Precision Iceblast Corporation ν. Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, Αρ. Αγωγής: 542/2019, 30/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A427 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 542/2019 Μεταξύ: Precision Iceblast Corporation Ενάγουσα και Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου Εναγομένη Αίτηση ημερ. 16.4.19 για Συνοπτική Απόφαση Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα: κ. Π. Βαρνάβας, για Χριστόδουλος Βασιλειάδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη: κ. Α. Αποστολίδης, για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την ως άνω αίτηση της η Ενάγουσα, στηριζόμενη στη Δ.18, αιτείται την έκδοση συνοπτικής απόφασης ως οι §Α και Η της οπισθογράφησης, ήτοι για €236.329,52 λόγω παράβασης σύμβασης, συν τόκο προς 8,5% ετησίως ή οποιονδήποτε τόκο αποφασίσει το Δικαστήριο. Στη συνοδεύουσα την αίτηση ένορκη δήλωση του ο εκ των δικηγόρων της Δ.Ε.Π.Ε. που εκπροσωπεί την Ενάγουσα, κ. Χ. Κληρίδης, δηλώνει γνώστης των γεγονότων και ακολούθως αναφέρεται στις ιδιότητες των διαδίκων, στην υπογραφή σύμβασης ημερ. 27.2.18 για καθαρισμό χώρων της Εναγομένης έναντι ποσού €371.032, στο χρονοδιάγραμμα πληρωμής, στις αφαιρέσεις από το ποσό για πληρωμές απ' ευθείας, στον τρόπο αποστολής τιμολογίων, στην υπογραφή εντύπου ολοκλήρωσης της εργασίας στο οποίο η Εναγόμενη επισήμανε την απόλυτη ικανοποίηση της, καθώς και στην αλληλογραφία η οποία ξεκίνησε στις 10.4.18 με απαίτηση της Ενάγουσας για καταβολή των συμφωνηθέντων αφαιρουμένων των ποσών που τυχόν είχε πληρώσει η Εναγόμενη απευθείας. Περαιτέρω εξηγεί ότι η Εναγόμενη προέβαλε τότε πως είχε ήδη προβεί σε πληρωμές σε άλλες όμως εταιρείες αντί στην Ενάγουσα, οπότε συνυπολογίζοντας εκείνο το ποσό των €236.329,52 εξέδωσε επιταγή ύψους €54.255,81 προς την Εναγόμενη. Ως εκ τούτου η απόφαση ζητείται για το ισάξιο του ποσού που καταβλήθηκε εσφαλμένα σε άλλες εταιρείες δεδομένου ότι αφορά παραδεκτή οφειλή. Ένσταση Με την ένσταση της η Εναγόμενη προέβαλε 14 λόγους προς απόρριψη της αίτησης, οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης και στο ότι θα πρέπει να δοθεί δικαίωμα Υπεράσπισης, καθώς και Ανταπαίτησης η οποία προκύπτει από τα ίδια γεγονότα. Ειδικότερη αναφορά θα γίνει κατωτέρω εάν και όπου απαιτείται. Στη συνοδεύουσα την ένσταση ένορκη δήλωση της, η εργοδοτούμενη της Εναγομένης, κα Μ. Κυπριανού, αναφέρεται επίσης στο ιστορικό της υπόθεσης, στην υπογραφή της σύμβασης ημερ. 27.2.18, στην επικοινωνία μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και στις πληρωμές μέσω εμβασμάτων σε διεύθυνση και λογαριασμούς που είχαν υποδειχθεί. Όταν αργότερα υπήρξαν υποψίες για πειρατική δραστηριότητα, κατήγγειλαν την υπόθεση στην Αστυνομία. Κατά τη διερεύνηση διεφάνη πως η όποια υποκλοπή αφορούσε τα συστήματα της Ενάγουσας, η οποία δεν είχε λάβει τα κατάλληλα μέτρα προς αποτροπή τρίτων προσώπων. Αντιθέτως από σχετική έρευνα λειτουργού της Εναγομένης διεφάνη πως ο αποστολέας των τριών μηνυμάτων για τις επίμαχες πληρωμές θεωρήθηκε νόμιμος από τα συστήματα της Α.Η.Κ. και ότι όλα τα μηνύματα φαίνεται να στάλθηκαν από την ίδια ηλεκτρονική διεύθυνση που είναι το νόμιμο σύστημα ταχυδρομείου της Ενάγουσας. Η θέση της Εναγομένης είναι πως η Ενάγουσα υπήρξε αμελής, επιτρέποντας να διαπραχθεί η ηλεκτρονική απάτη και υπάρχει εύλογη υπόνοια ότι η ίδια αιτείται την εκ δεύτερου πληρωμή των ίδιων ποσών. Η δε αίτηση ούτως ή άλλως είναι πρόωρη αφού δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί οι αστυνομικές έρευνες στα πλαίσια των οποίων ζητήθηκε και διεθνής δικαστική συνδρομή. Νομική Πτυχή Οι βασικές αρχές στη βάση των οποίων κρίνονται και αποφασίζονται οι αιτήσεις για συνοπτική απόφαση έχουν συνοψιστεί στην υπόθεση Νεάρχου κ.ά. ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ
(2005)1(Β) Α.Α.Δ. 818, καθώς και σε πιο πρόσφατες αποφάσεις όπως η Atlaspantou Co Ltd v. Angelos Nicolaides Holdings Ltd
(2013)1(Γ) 2553 και Γλαύκος Μιχαηλίδης κ.ά. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολ. Έφ. 60/11, ημερ. 12.7.
- Στη Νεάρχου (ανωτέρω) αναφέρθηκαν τα εξής: «Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου ............................. Τα εν λόγω κριτήρια, όπως εξάγονται τόσο από το λεκτικό της Δ.18 όσο και από τις πιο πάνω αυθεντίες, περιληπτικά είναι τα εξής:- (α) Το κλητήριο πρέπει να είναι ειδικά οπισθογραφημένο σε Δ.2, Κ.
- (β) Ο εναγόμενος να έχει καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. (γ) Η ένορκη δήλωση για υποστήριξη της αίτησης για συνοπτική απόφαση πρέπει να συμμορφώνεται προς ορισμένα κριτήρια π.χ. να είναι από τον ίδιο τον ενάγοντα ή άλλο πρόσωπο που να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, και τη βάση της αγωγής και περαιτέρω να δηλώνει ρητά ότι απ' ότι πιστεύει δεν υπάρχει υπεράσπιση στην αγωγή. Εκεί που ο Αιτητής είναι νομικό πρόσωπο τότε μπορεί να ορκισθεί κάποιο άλλο πρόσωπο που εργοδοτείται από την εταιρεία το οποίο όμως να μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης και να επιβεβαιώνει την βάση της αγωγής και το αιτούμενο ποσό και όχι τα όσα αναφέρει να είναι πληροφορίες που πήρε από άλλους ή να στηρίζεται απλώς στα όσα ο ίδιος πιστεύει. ........................... Από πλευράς Εναγομένου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο με τα ακόλουθα: (α) ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή ή (β) ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή. (Λαζάρου ν. Μακεδόνας, πιο πάνω). Επίσης ο Εναγόμενος/Καθ' ου η Αίτηση πρέπει να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του Ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. γενικά τη Δ.18, κ.3 και την υπόθεση Hermes Ins. Co Ltd v. Julios Theodorides πιο πάνω, σελ. 338-339 όπου φαίνονται με λεπτομέρεια τα κριτήρια τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να έχει υπόψη του). Από τη στιγμή που ο Ενάγων/Αιτητής ικανοποιεί τα κριτήρια για να ζητήσει συνοπτική απόφαση τότε (όπως ήδη αναφέραμε) το βάρος μετατοπίζεται στον Εναγόμενο/Καθ' ου η Αίτηση να αποδείξει ότι έχει καλή υπεράσπιση και/ή ότι υπάρχουν τέτοια γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί. Στην προαναφερθείσα υπόθεση Rck Sports v. Persona Advertising Ltd ο Δικαστής Καλλής με αναφορά στο Αγγλικό σύγγραμμα The Annual Practice 1967 διατύπωσε τις αρχές ως εξής: «Αρχές που διέπουν την έκδοση συνοπτικής απόφασης: Συνοψίζονται ως πιο κάτω στο Annual Practice, 1967, σελ. 121: Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones [1984] A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί. ............................. Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap
(1905)92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση. ..........». Στην παρούσα περίπτωση η αγωγή έχει καταχωριστεί επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου βάσει της Δ.2 κ.6 και η Εναγόμενη έχει καταχωρίσει σημείωμα εμφάνισης. Η αίτηση για συνοπτική απόφαση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ενός εκ των δικηγόρων της Ενάγουσας για τον οποίον δεν αμφισβητείται ότι ήταν δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση. Ο ενόρκως δηλών αναμφίβολα ενεπλάκη στην υπόθεση αρχικά υπό την ιδιότητα του δικηγόρου της Ενάγουσας και υπό κανονικές περιστάσεις με βάση τη νομολογία μας θεωρείται ανεπιθύμητο δικηγόρος να προβαίνει γενικά σε ένορκη δήλωση, σε βαθμό που κάτι τέτοιο ενδεχομένως να συνιστά και πειθαρχικό παράπτωμα (Κεσίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ. 589). Όμως από την άλλη πλευρά, όπως έχει λεχθεί, η νομολογία μας δεν έχει φθάσει μέχρι το σημείο της απαγόρευσης, δηλαδή στο να αγνοείται ή να απορρίπτεται μια τέτοια ένορκη δήλωση (Investylia Public Company Ltd v. Γαβριηλίδου
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1202). Βέβαια η παρούσα αφορά αίτηση για συνοπτική απόφαση για την ένορκη δήλωση της οποίας ισχύουν και οι ειδικότερες πιο πάνω προϋποθέσεις. Παρά ταύτα όμως, λόγω και της ιδιαίτερης εξέλιξης των γεγονότων, δύναται να λεχθεί πως ο ενόρκως δηλών κατέστη ο ίδιος μέρος αυτών, ιδιαίτερα ενόψει του ότι το όλο θέμα κατέληξε να αφορά το κατά πόσον υπήρξε ή όχι εξόφληση για υπηρεσίες οι οποίες δεν αμφισβητούνται και για ποσά τα οποία επίσης δεν αμφισβητούνται. Υπενθυμίζω ότι η αίτηση στηρίζεται στην παραδοχή της Εναγομένης για το ύψος των παρασχεθεισών υπηρεσιών. Σημειώνεται πως η παράβαση σύμβασης την οποίαν επικαλείται η Ενάγουσα (καταγράφεται στην §11 της έκθεσης απαίτησης και) έγκειται ακριβώς στο ότι τα οφειλόμενα έχουν εμβαστεί σε άλλες εταιρείες. Είναι αυτή η κατ' ισχυρισμόν παράβαση η οποία συνιστά την αιτίαν αγωγής εν σχέσει με τα συγκεκριμένα ποσά. Υπ' αυτή την έννοια κρίνω πως ο ενόρκως δηλών είναι πρόσωπο το οποίο γνωρίζει τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν την παραδοχή αυτή και μπορούσε να ορκιστεί επ' αυτών θετικά, τουλάχιστον για σκοπούς της αίτησης, επιβεβαιώνοντας την αιτίαν αγωγής, καθώς και τα ποσά μέσω της παραδοχής, της οποίας υπήρξε ο ίδιος εμπλεκόμενο μέρος στα πλαίσια της αλληλογραφίας εν τη γενέσει των γεγονότων. Αυτό το οποίο ουσιαστικά βεβαιώνει ο ενόρκως δηλών είναι πως η Εναγόμενη αναγνώρισε ότι κατέστησαν πληρωτέα τρία ποσά βάσει της σύμβασης, για τα οποία η ίδια αν και προέβη σε ενέργειες πληρωμής απέτυχε να τα εμβάσει στην Ενάγουσα οπότε δικαιολογείται, κατά την πίστη του, η έκδοση συνοπτικής απόφασης, αφού δεν προβάλλεται καλόπιστη και συζητήσιμη υπεράσπιση. Διευκρινίζεται ότι η οπισθογράφηση περιλαμβάνει και άλλες αξιώσεις και ότι η αίτηση περιορίζεται μόνο στο ποσό των €236.329,52, το οποίο δεν αμφισβητείται σε καμία περίπτωση ότι κατέστη πληρωτέο. Όπως έχει λεχθεί, με την ικανοποίηση των πιο πάνω προϋποθέσεων, το βάρος μετατίθεται στην Εναγόμενη, η οποία πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα, τα οποία να θεωρηθούν επαρκή ούτως ώστε να της δοθεί η δυνατότητα καταχώρισης υπεράσπισης. Στην παρούσα περίπτωση η Εναγόμενη παραδέχεται ότι υπέγραψε τη σχετική σύμβαση αναθέτοντας, μετά από διαγωνισμό, στην Ενάγουσα τον καθαρισμό σωλήνων στον Σταθμό Βασιλικού έναντι ποσού €371.
- Δέχεται ότι κατέστησαν πληρωτέα τρία ποσά της σύμβασης που αφορούσαν την προκαταβολή των €10.000, το 35% του συνολικού ποσού με την άφιξη του προσωπικού της Ενάγουσας, καθώς και το 26% του ποσού μετά την ολοκλήρωση της πρώτης μονάδας. Παρά την ύπαρξη σχετικού όρου στη σύμβαση περί αποστολής των τιμολογίων διά ταχυμεταφορέως (courier) εντούτοις υποστηρίζεται από την έγγραφη μαρτυρία ότι υιοθετήθηκε η πρακτική αποστολής τους από την Ενάγουσα με ηλεκτρονικό ταχυδρομείο (mail). Με αυτό τον τρόπο παρέλαβε τρία τιμολόγια συνολικού ύψους €236.329,52 έναντι του οποίου απέστειλε τρεις εντολές πληρωμών μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου για το συνολικό ποσό των €235.677,96, αφού δηλαδή αφαίρεσε από το δεύτερο έμβασμα κάποια έξοδα χαρτοσήμανσης βάσει σχετικού όρου της συμφωνίας. Είναι ακριβώς στις ενέργειες αυτές που στηρίζεται η Ενάγουσα λέγοντας ότι είναι παραδεκτή η υποχρέωση πληρωμής. Η διαφωνία των μερών έγκειται στο ότι τα τρία αυτά ποσά στην πραγματικότητα στάληκαν σε δύο άλλες εταιρείες αντί στην Ενάγουσα. Η Εναγομένη εξηγεί στις §11-17 της ένορκης δήλωσης της το πώς προέκυψε αυτό. Η ουσία των θέσεων της είναι πως στις 8.3.18 έλαβε μήνυμα από το πρόσωπο με το οποίο δεόντως ευρίσκετο μέχρι εκείνη τη μέρα σε επικοινωνία εκ μέρους της Ενάγουσας (M. Peterson), με το οποίο μήνυμα της ζητείτο να μην αποστείλει πληρωμές καθότι ο τραπεζικός λογαριασμός της υπέκειτο σε λογιστικό έλεγχο, να περιμένει στοιχεία για νέο τραπεζικό λογαριασμό και πληροφρείτο ότι η πληρωμή θα γίνεται σε τρίτο νομικό πρόσωπο (Τεκμήριο 4). Μέχρι τις 8.3.18 η αλληλογραφία γινόταν από τη διεύθυνση XXXXX@precision ενώ η πιο πάνω επιστολή προήλθε από τη διεύθυνση XXXXX@precision. Ακολούθησε την ίδια μέρα η αποστολή του δεύτερου τιμολογίου από την πιο πάνω διεύθυνση, με τα διακριτικά και τη σφραγίδα της Ενάγουσας, με υπόδειξη πληρωμής στην εταιρεία Payne Worldwide Inc και δικαιούχο τράπεζα τη Santander στις Η.Π.Α. (Τεκμήριο 5) πράγμα που επαναλήφθηκε στις 20.3.18 για το τρίτο τιμολόγιο αλλά με υπόδειξη πληρωμής στην εταιρεία Shenzhen Rflab Circuits Co Ltd και δικαιούχο τράπεζα την ICBC, Χονγκ Κονγκ (Τεκμήριο 9). Να σημειωθεί πως η Εναγόμενη έστειλε τα χρήματα στις πιο πάνω εταιρείες και κατέβαλε εξ ιδίας πρωτοβουλίας και τις €10.000 του πρώτου τιμολογίου στην ίδια εταιρεία στην οποία πλήρωσε το δεύτερο, ενόψει των οδηγιών που είχαν φθάσει στις 8.3.
- Η Εναγομένη προβάλλει ότι ήταν από τις 23.3.18 που δημιουργήθηκαν υποψίες σε ιθύνοντες της Εναγομένης για απάτη, οπότε ζήτησε ανάκληση των εμβασμάτων (Τεκμήριο 11) ενώ στις 24.3.18 λειτουργοί της κατήγγειλαν την υπόθεση στην Αστυνομία. Συνιστά κοινό υπόβαθρο στα πλαίσια της αίτησης ότι στις 10.4.18 αρχίζει η αλληλογραφία από δικηγόρους της Ενάγουσας προς την Εναγομένη, με την οποία η πρώτη ζητά πληρωμή και ότι η απάντηση του δικηγόρου της δεύτερης ήταν πως υπήρξαν ήδη πληρωμές (Τεκμήρια 5, 6 στην αίτηση). Δεν έχει αντικρουστεί επίσης η θέση πως οι έρευνες της Αστυνομίας συνεχίζονται και μέσω δικαστικής συνδρομής που έχει ζητηθεί από διάφορες χώρες. Το ουσιώδες όμως το οποίο προβάλλει η Εναγόμενη και έχει τη σημασία του είναι πως τα υφιστάμενα μέχρι στιγμής στοιχεία τείνουν να δείξουν πως εν τέλει πίσω από όλα ενδεχομένως να κρύβεται η ίδια η Ενάγουσα ή πρόσωπα τα οποία συνεργάζονται με αυτή σε μια συλλογική προσπάθεια εξαπάτησης της Εναγομένης για εκ δευτέρου πληρωμή των ίδιων ποσών. Προς αυτή την κατεύθυνση είναι γεγονός πως η Εναγόμενη έχει προσκομίσει έκθεση του αρμόδιου εσωτερικού της Λειτουργού Πληροφορικής, ο οποίος μετά από έρευνα που διεξήγαγε, διαπίστωσε πως «όλα τα μηνύματα . φαίνεται ότι στάλθηκαν από τη διεύθυνση XXXXX@precision . που είναι το νόμιμο σύστημα ταχυδρομείου» της Ενάγουσας και ότι για αυτό δεν μπλοκαρίστηκαν από τα συστήματα ασφαλείας ηλεκτρονικού ταχυδρομείου της Εναγομένης (Τεκμήριο 14 στην ένσταση). Συνεπώς η Εναγόμενη προβάλλει στοιχεία τα οποία για τις ανάγκες αυτού του σταδίου επαρκούν, ήτοι ότι η αλληλογραφία η οποία υπέδειξε τις δύο τρίτες νομικές οντότητες (ως αποδέκτες των χρημάτων) προήλθε από νόμιμη διεύθυνση της Ενάγουσας, καθώς και ότι η όποια αλλαγή ή διαφοροποίηση στα τιμολόγια ή δεδομένα φέρει τα διακριτικά στοιχεία της Ενάγουσας (σφραγίδα, υπογραφές), οπότε τα πρόσωπα τα οποία εμπλέκονται, ενδεχομένως προέρχονται από το περιβάλλον της Ενάγουσας. Αυτή είναι η θέση την οποία υιοθετεί η Εναγόμενη και αυτή θέλει να προβάλει στο δικόγραφο της. Στη βάση των πιο πάνω υπάρχει σοβαρή και εύλογη αμφιβολία ως προς το κατά πόσον η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση. Εν πάση περιπτώσει δεν θεωρώ ότι είναι απρόσφορο να επιτραπεί στην Εναγόμενη να υπερασπιστεί. Είναι προφανές πως τα γεγονότα δεν είναι τόσο καθαρά σε βαθμό που να μην απαιτείται η διεξαγωγή δίκης και από την άλλη, το ότι η Εναγόμενη προβάλλει το αναντίλεκτο γεγονός πως εξόφλησε ήδη τα τιμολόγια κατά τον τρόπο που της υπεδείχθη σε επιστολές προερχόμενες από την Ενάγουσα (έστω και υπό τις ιδιόρρυθμες περιστάσεις) συνιστά τουλάχιστον μια καλόπιστη ή συζητήσιμη υπεράσπιση για την οποία θα πρέπει να της δοθεί το σχετικό δικαίωμα. Κατάληξη Για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται με €850 έξοδα συν Φ.Π.Α. υπέρ της Εναγομένης και εις βάρος της Ενάγουσας. Η Εναγόμενη έχει το δικαίωμα να καταχωρίσει την Υπεράσπιση εντός 14 ημερών από σήμερα, εφαρμοζομένων των Θεσμών ως προς τα υπόλοιπα ζητήματα. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο