Marfin CLR Public Co Ltd ν. Nicobutton Enterprises Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2312/2009, 30/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευν
§3
(Α) αρνούνται ξανά τις §4, 5 και 8 της έκθεσης απαίτησης οι οποίες αφορούν τις θέσεις της Ενάγουσας ότι το 1994 οι Εναγόμενοι ζήτησαν συμμετοχή της Ενάγουσας στο μετοχικό κεφάλαιο, ότι με την αποδοχή του αιτήματος υπεγράφη η επίδικη συμφωνία ημερ. 12.4.94 και ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 ανέλαβαν ανέκκλητα με επιστολή τους όλες τις απορρέουσες από τη συμφωνία υποχρεώσεις. Προσθέτουν όμως υπό τύπο διαζευκτικών ισχυρισμών ότι η επίδικη συμφωνία ημερ. 12.4.94 καθώς και η επιστολή είναι άκυρες εξ υπαρχής διότι δεν έγιναν με ελεύθερη βούληση τους και ή είναι προϊόντα αμέλειας και ή απάτης και ή δόλου και ή ψευδών παραστάσεων και ή αθέμιτου επιρροής και ή κατάχρησης και ή παράβασης εμπιστευτικής σχέσης και ή καθήκοντος εις βάρος των Εναγομένων και ή το αποτέλεσμα συμβουλών της Ενάγουσας και ή είναι παράνομη και ή κατά παράβαση του Γ' Χρηματοδοτικού Πρωτοκόλλου και ή των Κανονισμών της ΕΟΚ και ή της ΕΤΕ. Προς αυτό τον σκοπό παραθέτουν στη συνέχεια 12 σχετικές λεπτομέρειες, οι οποίες κατατείνουν στο ότι η Ενάγουσα εξαπάτησε τους Εναγομένους περί του ότι ήταν αναγκαία η υπογραφή της συμφωνίας και της επιστολής για τη χρηματοδότηση από την ΕΤΕ ενώ κάτι τέτοιο δεν ήταν αναγκαίο, θέλοντας να επωφεληθεί η ίδια από τη χρηματοδότηση. (iii) Με την προσθήκη εισαγωγής στην υφιστάμενη §4 οι Εναγόμενοι επιθυμούν τώρα να καταστήσουν διαζευκτικούς τους ισχυρισμούς τους περί εμπλοκής της Τράπεζας και κυρίως τους ισχυρισμούς τους περί εικονικότητας της συμφωνίας προς συγκάλυψη δανείου. (iv) Με την αντικατάσταση της §4.1 οι Εναγόμενοι ουσιαστικά επαναδιατυπώνουν την παλαιότερη θέση τους ότι αρχικά απευθύνθηκαν στην Τράπεζα (Marfin Popular Bank) για δάνειο η οποία εισηγήθηκε και επέβαλε την παραχώρηση του δανείου μέσω της επίδικης συμφωνίας με την Ενάγουσα, η οποία ήταν θυγατρική της. (v)
§4
.1(Α) οι Εναγόμενοι αναφέρονται στην ιδιότητα της Ενάγουσας ως χρηματοοικονομικού μεσάζοντος η οποία όμως δεν μετέφερε οικονομικά ωφελήματα στην Εναγομένη 1 ενώ
§4
.1(Β) αναφέρονται στη σύσταση υποθήκης για σειρά διευκολύνσεων που είχε παραχωρήσει η Ενάγουσα στην Εναγόμενη 1 (Υ.517/96). (vi)
§4
.6 επιθυμούν να προβάλουν ότι δεν οφείλουν οτιδήποτε διότι όλες οι υποχρεώσεις τους προς την Ενάγουσα και την Τράπεζα εξοφλήθηκαν οπότε και απαλλάχθηκαν από αυτές κατά τα έτη 2003-2004 με την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.
§4
.7 προβάλλουν διαζευκτικά πως οι Εναγόμενοι είχαν αριθμό λογαριασμών με την Ενάγουσα και ή με την Τράπεζα και ο Εναγόμενος 2 θέλοντας να εξοφλήσει όλες τις υποχρεώσεις, συμπεριλαμβανομένων και ποσών που διεκδικούσε η Ενάγουσα βάσει της επίδικης συμφωνίας και κατόπιν συνομιλιών με την Τράπεζα η οποία εκπροσωπούσε και την Ενάγουσα κατά το 2003, προέβη στην πώληση του ακινήτου.
§4
.8 προβάλλουν πως κατά τις συζητήσεις συμφωνήθηκε πως με την εξόφληση των υποχρεώσεων θα ακυρώνετο η υποθήκη και δεν θα οφείλετο οποιοδήποτε ποσό, συμπεριλαμβανομένων και των αξιώσεων της παρούσας αγωγής.
§4
.9 εξηγείται ότι συμφωνήθηκε κάποιο ποσό για την πλήρη εξόφληση όλων των οφειλών και ότι μετά την καταβολή του η Τράπεζα και ή η Ενάγουσα ακύρωσαν την υποθήκη και έκλεισαν τους λογαριασμούς απαλλάσσοντας τους Εναγομένους, ως εξηγείται και σε επιστολή ημερ. 23.7.09.
§4
.10 προβάλλουν ότι η Ενάγουσα και ή η Τράπεζα κωλύονται λόγω συμπεριφοράς και ή λόγω παραστάσεων να προωθούν την αγωγή.
§4
.11 ισχυρίζονται ότι διαφοροποίησαν τη θέση τους, ήτοι πώλησαν το ενυπόθηκο μόνο μετά τις διαβεβαιώσεις της Τράπεζας και ή της Ενάγουσας ότι θα τους απάλλασσαν από τις υποχρεώσεις τους. (vii) Με την προσθήκη στην υφιστάμενη §6 προβάλλουν ότι η επίδικη συμφωνία περιέχει καταχρηστικούς και ή άκυρους όρους. (viii) Με τις νέες §7(Α), 7(Β) και 7(Γ) προβάλλουν ότι οι συμφωνίες είναι άκυρες καθότι οι ίδιοι δεν είχαν τις ειδικές γνώσεις αξιολόγησης των κινδύνων, ότι στηρίζοντο σε συμβουλές της Ενάγουσας, η οποία παρέβη τα καθήκοντα της επιδεικνύοντας αμέλεια, δόλο και μέσω αθέμιτης επιρροής ενώ παρέλειψε να ενημερώσει τους Εναγομένους 2 και 3 για την κατ' ισχυρισμόν αθέτηση της επίδικης συμφωνίας από την Εναγομένη 1. (
- ix)Με προσθήκη στην §8 απλά επαναλαμβάνουν τις §3(Α) και 7-7(Γ). (
- x)Με την προσθήκη στην §9 προβάλλουν διαζευκτικά ότι τα ποσά δεν κατέστησαν απαιτητά και ότι ποτέ δεν υπεβλήθη σχετική απαίτηση πληρωμής. (
- xi)Με την αντικατάσταση της §15 απλά επαναλαμβάνεται η άρνηση των αξιώσεων. (xii) Με την προσθήκη στις αξιώσεις της νέας §16(Β) ζητείται απόφαση για το ποσό των €34.172 για ζημιά και απώλεια. Η Ενάγουσα ως πρώτο θέμα προέβαλε με την αγόρευση της ζήτημα κακοπιστίας εκ μέρους των Εναγομένων με αναφορά στην Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704. Κατά την εισήγηση η κακοπιστία εξάγεται από τον ίδιο τον φάκελο αφού γίνεται αντιληπτή η προσπάθεια εκτροχιασμού της διαδικασίας μέσω επανειλημμένων και αχρείαστων αιτημάτων αναβολής. Δεν θα συμφωνήσω με την εισήγηση ότι η συμπεριφορά των Εναγομένων είναι τέτοια που δύναται να αναχθεί σε κακοπιστία και τούτο καθότι δεν έχει καταδειχθεί πως οι Εναγόμενοι είχαν οποιοδήποτε λόγο ή κάτι να ωφεληθούν από μια σκόπιμη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης του. Όπως έχει αναφερθεί στην Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη». Θα έλεγα πως η πορεία της υπόθεσης και τα αιτήματα αναβολής διασυνδέονται και συνιστούν στην πραγματικότητα καθυστέρηση για την οποία απαιτείται κάποια εξήγηση ιδιαίτερα επειδή ζητούντο αναβολές κατά τα έτη 2012-2013 ειδικά για να γίνει τροποποίηση, χωρίς ποτέ αυτό να επιχειρηθεί μέχρι την καταχώριση της παρούσας το 2017. Είναι δε ιδιαίτερα σημαντικό πως πρόκειται για ισχυρισμούς περί γεγονότων τα οποία έλαβαν χώρα πριν την καταχώριση της αγωγής και ως προκύπτει από την ένορκη δήλωση των Εναγομένων ήταν όλα εις γνώσιν τους. Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξε καθυστέρηση, για την οποία μάλιστα δεν έχει δοθεί εξήγηση άλλη εκτός από την παράλειψη δικηγόρου να προβάλει τα θέματα όπως στην πραγματικότητα θα επιθυμούσε ο Εναγόμενος και όπως επιζητείται σήμερα. Σχετικά έχει αναφερθεί στην Ikos Cif Ltd v. Marfin Coward κ.ά., Πολ. Έφ. 137/13 κ.ά., ημερ. 20.3.14 ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και ότι δεν παρέχει, αφ΄ εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. Από την άλλη πλευρά όμως, όπως έχει λεχθεί στην Clive Preece (ανωτέρω) παρά τη σχετικότητα του παράγοντα χρόνου εντούτοις αυτός δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας δεδομένου ότι το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων οι οποίοι συνιστούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση εγκρίθηκε κατ' έφεσιν αίτηση εκτενούς τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης τέσσερα έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εν τω μέσω της προφορικής μαρτυρίας του ενάγοντος, αφού διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας και τα οποία συνδέοντο στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης. Σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου επί του οποίου δυνητικά θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί με κατάλληλη μαρτυρία η εκδοχή των Εφεσειόντων. Στη Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 το Εφετείο αναφερόμενο στο θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης έκρινε πως η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Προσέθεσε επίσης πως μια καλόπιστη αίτηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί ακόμα και αν, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση αιτιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Είναι αυτή η στάθμιση όλων των παραγόντων που οδήγησε, επίσης κατ' έφεσιν, στην έγκριση τροποποίησης 11 έτη μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και αφού ακούστηκαν 12 μάρτυρες εναγόντων στην Kayat Trading Ltd v. Genzyme
(2013)1(Α) Α.Α.Δ.
- Συγκεκριμένα είχε μεταξύ άλλων συνεκτιμηθεί πως δεν υπήρχε κακοπιστία από πλευράς αιτητών και πως η όποια ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί από την επανάκληση μαρτύρων για περαιτέρω αντεξέταση δεν μπορούσε να έκλινε την πλάστιγγα εναντίον της τροποποίησης αφού προείχε το συμφέρον της δικαιοσύνης, η δε ζημιά των καθ΄ ων μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα, ενώ αντίθετα οι συνέπειες για την υπόθεση των αιτητών από τη μη τροποποίηση θα ήταν καταστροφικές. Έχω τη γνώμη πως η παρούσα περίπτωση διακρίνεται ουσιωδώς από την Ikos (ανωτέρω) στην οποίαν κρίθηκε πως τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξ ολοκλήρου τον χαρακτήρα της αφού υπήρχε παλαιότερη προσθήκη διαδίκων, και με την αίτηση προέκυπτε νέα βάση αγωγής και δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των νέων διαδίκων, ενώ παράλληλα παρέμενε ανεπίδοτη η αγωγή σε κάποιους και παρέμεναν σε ισχύ ενδιάμεσα διατάγματα, οπότε υπήρχε κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς στην άλλη πλευρά και εν τέλει ήταν προσφορότερο τα νέα αγώγιμα δικαιώματα να εκδικάζοντο στα πλαίσια άλλων αγωγών. Καθοδηγητικά είναι τα αναφερθέντα στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββα, Πολ. Έφ. Ε5/14, ημερ. 24.3.14, η οποία οδήγησε σε διαταγή επανεκδίκασης αίτησης τροποποίησης με την οποία ζητείτο η προσθήκη στην υπεράσπιση ισχυρισμού για novus actus interveniens πέντε έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και ενώ η ακρόαση της είχε ήδη αρχίσει (και είχε προχωρήσει ακόμα περισσότερο μέχρι την εκδίκαση της έφεσης). Λέχθηκαν τα εξής: «Εξάλλου, η υπεράσπιση, αν και η ίδια καταχωρημένη με καθυστέρηση, επεδιώχθη να τροποποιηθεί αμέσως μόλις ανεκαλύφθη, όπως είναι ο ισχυρισμός, η εκ παραδρομής παράλειψη αναφοράς στη διάσταση αυτή. Δεν υπήρξε λοιπόν υπέρμετρη καθυστέρηση όσον αφορά την ίδια την αίτηση, έστω και αν το πρόβλημα θα μπορούσε να είχε εντοπιστεί προηγουμένως. Εν πάση όμως περιπτώσει, λανθασμένη είναι και η άλλη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι προέκυπτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Είναι γεγονός ότι η ακρόαση είχε αρχίσει και δεν επρόκειτο για αγωγή για την οποία δεν είχε ακόμα αρχίσει η ακρόαση. Αλλά προφανώς βρισκόμαστε στο πρώτο στάδιο της υπόθεσης με μαρτυρία του ίδιου του εφεσιβλήτου και χωρίς καν να είχε εισαχθεί ιατρική μαρτυρία, η οποία ήταν και το ουσιαστικό ζητούμενο στην όλη υπόθεση». Στη βάση των πιο πάνω αρχών αυτό το οποίο προκύπτει είναι πως το βασικό και ουσιώδες κριτήριο είναι άλλο και πως η παρούσα δεν θα πρέπει να απορριφθεί λόγω ανεξήγητης καθυστέρησης, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψιν πως η ακρόαση δεν έχει ακόμα αρχίσει, ότι οι Ενάγοντες δύνανται δεόντως να αποζημιωθούν λαμβάνοντας τα έξοδα που θα προκαλέσει η τροποποίηση, ότι δεν υπήρξε κακοπιστία και ότι με την επιχειρούμενη τροποποίηση τίθεται το αναγκαίο υπόβαθρο για προώθηση της εκδοχής των Εναγομένων. Κατάληξη Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω και ασκώντας τη δικαστική ευχέρεια κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα ως η §1 της αίτησης. Η Τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση να καταχωριστεί μέχρι τις 4.10.
- Τροποποιημένη Απάντηση και Υπεράσπιση να καταχωριστεί μέχρι τις 11.10.
- Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα έξοδα της αίτησης, καθώς και όσα παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α.. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση στις 14.10.19 και ώραν 11:00 π.μ.. Χωρίς έξοδα όσον αφορά την αγωγή. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο