← Κύπρος

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ BRIDGE HOUSE ν. ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5201/16, 29/10/2019

ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ BRIDGE HOUSE ν. ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ, Αρ. Αγωγής: 5201/16, 29/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A480 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕYΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 5201/16 Μεταξύ: ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗΣ ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ BRIDGE HOUSE Ενάγουσα και XXXXX ΘΕΟΔΟΥΛΟΥ Εναγόμενος ----------------- Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγουσα: κα. Β. Πέτρου - Πιερίδου Για Εναγόμενο: κα. Κ. Κουπαρή ΑΠΟΦΑΣΗ Το αντικείμενο της παρούσας αγωγής, η οποία λόγω περιορισμού του ποσού που αρχικά αξιώνετο εκδικάστηκε ως ταχείας εκδίκασης υπόθεση, ήτοι με την εκατέρωθεν καταχώρηση γραπτής ένορκης μαρτυρίας, είναι απλό. Πρόκειται δε για αξίωση ποσού €1740, το οποίο ποσό κατά την ενάγουσα ο εναγόμενος, ως εγγεγραμμένος κύριος τριών καταστημάτων στην κοινόκτητη οικοδομή με την ονομασία Bridge House στη Λευκωσία κατά την περίοδο 2005-2009, όφειλε να καταβάλει ως το μερίδιο που του αναλογούσε στις κοινόχρηστες δαπάνες της κοινόκτητης οικοδομής. Σημειώνω εδώ ότι αρχικά η αγωγή αφορούσε σε μεγαλύτερο ποσό, ήτοι €8160 και αυτό διότι αξιώνετο από τον εναγόμενο και συνεισφορά για τις κοινόχρηστες δαπάνες που κατ' ισχυρισμό έγιναν μεταξύ 2010 - 2016 καθώς επίσης και κάποιο ποσό που αφορούσε σε εργασίες ανακαίνισης και/ή επιδιόρθωσης της οικοδομής ύψους €

  1. Ενόψει όμως του ότι με την υπεράσπιση που καταχώρησε ο εναγόμενος ισχυρίστηκε μεταξύ άλλων ότι από κάποιο χρονικό σημείο και μετά έπαυσε να είναι συγκύριος στην οικοδομή, η ενάγουσα, αφού διερεύνησε τον εν λόγω ισχυρισμό και διαπίστωσε ότι ευσταθούσε, περιόρισε με την Απάντηση της το αξιούμενο ποσό ως αυτό αναφέρεται ανωτέρω, ήτοι μόνο για τις κατ' ισχυρισμό κοινόχρηστες δαπάνες της περιόδου 2005-
  2. Οι όποιοι συνεπώς ισχυρισμοί παρέμειναν στην Ε/Α να αφορούν σε κατ' ισχυρισμό κοινόχρηστες δαπάνες που έγιναν μετά το 2009, αυτοί έπαυσαν να συνιστούν επίδικα θέματα. Το δικόγραφο που καταχώρησε ο εναγόμενος ήταν εκτενές (7 σελίδες - 29 παραγράφοι). Σε αυτό προβάλλονται σωρεία νομικών και πραγματικών ισχυρισμών καθώς επίσης και αριθμός προδικαστικών ενστάσεων ενώ πρόσθετα της υπεράσπισης του, ο εναγόμενος ήγειρε και ανταπαίτηση εναντίον της ενάγουσας, αξιώνοντας με αυτή δηλώσεις και διατάγματα του Δικαστηρίου τα οποία δεν περιορίζονται μόνο στα δικά του συμφέροντα αλλά και στα συμφέροντα της θυγατέρας του, στην οποία μεταβίβασε τα καταστήματα στις 22/12/09, εξ' ου και ο περιορισμός τη απαίτησης. Σημειώνω εδώ ότι η θυγατέρα του εναγόμενου δεν είναι ούτε και προστέθηκε ποτέ ως διάδικος στην αγωγή. Η δε Απάντηση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση που καταχώρησε η ενάγουσα στη συνέχεια, ήταν, ενόψει της έκτασης του δικογράφου της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης, επίσης εκτεταμένη. Ειδική αναφορά στις θέσεις των δύο πλευρών κάνω σε κατοπινό στάδιο της απόφασης μου κατά την παράθεση της μαρτυρίας που προσκόμισαν οι δύο πλευρές, εφόσον προωθήθηκαν όλες σχεδόν οι εκατέρωθεν θέσεις. Για σκοπούς ακρόασης της υπόθεσης, κατόπιν οδηγιών που δόθηκαν από τον αδελφό Δικαστή που επιλαμβάνετο τότε της υπόθεσης, καταχωρήθηκαν εκ μέρους της ενάγουσας δύο ένορκες γραπτές δηλώσεις από την Κ. Χάρρις, γραμματέα της ενάγουσας, η μία εκ των οποίων, ημερ. 13/08/19, συνιστούσε ουσιαστικά την μαρτυρία της υπεράσπισης στην ανταπαίτηση και μία ένορκη δήλωση από κάποια άλλη συγκύρια στην οικοδομή, τη XXXXX Ανδρέου. Από πλευράς εναγόμενου κατατέθηκε ένορκη δήλωση από τον ίδιο καθώς επίσης και ένορκη δήλωση από τον πολιτικό μηχανικό XXXXX Ηλία. Σημειώνω εδώ ότι μεταξύ των εγγράφων που επεσύναψε ως Τεκμήρια στη δήλωση του ο εναγόμενος, περιλαμβάνεται και ανυπόγραφο αντίγραφο της Ε/Δ του Ηλία. Η υπόθεση τέθηκε ενώπιον μου για πρώτη φορά στις 04/10/19 όταν και οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, εφόσον δεν ζητήθηκε η αντεξέταση οποιουδήποτε εκ των ομνυόντων, προχώρησαν με την ακρόαση της υπόθεσης καταθέτοντας αντίστοιχα εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις αναφορά στις οποίες κάνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Συνοψίζω τις εκατέρωθεν θέσεις. Η ουσία της εκδοχής της ενάγουσας, όπως αυτή αναδύεται από τις Ε/Δ της Χάρρις είναι ότι ο εναγόμενος, κατά την επίδικη περίοδο, ήτοι 2005-2009, ήταν ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης τριών καταστημάτων που βρίσκονταν στο ισόγειο της κοινόκτητης οικοδομής η οποία αναφέρεται στην αρχή της απόφασης μου και η οποία ανεγέρθηκε το
  3. Η εν λόγω ιδιότητα του εναγόμενου, σύμφωνα με την Χάρρις, του επέβαλλε από ανέκαθεν την υποχρέωση να συνεισφέρει στα κοινόχρηστα έξοδα και δαπάνες της πολυκατοικίας με βάση το εμβαδόν των μονάδων που του ανήκαν και κάθε τρίμηνο, όπως αμφότερες Χάρρις και Αντρέου ισχυρίζονται, σχετικός κατάλογος των κοινόχρηστων δαπανών και εξόδων της πολυκατοικίας μαζί με κατάσταση εσόδων, αναρτάται από την ενάγουσα διαχειριστική επιτροπή σε πινακίδα στο ισόγειο της πολυκατοικίας ώστε να ενημερώνονται οι κύριοι όλων των μονάδων, περιλαμβανομένου και του εναγόμενου για το σύνολο των εξόδων που έχουν γίνει καθώς και για το μερίδιο που τους αναλογεί. Ο τελευταίος όμως, ως ισχυρίζεται η Χάρρις, ήταν πάντοτε αντιδραστικός και μη συνεργάσιμος σε σχέση με το θέμα αυτό και η παρούσα αγωγή δεν είναι η μόνη αγωγή που αναγκάστηκε να καταχωρηθεί εναντίον του για να εισπραχθούν οι οφειλές του (Τεκ. Θ και Ι). Παραπέμποντας στα πρακτικά έκτακτης γενικής συνέλευσης των κυρίων της πολυκατοικίας ημερ. 17/6/03 (Τεκ.Δ), η Χάρρις ισχυρίστηκε ότι κατά την εν λόγω συνέλευση, η οποία χρειάστηκε να γίνει δύο φορές διότι η μη επίδειξη ενδιαφέροντος από τους πλείστους κυρίους οδηγούσε σχεδόν πάντα σε υποχρεωτική αναβολή λόγω έλλειψης απαρτίας, συζητήθηκε το θέμα της υποχρέωσης που είχαν μέχρι τότε οι κύριοι των μονάδων να συνεισφέρουν τόσο σε Ειδικό Ταμείο όσο και σε Ταμείο Κοινοχρήστων. Αντικείμενο της συζήτησης, ισχυρίζεται η Χάρρις, ήταν το ότι αυτή η κατάσταση πραγμάτων, ήτοι η ύπαρξη δύο ταμείων που αν και σχετίζονταν μεταξύ τους εντούτοις έπρεπε να τυγχάνουν χωριστής διαχείρισης, προκαλούσε σύγχυση καθώς και αχρείαστη σπατάλη χρόνου και εξόδων. Η εισήγηση που έγινε προς επίλυση του προβλήματος αυτού, σύμφωνα με την Χάρρις, η οποία εισήγηση στη συνέχεια έγινε ομόφωνα δεκτή κατόπιν ψηφοφορίας, ήταν όπως τα δύο ταμεία ενσωματωθούν και καθοριστεί ένα σταθερό ποσό ως η συνεισφορά των κυρίων στα κοινόχρηστα. Την εν λόγω απόφαση της γενικής συνέλευσης την υιοθέτησε στη συνέχεια και την υλοποίησε η ενάγουσα ως διαχειριστική επιτροπή σε έκτακτη συνεδρία της στις 14/10/03 όπου αποφασίστηκε ομόφωνα όπως «.από 1.1.2004 τα κοινόχρηστα μαζί με το Πάγειο ταμείο θα είναι τα εξής: Για τα μεγάλα διαμερίσματα £150, Για τα μικρά ΄΄ £120, Για τα καταστήματα £60» (Τεκ. Ε). Τα εν λόγω ποσά, ισχυρίστηκε η Χάρρις, σε μεταγενέστερες συνεδριάσεις της ενάγουσας στις 2/10/06 και 3/12/07 καθορίστηκαν σε «Μεγάλα διαμερίσματα @ €312 τον χρόνο, Μικρά διαμερίσματα @ €264 ΄΄ , Καταστήματα @ €126» (Τεκ. Στ και Ζ αντίστοιχα). Η συνεισφορά του εναγόμενου σύμφωνα με τα πιο πάνω,, ισχυρίζεται η Χάρρις ανέρχετο σε £5 το μήνα για το κάθε κατάστημα για την περίοδο 2004 - 2006, £6 το μήνα για το κάθε κατάστημα για την περίοδο 2006 - 2008 και £6,14 (€10,5) το μήνα για την περίοδο 2008 -
  4. Συνολικά, ισχυρίζεται η Χάρρις, ο εναγόμενος έπρεπε να καταβάλει ως μερίδιο της συνεισφοράς του για όλη αυτή την περίοδο των 5 χρόνων το ποσό των £339 (€580) για το κάθε κατάστημα ήτοι συνολικά €1.740 πλην όμως ουδέποτε το έπραξε. Τέλος, σύμφωνα με τη Χάρρις, στις 13/6/17, ήτοι μετά την καταχώρηση της αγωγής, έλαβε χώρα γενική συνέλευση των κυρίων της πολυκατοικίας, με σκοπό, μεταξύ άλλων την εκλογή νέας διαχειριστικής επιτροπής. Στα πλαίσια αυτής της συνέλευσης, στην οποία παρουσιάστηκε και ο εναγόμενος με τη δικηγόρο του, αυτός προέβαλε και πάλι τα όσα ισχυρίζεται στην παρούσα αγωγή αναφορικά με την μη υποχρέωση του να καταβάλει το ποσό που του ζητείται ως κοινόχρηστα, γεγονός που προκάλεσε τις αντιδράσεις των υπόλοιπων κυρίων οι οποίοι καταβάλλουν κανονικά τα ποσά που αναλογούν σε εκείνους σύμφωνα με τις εκάστοτε αποφάσεις της ενάγουσας και των γενικών συνελεύσεων. Στα πλαίσια δε της ίδιας συνέλευσης ο εναγόμενος έθεσε υποψηφιότητα για να εκλεγεί στη σύνθεση της ενάγουσας πλην όμως δεν του επετράπει, διότι σύμφωνα με τους θέσμιους κανονισμούς, ως οφειλέτης κοινοχρήστων δεν είχε δικαίωμα ψήφου (Τεκ. Η). Στην αντίπερα όχθη ο εναγόμενος, ως ανέφερα πιο πάνω, προώθησε με την μαρτυρία του όλες τις δικογραφημένες θέσεις του, περιλαμβανομένων και των προδικαστικών ενστάσεων που ήγειρε με την υπεράσπιση του καθώς και την ανταπαίτηση του. Λόγω της έκτασης και της φύσης των ισχυρισμών του εναγόμενου περί τις 50 παραγράφους, κρίνω ορθό όπως για σκοπούς καλύτερης κατανόησης, συνοψίσω τις θέσεις του σε ενότητες ως ακολούθως: Α. Νομική υπόσταση της ενάγουσας και νομιμοποίηση της να εγείρει και να προωθεί την παρούσα αγωγή. Αυτή η ενότητα ισχυρισμών του εναγόμενου αφορά στη θέση του, η οποία περιέχεται και στις προδικαστικές ενστάσεις που ήγειρε αλλά και στην ουσία της υπεράσπισης του, ότι η ενάγουσα δεν αποτελεί υπαρκτό νομικό πρόσωπο και/ή στερείται δικαιοπρακτικής ικανότητας εφόσον δεν ενεγράφη στο Κτηματολόγιο ούτε και ακολούθησε τις πρόνοιες της νομοθεσίας κατά τη σύσταση της ώστε να μπορεί να συνιστά υπαρκτή και νόμιμα συσταθείσα διαχειριστική επιτροπή (βλ. προδικαστικές ενστάσεις 1(α) και 1(β), παρ. 4, 5 και 6 υπεράσπισης και παρ. 3 Ε/Δ εναγόμενου ημερ. 03/05/19). Στην ίδια ενότητα εντάσσονται και οι θεραπείες υπό στοιχείο Α της ανταπαίτησης με την οποία ζητείται η κήρυξη του διορισμού και της εκλογικής διαδικασίας της ενάγουσας ως άκυρη. Β. Καθεστώς που διέπει τις υποχρεώσεις των κυρίων της πολυκατοικίας Σε αυτή την ενότητα εντάσσονται οι ισχυρισμοί του εναγόμενου ότι από τότε που αγόρασε τα επίμαχα καταστήματα και μέχρι σήμερα, υπάρχει σε ισχύ μία δεσμευτική γενική συμφωνία ημερ. 24/6/69 την οποία συνήψαν οι αρχικοί ιδιοκτήτες/πωλητές των διαμερισμάτων και καταστημάτων της πολυκατοικίας με τους αρχικούς αγοραστές, η οποία συμφωνία κατά τον εναγόμενο, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του σχετικού φακέλου της οικοδομής που τηρείται στο Κτηματολόγιο και η οποία καθορίζει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις των κυρίων της πολυκατοικίας, περιλαμβανομένων και των υποχρεώσεων τους σε σχέση με τα κοινόχρηστα έξοδα (Τεκ. 1β και 1γ). Η εν λόγω γενική συμφωνία, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, η οποία καλύπτει και τη δική του περίπτωση ως μεταγενέστερου αγοραστή καταστήματος στην πολυκατοικία, αποτελεί, με βάση τη σχετική νομοθεσία, τους κανονισμούς της πολυκατοικίας και βάση αυτής, οι ιδιοκτήτες των καταστημάτων εξαιρούνται από τα «.έξοδα για την λειτουργία και συντήρηση των ανελκυστήρων, καθάρισμα κλιμακοστασίων, φωτισμό και συντήρηση ως μπογιάτισμα και επισκευές εντός και/ή εκτός κτιρίου που δεν αφορούν τα καταστήματα.». Σύμφωνα με τον εναγόμενο, η συμφωνία του 1969 τύγχανε πλήρους σεβασμού από τις εκάστοτε διαχειριστικές επιτροπές της πολυκατοικίας μέχρι το 1998 όταν άλλαξε η διαχειριστική επιτροπή και εντελώς αυθαίρετα, κατά τον εναγόμενο, άρχισε να αγνοείται η συμφωνία και να χρεώνονται οι καταστηματάρχες, ως ο ίδιος, με βάση μόνο το εμβαδόν των καταστημάτων τους και χωρίς όμως να λαμβάνεται υπόψη ότι με βάση τη δεσμευτική συμφωνία του 1969, αυτοί θα έπρεπε να εξαιρούνται από κάποια από τα έξοδα (παρ.14 και 15 Ε/Δ εναγόμενου ημερ. 03/05/19). Προς επίρρωση του ισχυρισμού του αυτού ο εναγόμενος κατέθεσε ως Τεκ. 4 τα τιμολόγια που εξέδιδαν οι παλιές διαχειριστικές επιτροπές. Οι πιο πάνω θέσεις του εναγόμενου, οι οποίες επίσης συνιστούν μέρος των προδικαστικών ενστάσεων του, αποτελούν και τη βάση για κάποιες από τις θεραπείες που αξιώνει εναντίον της ενάγουσας με την ανταπαίτηση του και συγκεκριμένα τις απαιτήσεις του για δήλωση και/ή διάταγμα του Δικαστηρίου που να κηρύττει τη συμφωνία του 1969 ως τους μόνους εφαρμοστέους κανονισμούς της πολυκατοικίας και τις οποιεσδήποτε αποφάσεις της ενάγουσας που δεν συνάδουν με αυτή τη συμφωνία ως εξ' υπαρχής άκυρες (παρ. 1β, 2, 5, 7, 10, 11 υπεράσπισης, θεραπείες Β και Δ ανταπαίτησης και παρ. 3, 4, 5, 15, 16, 28, 29, 30 Ε/Δ εναγόμενου ημερ. 03/05/19). Γ. Καθεστώς καταστημάτων εναγόμενου Σύμφωνα με τον εναγόμενο και τη μαρτυρία του μάρτυρα του, ήτοι του πολιτικού μηχανικού Α. Ηλία, τα καταστήματα του πρώτου συνιστούν «.ανεξάρτητα καταστήματα και αυτοτελείς οικοδομές τα οποία λειτουργικά δεν συνδέονται με οποιονδήποτε τρόπο με την υπόλοιπη πολυκατοικία και διαμερίσματα και τις κοινόκτητες οικοδομές, όπως πχ σκάλες, ανελκυστήρες, οροφή, διαδρόμοι κλπ». Ισχυρίζεται συναφώς ο εναγόμενος ότι λόγω αυτής της αυτοτέλειας και ανεξαρτησίας των καταστημάτων του, η οποία κατά τον ίδιο αναδύεται και από τη συμφωνία του 1969, ούτε η ενάγουσα νομιμοποιείται να αξιώνει από αυτόν οποιοδήποτε ποσό ως αξιώνει με την παρούσα αγωγή αλλά ούτε και αυτός είναι υπόχρεος να καταβάλει στην τελευταία οποιοδήποτε τέτοιο ποσό (βλ. παρ.11, 16, 17, 18 υπεράσπισης, παρ.3, 4, 6, 8, 9, 10, 12, 13, 26, 29, 36, 38, 39, 47 Ε/Δ εναγόμενου ημερ. 03/05/19 και Ε/Δ Α. Ηλία ημερ. 18/04/19 η οποία επισυνάπεται και ως Τεκ.2 στην Ε/Δ του εναγόμενου). Δ. Ζημιές που έχει υποστεί ο εναγόμενος από τη διαχείριση της ενάγουσας καθώς επίσης και ποσά που έχει αυτός καταβάλει κατά καιρούς Σύμφωνα με τον εναγόμενο, ο ίδιος κάλεσε πλειστάκις την ενάγουσα ως διαχειριστική επιτροπή να επιθεωρήσει τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν τα καταστήματα όμως η τελευταία ουδέποτε ανταποκρίθηκε με αποτέλεσμα να αναγκάζεται όπως αναλαμβάνει μόνος του την επίλυση των εν λόγω προβλημάτων. Συγκεκριμένα, ισχυρίζεται ο εναγόμενος και ο Ηλία τον οποίο διόρισε ο πρώτος για να επιθεωρήσει την πολυκατοικία και τα καταστήματα του, η κακή συντήρηση του κεντρικού συστήματος υδροδότησης και του αποχετευτικού της πολυκατοικίας, η οποία περνά μέσα από την πλάκα οροφής των καταστημάτων, έχει οδηγήσει σε διαρροή νερού η οποία έχει προκαλέσει σοβαρές ζημιές λόγω υγρασίας τόσο εξωτερικά όσο και εσωτερικά των καταστημάτων. Για να μπορέσουν να αντιμετωπιστούν κάπως αυτά τα προβλήματα, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, επειδή η ενάγουσα δεν προέβαινε σε οποιαδήποτε διορθωτικά μέτρα ως όφειλε, αναγκάστηκε ο ίδιος προσωπικά να καταβάλει χρήματα. Μέχρι σήμερα, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, συνεπεία αυτής της κατάστασης και της γενικότερης αδιαφορίας ή παράλειψης της ενάγουσας να εκτελέσει τα καθήκοντα της ως διαχειριστική επιτροπή , έχει ο ίδιος προσωπικά υποστεί ζημιά €2000 σε σχέση με τα εμπορεύματα του, €100 σε σχέση με το καθάρισμα της αυλής της πολυκατοικίας, ενώ μετά που η θυγατέρα του κατέστη εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των καταστημάτων, ο ίδιος κατέβαλε ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της €1400 για τα εσωτερικά και εξωτερικά μπογιατίσματα των καταστημάτων, €600 για μόνωση της ταράτσας, €600 για αντικατάσταση του ντεποζίτου των καταστημάτων. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, θα πρέπει να καταβάλει ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της θυγατέρας του ακόμη €1200 - €1400 για να επιδιορθωθούν οι διάφορες άλλες ζημιές που έχουν προκληθεί και αυτό παρά το ότι μέχρι σήμερα έχει ο ίδιος επιβαρυνθεί για κοινόχρηστα που διεκδικεί η ενάγουσα ποσό περί τις €2500 και το ότι μέχρι το 2009, αυτός έχει καταβάλει στο πάγιο ταμείο της πολυκατοικίας, το οποίο υποτίθεται ότι θα έπρεπε να χρησιμοποιηθεί για την επίλυση των προβλημάτων που τελικά αναγκάστηκε ο ίδιος προσωπικά να διορθώσει, ποσό περί τις €
  5. Στο σύνολο, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ο ίδιος, λόγω των πιο πάνω, έχει ήδη επωμιστεί και αναμένει ότι θα επωμιστεί στο μέλλον, τόσο προσωπικά όσο και ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της θυγατέρας του νυν ιδιοκτήτριας, ποσό περί τις €8880, το οποίο ποσό έχει ο ίδιος συμψηφίσει με το ποσό που διεκδικείται από αυτόν από την ενάγουσα στην παρούσα αγωγή και θεωρεί ότι και η ενάγουσα θα πρέπει να προβεί στον ίδιο συμψηφισμό. (βλ. παρ. 15, 16, 18, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25 υπεράσπισης, 11, 17, 19, 20, 21, 22, 23, 24, 25, 27, 35, 36, 37, 39, 40, 41, 42, 43,44, 45 και 46 Ε/Δ εναγόμενου ημερ. 03/05/19 και μαρτυρία Α. Ηλία) Σημειώνω εδώ ότι για τους ισχυρισμούς που προβάλλονται σε αυτή την ενότητα όπως και για τα ποσά τα οποία ισχυρίζεται ο εναγόμενος ότι κατέβαλε και θα καταβάλει συνεπεία κατ ισχυρισμό ζημιών και παραλείψεων της ενάγουσας και τα οποία θεωρεί ότι πρέπει να συμψηφιστούν με τα επίδικα αξιούμενα ποσά, δεν προβάλλεται οποιαδήποτε ανταπαίτηση. Ε. Επίδικα Κοινόχρηστα Πέραν των όσων αναφέρονται στην ενότητα Δ ανωτέρω, ο εναγόμενος ισχυρίζεται επίσης ότι ως ιδιοκτήτης καταστήματος δεν κάνει καμία χρήση των «εσωτερικών» κοινόχρηστων χώρων της οικοδομής όπως είναι η οροφή, τα κλιμακοστάσια, οι εσωτερικοί διάδρομοι, οι αποθήκες, τα μηχανοστάσια, ο ανελκυστήρας κλπ. Η υδροδότηση δε των καταστημάτων σύμφωνα με τον εναγόμενο και τον Ηλία δεν γίνεται από τον κοινόχρηστο υδρομετρητή αλλά από ανεξάρτητο υδρομετρητή του ΣΥΛ όπως ξεχωριστό είναι και το σύστημα αποχέτευσης. Ως εκ τούτου, ισχυρίζεται ο εναγόμενος, ο ίδιος δεν θα έπρεπε να καλείται να συνεισφέρει σε αυτά τα έξοδα και αν και έχει επανειλημμένα ζητήσει από την ενάγουσα να του δώσει αναλυτική κατάσταση των δαπανών και εξόδων καθώς επίσης και να του επιτρέψει να ελέγξει τα βιβλία της ώστε να δει κατά πόσο δικαιούνται να αξιώνουν τα ποσά που τον χρεώνουν, ουδέποτε υπήρξε οποιαδήποτε θετική ανταπόκριση από την τελευταία. Αρνείται ότι έχουν αναρτηθεί ποτέ αναλυτικοί λογαριασμοί ή ότι του έχουν ποτέ παρουσιαστεί μηνιαίες καταστάσεις εσόδων και εξόδων και ισχυρίζεται ότι η ενάγουσα φαίνεται να προέβη σε κακοδιαχείριση των ποσών που είσπραττε όλα αυτά τα χρόνια, ποσά τα οποία μάλιστα δεν δικαιούτο να εισπράξει από τον ίδιο εφόσον είτε δεν τα αξιοποιούσε ορθά είτε τα χρησιμοποιούσε για να καλύψει έξοδα και δαπάνες με τις οποίες αυτός δεν έπρεπε να επιβαρυνθεί (βλ. παρ.2, 7, 10, 1314, 15, 16, 1719,20, 21, 25 και 26 Υπεράσπισης, παρ. 4, 8, 9, 10, 12, 13, 17, 29, 30, 32, 33, 34, 35,36 37, 38, 40, 41, 42, 45, 46, 47 Ε/Δ εναγόμενου ημερ. 03/05/19 και Ε/Δ Α. Ηλία). Σημειώνω επίσης ότι στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών του ο εναγόμενος ζητά με την ανταπαίτηση του διάταγμα που να διατάσσει την ενάγουσα να του επιτρέψει να επιθεωρήσει τα βιβλία της είτε ο ίδιος είτε ο λογιστής του. Προτού προχωρήσω με την αξιολόγηση της μαρτυρίας επισημαίνω ότι εφόσον δεν ζητήθηκε από πλευράς εναγόμενου όπως εξεταστούν προδικαστικά οι σχετικές ενστάσεις που ήγειρε με το δικόγραφο του, θα εξετάσω τους εν λόγω ισχυρισμούς μαζί με τα άλλα επίδικα θέματα που εγείρονται στην υπόθεση, περιλαμβανομένων βέβαια και των συνεπειών που συνεπάγεται η παράλειψη να ζητηθεί όπως οι εν λόγω ισχυρισμοί εκδικαστούν προδικαστικά. Διεξήλθα με προσοχή την προσκομισθείσα μαρτυρία, μη παραβλέποντας ότι, παρά την προβολή αντίθετων ισχυρισμών από τις δύο πλευρές, ουδείς εκ των μαρτύρων που κατέθεσαν αντεξετάστηκε και ότι ως είναι πάγια νομολογημένο, «στις περιπτώσεις όπου είναι η θέση του αντίδικου ότι τα γεγονότα που ισχυρίζεται η άλλη πλευρά δεν έγιναν, απαιτείται αντεξέταση και μάλιστα σφοδρή, μόνο και μόνο για να αποδειχθεί η έλλειψη υπόβαθρου..., να επισημανθούν αντιφάσεις και ανακρίβειες» και η παράλειψη αντεξέτασης μαρτύρων σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας τους ισοδυναμεί με αποδοχή της (βλ. Κ. Λ. ν. Δημοκρατίας

(2011)2 Α.Α.Δ. 547, Frederickou Schools Co Ltd v. Acuac Inc
(2002)1(Γ) A.A.Δ.1527, Αdidas v. Jonitexo Ltd
(1987)1 C.L.R. 383) και ΛΕΟΝΤΙΟΥ ΚΩΣΤΡΙΚΗ ν. 4 ΜΟΤΙΟN AUTOMOTIVES LTD κ.α., Ποινική Έφεση Αρ. 226/2014, 10/7/2015). Σημειώνω τα εξής. Η εκδοχή της ενάγουσας, όπως αυτή προωθήθηκε κυρίως, μέσω της μαρτυρίας της Χάρρις, συνίστατο στο ότι ο εναγόμενος, ως ιδιοκτήτης τριών καταστημάτων κατά τον ουσιώδη χρόνο, όφειλε, ως συγκύριος που ήταν, να συνεισφέρει στα κοινόχρηστα έξοδα και δαπάνες της πολυκατοικίας, ένα συγκεκριμένο και σταθερό ποσό ετησίως ως αυτό καθορίστηκε και συμφωνήθηκε ομόφωνα στη γενική συνέλευση όλων των κυρίων της κοινόκτητης οικοδομής στις 17/06/03 (Τεκ.Δ). Το μερίδιο που αναλογούσε στον εναγόμενο, είναι η εκδοχή και της Χάρρις αλλά και της Ανδρέου, αν και δεν το κατέβαλλε ο εναγόμενος, πάντοτε γνώριζε επ' ακριβώς τι όφειλε, εφόσον συν τοις άλλης, κατά τακτά χρονικά διαστήματα η ενάγουσα αναρτούσε σχετικές ενημερωτικές καταστάσεις σε περίοπτο χώρο εντός της οικοδομής. Ως προς την εκδοχή αυτή της ενάγουσας σημειώνω τα εξής. Κατά πρώτο, δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς εναγόμενου ότι όντως στις 17/06/03 διεξήχθη γενική συνέλευση όλων των κυρίων των μονάδων και ότι στην εν λόγω συνέλευση λήφθηκε ομόφωνα απόφαση για τον καθορισμό των συνεισφορών στα κοινόχρηστα έξοδα ως ισχυρίστηκε η Χάρρις και ως φαίνεται στα σχετικά πρακτικά που τηρούνταν (Τεκ.Δ). Αν στην εν λόγω συνέλευση, όπως φαίνεται στα σχετικά πρακτικά, ο εναγόμενος δεν παρευρέθηκε εντούτοις καμία εξήγηση δεν έδωσε για την απουσία του αυτή ούτε και αρνήθηκε ότι είχε ειδοποιηθεί δεόντως ως εμμέσως πλην σαφώς ισχυρίστηκε η Χάρρις. Υπό αυτές τις συνθήκες συνεπώς η απουσία του από τη συνέλευση μόνο ως οικειοθελής μπορεί να ερμηνευτεί. Σε κάθε περίπτωση όμως, από το παράπονο που εκφράζει στην παρ. 15 της δήλωσης του ο εναγόμενος, ήτοι ότι στις συνελεύσεις οι καταστηματάρχες είναι μειοψηφία εξ' ου και στις 17/06/03 «πέρασε» η άποψη της πλειοψηφίας, ήτοι των ιδιοκτητών των διαμερισμάτων, συνάγεται ότι γνώριζε και για τη συνέλευση αλλά και για το ότι η σχετική απόφαση για τον καθορισμό των κοινοχρήστων λήφθηκε ως απαιτεί ο Νόμος, ήτοι δια πλειοψηφίας κατόπιν ψηφοφορίας και τίποτα δεν έπραξε έκτοτε για να ακυρώσει ή να αλλάξει την εν λόγω απόφαση παρά μόνο αρνήθηκε να πληρώνει οποιοδήποτε ποσό, ούτε καν το ποσό που εκείνος θεωρούσε ότι έπρεπε να πληρώνει. Πρόσθετα όμως τούτου, σύμφωνα και πάλι με τον ίδιο τον εναγόμενο, η επίμαχη απόφαση της γενικής συνέλευσης της 17/06/03 ως προς τον καθορισμό της συνεισφοράς όλων των κυρίων στα κοινόχρηστα έξοδα, δεν ήταν μια «καινούρια» απόφαση αλλά κάτι που γινόταν τουλάχιστο από το 1998 (βλ. παρ. 14 και 15 Ε/Δ εναγόμενου). Μάλιστα δε, σε ένα από τα τιμολόγια του 1987 (Τεκ.4), ήτοι στο τιμολόγιο Ιουλίου 1987, το οποίο συνιστά ένα από τα τιμολόγια που ο ίδιος ο εναγόμενος επικαλείται για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του ότι οι ορθές χρεώσεις είναι αυτές που γίνονταν τότε, υπάρχει χρέωση του για συνεισφορά στα δαπανηθέντα έξοδα για τη συντήρηση του ανελκυστήρα της πολυκατοικίας, στοιχείο που καταρρίπτει προφανώς τους περί του αντιθέτου ισχυρισμούς του. Κατά δεύτερο, από τα πρακτικά της γενικής συνέλευσης της 13/06/17 (Τεκ.Η. Ε/Δ Χάρρις), όπου εκεί καταγράφεται η παρουσία του εναγόμενου και μάλιστα με τη συνοδεία δικηγόρου, όπως επίσης και οι θέσεις που αυτός εξέφρασε εκεί, φαίνεται ότι όχι μόνο λάμβανε δεόντως τις σχετικές ειδοποιήσεις για τις συνελεύσεις που γίνονταν και ότι γνώριζε ότι μπορούσε να εξασκήσει πλήρως το δικαίωμα του να παρευρεθεί σε αυτές και να εκφράσει τις απόψεις του αλλά και ότι η απόφαση της 17/06/03 με την οποία καθορίστηκαν οι επίδικες συνεισφορές για όλα τα κοινόχρηστα έξοδα, τύγχανε από τότε σεβασμού από όλους του κυρίους των μονάδων της οικοδομής, περιλαμβανομένων και των άλλων καταστηματαρχών, οι οποίοι καταστηματάρχες να σημειωθεί ότι αν και ήταν παρόντες στη συνέλευση της 13/06/07 όπου συζητήθηκε ρητά το σχετικό θέμα που ήγειρε ο εναγόμενος, δεν συμμερίστηκαν τις απόψεις του (βλ. π.χ. αναφορές στη θέση της άλλης καταστηματάρχη XXXXX Κατσαρή). Κατά τρίτο, επισημαίνω ότι όσον αφορά τη θέση της Χάρις και της Ανδρέου ότι η ενάγουσα αναρτούσε κατά τακτά χρονικά διαστήματα σε περίοπτο χώρο στην οικοδομή, αναλυτικές καταστάσεις τόσο των κοινόχρηστων εσόδων και εξόδων όσο και για το μερίδιο συνεισφοράς που αναλογεί στον κάθε κύριο, καμία εκ των εν λόγω μαρτύρων δεν αντεξετάστηκε επί αυτού του θέματος για το οποίο ο εναγόμενος περιορίστηκε απλά να προβάλει την άρνηση του. Σημειώνω εδώ ότι η Ανδρέου παρουσιάστηκε να συνιστά ανεξάρτητη μάρτυρα στην υπόθεση, ήτοι ως μια άλλη συγκύριος στην πολυκατοικία και συνεπώς δεν τίθεται θέμα να θεωρηθεί ως πρόσωπο με συμφέρον να καταθέσει υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου και ούτε προέκυψε οποιαδήποτε τέτοια αμφισβήτηση από πλευράς εναγόμενου. Η παράλειψη συνεπώς του εναγόμενου να αμφισβητήσει μέσω αντεξέτασης είτε τη Χάρρις είτε την Ανδρέου ως προς αυτό το θέμα τουλάχιστο, καθιστά αυτή την πτυχή της μαρτυρίας της ενάγουσας, αναντίλεκτη. Στη βάση των πιο πάνω συνεπώς, τα όσα ισχυρίστηκε ο εναγόμενος περί αυθαίρετων και καταχρηστικών ενεργειών και αποφάσεων της ενάγουσας, τουλάχιστο κατά τις συνελεύσεις και συνεδριάσεις που έλαβαν χώρα κατά τον επίδικο χρόνο, δεν ευσταθούν και συνεπώς απορρίπτονται. Σε κάθε περίπτωση όμως, ως ο ίδιος ο εναγόμενος δέχεται, ο καθορισμός ενός σταθερού ποσού συνεισφοράς στα κοινόχρηστα έξοδα έγινε βάση του εμβαδού των μονάδων των κυρίων (βλ. παρ. 15 Ε/Δ εναγόμενου 03/05/19), ήτοι ως προνοεί ο Νόμος (αρ.38ΙΑ Κεφ.224[1]) ενώ ακόμη και από αυτά τα τιμολόγια που ο ίδιος ο εναγόμενος κατέθεσε ως Τεκ.4 και τα οποία ισχυρίζεται ότι περιέχουν τις ορθές χρεώσεις, προκύπτει ότι τα επίδικα ποσά που καθορίστηκαν στη γενική συνέλευση της 17/06/03 είναι σχεδόν τα ίδια με αυτά που χρεώνονταν και προηγουμένως αν όχι χαμηλότερα σε κάποιες περιπτώσεις. Δεν τίθεται επομένως ούτε θέμα παράλογων και αυθαίρετων χρεώσεων κοινοχρήστων ως ο εναγόμενος ισχυρίζεται αφού τα ποσά που κλήθηκε μετά τις 17/06/03 να πληρώνει ως το μερίδιο του στα κοινόχρηστα έξοδα, είναι τα ίδια σχεδόν με τα ποσά που έπρεπε και που δέχεται ότι έπρεπε να πληρώνει πάντα. Αυτή άλλωστε ήταν και η εισήγηση της Χάρρις στη γενική συνέλευση της 17/06/03 η οποία έγινε ομόφωνα αποδεκτή - «.το σταθερό ποσό των κοινοχρήστων δεν θα είναι πολύ πιο ψηλό από αυτό που πληρώνεται τώρα.» (Τεκ. Δ Ε/Δ Χαρρις). Επαναλαμβάνω εδώ ότι σε κάθε περίπτωση, ο εναγόμενος δεν πλήρωνε ούτε τα ποσά που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι έπρεπε κανονικά να πληρώνει. Στο σημείο αυτό υπενθυμίζω ότι ενόψει του περιορισμού της απαίτησης στα σταθερά κοινόχρηστα έξοδα της περιόδου 2005 - 2009, όπως αυτά καθορίστηκαν στη συνέλευση της 17/06/03, όλα τα άλλα επιπρόσθετα έξοδα που αξιώνονταν αρχικά και τα οποία αφορούσαν σε ποσά που δαπανήθηκαν μετά το 2009 για τη συντήρηση του αποχετευτικού ή της πολυκατοικίας γενικότερα, αυτά έπαυσαν να είναι επίδικα. Οι επί του προκειμένου ισχυρισμοί που περιέχονται στην Ε/Α συνεπώς όπως και οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί του εναγόμενου δεν θα με απασχολήσουν. Για τους λόγους που προχωρώ να εξηγήσω, όπως και να ήθελε ιδωθεί η όλη εκδοχή του εναγόμενου αυτή στερείται κάθε μορφής ερείσματος και δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Κατ' αρχή, καμία συνοχή δεν υπάρχει στην όλη εκδοχή του εναγόμενου αφού αυτός επέλεξε, κατά παντελώς αντιφατικό και απαράδεκτο τρόπο, να προωθήσει όλες ανεξαιρέτως τις δικογραφημένες θέσεις του έστω και αν αυτές αλληλοσυγκρούονταν ή αφορούσαν σε θέματα που είτε έπαυσαν να είναι επίδικα μετά τον περιορισμό της απαίτησης είτε δεν ήταν ποτέ επίδικα, όπως π.χ. τα όσα ισχυρίστηκε σε σχέση με τις υποχρεώσεις και δικαιώματα της θυγατέρας του από το 2009 και εντεύθεν, η οποία θυγατέρα δεν είναι ούτε διάδικος στην αγωγή ούτε και αξιώνεται οτιδήποτε από αυτή. Εξηγώ. Ο εναγόμενος αρνείται ότι η ενάγουσα συνιστά υπαρκτό νομικό πρόσωπο με δικαιοπρακτική ικανότητα, θέμα επί του οποίου βασίζει και μέρος της υπεράσπισης του αλλά και τις προδικαστικές του ενστάσεις. Η παράλειψη του βέβαια να ζητήσει έγκαιρα την προδικαστική εκδίκαση της θέσης του αυτής, συνιστά από μόνη της λόγο που σφραγίζει την τύχη της επί του προκειμένου θέσης του (βλ. ΡΕΑΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΥ κ.α. ν. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΤΟΥ ΣΧΕΔΙΟΥ ΤΑΜΕΙΟΥ ΣΥΝΤΑΞΕΩΝ ΚΑΙ ΧΟΡΗΓΗΜΑΤΩΝ ΣΕ ΥΠΑΛΛΗΛΟΥΣ ΤΗΣ ΑΡΧΗΣ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ ΚΥΠΡΟΥ ΚΑΙ ΕΞΑΡΤΩΜΕΝΟΥΣ ΤΟΥΣ, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση Αρ. 168/2010, 24/2/2016 και αναφορά που εκεί γίνεται στην ΧʺΟικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 ΑΑΔ 949). Πέραν όμως τούτου, ενώ ο εναγόμενος προώθησε τη θέση ότι η ενάγουσα είναι ουσιαστικά ένα ανύπαρκτο πρόσωπο, την ίδια στιγμή, όχι μόνο εγείρει ανταπαίτηση εναντίον αυτού του κατά τα άλλα ανύπαρκτου κατ' εκείνον προσώπου και δη για να το υποχρεώσει με δικαστικό διάταγμα να ενεργήσει με συγκεκριμένο τρόπο ωσάν να και ήταν υπαρκτό πρόσωπο, αλλά προβάλλει και παράπονο ότι δεν του επετράπη να θέσει υποψηφιότητα και να εκλεγεί ως μέλος αυτού του ανύπαρκτου προσώπου. Πολύ περισσότερο όμως, μέσω της μαρτυρίας του ο εναγόμενος αποδίδει σε αυτό το δήθεν ανύπαρκτο πρόσωπο αμελείς πράξεις και παραλείψεις, οι οποίες μάλιστα ισχυρίζεται ότι του έχουν επιφέρει ζημιά για την οποία ο ίδιος θεωρεί ότι δικαιολογεί το συμψηφισμό στον οποίο προέβη με τα ποσά που το ανύπαρκτο πρόσωπο αξιώνει από εκείνον. Ταυτόχρονα όμως, ισχυρίζεται και ότι αυτά τα αξιούμενα ποσά είναι εσφαλμένα αλλά και ότι δεν νομιμοποιείται η ενάγουσα να τα αξιώνει από αυτόν. Είναι θεωρώ αχρείαστο να επεκταθώ περαιτέρω στο ότι αυτού του είδους η υπερασπιστική γραμμή δεν συνιστά την επιτρεπτή πρακτική προώθησης διαζευκτικών νομικών ισχυρισμών αλλά αντίθετα, συνιστά ανεπίτρεπτη προώθηση διαζευκτικών και δη αντιφατικών πραγματικών και νομικών ισχυρισμών, η οποία αναπόφευκτα συνεπάγεται καταλυτικές συνέπειες και στο αξιόπιστο της όλης εκδοχής του εναγόμενου. Την ίδια όμως αντιφατική και αλληλοσυγκρουόμενη εικόνα παρουσιάζει και η εκδοχή του εναγόμενου ως προς το καθεστώς των καταστημάτων του και των υποχρεώσεων του ως τέτοιος καταστηματάρχης να συνεισφέρει στα κοινόχρηστα έξοδα και δαπάνες. Από τη μια ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι τα καταστήματα του αποτελούν ανεξάρτητες και αυτοτελείς οικοδομές, ασύνδετες ουσιαστικά με την υπόλοιπη κοινόκτητη οικοδομή και τις υποχρεώσεις των άλλων κυρίων για συνεισφορά στα κοινόχρηστα, θέση για την οποία προσφέρθηκε και η τεχνικής φύσεως μαρτυρία του Ηλία. Την ίδια στιγμή όμως, άλλος κεντρικός άξονας της υπεράσπισης και ανταπαίτησης του εναγόμενου τον οποίο επίσης προώθησε, είναι ότι όλοι οι κύριοι της μονάδας, περιλαμβανομένου και του ιδίου ως καταστηματάρχη, δεσμεύονται από μία συμφωνία που έγινε το 1969 και η οποία συμφωνία κατά τον εναγόμενο, διέπει τα δικαιώματα και υποχρεώσεις όλων όσων βρίσκονται στην κοινόκτητη οικοδομή, περιλαμβανομένων και των καταστημάτων. Και όλα αυτά βέβαια, τη στιγμή που ο εναγόμενος προωθεί ταυτόχρονα και τη θέση ότι η διαχειριστική επιτροπή της κοινόκτητης οικοδομής, η ενάγουσα δηλαδή, υποχρεούταν να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις και τα δικαιώματα που ο ίδιος είχε ως ένας εκ των κυρίων της κοινόκτητης οικοδομής, εξ' ου και τα κατ' ισχυρισμό παράπονα που προβάλλει ο τελευταίος ότι έχει εναντίον της ενάγουσας καθώς επίσης και ο κατ' ισχυρισμό συμψηφισμός στον οποίο προέβη σε σχέση με έξοδα που ισχυρίζεται ότι αφορούσαν σε θέματα που όφειλε να αναλάβει η διαχειριστική επιτροπή και δεν το έκαμε. Ακόμη όμως και αυτή συμφωνία του 1969 την οποία επικαλείται ο εναγόμενος και την οποία θεωρεί ότι τους δεσμεύει όλους ως προς τις υποχρεώσεις τους, κάθε άλλο παρά υποστηρίζει τη θέση του περί εξαίρεσης του από τις κοινόχρηστες δαπάνες λόγω δήθεν αυτοτέλειας και ανεξαρτησίας των καταστημάτων του. Στο προοίμιο της η εν λόγω συμφωνία αναφέρει ότι αυτή έγινε «.επειδή οι πωλητές.έκαμαν ενιαίον οικοδομικόν σχέδιο δια την ανέγερσιν οικοδομικού συγκροτήματος εκ Πολυκατοικίας εκ 48 διαμερισμάτων και 19 καταστημάτων, ήτις Πολυκατοικία θα αποτελείται εξ ισογείου και οκτώ ορόφων.με σκοπό όπως διαθέσουν τα διαμερίσματα και καταστήματα κεχωρισμένως εις πλείονας του ενός αγοραστάς, χωρίς όμως αυτά να παύσουν να αποτελούν ομού εν ενιαίον οικοδομικόν σχέδιον.». Λαμβανομένου συνεπώς υπόψη ότι επίδικο θέμα στην παρούσα αγωγή δεν είναι ο τρόπος κατασκευής της πολυκατοικίας αλλά οι υποχρεώσεις των κυρίων των μονάδων, η προαναφερόμενη αναφορά στη συμφωνία του 1969, έστω και αν ήθελε θεωρηθεί ότι η εν λόγω συμφωνία υπερισχύει οποιασδήποτε άλλης απόφασης ως ισχυρίζεται ο εναγόμενος, καθιστά τον επί του προκειμένου ισχυρισμό του τελευταίου αλλά και το μεγαλύτερο μέρος της μαρτυρίας του Ηλία έκθετους σε απόρριψη. Έστω όμως και αν ήθελε διασκεδαστεί η θέση του εναγόμενου ότι η συμφωνία του 1969 υπερισχύει των πάντων, τα όσα η εν λόγω συμφωνία αναφέρει σε σχέση με κάποιες δαπάνες που δεν θα επωμίζονται οι καταστηματάρχες, καμία σχέση δεν έχουν με τα επίδικα γεγονότα της παρούσας αγωγής, αφού στην προκείμενη περίπτωση, οι δαπάνες στις οποίες αναφέρεται η συμφωνία του 1969 και για τις οποίες παραπονείται ο εναγόμενος ότι παράνομα διεκδικούνται από αυτόν, αυτές έπαυσαν να αξιώνονται μετά την καταχώρηση της Απάντησης. Οι εν λόγω δαπάνες υπενθυμίζω, ήτοι για τη συντήρηση του αποχετευτικού και της πολυκατοικίας (παρ. 6-8 Ε/Α), έγιναν μετά το 2009, όταν πλέον ο εναγόμενος δεν ήταν κύριος στην κοινόκτητη οικοδομή. Όλες συνεπώς οι θέσεις και παράπονα του εναγόμενου που είτε αφορούν σε δαπάνες επιπρόσθετες του σταθερού ποσού κοινοχρήστων, είτε σε δαπάνες που έγιναν μετά το 2009, είτε σε δαπάνες που ισχυρίζεται ότι αυτός κατέβαλε ή θα καταβάλει ως πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της θυγατέρας του που δεν είναι διάδικος, απορρίπτονται ως άσχετες με τα επίδικα γεγονότα. Σε κάθε περίπτωση όμως, ακόμη και γι' αυτές τις πληρωμές και δαπάνες που ισχυρίστηκε ο εναγόμενος ότι προέβη προσωπικά και τις οποίες έχει από μόνος του συμψηφίσει με τα επίδικα ποσά κοινοχρήστων, καμία σχετική απόδειξη πληρωμής ή παρόμοια βεβαίωση δεν έχει παρουσιάσει με τη μαρτυρία του. Η μόνη βεβαίωση που παρουσίασε ο εναγόμενος ως προς τις κατ' ισχυρισμό δαπάνες του, αφορά σε κάποια αλλαγή ντεποζίτου η οποία έγινε κατόπιν οδηγιών του τον Ιούνιο 2011 (Τεκ.6 Ε/Δ εναγόμενου 03/05/19) και η οποία βεβαίωση όμως, ούτε ποσό αναφέρει και ούτε αφορά στον επίδικο χρόνο αλλά σε πολύ μεταγενέστερη των επίδικων θεμάτων περίοδο και δη περίοδο που ο εναγόμενος δεν ήταν πλέον ο ιδιοκτήτης των επίμαχων καταστημάτων και ως τέτοια κρίνεται άσχετη. Το ίδιο άσχετη με τα επίδικα θέματα όμως κρίνεται και η επί του προκειμένου πτυχή της μαρτυρίας του Ηλία, αφού αυτή αφορά στις δαπάνες που ο μάρτυρας κρίνει ότι θα πρέπει να γίνουν σήμερα από την θυγατέρα του εναγόμενου η οποία δεν είναι διάδικος στην αγωγή. Με άλλα λόγια, ακόμη και απομονωμένα εξεταζόμενη, ούτε αυτή η πτυχή της εκδοχής του εναγόμενου βρίσκει οποιοδήποτε πραγματικό ή νομικό έρεισμα. Όλα τα πιο πάνω καταδεικνύουν ότι ο εναγόμενος ουσιαστικά φάσκει και αντιφάσκει επί όλων των θέσεων που έχει προωθήσει ως υπεράσπιση αλλά και ως ανταπαίτηση, ενώ την ίδια στιγμή, η μαρτυρία που ο ίδιος προσκόμισε προς απόδειξη των ισχυρισμών του, όχι μόνο δεν υποστηρίζει τις εν λόγω θέσεις του αλλά τουναντίον τις καταρρίπτει. Μάλιστα δε, τα τιμολόγια που έχει ο ίδιος παρουσιάσει ως Τεκ.4, καταδεικνύουν μια συνεχόμενη και επαναλαμβανόμενη παράλειψη του να καταβάλλει οποιαδήποτε κοινόχρηστα ως οφείλει, ακόμη και για την περίοδο 1987 - 1998 που ο ίδιος ισχυρίζεται ότι οι σχετικές χρεώσεις ήταν απόλυτα ορθές. Ενδεικτικά αναφέρω ότι σε ένα από τα τιμολόγια του 1998 (υπ. αρ. 10973), αναφέρεται ότι οι μέχρι τότε καθυστερήσεις του εναγόμενου ανέρχονταν σε 700ΛΚ περίπου και χρονολογούνταν τουλάχιστο από το 1990. Όπως έντονα αναφέρεται στο εν λόγω τιμολόγιο, η τότε διαχειριστική επιτροπή είχε δώσει στον εναγόμενο την «τελευταία ειδοποίηση» της για να εξοφλήσει όλες τις μέχρι τότε οφειλές του. Κοντολογίς στη βάση όλων των πιο πάνω, αντίθετα με τον εναγόμενο, η ενάγουσα έχει, μέσω της Χάρρις και της Ανδρέου, παρουσιάσει από την αρχή μια σταθερή, ξεκάθαρη και τεκμηριωμένη εκδοχή, η οποία κρίνεται στο σύνολο της αξιόπιστη και τη βάση της οποίας προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα. Στη βάση των ευρημάτων μου αυτών, κρίνω ότι κανένας λόγος δεν έχει καταδειχθεί από πλευράς εναγόμενου που να καθιστά άκυρη τη γενική συνέλευση της 17/06/03 ή τις επίμαχες αποφάσεις που λήφθηκαν εκεί ως προς τη συνεισφορά όλων στα κοινόχρηστα έξοδα και ούτε έχει καταδειχθεί οποιοσδήποτε λόγος γιατί οι εν λόγω αποφάσεις δεν πρέπει να είναι δεσμευτικές για όλους τους κυρίους περιλαμβανομένου και του εναγόμενου. Οι νομικοί ισχυρισμοί του εναγόμενου ότι η ενάγουσα δεν νομιμοποιείτο να συγκαλέσει τέτοια γενική συνέλευση διότι δεν είχε νομότυπα διοριστεί καθώς επίσης και ότι η απόφαση που λήφθηκε στη συνέλευση της 17/06/03 είναι άκυρη διότι δεν συνάδει με τη συμφωνία του 1969, κρίνονται, για όλους τους λόγους που έχω εξηγήσει ανωτέρω και ιδιαίτερα του τρόπου με τον οποίο προωθήθηκαν οι εν λόγω ισχυρισμοί, ανεδαφικοί και απορρίπτονται. Υπενθυμίζω στο σημείο αυτό ότι οι αποφάσεις που λαμβάνονται σε δεόντως συγκληθείσα γενική συνέλευση όπου υπάρχει απαρτία κυρίων, δεσμεύουν δια Νόμου κάθε κύριο μονάδας, περιλαμβανομένων και των απόντων κυρίων, κάτι που επίσης δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς εναγόμενου (βλ. αρ.38Λ Κεφ.224[2]). Ούτε όμως η απόφαση της 17/06/03 κρίνεται υπό τις περιστάσεις να παραβιάζει την απαγόρευση που επιβάλλει ο Κ.34 των Πρότυπων Κανονισμών για τη Ρύθμιση και Διαχείριση Κοινόκτητων Οικοδομών του Κεφ.224 ως προς την επιβολή «.σ' οποιοδήποτε κύριο υποχρέωση ή πληρωμές οποιουδήποτε είδους ή έκτασης που δεν προβλέπονται από το Νόμο ή τους Κανονισμούς αυτούς ή που μεταβάλλει τα δικαιώματα του.» χωρίς την προηγούμενη συγκατάθεση του, αφού, ανεξαρτήτως του ότι ο ίδιος ο εναγόμενος θεωρεί ότι ο εν λόγω κανονισμός δεν ισχύει για την υπό κρίση κοινόκτητη οικοδομή διότι κατ' εκείνον υπερισχύει η συμφωνία του 1969 η οποία δεν περιέχει τέτοια απαγόρευση, το σταθερό ποσό που καθορίστηκε στην συνέλευση της 17/06/03 συνάδει και με το ποσό που ήδη έπρεπε να καταβάλλουν ως τότε οι κύριοι αλλά και με το ποσό που ο ίδιος ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι έπρεπε να καταβάλλει από το 1987 και εντεύθεν. Πρόσθετα των πιο πάνω, ο εναγόμενος δεν αμφισβήτησε μέσω αντεξέτασης ή άλλως πώς τη θέση της Χάρρις και της Ανδρέου ότι τουλάχιστον από τις 17/06/03 και μετά, ο ίδιος, όπως και όλοι οι άλλοι κύριοι στην κοινόκτητη οικοδομή, ενημερώνονταν πλήρως από την ενάγουσα και κατά τακτά χρονικά διαστήματα για τα έσοδα και έξοδα της πολυκατοικίας καθώς και για το μερίδιο που τους αναλογεί ενώ την ίδια στιγμή, αυτός ουσιαστικά παραδέχεται ότι δεν έχει καταβάλει τα επίδικα ποσά μέχρι σήμερα διότι τα έχει ο ίδιος συμψηφίσει με τα ποσά που ισχυρίζεται ότι πλήρωσε προσωπικά για τους λόγους που ανέφερε. Για τον εν λόγω ισχυρισμό του δε, ο οποίος αν ίσχυε ίσως να του έδιδε το δικαίωμα να απαιτεί όπως πιστωθούν τα ποσά που κατέβαλε έναντι του μεριδίου που του αναλογεί στα κοινόχρηστα έξοδα της πολυκατοικίας ή όπως του επιστραφούν από την ενάγουσα διαχειριστική επιτροπή (βλ. Σωφρονίου Σωφρόνης ν. Διαχειριστικής Επιτροπής Πολυκατοικίας Αθαλάσσα Κωρτ την οποία αποτελούν οι: Γιώτα Κωνσταντινίδου, Αντώνης Στυλιανού και Παναγιώτα Σεραφείμ
(2002)1 ΑΑΔ 2094), καμία αξιόπιστη μαρτυρία παρουσίασε προς τεκμηρίωση του. Όσον αφορά τις ζημιές που ο εναγόμενος ισχυρίζεται ότι υπέστη λόγω αμέλειας της ενάγουσας, ακόμη και τέτοις ισχυρισμός ευσταθούσε, πέραν του ότι δεν θα τον απάλλασσε από την υποχρέωση του να συνεισφέρει αδιάκοπα στα κοινόχρηστα έξοδα, καμία σχετική ανταπαίτηση δεν έχει εγείρει ως προς το θέμα αυτό (βλ. Σοφρωνίου ανωτέρω όπου παρόμοιο θέμα εξετάστηκε αποκλειστικά στα πλαίσια ανταπαίτησης). Ενόψει όλων των πιο πάνω κρίνω ότι η ενάγουσα πέτυχε να αποδείξει στον απαιτούμενο βαθμό την υπόθεση της εναντίον του εναγόμενου σε αντίθεση με τον τελευταίο ο οποίος απέτυχε να αποδείξει την ανταπαίτηση του. Εκδίδεται συνεπώς απόφαση υπέρ της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου για το ποσό των €1740 με νόμιμο τόκο από 03/11/16 ενώ η ανταπαίτηση απορρίπτεται. Όσον αφορά τα έξοδα της υπόθεσης, ενόψει του ότι απαίτηση και ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, τα έξοδα τόσο της απαίτησης όσο και της ανταπαίτησης επιδικάζονται προς όφελος της ενάγουσας και εναντίον του εναγόμενου, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στην κλίμακα του επιδικασθέντος ποσού, περιορισμένα όμως σε ένα σετ εκεί όπου είναι κοινά για απαίτηση και ανταπαίτηση (βλ. Theomaria Estates Ltd ν. Samuel Mason και Άλλων,
(2005)1 Α.Α.Δ. 256). (Υπ.) ............ Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής Γραμματέας ΛΠ/ΛΞ Subject: Civil/Final Αναφορά: Κοινόχρηστα [1] 38ΙΑ.-
(1)Οι κύριοι όλων των μονάδων θα συμμετέχουν στις δαπάνες . με βάση το εμβαδό κάθε μονάδας. [2] 38Λ. Κάθε απόφαση των κυρίων των μονάδων που λαμβάνεται σύμφωνα με τους Κανονισμούς και καταχωρίζεται στο μητρώο αποφάσεων θα δεσμεύει κάθε κύριο μονάδας είτε ήταν κύριος μονάδας κατά το χρόνο λήψης της απόφασης είτε έγινε κύριος μονάδας μετά από αυτή. Κάθε κύριος μονάδας μπορεί να επιθεωρεί το μητρώο αποφάσεων σε εύλογο χρόνο. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.