ROSGOSSTRAKH INSURANCE COMPANY (PUBLIC JOINT STOCK COMPANY) ν. EUROBANK CYPRUS LTD, Αρ. Αγωγής: 1816/19, 21/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A463 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1816/19 Μεταξύ: ROSGOSSTRAKH INSURANCE COMPANY (PUBLIC JOINT STOCK COMPANY), από την Ρωσία Εναγόντων και EUROBANK CYPRUS LTD από τη Λευκωσία Εναγομένων ____________________________________________________________________ Αίτηση Εναγόντων ημερομηνίας 15/7/2019 για έκδοση Διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal Ημερομηνία: 21 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντες/Αιτητές: Γ. Θωμά για Yiannakis K. Thoma Law Firm LLC Για Εναγομένους/Καθ' ων η αίτηση: Σ. Γιορδαμλής για Ιωαννίδης Δημητρίου ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή - Επιζητούμενες θεραπείες Με την υπό κρίση Αίτηση οι Ενάγοντες επιζητούν τα ακόλουθα Διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal: Α. Διάταγμα για αποκάλυψη ενόρκως πληροφοριών και λεπτομερειών αναφορικά με τον τραπεζικό λογαριασμό που η Εταιρεία Mobilus Re Sia διατηρούσε και/ή διατηρεί στην τράπεζα των Εναγομένων, ο οποίος τραπεζικός λογαριασμός έχει και/ή είχε αριθμό IBANK XXXX8875 και ειδικότερα το πότε ανοίχθηκε ο λογαριασμός, πότε έκλεισε και/ή κατά πόσο ακόμη λειτουργεί, τα ονόματα των προσώπων που φαίνονται ως τελικοί δικαιούχοι των μετοχών της εταιρείας, καθώς και τα ονόματα και πλήρη στοιχεία των προσώπων που είχαν δικαίωμα να υπογράφουν και να δεσμεύουν τον εν λόγω τραπεζικό λογαριασμό από το άνοιγμά του μέχρι το κλείσιμό του και αν υφίσταται μέχρι και σήμερα. Β. Διάταγμα για ένορκη αποκάλυψη στην οποία να περιέχονται πληροφορίες και πλήρεις λεπτομέρειες αναφορικά με οποιουσδήποτε άλλους τραπεζικούς λογαριασμούς πέραν του αναφερόμενου στο Α της παρούσας Αίτησης που η Εταιρεία Mobilus Re Sia διατηρούσε και/ή διατηρεί στην τράπεζα των Εναγομένων. Γ. Διάταγμα για ένορκη αποκάλυψη στην οποία να περιέχονται πληροφορίες και να επισυνάπτονται αντίγραφα όλων των σχετικών εγγράφων για κάθε τραπεζικό λογαριασμό ξεχωριστά που η Εταιρεία Mobilus Re Sia διατηρούσε και/ή διατηρεί στην τράπεζα των Εναγομένων, μαζί με πλήρη κατάσταση λογαριασμού στην οποία να αναφέρονται όλες οι πιστώσεις, χρεώσεις και μεταφορές χρημάτων προς και από τους εν λόγω λογαριασμούς από το άνοιγμά τους μέχρι το κλείσιμό τους και/ή μέχρι και σήμερα, καθώς επίσης και αντίγραφα όλων των δικαιολογητικών εγγράφων που παρουσιάστηκαν από την εταιρεία για σκοπούς πιστώσεων, χρεώσεων, μεταφορών χρημάτων, πληρωμών κτλ. Δ. Διάταγμα που να εξουσιοδοτεί ή επιτρέπει στους Ενάγοντες/ Αιτητές να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε πληροφορία και/ή έγγραφο που θα αποκαλυφθεί και/ή παραδοθεί σε αυτούς δυνάμει των Διαταγμάτων που θα εκδοθούν, προς υποστήριξη αγωγής ή αγωγών που θα εγερθούν στην Κύπρο και/ή στην αλλοδαπή. Ε. Διάταγμα (Gagging order) το οποίο να απαγορεύει και εμποδίζει τους Εναγόμενους και/ή αντιπρόσωπούς τους να ειδοποιήσουν ή ενημερώσουν με οποιοδήποτε τρόπο οποιοδήποτε πρόσωπο συμπεριλαμβανομένης και της Εταιρείας Mobilus Re Sia σχετικά με την έναρξη της παρούσας αγωγής και αίτησης μέχρι την αποκάλυψη και παράδοση των εγγράφων και πληροφοριών που καλύπτονται από τα Αιτητικά Α, Β και Γ (ανωτέρω). Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται, μεταξύ άλλων, στη Δ.28, θθ, 1-15, Δ.48, θθ. 1 -13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στα Άρθρα 1 - 9 του Κεφαλαίου 6, στα άρθρα 29
(1)(α-ε), 32, 41 και 42 του Ν. 14/60, στους Περί Εργασιών Πιστωτικών Ιδρυμάτων Νόμους (Ν.66(Ι)/1997), στο Κοινοδίκαιο και στις Αρχές που διέπουν την έκδοση Διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal καθώς και στη σχετική νομολογία. Ένορκη Δήλωση Αίτησης Η Αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Γενικού Διευθυντή των Εναγόντων, στην οποία αναφέρονται, όπως μπορώ να συνοψίσω, τα ακόλουθα: · Οι Ενάγοντες/Αιτητές ήταν και είναι δημόσια εταιρεία που ιδρύθηκε και λειτουργεί στη Ρωσική Ομοσπονδία ως ασφαλιστική εταιρεία ασκώντας τις εργασίες των ασφαλιστών και αντασφαλιστών προσφέροντας ασφάλειες και/ή ασφαλιστική κάλυψη σε ολόκληρη την επικράτεια της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Επίσης, λειτουργούν και ως επενδυτική εταιρεία. Αποτελούν δε, μία από τις μεγαλύτερες ασφαλιστικές εταιρείες στη Ρωσική Ομοσπονδία. · Οι Εναγόμενοι ήταν και είναι εταιρεία που ασχολείται με τραπεζικές εργασίες στην Κύπρο, διατηρώντας υποκαταστήματα και παραρτήματα σε όλες τις πόλεις της Κύπρου. · Οι Ενάγοντες τον ουσιώδη χρόνο αγόραζαν για συγκεκριμένες κατηγορίες ασφαλιστικών ρίσκων και κινδύνων υπηρεσίες αντασφάλισης από άλλες μεγάλες ασφαλιστικές εταιρείες του εξωτερικού. Η αγορά υπηρεσιών αντασφάλισης γινόταν μέσω εταιρειών/πρακτόρων αντασφάλισης, οι οποίοι ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι και/ή διαμεσολαβητές των εν λόγω ασφαλιστικών εταιρειών. · Μετά τις αλλαγές στη σύνθεση των μετόχων και αξιωματούχων των Εναγόντων/Αιτητών που σημειώθηκε περί το φθινόπωρο του έτους 2017 και με δεδομένη την εξαιρετικά κρίσιμη κακή οικονομική κατάσταση των Εναγόντων, η οποία δεν ήταν συμβατή με την πρόοδο των πωλήσεων και των εσόδων της εταιρείας, πραγματοποιήθηκε οικονομικός έλεγχος σε διάφορους τομείς των δραστηριοτήτων τους συμπεριλαμβανομένων και των συμβάσεων με άλλες ασφαλιστικές εταιρείες και/ή εταιρείες - πράκτορες αντασφάλισης που αφορούσαν την αγορά υπηρεσιών αντασφάλισης. · Ο έλεγχος των οικονομικών της εταιρείας ανατέθηκε στην PWC η οποία, διεθνής εταιρεία, εντόπισε κατά τον έλεγχο διάφορες ύποπτες συναλλαγές οι οποίες διεξάγονταν μεταξύ των Εναγόντων και διαφόρων πρακτόρων αντασφάλισης. · Ως αποτέλεσμα του οικονομικού ελέγχου διαπιστώθηκε ότι υπό την ανασκόπηση περίοδο (1/1/2012 - 31/8/2017) οι Ενάγοντες/Αιτητές μετέφεραν €361.996.000 προς τους διάφορους ασφαλιστικούς πράκτορες για σκοπούς αγοράς αντασφάλισης. Το 63% του ποσού αυτού πληρώθηκαν και/ή έπρεπε να πληρωθούν προς τις εταιρείες - πράκτορες αντασφάλισης μέσω της Εταιρείας Mobilus Re Sia και συγκεκριμένα μέσω του επίδικου λογαριασμού που η εν λόγω εταιρεία διατηρούσε στην Κύπρο και συγκεκριμένα στην Εναγόμενη τράπεζα. · Όλες οι εταιρείες - αντασφαλιστικοί πράκτορες ελάμβαναν πολύ σημαντικό μέρος των χρημάτων για τις υπηρεσίες και/ή τις δήθεν υπηρεσίες που προσέφεραν στους Ενάγοντες/Αιτητές μέσω της ίδιας εταιρείας που ενεργούσε ως εταιρεία εισπράκτορας, δηλαδή της Mobilus. · Όπως προκύπτει από την έκθεση της PWC, η εταιρεία Mobilus συνδεόταν με πρώην αξιωματούχους των Εναγόντων/Αιτητών, οι οποίοι έδιναν οδηγίες στους πράκτορες αντασφάλισης όπως οι πληρωμές, με παράκληση και/ή οδηγίες των εταιρειών αυτών γίνονται μέσω της εταιρείας Mobilus την οποία προφανώς ήλεγχαν οι ίδιοι. Με αυτό τον τρόπο οι εν λόγω πρώην αξιωματούχοι των Εναγόντων/Αιτητών μέσω της Mobilus και σε συνομωσία με τις εταιρείες - πράκτορες αντασφάλισης καταδολίευαν τους Ενάγοντες/Αιτητές αποσπώντας από αυτούς τεράστια χρηματικά ποσά καθ' όλη την υπό ανασκόπηση περίοδο. · Όπως έχει διαφανεί από τον οικονομικό έλεγχο της PWC κατά την περίοδο 2012 - 2017 στην εταιρεία Mobilus και συγκεκριμένα στον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό της που διατηρούσε στην Κύπρο στην τράπεζα των Εναγομένων μεταφέρθηκε από τους Ενάγοντες συνολικά το ποσό των €228.642.
- Επισημαίνεται ότι η εταιρεία Mobilus ουδεμία υπηρεσία προσέφερε στους Ενάγοντες ούτε και είχε μαζί τους οποιαδήποτε επαγγελματική σχέση. · Όπως προέκυψε από τον οικονομικό έλεγχο κατά την υπό ανασκόπηση περίοδο, λειτούργησε εγκληματική οργάνωση με στόχο την καταδολίευση των Εναγόντων και τον παράνομο σφετερισμό τεράστιων ποσών χρημάτων. Αποτέλεσμα τούτου ήταν οι Ενάγοντες να έχουν απωλέσει τεράστια ποσά χρημάτων τα οποία η PWC υπολογίζει στο ποσό των €182.173.
- Η αφαίρεση εκατομμυρίων ευρώ από τους Ενάγοντες έγινε δυνατή ως αποτέλεσμα συνωμοσίας α) πρώην αξιωματούχων των Εναγόντων, β) των αναφερομένων εταιρειών - πρακτόρων αντασφάλισης και γ) της εταιρεία Mobilus. Ιδιαίτερα καθοριστικός ρόλος στη συνωμοσία ήταν αυτός της εταιρείας Mobilus, η οποία λειτούργησε ως όχημα μεταφοράς και ξεπλύματος των παρανόμως αφαιρεθέντων από τους Ενάγοντες χρημάτων. Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση Κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου καταχωρήθηκε από μέρους των Εναγόντων/Αιτητών συμπληρωματική ένορκη δήλωση της XXXXX Αριστείδου, δικηγόρο στο γραφείο των δικηγόρων των Εναγόντων, στην οποία, αφού γίνεται αναφορά στους λόγους που σημειώθηκε κάποια καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης και Αγωγής, επεξηγούνται οι λόγοι για τους οποίους η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή καταχωρήθηκε στην Κύπρο. Περαιτέρω αναφέρεται ότι η Εταιρεία Mobilus Re Sia έχει διαλυθεί στις 27/3/
- Ένσταση-Λόγοι Ένστασης Στην Αίτηση κατεχωρήθη Ένσταση με την ίδια περίπου νομική βάση, στην οποία εξειδικεύονται ως Λόγοι Ένστασης οι ακόλουθοι: Η Καθ' ης η Αίτηση δεσμεύεται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή υποχρέωση τήρησης τραπεζικού απορρήτου προς τους πελάτες της δυνάμει του Άρθρου 29 του Ν.66(Ι)/97, ως έχει τροποποιηθεί. Η Καθ' ης η Αίτηση δεν δύναται να αποκαλύψει οποιεσδήποτε εμπιστευτικές ή απόρρητες πληροφορίες περιλαμβανομένων των πληροφοριών που επιζητούνται στην παρούσα αίτηση, εκτός αν ο πελάτης δώσει γραπτή συγκατάθεση προς τούτο, ή αν εμπίπτει η περίπτωση σε μία από τις εξαιρέσεις του Άρθρου 29 του Ν.66(Ι)/97, ως έχει τροποποιηθεί. Η Καθ' ης η Αίτηση ενδεχομένως να βρεθεί εκτεθειμένη και/ή υπόλογη και/ή να δημιουργηθεί αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της σε περίπτωση που προβεί στην αιτούμενη αποκάλυψη χωρίς σχετικό Διάταγμα του Δικαστηρίου. Δεν επεξηγείται γιατί η Αιτήτρια δεν έλαβε οποιαδήποτε νομικά και/ή άλλα μέτρα στη Λετονία όπου η Εταιρεία Mobilus είναι εγγεγραμμένη. Τα αιτούμενα Διατάγματα είναι γενικά και καλύπτουν πολύ ευρύ φάσμα εγγράφων και/ή πληροφοριών, με αποτέλεσμα να είναι άδικα και/ή καταπιεστικά, καθώς τυχόν συμμόρφωση εντός του περιορισμένου χρόνου των 10 ημερών είναι εκ των πραγμάτων αδύνατη. Δεν υφίσταται οποιαδήποτε ουσιαστική απαίτηση και/ή παράπονο εναντίον της Καθ' ης η αίτηση, ούτε η Καθ' ης η αίτηση έχει οποιαδήποτε εμπλοκή και/ή ανάμειξη, έστω αθώα και/ή εν αγνοία της στις ισχυριζόμενες αδικοπραξίες εναντίον της Αιτήτριας και επομένως, σε περίπτωση επιτυχίας της Αίτησης θα ήταν άδικο να επιβαρυνθεί με οποιαδήποτε έξοδα από τυχόν συμμόρφωση της στα αιτούμενα Διατάγματα. Η Ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του XXXXX Πετάση, προϊσταμένου του Νομικού Τμήματος της Εναγομένης, στην οποία βασικά υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται σε μεγαλύτερη έκταση οι Λόγοι Ένστασης. ΕΞΕΤΑΣΗ ΥΠΟ ΚΡΙΣΗ ΑΙΤΗΣΗΣ Η υπό κρίση Αίτηση αφορά σε διατάγματα αποκάλυψης πληροφοριών και εγγράφων θεραπεία η οποία εμπίπτει στις αρχές του Δικαίου της Επιείκειας και στρέφεται κατά προσώπου που στην προκειμένη περίπτωση είναι η εναγομένη Τράπεζα η οποία, όπως είναι η θέση των Αιτητών, αναμείχθηκε σε αδικοπραξίες ή παράνομες δραστηριότητες ή υποβοήθησε στις επιλήψιμες δραστηριότητες άλλων προσώπων και για την οποία οι Ενάγοντες δεν έχουν αγώγιμο δικαίωμα. Με βάση το Άρθρο 29
(1)(γ) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 τα Κυπριακά Δικαστήρια εφαρμόζουν τις αρχές της Επιείκειας και στο πλαίσιο αυτό έχουν την εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σύμφωνα με το Άρθρο 32 του Ν.14/60 που αποτελεί και το ουσιαστικό δίκαιο έκδοσης τέτοιας φύσεως διαταγμάτων. Διατάγματα τα οποία εμπίπτουν στο Δίκαιο της Επιείκειας όπως τα διατάγματα αποκάλυψης που καθιερώθηκαν νομολογιακά στην Αγγλία με τις αποφάσεις Norwich Pharmacal Coandothers v. Commissioners of Customs & Excise
(1973)2 All E.R 943 και Banker's Trust v. Shabira
(1980)1 W.L.R 1274 εμπίπτουν σ' αυτό το Δίκαιο και εφαρμόζονται, κατ΄ επέκταση, και από τα δικά μας Δικαστήρια. Η νομική αρχή της υπόθεσης Norwich αποτελεί ξεχωριστή αιτία αγωγής και δίδει τη δυνατότητα έγερσης αγωγής εναντίον προσώπων που αναμείχθηκαν ή συνδέθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο στην παράνομη πράξη. Η καθιερωθείσα από την υπόθεση Νorwich νομική αρχή ακολουθήθηκε έκτοτε από τα Αγγλικά Δικαστήρια. Η υπό αναφορά νομική αρχή αποτελεί αυτοτελή αιτία αγωγής και μπορεί να προωθηθεί με αγωγή - όπως έγινε και στην παρούσα - εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες, λόγω της ανάμειξης ή της διευκόλυνσης που παρείχαν στην τέλεση της παράνομης πράξης, έστω κι αν οι ίδιοι μπορεί να μην έχουν προσωπική ευθύνη. Το καθήκον των προσώπων αυτών, επισημάνθηκε, έγκειται στην παροχή βοήθειας στο πρόσωπο που αδικήθηκε, κι αυτό εκπληρώνεται με το να αποκαλύψει τις πληροφορίες που κατέχει και που σχετίζονται με την αδικοπραξία. Οι προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιούνται για έκδοση θεραπείας Νorwich Pharmacal κωδικοποιήθηκαν, τρόπο τινά, στην υπόθεση Mitsui & Cov. Nexen Petroleum UK Ltd
(2005)3 All E.R.511, σελ. 518. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα:- "[21] The three conditions to be satisfied for the court to exercise the power to order Norwich Pharmacal relief are:
(1)a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (
- ii)there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (
- a)be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (
- b)be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued." Σε κάθε περίπτωση όπως τονίστηκε τόσο στη Norwich (ανωτέρω) όσο και σε άλλες αποφάσεις που ακολούθησαν, η θεραπεία της αποκάλυψης παρέχεται από το Δίκαιο της Επιείκειας ως ένα όπλο υποβοήθησης ενός διαδίκου σε εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης ή διευκόλυνσης στην τέλεση της παράνομης πράξης έστω και αν τα ίδια δεν έχουν προσωπική ευθύνη. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Ashworth Hospital Authority v. M.G.N Ltd
(2002)4 All E.R 193 ένα διάταγμα για αποκάλυψη μπορεί να εκδοθεί ακόμη και στην περίπτωση κατά την οποία το πρόσωπο εναντίον του οποίου ζητείται η αποκάλυψη είχε αθώα ή χωρίς πρόθεση ανάμειξη στην αδικοπραξία[1]. Είναι νομολογημένο, έχοντας υπόψη ιδιαίτερα τις αγγλικές αποφάσεις, ότι το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδίδει διατάγματα με σκοπό τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων και για το σκοπό αυτό υπάρχει πληθώρα αγγλικών αποφάσεων, μεταξύ των οποίων και η υπόθεση Bankers Trust Co. ν. Shapira & Others
(1980)3 All E.R. 353. Επίσης η απόφαση A. v. C.
(1981)1 Q.B. 629 και παραθέτω σχετικό απόσπασμα από την απόφαση A. v.C. (ανωτέρω): "Now these cases provide ample authority that, in an action in which the plaintiff seeks to trace property which in equity belongs to him, the court not only has jurisdiction to grant an injunction restraining the disposal of that property; it may in addition, at the interlocutory stages of the action, make orders designed to ascertain the whereabouts of that property. In particular, it may order a bank (whether or not party to the proceedings) to give discovery of documents in relation to the bank account of a defendant who is alleged to have defrauded the plaintiff of his assets; and it may make orders for interrogatories to be answered by the defendants or their employees or director." (δική μου υπογράμμιση) Επίσης στην υπόθεση Bankers Trust (ανωτέρω) παραπέμπω σε απόσπασμα από την απόφαση του Lord Denning στη σελίδα 358: "The plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door» see BanqueBelge Pour L' Etranger v. Hambrouck [1921] 1 KB 321 at 335." Στην Bankers Trust Co. (ανωτέρω) επιπρόσθετα αναφέρθηκαν τα ακόλουθα από τον Lord Denning: "This new jurisdiction must, of course, be carefully exercised. It is a strong thing to order a bank to disclose the state of its customer's account and the documents and the correspondence relating to it. It should only be dome when there is a good ground for thinking the money in the bank is the plaintiff's money - as, for instance, when the customer has got the money by fraud - or other wrongdoing - and paid it into his account at the bank." Με βάση το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου στο πλαίσιο της υπό κρίση Αίτησης, ικανοποιούμαι ότι οι πληροφορίες που ζητούνται με τα αιτούμενα Διατάγματα είναι αναγκαίες για να καταδείξουν τη συμμετοχή και τον βαθμό αυτής καθενός από τους πρώην αξιωματούχους των Εναγόντων/Αιτητών της εταιρείας Mobilus Re Sia σε αυτή τη αδικοπραξία εις βάρος των Εναγόντων. Τα αιτούμενα Διατάγματα αποσκοπούν στη λήψη των απαραίτητων πληροφοριών αναφορικά με τον τρόπο και τον βαθμό συμμετοχής του καθενός των αδικοπραγήσαντων. Βασικά μέσω αυτών των πληροφοριών επιδιώκεται η ταυτοποίηση των προσώπων εκείνων στα οποία κατέλεξαν τα χρήματα των Εναγόντων/Αιτητών καθώς και ο εντοπισμός, αν όχι όλων των χρημάτων, μέρους αυτών ώστε να επανακτηθούν με τη λήψη των κατάλληλων και/ή αναγκαίων διαβημάτων εναντίον όλων των προσώπων, φυσικών και νομικών, τα οποία έχουν εμπλακεί στη συνομωσία και/ή αδικοπραξία που έλαβε χώρα εναντίον τους τόσο στην Κύπρο όσο και ενδεχομένως και σε άλλες χώρες. Επίσης επιδιώκεται ο εντοπισμός των φυσικών και/ή νομικών προσώπων που κρύβονται πίσω από την εταιρεία Mobilus Re Sia τα οποία είχαν τον πραγματικό έλεγχο αυτής και τα οποία οργάνωσαν και/ή συμμετείχαν και/ή έπαιξαν καθοριστικό ρόλο στην αδικοπραξία σε βάρος των Εναγόντων/Αιτητών. Ένας από τους λόγους Ένστασης που προβλήθηκε είναι ότι οι Εναγόμενοι/Καθ΄ ων η Αίτηση δεσμεύονται από συμβατική σχέση εμπιστοσύνης και/ή τραπεζικό απόρρητο και ότι η παρούσα Αίτηση δεν εμπίπτει μέσα σε οποιαδήποτε από τις εξαιρέσεις του Άρθρου 29
(2)του Ν.66
(1)/97. Το Άρθρο 29
(2)του περί Τραπεζικών Εργασιών Νόμου έχει ως εξής;
(2)Το εδάφιο
(1)δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου- (α) Ο πελάτης ή οι εξουσιοδοτημένοι αντιπρόσωποι του παρέχει ή παρέχουν τη γραπτή συγκατάθεση τους για το σκοπό αυτό· ή (β) ο πελάτης έχει κηρυχτεί σε πτώχευση ή αν ο πελάτης είναι εταιρεία, η εταιρεία ευρίσκεται υπό διάλυση· ή (γ) έχει εγερθεί δικαστική διαδικασία μεταξύ του ΑΠΙ και του πελάτη ή του εγγυητή του αναφορικά με λογαριασμό του πελάτη· ή (δ) οι πληροφορίες παρέχονται στην αστυνομία δυνάμει των διατάξεων οποιουδήποτε νόμου ή σε δημόσιο λειτουργό που είναι κατάλληλα εξουσιοδοτημένος από το σχετικό Νόμο να λάβει τις πληροφορίες αυτές ή σε δικαστήριο κατά τη δίωξη ή εκδίκαση ποινικού αδικήματος δυνάμει του σχετικού Νόμου· ή (ε) έχει επιδοθεί στο ΑΠΙ δικαστικό διάταγμα κατάσχεσης χρημάτων που βρίσκονται σε πίστη λογαριασμού πελάτη· ή (στ) οι πληροφορίες απαιτούνται από συνάδελφο που εργοδοτείται από το ίδιο ΑΠΙ ή τη μητρική του επιχείρηση ή θυγατρική εταιρεία του ΑΠΙ ή της μητρικής του επιχείρησης ή εγκεκριμένο ελεγκτή ή νομικό σύμβουλο του ΑΠΙ, για την εκτέλεση των καθηκόντων τους· ή (ζ) οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την αξιολόγηση του αξιόχρεου πελατών αναφορικά ή σε σχέση με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη εφόσον οι πληροφορίες που απαιτούνται είναι γενικής φύσης και σε καμιά περίπτωση δε σχετίζονται με στοιχεία λογαριασμού συγκεκριμένου πελάτη· ή (ζi) οι πληροφορίες παρέχονται για σκοπούς τήρησης και λειτουργίας του δυνάμει των εδαφίων
(3)και
(4)του άρθρου 41 προνοουμένου Κεντρικού Αρχείου Πληροφοριών· ή (ζii) οι πληροφορίες παρέχονται σύμφωνα με το άρθρο 74 του περί Καλυμμένων Αξιογράφων Νόμου∙ ή (ζiii) οι πληροφορίες παρέχονται στον Κεντρικό Φορέα από ΣΠΙ που έχει συνδεθεί με αυτόν δυνάμει του άρθρου 25Α · ή (ζiv) οι πληροφορίες παρέχονται σε σύστημα ή μηχανισμό ανταλλαγής δεδομένων των πιστωτικών ιδρυμάτων δυνάμει του παρόντος Νόμου και οδηγιών που εκδίδονται με βάση το άρθρο 41
(6): Νοείται ότι, εκτός αν συντρέχει μία ή περισσότερες από τις περιπτώσεις που αναφέρονται στο παρόν εδάφιο, απαγορεύεται σε οποιοδήποτε πρόσωπο έχει μέσω συστήματος ή μηχανισμού ανταλλαγής δεδομένων ή με οποιοδήποτε άλλο τρόπο πρόσβαση στις πληροφορίες που παρασχέθηκαν σε σύστημα ή μηχανισμό ανταλλαγής δεδομένων, να παρέχει, κοινοποιεί, αποκαλύπτει ή προς ίδιο όφελος χρησιμοποιεί οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη πιστωτικού ιδρύματος, είτε ενόσω η εργοδότηση ή η επαγγελματική σχέση, χάρη στην οποία απέκτησε πρόσβαση στις πληροφορίες αυτές, συνεχίζεται είτε μετά τον τερματισμό της· ή (ζv) οι πληροφορίες παρέχονται στην Aρχή Πληροφόρησης ως αυτή ορίζεται στο εδάφιο
(3)του άρθρου 6 του περί της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου Νόμου, κατ' εφαρμογή του στοιχείου (α) της παραγράφου
(5)του άρθρου 14 του Κανονισμού (ΕΕ.) αριθ. 655/2014 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 15ης Μαΐου 2014 περί της διαδικασίας ευρωπαϊκής διαταγής δέσμευσης λογαριασμού προς διευκόλυνση της διασυνοριακής είσπραξης οφειλών σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις· (ζvi) οι πληροφορίες παρέχονται σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 59 του περί Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου· ή (ζvii) οι πληροφορίες παρέχονται στο Τμήμα Φορολογίας της Δημοκρατίας, για σκοπούς συμμόρφωσης με τις πρόνοιες πολυκρατικών ή διακρατικών συμφωνιών ή με τις διατάξεις νομοθεσιών· ή (η) η παροχή των πληροφοριών επιβάλλεται για λόγους δημόσιου συμφέροντος ή είναι αναγκαία για λόγους προστασίας των συμφερόντων του ΑΠΙ· (θ) χωρίς περιορισμό των λοιπών διατάξεων του παρόντος εδαφίου, η παροχή των πληροφοριών είναι αναγκαία για- (
- i)την κατάλληλη αξιολόγηση του ΑΠΙ ή οποιουδήποτε μέρους του ενεργητικού του ΑΠΙ αναφορικά με καλόπιστη (bona fide) εμπορική πράξη ή μέλλουσα εμπορική πράξη- (Α) για πώληση, είτε με παραχώρηση ("allotment") είτε αλλιώς, από το ΑΠΙ σε δυνητικό αγοραστή, εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου του ΑΠΙ που ισούται με τουλάχιστον το ένα εικοστό (1/20) του συνολικού εκδοθέντος μετοχικού κεφαλαίου του ΑΠΙ (υπολογιζόμενου κατά το χρόνο αμέσως μετά την ολοκλήρωση της εν λόγω πώλησης)˙ ή/και (Β) για πώληση (είτε με εκχώρηση είτε αλλιώς), από το ΑΠΙ σε δυνητικό αγοραστή, οποιουδήποτε μέρους του ενεργητικού του ΑΠΙ˙ ή/και (Γ) για συνομολόγηση, με το ΑΠΙ, συμφωνίας συμμετοχής όπου τρίτο πρόσωπο (το οποίο για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου θα αναφέρεται εφεξής ως «ο συμμετέχων») αναλαμβάνει μέρος ή το σύνολο των κινδύνων πιστωτικών διευκολύνσεων που παραχωρήθηκαν από το ΑΠΙ ("participation/sub-participation agreement")˙ ή/και (Δ) για επιβάρυνση από το ΑΠΙ οποιουδήποτε μέρους του ενεργητικού του ΑΠΙ προς όφελος τρίτου προσώπου (το οποίο για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου θα αναφέρεται εφεξής ως «ο αντισυμβαλλόμενος») ˙ ή/και (
- ii)την ανάθεση, από το ΑΠΙ, εργασιών ή/και υπηρεσιών ή/και δραστηριοτήτων σε συνεργάτη, ή/και την αγορά ή/και την απόκτηση από το ΑΠΙ προϊόντων ή/και υπηρεσιών που παρέχονται από συνεργάτη˙ ή/και (iii) την ολοκλήρωση ή/και εφαρμογή οποιασδήποτε εκ των πράξεων που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (
- i)και (ii), νοουμένου ότι οι πληροφορίες παρέχονται, κοινοποιούνται ή αποκαλύπτονται αποκλειστικά για τους σκοπούς της παρούσας παραγράφου - (Α) σε δυνητικό ή πραγματικό αγοραστή ή εκδοχέα εκχώρησης ή συμμετέχοντα ή αντισυμβαλλόμενο ή συνεργάτη˙ ή/και (Β) στη μητρική επιχείρηση οποιουδήποτε εκ των προσώπων που αναφέρονται στο σημείο (Α) της υποπαραγράφου (iii)˙ ή/και (Γ) στη θυγατρική εταιρεία είτε οποιουδήποτε εκ των προσώπων που αναφέρονται στο σημείο (Α) της υποπαγράφου (iii) είτε της μητρικής του επιχείρησης˙ ή/και (Δ) σε πρόσωπο που παρέχει διευκολύνσεις σε οποιοδήποτε εκ των προσώπων που αναφέρονται στο σημείο (Α) της υποπαραγράφου (iii) για τους σκοπούς οποιασδήποτε εκ των πράξεων που αναφέρονται στις υποπαραγράφους (
- i)και (ii)˙ ή/και (Ε) σε επαγγελματία σύμβουλο ή άλλο συνεργάτη ή/και οποιοδήποτε υπάλληλο, αξιωματούχο, αντιπρόσωπο, διευθυντή, διαχειριστή ή/και εμπιστευματοδόχο οποιουδήποτε εκ των προσώπων που αναφέρονται στο σημείο (Α) της υποπαραγράφου (iii): Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου, η με οποιοδήποτε τρόπο πρόσβαση και διάθεση πληροφοριών, που αφορούν τραπεζικούς λογαριασμούς φυσικών προσώπων, οι οποίες εμπίπτουν στην έννοια του όρου «δεδομένα προσωπικού χαρακτήρα» κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 4
(1)του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679, γίνεται μόνο σύμφωνα με τις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού. Το Άρθρο αυτό απαγορεύει, πλην συγκεκριμένων περιπτώσεων, σε υπαλλήλους ή εκπροσώπους τραπεζών να παρέχουν ή αποκαλύπτουν οποιεσδήποτε πληροφορίες αναφορικά με το λογαριασμό συγκεκριμένου πελάτη στην Τράπεζα. Στην προκειμένη περίπτωση, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των αιτουμένων πληροφοριών, στη βάση των όσων οι Αιτητές/Ενάγοντες ισχυρίζονται, φαίνεται ότι είναι τέτοια ώστε να εξυπηρετείται το δημόσιο συμφέρον που είναι η καταστολή δόλιων ή παράνομων πράξεων και, σε τέτοιες περιπτώσεις, το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη. Η αρχή ότι το δημόσιο συμφέρον υπερέχει έναντι της εμπιστευτικής σχέσης τράπεζας-πελάτη καθιερώθηκε στην υπόθεση Tournier v. National Provincial and Union Bank of England Ltd
(1923)All E.R Rep. 550 όπου στη σελ. 554 αναφέρονται τα εξής:- "In my opinion it is necessary in a case like the present to direct the jury what are the limits, and what are the qualifications of the contractual duty of secrecy implied in the relation of banker and customer. There appears to be no authority on the point. On principle I think that the qualifications can be classed under four heads: (
- a)where disclosure is under compulsion by law; (
- b)where there is a duty to the public to disclose; (
- c)where the interests of the bank require disclosure; (
- d)where the disclosure is made by the express or implied consent of the customer." Στη σελ. 558 της πιο πάνω απόφασης, συμπεριλαμβάνεται ανάμεσα στις περιπτώσεις που μπορεί να γίνει αποκάλυψη η επιδίωξη σκοπού καταστολής δόλιων πράξεων ή εγκλημάτων ως στοιχείο που συνάδει με το δημόσιο συμφέρον για αποκάλυψη. Στην υπόθεση Ι.Β.L. v. Planet
(1990)JLR 294 τονίσθηκαν τα εξής σχετικά: "The issue of confidentiality was considered in the Norwich Pharmacal case. The court was entitled to order discovery of documents for the purpose of legal proceedings if the public interest in the administration of justice required it. The court found that in the circumstances of the case the public interest in the confidentiality of the information was outweighed by the interests of justice. The court applies the incidental test in the present case. Of course, we have weighed confidentiality in the balance in reaching our decision. But we do not share Mr O'Connell's fears for the future of the finance industry. Confidentiality depends upon legitimate private business affairs being properly conducted. Here, there is a strong prima facie case to the contrary.." (δικές μου υπογραμμίσεις) Στην υπόθεση Norwich (ανωτέρω) τονίστηκε ότι το συμφέρον της δικαιοσύνης ως έκφανση του δημόσιου συμφέροντος υπερτερεί της προστασίας των εμπιστευτικών δεδομένων των αδικοπραγούντων. Κατ΄ ακολουθία των πιο πάνω η θέση της Τράπεζας ότι δεν μπορεί να δώσει τις ζητούμενες πληροφορίες λόγω τραπεζικού απορρήτου ή λόγω της σχέσης εμπιστευτικότητας με τον πελάτη της δεν ευσταθεί. Αντίθετα, στη βάση των ισχυρισμών των Αιτητών προβάλλονται ισχυροί λόγοι ότι οι Αιτητές έχουν δικαίωμα να αναζητήσουν το προϊόν της αδικοπραξίας που έγινε σε βάρος τους χωρίς η Τράπεζα να χρειάζεται τη συγκατάθεση του πελάτη τους για να τους δώσει τις πληροφορίες που ζητούν. Σχετικά παραθέτω αυτούσιο το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Bankers Trust Co v. Sharipa & Others
(1980)3 All E.R 358: "The Plaintiff, who has been defrauded, has a right in equity to follow the money. He is entitled, in Atkin LJ's words, to lift the latch of the banker's door: see Banque Belge Pour L' Etranger v. Hambrouck [1921] 1 KB 321 at 325. The Customer, who has prima facie been guilty of fraud, cannot bolt the door against him. Owing to his fraud, he is disentitled from relying on the confidential relationship between him and the bank see Initial Services Ltd v. Putterill [1968] 1 Q.B 396, 405 if the plaintiffs equity is to be of any avail, he must be given access to the bank's books and documents - for that is the only way of tracing the money or knowing what has happened to it." (δική μου υπογράμμιση) Στην υπό εξέταση περίπτωση, με βάση τα όσα έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, η Εναγομένη Τράπεζα στην οποία η εταιρεία Mobilus Re Sia διατηρούσε λογαριασμό, ο οποίος όπως φαίνεται χρησιμοποιήθηκε για μεταφορά χρημάτων και απόσπαση με επιλήψιμο τρόπο μεγάλων ποσών από τους Αιτητές/Ενάγοντες, κατέχει ή φαίνεται να κατέχει πληροφορίες αναφορικά με τις συναλλαγές που γίνονταν μέσω του εν λόγω λογαριασμού, τα εμπλεκόμενα στις συναλλαγές πρόσωπα, την πορεία των χρημάτων που διοχετεύθηκαν μέσω της εταιρείας, τα πρόσωπα, τις εταιρείες και τους τραπεζικούς λογαριασμούς στους οποίους κατέληξαν. Το στοιχείο αυτό, όπως προκύπτει από τη νομολογία που παρατέθηκε ανωτέρω, νομιμοποιεί τους Αιτητές στην έγερση αγωγής εναντίον της Τράπεζας σύμφωνα με τη νομική αρχή Norwich Pharmacal και, περαιτέρω, στην καταχώρηση αίτησης για αποκάλυψη πληροφοριών που η Τράπεζα κατέχει ή φαίνεται να κατέχει και οι οποίες είναι απαραίτητες για τους Αιτητές για να προωθήσουν δικαστικά μέτρα εναντίον των αδικοπραγήσαντων. Για σκοπούς εξασφάλισης της ενδιάμεσης θεραπείας που επιζητείται θα πρέπει να πληρούνται τόσον οι προϋποθέσεις που τίθενται από το Άρθρο 32 του Ν.14/60 όσο και των προϋποθέσεων που αναγνωρίσθησαν, κυρίως, στην υπόθεση Mitsui & Co Στην προκειμένη περίπτωση έχει καταδειχθεί: (α) η διάπραξη ή, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, διάπραξη αδικοπραξίας σε βάρος των Αιτητών, ήτοι τον σφετερισμό και/ή κατάχρηση μεγάλων χρηματικών ποσών των Αιτητών από διάφορα πρόσωπα, μεταξύ των οποίων πρώην αξιωματούχοι των Αιτητών, η εταιρεία Mobilus Re Sia, συνδεδεμένα με αυτή πρόσωπα και άλλοι, (β) ότι οι Αιτητές χρειάζονται τις αιτούμενες πληροφορίες γιατί χωρίς αυτές δεν θα είναι σε θέση να προωθήσουν αγωγή εναντίων των τελικών αδικοπραγούντων είτε στην Κύπρο, είτε στο εξωτερικό. (γ) η Τράπεζα είναι σε θέση να προμηθεύσει τους Αιτητές με τις πληροφορίες που ζητούν και οι οποίες είναι αναγκαίες για την προώθηση των πιο πάνω δικαστικών διαβημάτων στην Κύπρο και, ενδεχομένως, και σε άλλες χώρες εναντίον των προσώπων που διέπραξαν σε βάρος της τις ισχυριζόμενες αδικοπραξίες ενόψει του ότι η εταιρεία Mobilus Re Sia διατηρούσε λογαριασμό στην Τράπεζα. Επιπλέον, όπως προέκυψε, οι ζητούμενες πληροφορίες και έγγραφα, δεν κατέστη δυνατόν να εξασφαλιστούν με κάποιο άλλο διαθέσιμο τρόπο. Όσον αφορά τις προϋποθέσεις του Άρθρου 32 είναι αρκετό οι Αιτητές με το υλικό που έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου να έχουν καταδείξει: (i) συζητήσιμη υπόθεση που δεν είναι άλλη από τις αδικοπραξίες που, όπως ισχυρίζονται, διαπράχθηκαν σε βάρος τους με αποτέλεσμα να τους αποσπασθούν μεγάλα ποσά. (ii) ότι έχουν ορατή προοπτική να δικαιούνται σε θεραπεία, δηλαδή σε απόφαση για επανάκτηση του προϊόντος της ισχυριζόμενης ή ισχυριζομένων αδικοπραξιών και (iii) ότι η Τράπεζα είναι σε θέση να δώσει τις αιτούμενες πληροφορίες χωρίς τις οποίες δεν μπορούν οι Αιτητές να προωθήσουν δικαστική διαδικασία και, κατά συνέπεια, θα είναι αδύνατο να αποδοθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Ικανοποιούνται, λοιπόν, σωρευτικά όλες οι προϋποθέσεις για έκδοση των αιτουμένων Διαταγμάτων. ΚΑΤΑΛΗΞΗ Με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα και δεδομένα και καθοδηγούμενη από τις νομικές αρχές που σκιαγραφήθηκαν ανωτέρω, καταλήγω ότι είναι ορθό και δίκαιο όπως τα αιτούμενα Διατάγματα εκδοθούν με μόνη διαφορά ότι ο χρόνος συμμόρφωσης καθορίζεται σε εικοσιμία
(21)εργάσιμες μέρες από την επίδοση των Διαταγμάτων. Επομένως, εκδίδονται Διατάγματα με το οποίο η Εναγόμενη διατάσσεται να αποκαλύψειν ενόρκως και παραδώσει στους Ενάγοντες και/ή στους δικηγόρους των Εναγόντων και στο Δικαστήριο ένορκη δήλωση από διευθυντή και/ή εξουσιοδοτημένο αξιωματούχο και/ή αντιπρόσωπο και/ή υπάλληλο της Εναγόμενης όπως αναφέρεται στα Αιτητικά υπό στοιχεία Α, Β, Γ και Δ της υπό κρίση Αίτησης. Σε ό,τι αφορά τα έξοδα συμμόρφωσης με τα Διατάγματα που έχουν εκδοθεί η υπόθεση Avila Management Services Limited κ.ά v. Frantisek Stepanek κ.ά
(2012)1 Α.Α.Δ. 1403 παρέχει άριστη καθοδήγηση ως ακολούθως: «[.]Στο Civil Litigation 2006-2007 των Inns of Court School of Law, αναφέρονται τα εξής, στη σελ. 212, παρ. 21.2.8: A claimant will normally be required to pay the legal costs and any other expenses incurred by a blameless defendant in complying with a Norwich Pharmacal order. It may be possible to recover such costs and expenses from the wrongdoer if liability is eventually established, provided it was foreseeable that the claimant would need to make a Norwich Pharmacal application before bringing the substantive proceedings (Totalise plc v. Motley Fool Ltd (No. 2) The Times, 10 January 2002).» Σε μετάφραση: «Θα ζητηθεί κατά κανόνα από τον ενάγοντα να καταβάλει τα δικαστικά και άλλα έξοδα τα οποία θα υποστεί ο αναίτιος εναγόμενος συμμορφούμενος με τη διαταγή Norwich Pharmacal. Πιθανόν να είναι δυνατή η ανάκτηση των δικαστικών και άλλων εξόδων από τον αδικοπραγούντα υπό την προϋπόθεση ότι ήταν προβλεπτό ότι ο ενάγων θα αναγκαζόταν να προωθήσει αίτηση για Norwich Pharmacal προτού εγείρει την ουσιαστική διαδικασία (Totalise plc v. Motley Fool Ltd (No. 2) The Times, 10 Ιανουαρίου 2012).» Η αρχή της επιδίκασης εξόδων υπέρ του εναγομένου στις υποθέσεις τύπου Norwich Pharmacal, ακόμη και της παροχής ασφάλειας για τυχόν έξοδα και απώλειες που θα υποστούν οι εναγόμενοι για την εξασφάλιση των στοιχείων και των πληροφοριών, δεν είναι ασυνήθης. Εφαρμόζεται επίσης, τουλάχιστον σ' ό,τι αφορά την παροχή ασφάλειας για τα έξοδα, διοικητικά, δικαστικά και άλλα, που θα υποστούν τρίτα πρόσωπα τα οποία θα πρέπει να συμμορφωθούν με το διάταγμα του Δικαστηρίου και σε υποθέσεις Mareva, όπου συνήθως τράπεζες, ως τρίτα πρόσωπα, πρέπει να ελέγξουν διάφορους λογαριασμούς για να διαπιστώσουν κατά πόσο ο εναγόμενος έχει τραπεζικούς λογαριασμούς στο όνομα του ή σε συνδεδεμένες μ' αυτόν εταιρείες, στοιχεία τα οποία οφείλουν να παρουσιάσουν στο Δικαστήριό επί ποινή περιφρόνησης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης. Τέτοιοι όροι είναι συνήθεις και επιβάλλονται από το Δικαστήριο κατά την έκδοση Mareva Injunctions (δέστε Z. Ltd v. A-Z [1982] 1 Q.B. 558). Η διαταγή εξόδων ως ανωτέρω ενδείκνυται όμως όταν ο εναγόμενος θεωρείται αμέτοχος στις όλες αδικοπραξίες («blameless defendant») και είναι αθώο μέρος.[..]» Κατ΄ακολουθίαν, εκδίδονται Διατάγματα υπό στοιχεία Α, Β, Γ και Δ της υπό κρίση Αίτησης υπό τους ακόλουθους όρους: i. Οι Ενάγοντες αναλαμβάνουν όπως καλύψουν την Εναγόμενη για οποιαδήποτε έξοδα αυτοί ήθελαν υποστεί λόγω της συμμόρφωσης τους προς το εν λόγω διάταγμα. Τα έξοδα αυτά θα υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή στη βάση στοιχείων που η Καθ΄ ης η Αίτηση Τράπεζα θα προσκομίσει και τα οποία έξοδα στη συνέχεια θα εγκριθούν από το Δικαστήριο και, ii. Οι Ενάγοντες αναλαμβάνουν όπως μη χρησιμοποιήσουν οποιαδήποτε έγγραφα και/ή πληροφορίες και/ή στοιχεία ήθελαν αποκαλυφθεί στα πλαίσια των εν λόγω Διαταγμάτων για οποιονδήποτε άλλο σκοπό εκτός από τον σκοπό που αναφέρεται στην παράγραφο Δ της Αίτησης, και ως εκ τούτου εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος Δ της Αίτησης. iii. Επίσης το Διάταγμα φίμωσης (Gagging Order) που εκδόθηκε ως η παράγραφος Ε της Αίτησης καθίσταται απόλυτο και θα ισχύει μέχρι την πλήρη συμμόρφωση της Εναγόμενης αναφορικά με τα εκδοθέντα υπό στοιχεία Α, Β, και Γ Διατάγματα. iv. Αναφορικά με τα έξοδα της Αίτησης, έχοντας κατά νου την επιτυχία των Εναγόντων αφενός, αλλά και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες παρουσιάζεται ως διάδικος η Καθ΄ ης η Αίτηση Τράπεζα αφετέρου, ήτοι ενόψει του ότι η Τράπεζα, κατά την άποψη μου, καταχώρησε Ένσταση για να αποφύγει ενδεχόμενες απαιτήσεις εναντίον της εκ μέρους των πελατών της στην περίπτωση που έδιδε τις πληροφορίες χωρίς δικαστικό διάταγμα, κρίνω ότι η ορθότερη διαταγή είναι όπως η κάθε πλευρά επωμισθεί τα έξοδα της. (Υπ.) .................................................... Λ. Δημητριάδου - Ανδρέου, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητή /Λ.Δ. [1]"Held. -
(1)For the purposes of the disclosure jurisdiction, there was no requirement that the person against whom the proceedings had been brought should be an actual wrongdoer who had committed a tort or breached a contract or committed some other civil or criminal wrongful act. Rather, it was sufficient that he had become involved in the wrongdoing. If he had become so involved, it did not matter that he was innocent and in ignorance of the wrongdoing by the person whose identity it was hoped to establish." cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο