SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LIMITED ν. Λεπτός κ.α., Αρ. Αγωγής: 3429/16, 29/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A476 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3429/16 Μεταξύ: SOCIETE GENERALE BANK - CYPRUS LIMITED Ενάγοντες και
- XXXXX Λεπτός
- XXXXX Λεπτός
- XXXXX Λεπτός
- XXXXX Λεπτού Αργυρίδου
- XXXXX Αργυρίδης
- Βάσος Λεπτός Λίμιτεδ (μέσω του Παραλήπτη και Διαχειριστή XXXXX Αβραάμ) Εναγόμενοι ----------------- (Αίτηση τροποποίησης Ε/Α ημερ. 05/06/19) Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Πέτρου για Δρ. Κ. Χρυσοστομίδη & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους - Καθ' ων η αίτηση: κα Γεωργιάδου για Δήμο & Λία Γεωργιάδη & Σια ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή που καταχώρησαν στις 12/07/16 με ειδικά οπισθογραφημένο κλητήριο, οι ενάγοντες αξιώνουν από το μεν εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη, το ποσό των €626,99 ως υπόλοιπο τρεχούμενου λογαριασμού και το ποσό των €3.816,40 ως χρεωστικό υπόλοιπο δανείου, από τους δε εναγόμενους 2, 3, 4, 5 και 6 τα ίδια ποσά ως εγγυητές του εναγόμενου 1 δυνάμει εγγράφου εγγυήσεως ημερομηνίας 15/05/2012 και επιπρόσθετα σε σχέση με την εναγόμενη 6, διάταγμα πώλησης διαφόρων υποθηκευμένων κτημάτων που κατά τους ενάγοντες εξασφαλίζουν τα οφειλόμενα ποσά. Με την ίδια αγωγή αξιώνονται επίσης τόκοι, έξοδα και ΦΠΑ. Οι υφιστάμενοι δικογραφημένοι ισχυρισμοί των εναγόντων, οι οποίοι κατά την καταχώρηση της αγωγής εκπροσωπούνταν από άλλους δικηγόρους από αυτούς που τους εκπροσωπούν σήμερα, περιστρέφονται γύρω από το πώς οι πιο πάνω εναγόμενοι απέκτησαν τις προαναφερόμενες ιδιότητες τους και ειδικότερα ως προς το πώς κατέληξαν να παρέχονται από τους ενάγοντες στον εναγόμενο 1 στις 04/01/05 πιστωτικές διευκολύνσεις υπό τη μορφή τρεχούμενου λογαριασμού και στις 15/05/12 πιστωτικές διευκολύνσεις υπό τη μορφή δανείου καθώς επίσης και στο πώς οι υπόλοιποι εναγόμενοι κατέληξαν να εγγυούνται γραπτώς στις 15/05/2012 τις υποχρεώσεις του εναγόμενου 1 μέχρι ποσού €7200 έκαστος πλέον τόκους και η εναγόμενη 6 να υποθηκεύει προς όφελος των εναγόντων ως περαιτέρω εξασφάλιση των υποχρεώσεων του εναγόμενου 1, διάφορα ακίνητα της (παρ.3-6). Αναφορά γίνεται επίσης και στο πώς ο εναγόμενος 1 κατέληξε να μην ανταποκρίνεται στις συμβατικές του υποχρεώσεις απέναντι στους ενάγοντες παρά τις επανειλημμένες γραπτές εκκλήσεις τους, με αποτέλεσμα οι τελευταίοι να τερματίσουν γραπτώς στις 21/09/15 τις επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις και να απαιτήσουν άμεσα την πληρωμή των οφειλόμενων ποσών τόσο από τον εναγόμενο 1 όσο και από τους υπόλοιπους εναγόμενους εγγυητές του (παρ. 7-11). Οι εναγόμενοι καταχώρησαν κοινή υπεράσπιση στις 07/09/18 και με αυτή εγείρουν αφ' ενός προδικαστική ένσταση ότι η αγωγή είναι πρόωρη γιατί καταχωρήθηκε χωρίς πρώτα να τερματιστούν και αφ' ετέρου ισχυρίζονται ότι οι επίδικες συμφωνίες είναι άκυρες και/ή ακυρώσιμες κυρίως διότι σε αυτές υπάρχουν καταχρηστικές ρήτρες αλλά και διότι υπογράφτηκαν από τους εναγόμενους κατόπιν ψυχικής πίεσης και/ή ψευδών παραστάσεων και/ή εξαπάτησης από τους ενάγοντες. Εγείρονται επίσης θέματα παράνομου τόκου, «μολυσμένου» και ασαφούς υπολοίπου και υπέρμετρης ολιγωρίας (laches) από πλευράς εναγόντων. Όλοι δε αυτοί οι ισχυρισμοί των εναγομένων προβάλλονται και υπό τη μορφή ανταπαίτησης με την οποία αξιώνεται αποζημιώσεις καθώς και δηλώσεις και/ή διατάγματα του Δικαστηρίου που να κηρύσσουν άκυρες τις επίδικες συμφωνίες. Οι ενάγοντες καταχώρησαν την Απάντηση και Υπεράσπιση τους στην Ανταπαίτηση στις 18/12/18, με την οποία απέρριψαν τους ισχυρισμούς των εναγομένων και την ίδια μέρα εξέδωσαν και την προβλεπόμενη από την Δ.30 κλήση για οδηγίες. Παρόμοια κλήση εξέδωσαν και οι εναγόμενοι σε σχέση με την ανταπαίτηση τους στις 04/01/
- Λόγω αλλαγής των τότε δικηγόρων των εναγόντων με τους υφιστάμενους δικηγόρους στις 15/01/19, ζητήθηκε από το Δικαστήριο όπως μην δοθούν προς το παρόν οποιεσδήποτε προδικαστικές οδηγίες δυνάμει της Δ.30 εφόσον οι νυν δικηγόροι των εναγόντων εξέταζαν το ενδεχόμενο να πρέπει να προβούν σε τροποποίηση της αγωγής. Το αίτημα εγκρίθηκε και αφού δόθηκε κατόπιν διαδοχικών αιτημάτων χρόνος μέχρι και τις 05/06/19, καταχωρήθηκε εκείνη την ημέρα η υπό κρίση αίτηση για τροποποίηση της Ε/Α. Η εν λόγω προτιθέμενη τροποποίηση είναι εκτενής, αφορά ούτε λίγο ούτε πολύ σε όλες σχεδόν τις υφιστάμενες 12 παραγράφους τις Ε/Α και εκτείνεται από διαγραφές και αντικαταστάσεις παραγράφων μέχρι και σε αλλαγή του αριθμού μητρώου ΦΠΑ των νυν δικηγόρων. Θα επισημάνω απλά ότι οι προτιθέμενες τροποποιήσεις καλύπτουν 14 σελίδες ενώ ολόκληρη η υφιστάμενη Ε/Α είναι έκτασης μόλις 3 σελίδες. Η παράθεση συνεπώς στην παρούσα απόφαση αυτούσιων των αλλαγών που προτίθενται να γίνουν δεν κρίνεται ούτε σκόπιμη αλλά ούτε και πρόσφορη. Έχουν βεβαίως ληφθεί δεόντως υπόψη από το Δικαστήριο τόσο η καθεμία ξεχωριστά όσο και όλες μαζί στο σύνολο τους. Η ανάγκη για την αιτούμενη τροποποίηση προέκυψε, σύμφωνα με τον ομνύοντα στην Ε/Δ που υποστηρίζει την αίτηση, μετά που ανέλαβαν οι νυν δικηγόροι των εναγόντων οπόταν και διαπιστώθηκε ότι «.εκ παραδρομής και λόγω καλόπιστου λάθους οι Προηγούμενοι Δικηγόροι των Εναγόντων παρέλειψαν να αναφέρουν τα όσα στο παρόν στάδιο μέσω της Αίτησης οι Ενάγοντες αιτούνται όπως προστεθούν στην οπισθογραφημένη Έκθεση Απαίτησης». Ο σκοπός δε της τροποποίησης είναι, σύμφωνα με τον ομνύοντα, ώστε «.να δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες οι οποίες θα βοηθήσουν το σεβαστό Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.(και) το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων.». Εφόσον δε, ισχυρίζεται ο ομνύοντας, η ακροαματική διαδικασία δεν έχει ακόμη ξεκινήσει, η βάση της αγωγής και η ουσία της απαίτησης δεν αλλάζει και η προτεινόμενη τροποποίηση θα είναι προς όφελος και των εναγομένων αφού θα γνωρίζουν επακριβώς τους ισχυρισμούς των εναγόντων, τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και των διαδίκων συγκλίνουν υπέρ της έγκρισης της αίτησης. Στην αντίπερα όχθη η πλευρά των εναγομένων καταχώρησε ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας συνολικά 14 λόγους ένστασης. Κεντρικό άξονα της ένστασης των εναγομένων συνιστά το αυστηρό και περιοριστικό πλαίσιο της «νέας» Δ.25 που διέπει πλέον τα θέματα τροποποίησης καθώς επίσης και το ιστορικό της υπόθεσης, όπως αυτό αναδύεται από το φάκελο της υπόθεσης και το οποίο κατά τους εναγόμενους δεν δικαιολογεί ούτε και συνηγορεί υπέρ της έγκρισης της αίτησης με την οποία ουσιαστικά επιχειρείται μια αδικαιολόγητα καθυστερημένη και ανεπίτρεπτη προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των επίδικων θεμάτων εις βάρος των εναγομένων και μάλιστα στη βάση γεγονότων που ήταν εξ' υπαρχής γνωστά στην πλευρά των εναγόντων. Προβάλλονται επίσης και ισχυρισμοί περί κατάχρησης αλλά και αντικανονικότητας της διαδικασίας. Η Ε/Δ δε η οποία υποστηρίζει την ένσταση, κινείται πάνω στις ίδιες γραμμές. Την εκατέρωθεν επιχειρηματολογία τους οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των μερών την ανέπτυξαν μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Στρέφομαι κατ' αρχή στις πρόνοιες της Δ.
- Όπως δέχονται και οι δύο πλευρές, εφόσον η αγωγή καταχωρήθηκε το 2016, η παρούσα αίτηση εμπίπτει στις πρόνοιες της νέας Δ.25 ως αυτή τροποποιήθηκε και ειδικότερα στις πρόνοιες της Δ.25 Θ
(1)
(3), τις οποίες παραθέτω αυτούσιες: «Δ.25 Θ1
(3)Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης.» Για να επιτραπεί συνεπώς η αιτούμενη τροποποίηση, εφόσον έχει εκδοθεί η κλήση για οδηγίες, ο αιτητής θα πρέπει να καταδείξει είτε εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας είτε ότι η τροποποίηση αφορά, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, σε νέα δεδομένα που δεν ήταν υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της δικογραφίας που επιχειρείται να τροποποιηθεί. Από τις εν λόγω πρόνοιες προκύπτει ξεκάθαρα ότι η δυνατότητα τροποποίησης δικογράφου γενικότερα, αλλά και η φιλελεύθερη τάση να επιτρέπεται τέτοια τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, ως ήταν η νομολογία πριν την τροποποίηση της Δ.25, έχει πλέον περιοριστεί και αυτό δεν μπορεί να αγνοηθεί. Την ίδια στιγμή όμως, οι νομολογιακές αρχές που αφορούσαν στον τρόπο εφαρμογής της «παλιάς» Δ.25, μπορούν ακόμη να χρησιμοποιηθούν ως προς τον γενικότερο σκοπό για τον οποίο δύναται να δοθεί άδεια για τροποποίηση, εξουσία που ακόμη άπτεται της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου η οποία ασκείται δικαστικά, ο οποίος σκοπός δεν είναι άλλος από τα καλώς νοούμενα συμφέροντα της δικαιοσύνης με γνώμονα τα εκατέρωθεν συμφέροντα των διαδίκων (βλ. Ε. Φιλίππου Λτδ ν. Compass Insurance Co. Ltd (Αρ. 1)
(1990)1 AAΔ 24, Μάκης Σαββίδης ν Αυγής Π. Μαθηκολώνη - Πουργουρίδου, ΄Εφεση Αρ. 5/2016, 15/2/2018, Kayat Trading Ltd ν. Genzyme Corporation (Αρ. 2)
(2013)1 ΑΑΔ 543), Ikos Cif Ltd v. Martin Coward κ.ά., ECLI:CY:AD:2014:A205, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. 137/2013 και 138/2013, 20.3.2014 και Ανδριανή Αρακελιάν, Διαχειρίστρια της περιουσίας του αποβιώσαντος Harutune L Arakelian ν Ταμείου Προνοίας του προσωπικού της Marfin Λαϊκής Τράπεζας Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των εξαρτημένων της εταιρειών κ.α., ECLI:CY:AD:2016:A87, Πολιτική Έφεση Αρ. 51/2012, 11/2/2016 καθώς και τη νομολογία που οι εν λόγω αποφάσεις παραπέμπουν). Τα πιο πάνω μπορούν εύκολα να διαπιστωθούν και από το λεκτικό της γενικότερης πρόνοιας της Δ.25 Θ.5 σύμφωνα με τις οποίες «Το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε χρόνο και με τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως ως θα έκρινε δίκαιο, να τροποποιήσει οποιοδήποτε ελάττωμα ή λάθος σε οποιαδήποτε διαδικασία, όλες δε οι αναγκαίες τροποποιήσεις θα πρέπει να γίνονται με σκοπό τον καθορισμό του πραγματικού ζητήματος ή επίδικου θέματος, το οποίο εγείρεται με ή εξαρτάται από τη διαδικασία» (έμφαση δική μου). Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω και έχοντας διεξέλθει, όπως ανέφερα, μίας έκαστης των προτιθέμενων τροποποιήσεων, παρατηρώ τα εξής. Αρκεί ένας να αντιπαραβάλει το υφιστάμενο δικόγραφο της Ε/Α με τις εκτενέστατες προτιθέμενες τροποποιήσεις για να αντιληφθεί ότι η παρούσα αίτηση δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια προσπάθεια επαναδιατύπωσης ουσιαστικά των όσων ήδη δικογραφήθηκαν με απλό τρόπο στην Ε/Α από τους προηγούμενους δικηγόρους των εναγόντων, με τη μόνη διαφορά να έγκειται στο ότι τώρα επιχειρείται αχρείαστα να εισαχθεί αυτολεξεί όλο σχεδόν το περιεχόμενο των επίδικων συμφωνιών πιστωτικών διευκολύνσεων και των συναφών εγγράφων που ανταλλάχτηκαν μεταξύ των διαδίκων από την αρχή μέχρι το τέλος, διατηρώντας μάλιστα σε κάποιες περιπτώσεις ακόμη και τη δομή, την κλίση και το χρόνο των ρημάτων του σχετικού κειμένου, και να χρησιμοποιηθεί ο τρόπος έκφρασης και σύνταξης δικογράφων των νυν δικηγόρων των εναγόντων (βλ. π.χ. τροποποίηση που αφορά απλά σε μετακίνηση του υφιστάμενου αιτητικού (prayer) από το τέλος της Ε/Α που βρίσκεται τώρα, στην αρχή της Ε/Α). Ενδεικτικά αναφέρω εδώ ότι μεταξύ των προτιθέμενων τροποποιήσεων επιχειρείται να προστεθούν και 3 σελίδες ισχυρισμών που αφορούν στο αυτούσιο ουσιαστικά περιεχόμενο των τεσσάρων επιστολών που ήδη δικογραφούνται ότι στάληκαν από τους ενάγοντες προς τους εναγόμενους. Η γενικότητα και αοριστία δε, η οποία χαρακτηρίζει την θέση των εναγόντων ότι απλά παραλείφθηκαν να αναφερθούν «.τα όσα στο παρόν στάδιο μέσω της Αίτησης οι Ενάγοντες αιτούνται όπως προστεθούν στην οπισθογραφημένη Έκθεση Απαίτησης.» χωρίς οποιαδήποτε περαιτέρω επεξήγηση αλλά απλά με την εισήγηση ότι οι τροποποιήσεις είναι αναγκαίες ώστε «.να δοθούν περισσότερες λεπτομέρειες οι οποίες θα βοηθήσουν το σεβαστό Δικαστήριο κατά την εκδίκαση της υπόθεσης.(και) το Δικαστήριο θα έχει ενώπιον του μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα των γεγονότων.», όχι μόνο καθιστά αβάσιμη την αίτηση αλλά και επιβεβαιώνει τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι, με τις αιτούμενες τροποποιήσεις δεν εξυπηρετείται κάποιος ουσιαστικός σκοπός ώστε, παρά τη δικονομική αυστηρότητα που διέπει πλέον το όλο θέμα, να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου υπέρ των εναγόντων. Από το υφιστάμενο δικόγραφο της Ε/Α, αναδύεται ξεκάθαρα, παρά την απλότητα και λιτότητα του εν λόγω δικογράφου, ότι η αγωγή αφορά σε οφειλόμενα υπόλοιπα δύο ειδών πιστωτικών διευκολύνσεων, ήτοι ενός τρεχούμενου λογαριασμού και ενός δανείου, οι οποίες διευκολύνσεις παρασχέθηκαν στον εναγόμενο 1 ως πρωτοφειλέτη στις 04/01/05 και 15/05/12 αντίστοιχα, υπό την εξασφάλιση των γραπτών περιορισμένων εγγυήσεων των υπόλοιπων εναγομένων ημερ. 15/05/12 και της υποθήκευσης αριθμού ακινήτων ιδιοκτησίας της εναγόμενης 6 και οι οποίες διευκολύνσεις τερματίσθηκαν γραπτώς στις 21/09/15 λόγω παράλειψης του εναγόμενου 1 να συμμορφωθεί με τις συμβατικές του υποχρεώσεις, ήτοι να εξοφλήσει πλήρως και εγκαίρως τα ποσά που κατέστησαν οφειλόμενα ως αυτά κατέληξαν να αξιώνονται με την παρούσα αγωγή. Από την καταχωρηθείσα υπεράσπιση δε, προκύπτει ξεκάθαρα ότι είναι κοινώς αντιληπτό το ποιες ακριβώς συμφωνίες είναι που αφορά η αγωγή και ποιοι ήταν οι όροι αυτών αφού αν μη τι άλλο, κεντρικό άξονα της υπεράσπισης και της ανταπαίτησης συνιστούν οι ισχυρισμοί των εναγομένων ότι οι επίδικες συμβάσεις που επικαλούνται οι ενάγοντες περιέχουν καταχρηστικούς όρους και ότι οι εναγόμενοι πιέστηκαν, εξαπατήθηκαν και παραπλανήθηκαν από τους ενάγοντες για να τις υπογράψουν, ισχυρισμοί βέβαια οι οποίοι θα πρέπει να συγκεκριμενοποιηθούν και να αποδειχτούν από τους εναγόμενους κατά την ακρόαση. Αυτά είναι και τα ουσιώδη θέματα που κατέστησαν επίδικα εκ της υφιστάμενης δικογραφίας ενώ τα όσα προβάλλονται από πλευράς εναγομένων αναφορικά με παράνομους τόκους και μολυσμένο υπόλοιπα, τα οποία επίσης είναι θέματα που εναποθέτουν κάποιο βάρος απόδειξης στους ώμους των τελευταίων, είναι θέματα που άπτονται καθαρά της μαρτυρίας που θα προσκομισθεί. Άλλωστε, αυτό είναι κάτι που και οι ίδιοι οι εναγόμενοι αναφέρουν στην παρ.21 της Υπεράσπισης τους όπου ισχυρίζονται ότι «έχουν δώσει αρκετά μεγάλο ποσό έναντι των ισχυριζόμενων υπολοίπων» και ότι το «καθαρά οφειλόμενο ποσό θα διαφανεί μετά την ανταλλαγή εγγράφων», θέμα μάλιστα για το οποίο επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να τροποποιήσουν ανάλογα την υπεράσπιση τους. Πρόσθετα των πιο πάνω, ουδόλως μπορεί να γίνει αντιληπτό το πώς θα εξυπηρετήσει την όλη διαδικασία και τα επίδικα θέματα ο εκτροχιασμός που συνεπάγεται μια τροποποίηση δικογράφων απλά για να αλλαχτεί ο αριθμός ΦΠΑ των δικηγόρων των εναγόντων ή για να αναφερθεί ότι πλέον οι ενάγοντες έχουν με ειδικό ψήφισμα ημερ. 30/09/16, μεταφέρει το εγγεγραμμένο τους γραφείο σε άλλη διεύθυνση στη Λευκωσία. Δεν διαφεύγει βέβαια της προσοχής μου ότι ο τελευταίος αυτός ισχυρισμός παρουσιάζεται να αφορά σε γεγονότα που έλαβαν χώρα μετά την καταχώρηση της αγωγής και ενδεχομένως έτσι να εμπίπτει στο δεύτερο σκέλος της Δ.25Θ.1
(3). Αυτό όμως δεν συνεπάγεται και αυτόματη έγκριση της εν λόγω τροποποίησης αφού το θέμα παραμένει να είναι ότι ο επί του προκειμένου ισχυρισμός δεν θα προσφέρει τίποτα στην όλη υπόθεση και υπό το φως της ανταλλαχθείσας δικογραφίας, ουδόλως η συμπερίληψη του ή μη στο δικόγραφο των εναγόντων επηρεάζει την αγωγή ή τη δυνατότητα τους να προσκομίσουν μαρτυρία για να αποδείξουν τις αξιώσεις τους. Κοντολογίς και με κάθε σεβασμό προς την πλευρά των εναγόντων, αδυνατώ να αντιληφθώ για ποιο λόγο κρίθηκε αναγκαία η καταχώρηση της παρούσας αίτησης και δη υπό την αιτιολογία ότι πρόκειται για διόρθωση ενός καλόπιστου και εκ παραδρομής λάθους η οποία θα πρέπει να εγκριθεί ώστε να εξυπηρετήσει τα συμφέροντα της δικαιοσύνης και των διαδίκων. Αν μη τι άλλο, μια ενδεχόμενη τροποποίηση της Ε/Α στο προχωρημένο αυτό στάδιο θα συνεπάγεται την καταβολή σημαντικού ποσού εξόδων από τους ενάγοντες στους εναγόμενους και αυτό τη στιγμή που η αγωγή αφορά σε ποσό μόλις €4500 περίπου. Δεν έχω βεβαίως παραγνωρίσει ότι ενδεχομένως κάποιες από τις προτιθέμενες τροποποιήσεις θα μπορούσαν ίσως να εξυπηρετήσουν τη διαδικασία και τους διαδίκους αν, ως θέμα σύνταξης, περιλαμβάνονταν στο υφιστάμενο δικόγραφο. Τέτοιες τροποποίησης είναι για παράδειγμα οι προτιθέμενες αναφορές στο συγκεκριμένο παραχωρηθέν ποσό των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, των σχετικών επιτοκίων καθώς και το ότι το επίδικο δάνειο συνιστούσε τρόπο αναδιάρθρωσης του τότε οφειλόμενου υπολοίπου του επίδικου τρεχούμενου λογαριασμού. Παρά ταύτα, αν και υπό το φως της υπεράσπισης, η μη συμπερίληψη αυτών των λεπτομερειών μπορεί να μην έχει ιδιαίτερη σημασία, το αχρείαστα πολύπλοκο, εκτενές, συγχυστικό και σε μεγάλο βαθμό επαναλαμβανόμενο λεκτικό που επιχειρείται να προστεθεί σε σχέση με αυτές τις απλές λεπτομέρειες, δεν επιτρέπει την έγκριση κατά τη κρίση μου των σχετικών τροποποιήσεων ως υφίστανται αλλά ούτε και επιτρέπει την όποια προσπάθεια του Δικαστηρίου για σύντμηση χωρίς να υπάρχει υπό τις περιστάσεις ο κίνδυνος κάτι τέτοιο να θεωρηθεί ως ανεπίτρεπτη δικαστική επέμβαση. Επί του θέματος αυτού θα περιοριστώ απλά να αναφέρω ότι γι' αυτές τις απλές λεπτομέρειες, οι προτιθέμενοι προς προσθήκη ισχυρισμοί καλύπτουν τις 9 από τις 14 σελίδες των τροποποίησεων που αναφέρονται στην αίτηση. Στη βάση όλων των πιο πάνω και λαμβανομένου υπόψη του αυστηρού πλέον πλαισίου της Δ.25 και των σχετικών αρχών που περιβάλλουν την τροποποίηση δικογράφων γενικότερα, η αίτηση ως έχει δεν μπορεί να εγκριθεί και απορρίπτεται. Λαμβάνοντας δε υπόψη ότι η πλευρά των εναγομένων, με την επίσης εκτενή ένσταση και αγόρευση της, επικεντρώθηκε ουσιαστικά στη θέση ότι η αίτηση συνιστά μια ανεπίτρεπτη προσπάθεια επαναπροσδιορισμού των επίδικων θεμάτων σε βάρος τους, κάτι όμως το οποίο, ως εξήγησα ανωτέρω, δεν ευσταθεί υπό τις περιστάσεις, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως αναφορικά με τα έξοδα της αίτησης, η κάθε πλευρά επωμιστεί τα έξοδα της και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Η αγωγή ορίζεται για συνέχιση της διαδικασίας της Δ.30 στις 07/11/19 και ώρα 0900. (Υπ.) .......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο