Δαμιανού ν. Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα κ.α., Αρ. Αγωγής: 2112/19, 29/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A479 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2112/19 Μεταξύ: XXXXX Δαμιανού Ενάγουσα και
- Κυπριακή Δημοκρατία μέσω Γενικού Εισαγγελέα
- XXXXX Αδάμου
- XXXXX Αντωνίου
- D&A ANDREOU TECHNOLOGY LIMITED Εναγόμενοι ----------------- (Αίτηση ενάγουσας ημερομηνίας 06/08/19 για προσωρινά διατάγματα) Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κ. Β. Ακάμας Για Εναγόμενους 2 και 3: κα Μ. Χαραλαμπίδου Για Εναγόμενο 4: κ. Κ. Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αγωγή, που καταχώρησε με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο στις 06/08/19, η ενάγουσα αξιώνει από όλους τους εναγόμενους αποζημιώσεις για κατ' ισχυρισμό ψυχική οδύνη, ταλαιπωρία, πόνο, ανησυχία και μείωση της αξιοπρέπειας που κατ' ισχυρισμό της προκάλεσαν οι τελευταίοι προβαίνοντας σε πράξεις και παραλείψεις που κατά την ενάγουσα συνιστούν παρενόχληση και/ή παραβίαση Συνταγματικών δικαιωμάτων και/ή επίθεση και/ή παράνομη κατακράτηση και/ή παράνομη επέμβαση. Ζητά επίσης με την αγωγή της η ενάγουσα δηλώσεις και απαγορευτικά διατάγματα του Δικαστηρίου σε σχέση με την κατ' ισχυρισμό παρενόχληση και παράνομη επέμβαση που δέχεται από τους εναγομένους 2, 3 και 4, οι οποίοι, συν τοις άλλοις σύμφωνα με την ενάγουσα, της προκαλούν και απώλεια χρήσης της κατοικίας που ενοικιάζει και διαμένει στη Λακατάμια. Σημειώνω εδώ ότι η εναγόμενη 2 είναι η μητέρα της ενάγουσας, ο εναγόμενος 3 ο νυν σύντροφος της εναγομένης 2 και η εναγόμενη 4 εταιρεία παροχής υπηρεσιών ασφάλειας η οποία δραστηριοποιείται με το λογότυπο SPARTACUS SECURITY. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της αγωγής, η ενάγουσα καταχώρησε την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση αξιώνοντας διατάγματα με τα οποία να απαγορεύεται στους εναγόμενους 2 και 3 από το να την παρενοχλούν και/ή απειλούν και/ή εξυβρίζουν με οποιοδήποτε τρόπο, άμεσα ή έμμεσα και στους εναγόμενους 2, 3 και 4 από του να εμποδίζουν την ελεύθερη είσοδο και ανενόχλητη διαμονή της στην κατοικία που αυτή ενοικιάζει στην Λακατάμια. Σύμφωνα με τα όσα καταγράφηκαν στο πρακτικό που τηρήθηκε στις 07/08/19 όταν η αίτηση τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου για πρώτη φορά, η αδελφή Δικαστής που επιλήφθηκε τότε της αίτησης, ανέφερε στην παρουσία των δικηγόρων της ενάγουσας ότι αφού μελέτησε «.την αίτηση την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει καθώς και την συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε σήμερα και αφού άκουσα με προσοχή τα όσα έχουν λεχθεί ενώπιον μου προς υποστήριξη της αίτησης.», έκρινε ότι δικαιολογείτο η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων μονομερώς και τα εξέδωσε, θέτοντας ως όρο την υπογραφή εγγύησης από την ενάγουσα ύψους €20.
- Την ημέρα που τα εκδοθέντα διατάγματα ορίστηκαν ως επιστρεπτέα, όλοι οι επηρεαζόμενοι εναγόμενοι εμφανίστηκαν με δικηγόρο και ζήτησαν και έλαβαν χρόνο για να καταχωρήσουν ένσταση. Σημειώνω εδώ ότι οι εναγόμενοι 2 και 3 εκπροσωπούνται από τον ίδιο δικηγόρο και η ένσταση που καταχώρησαν είναι κοινή. Συνοψίζω τις εκατέρωθεν θέσεις. Σύμφωνα με την Ε/Δ της ενάγουσας η οποία επισυνάπτεται στην αίτηση, η τελευταία, δασκάλα χορού ηλικίας 22 ετών η οποία δραστηριοποιείται μέσω δικής της σχολής χορού που άνοιξε πρόσφατα στην Λευκωσία, ισχυρίζεται ότι από το 1999 διαμένει σε κατοικία στη Λακατάμια, η οποία αν και άνηκε εξ' ημισείας στους δύο γονείς της, ήταν πάντοτε η κοινή αντίληψη ότι κάποτε θα μεταβιβαζόταν στην ίδια. Μετά που η εναγόμενη 2 μητέρα της εγκατέλειψε την προαναφερόμενη κατοικία το 2010, αυτή, η ενάγουσα δηλαδή, έμενε εκεί με τον πατέρα και τον αδελφό της χωρίς ποτέ να υπάρξει οποιοδήποτε πρόβλημα. Περί τον Φεβρουάριο του 2017, δυνάμει γραπτής συμφωνίας που ισχυρίζεται ότι σύναψε με τον συνιδιοκτήτη πατέρα της, ενοικίασε το μισό μερίδιο του στην κατοικία και έκτοτε, με εξαίρεση την προσωρινή απουσία της για σπουδές, διαμένει μόνιμα εκεί ως νόμιμος ενοικιαστής, μαζί πλέον και με τον σύντροφο της (Τεκ. 3). Οι περιουσιακές διαφορές των γονιών της, οι οποίες επεκτείνονταν και στην εν λόγω κατοικία, οδηγήθηκαν περί το 2013 στο Οικογενειακό Δικαστήριο όπου στα πλαίσια σχετικής αίτησης με αρ.33/13, διευθετήθηκαν με την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης περί τον Απρίλιο 2019 (Τεκ.4). Σύμφωνα με την εν λόγω απόφαση, ο πατέρας της συγκατατέθηκε να διαταχθεί όπως μεταβιβάσει στην εναγόμενη 2 το μερίδιο του στην κατοικία καθιστώντας έτσι την τελευταία απόλυτη ιδιοκτήτρια της. Είναι η θέση της ενάγουσας ότι αυτή η διευθέτηση του πατέρα της με την εναγόμενη 2 έγινε κατόπιν υπόσχεσης της τελευταίας ότι θα μεταβίβαζε στη συνέχεια ολόκληρη την κατοικία στην ενάγουσα. Λόγω τούτου αλλά και μετά από νομική συμβουλή που ισχυρίζεται ότι έλαβε, η ενάγουσα θεώρησε ότι μετά που το μερίδιο του πατέρα της μεταβιβάστηκε στην εναγόμενη 2, η ίδια δεν ήταν υποχρεωμένη να εγκαταλείψει την κατοικία νοουμένου όμως ότι θα κατέβαλλε πλέον το ενοίκιο στην εναγόμενη 2 και όχι στον πατέρα της. Αν και κάλεσε την εναγόμενη 2, ως ισχυρίζεται, για να της καταβάλει τα ενοίκια Μαΐου - Ιουνίου 2019 η τελευταία ουδέποτε ανταποκρίθηκε θετικά (Τεκ.6). Τα πράγματα πήραν άσχημη τροπή σύμφωνα με την ενάγουσα, αφού τόσο η εναγόμενη 2 όσο και ο σύντροφος της τελευταίας, ο εναγόμενος 3 δηλαδή, ο οποίος κατά την ενάγουσα χρησιμοποίησε την ιδιότητα του ως υπαστυνόμος, ξεκίνησαν μία εκστρατεία με σκοπό να την εκδιώξουν από την κατοικία ώστε να την πωλήσουν. Σύμφωνα πάντα με την ενάγουσα, αυτή η εκστρατεία των εναγομένων 2 και 3 περιλάμβανε παράνομες επεμβάσεις στην κατοικία της, συνοδευόμενες από απειλές και ύβρεις τόσο προσωπικά όσο και μέσω τηλεφωνικών μηνυμάτων καθώς επίσης και με απειλητικές επιστολές από δικηγόρο (Τεκ.5 και 6). Για τα θέματα αυτά η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι προέβη σε καταγγελία στην αστυνομία περί τον Μάιο του 2017 όμως δεν έλαβε καμία ανταπόκριση έκτοτε, προφανώς λόγω της εμπλοκής του εναγόμενου
- Αποκορύφωμα της όλης κατάστασης σύμφωνα με την ενάγουσα, ήταν τα όσα έλαβαν χώρα στις 26/7/
- Παραθέτω αυτούσια την εκδοχή της: «Κατά ή περί την 26/07/2019 και περί ώρα 15:00, πήγα στο σπίτι μου και είδα το αυτοκίνητο της Εναγόμενης αρ.2 μέσα στο γκαράζ και άλλα 2 αυτοκίνητα έξω από το σπίτι. Το κάγκελο του σπιτιού ήταν κλειδωμένο με αλυσίδα και η πόρτα της εισόδου παραβιασμένη και ανοικτή. Στην προσπάθεια μου να εισέλθω στο σπίτι μου, πήδηξα από το κάγκελο και τότε δέχθηκα φραστική και σωματική επίθεση από τρεις άνδρες, όπου οι δύο από αυτούς φορούσαν φανέλα με το λογότυπο «SPARTACUS SECURITY» και μου ανέφεραν ότι εργάζονταν σε εταιρεία ασφαλείας. Συγκεκριμένα, οι 3 άνδρες με άρπαξαν βίαια με τα χέρια τους και με εμπόδισαν να εισέλθω στο σπίτι λέγοντας μου ότι δεν είχα δικαίωμα να εισέλθω στο σπίτι επειδή η Εναγόμενη αρ.2 είχε Διάταγμα εναντίον μου που μου απαγορεύει να μπω στο σπίτι μου, πράγμα που σε καμία περίπτωση δεν ευσταθεί αφού ποτέ δεν μου έχει επιδοθεί τέτοιο Διάταγμα. Στην συνέχεια με έσπρωχναν βίαια για να φύγω από το σπίτι μου, μου φώναζαν να φύγω αμέσως από το σπίτι, σε βαθμό που λόγω των πράξεων τους εγώ φοβήθηκα για την ζωή μου και τη σωματική μου ακεραιότητα και αναγκάστηκα να πηδήξω ξανά από το κάγκελο για να φύγω. Τρομοκρατήθηκα πάρα πολύ και ειδοποίησα την Αστυνομία της Λακατάμιας καταγγέλλοντας το περιστατικό και τους κάλεσα να έρθουν στον χώρο αλλά αρνήθηκαν.Εφόσον η Αστυνομία δεν ανταποκρίθηκε στο κάλεσμα μου, ειδοποίησα τον πατέρα μου και τον δικηγόρο μου, όπου ο δικηγόρος μου κατήγγειλε τηλεφωνικώς το περιστατικό στον Αξιωματικό Υπηρεσίας της Λευκωσίας και ο τελευταίος έδωσε αμέσως οδηγίες στον Αστυνομικό Σταθμό της Λακατάμιας να μεταβεί στον χώρο. Κατά ή περί ώρα 18:00 της ίδιας ημέρας, εμφανίσθηκαν 2 Αστυνομικοί οι οποίοι έλαβαν τα στοιχεία μου και αφού συνομίλησαν με τους 3 άνδρες, με ενημέρωσαν ότι θα εξετάσουν την υπόθεση και έφυγαν από τον χώρο, χωρίς να τους επιδοθεί οποιοδήποτε Διάταγμα εναντίον μου, χωρίς να συλλάβουν τα άτομα τα οποία παράνομα εισήλθαν και παρέμβηκαν στην περιουσία μου και με εμπόδισαν από το να εισέλθω στην κατοικία μου και χωρίς να με προστατεύσουν να εισέλθω στην κατοικία μου. Μετά από το πιο πάνω αναφερόμενο περιστατικό και συγκεκριμένα κατά ή περί ώρα 19:30, ο δικηγόρος μου επικοινώνησε τηλεφωνικώς με τον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας για να ενημερωθεί για την εξέλιξη της υπόθεσης. Παρόλα αυτά, ενημερώθηκε ότι η Αστυνομικός που χειρίζεται την υπόθεση σχόλασε και ότι θα εξετάσει περαιτέρω την υπόθεση όταν επιστρέψει στην εργασία της. Ως εκ τούτου, ο δικηγόρος μου απέστειλε αμέσως επιστολή ημερομηνίας 26/07/2019 προς τον Αρχηγό Αστυνομίας, τον Αξιωματικό Υπηρεσίας Λευκωσίας και τον Υπεύθυνο Αστυνομικού Σταθμού Λακατάμιας καταγγέλλοντας το πιο πάνω αναφερόμενο περιστατικό καθώς και την συμπεριφορά της Αστυνομίας επισυνάπτοντας το ενοικιαστήριο συμβόλαιο ημερομηνίας 01/02/2017.Λόγω των όσων ανέφερα πιο πάνω, αναγκάστηκα να εγκαταλείψω την κατοικία μου και δεν έχω άλλο χώρο να διαμείνω..Εντός της αναφερόμενης κατοικίας έχω όλα τα προσωπικά μου αντικείμενα αξίας και περιουσία όπως ρούχα, χρυσαφικά, χρήματα κ.α. Δική του περιουσία έχει επίσης ο σύντροφος μου κ. XXXXX Χρυσός, ο οποίος διαμένει μαζί μου από το Σεπτέμβριο
- Συγκεκριμένα, θα ήθελα να αναφέρω επίσης ότι στην οικία μου είχα αφήσει σε κλειστό φάκελο το ποσό των €700 για να πληρώσω το ενοίκιο για το κατάστημα που ενοικιάζω για την εργασία μου, το οποίο επίσης δεν μπορώ να το παραλάβω και μου δημιουργείται τεράστιο πρόβλημα..Περαιτέρω, μετά την επιστολή καταγγελίας της Αστυνομίας που απέστειλε ο δικηγόρος μου, κλήθηκα να πάω στην Αστυνομία για κατάθεση, κάτι το οποίο έπραξα και στις 29/07/2019 πήγα στον Αστυνομικό Σταθμό Λακατάμιας και έδωσα κατάθεση για το περιστατικό όπου ανάφερα και το σχετικό παράπονο μου εναντίον της Εναγόμενης - Καθ' ης η Αίτηση αρ.4 αλλά και της Αστυνομίας για τις πλημμελείς ενέργειες της.» Έκτοτε, ισχυρίζεται η ενάγουσα, αναγκάστηκε να εγκαταλείψει την κατοικία της και να αναζητά προσωρινό καταφύγια στα σπίτια διαφόρων συγγενικών της προσώπων με όλες τις δυσμενείς και μειωτικές συνέπειες που αυτό συνεπάγεται. Έχει δε διαπιστώσει, ως ισχυρίζεται, ότι εξακολουθεί η κατοικία να είναι κλειδωμένη με αλυσίδες, ότι έχουν κοπεί διάφορα δέντρα και ότι έχουν αναρτηθεί σημάνσεις της εναγομένης 4 ενώ τους εργοδοτούμενους της τελευταίας τους έχει δει στις 03/08/19 να βγάζουν από την κατοικία μαύρα σακούλια σκουπιδιών με άγνωστο περιεχόμενο. Ισχυρίζεται τέλος ότι οι προσπάθειες της ιδίας και του δικηγόρου της να λάβουν βεβαιώσεις των καταγγελιών που έκανε εναντίον των εναγομένων στην αστυνομία δεν έτυχαν θετικής ανταπόκρισης και ούτε αυτέ καθ' αυτές οι καταγγελίες της φαίνεται να έχουν προωθηθεί επαρκώς. Όλα τα πιο πάνω κατά την ενάγουσα δικαιολογούν την απόδοση τόσο των τελικών θεραπειών που αξιώνει με την παρούσα αγωγή όσο και των υπό κρίση ενδιάμεσων διαταγμάτων τα οποία πλέον ζητά όπως οριστικοποιηθούν. Στην αντίπερα όχθη τόσο οι εναγόμενοι 2 και 3 όσο και η εναγόμενη 4, παρουσιάζουν μία πολύ διαφορετική εικόνα της όλης υπόθεσης. Σύμφωνα με τους εναγόμενους 2 και 3 η ενάγουσα δεν είναι το θύμα που ισχυρίζεται ότι είναι αλλά αντίθετα όλοι οι ισχυρισμοί της συνιστούν μία προσπάθεια της να εκδικηθεί την εναγομένη 2 διότι τη θεωρεί υπεύθυνη για τα όσα συνέβηκαν εντός της οικογένειας. Κατά την εναγόμενη 2, από τον Φεβρουάριο 2010 που η ίδια εγκατέλειψε τον σύζυγο της και τη συζυγική κατοικία λόγω σοβαρών απειλών που δεχόταν από τον τελευταίο (Τεκ. 4, 5, 6 ,7) και μέχρι τον Μάρτη 2018, διέμενε μαζί με την ενάγουσα σε άλλη κατοικία στο Στρόβολο και όχι στην επίδικη κατοικία. Προς επίρρωση του ισχυρισμού της αυτού, η εναγόμενη 2 επισυνάπτει στη δήλωση της διάφορα μηνύματα που αντάλλαξε στο παρελθόν με την ενάγουσα όπου η τελευταία φέρεται να την ενημερώνει για το πότε θα έρθει «σπίτι» καθώς και διάφορα έγγραφα που εκδόθηκαν μέχρι και τις 09/08/18, τα οποία αφορούν την ενάγουσα και στα οποία η τελευταία δήλωνε ως διεύθυνση της την κατοικία στο Στρόβολο (Τεκ. 1, 2, 3). Στην επίδικη κατοικία η ενάγουσα, σύμφωνα με την εναγόμενη 2, μετακόμισε περί τον Μάρτη 2018 για να μείνει με τον πατέρα της (Τεκ.9) και ουδέποτε ο τελευταίος ή η ίδια υποσχέθηκαν στην ενάγουσα ότι θα της μεταβιβάσουν την εν λόγω κατοικία. Μάλιστα δε, ισχυρίζεται η εναγόμενη 2, ο πρώην σύζυγος της και πατέρας της ενάγουσας, εκκρεμούσης της διαδικασίας επίλυσης περιουσιακών διαφορών που είχε καταχωρηθεί το 2013 στο Οικογενειακό Δικαστήριο, αντικείμενο της οποίας ήταν και η εν λόγω κατοικία, και συγκεκριμένα στις 09/09/14, ήτοι πολύ πιο πριν από το κατ' ισχυρισμό ενοικιαστήριο έγγραφο της 01/02/17 που επικαλείται η ενάγουσα, πώλησε το μερίδιο που είχε στην κατοικία του στην αδελφή του, Μ. Δαμιανού, και το σχετικό πωλητήριο έγγραφο κατατέθηκε στο κτηματολόγιο με αρ. ΠΩΕ 567/14 (Τεκ.8). Εκείνο το πωλητήριο έγγραφο, ισχυρίζεται η εναγόμενη 2, παρέμεινε σε ισχύ μέχρι τις 12/03/19, ήτοι δύο μέρες πριν την έκδοση της εκ συμφώνου απόφασης στις περιουσιακές διαφορές της εναγομένης 2, όταν και η τελευταία κατέβαλε στην Δαμιανού το ποσό των €25.000 ώστε να συγκατατεθεί να ακυρωθεί και να αποσυρθεί το εν λόγω έγγραφο (Τεκ.10). Αυτό έγινε, σύμφωνα με την εναγόμενη 2, ώστε να καταστεί δυνατή και εκτελεστή η συμφωνηθείσα και στη συνέχεια η διαταχθείσα μεταβίβαση από το πρώην σύζυγο της του άλλου μισού μεριδίου της κατοικίας στο όνομα της (Τεκ. 13 και 14). Η Δαμιανού δε, σύμφωνα με την εναγόμενη 2, παρά την άμεση γνώση και εμπλοκή της στα γεγονότα αυτά, παρουσιάζεται να υπογράφει ως μάρτυρας στο ενοικιαστήριο έγγραφο της 01/02/17 που ισχυρίζεται η ενάγουσα ότι σύναψε με τον πατέρα της. Υπό το φως των ποιο πάνω καθώς επίσης και λαμβανομένου υπόψη του εξευτελιστικά χαμηλού, κατά την εναγόμενη 2, ενοικίου των €50 που φέρεται να συμφώνησε ο πρώην σύζυγος της με την ενάγουσα, είναι προφανές κατά την πρώτη ότι το κατ' ισχυρισμό ενοικιαστήριο έγγραφο που επικαλείται η τελευταία είναι εικονικό και σε κάθε περίπτωση καμία νομική ισχύ έχει αφού κατά τον χρόνο που παρουσιάζεται να καταρτίστηκε, ήτοι την 01/02/17, ο πρώην σύζυγος της δεν είχε την ιδιότητα του ιδιοκτήτη ώστε να μπορεί να ενοικιάσει οποιοδήποτε μερίδιο ή συμφέρον στην επίδικη κατοικία. Όσον αφορά τα γεγονότα που προηγήθηκαν τις 26/07/19, η εναγόμενη 2 αναφέρει ότι όντως στις 24/05/19 μετέβη στην αστυνομία κατόπιν ψευδούς καταγγελίας της ενάγουσας ότι την παρενοχλεί όταν πηγαίνει στην επίδικη κατοικία, ισχυρίζεται όμως ότι είναι η ενάγουσα που επιδεικνύει υβριστική και απειλητική συμπεριφορά και που ουσιαστικά προσπαθεί να εκμεταλλευτεί οικονομικά την όλη κατάσταση. Προς επίρρωση του εν λόγω ισχυρισμού της, η εναγόμενη 2 παρουσίασε διάφορα μηνύματα που αντάλλαξε με την ενάγουσα καθώς επίσης και με τον αδελφό της, ο οποίος είχε τηλεφωνική επικοινωνία με την ενάγουσα, από τα οποία φαίνεται, ως ισχυρίζεται η εναγόμενη 2, ότι η πρώτη ζήτησε να της δοθεί το ποσό των €50.000 για να φύγει από το σπίτι διότι «πιο λίγα δεν της συμφέρουν» (Τεκ.12, 16, 17 και 18). Από τα εν λόγω μηνύματα, τα οποία, σύμφωνα με την εναγόμενη 2 η ενάγουσα αλλοίωσε προτού τα παρουσιάσει στο Δικαστήριο αφού έσβησε τα απειλητικά και υβριστικά μηνύματα που είχε αυτή στείλει (Τεκ.15), προκύπτει και το γεγονός ότι ο σύντροφος της ενάγουσας δεν διαμένει στην κατοικία ως ισχυρίστηκε η τελευταία. Όσον αφορά τα γεγονότα της 26/07/19, η εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι όντως μετέβη στην κατοικία, σκοπός της όμως ήταν να την καθαρίσει λόγω του ότι η ενάγουσα δεν επεδείκνυε κανένα τέτοιο ενδιαφέρον με αποτέλεσμα να προκληθούν φθορές και ζημιές στην κατοικία οι οποίες έχριζαν άμεσης αντιμετώπισης (φωτο. Τεκ.19 και 20). Εκείνη τη μέρα, ισχυρίζεται η εναγόμενη 2, η ίδια κάλεσε στην κατοικία την εναγόμενη 4 εταιρεία διότι ήθελε να εγκαταστήσει σύστημα συναγερμού όμως κανένας δεν εμπόδισε την ενάγουσα από του να εισέλθει στην κατοικία και κανένας δεν την έδιωξε από αυτή. Όσον αφορά τις καγκελλόπορτες της κατοικίας, η εναγόμενη 2 ισχυρίζεται ότι δεν ήταν όλες κλειδωμένες ως επιχειρεί να παρουσιάσει η ενάγουσα ενώ ο λόγος που στο τέλος αναγκάστηκε να κλειδώσει την κατοικία ήταν επειδή η τελευταία την είχε απειλήσει μέσω γραπτού μηνύματος ότι θα κατέστρεφε οτιδήποτε υπήρχε μέσα στην κατοικία ώστε να την καταστήσει άχρηστη (Τεκ.16). Στη βάση όλων των πιο πάνω, η εναγόμενη 2 θεωρεί ότι δεν έπρεπε να εκδοθούν μονομερώς τα επίδικα διατάγματα αλλά ούτε και να συνεχιστεί η ισχύς τους, εφόσον εκ των πραγμάτων φαίνεται ότι είναι η ενάγουσα που προκαλεί συνεχώς προβλήματα τόσο με τη συμπεριφορά όσο και με τις πράξεις της και η οποία ουσιαστικά το μόνο που θέλει είναι να την εξευτελίσει και να της αποστερήσει τα νόμιμα και συνταγματικά της δικαιώματα να κατέχει και να απολαμβάνει την περιουσία της φτάνοντας, μάλιστα στο σημείο να παραποιεί την αλήθεια και να επινοεί ψεύτικες ιστορίες για να πετύχει το σκοπό της. Η πλευρά της εναγόμενης 4 τέλος, με την ένσταση που καταχώρησε η οποία υποστηρίζεται από Ε/Δ του διευθυντή της, απορρίπτει ως αναληθείς όσους ισχυρισμούς προβάλλει εναντίον της η ενάγουσα και ισχυρίζεται ότι στις 26/07/19 όντως δύο υπάλληλοι της, ήτοι ο ομνύοντας και ακόμη ένας τεχνικός, μετέβηκαν κατόπιν παράκλησης της εναγόμενης 2 στην επίδικη κατοικία με οδηγίες όπως εγκαταστήσουν σύστημα συναγερμού, πράγμα το οποίο έκαμαν αφού πρώτα βεβαιώθηκαν ότι η τελευταία κατείχε σχετικό τίτλο ιδιοκτησίας. Κανένας, ισχυρίζεται τέλος ο ομνύοντας, δεν επιτέθηκε στην ενάγουσα με οποιοδήποτε τρόπο ως αυτή ισχυρίζεται. Η ακρόαση της αίτησης ολοκληρώθηκε με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από τους ευπαίδευτους συνηγόρους των μερών, αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Στο σημείο αυτό κρίνω σκόπιμο να ασχοληθώ με ένα θέμα το οποίο προέκυψε μετά που επιφυλάχθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου και για το οποίο κρίθηκε επιβεβλημένο όπως επανανοιχθεί η υπόθεση ώστε να δοθεί η ευκαιρία στους συνηγόρους να τοποθετηθούν σχετικά. Το θέμα που προέκυψε αφορούσε στην αναφορά που γίνεται στο πρακτικό της αδελφού Δικαστή που εξέτασε και εξέδωσε μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα στις 07/08/19, ότι μεταξύ των στοιχείων που έλαβε υπόψη της για να καταλήξει στην εν λόγω απόφαση της ήταν και μία «.συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε σήμερα (07/08/19).». Ο λόγος που κρίθηκε αναγκαίο όπως επανανοιχθεί η υπόθεση στις15/10/19 και ζητηθούν οι θέσεις των συνηγόρων και ιδιαίτερα του συνηγόρου της ενάγουσας στην παρουσία του οποίου φαίνεται να καταρτίστηκε το πρακτικό της 07/08/19, ήταν το ότι δεν μπορούσε να εντοπιστεί, είτε στο φάκελο της υπόθεσης είτε στις αναφορές των διαδίκων η συμπληρωματική ένορκη δήλωση που αναφέρετο στο πρακτικό της 07/08/19 ότι καταχωρήθηκε την ημέρα εκείνη και η οποία λήφθηκε υπόψη κατά την μονομερή εξέταση και έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Κρίνω ορθό όπως παραθέσω αυτούσιες τις επί του προκειμένου τοποθετήσεις του δικηγόρου της ενάγουσας, όπως αυτές καταγράφηκαν στο πρακτικό της 15/10/19: «Κος. Ακάμας: Δεν υπάρχει συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση. Απλά η έντιμη Δικαστής κάλεσε την αιτήτρια στο γραφείο της όπου είχε συνομιλία μαζί της. Συμπληρωματική Ένορκος Δήλωση δεν υπήρχε. Δικαστήριο: Ενόψει των όσων ανέφερε ο κ. Ακάμας θέλω να σας ακούσω όλους πώς εισηγείστε να προχωρήσουμε και ποιες είναι οι συνέπειες αυτών για την ουσία της αίτησης. Κος Ακάμας: Όπως ανέφερα, δεν υπάρχει συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση άρα, το αίτημα ουσιαστικά εδράζεται στην αίτηση και στην Ένορκη Δήλωση που βρίσκεται στο φάκελο του Δικαστηρίου. Σίγουρα δεν υπάρχει συμπληρωματική. Το μόνο γεγονός που υπήρχε ήταν η συνέντευξη που είχε η έντιμη Δικαστής με την αιτήτρια εντός του γραφείου της στην παρουσία μου. Δεν ξέρω αν πρόκειται περί τυπογραφικού λάθους του πρακτικού της Δικαστή, αν μπορεί να αγνοηθεί, αλλά δεν θεωρώ ότι είναι κάτι που μπορεί να επηρεάσει την έκδοση του διατάγματος. Η μαρτυρία είναι στο φάκελο του Δικαστηρίου και ενώπιον σας..». Η θέση της κας Χαραλαμπίδου και του κ. Γεωργίου ήταν κοινή. Από τη στιγμή που το πρακτικό της 07/08/19 παραμένει να αναφέρει ότι λήφθηκε υπόψη μια συμπληρωματική δήλωση που δεν εντοπίζεται και την ίδια στιγμή δεν καταγράφεται σε αυτό η συνομιλία που ο κ. Ακάμας ανέφερε ότι η αδελφή Δικαστής είχε με την ενάγουσα πριν να εκδώσει μονομερώς τα αιτούμενα διατάγματα, πλήττεται η διαφάνεια που θα έπρεπε να περιβάλλει την υπόθεση και λαμβανομένου ιδιαίτερα υπόψη ότι επρόκειτο για έκδοση διαταγμάτων στην απουσία της άλλης πλευράς, το όλο θέμα καθίσταται ιδιαίτερα σοβαρό και δεν μπορεί παρά να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης. Τη θέση αυτή ο κ. Ακάμας την απέρριψε κατά τη δευτερολογία του υποστηρίζοντας ότι εφόσον κανένας εκ των διαδίκων δεν φαίνεται να παρασύρθηκε από την εσφαλμένη αναφορά σε συμπληρωματική Ε/Δ καμία αδικία έχει προκληθεί και συνεπώς ουδόλως τα όσα καταγράφονται ή δεν καταγράφονται στο πρακτικό της 07/08/19 θα πρέπει να επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου στο παρόν στάδιο. Με κάθε σεβασμό δεν θα συμφωνήσω με τη θέση του κ. Ακάμα ότι το θέμα είναι υπό τις περιστάσεις επουσιώδες. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως επεσήμανε και η κα Χαραλαμπίδου, τα υπό κρίση διατάγματα εκδόθηκαν μονομερώς συνεπεία επίκλησης του σχετικού δικαιοδοτικού παράγοντα του κατεπείγοντος, ο οποίος παράγοντας, αν διαπιστωθεί ότι υφίσταται, συνιστά θεμιτή εξαίρεση στον θεμελιώδη κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που δεν επιτρέπει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί (βλ. μεταξύ άλλων ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΑΝΔΡΕΑ ΚΟΥΠΠΑ ν. ΠΟΥΛΛΑΣ ΤΣΑΔΙΩΤΗΣ ΛΙΜΙΤΕΔ κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 312/10, 17/7/2014, ΑSPIS LIBERTY LIFE INSURANCE PUBLIC CO LTD ν. ΕΛΕΟΝΩΡΑΣ ΑΛΛΩΣ ΝΟΡΑΣ ΣΙΑΚΑΤΙΔΟΥ, Πολιτική ΄Εφεση Αρ. 52/2010, 19/3/2014, Αμβροσιάδου κ.ά. ν. Coward κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 78 και Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ κ.α.
(1992)1 Α.Α.Δ. 1453). Αφ' ης στιγμής δε το στοιχείο του «κατεπείγοντος» θίγεται ρητά με τις ενστάσεις που έχουν καταχωρηθεί από πλευράς εναγομένων, το Δικαστήριο όχι μόνο μπορεί αλλά και επιβάλλεται όπως το επανεξετάσει ώστε να καταλήξει να επικυρώσει ή να ακυρώσει ένα διάταγμα υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του και μάλιστα πριν από οτιδήποτε άλλο, εφόσον το εν λόγω στοιχείο αφορά σε δικαιοδοτικό όρο, ανεξάρτητο από την ικανοποίηση των άλλων προϋποθέσεων. Αν κατά την εν λόγω επανεξέταση κριθεί ότι για κάποιο λόγο τελικά η εν λόγω δικαιοδοτικής φύσεως προϋπόθεση δεν ικανοποιείτο τότε τα εκδιδόμενα διατάγματα καθίστανται άκυρα εξ' υπαρχής και η εξέταση οποιουδήποτε άλλου θέματος παρέλκει (βλ. ΠΕΤΡΟΣ ΣΙΑΚΟΛΑΣ ν. ΠΡΙΝΟΣ ΛΑΧΑΝΑΓΟΡΑ ΛΙΜΙΤΕΔ Πολιτική ΄Εφεση Αρ. Ε90/2016, 23/3/2017, Αμβροσιάδου και Τσαδιώτη ανωτέρω). Το βάρος απόδειξης βέβαια ότι όντως υφίστατο το «κατεπείγον» κατά την έκδοση διαταγμάτων μονομερώς το φέρει μέχρι τέλους ο αιτητής ο οποίος βαρύνεται κατά την ακρόαση να τεκμηριώσει πλήρως το αίτημα του για την παροχή θεραπείας, περιλαμβανομένης και της ύπαρξης του στοιχείου του κατεπείγοντος εκεί όπου η θεραπεία δόθηκε μονομερώς (βλ. μεταξύ άλλων Δερμοσάκ ανωτέρω). Σίγουρα δεν είναι ούτε της αρμοδιότητας του παρόντος Δικαστηρίου να σχολιάσει ή να ελέγξει την ορθότητα της διαδικασίας που ακολουθήθηκε στις 07/08/19 κατά την μονομερή έκδοση των υπό κρίση διαταγμάτων ούτε και προτίθεμαι να πράξω κάτι τέτοιο. Είμαι όμως υποχρεωμένος να επανεξετάσω το θέμα του κατεπείγοντος εφόσον αυτό εγείρεται ρητά με τις ενστάσεις των εναγομένων και ταυτόχρονα δεσμευμένος από το πρακτικό της 07/08/19, για το οποίο δεν έχουν ληφθεί οποιαδήποτε διαβήματα για να παρουσιάζει την εικόνα που ο ευπαίδευτος συνήγορος της ενάγουσας ισχυρίζεται ότι θα έπρεπε να παρουσιάζει και στο οποίο εγώ δεν μπορώ ούτε να αφαιρέσω αλλά ούτε και να προσθέσω οτιδήποτε αφού άλλωστε δεν είμαι ούτε ο Δικαστής που το συνέταξε ώστε να μπορώ να αντλήσω καθοδήγηση από τις δικές μου σημειώσεις (βλ. Σωτηριάδης ν. Βασιλείου και άλλων (Αρ. 1)
(1992)1 ΑΑΔ 801). Ως προς τη σημασία του πρακτικού του δικαστηρίου που είναι κατατεθειμένο στο φάκελο της κάθε υπόθεσης, η νομολογία είναι σαφής (βλ. Ivarsson v. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2016:B535, Ποιν. Εφ. 159/2015, ημερ. 29 Νοεμβρίου 2016 και Χρίστου κ.ά. ν. Δήμου Λάρνακας, Ποιν. Εφ. 219/2015 και 220/2015, ημερ. 11 Μαΐου 2017). Αυτό συνιστά τον αναντικατάστατο οδηγό και το μόνο στοιχείο και πηγή γνώσης για τα διαδραματισθέντα στη δίκη καθώς επίσης και τη μοναδική πηγή ελέγχου του περιεχομένου ολόκληρης της διαδικασίας (βλ. xxxxx ν. xxxxx, Έφεση Αρ. 16/2017, 24/4/2019 και τη νομολογία στην οποία η εν λόγω αυθεντία παραπέμπει). Των πιο πάνω λεχθέντων και για σκοπούς επανεξέτασης του στοιχείου του κατεπείγοντος, σημειώνω ότι σύμφωνα με το υφιστάμενο πρακτικό της 07/08/19, το οποίο παρατίθεται αυτούσιο στην αρχή της απόφασης μου, προκύπτει ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος η πλευρά της ενάγουσας κρίθηκε εκ πρώτης όψεως να το ικανοποιεί, αφού λήφθηκαν υπόψη η αίτηση και ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει καθώς επίσης και κάποια συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχωρήθηκε στις 07/08/19 αλλά και τα «όσα έχουν λεχθεί ενώπιον .(της αδελφής Δικαστή).προς υποστήριξη της αίτησης.». Ο κ. Ακάμας επιβεβαίωσε ότι όντως κάτι λέχθηκε ενώπιον της αδελφής Δικαστή στις 07/08/19 στα πλαίσια μιας «.συνέντευξη(ς) που είχε η έντιμη Δικαστής με την αιτήτρια εντός του γραφείου της στην παρουσία μου.». Το τι όμως ακριβώς λέχθηκε και το οποίο συνυπολογίστηκε για σκοπούς διαπίστωσης του κατεπείγοντος δεν φαίνεται στο πρακτικό της 07/08/19 και αν και δόθηκε η ευκαιρία στην πλευρά της ενάγουσας με το επανάνοιγμα της υπόθεσης να προβεί, αν επιθυμούσε, σε όποιες ενέργειες θεωρούσε αναγκαίες ώστε να περιληφθούν στο πρακτικό αυτά που «λέχθηκαν» και «λήφθηκαν υπόψη» στις 07/08/19, δεν έπραξε οτιδήποτε. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την αναφερόμενη στο ίδιο πρακτικό συμπληρωματική ένορκη δήλωση της 07/08/19, η οποία δήλωση, αν και σύμφωνα με την πλευρά της ενάγουσας δεν υπήρχε και εσφαλμένα αναγράφηκε στο πρακτικό ότι υπήρχε, εντούτοις καμία ενέργεια έγινε προς διόρθωση αυτού του κατ' ισχυρισμό λάθους, με αποτέλεσμα σήμερα να παραμένει να παρουσιάζεται ότι στις 07/08/19 το Δικαστήριο έλαβε επίσης υπόψη του μια τέτοια συμπληρωματική Ε/Δ για να καταλήξει εκ πρώτης όψεως ότι ικανοποιείτο ο δικαιοδοτικός παράγοντας του κατεπείγοντος. Λαμβανομένου συνεπώς υπόψη ότι ήταν στους ώμους της ενάγουσας το βάρος να αποδείξει μέχρι τέλους ότι τα όσα λέχθηκαν και τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου στις 07/08/19 μονομερώς, ορθά οδήγησαν σε διαπίστωση «κατεπείγουσας» κατάστασης και ότι ενώπιον μου η ενάγουσα δεν έθεσε ούτε όλα «όσα λέχθηκαν» αλλά ούτε και όλα όσα φαίνεται από το πρακτικό της 07/08/19 «να τέθηκαν» ενώπιον του Δικαστηρίου από πλευράς της κατά την μονομερή εξέταση της αίτησης και τα οποία στοιχεία, σύμφωνα με το ίδιο πρακτικό, αποτέλεσαν τη βάση για να αναληφθεί δικαιοδοσία από το Δικαστήριο και να εκδοθούν κατ' εξαίρεση τα αιτούμενα διατάγματα στην απουσία της άλλης πλευράς, η κατάληξη μου δεν μπορεί να είναι άλλη από το ότι η ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι όντως συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος στις 07/08/19. Η κατάληξη αυτή, εφόσον αφορά σε ανεξάρτητο δικαιοδοτικό όρο, είναι από μόνη της αρκετή για να σφραγίσει την τύχη της αίτησης και των εκδοθέντων διαταγμάτων ως εξ' υπαρχής άκυρα και με την εξαφάνιση των διαταγμάτων ως μη δικαιοδοτικώς εκδοθέντα, η ενασχόληση με το κατά πόσο πληρούνταν ή όχι οι προϋποθέσεις του αρ.32 Ν.14/60καθίσταται περιττή και μη αναγκαία (βλ. Αμβροσιάδου και Σιακόλας ανωτέρω). Στη βάση όλων των πιο πάνω συνεπώς, τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς στις 07/08/19 ακυρώνονται και η αίτηση της ενάγουσας απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της αίτησης, εφόσον το θέμα που οδήγησε στην απόρριψη της αίτησης και στην επιτυχία των εναγομένων ηγέρθηκε για πρώτη φορά από το Δικαστήριο και αρχικά δεν είχε απασχολήσει καμία πλευρά, κρίνω ορθό και δίκαιο όπως επιδικαστούν μεν έξοδα εναντίον της ενάγουσας και υπέρ των εναγομένων - ένα σετ υπέρ εναγομένων 2 και 3 και ένα σετ υπέρ εναγομένης 4 - όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι όμως μειωμένα κατά ½ και εκδίδω ανάλογη διαταγή. Τα εγκριθέντα έξοδα θα είναι πληρωτέα στο τέλος της υπόθεσης. (Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Αναφορά: Παράνομη επέμβαση - Κατεπείγον cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο