφορήσουμε ότι, λόγω της αναφερόμενης παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του πρωτοφειλέτη, η Τράπεζα, βασιζόμενη πλήρως στο εν λόγω έγγραφο επίσχεσης επί λογαριασμού, προβαίνει άμεσα στην εκτέλεση των δικαιωμάτων της και ειδικότερα στο δικαίωμα συμψηφισμού του ποσού της δεσμευμένης κατάθεσής σας έναντι του χρέους του πρωτοφειλέτη". (η υπογράμμιση δική μου). Προκύπτει δηλαδή από το ίδιο το λεκτικό της επιστολής και ελλείψει οποιωνδήποτε στοιχείων, που να καταδεικνύουν το αντίθετο, ότι, εάν ήθελε γίνει πιστευτή η θέση του μάρτυρα ότι το ποσό του γραμμάτιου, εν τέλει, ήταν ύψους €200.000, αφού καμία απόδειξη προς τούτο δεν έχει προσφερθεί, και ότι αυτό το ποσό χρησιμοποιήθηκε έναντι του χρέους του πρωτοφειλέτη, δηλαδή των Εναγόμενων 1, με βάση το Τεκμήριο 11, και όχι προς εξόφληση, ως ήταν η θέση του μάρτυρα. Οι διαστάσεις με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόμενων αλλά και αντιφάσεις στη μαρτυρία του ΜΥ1, ως αυτές επισημαίνονται πιο πάνω, δεν επιτρέπουν στο Δικαστήριο να στηριχθεί στη μαρτυρία του για εξαγωγή οποιωνδήποτε ασφαλών συμπερασμάτων. Ακόμα και σε ό, τι αφορούσε την ίδια την υπογραφή του στο Τεκμήριο 12, το οποίο αποτελεί αντίγραφο μιας αίτησης για άνοιγμα λογαριασμού γραμμάτιου, ο ίδιος μπόρεσε με ευκολία να επιβεβαιώσει ότι αφορά τη δική του υπογραφή, κάτι που ήταν αδιανόητο σ' αυτόν να κάνει σε σχέση με το Τεκμήριο 3, επιμένοντας ότι είναι αντίγραφο και σε καμίαν περίπτωση δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει την υπογραφή του σε αντίγραφο, θέση η οποία άλλαξε με πάσα ευκολία, όταν ο ίδιος κατάθεσε έγγραφο, που θεωρούσε ότι βοηθούσε την υπόθεσή του. Μ.Υ.2 Ο ΜΥ2, ομοίως, δεν άφησε καλή εντύπωση στο Δικαστήριο. Ανέφερε ότι κατάθεσε ποσό €80.000 στους Ενάγοντες, προς εξασφάλιση και εξόφληση της επίδικης συμφωνίας. Η θέση του αυτή ουδόλως δικογραφείται αλλά και αυτό αν μπορούσε να έχει παραβλεφθεί από το Δικαστήριο, ο μάρτυρας, πέραν της αναφοράς του και ενός εγγράφου που αφορά τη μεταβίβαση ακίνητης ιδιοκτησίας, Τεκμήριο 13, τίποτε άλλο δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο προς επίρρωση των ισχυρισμών του. Σε διευκρινιστική ερώτηση του Δικαστηρίου σε σχέση με την αναφορά του μάρτυρα, περί ύπαρξης αρκετών υποθέσεων που αφορούν τους Εναγόμενους στο Δικαστήριο, σε σχέση με τις οφειλές τους προς τους Ενάγοντες, ο μάρτυρας δεν μπορούσε να προσδιορίσει ούτε κατά προσέγγιση το ποσό που οφείλουν οι Εναγόμενοι στους Ενάγοντες, επικαλούμενος τα γεγονότα του 2013 και άλλες αναφορές του σε σχέση με την οικονομική κρίση που δημιουργήθηκε τότε. Εδώ οφείλω να τονίσω ότι τα επίδικα θέματα αφορούν προγενέστερα του 2013 γεγονότα. Η δε θέση του ιδίου, σε σχέση με την εξόφληση του ποσού, φαίνεται ότι τοποθετείται περί τον Οκτώβριο του 2011, όταν πώλησε το ακίνητο στο οποίο αναφέρθηκε. Συνεπώς, δεν έχω αντιληφθεί με ποιον τρόπο τα γεγονότα του 2013 δημιούργησαν αυτήν την αβεβαιότητα που υπήρχε στον μάρτυρα σε σχέση με την επίδικη πράξη. Θεωρώ συγκεκριμένα ότι η συνειδητή προσπάθειά του να μην απαντήσει ευθέως στην ερώτηση ήταν επί σκοπού και όχι ειλικρινής άγνοια των οικονομικών θεμάτων των Εναγομένων. Γενικά για τους ΜΥ1 και ΜΥ2 Αμφότεροι οι ΜΥ1 και ΜΥ2 είναι η θέση μου ότι έδωσαν συγκεχυμένη μαρτυρία στο Δικαστήριο με σκοπό να αποπροσανατολίσουν από τα επίδικα θέματα, παρουσιάζοντας μη δικογραφημένες εκδοχές κατα το δοκούν. Όπως είναι νομολογιακά εδραιωμένο, με τα δικόγραφα επιδιώκεται ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων, ο καθορισμός της βάσης επί τους οποίας θα προχωρήσει η ακρόαση της υπόθεσης και ο αποκλεισμός αιφνιδιασμού του αντιδίκου. Στην Παπαγεωργίου ν. Κλάππα
(1991)1 Α.Α.Δ. 24, σελ. 28-29 τονίστηκαν τ' ακόλουθα: «Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Th. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides
(1970)1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. C.D.Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής...» Περαιτέρω με βάση την πάγια νομολογία, μαρτυρία που δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. (βλ. Χριστοφόρου ν. Ιακώβου ως Διαχειρίστριας της περιουσίας του αποβιώσαντος Χαράλαμπου Ι. Παπαχριστοφόρου
(2002)1 Α.Α.Δ. 33 και Γενικός Εισαγγελέας ν. Στυλιανού κ.α.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1718). Το Δικαστήριο πρέπει να περιορίζεται στα επίδικα θέματα όπως αυτά καθορίζονται κατά το κλείσιμο των έγγραφων προτάσεων ή που προστίθενται δεόντως κατά την ακρόαση και να μην επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία πιθανόν να εγερθούν από τη μαρτυρία οποιουδήποτε μάρτυρα . (βλ. Παναγή κ.α. ν. Λαζάρου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1317 και Βοσκού κ.α. ν. Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695). Πέραν των μη δικογραφημένων αναφορών και εκδοχών των Εναγόμενων πρέπει να επισημάνω ότι οι πλείστες θέσεις και αναφορές των ΜΥ1 και ΜΥ2 ουδέποτε τέθηκαν στον μάρτυρα των Εναγόντων κατά την παράστασή του στο Δικαστήριο για να τις σχολιάσει. Στον ΜΕ1 τέθηκε κατα την αντεξέταση ότι πληρώθηκε ένα ποσό της τάξης των €100.000 προς πλήρη εξόφληση όλων των οφειλών των Εναγομένων στους Ενάγοντες, θέση η οποία ο ΜΕ1 είπε ότι δεν αντικατοπτρίζεται από τα λογιστικά βιβλία των Εναγόντων. Δηλαδή, η Υπεράσπιση, δικογραφικά, προέβαλε μιαν εκδοχή, ότι η σύμβαση είναι κατά παράβαση της νομοθεσίας, ότι αυτή ουδέποτε τερματίστηκε με τις επιστολές που αναφέρονται στην έκθεση απαίτησης και ότι αυτή ήθελε κηρυχθεί άκυρη, αφού έγινε κατά παράβαση συγκεκριμένων προνοιών του περί Προστασίας των Εγγυητών Νόμου, ενώ, κατά την ακρόαση προβλήθηκαν διαφορετικές εκδοχές, ότι δηλαδή δεν υπήρχε συμφωνία και εαν υπήρχε συμφωνία αφορούσε συμφωνία για leasing και όχι ενοικιαγορά. Είναι προφανές ότι οι ΜΥ1 και ΜΥ2 προώθησαν σωρεία θέσεων και ισχυρισμών, στην προσπάθειά τους να επιτύχουν την απαλλαγή τους από τις οφειλές τους προς τους Ενάγοντες. Ακόμα και για το ουσιώδες γεγονός της κατ' ισχυρισμόν εξόφλησης καμία σταθερότητα δεν υπήρχε στους ισχυρισμούς του ΜΥ1 και ΜΥ
- Η εκδοχή τους μεταβλήθηκε κατά το δοκούν σε τρία σημεία της ακροαματικής διαδικασίας . Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του ΜΕ1 τέθηκε σ' αυτόν ότι το ποσό που πληρώθηκε στους Ενάγοντες από τους Εναγόμενους ήταν ύψους €100.
- Κατά την παράσταση του ΜΥ1 τέθηκε ο ισχυρισμός ότι πληρώθηκε το ποσό των €200.000 προς εξόφληση μεταξύ άλλων και της επίδικης συμφωνίας και σύμφωνα με τον ΜΥ2 πληρώθηκε το ποσό των €80.
- Στο μόνο συμπέρασμα που μπορώ να καταλήξω είναι ότι η όλη εκδοχή των Εναγομένων μεταβλήθηκε κατά το δοκούν και αναλόγως του τι τους σύμφερε υπό τις περιστάσεις. Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, σε σχέση με τις μαρτυρίες των ΜΥ1 και ΜΥ2, τις οποίες απορρίπτω ως αναξιόπιστες, αποδέχομαι τη μαρτυρία του ΜΕ1 στο σύνολο της ως πλήρως αξιόπιστη. Βρίσκω, λοιπόν, ότι τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την επίδικη συμφωνία ενοικιαγοράς και τη συμφωνία εγγύησης από τη συνομολόγησή της, 14/02/11, μέχρι τον νόμιμο τερματισμό της, στις 31/08/11, είναι όπως τα περιέγραψε ο ΜΕ1 και λαμβανόμενου υπ' όψιν ότι δεν έχει αμφισβητηθεί η ορθότητα και ακρίβεια του περιεχομένου των καταστάσεων του επίδικου λογαριασμού, που κατάθεσε ο ΜΕ1 ως μέρος του τραπεζικού αρχείου των Εναγόντων καταλήγω ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την απαίτηση τους εναντίον των Εναγόμενων 1 και ότι οι τελευταίοι ευθύνονται ως πρωτοφειλέτες για το ποσό που παραμένει οφειλόμενο στον επίδικο λογαριασμό και συγκεκριμένα το ποσό των €10.322,72 με νόμιμο τόκο από 30/08/12, ημερομηνία καταχώρησης της Αγωγής, πλέον το ποσό των €1.200, 30 ως καθυστερημένα ενοίκια με τόκο 6,15%, όπως αυτός περιορίστηκε κατά την παράστασή του ΜΕ1 στο Δικαστήριο, την 01/07/19, από 30/08/12 μέχρι εξοφλήσεως. Η ευθύνη των Εναγομένων 2 και 3 Η βάση αγωγής εναντίον των Εναγομένων 2 και 3 είναι σύμβαση εγγύησης. Η σύμβαση εγγύησης είναι βεβαίως μια αυτόνομη σύμβαση αλλά είναι επίσης και το παρεπόμενο αποτέλεσμα της σύμβασης μεταξύ πιστωτή και πρωτοφειλέτη (βλ. άρθρο 86 του Κεφ.149).Η Σύμβαση εγγύησης ενεργοποιείται μόνο όταν υπάρχει παράβαση από τον πρωτοφειλέτη των δικών του υποχρεώσεων. (βλ. Πολύβιος Γ. Πολυβίου, Το Δίκαιο των Συμβάσεων 2014 τόμος Β' σελ. 876-877). Επομένως καίριας σημασίας για την παρούσα αγωγή είναι η ύπαρξη ευθύνης εναντίον των πρωτοφειλέτων - Εναγόμενων 1 εναντίον των οποίων η απάιτηση των Εναγόντων ως ανωτέρω αναφέρω έχει αποδειχθεί. Στην Υπεράσπισή τους οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται ότι η εγγύηση, που έχει δοθεί στα πλαίσια της εν λόγω συμφωνίας, είναι και αυτή άκυρη, διότι δόθηκε κατά παράβαση των προνοιών του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν. 197(I)/2003). Τονίζεται ότι η πιο πάνω θέση ήταν η μοναδική δικογραφημένη θέση των Εναγομένων σε σχέση με την επίδικη εγγύηση. Οι πρόνοιες του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 (Ν. 197(I)/2003) δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό εξέτασης περίπτωση αφού ως ο νόμος ρητως αναφέρει στο άρθρο 3 ότι από το πλαίσιο εφαρμογής του εξαιρούνται οι συμβάσεις εγγύησης περιπτώσεις που ο πρωτοφειλέτης είναι νομικό πρόσωπο και ο εγγυητής κατά το χρόνο σύναψης της σύμβασης εγγύησης τελούσε υπό την ιδιότητα του διοικητικού συμβούλου του πρωτοφειλέτη. Συνεπώς με δεδομένοι ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 επιβεβαίωσαν κατά την διάρκεια της κυρίως εξετασης τους (και συγκεκριμένα στις Γραπτές τους καταθέσεις Έγγραφο Β και Έγγραφο Γ) ότι είναι μέτοχοι και αξιωματούχοι της Εναγομένης 1 ενώ παράλληλα σε ερωτήσεις της αντεξέτασης επιβεβαίωσαν αμφότεροι ότι είναι μέτοχοι και αξιωματούχοι της εταιρείας από την ίδρυση της και ως εκ τούτου είχαν την ίδια θέση και κατα τον επίδικο χρόνο θεωρώ ότι η επίκληση των προνοιών του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμου του 2003 δεν μπορεί να πετύχει. Εδώ πρέπει να τονίσω ότι στην υπό κρίση υπόθεση, οι Εναγόμενοι στο προσδιορισμό των επίδικων θεμάτων που γίνεται στα δικόγραφα αναφέρουν ότι υπέγραψαν την συμφωνία χωρίς προηγουμένως να λάβουν ανεξάρτητη συμβουλή αποδεχόμενοι ότι όντως υπέγραψαν την συμφωνία(της οποίας ζητούν την ακύρωση με την Ανταπαίτηση). Συνεπώς αφού ουδόλως τίθεται δικογραφικά η θέση που προβλήθηκε κατά την ακρόαση ότι δεν υπογράφηκε η εγγύηση από πλευράς των Εναγομένων 2 και 3 και συνεπώς το Δικαστήριο δεν θα επεκταθεί στην επίλυση οποιουδήποτε άλλου θέματος πέραν των δικογραφημένων. (βλ. Παναγή κ.α. ν. Λαζάρου
(1996)1 Α.Α.Δ. 1317 και Βοσκού κ.α. ν. Ζήνωνος
(2003)1 Α.Α.Δ. 695). Συνεπώς καταλήγω ότι οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει την υπόθεση τους έναντι των Εναγόμενων 2 και 3 και ως εκ τούτου οι Εναγόμενοι 2 και 3 ευθύνονται από κοινού με τους Εναγομένους 1 ως πρωτοφειλέτες για το ποσό που παραμένει οφειλόμενο στον επίδικο λογαριασμό και συγκεκριμένα το ποσό των €10.322,72 με νόμιμο τόκο από 30/08/12, ημερομηνία καταχώρησης της Αγωγής, πλέον το ποσό των €1.200, 30 ως καθυστερημένα ενοίκια με τόκο 6,15%, όπως αυτός περιορίστηκε κατά την παράστασή του ΜΕ1 στο Δικαστήριο, την 01/07/19, από 30/08/12 μέχρι εξοφλήσεως. Κατάληξη Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1 ,2 και 3 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €10.322,72 με νόμιμο τόκο από 30/08/12, ημερομηνία καταχώρησης της Αγωγής, πλέον το ποσό των €1.200,30 ως καθυστερημένα ενοίκια με τόκο 6,15%, όπως αυτός περιορίστηκε κατά την παράστασή του ΜΕ1 στο Δικαστήριο, την 01/07/19, από 30/08/12 μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους Εναγόμενους 1 να παραδώσουν το αναφερόμενο στο επίδικο συμβόλαιο ενοικιαγοράς και συγκεκριμένα το αυτοκίνητο με αριθμούς εγγραφής XXXXX70 μάρκας Ford, μοντέλο Fiesta, στα γραφεία των Εναγόντων στη Λευκωσία επί της Λεωφ. Λεμεσού 85, κτήριο Έλληνα, εντός 10 ημερών από της επιδόσεως του διατάγματος σε αυτούς. Εκδίδεται, περαιτέρω, διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τη διά δημόσιου πλειστηριασμού πώληση του αυτοκινήτου με αριθμούς εγγραφής XXXXX70 μάρκας Ford, μοντέλο Fiesta και όπως τα έσοδα από την πώληση αυτού διατεθούν έναντι και/ή προς την εξόφληση του λαβείν των Εναγόντων και των εξόδων, νοουμένου ότι, σε περίπτωση που προκύψει περίσσευμα, αυτό θα διατεθεί προς όφελος των Εναγομένων. Επιδικάζονται, τέλος, τα έξοδα υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3 αλληλέγγυα ή κεχωρισμένα, ως αυτά υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)................................................. Ε. Ευθυμίου‑Ανδρέου, Ε.Δ ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ [1] Επανέκδοση από το Current Legal Problems, vol 38, 1985 p 1-27. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο