← Κύπρος

ΦΙΛΙΠΠΟΥ ν. A & P LAZAROU DRILLING ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 917/2019, 10/10/2019

ΦΙΛΙΠΠΟΥ ν. A & P LAZAROU DRILLING ENTERPRISES LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 917/2019, 10/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A438 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 917/2019 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX ΦΙΛΙΠΠΟΥ Ενάγουσας και

  1. A & P LAZAROU DRILLING ENTERPRISES LTD
  2. ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΕΠΑΡΧΙΚΟΥ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Εναγόμενων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 4/4/2019 της Ενάγουσας για Ενδιάμεσα Διατάγματα Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου,
  3. Για την Ενάγουσα-Αιτούσα: κα. Ν. Φωτιάδη για κ. Η. Ηλία. Για την Εναγόμενη 1 - Καθ' ης η Αίτηση: κα. Χρ. Κανέλλα. Για τον Εναγόμενο 2 - Καθ' ου η Αίτηση: κα. Μενοίκου. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η [ Ι ]
  4. Η Ενάγουσα καταχώρισε γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα με το οποίο αξιώνει, μεταξύ άλλων, ακύρωση πώλησης ακίνητης ιδιοκτησίας της, με αρ. εγγραφής 0/2XX3, Φ/ΣΧ 18/36, Τεμάχιο 5X6 στον Κάτω Πύργο (το «επίδικο ακίνητο») ισχυριζόμενη ότι το πωλητήριο έγγραφο που κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας με αρ. Π40/2012 με αγοραστή την Εναγομένη 1 είναι προϊόν απάτης, δόλου και πλαστογραφίας.
  5. Ταυτόχρονα με την καταχώριση της αγωγής καταχώρισε αίτηση με την οποία εξασφάλισε μονομερώς την 5/4/2019 προσωρινό διάταγμα με το οποίο απαγορευόταν στον Εναγόμενο 2 να μεταβιβάσει στην Εναγομένη 1 το επίδικο ακίνητο. Τα υπόλοιπα αιτητικά της αίτησης (Α, Β και Γ) διατάχθηκε να επιδοθούν. Το αιτητικό Α ουσιαστικά συμπίπτει με το αιτητικό Δ που αφορά το εκδοθέν διάταγμα. Με τα αιτητικά Β και Γ, η Ενάγουσα αιτείται τα ακόλουθα διατάγματα (διατηρείται η σύνταξη και ορθογραφία): «Β. Διάταγμα με το οποίο να κήρυττη άκυρη την πώληση με αριθμό Π40/2012 του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/2XX3, Φυλ.18 Σχέδιο 36 Τεμάχιο 5X6 το οποίο ευρίσκεται στην κοινότητα Κάτω Πύργου Λευκωσίας. Γ. Διαζευκτικώς διάταγμα με το οποίο η πώληση με αριθμό Π40/2012 του ακίνητου με αριθμό εγγραφής 0/2XX3, Φυλ.18 Σχέδιο 36 Τεμάχιο 5X6 το οποίο ευρίσκεται στην κοινότητα Κάτω Πύργου Λευκωσίας, το οποίο καταρτίστηκε μεταξύ της XXXXX Φιλίππου Αιτήτριας και της A & Ρ LAZAROU DRILLING ENTERPRISES LTD καθ' ης η αίτηση αρ. 1 είναι άκυρο και/ή δεν επιφέρει κανένα νόμιμο αποτέ­λεσμα λόγω πλαστογραφίας απάτης και δόλου κατά την κατάρτηση του.»
  6. Η Εναγομένη 1 καταχώρισε ένσταση. Ο Εναγόμενος 2 δεν έφερε ένσταση στο αίτημα και απλά δήλωσε ότι θα συμμορφωθεί με το αποτέλεσμα.
  7. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση η Ενάγουσα αναφέρει ότι είναι η ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου (Τεκμήριο 3, φωτοαντίγραφο του πιστοποιητικού Εγγραφής). «Πρόσφατα» έλαβε από τον Επαρχιακό Κτηματολογικό Λειτουργό Λευκωσίας ειδοποίηση ημερ. 7/3/2019 (Τεκμήριο 2) στην οποία αναφέρονταν τα ακόλουθα: «Αναφορικά με τη πώληση με αρ. Π40/2012 με την οποία μεταβιβάσατε στην εταιρεία A & Ρ LAZAROU DRILLING ENTERPRISES LTD, το ακίνητο σας με αρ. εγγραφής 0/2XX3 στο Κάτω Πύργο, σας ενημερώνουμε ότι εντός ενός

(1)μηνός θα προχωρήσουμε στην εγγραφή του ακινήτου στο όνομα της δικαιοδόχου εταιρείας εκτός και αν παρουσιάσετε Διάταγμα που να διατάσσει το αντίθετο.»
  1. Η θέση της Ενάγουσας είναι ότι ουδέποτε διαπραγματεύτηκε με την Εναγομένη 1 ή κατήρτισε με την Εναγομένη 1 πωλητήριο έγγραφο και ότι αυτό αποτελεί προϊόν δόλου και/ή απάτης και/ή πλαστογραφίας. Κρίνω σκόπιμο να παραθέσω το ακριβές λεκτικό των παρ. 6 και 7 της ένορκης δήλωσης της (διατηρείται η σύνταξη και ορθογραφία): «
  2. Από ότι φαίνεται και/ή από πληροφορίες που έχω η εναγομένη εταιρεία καθ' ης η αίτηση αρ.1 με πλαστογραφία της υπογραφής μου και/ή με καταρτισμό πλαστού εγγράφου και/ή με δόλο και/ή με απάτη σε άγνωστο ημερομηνία για εμένα κατίρτησαν το αναφερόμενο πωλητήριο έγγραφο το οποίο κατέθεσαν στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας πράγμα το οποίο δεν αναγνωρίζω και έχω καταγγείλει και εις την αστυνομία το όλο γεγονός.
  3. Είναι φανερό και δηλώνω ότι δεν αναγνωρίζω την πιο πάνω αναφερόμενη πράξη ως γνήσια και ως εκ τούτου αιτούμαι από το Σεβαστό Δικαστήριο την έκ­δοση των σχετικών αιτουμένων διαταγμάτων τα οποία είναι παρα πολύ επείγον όπως εκδοθούν καθ' ότι από την σχετική αναφερόμενη ειδοποίηση Τεκμήριο αρ.2 ο διευθυντής του Κτηματολογίου Λευκωσίας θα προχωρήσει άμεσα εντός των επομένων 2, 3 ημερών εις την μεταβίβαση του αναφερομενου ακινήτου μου εις την εναγομένη καθ' ης η αίτηση αρ. 1.»
  4. Η μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα, υποστήριξε, να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά. [ ΙΙ ]
  5. Η Εναγομένη 1 έχει προβάλει 5 «προδικαστικούς» λόγους ένστασης και 44 λόγους ένστασης. Οι προδικαστικοί λόγοι ένστασης αφορούν τη λανθασμένη επιλογή εναρκτήριου μέσου, της αγωγής αντί εφέσεως (λόγοι i, ii, iii), την ύπαρξη παραγραφής της αξίωσης (λόγος v) και ότι η αγωγή στρέφεται κατά ανύπαρκτου προσώπου (λόγος iv)[1].
  6. Οι λόγοι ένστασης αφορούν τα ακόλουθα:
(1)Η αίτηση δεν πληροί τις προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος (λόγοι 1, 2, 3, 4, 10, 17, 18, 35, 43 και 44), δεν αποκαλύπτεται αγώγιμο δικαίωμα κατά της Εναγομένης 1 (λόγοι 11 και 12).
(2)Η Ενάγουσα δεν έχει στραφεί εναντίον και δεν έχει συμπεριλάβει ως εναγόμενο το πρόσωπο που εμφανίστηκε ως πληρεξούσιος της και τον πιστοποιούντα υπάλληλο (λόγος 13).
(3)Η αίτηση στηρίζεται σε εσφαλμένη νομική βάση (λόγοι 6, 14, 15, 16 και 19).
(4)Το επείγον δεν έχει δικαιολογηθεί (λόγοι 5 και 33), αντίθετα υπήρξε καθυστέρηση αφού η καταγγελία της έγινε το 2012 (λόγοι 22 και 23) γεγονός το οποίο και απέκρυψε (λόγοι 7, 24, 25, 26 και 27). Παρέλειψε επίσης να δώσει την πλήρη εικόνα στο Δικαστήριο (λόγοι 29, 30, 40 και 41).
(5)Η ένορκη δήλωση της Ενάγουσας δεν εξειδικεύει λεπτομέρειες δόλου και περιέχει διαζευκτικούς ισχυρισμούς (λόγοι 20, 21 και 28).
(6)Η διατήρηση σε ισχύ του εκδοθέντος διατάγματος προκαλεί αδικία (λόγοι 31, 34, 36, 38 και 42), η αίτηση είναι καταχρηστική (λόγοι 32 και 37) ενώ παραβλάπτονται τα Συνταγματικά δικαιώματα ιδιοκτησίας της Εναγομένης 1 (λόγος 39).
  1. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Παναγιώτη Λαζάρου, διευθύνοντα συμβούλου της Εναγομένης
  2. Αναφέρει ότι το ορθό όνομα της εταιρείας είναι A. & P. LAZAROU DRILLING ENTERPRISES LTD και όχι A & P LAZAROU DRILLING ENTERPRISES LTD, επομένως η αγωγή, είναι η θέση του, έχει εγερθεί κατά ανύπαρκτου προσώπου.
  3. Ως προς την ουσία της υπόθεσης, αναφέρει ότι η Ενάγουσα, δια του πληρεξουσίου αντιπροσώπου της, XXXXX Ευριπίδου, συνήψε την 28/12/2011 γραπτή συμφωνία πώλησης δύο ακινήτων (Τεκμήριο 2, φωτοαντίγραφο της συμφωνίας με το πληρεξούσιο, ημερ. 3/12/2011, Τεκμήριο 7 φωτοαντίγραφο της υπεύθυνης δήλωσης του), με αρ. εγγραφής 0/2XX3 (το επίδικο ακίνητο) και 0/2765 έναντι του ποσού των €
  4. Καταβλήθηκε στον πληρεξούσιο της Ενάγουσας ως προκαταβολή το ποσό των €7000 με επιταγή (Τεκμήριο 3, φωτοαντίγραφο της επιταγής). Το υπόλοιπο, ανερχόμενο σε €68000, θα καταβαλλόταν με τη μεταβίβαση. Η συμφωνία κατατέθηκε στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και έλαβε αριθμό Π40/2012 (Τεκμήριο 6, φωτοαντίγραφο της αίτησης κατάθεσης). Η Εναγομένη 1 δανείστηκε το υπόλοιπο ποσό από Συνεργατικό Ταμιευτήριο (βλ. Τεκμήριο 2).
  5. Ακολούθως η Εναγομένη 1 κατέβαλε φόρο ύψους €9606, μεταβιβαστικά τέλη ύψους €14568 (Τεκμήριο 9) και άλλες €56000 στον πληρεξούσιο της Ενάγουσας (Τεκμήριο 4, Τραπεζικός λογαριασμός της Εναγομένης 1 και Τεκμήριο 5, δέσμη φωτοαντιγράφων των επιταγών). Τα μεταβιβαστικά τέλη καταβλήθηκαν την 10/1/2012 και τα έντυπα μεταβίβασης (Τεκμήριο 8) κατατέθηκαν. Χωρίς να τύχει άλλης ενημέρωσης η μεταβίβαση και για τα δύο ακίνητα δεν ολοκληρώθηκε. Με επιστολή της συνηγόρου της ημερ. 6/11/2018 (Τεκμήριο 11) προς το Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας αναζήτησε τους λόγους που εκκρεμούσε ακόμη η μεταβίβαση για να λάβει την απάντηση με επιστολή ημερ. 10/12/2018 (Τεκμήριο 12) ότι αναμενόταν ενημέρωση από το ΤΑΕ Λευκωσίας για το αποτέλεσμα της υπόθεσης και η επιστροφή των πρωτοτύπων εγγράφων. Με νέα επιστολή τους ημερ. 9/4/2019 (Τεκμήριο 16), και σε απάντηση της επιστολή της συνηγόρου τους ημερ. 2/4/2019 (Τεκμήριο 15), ανέφεραν ότι η Ενάγουσα μετά από επιστολή τους εξασφάλισε απαγορευτικό διάταγμα.
  6. Την 30/5/2019 (μετά από την έκδοση του διατάγματος) η συνήγορος τους απευθύνθηκε με επιστολή στον Αστυνομικό Διευθυντή Λευκωσίας (Τεκμήριο 13) ζητώντας έκθεση γεγονότων για την καταγγελία της Ενάγουσας ημερ. 20/3/
  7. Με την απαντητική επιστολή που έλαβε την 7/6/2019 (Τεκμήριο 14) απλά αναγνωριζόταν η λήψη της επιστολής της.
  8. Η θέση του ενόρκως δηλούντα είναι ότι η Ενάγουσα από το 2012 που έκανε καταγγελία δεν έλαβε οποιοδήποτε άλλο μέτρο. Δεν δικαιολογείται επομένως το επείγον της αίτησης. Η Ενάγουσα απέκρυψε το πληρεξούσιο έγγραφο και τα γεγονότα που περιβάλλουν τον καταρτισμό του. Η Εναγομένη 1 είναι καλόπιστη αγοραστής και έχει αποστερηθεί του οφέλους της επίδικης συμφωνίας.
  9. Ο ενόρκως δηλών αναφέρεται και σε κάποια νομικά ζητήματα τα οποία δεν θεωρώ σκόπιμο να επαναλάβω. [ ΙΙΙ ]
  10. Και οι δύο συνήγοροι υπέβαλαν γραπτώς τις θέσεις τους στο Δικαστήριο. Έχω εξετάσει την επιχειρηματολογία τους και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Θα αναφερθώ μόνο στις εισηγήσεις τους εκεί που κρίνω σκόπιμο.
  11. Εξέτασα πρώτα τα «προδικαστικά» σημεία της ένστασης. Προσέγγισα την επιχειρηματολογία της συνηγόρου της Εναγομένης 1, ως προς το υπαρκτό ή όχι της εταιρείας που ενάγεται με ιδιαίτερο προβληματισμό. Η λανθασμένη περιγραφή διαδίκου σε τίτλο αγωγής είναι ένα ζήτημα τελείως διαφορετικό από τη μη ύπαρξη του. Το ζήτημα λανθασμένης περιγραφής πρέπει να εγερθεί μέσω της εμφάνισης και Υπεράσπισης ώστε ο Ενάγων να αιτηθεί τροποποίηση. Λανθασμένη περιγραφή δεν καθιστά τον διάδικο ανύπαρκτο. Στην προκειμένη περίπτωση δεδομένων των θέσεων που έχει προβάλει η συνήγορος ως προς τη φύση της προκύψασας διαφοράς είναι εμφανές ότι πρόκειται για ισχυρισμό λανθασμένης περιγραφής και όχι για ανύπαρκτο πρόσωπο, επομένως η «προδικαστική» της ένσταση δεν οδηγεί πουθενά.
  12. Ως προς το ζήτημα της χρήσης λανθασμένου εναρκτήριου μέσου, πάλι διαφωνώ με την επιχειρηματολογία της συνηγόρου της Εναγομένης
  13. Από τη στιγμή που η επίδικη διαφορά άπτεται της εγκυρότητας ή μη της συμφωνίας πώλησης και τη μεταβίβαση κυριότητας ακινήτου αυτή μπορεί μόνο να επιλυθεί στα πλαίσια αγωγής (βλ. Νέο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Κάτω Βαρωσίων Λτδ ν Διευθυντή Κτηματολογικού και Χωρομετρικού Τμήματος Λάρνακας κ.α.
(2005)1Β ΑΑΔ 1137). 18. Η παραπομπή στα άρθρα 44Α (4Α), 44Β
(3), 44Γ
(3)(δ) και 44Δ
(2)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου, Ν. 9/65, στον περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου, Κεφ. 62 και στο άρθρο 91Α της Πολιτικής Δικονομίας, Κεφ. 6 («Κεφ. 6») στη νομική βάση της αίτησης της Ενάγουσας είναι μεν λανθασμένη, δεν μεταβάλλουν όμως την ουσία του αγώγιμου δικαιώματος που αφορά δόλο. Το δε ζήτημα της παραγραφής όπως έχει τεθεί αποτελεί ζήτημα που αφορά την ουσία της υπόθεσης. 19. Σημειώνω ότι η δικαιοδοτική βάση έκδοσης ενδιάμεσου διατάγματος είναι το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 περιλαμβάνεται στη νομική βάση της αίτησης. Η παράλειψη συμπερίληψης του άρθρου 9 του Κεφ. 6 δεν δημιουργεί πρόβλημα. Αφ' ης στιγμής, από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση, το στοιχείο του επείγοντος είναι σαφές, το Δικαστήριο έχει την εξουσία να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα μονομερώς, και δη στηριζόμενο στο Άρθρο 9 του Κεφ. 6, έστω και αν δεν γίνεται, επίκληση του στην αίτηση (βλ. Μιχαηλίδης ν Πουργουρίδης
(2001)1Β ΑΑΔ 1263, 1268 στην οποία παρέπεμψε και η συνήγορος).
  1. Καμία από τις προδικαστικές ενστάσεις επομένως είναι βάσιμη. [ ΙV ]
  2. Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60 είναι οι ακόλουθες:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, 568 και Papapetrou Bros Ltd v Παπαπέτρου
(2003)1 ΑΑΔ 741, 745). 22. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (βλ. Odysseos, ανωτέρω, σελ. 570, και Κουνούνα v C. & A. Simonos Ltd
(2002)1 ΑΑΔ 1361, 1366). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Καλογήρου ν C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1B ΑΑΔ 1237, 1244).
  1. Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos, ανωτέρω, σελ. 569). Στην Κυριάκου ν Κυριάκου, Πολιτική Έφεση Ε301/2016, 26/9/2017, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, πρώτη έκδοση, σελ. 55: «Με την αναφορά αυτή στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right) . Γι΄ αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία απαγορευτικού διατάγματος.»
  2. Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos, ανωτέρω, σελ. 569). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν Microsoft Corporation
(2002)1Γ ΑΑΔ 1802, 1809 και Parico Aluminium Designs Ltd v Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1Γ ΑΑΔ 2015, 2039). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1Γ ΑΑΔ 1653, 1659). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1Β AAΔ 1235, 1243). 25. Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 263, 267 και 268 και Γρηγορίου κ.ά. ν Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248, 270). 26. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν Παναγίδου κ.α.
(2001)1A ΑΑΔ 396, 404). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v Timberland Co.
(1997)1Γ AΑΔ 1791, 1799). 27. Το Άρθρο 9
(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το οποίο παρέχει εξουσία για τη χορήγηση μονομερούς θεραπείας, προβλέπει:- «9.
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.» 28. Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγομένου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v Χάρη Χρίστου
(1998)1Β ΑΑΔ 598, 604, In Re Stavros Hotel Apartments Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 836, 841 και In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1Β ΑΑΔ 861, 865). Στη Vuitton v Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, 1462, τονίστηκε ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος ex parte, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. 29. Ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και η εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση (βλ. Stavros Hotel Apartments Ltd, ανωτέρω, σελ. 841, Babel Boutique Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 947, 954 και Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν Aristo Developers Ltd
(2011)1Β ΑΑΔ 1377, 1391). Το Δικαστήριο που εκδίδει ex parte το διάταγμα δύναται από μόνο του να επανεξετάσει μετά από την καταχώριση της σχετικής ένστασης και το ζήτημα του χρόνου ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της όλης δικαιοδοσίας του να επικυρώσει ή να ακυρώσει το διάταγμα υπό το φως της ολότητας των γεγονότων. Οι θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και η όλη διαφορά επιδρούν αναλόγως επί του παράγοντα του χρόνου (βλ. Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. ν Lasala κ.ά.
(2007)1 ΑΑΔ 162, σελ. 185-186 και Ιερά Μητρόπολη Πάφου, ανωτέρω, σελ. 1391). 30. Δεν αποφασίζεται πρώτα αν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 ικανοποιούνται και έπειτα αν συντρέχει το κατεπείγον. Το κατεπείγον εξετάζεται πρώτο, αφού αφορά δικαιοδοτικό όρο, και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 (βλ. Αμβροσιάδου ν Coward,
(2013)1Α ΑΑΔ 78, 88). 31. Περαιτέρω ο διάδικος που αιτείται το διάταγμα ή διατάγματα έχει υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης, οφείλει δηλαδή, να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα (βλ. Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v Daventree Resources Ltd κ.α.
(2008)1Β ΑΑΔ 801, 806). 32. Ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς δύναται να ακυρωθεί αν κριθεί ότι ο αιτητής απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα (material non disclosure) (βλ. David Bean, Injunctions (9th edn Sweet & Maxwell, London 2007), par. 7.40, σελ.141[2] με αναφορά R v Kensington Income Tax Commissioners Ex p. Princess Edmond de Polignac [1917] 1 K.B. 246 και Γρηγορίου ν Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264 - 265). 33. Στην Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S., ανωτέρω, ο Δ. Ηλιάδης υιοθετώντας το ratio της αγγλικής υπόθεσης Brink's-Mat Ltd v Elcombe and Others [1988] 3 All ER 188 συνόψισε τις αρχές αποκάλυψης ως ακολούθως (σελ. 808 - 809): «
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
  1. i)φύση της υπόθεσης και (
  2. ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. ..Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party) [1988] 3 All E.R. 178). »
  1. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο ενδεχομένως να εξέδιδε το διάταγμα ακόμη και αν γινόταν πλήρης αποκάλυψη είναι άνευ σημασίας. Όλα τα ουσιαστικά γεγονότα πρέπει να αποκαλύπτονται στην ένορκη δήλωση και όχι στα τεκμήρια. Εάν η απόκρυψη οφείλεται αποκλειστικά σε σφάλμα του δικηγόρου του αιτούντα μπορεί το γεγονός αυτό να αποτελέσει λόγο για μη ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Εάν όμως η απόκρυψη δεν είναι αθώα (δηλ. δεν αφορά γεγονός άγνωστο στον αιτούντα ή μη σχετικό) ο παραμερισμός του εκδοθέντος διατάγματος είναι σχεδόν αναπόφευκτος (βλ. Injunctions, ανωτέρω, παρ. 7.40, σελ.141[3]). Στη Γρηγορίου, ανωτέρω, κρίθηκε ότι οι παραλείψεις που υπήρξαν οφείλονταν στο γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 κατείχε όλα τα στοιχεία και καμιά έρευνα από τους ενάγοντες ήταν δυνατό να αποδώσει οπότε και το διάταγμα δεν ακυρώθηκε.
  2. Στην F & T Investments ν Του Πλοίου «F.D. Famalift» κ.α., Αγωγή Ναυτοδικείου 1/2016, 9/2/2016 (Απόφαση Δ. Οικονόμου) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το επίπεδο υποχρέωσης του αιτητή είναι υψηλό. Όπως αναφέρεται σε απόσπασμα από το σύγγραμμα του Mark S.W. Hoyle "The Mareva Injunction and Related Orders"
(1997)3η έκδοση, σελ. 71, που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168: «It is an established part of the practice in applications for ex parte orders that the applicant gives as fair a description of the case as possible.» [ V ]
  1. Προχώρησα και εξέτασα αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 Κεφ. 6, ως προς το κατεπείγον αλλά και αν υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων.
  2. Ως προς το ζήτημα της καθυστέρησης είναι εμφανές ότι η ανάγκη της Ενάγουσας να απευθυνθεί στο Δικαστήριο προέκυψε με την επιστολή του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού Λευκωσίας ημερ. 7/3/2019 (Τεκμήριο 2) προς αυτήν, με την οποία της έδιδε προθεσμία ενός μήνα να λάβει διάταγμα που να απαγορεύει τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου. Υπό αυτή την έννοια, ως προς το κατεπείγον, σημασία έχει ο κίνδυνος αποξένωσης και όχι η ακριβής ημερομηνία που περιήλθε στην αντίληψη της η επίδικη συμφωνία (βλ. Ιερά Μητρόπολη Πάφου, ανωτέρω, σελ. 1394) ή η αδικοπραξία σε βάρος της. Ενήργησε επομένως χωρίς καθυστέρηση.
  3. Το επόμενο ερώτημα που χρήζει απάντησης είναι αν η Ενάγουσα με τον τρόπο που εκθέτει τα γεγονότα στην ένορκη δήλωση της είχε προβεί σε επαρκή αποκάλυψη των ουσιωδών γεγονότων που περιβάλλουν την αδικοπραξία που καταλογίζει στην Εναγομένη
  4. Έλαβα υπόψη μου και τα όσα αναφέρθηκαν στην Law Ford Ltd κ.α. v Κώστας Χ''Γαβριήλ κ.α.
(2004)1B ΑΑΔ 818, ως προς την ανάγκη στοιχειοθέτησης ισχυρισμού δόλου σε ένορκη δήλωση (σελ. 822): «Ο δόλος, σύμφωνα με πάγια νομολογία, θα πρέπει να συγκεκριμενοποιείται και να αναφέρεται στα δικόγραφα με λεπτομέρεια. Βέβαια, η παρούσα υπόθεση είναι στα αρχικά στάδια και συνεπώς αφού δεν έχει καταχωρηθεί έκθεση απαίτησης, οι ενάγοντες-εφεσίβλητοι δεν μπορούν να κατηγορηθούν για σχετική παράλειψη. Όμως για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος θα έπρεπε να παρουσιαστούν κάποια στοιχεία που να δικαιολογούν, τουλάχιστον εκ πρώτης όψεως, τον ισχυρισμό για εμφιλοχώρηση δόλου. .. Εξετάσαμε τη διαδικασία με μεγάλη προσοχή. Συμφωνούμε με τους εφεσείοντες. Θα πρέπει να πούμε ότι εκτός από ένα αόριστο ισχυρισμό ύπαρξης δόλου, ισχυρισμό τον οποίο στην ένορκή του δήλωση ο εφεσίβλητος 1 δεν στοιχειοθετεί καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, τίποτε δεν δείχνει ότι το γραμμάτιο που αποτελεί και τη γενεσιουργό αιτία της διαφοράς ήταν προϊόν δόλου ή ψευδών παραστάσεων.»
  1. Είναι γεγονός ότι στην προκειμένη περίπτωση η Ενάγουσα πέραν γενικών ισχυρισμών δεν παραθέτει οποιαδήποτε στοιχεία ως προς το πότε περιήλθε σε γνώση της η προσπάθεια εξαπάτησης της, το πότε κατήγγειλε το συμβάν στην Αστυνομία και τη φύση της απάτης. Στο Τεκμήριο 6 που παραθέτει η Εναγομένη 1 υπάρχει σημείωση ότι ο Αστ. XXXXX, XXXXX Γρηγορίου, του ΤΑΕ Λευκωσίας, την 22/3/2012 έλαβε αντίγραφα εγγράφων από το Κτηματολόγιο. Προφανώς, μετά την κατάθεση των δηλώσεων Μεταβίβασης (Τεκμήριο 8) και την καταβολή των αναγκαίων τελών (Τεκμήριο 9) την 10/1/2012, έγινε η καταγγελία της, η οποία εμπόδισε και την ολοκλήρωση της μεταβίβασης (βλ. επιστολή ημερ. 10/12/2018 - Τεκμήριο 12 - του Επαρχιακού Κτηματολογικού Λειτουργού).
  2. Θα αναμενόταν κάποια αναφορά στην ένορκη δήλωση της ως προς το περιεχόμενο της καταγγελίας της, με κάποια εξειδίκευση των λεπτομερειών δόλου και της πλαστογραφίας. Από την άλλη δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο τρόπος διατύπωσης των ισχυρισμών της έδωσε άλλη εικόνα στο Δικαστήριο ως προς τη φύση της διαφοράς ή ότι απέκρυψε από το δικαστήριο γεγονότα που αλλοίωναν την ενώπιον του εικόνα προς όφελος της. Είναι γεγονός ότι στην παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης της περιέχονται διαζευκτικοί ισχυρισμοί. Όπως ορθά υπέδειξε η συνήγορος της Εναγομένης 1, αυτό πρέπει να αποφεύγεται (βλ. El Fath Co. for International Trade S.A.E. ν E.D.T. Shipping Ltd
(1992)1Β ΑΑΔ 1255, 1270 και Ανδρονίκου κ.α ν Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2007)1Β ΑΑΔ 977). Η ένορκη δήλωση είναι μαρτυρία δεν είναι δικόγραφο. Στην προκειμένη περίπτωση όμως, ο τρόπος παράθεσης των ισχυρισμών της δεν είναι αλληλοσυγκρουόμενος. Δεν δημιουργείται, επομένως, πρόβλημα ή σύγχυση ως προς τις προβαλλόμενες θέσεις της.
  1. Κρίνω επομένως ότι η Ενάγουσα δεν προέβη σε απόκρυψη οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος σε σχέση με τη φύση της υπόθεσης που προωθεί και τις περιστάσεις που την περιβάλλουν.
  2. Ως εκ τούτου προχώρησα και εξέτασα αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 και της νομολογίας που παρέθεσα.
  3. Η Ενάγουσα έχει καταδείξει στην ένορκη δήλωση της καλή αιτία αγωγής. Αμφισβητεί την εγκυρότητα του πωλητηρίου εγγράφου και ισχυρίζεται ότι είναι προϊόν δόλου και πλαστογραφίας. Κρίνω επομένως ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση.
  4. Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και χωρίς να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας ή σε εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, κρίνω ότι με το υπόβαθρο μαρτυρίας που έχει παραθέσει η Ενάγουσα ότι έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Στο παρόν στάδιο η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να παραθέσει στο Δικαστήριο υπόβαθρο μαρτυρίας που να δικαιολογεί την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Η αξιολόγηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα σταματά όπου διαπιστώνεται ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Η εγκυρότητα των εγγράφων που επικαλείται η Εναγομένη 1 είναι ζήτημα που θα εξεταστεί στα πλαίσια της ουσίας της υπόθεσης.
  5. Έχω επίσης ικανοποιηθεί ως προς την πιθανότητα να υποστεί η Ενάγουσα ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Μη έκδοση του θα έχει ως αποτέλεσμα τη μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου στην Εναγόμενη 1, οπότε θα καταστεί η αγωγή της Ενάγουσας ουσιαστικά άνευ αντικειμένου.
  6. Περαιτέρω κρίνω ότι υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι και το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της οριστικοποίησης του εκδοθέντος διατάγματος.
  7. Ως προς τα μη εκδοθέντα αιτητικά, περιορίζομαι μόνο στο να αναφέρω ότι με τα ενώπιον μου δεδομένα τα Αιτητικά Β και Γ της αίτησης αφορούν τελικές θεραπείες. Έχοντας κατά νου τη νομολογία επί του θέματος (βλ. Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν C. Koukkouris Trading Ltd
(1998)1 ΑΑΔ 149 Αβερκίου ν Θεο Κτηματική Λτδ κ.α.
(2013)1Α ΑΑΔ 222, Zena Company Ltd ν Demenian Catering Ltd
(2011)1Γ ΑΑΔ 1848 και Avila Management Services Ltd v Stepanek
(2012)1Β ΑΑΔ 1403), δεν έχει τεθεί ενώπιον μου πως το Δικαστήριο θα μπορούσε σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας να εκδώσει διάταγμα ακύρωσης συμφωνίας πώλησης χωρίς να έχει προηγουμένως διαγνώσει τελικώς τα επίδικα θέματα στα πλαίσια της αγωγής.
  1. Ενόψει των πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια το εκδοθέν διάταγμα ημερ. 5/4/2019 καθίσταται απόλυτο. Τα αιτητικά Α, Β και Γ απορρίπτονται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης 1και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Order Αναφορά: Αστική/Προσωρινό Διάταγμα [1] Επίσης λόγοι ένστασης 8 και
  2. [2] 'A freezing injunction, like any other order obtained without notice, is liable to discharged for material non-disclosure'. [3] 'The fact that the judge might well have made the same order even if the full facts had been disclosed is beside the point (Behbehani v Salem [1989] 1 WLR 723; .... The place to disclose facts, both favourable and unfavourable, is in the affidavit, not the exhibits (National Bank of Sharjah v Dellborg [1993] 2 Bank. L.R. 109) . If the non-disclosure was entirely the fault of the claimant?s solicitor, that may be a ground for refusing to discharge the injunction (Eastglen International Corp v Monpare SA
(1987)137 New L.J. 56). But if the non-disclosure was not innocent in the sense used by Ralph Gibson L.J. in the Brinks-Matt case (fact not known to the claimant or not perceived to be relevant) an outright discharge of the order is almost inevitable'. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.