← Κύπρος

Prime Insurance Company Ltd ν. Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 1831/2019, 7/10/2019

Prime Insurance Company Ltd ν. Γεωργίου, Αρ. Αγωγής: 1831/2019, 7/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A432 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1831/2019 Μεταξύ: Prime Insurance Company Ltd Ενάγουσα και XXXXX Γεωργίου Εναγόμενοι ----------------- (Αίτηση ημερ. 30/09/19 για καταχώρηση συμπληρωματικής Ε/Δ) Ημερομηνία: 07 Οκτωβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κ. Μ. Παναγίδης Για Εναγόμενη Καθ' ης η Αίτηση: κ. Χ. Φρακάλας ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (ex tempore) Στις 16/7/19 η ενάγουσα ασφαλιστική εταιρεία καταχώρησε την ποιο πάνω αγωγή με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο εναντίον της εναγόμενης, αξιώνοντας εναντίον της αποζημιώσεις στη βάση του αστικού αδικήματος της πρόκλησης παράβασης σύμβασης με τρίτους και /ή λόγω παράνομης επέμβασης σε εμπορικές δραστηριότητες καθώς επίσης και διηνεκή διατάγματα που να απαγορεύουν στην εναγόμενη να επεμβαίνει στους πελάτες της ενάγουσας και/ή να χρησιμοποιεί προς όφελος της και/ή να αποκαλύπτει στοιχεία και πληροφορίες για τις δραστηριότητες και τους πελάτες της ενάγουσας. Η εκδοχή της ενάγουσας προβλήθηκε στα πλαίσια μονομερούς αίτησης που καταχώρησε την ίδια μέρα με την αγωγή για την έκδοση αριθμού διαταγμάτων, απαγορευτικής και προστακτικής φύσης, η οποία αίτηση, αφού εξετάστηκε μονομερώς στις 18/7/19, εγκρίθηκε μερικώς. Εκδόθηκαν δηλαδή προσωρινά διατάγματα με τα οποία απαγορεύτηκε στην εναγόμενη από του να χρησιμοποιεί και/ή αποκαλύπτει προς τρίτους, άμεσα ή έμμεσα, πληροφορίες και/ή δεδομένα που αφορούν το πελατολόγιο της ενάγουσας και/ή τις εμπορικές της δραστηριότητες. Τα άλλα διατάγματα που ζητούνταν με την αίτηση και για τα οποία διατάχθηκε η επίδοση τους στην άλλη πλευρά αφορούσαν σε απαγόρευση της εναγόμενης από του να προσεγγίζει πελάτες της ενάγουσας και/ή να τους προκαλεί και/ή παροτρύνει να παραβούν τις συμφωνίες που έχουν με την τελευταία καθώς επίσης και σε προσταγή της εναγόμενης να παραδώσει στην ενάγουσα όλα τα σχετικά στοιχεία και πληροφορίες που τυχόν έχει στην κατοχή της. Κεντρικός άξονας της εκδοχής της ενάγουσας είναι ότι η εναγόμενη, η οποία ήταν συνεργάτιδα και αντιπρόσωπος της δυνάμει σύμβασης ημερ. 29/06/99, ζήτησε τερματισμό της συνεργασίας των μερών στις 05/02/19, τερματισμός ο οποίος έγινε αποδεκτός από την ίδια μέρα. Ακολούθως όμως και μέχρι και τις 09/07/19, ισχυρίζεται η ενάγουσα, διαπιστώθηκε ότι η εναγόμενη είχε ενταχθεί σε δίκτυο πωλήσεων άλλων ασφαλιστικών εταιρειών, κάτι όμως που φαίνεται να είχε από πριν προγραμματίσει τόσο η ίδια όσο και άλλοι συνεργάτες της ενάγουσας που εργάζονταν στο ίδιο υποκατάστημα με την εναγόμενη, και χρησιμοποιούσε προς όφελος της ιδίας και του ανταγωνισμού, τα στοιχεία και τις πληροφορίες που είχε συλλέξει σε σχέση με τις εμπορικές δραστηριότητες και το πελατολόγιο της ενάγουσας καθ' όσο χρόνο συνεργάζετο με την τελευταία. Ισχυρίζεται η ενάγουσα μεταξύ άλλων ότι για να πετύχει το σκοπό της αυτό η εναγόμενη, ήτοι να «κλέψει» πελάτες από την ενάγουσα, επικοινωνούσε με τους εν λόγω πελάτες, τα στοιχεία των οποίων είχε από τον καιρό που συνεργάζετο με την ενάγουσα και αφού τους έλεγε, ψευδώς κατά την ενάγουσα, «. ότι η φερεγγυότητα της Ενάγουσας ήταν κάτω από το επιτρεπτό όριο και ότι ήταν πολύ πιθανή η αναστολή άδειας λειτουργίας της.επεδίωξε συνάντηση μαζί τους με σκοπό.να τους προτείνει ακύρωση τους και κατάρτιση νέου με την ασφαλιστική εταιρεία που συνεργάζετο η Εναγόμενη». Θέση της ενάγουσας με την αίτηση της είναι ότι δεν θα πρέπει να επιτραπεί στην εναγόμενη να συνεχίσει να παρεμβαίνει με τον πιο πάνω τρόπο στις εμπορικές και συμβατικές σχέσεις που η πρώτη έχει με τους πελάτες της και μάλιστα χρησιμοποιώντας τις εμπιστευτικές, προσωπικές και εμπορικές πληροφορίες που απέκτησε ενόσω ήταν συνεργάτης της ενάγουσας αφού κάτι τέτοιο άλλωστε προσκρούει και στις πρόνοιες των εφαρμοστέων νομοθετημάτων περί προσωπικών δεδομένων και ασφαλιστικών εταιρειών. Σημειώνεται εδώ ότι στην αίτηση της η ενάγουσα αναφέρει ότι μεταξύ άλλων έχει προβεί και σε σχετική καταγγελία εναντίον της εναγόμενης στον Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών. Η πλευρά της εναγόμενης καταχώρησε ένσταση στις 17/9/19, τόσο σε σχέση με την οριστικοποίηση των προσωρινών διαταγμάτων που είχαν εκδοθεί όσο και στην έκδοση των υπόλοιπων διαταγμάτων που ζητούνται με την αίτηση, προβάλλοντας συνολικά 11 λόγους ένστασης. Για ότι αφορά την παρούσα διαδικασία, η εναγόμενη με την ένσταση της δέχεται ότι κάποια επικοινωνία είχε με πελάτες της ενάγουσας και ότι στα πλαίσια αυτής της επικοινωνίας συζήτησε τη φερεγγυότητα της ενάγουσας, ισχυρίζεται όμως ότι αυτό έγινε μόνο μετά από σχετική ερώτηση που της υπέβαλαν οι συνομιλητές της και ότι αυτή περιορίστηκε στο να τους παραπέμψει στις οικονομικές καταστάσεις που η ίδια η ενάγουσα δημοσίευε κατά καιρούς στη σελίδα της στο διαδίκτυο καθώς επίσης και στα διάφορα δημοσιεύματα που υπήρχαν στον ημερήσιο τύπο αναφορικά με την οικονομική ευρωστία των ασφαλιστικών εταιρειών. Επισυνάπτει δε στην Ε/Δ της δέσμη εγγράφων στα οποία ισχυρίστηκε ότι παρέπεμψε τους ενδιαφερόμενους και ισχυρίζεται ότι εφόσον αυτές οι πληροφορίες ήταν δημοσιευμένες δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι ήταν εμπιστευτικές και αυτό το γεγονός η ενάγουσα είχε υποχρέωση να το αποκαλύψει και δεν το έπραξε. Πρόσθετα των πιο πάνω η εναγόμενη, αναφερόμενη στην καταγγελία που ισχυρίστηκε η ενάγουσα ότι προέβη εναντίον της στον Έφορο Ασφαλιστικών Εταιρειών, ισχυρίστηκε ότι πρόκειται για καταγγελία υποκινούμενη από αλλότρια κίνητρα διότι η ενάγουσα είχε ήδη καταγγελθεί στον Έφορο από διάφορους πελάτες της στο παρελθόν, γεγονός το οποίο επίσης δεν αποκαλύφθηκε στην αίτηση. Μετά την καταχώρηση της ένστασης της εναγόμενης και συγκεκριμένα στις 30/9/19, η πλευρά της ενάγουσας καταχώρησε την υπό κρίση αίτηση με την οποία ζητά άδεια για να καταχωρήσει συμπληρωματική Ε/Δ «σε απάντηση και/ή αντίκρουση και/ή διευκρίνηση» των ισχυρισμών που προβλήθηκαν με την ένσταση της εναγόμενης. Επιχειρείται ειδικότερα να προβληθεί ο ισχυρισμός ότι οι δημοσιευμένες καταστάσεις που παρουσίασε η εναγόμενη αναφορικά με την φερεγγυότητα της ενάγουσας δεν συνιστούν οικονομικές καταστάσεις και σε κάθε περίπτωση είναι προγενέστερες των επίδικων γεγονότων και συνεπώς δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα που ίσχυε κατά τον ουσιώδη χρόνο. Επιχειρείται επίσης να παρουσιαστούν ως Τεκμήρια επικαιροποιημένα οικονομικά στοιχεία που ήταν όντως δημοσιευμένα κατά τον ουσιώδη χρόνο και που κατά την ενάγουσα δείχνουν ότι η εναγόμενη έχει επιχειρεί να παραπληροφορήσει το Δικαστήριο για το θέμα αυτό. Πρόσθετα των ποιο πάνω, με την υπό κρίση αίτηση επιχειρείται να εξασφαλιστεί άδεια για να απαντηθεί και ο ισχυρισμός της εναγόμενης περί ύπαρξης προγενέστερων καταγγελιών εναντίον της ενάγουσας και αυτό στη βάση του ότι κατά την τελευταία, τέτοιες καταγγελίες δεν θα μπορούσαν να αποκαλυφθούν από την ενάγουσα, πολύ απλά διότι από την μια είναι άσχετες με τα επίδικα θέματα και από την άλλη δεν ήταν σε γνώση της αφού δεν ήταν ο παραλήπτης τους. Και σε αυτή την αίτηση η πλευρά της εναγόμενης είχε ένσταση, την οποία ένσταση ο ευπαίδευτος συνήγορος της τελευταίας ανέπτυξε ενώπιον μου προφορικά σήμερα. Σημειώνω εδώ ότι η ακρόαση της ουσίας της κυρίως αίτησης είναι ορισμένη στις 16/10/19. Η επιχειρηματολογία αμφότερων των συνηγόρων περιστράφηκε γύρω από την έννοια του «καλού λόγου» που θα πρέπει να απασχολεί σε αιτήσεις της παρούσας φύσης. Ο μεν κος Παναγίδη επιχειρηματολόγησε ότι ο «καλός λόγος» στην παρούσα περίπτωση έγκειται στο να καταστεί δυνατό να υποστηριχθεί κατά την ακρόαση της ουσίας της κυρίως αίτησης ότι οι θέσεις της εναγόμενης θα πρέπει να απορριφθούν ως ψευδείς και ανεδαφικές, χωρίς να δημιουργείται οποιοδήποτε κώλυμα λόγω έλλειψης πραγματικού υπόβαθρου από πλευράς ενάγουσας. Ο δε κος Φρακάλας, υποστήριξε αφ' ενός ότι το περιεχόμενο των όποιων οικονομικών καταστάσεων ήθελαν τεθούν ενώπιον Δικαστηρίου είναι άσχετο με τα επίδικα θέματα και αφ' ετέρου ότι αυτό που ουσιαστικά επιχειρείται να γίνει από πλευράς ενάγουσας είναι να παρουσιαστούν κάποια αντίγραφα αορίστου περιεχομένου. Από οποιαδήποτε σκοπιά και αν ήθελε προσεγγισθεί η παρούσα αίτηση συνεπώς, υποστήριξε ο συνήγορος, δεν πληρείται το κριτήριο του «καλού λόγου». Τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου μέσω των αιτήσεων και ενστάσεων των μερών καθώς επίσης και μέσω της προφορικής επιχειρηματολογίας των ευπαίδευτων συνήγορων τα εξέτασα στο ολιγόλεπτο διάλειμμα. Σημειώνω τα εξής: Συνιστά πάγια αρχή της νομολογίας ότι: «Το ζήτημα της παραχώρησης ή μη άδειας για την καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ανάγεται, ασφαλώς, στη διακριτική ευχέρεια του εκδικάσαντος Δικαστηρίου η οποία ασκείται σε συνάρτηση με τη φύση της ενδιάμεσης διαδικασίας και τα θέματα που αναδύονται ενώπιον του ως επίδικα. Η δυνατότητα άσκησης της εξουσίας αυτής υπέρ του αιτήματος, όπου ο επιδιωκόμενος σκοπός της συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης είναι η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς, απασχόλησε το Ανώτατο Δικαστήριο πρόσφατα στην υπόθεση Χαράλαμπου Ανδρέα Κουππά ν. Πουλλας Τσαδιώτης Λιμιτεδ κ.ά, Π.Ε. 312/2010, ημερομηνίας 17.7.2014 στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Σ΄ ότι δε αφορά τη δυνατότητα που παρέχεται από τη Δ.48 θ.4

(2)για συμπληρωματική ένορκη δήλωση, δεν πρέπει να λησμονείται ότι η δυνατότητα αυτή παρέχεται υπό την προϋπόθεση τεκμηρίωσης «καλού λόγου» και δεν βλέπουμε πώς η αντίκρουση ισχυρισμών που προβάλλονται για ακύρωση διατάγματος που χορηγήθηκε μονομερώς θα μπορούσε να τεκμηριώσει «καλό λόγο».» Δεν υπάρχει, βέβαια, άκαμπτος κανόνας. Σε διαδικασίες, όμως, για προσωρινά διατάγματα, σπάνια είναι που θα προκύψει ανάγκη η οποία να εκφράζεται σε καλό λόγο για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ του αιτήματος. Και αυτό γιατί στις διαδικασίες αυτές το έργο του Δικαστηρίου περιορίζεται ουσιαστικά σε εξέταση της συνδρομής των νομοθετικών προϋποθέσεων για την έκδοση του διατάγματος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία της υπόθεσης και σε εξέταση των αμφισβητούμενων γεγονότων.» (βλ. ΜΑΡΙΑΣ ΚΟΚΚΙΝΟΥ ν. ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΚΟΚΚΙΝΟΥ, ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 29/2014, 3/11/2016). Θεωρώ το θέμα που εγείρεται απλό. Στην προκείμενη περίπτωση η ενάγουσα παραπονείται ότι η εναγόμενη, επικαλούμενη μεταξύ άλλων την οικονομική κατάσταση της ενάγουσας όπως αυτή την αντιλαμβάνεται, εκμεταλλεύεται παράνομα και αντισυμβατικά τις πληροφορίες που συνέλεξε όταν ήταν συνεργάτιδα της τελευταίας ώστε να «κλέψει» πελάτες. Η εναγόμενη ισχυρίζεται ότι οι πληροφορίες και τα στοιχεία στα οποία παρέπεμψε τους συνομιλητές της ήταν ήδη δημοσιευμένα και ότι η ίδια δεν προέβη σε οποιοδήποτε περαιτέρω σχολιασμό αναφορικά με αυτά. Δεν αρνείται όμως ότι όντως συνομίλησε με πελάτες της ενάγουσας και ότι στα πλαίσια αυτών των συνομιλιών, συζητήθηκε και το θέμα της οικονομικής φερεγγυότητας της τελευταίας. Το επίδικο θέμα συνεπώς για σκοπούς τουλάχιστο της διαδικασίας της κυρίως αίτησης, δεν είναι το ποια ήταν ή είναι η πραγματική οικονομική κατάσταση της ενάγουσας ή το αν η εναγόμενη παρέπεμψε σε καταστάσεις ή έγγραφα από τα οποία δεν μπορεί να συναχθεί ασφαλής ή επικαιροποιημένη ενημέρωση για την οικονομική κατάσταση της ενάγουσας. Αντίθετα, το ερώτημα που απασχολεί για τη συγκεκριμένη πτυχή της υπόθεσης, είναι το αν η εναγόμενη επιχείρησε και επιχειρεί να κλέψει, παράνομα και αντισυμβατικά πελάτες από την ενάγουσα, χρησιμοποιώντας μεταξύ άλλων και στοιχεία αναφορικά με την οικονομική κατάσταση της τελευταίας. Στη βάση των πιο πάνω, έγκριση της παρούσας αίτησης, η οποία ένεκα και του ότι έχουν ήδη εκδοθεί μονομερώς κάποια διατάγματα θα πρέπει να προσεγγίζεται με φειδώ, δεν θα εξυπηρετούσε κανένα ουσιαστικό σκοπό ούτε και θα ήταν προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με το άλλο θέμα για το οποίο επιχειρείται να καταχωρηθεί συμπληρωματική Ε/Δ, ήτοι αυτό των κατ' ισχυρισμό προγενέστερων καταγγελιών εναντίον της ενάγουσας, εφόσον το εν λόγω θέμα συνιστά ουσιαστικά θέμα επιχειρηματολογίας, αφού οι σχετικοί προτιθέμενοι ισχυρισμοί αφορούν στο περιεχόμενο των επίμαχων εγγράφων που είναι ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου. Η αίτηση συνεπώς απορρίπτεται. Τα σχετικά έξοδα της παρούσα διαδικασίας θα είναι έξοδα στην πορεία της κυρίως αίτησης, σε καμία όμως περίπτωση εναντίον της εναγόμενης. (Υπ.) .......... Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.