← Κύπρος

A&E ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΤΕΧΝΟΧΗΜΙΚΗ ΛΤΔ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4200/12, 3/10/2019

A&E ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΤΕΧΝΟΧΗΜΙΚΗ ΛΤΔ ν. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ, Αρ. Αγωγής: 4200/12, 3/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A430 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Πασχαλίδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 4200/12 Μεταξύ: A&E ΣΤΥΛΙΑΝΟΥ ΤΕΧΝΟΧΗΜΙΚΗ ΛΤΔ Ενάγουσα και XXXXX ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ Εναγόμενη Ημερομηνία: 03 Οκτωβρίου 2019 ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για Ενάγοντες - Αιτητές: κα Κουπάρη για Κάκκουρα & Παναγίδη ΔΕΠΕ Για Εναγόμενη - Καθ' ου η Αίτηση: κος Κυριακίδης ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Με την παρούσα αίτηση, η οποία εδράζεται στις πρόνοιες των αρ. 14, 22-71 του Κεφ.6 και της Δ.42, οι ενάγοντες αιτητές ζητούν, στα πλαίσια εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε υπέρ τους και εναντίον της εναγόμενης στην πιο πάνω αγωγή στις 08/10/12 για το ποσό των €41.931 πλέον τόκους και έξοδα, την έκδοση διατάγματος πώλησης της πιο κάτω ακίνητης περιουσίας της τελευταίας: · 0/1XXX0 - ΛΕΥΚΩΣΙΑ/ΠΕΡΑ/ ΑΛΩΝΙΑ - «ΤΟΠΟΣ» · 0/1XXX7- ΛΕΥΚΩΣΙΑ/ΠΕΡΑ/ ΑΛΩΝΙΑ - «ΤΟΠΟΣ» Η αίτηση υποστηρίζεται από Ε/Δ του διευθυντή των εναγόντων η οποία αναφέρει ότι μετά που εκδόθηκε η απόφαση στην πιο πάνω αγωγή (Τεκ.Α), η εκτέλεση της οποίας δεν ανεστάλη, η εναγόμενη δεν κατέβαλε οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους της. Στα πλαίσια των μέτρων που λήφθηκαν προς εκτέλεση της απόφασης αφ' ενός εγγράφηκε το ΜΕΜΟ υπ' αρ. ΕΒ 417/13 επί όλης της ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης, περιλαμβανομένης και της ακίνητης περιουσίας στην οποία αφορά η παρούσα αίτηση (Τεκ. Γ) και αφ' ετέρου εκδόθηκε, στις 30/5/17, ένταλμα κατάσχεσης και πώλησης της κινητής περιουσίας της εναγόμενης, το οποίο όμως ένταλμα, σύμφωνα με τον ομνύοντα, επεστράφηκε ανεκτέλεστο. Προς επίρρωση του ισχυρισμού περί ανεκτέλεστου εντάλματος, επισυνάφθηκε στην Ε/Δ ως Τεκ. Β ειδοποίηση του αρμόδιου δικαστικού επιδότη προς τους δικηγόρους των εναγόντων ημερ. 19/10/

  1. Στη βάση αυτών των γεγονότων, ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι η εναγόμενη στερείται οποιασδήποτε κινητής περιουσίας και για το λόγο αυτό ζητά όπως πωληθούν τα υπό κρίση ακίνητα και το προϊόν πώλησης τους διατεθεί προς εξόφληση του εξ' αποφάσεως χρέους της τελευταίας. Στην αντίπερα όχθη η εναγόμενη καταχώρησε ένσταση στην αίτηση προβάλλοντας τέσσερις συνολικά λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί. Κύριοι λόγοι της ένστασης είναι ότι η αίτηση στερείται νομικού και πραγματικού υπόβαθρου, ότι δεν έχουν εξαντληθεί όλα τα προαπαιτούμενα μέτρα εκτέλεσης και συνεπώς η αίτηση είναι πρόωρη, ότι οι ενάγοντες είναι ένοχοι υπέρμετρης και αδικαιολόγητης καθυστέρησης και τέλος ότι τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει στην εναγόμενη καταστροφικές οικονομικές συνέπειες. Η Ε/Δ που υποστηρίζει την ένσταση ουσιαστικά υιοθετεί και επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης κάμνοντας ειδική αναφορά στην πάροδο του χρόνου που παρήλθε από την έκδοση της απόφασης καθώς επίσης και στο ότι τα υπό κρίση ακίνητα είναι τα μόνα που θα μπορούσαν να αποδώσουν στην εναγόμενη κάποιο οικονομικό όφελος και συνεπώς θα ήταν άδικο να πουληθούν ως ζητούν οι αιτητές. Στην Ε/Δ της εναγόμενης δεν επισυνάπτεται οποιοδήποτε τεκμήριο. Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη με την κατάθεση εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων από αμφότερους τους ευπαίδευτους συνηγόρους αναφορά στις οποίες κάμνω πιο κάτω όπου κρίνεται αναγκαίο. Εξέτασα με προσοχή τα όσα τέθηκαν ενώπιον μου. Παρατηρώ τα εξής: Η αίτηση αφορά σε αίτημα για πώληση ακίνητης περιουσίας της εναγόμενης στα πλαίσια εκτέλεσης της απόφασης που εκδόθηκε εναντίον της και υπέρ των εναγόντων στην πιο πάνω αγωγή στις 8/10/
  2. Η εξουσία για έγκριση του αιτούμενου μέτρου προκύπτει κυρίως από τα αρ. 22-28, 31 και 33 του Μέρους V του Κεφ.6 και τη Δ.42 Θ.1-
  3. Ένεκα της δραστικότητας του υπό κρίση μέτρου, η νομολογία έχει υιοθετήσει αυστηρή προσέγγιση στην ικανοποίηση του. Άλλωστε, όπως και η ίδια η νομοθεσία επιβάλλει, «κανένα ένταλμα εκτέλεσης με πώληση ακίνητης ιδιοκτησίας δεν θα εκδίδεται παρά μόνο με τη συναίνεση του εκ δικαστικής αποφάσεως οφειλέτη χρέους, εκτός αν ένταλμα πώλησης της κινητής ιδιοκτησίας του οφειλέτη χρέους... επεστράφηκε στο Δικαστήριο ανεκτέλεστο ή εκτός αν φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία» (βλ. αρ. 22 Κεφ.6). Το ακόλουθο απόσπασμα από την Αρέστη v. Ερμογένους (Κοκόνα)

(2010)1 Α.Α.Δ. 1844 είναι άκρως διαφωτιστικό ως προς την επιτακτική ανάγκη ικανοποίησης και όλων των προϋποθέσεων που επιβάλλει η Δ.42: «Η ευπαίδευτη πρωτόδικος δικαστής, η οποία απέρριψε την αίτηση του εφεσείοντα, έκαμε αναφορά στη Δ.42 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και παρατήρησε ότι στην αίτηση δεν είχε επισυναφθεί ούτε επίσημο αντίγραφο της απόφασης, ούτε και πιστοποιητικό του Κτηματολογίου που να δείχνει ότι η περιουσία που επρόκειτο να πωληθεί ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη, δηλαδή της εφεσίβλητης. Επιπρόσθετα, παρατήρησε το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι στην αίτηση δεν αναφερόταν και η έκταση της περιουσίας που επρόκειτο να πωληθεί. Έκρινε, συναφώς, το πρωτόδικο δικαστήριο, ότι από το λεκτικό της Δ.42, θ.1 προέκυπτε ότι οι πρόνοιες της είναι επιτακτικές, λαμβανομένης υπόψη της λέξης «shall» στη Δ.42, θ.1, η οποία ερμηνεύτηκε από τη νομολογία ως επιτακτική. Στη Δ.42, θ.1 πράγματι αναγράφεται ότι σε κάθε αίτηση, σύμφωνα με το Μέρος 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, για την πώληση ακίνητης περιουσίας θα αναφέρεται η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί, ο αριθμός εγγραφής της, η τοποθεσία, το είδος της περιουσίας και η έκτασή της. Θα υπάρχουν επίσης, συνημμένα στην αίτηση, ένα επίσημο αντίγραφο της απόφασης ή του διατάγματος που θα εκτελεστούν καθώς και πιστοποιητικά του Κτηματολογικού Γραφείου που να δείχνουν ότι η περιουσία που πρόκειται να πωληθεί είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη. Δεν αμφισβητείται, στην παρούσα υπόθεση, ότι στην αίτηση του εφεσείοντα δεν επισυνάπτονταν ούτε αντίγραφα της απόφασης ή του διατάγματος τα οποία θα εκτελούνταν, ούτε και πιστοποιητικά του Κτηματολογίου δεικνύοντα ότι η περιουσία ήταν εγγεγραμμένη στο όνομα του χρεώστη, κατά τον ουσιώδη χρόνο. Στην πραγματικότητα εκτός από τον αριθμό εγγραφής, το χωριό στο οποίο βρίσκεται η περιουσία και την περιγραφή της ως διατηρητέας κατοικίας δεν αναφέρεται οτιδήποτε άλλο σε σχέση με την περιγραφή του ακινήτου, όπως π.χ. η έκτασή της. .... Μελετήσαμε με προσοχή όλα τα ενώπιόν μας στοιχεία και καταλήξαμε στο συμπέρασμα ότι τα ζητήματα για τα οποία το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε την αίτηση, ήταν επίδικα θέματα και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η εφεσίβλητη παραδεχόταν τους σχετικούς ισχυρισμούς του εφεσείοντα. Συγκεκριμένα στην ένσταση της η εφεσίβλητη ήγειρε ρητά το ζήτημα της μη πλήρωσης των νομικών προϋποθέσεων για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων ενώ στην ένορκη δήλωσή της, που συνοδεύει την ένσταση, γίνεται ρητός και πάλι ισχυρισμός ότι η αίτηση είναι ελλιπής, ότι δεν στηρίζεται στην ορθή νομική βάση και ότι δεν πληρούνται οι νομικές προϋποθέσεις για την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων.» (έμφαση δική μου) Όπως και στην Αρέστη, έτσι και στην παρούσα υπόθεση, η εναγόμενη εγείρει ρητά στην ένσταση που καταχώρησε το ζήτημα της μη πλήρωσης των σχετικών εφαρμοστέων νομικών προϋποθέσεων. Τούτο συνεπάγεται ότι η πλευρά των εναγόντων θα πρέπει κατ' αρχή να αποδείξει, ως επιτακτική δικαιοδοτική προϋπόθεση για επιτυχία της αίτησης της, ότι «.ένταλμα πώλησης της κινητής ιδιοκτησίας του οφειλέτη χρέους... επεστράφηκε στο Δικαστήριο ανεκτέλεστο ή (ότι) φαίνεται ότι ο οφειλέτης χρέους δεν έχει πράγματι στην κατοχή του κινητή ιδιοκτησία». Η απόδειξη των εν λόγω στοιχείων βέβαια, βαρύνει αποκλειστικά τους αιτητές, είτε η εναγόμενη καταχωρούσε ένσταση είτε όχι. Το βάρος απόδειξης των πιο πάνω επιτακτικών νομοθετικών προϋποθέσεων οι ενάγοντες αιτητές επιχείρησαν να το αποσείσουν παρουσιάζοντας το Τεκ.Β, ήτοι την ειδοποίηση που τους απέστειλε στις 19/10/17 ο δικαστικός επιδότης που ανέλαβε να εκτελέσει το ένταλμα κινητών που εξέδωσαν εναντίον της εναγόμενης. Ισχυρίστηκαν ότι με βάση αυτή την ειδοποίηση προκύπτει ότι όντως το ένταλμα κινητών που εξέδωσαν με αρ. 822/17 εναντίον της εναγόμενης επεστράφη ανεκτέλεστο ως επιβάλλει η νομοθεσία. Διεξήλθα του Τεκ.Β καθώς και του φακέλου της υπόθεσης γενικότερα και επί αυτής της θέσης των αιτητών παρατηρώ τα εξής: Από απλή ανάγνωση της ειδοποίησης του δικαστικού επιδότη που παρουσίασαν οι αιτητές ως Τεκ.Β, δεν προκύπτει ότι το ένταλμα κατάσχεσης κινητής περιουσίας στο οποίο αφορά επεστράφη ποτέ ανεκτέλεστο αφού σύμφωνα με τον δικαστικό επιδότη, η εκτέλεση δεν μπορούσε τότε να γίνει διότι δεν κατέστη δυνατό να εντοπιστεί κινητή περιουσία της εναγόμενης στη διεύθυνση με την οποία τον εφοδίασαν οι ενάγοντες. Ως εκ τούτου, ο επιδότης ζήτησε από τους αιτητές να του υποδείξουν εντός 15 ημερών, άλλη κινητή περιουσία και νέα διεύθυνση της εναγόμενης όπου θα μπορούσε να εκτελεστεί το ένταλμα με την επισήμανση ότι: «.διαφορετικά το ένταλμα θα επιστραφεί ανεκτέλεστο». Καμία άλλη επισήμανση επί του εντάλματος δεν έχει καταγραφεί από τον επιδότη προς το κατά πόσο τελικά αυτό όντως επεστράφη ανεκτέλεστο μετά την πάροδο των 15 ημερών ούτε και οποιαδήποτε τέτοια βεβαίωση ή πιστοποίηση έχει παρουσιαστεί από πλευράς αιτητών ή βρίσκεται στο φάκελο της υπόθεσης. Αντιθέτως οι αιτητές περιορίστηκαν να βασιστούν στην επισήμανση του επιδότη ότι «θα επέστρεφε» το ένταλμα ανεκτέλεστο αν δεν του έδιναν άλλα στοιχεία, επισήμανση όμως η οποία ουδόλως ικανοποιεί την προϋπόθεση του Κεφ.6. Πρόσθετα όμως τούτου, καμία άλλη μαρτυρία έχουν προσκομίσει οι αιτητές ως προς την ανυπαρξία κινητής περιουσίας της εναγόμενης, ενώ λαμβανομένου υπόψη ότι ενώ σύμφωνα με το πιστοποιητικό του κτηματολογίου που οι ίδιοι παρουσίασαν, φαίνεται ότι η εναγόμενη έχει συμφέρον και σε δύο ισόγειες κατοικίες στην περιοχή «Λευκωσία, Έξω Μετόχι, Μέσα στο χωριό», οι εν λόγω κατοικίες δεν φαίνεται να «ελέγχθηκαν» από τον επιδότη ως προς το κατά πόσο μπορούσε να βρεθεί εκεί κινητή περιουσία της εναγόμενης για σκοπούς εκτέλεσης. Κοντολογίς, οι αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν ότι πληρούν τις επιτακτικές προϋποθέσεις του Κεφ.6 ώστε να δικαιούνται στην έκδοση του αιτούμενου εντάλματος. Η πιο πάνω αποτυχία των αιτητών, η οποία άπτεται δικαιοδοτικού θέματος που επιβάλλεται από το Νόμο, είναι αρκετή για να σφραγίσει την τύχη της αίτησης χωρίς να παρίσταται ανάγκη εξέτασης των όσων άλλων εγείρονται στην ένσταση. Στη βάση των πιο πάνω, η αίτηση απορρίπτεται με έξοδα υπέρ της εναγόμενης και εναντίον των αιτητών όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Υπ.) ............. Λ. Πασχαλίδης, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.