Χρυσοστόμου ν. Cyprus Popular Bank Public Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 404/2013, 30/9/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A428 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 404/2013 Μεταξύ: XXXXX Χρυσοστόμου Ενάγοντος και 1.Cyprus Popular Bank Public Ltd 2.Laiki Financial Services Ltd 3.Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου 4.Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
- XXXXX Βγενόπουλος
- XXXXX Λυσάνδρου
- XXXXX Θεοχαράκης
- XXXXX Μπουλούτας
- XXXXX Στυλιανίδης
- XXXXX Κουννής
- XXXXX Χιλιαδάκης
- XXXXX Ε. Λανίτης
- XXXXX Στυλιανού
- XXXXX XXXXX Eskander 15.Pricewaterhouse Coopers Ltd 16.Grant Thornton
- XXXXX Ba'alawy
- XXXXX Basu
- XXXXX Μυλωνάς
- XXXXX Φόρος
- XXXXX Wrigley Εναγομένων Αίτηση ημερ. 7.12.2018 υπό Ενάγοντος για Προσθήκη Εναγομένου και Τροποποίηση Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Χατζητζιοβάνης, για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 1,2,6,9,10,12,13,16,19: κα Ζίττη, για Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 3: κ. Παναγή, για Αλέκος Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 4: κ. Παναγή, για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 5: κα Παπουή, για Νικόλα Θρασυβούλου Για Εναγόμενους 8,11: κα Παπουή, για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 15: κα Ηλιάδου, για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Εναγόμενος 10: Παρών Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την ως άνω αίτηση του ο Ενάγων αιτείται άδειας για: Α.Προσθήκη ως Εναγομένου 22 του Π. Αρμαμέντου ως εκκαθαριστή της κληρονομιαίας περιουσίας του Εναγομένου 5, καθώς και τη συνέχιση της διαδικασίας εναντίον του ως έχει στο κλητήριο. B.Τροποποίηση δικογράφων ως ανωτέρω. Γ.1.Τροποποίηση της §32 της έκθεσης απαίτησης υπό τον τίτλο «Λεπτομέρειες παράβασης νομίμων καθηκόντων» διά της προσθήκης 19 νέων υποπαραγράφων σχετικών με παραβάσεις Νόμων και ή Οδηγιών. Γ.2.Τροποποίηση της §37 της έκθεσης απαίτησης διά της ένθεσης φράσης σχετικής με τις Οδηγίες 2004/39/ΕΚ, 2006/73/ΕΚ, τον Κανονισμό 1287/2006 και τις Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας υπό ΚΔΠ 557/2007 και ΚΔΠ 558/
- Στην υποστηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση της η εκ των δικηγόρων του Ενάγοντος κα Νικολάου αναφέρει στις §2-4 τα εξής: «. 2.Η αιτούμενη προσθήκη διαδίκου, δηλαδή του XXXXX Αρμαμέντου, εκκαθαριστή της κληρονομιαίας περιουσίας του αποβιώσαντος XXXXX Βγενόπουλου ως Εναγομένου 22 κατέστη αναγκαία και επιθυμητή μετά τον θάνατο του Εναγομένου
- Επισυνάπτω ως Τεκμήριο Α την απόφαση αριθμό 327/2018 του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου ημερομηνίας 06/09/2018, όπου διατάσσεται η εκκαθάριση των 6/8 της κληρονομιαίας περιουσίας των αιτούντων δύο τέκνων του Εναγομένου 5 και διορίζεται εκκαθαριστής ο προαναφερόμενος. Η προσθήκη είναι αναγκαία για να καταστεί δυνατή η αποτελεσματική εκδίκαση και η πλήρης επίλυση των μεταξύ των διαδίκων επίδικων θεμάτων. Ακόμα δεν γνωστοποιήθηκε και δεν περιήλθε εις την αντίληψην της πλευράς μας σε ποιο στάδιο βρίσκεται το υπόλοιπο μέρος της κληρονομιαίας περιουσίας του Εναγόμενου 5 και γι' αυτό θα πρέπει να συνεχιστεί η διαδικασία εναντίον του μέχρι αυτό ξεκαθαριστεί. Ενδεχομένως να υπάρξει ανάγκη για περαιτέρω τροποποίηση όταν αυτό ξεκαθαριστεί. 3.Επιπρόσθετα, η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης είναι απαραίτητη γιατί παρά την υφιστάμενη δικογράφηση παραβάσεων νομίμων καθηκόντων με σχετικές λεπτομέρειες, είναι ορθότερο να εξειδικευτούν και τα νομικά πλαίσια απ' όπου πηγάζουν αυτές οι παραβάσεις ήτοι συγκεκριμένα άρθρα Νομοθεσίας, Ευρωπαϊκών Κανονισμών και Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. Δεν πρόκειται για καινούργιες θέσεις αλλά απλούστατα για εξειδίκευση των υφιστάμενων θέσεων των Ενάγοντα με αναφορά στις σχετικές πρόνοιες. 4.Η ανάγκη αυτή προέκυψε κατά το στάδιο προετοιμασίας της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης όπου διαπιστώθηκε ότι η Έκθεση Απαίτησης χρήζει τροποποίησης. Η διασαφήνιση που αναφέρεται στην αίτηση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.» Ένσταση Ένσταση στην αίτηση καταχώρισαν μόνον η Εναγομένη 1, η οποία κατά την ακρόαση την εγκατέλειψε, αποδεχόμενη την αίτηση, καθώς και οι Εναγόμενοι 8 και 11, οι οποίοι επέμειναν μέχρι τέλους. Οι υπόλοιποι Εναγόμενοι δήλωσαν επίσης ότι αποδέχονται την αίτηση ενώ κάποιοι άλλοι δεν εμφανίστηκαν καθόλου. Με την ένσταση τους οι Εναγόμενοι 8 και 11 προέβαλαν 12 λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι: 1.Η αίτηση είναι αβάσιμη. 2.Η προσθήκη διαδίκου πριν την ολοκλήρωση της διαχείρισης περιουσίας του Εναγομένου 5 οδηγεί σε καθυστέρηση. 3.Ο προτεινόμενος ως Εναγόμενος 22 είναι αλλοδαπός και δεν καταδεικνύεται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον του. 4.Τίθεται ζήτημα παραγραφής. 5.Ζητείται προσθήκη χωρίς παράλληλο αίτημα διαγραφής του Εναγομένου
- 6.Επιδιώκεται η ένταξη νομοθετικών προνοιών σε δικόγραφο. 7.Η ένορκη δήλωση είναι παράτυπη. 8.Η αίτηση είναι κακόπιστη και καταχρηστική. 9.Ο Ενάγων δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης. 10.Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις έγκρισης. 11.Ο Ενάγων γνώριζε τα γεγονότα προτού καταχωρίσει την αγωγή. 12.Επέρχεται βλάβη η οποία δεν μπορεί να αποζημιωθεί. Η υποστηρίζουσα την ένσταση ένορκη δήλωση της ασκούμενης δικηγόρου κας Χ. Ηλία επαναλαμβάνει βασικά τους λόγους ένστασης και περιέχει νομικά επιχειρήματα, στα οποία ούτως ή άλλως θα γίνει αναφορά σε καταλληλότερο στάδιο εάν και όπου κριθεί αναγκαίο. Νομική πτυχή Όπως έχει ήδη διαφανεί η αρχική αίτηση είναι δισκελής υπό την έννοια ότι με αυτήν επιδιώκεται: (ι)αφενός η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής διά της προσθήκης Εναγομένου 22 και (ιι)αφετέρου η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης διά της προσθήκης λεπτομερειών. Παρά τη θετική στάση την οποία τήρησαν οι υπόλοιποι εμφανισθέντες Εναγόμενοι στην αίτηση (εκτός δηλαδή των Εναγομένων 8 και 11), θα πρέπει να διευκρινιστεί εξαρχής πως το πρώτο αίτημα για προσθήκη Εναγομένου 22 δεν είναι δυνατόν να εγκριθεί δεδομένου ότι δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο διορισθείς εκκαθαριστής των 6/8 της κληρονομιαίας περιουσίας κ. Αρμαμέντος έχει αποδεχθεί τον διορισμό του ως ρητώς προέβλεπε η απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου (υπ' αρ. 327/2018 - Τεκμήριο Α). Εκτός του πιο πάνω κωλύματος είναι προφανέστατο από την αγόρευση του Ενάγοντος πως εν πάση περιπτώσει δεν επιμένει και δεν προωθεί το αίτημα για προσθήκη εναγομένου. Αυτό συνάγεται από το ότι κατά την ενασχόληση με την αίτηση του δεν αναφέρεται ούτε στοιχειωδώς ή έστω παρεμφερώς στο εν λόγω αίτημα, όπως ούτε και κατά την ανάλυση των λόγων ένστασης απαντά σε λόγους οι οποίοι σχετίζονται με την προσθήκη διαδίκου (π.χ. αγώγιμο δικαίωμα, παραγραφή κλπ.). Αντιθέτως, αναφέρεται επανειλημμένως στο ότι με την αίτηση επιθυμεί να εξειδικεύσει τις σχετικές λεπτομέρειες παράβασης νόμιμων καθηκόντων, ότι η ανάγκη αυτή προέκυψε κατά την προετοιμασία και ότι η εξειδίκευση είναι αναγκαία ούτως ώστε να υπάρχει ορθή δικογράφηση. Συνεπώς δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το μέρος αυτό της αίτησης δεδομένου ότι τόσο ως αστήρικτο όσο και ως μη προωθούμενο υπόκειται σε απόρριψη. Όσον αφορά το άλλο αίτημα για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζονται παρόμοιες αιτήσεις είναι πολύ καλά γνωστές και προκύπτουν μέσα από πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά τις Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.44, Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.704, Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ.1092). Για τις ανάγκες της παρούσας θεωρώ πως είναι αρκετό να παραπέμψω στην Clive Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2138 στην οποία, με αναφορά και σε άλλες υποθέσεις, οι βασικές αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.237. Στη Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονή τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A. & G. Leventis & Co (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης"». Στην παρούσα περίπτωση η αγωγή καταχωρίστηκε στις 16.1.13 και η έκθεση απαίτησης στις 19.6.14, αφού προηγουμένως είχαν επιλυθεί και κάποια ζητήματα εν σχέσει με τις επιδόσεις. Ενώ αρκετοί Εναγόμενοι καταχώρισαν τις υπερασπίσεις τους, για τους Εναγόμενους 8 και 11 προέκυψε η ανάγκη καταχώρισης αίτησης αναστολής διαδικασίας εκ μέρους τους (ημερ.12.11.14) λόγω έφεσης την οποίαν είχαν ασκήσει σε άλλη ενδιάμεση απόφαση. Στις 9.12.15 οι Εναγόμενοι 8 και 11 αιτήθηκαν άδειας για συμπληρωματική ένορκη δήλωση την οποίαν εν τέλει καταχώρισαν στις 15.1.
- Όταν τελικά απερρίφθη το αίτημα τους για αναστολή ακολούθησε στις 26.2.16 άλλη αίτηση τους για απόρριψη της αγωγής λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας, η οποία (αίτηση) επίσης απερρίφθη στις 20.5.
- Για την καταχώριση υπεράσπισης των Εναγομένων 8 και 11 απαιτήθηκε αίτηση για απόφαση ημερ.2.6.16 και μετά από τρεις παρατάσεις εν τέλει καταχωρίστηκε στις 13.2.
- Τα δικόγραφα, βέβαια, δυστυχώς δεν έχουν ακόμα συμπληρωθεί για όλους τους Εναγόμενους δεδομένου ότι εκκρεμούν υπερασπίσεις για αρκετούς από αυτούς. Μεσολάβησε όμως στις 7.12.18 η υπό κρίση αίτηση. Βασικά αυτό το οποίο επιζητεί ο Ενάγων είναι να προσθέσει στις λεπτομέρειες παραβάσεων κάποιους επιπλέον ισχυρισμούς. Η θέση των Εναγομένων 8 και 11 ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση εισηγείται προσθήκες που έχουν κατ' αρχήν ως αντικείμενο νομοθετήματα δεν είναι βάσιμη, καθότι ναι μεν γίνεται αναφορά σε νομοθετήματα αλλά αυτό γίνεται για τον καλύτερο προσδιορισμό και τη σαφέστερη πληροφόρηση μέσω αντιστοίχισης της κάθε παράβασης με τη σχετική νομοθετική ή κανονιστική πρόνοια. Δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή πως οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν την ύπαρξη καθηκόντων εκ του νόμου την παράβαση των οποίων επικαλείται ο Ενάγων. Στην πραγματικότητα οι Εναγόμενοι αποκτούν πολύ καλή αντίληψη για το τι ακριβώς ισχυρίζεται ο Ενάγων λόγω της παραπομπής στο ακριβές εδάφιο ή και υποεδάφιο του Ν.144
(1)/07 ή των ΚΔΠ, τα οποία κατά την άποψη του προβλέπουν το καθήκον. Συμφωνώ ότι από αυστηρής δικονομικής άποψης ενδεχομένως να είναι εκ του περισσού μια τέτοια παραπομπή αλλά από την άλλη κρίνεται πως η διατήρηση τους είναι προς όφελος των Εναγομένων και της υπόθεσης, ιδιαίτερα σε περίπτωση, όπως η παρούσα, κατά την οποία κρίνονται επιτρεπτές οι ίδιες οι λεπτομέρειες των παραβάσεων. Όπως έχει αναφερθεί στη Λέντζας ν. Laos Bros Ltd, Πολ. Έφ. 140/11, ημ. 22.12.16 η Δ.19 κ.13 επιβάλλει ιδιαίτερη δικογράφηση των λεπτομερειών οι οποίες αφορούν παραβίαση νόμιμων καθηκόντων και περαιτέρω: «Η ορθή και επιμελημένη δικογράφηση δίδει το στίγμα ως προς το τι αναμένεται να παρουσιαστεί από τον Ενάγοντα προς απόδειξη της υπόθεσης του τόσο από πλευράς ισχυρισμών επί γεγονότων, όσο και από πλευράς στοιχειοθέτησης της νομικής πτυχής, έτσι ώστε και ο Εναγόμενος να μπορεί να τοποθετηθεί ανάλογα στην έκθεση υπεράσπισης του, και βεβαίως να προσαγάγει την ανάλογη μαρτυρία και να τοποθετηθεί επί της νομικής βάσης της αξίωσης.» Οι Εναγόμενοι 8 και 11 εστίασαν κατά την αγόρευση τους στην καθυστέρηση και την αιτιολόγηση της, επικαλούμενοι την υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ. 426 και προβάλλοντας ουσιαστικά ότι η καθυστέρηση χωρίς οποιαδήποτε άλλη εξήγηση εκτός από σφάλμα ή αβλεψία δεν αρκεί. Σχετικά με ευθύνη δικηγόρου έχει αναφερθεί στην Ikos Cif Ltd v. Marfin Coward κ.ά., Πολ. Έφ. 137/13 κ.ά., ημ. 20.3.14 ότι (ακόμα και) η αλλαγή δικηγόρου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και ότι δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. Τονίστηκε όμως στην ίδια υπόθεση και το ότι τροποποίηση δύναται να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Είναι προφανές από το ιστορικό της υπόθεσης, καθώς και την αίτηση πως με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσε να είχε διαπιστωθεί νωρίτερα η αναγκαιότητα για την επιχειρούμενη εξειδίκευση. Έχοντας όμως υπόψιν τη φύση και το περιεχόμενο των τροποποιήσεων δεν θα συμφωνήσω ότι με τυχόν έγκριση τους είναι δυνατό να προκληθεί οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός στους Εναγομένους 8 και 11, ιδιαίτερα ενόψει του ότι δεν έχουν προβεί σε οποιαδήποτε τοποθέτηση στα υφιστάμενα δικόγραφα η οποία θα επηρέαζε την υπερασπιστική γραμμή που επέλεξαν. Υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση, για την οποία μάλιστα όντως δεν έχει δοθεί εξήγηση άλλη εκτός από την παράλειψη να εντοπιστούν και προβληθούν νωρίτερα τα θέματα όπως στην πραγματικότητα θα επιθυμούσε ο Ενάγων και όπως επιζητείται σήμερα. Όπως όμως έχει λεχθεί στην Clive Preece (ανωτέρω) παρά τη σχετικότητα του παράγοντα χρόνου εντούτοις αυτός δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας δεδομένου ότι το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων οι οποίοι συνιστούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση εγκρίθηκε κατ' έφεσιν αίτηση εκτενούς τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης τέσσερα έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εν τω μέσω της προφορικής μαρτυρίας του Ενάγοντος, αφού διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας και τα οποία συνδέοντο στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης. Σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου επί του οποίου δυνητικά θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί με κατάλληλη μαρτυρία η εκδοχή των εφεσειόντων. Στη Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426 το Εφετείο αναφερόμενο στο θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης έκρινε πως η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Προσέθεσε επίσης πως μια καλόπιστη αίτηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί ακόμα και αν, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση αιτιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Είναι αυτή η στάθμιση όλων των παραγόντων που οδήγησε, επίσης κατ' έφεσιν, στην έγκριση τροποποίησης 11 έτη μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και αφού ακούστηκαν 12 μάρτυρες Εναγόντων στην Kayat Trading Ltd v. Genzyme
(2013)1(Α) Α.Α.Δ 543. Συγκεκριμένα είχε μεταξύ άλλων συνεκτιμηθεί πως δεν υπήρχε κακοπιστία από πλευράς αιτητών και πως η όποια ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί από την επανάκληση μαρτύρων για περαιτέρω αντεξέταση δεν μπορούσε να έκλινε την πλάστιγγα εναντίον της τροποποίησης αφού προείχε το συμφέρον της δικαιοσύνης, η δε ζημιά των καθ΄ ων μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα, ενώ αντίθετα οι συνέπειες για την υπόθεση των αιτητών από τη μη τροποποίηση θα ήταν καταστροφικές. Έχω τη γνώμη πως η παρούσα περίπτωση διακρίνεται ουσιωδώς από την Ikos (ανωτέρω) στην οποίαν κρίθηκε πως τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξ ολοκλήρου τον χαρακτήρα της αφού υπήρχε παλαιότερη προσθήκη διαδίκων, και με την αίτηση προέκυπτε νέα βάση αγωγής και δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των νέων διαδίκων, ενώ παράλληλα παρέμενε ανεπίδοτη η αγωγή σε κάποιους και παρέμεναν σε ισχύ ενδιάμεσα διατάγματα, οπότε υπήρχε κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς στην άλλη πλευρά και εν τέλει ήταν προσφορότερο τα νέα αγώγιμα δικαιώματα να εκδικάζοντο στα πλαίσια άλλων αγωγών. Αναμφίβολα από τα πιο πάνω δεν προκύπτει κάτι το οποίο να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι παρέλειψε σκόπιμα ο Ενάγων να συμπεριλάβει στο αρχικό δικόγραφο τα όσα προβάλλει είτε να προωθήσει νωρίτερα την παρούσα αίτηση του. Ούτε έχει καταδειχθεί πως είχε οποιοδήποτε λόγο ή κάτι να ωφεληθεί από μια σκόπιμη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης του. Όπως έχει αναφερθεί στην Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ. 745: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη». Καθοδηγητικά είναι τα αναφερθέντα στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββα, Πολ. Έφ. Ε5/14, ημ. 24.3.14, η οποία οδήγησε σε διαταγή επανεκδίκασης αίτησης τροποποίησης με την οποία ζητείτο η προσθήκη στην υπεράσπιση ισχυρισμού για novus actus interveniens πέντε έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και ενώ η ακρόαση της είχε ήδη αρχίσει (και είχε προχωρήσει ακόμα περισσότερο μέχρι την εκδίκαση της έφεσης). Λέχθηκαν τα εξής: «Εξάλλου, η υπεράσπιση, αν και η ίδια καταχωρημένη με καθυστέρηση, επεδιώχθη να τροποποιηθεί αμέσως μόλις ανεκαλύφθη, όπως είναι ο ισχυρισμός, η εκ παραδρομής παράλειψη αναφοράς στη διάσταση αυτή. Δεν υπήρξε λοιπόν υπέρμετρη καθυστέρηση όσον αφορά την ίδια την αίτηση, έστω και αν το πρόβλημα θα μπορούσε να είχε εντοπιστεί προηγουμένως. Εν πάση όμως περιπτώσει, λανθασμένη είναι και η άλλη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι προέκυπτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Είναι γεγονός ότι η ακρόαση είχε αρχίσει και δεν επρόκειτο για αγωγή για την οποία δεν είχε ακόμα αρχίσει η ακρόαση. Αλλά προφανώς βρισκόμαστε στο πρώτο στάδιο της υπόθεσης με μαρτυρία του ίδιου του εφεσιβλήτου και χωρίς καν να είχε εισαχθεί ιατρική μαρτυρία, η οποία ήταν και το ουσιαστικό ζητούμενο στην όλη υπόθεση». Στη βάση των πιο πάνω αρχών αυτό το οποίο προκύπτει είναι πως το βασικό και ουσιώδες κριτήριο είναι άλλο και πως η παρούσα δεν θα πρέπει να απορριφθεί λόγω ανεξήγητης καθυστέρησης, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψιν πως η ακρόαση δεν έχει αρχίσει, ότι οι Εναγόμενοι δύνανται δεόντως να αποζημιωθούν λαμβάνοντας τα έξοδα που θα προκαλέσει η τροποποίηση, ότι δεν υπήρξε κακοπιστία και ότι με την επιχειρούμενη τροποποίηση τίθεται το αναγκαίο υπόβαθρο για την προώθηση της εκδοχής του Ενάγοντος και επίλυση των ουσιαστικών ζητημάτων, χωρίς να προκαλείται οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός στους Εναγόμενους. Κατάληξη: Στη βάση όλων των πιο πάνω και στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κρίνεται ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί μερικώς. Ως εκ τούτου, εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος Γ. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Τροποποιημένες Υπερασπίσεις, εάν απαιτούνται, να καταχωριστούν εντός 15 ημερών από την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα αιτητικά υπό Α και Β απορρίπτονται. Τα έξοδα της αίτησης, καθώς και όσα παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων οι οποίοι έλαβαν μέρος στην αίτηση και εναντίον του Ενάγοντος ως θα υπολογιστούν, συν Φ.Π.Α. και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Εννοείται ότι (πέραν από τυχόν έξοδα τα οποία παραμερίζονται) για όσους Εναγόμενους εμφανίστηκαν στην αίτηση και είτε δεν καταχώρισαν ένσταση είτε δεν επέμειναν σε αυτή, θα υπολογιστούν έξοδα μόνο για μια εμφάνιση η οποία ήταν απαραίτητη για να τοποθετηθούν. Η αγωγή παραμένει, ως είχε οριστεί, για οδηγίες στις 11.11.19. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο