← Κύπρος

Κουρτελλάρη κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 273/19, 29/10/2019

Κουρτελλάρη κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 273/19, 29/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A482 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Αρ. Αίτησης-Έφεσης: 273/19 Επί τοις αφορώσιν τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 όπως τροποποιήθηκε και Νόμοι 142(Ι)/2014 και 87(Ι)/2018 και Επί τοις αφορώσιν την Αίτηση τους:

  1. XXXXX Π. Κουρτελλάρη
  2. KOURTELLARIS ESTATES LIMITED
  3. KOURTELLARIS TRADE AND TOURS LIMITED Εφεσειόντων/Αιτητών και Τράπεζας Κύπρου Δημόσιας Εταιρείας Λτδ Εφεσίβλητης/Καθ΄ ης η Αίτηση Ημερομηνία: 29 Οκτωβρίου 2019 Αίτηση Ημερομηνίας: 01.07.2019 Εμφανίσεις: Για Εφεσείοντες-Αιτητές: κα Ε. Πουλλά-Μακαρούνα, για ν΄ ακούσει απόφαση κ. Μ. Μούρος Για Εφεσίβλητη-Καθ΄ ης η αίτηση: κ. Χρ. Ιωσήφ για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ (Α) Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή ακυρώνεται η ισχύς της Ειδοποίησης και/ή απόφασης του Ενυπόθηκου Δανειστή (Καθ΄ ης η Αίτηση/Εφεσίβλητης) με την οποία αποφάσισε όπως προχωρήσει στην πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων του Αιτητή 1, αρ. εγγραφής 11/4X4, Φ.Σχ.30/14Ε/11, τεμ.4X9 και αρ. εγγραφής 11/4X5, Φ.Σχ.30/14Ε1/11, τεμ.4X0, Υποθήκες Υ3591/2007 και Υ10283/2009 του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας με τη διαδικασία του πλειστηριασμού, ως προβλέπεται στο Μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 όπως τροποποιήθηκε. (Β) Διάταγμα και/ή Απόφαση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου με την οποία να κηρύσσει τις πρόνοιες των άρθρων 37 & 44 Α-44ΙΖ όπως αυτές ενσωματώθηκαν στο Νόμο 9/1965 με το Ν.142(Ι)/2014αντισυνταγματικές, ότι παραβιάζουν τα άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, τα Άρθρα 10-23, 73, 74, 75 του Περί Συμβάσεων Νόμου, τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο, τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο, καθώς και επίσης παραβιάζουν τα άρθρα 6, 13, 17 και 18 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης και των Συνθηκών του Μάαστριχτ και της Λισσαβώνας και των Ευρωπαϊκών Κοινοτικών Οδηγιών 84/450/ΕΟΚ, 85/577/ΕΟΚ, 87/102/ΕΟΚ, 87/103/ΕΟΚ, 90/88/ΕΟΚ, 93/13/ΕΟΚ, 97/7/ΕΚ, 97/489/ΕΚ, 98/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 1999/468/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ, 2004/39/ΕΚ, 2005/29/ΕΚ, 2006/48/ΕΚ, 2009/22/ΕΚ και 2008/48/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) 1896/2006 και 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και άλλες σχετικές με το θέμα οδηγίες και Κανονισμούς. Η Αίτηση βασίζεται στα άρθρα 29, 31 & 32 του Νόμου 14/60, στα Άρθρα 4, 5, 7, 9, 98 & 99 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ.9, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.48 ΚΙ, 2, 3, 4, 6, 7, 8, 9, Δ.48 Κ1-4, Δ.55, Δ.57 & Δ.64, στα Άρθρα 12Α, 16-19, 21-37, 44Α-44ΙΖ, 49-60 & 51 του Νόμου 9/1965, στα Άρθρα 1-11 του Νόμου 82(Ι)/2002, στα Άρθρα 10-23, 73, 74, 75 του Περί Συμβάσεων Νόμου, στα Άρθρα 80 & 81 του Κεφ.224, στα Άρθρα 23, 26, 28, 29 & 30 του Συντάγματος, στο άρθρο 6, 13, 17& 18 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και στο άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης, στις Συνθήκες του Μάαστριχτ και της Λισσαβώνας, στις Ευρωπαϊκές Κοινοτικές Οδηγίες 84/450/ΕΟΚ, 85/577/ΕΟΚ, 87/102/ΕΟΚ, 87/103/ΕΟΚ, 90/88/ΕΟΚ, 93/13/ΕΟΚ, 97/7/ΕΚ, 97/489/ΕΚ, 98/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 1999/468/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ, 2004/39/ΕΚ, 2005/29/ΕΚ, 2006/48/ΕΚ, 2008/48/ΕΚ και 2009/22/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) 1896/2006 και 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και άλλες σχετικές με το θέμα οδηγίες και Κανονισμούς, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στον Περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο, τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο, στις αρχές της επιείκειας, στην Ευρωπαϊκή και Κυπριακή Νομολογία, την Οδηγία σύμφωνα με το άρθρο 41 προς τα Πιστωτικά Ιδρύματα για τις διαδικασίες χορήγησης Νέων και Αναθεώρησης Υφιστάμενων Πιστωτικών Διευκολύνσεων και τον Κώδικα συμπεριφοράς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τον χειρισμό δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν Οικονομικές Δυσκολίες, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου. Οι λόγοι πάνω στους οποίους στηρίζεται η παρούσα Έφεση είναι οι ακόλουθοι: «1.Οι πρόνοιες των άρθρων 37 & 44Α-44ΙΖ όπως αυτές ενσωματώθηκαν στον Νόμο 9/1965 με τον Ν.142(Ι)/2014 είναι αντισυνταγματικές, παραβιάζουν τα άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, τα Άρθρα 10-23, 73, 74, 75 του Περί Συμβάσεων Νόμου, τον Περί Καταχρηστικών Ρητρών Νόμο, τον Περί Καταναλωτικής Πίστης Νόμο, καθώς και επίσης παραβιάζουν τα άρθρα 6, 13, 17 και 18 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και άρθρο 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Σύμβασης, των Συνθηκών του Μάαστριχτ και της Λισσαβώνας και των Ευρωπαϊκών Κοινοτικών Οδηγιών 84/450/ΕΟΚ, 85/577/ΕΟΚ, 87/102/ΕΟΚ, 87/103/ΕΟΚ, 90/88/ΕΟΚ, 93/13/ΕΟΚ, 97/7/ΕΚ, 97/489/ΕΚ, 98/7/ΕΚ, 98/27/ΕΚ, 1999/468/ΕΚ, 2002/65/ΕΚ, 2004/39/ΕΚ, 2005/29/ΕΚ, 2006/48/ΕΚ, 2009/22/ΕΚ και 2008/48/ΕΚ και των Κανονισμών (ΕΚ) 1896/2006 και 2006/2004 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και άλλες σχετικές με το θέμα οδηγίες και Κανονισμούς καθώς και την Οδηγία σύμφωνα με το άρθρο 41 προς τα Πιστωτικά Ιδρύματα για τις διαδικασίες χορήγησης Νέων και Αναθεώρησης Υφιστάμενων Πιστωτικών Διευκολύνσεων και τον Κώδικα συμπεριφοράς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τον χειρισμό δανειοληπτών που αντιμετωπίζουν Οικονομικές Δυσκολίες. Η αντισυνταγματικότητα του Νόμου συνίσταται στα ακόλουθα: α. Με τον Νόμο ζητείται η έκδοση Απαγορευτικού Διατάγματος όχι μόνον η ύπαρξη αγωγής για εκδίκαση. Τούτο ισοδυναμεί με άρνηση απονομής δικαιοσύνης σύμφωνα με το άρθρο 30 του Συντάγματος. Το Μέρος VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου παραβιάζει επίσης τα άρθρα 6, 13, 17 και 18 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που αφορούν το δικαίωμα του Διαδίκου να προσφύγει στο Δικαστήριο. β. Το άρθρο 44Γ

(3)του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου έρχεται σε αντίθεση με τα άρθρα 23 και 26 τον Συντάγματος Ο ενυπόθηκος δανειστής ενήργησε κατά παράβαση των αρχών που προστατεύονται από τα εν λόγω άρθρα. Αν ο πλειστηριασμός λάβει χώρα τότε τα θέματα που εγείρουν οι Αιτητές στις αγωγές του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας 3116/15, 398/2017, 493/17 και 449/17 θα είναι ανέφικτο να εξετασθούν. γ. Το ΜΕΡΟΣ VIA του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965 παραβιάζει τις πρόνοιες του άρθρου 28 του Συντάγματος. Επιπρόσθετα και/ή Διαζευκτικά με τους ανωτέρω ισχυρισμούς οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι: 2. Οι πρόνοιες των άρθρων 44Β
(3)και 44Γ του Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου όπως τροποποιήθηκε με τους Ν.142(Γ)/2104 και Ν.87(Ί)/2018 έρχονται σε αντίθεση μεταξύ τoυς. Από την στιγμή που υφίσταται η γενική πρόνοια άρθρου 44Β
(3), δεν μπορεί το άρθρο 44Γ να περιορίζει τους λόγους δια τους οποίους να δύναται ο ενυπόθηκος οφειλέτης να εφεσιβάλει την απόφαση του ενυπόθηκου δανειστή. Στην παρούσα περίπτωση, που ήδη υφίσταται η αγωγή με αρ.3116/15 του Ε.Δ. Λευκωσίας που καταχωρήθηκε από τους Αιτητές και οι αγωγές 398/2017 493/17 και 449/17 του Ε.Δ. Λευκωσίας, που καταχωρήθηκαν από τους Καθ΄ ων η αίτηση, οιαδήποτε νέα έγερση νομικών μέτρων θεωρείται κατάχρηση.
  1. Οι εφεσιβαλλόμενες Ειδοποιήσεις αποτελούν κατάχρηση των διαδικασιών καθότι εναντίον των Καθ' ων η Αίτηση καταχωρήθηκε η αγωγή 3116/2015 πριν την τροποποίηση του Νόμου 87(Τ)/2018 με την οποία ζητούνται μεταξύ άλλων διατάγματα ακύρωσης των συμφωνιών δανείου, των εγγυήσεων και των υποθηκών με αριθμό Υ3591/07 και Υ10283/09, ισχυριζόμενοι ότι τα υπόλοιπα των δανείων δεν είναι εκκαθαρισμένα, περιέχουν παράνομες χρεώσεις, υπερχρεώσεις, παράνομη επιβολή επιτοκίου, υπολογισμό του τόκου με διαιρέτη τις 360 ημέρες και όχι τις 365 και 366, δόλο, απάτη και ψευδείς παραστάσεις, αθέμιτη επιρροή, παράβαση επαγγελματικού καθήκοντος, σύγκρουση συμφερόντων εκ μέρους της Καθ' ής η Αίτηση και/ή των υπαλλήλων και/ή εργοδοτουμένων και/ή αντιπροσώπων και/ή εκπροσώπων τους προς τους Ενάγοντες και παρανομία κατά την σύναψη ενός εκ των δανείων.
  2. Τοιουτοτρόπως δεν μπορούν να εφαρμοστούν οι πρόνοιες του Νόμου 87(Γ)/2018, οι οποίοι τροποποίησαν τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/
  3. Οι εφεσιβαλλόμενες Ειδοποιήσεις έρχονται σε αντίθεση με τους Νόμους, Συμβάσεις, Οδηγίες και Νομολογία που προαναφέρονται.
  4. O ενυπόθηκος δανειστής αυθαίρετα και παράνομα προέβη σε αύξηση του επιτοκίου του δανείου ούτως ώστε πλασματικά να φαίνεται ότι οι Αιτητές είχαν καθυστερημένα ποσά με αποτέλεσμα το υπόλοιπο του χρέους των Αιτητών να μην ανταποκρίνεται στα συμφωνηθέντα.
  5. Ο ενυπόθηκος δανειστής αρνείται να εφαρμόσει την απόφαση ημερομηνίας 12/10/2017 του Αναπληρωτή Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή με την οποία αποφάσισε ότι οι όροι της σύμβασης του στεγαστικού δανείου του Αιτητή 1 μετά της Καθ' ής η Αίτηση παραβιάζουν τις διατάξεις του Περί Καταχρηστικών Ρητρών σε Καταναλωτικές Συμβάσεις Νόμου του
  6. Το πραγματικά οφειλόμενο χρέος δεν έχει καταστεί απαιτητό και/ή δεν υπάρχει υπερημερία.
  7. Οι δοθείσες Ειδοποιήσεις δεν πληρούν τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις και δεν έχουν δεόντως επιδοθεί σε όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα.
  8. Καμία αναλυτική κατάσταση λογαριασμού δεν έχει δοθεί από τον ενυπόθηκο δανειστή είτε με τις εφεσιβαλλόμενες Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» «ΙΒ», είτε με τις Ειδοποιήσεις Τύπου «I» και «Θ» όπου να φαίνονται αναλυτικά οι χρεώσεις που έχουν γίνει, οι ημερομηνίες τυχόν αλλαγής επιτοκίου, τυχόν χρεώσεις τόκου υπερημερίας και άλλων χρεώσεων.
  9. Ο Ενυπόθηκος Δανειστής δεν τήρησε την Οδηγία δυνάμει του άρθρου 41 (Κ.Δ.Π. 74/2016) καθώς και τον Κώδικα Συμπεριφοράς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου.» Επιπρόσθετα και/ή διαζευκτικά σε περίπτωση που δεν γίνουν αποδεκτοί οι πιο πάνω λόγοι οι Εφεσείοντες ισχυρίζονται ότι οι Αιτητές δικαιούνται σε έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμουֺ και ο Αιτητής 1 δικαιούται σε προστατευτικό διάταγμα υπέρ του δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου. Οι Καθ΄ ων η Αίτηση καταχώρισαν Ένσταση η οποία βασίζεται στον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμο 9/65, ως έχει τροποποιηθεί και ειδικότερα στα άρθρα 27, 44 Α - 44ΙΑΑ και τα παραρτήματα αυτού, στους Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Κανονισμούς, ΚΔΠ 185/2015, στα άρθρα 21, 29, 31 και 32 του Νόμου 14/1960, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.32, Δ.39, Δ.48, Δ.64, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο, Κεφ. 224, στους Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Κανονισμούς του 1956, στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στα Άρθρα 10-75 του περί Συμβάσεων Νόμου, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στο Ευρωπαϊκό Δίκαιο και Ευρωπαϊκό κεκτημένο, στον Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στους γενικούς κανόνες επιεικείας και στην πρακτική και τις σύμφυτες εξουσίες του Σεβαστού Δικαστηρίου. Στην Ένσταση τους προβάλλουν τους πιο κάτω λόγους για απόρριψη της Αίτησης - Έφεσης: Δεν συντρέχουν οι λόγοι ακύρωσης της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» που προβλέπει το νομοθετικό πλαίσιο εξαντλητικά. Η καταχώριση Αίτησης - Έφεσης δεν αποτελεί το ορθό δικονομικό διάβημα αμφισβήτησης του τόκου και/ ή του επιτοκίου και/ή αμφισβήτησης του ύψους του οφειλόμενου ποσού. Η αμφισβήτηση του περιεχομένου και/ή της Ειδοποίησης Τύπου «Ι» δεν συμπεριλαμβάνεται μέσα στους λόγους για τους οποίους είναι δυνατή η ακύρωση της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ». Tο ποσό που αναγράφεται στις Ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» και «ΙΑ» είναι το ορθό ποσό του ενυπόθηκου χρέους. Η απόφαση του αναπληρωτή Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή, ημερομηνίας 12.10.2017, δεν είναι δεσμευτική για το Δικαστήριο. Οι εφεσιβαλλόμενες Ειδοποιήσεις πληρούν τις τυπικές προϋποθέσεις του Νόμου και έχουν δεόντως επιδοθεί προς τους Αιτητές και προς όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα. Η διαδικασία του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 ακολουθείται από τους Καθ' ων η Αίτηση ορθά και νομότυπα, σε πλήρη συμμόρφωση με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας όσον αφορά τις εκτιμήσεις των ακινήτων που διενεργήθηκαν βάσει του Άρθρου 44Δ του Νόμου 9/
  10. Η ύπαρξη παράλληλων Αγωγών δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της διαδικασίας πλειστηριασμού, καθώς ο Νόμος ρητά επιτρέπει την προώθηση των διαδικασιών που προνοεί το Μέρος VIA του Ν. 9/1965 ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή μη πολιτικής αγωγής. Δεν προκύπτει παραβίαση της Οδηγίας της Κεντρικής και του Κώδικα Συμπεριφοράς των Τραπεζών. Η κατ' ισχυρισμό παραβίαση της Οδηγίας της Κεντρικής και του Κώδικα Συμπεριφοράς των Τραπεζών δεν αποτελεί λόγο ακύρωσης της διαδικασίας πλειστηριασμού. Οι Αιτητές έχουν καταστεί υπερήμεροι από το 2016 και έχουν καταχωριστεί εναντίον τους οι αγωγές 398/2017, 493/2017 και 449/2017 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Οι ισχυρισμοί περί αντισυνταγματικότητας των άρθρων του Νόμου 9/1965 και παραβίασης του Ευρωπαϊκού Δικαίου δεν επεξηγούνται και/ή δικογραφούνται επαρκώς και/ή οι εν λόγω ισχυρισμοί που προωθούνται είναι άσχετοι με τις Συνταγματικές ή άλλες πρόνοιες τις οποίες προσβάλλουν. Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει ότι η εξέταση της Συνταγματικότητας του Νόμου 9/1965 είναι αναγκαία για την εκδίκαση της υπό κρίση Αίτησης -Έφεσης. Εν πάση περιπτώσει δεν υπήρξε παραβίαση των Συνταγματικών δικαιωμάτων των Αιτητών τα οποία προστατεύονται από τα Άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος. Ο επίδικος Νόμος είναι πλήρως ευθυγραμμισμένος με το Ευρωπαϊκό Δίκαιο και συγκεκριμένα με τον Χάρτη των Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Καμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ των Άρθρων 44Β
(3)και 44Γ του Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί. Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση παρατίθενται στη συνημμένη ένορκη δήλωση του XXXXX Κουντούρη, υπαλλήλου της Τράπεζας. Ο ομνύοντας παραθέτει το ιστορικό της υπόθεσης, τα γεγονότα που οδήγησαν στον τερματισμό της συμφωνίας και στην επίδοση στους Αιτητές των Ειδοποιήσεων Τύπου «Ι», «ΙΑ» και «ΙΒ». Εισηγείται ότι η μοναδική θεραπεία την οποία δύναται να ζητούν οι Αιτητές μέσω Αίτησης - Έφεσης, είναι η έκδοση διατάγματος παραμερισμού της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», καθώς είναι η μόνη ειδοποίηση με βάση τον Νόμο 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, η οποία δύναται να εφεσιβληθεί. Ο Νόμος 87(Ι)/2018, ο οποίος δημοσιεύθηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 13.07.2018 και ο οποίος τροποποίησε το Νόμο 9/1965, προνοεί ρητά ότι οι πρόνοιες του θα εφαρμόζονται τόσο στις διαδικασίες πλειστηριασμών που θα ξεκινήσουν μετά την εφαρμογή του, τη 13.07.2018, όσο και στις υφιστάμενες διαδικασίες, ανεξαρτήτως του πότε αποστάλθηκαν οι σχετικές Ειδοποιήσεις, ως προνοεί το Μέρος VIA του Νόμου 9/
  1. Η αμφισβήτηση του ύψους των ποσών που οφείλονται δεν δύναται να διενεργείται μέσω Αίτησης - Έφεσης καθώς η παρούσα διαδικασία αφορά το ποσό που οφείλεται μέσω των Υποθηκών Υ3591/2007 και Υ10283/
  2. Συνεπώς οι Αιτητές ακολουθούν λανθασμένο δικονομικό διάβημα σε σχέση με το κατ' ισχυρισμό λανθασμένο και αυθαίρετο ύψος της οφειλής τους. Το νομοθετικό πλαίσιο του Ν. 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, είναι συγκεκριμένο και προβλέπει την προσβολή αποκλειστικά της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ», για συγκεκριμένους λόγους οι οποίοι παρατίθενται εξαντλητικά στο νόμο. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών ότι δεν μπορούν να ελέγξουν την ορθότητα του χρέους τους δεν ευσταθούν καθώς η Τράπεζα Κύπρου τούς έστελνε ανελλιπώς καταστάσεις λογαριασμού καθ' όλη την διάρκεια λειτουργίας των εν λόγω λογαριασμών, έως και τον τερματισμό αυτών. Τόνισε ότι η διαδικασία πλειστηριασμού, βάσει του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, βασίζεται στο ενυπόθηκο χρέος και όχι στις συμβάσεις παροχής πιστωτικών διευκολύνσεων, οι οποίες αποτελούν επίδικο ζήτημα στις αγωγές. Οι Αιτητές παραδέχονται μέσω των επιστολών τους, Τεκμήριο 7, στην Ένορκη Δήλωση Κουρτελλάρη ότι εκκρεμούν κάποια υπόλοιπα και ότι χρωστούν ποσά στους Καθ' ων η Αίτηση. Το μόνο θέμα που εκκρεμεί στις αγωγές που καταχωρήθηκαν είναι ο προσδιορισμός του οφειλόμενου ποσού και όχι κατά πόσο οφείλονται κάποια ποσά. Οι Αιτητές είχαν καταστεί υπερήμεροι για 120 μέρες προτού τούς επιδοθούν οι Ειδοποιήσεις «I» καθώς οι τερματικές επιστολές είχαν αποσταλεί από τον Νοέμβριο του 2016, όπως φαίνεται από το Τεκμήριο 1(δ) στην Ένορκη Δήλωση Κουρτελλάρη ανωτέρω. Ο ισχυρισμός περί μεγαλύτερης αξίας των ακινήτων έναντι του χρέους δεν επηρεάζει την παρούσα διαδικασία καθώς εάν κατόπιν εκδίκασης της Αγωγής αποδειχθούν οι κατ' ισχυρισμό υπερχρεώσεις και εάν το ποσό της υποθήκης υπερβαίνει το χρέος των Αιτητών, τυχόν επιτυχία στην Αγωγή τους δεν θα είναι κενή και άκαρπη καθώς θα τους επιστραφεί η διαφορά. Η απόφαση του Αναπληρωτή Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή, ημερομηνίας 12.10.2017, δεν έχει καμία νομική ισχύ και δεν δεσμεύει το Δικαστήριο, καθώς μόνο το Δικαστήριο το οποίο θα εκδικάσει τις σχετικές αγωγές έχει δικαιοδοσία να κηρύξει καταχρηστικές τις ρήτρες και τους όρους μιας συμφωνίας. Ο ομνύοντας απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» δεν έχει δεόντως επιδοθεί προς τους Αιτητές και προς όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα και παραπέμπει στα Τεκμήρια 1(α)-(ν) στην Ένορκη Δήλωση Κουρτελλάρη, τα οποία αποδεικνύουν, σύμφωνα με τον ίδιον, ότι η ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» έχει παραληφθεί και από τους τρεις Αιτητές. Επισυνάπτει επίσης τις επιδόσεις των Ειδοποιήσεων Τύπου «I», Τεκμήριο 4 και των Ειδοποιήσεων Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ», Τεκμήριο
  3. Σε σχέση με τη θέση που προβάλλεται στην Ένορκη Δήλωση Κουρτελλάρη, ότι η κατάσταση λογαριασμού, η οποία συνοδεύει τις Ειδοποιήσεις Τύπου «I», είναι λανθασμένη επειδή δεν περιλαμβάνονται σε αυτή λεπτομέρειες που να καταδεικνύουν τον τρόπο υπολογισμού του τόκου και των χρεώσεων, ισχυρίζεται ότι η πιο πάνω Ειδοποίηση δεν μπορεί να εφεσιβληθεί βάσει της τροποποίησης του Ν. 9/1965 που έλαβε χώρα τη 13.07.
  4. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Καθ' ων η αίτηση έχουν πλήρως συμμορφωθεί με τις διατάξεις του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 καθότι η επίδικη κατάσταση λογαριασμού αναγράφει ξεκάθαρα το ποσό υποθήκης που απαιτείται και τους τόκους. Ο ομνύοντας απορρίπτει και τον ισχυρισμό ότι η επίδικη Ειδοποίηση «ΙΑ» είναι λανθασμένη και ελλιπής ως προς το περιεχόμενο της. Είναι η θέση του ότι η επίδικη Ειδοποίηση είναι 'πλήρως συμμορφούμενη' με το πρότυπο που παρατίθεται στο παράρτημα του σχετικού Νόμου. Ανυπόστατη, σύμφωνα πάντα με τον ομνύοντα, είναι και η θέση ότι η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας λόγω της ύπαρξης των αγωγών 3116/2015, 398/2017, 493/2017 και 449/2017 του Ε.Δ. Λευκωσίας. Η Τράπεζα έχει κάθε δικαίωμα να προωθεί τις διαδικασίες πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου και δεν υπάρχει καμία απαγορευτική νομοθετική διάταξη που να την αποτρέπει. Οι Καθ' ων η Αίτηση είναι σε πλήρη συμμόρφωση με τον Κώδικα Συμπεριφοράς των Τραπεζών, καθώς έχουν προβεί σε όλα τα απαραίτητα διαβήματα τα οποία ορίζει ο Κώδικας αποστέλλοντας όλες τις σχετικές Ειδοποιήσεις και προειδοποιήσεις. Ο Κώδικας αναφέρεται σε αναδιάρθρωση των υποχρεώσεων όταν αυτό είναι εφικτό και όχι σε υποχρέωση αναδιάρθρωσης. Εν πάση περιπτώσει ως φαίνεται από την σελίδα 4 της Ένορκης Δήλωσης Κουρτελλάρη, οι Καθ΄ ων η Αίτηση όντως προχώρησαν σε πρόταση αναδιάρθρωσης η οποία δεν έγινε αποδεχτή από τους Αιτητές. Πέραν των πιο πάνω οι Αιτητές δεν διευκρινίζουν σε ποιες πράξεις ή παραλείψεις έχουν προβεί οι Καθ' ων η Αίτηση οι οποίες συνιστούν παράβαση του Κώδικα Συμπεριφοράς των Τραπεζών. Ο ομνύοντας απορρίπτει ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των Άρθρων 44Β
(3)και 44Γ του Νόμου 9/1965. Οι επίδικες εκτιμήσεις έγιναν βάσει του Άρθρου 44Δ του Νόμου 9/1965, γεγονός που δεν αμφισβητείται από τους Αιτητές. Ανεξαρτήτως δε της εκτιμημένης αξίας των ακινήτων και της επιφυλασσόμενης τιμής πώλησης στον πλειστηριασμό, οι Καθ΄ων η Αίτηση δικαιούνται να εισπράξουν έναντι του χρέους μόνο τα ποσά που εξασφαλίζονται από τις Υποθήκες, συν τους συσσωρευμένους τόκους. Οι Κανονισμοί που θεσπίστηκαν δυνάμει του Άρθρου 45 του Νόμου 9/1865, και συγκεκριμένα το άρθρο 4 αυτών, ορίζουν ότι μόλις καλυφθεί το ποσό του χρέους, ο δημοπράτης είναι υποχρεωμένος να σταματήσει τον πλειστηριασμό ανεξαρτήτως σε πόσες υποθήκες βασίστηκε η απαίτηση. Επομένως, δεν υφίσταται ο κίνδυνος που επικαλούνται οι Αιτητές ότι θα πουληθούν και τα δύο ακίνητα τους, ενώ υπάρχει πιθανότητα το χρέος να καλυφθεί μόνο με την πώληση του ενός. Τέλος, ο ομνύοντας απορρίπτει τη θέση ότι ο Νόμος 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, παραβιάζει τα άρθρα του Συντάγματος και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι η Τράπεζα, ήτοι οι Καθ΄ ων η αίτηση, παραχώρησαν στους Αιτητές πιστωτικές διευκολύνσεις, προς εξασφάλιση των οποίων εγγράφηκαν προς όφελος τους οι υποθήκες Υ3591/2007 και Υ10283/2009, Τεκμήρια 1 και 2 αντίστοιχα. Οι Αιτητές καθυστερούσαν την αποπληρωμή των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων και ως εκ τούτου η Τράπεζα τερμάτισε τις σχετικές συμφωνίες και ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό κατέστη απαιτητό. Η Τράπεζα προχώρησε τότε σε επίδοση στον Αιτητή των Ειδοποιήσεων Τύπου «I», ημερομηνίας 14/11/2018, συνοδευόμενων από την σχετική κατάσταση λογαριασμού, Τεκμήριο 1(στ) στην Ένορκη Δήλωση Κουρτελλάρη και ακολούθως τις Ειδοποιήσεις, Τύπου «ΙΑ» και «ΙΒ», ημερομηνίας 13/05/2019, Τεκμήριο 1(α) στην Ένορκη Δήλωση Κουρτελλάρη. Την 01/07/2019 καταχωρήθηκε η παρούσα Αίτηση - Έφεση. Οι Αιτητές δεν έχουν εξασφαλίσει εναντίον των Καθ΄ων η Αίτηση παρεμπίπτον διάταγμα σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου. Οι ισχυρισμοί των Αιτητών καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα θεμάτων, επικεντρώνονται όμως, κυρίως, στις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 και ως εκ τούτου θεώρησα σκόπιμο όπως παραθέσω τα συγκεκριμένα άρθρα για σκοπούς εύκολης αναφοράς: «ΜΕΡΟΣ VIA ΠΩΛΗΣΗ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟΥ ΑΚΙΝΗΤΟΥ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΥΠΟΘΗΚΟ ΔΑΝΕΙΣΤΗ Εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Μέρους σε υφιστάμενες και νέες συμβάσεις υποθήκης 44Α.-
(1)Οι διατάξεις του παρόντος Μέρους εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση σύμβασης υποθήκης, η οποία ενεγράφη στο κτηματικό μητρώο πριν από την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου ή η οποία εγγράφεται στο κτηματικό μητρώο μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του παρόντος Νόμου.
(2)Καμία διάταξη του Μέρους VI δεν απαγορεύει σε ενυπόθηκο δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους.
(3)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του Μέρους VI: .......................................................................................................................
(4)Καμία διάταξη του παρόντος Μέρους δεν αποκλείει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την έγερση πολιτικής αγωγής για την εξασφάλιση διατάγματος δικαστηρίου για πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. (4Α) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: Νοείται ότι, στην πιο πάνω αναφερόμενη περίπτωση, δεν επηρεάζεται το δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη ή άλλου ενδιαφερόμενου προσώπου να προσφύγει στο Επαρχιακό Δικαστήριο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους και εντός των χρονικών προθεσμιών που προβλέπονται σε αυτό. 142(I)/2014 87(I)/2018 Υπερημερία 44Β.-
(1)Σε περίπτωση υπερημερίας, κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 27, ως αποτέλεσμα της οποίας ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και η υπερημερία αφορά σε περίοδο όχι μικρότερη των εκατόν είκοσι
(120)ημερών από την ημερομηνία που αυτό καθίσταται πληρωτέο, δυνάμει των όρων της σύμβασης ή των διατάξεων του παρόντος Νόμου, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στη διαδικασία που προβλέπεται στο παρόν Μέρος, εκτός εάν με βάση τις διατάξεις οποιωνδήποτε άλλων νόμων ή Κανονισμών ή οδηγιών, η προώθηση της διαδικασίας αναγκαστικής πώλησης του ενυποθήκου ακινήτου εκ μέρους του ενυπόθηκου δανειστή, ανασταλεί.
(2)..................................................................................................................
(3)Εκτός εάν προβλέπεται διαφορετικά στο παρόν Μέρος, οι διατάξεις του παρόντος άρθρου δεν αποκλείουν τον ενυπόθηκο οφειλέτη ή οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο από του να ασκήσει το δικαίωμά του να προχωρήσει με ένδικα μέσα ενώπιον Επαρχιακού Δικαστηρίου με βάση οποιουσδήποτε άλλους εν ισχύι νόμους και Κανονισμούς αμφισβητώντας το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να κινεί τις διαδικασίες και να επιζητεί τις θεραπείες που προβλέπονται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους. 142(I)/2014 87(I)/2018 Επίδοση ειδοποιήσεων για τη σκοπούμενη πώληση 44Γ.-
(1)Τηρουμένων των διατάξεων του άρθρου 44Β, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να προχωρήσει στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του παρόντος Μέρους, αφού επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της Ειδοποίησης προς εξόφληση του οφειλόμενου ποσού: .......................................................................................................................
(2)Σε περίπτωση που ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της Ειδοποίησης που τού επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό˙ η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των τριάντα
(30)ημερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
(3)Ο ενυπόθηκος οφειλέτης καθώς και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο μέρος δύναται, εντός τριάντα
(30)ημερών από την ημερομηνία παραλαβής της Ειδοποίησης, σύμφωνα με το εδάφιο
(2)να καταχωρίσει έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για παραμερισμό της Ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους: (α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις˙ (β) η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί˙ (γ) η ειδοποίηση έχει αποσταλεί πριν τη λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή˙ (δ) έχει εκδοθεί παρεμπίπτον απαγορευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου˙ (ε) έχει εκδοθεί προστατευτικό διάταγμα υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη δυνάμει των διατάξεων του περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διατάγματα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμου˙ (στ) ο ενυπόθηκος οφειλέτης του οποίου η συμμετοχή εγκρίνεται στο σχέδιο "ΕΣΤΙΑ για αντιμετώπιση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και στήριξη ευάλωτων κοινωνικών ομάδων" ή σε οποιαδήποτε άλλο κυβερνητικό σχέδιο επιδότησης πιστωτικής διευκόλυνσης, νοουμένου ότι αυτός αποδέχεται και τηρεί τη συμφωνία και τις πιστωτικές του υποχρεώσεις όπως προκύπτουν από το εν λόγω σχέδιο». Το πρώτο θέμα που θα εξετάσω είναι την εισήγηση των Αιτητών ότι οι πρόνοιες του Νόμου 87(Γ)/2018, που τροποποίησαν τις πρόνοιες του Νόμου 9/1965, δεν εφαρμόζονται στην υπό κρίση υπόθεση καθότι εκκρεμούσε, πριν τη θέσπιση του πιο πάνω Νόμου, αριθμός αγωγών που αφορούσε τα επίδικα δάνεια. Οι πρόνοιες του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, έχουν αναδρομική ισχύ. Σχετική είναι η επιφύλαξη του άρθρου 44Α
(3)του τροποποιητικού Ν.87(Ι)/18, που έδωσε αναδρομική ισχύ σε αυτόν. Βοηθητική επί του θέματος είναι η απόφαση στην υπόθεση Marios Nicolaou Developers Ltd κ.ά., Πολ. Aίτηση 101/18, ημερομηνίας 14.8.18, στην οποία λέχθηκαν τα εξής: «Εν όψει της αναδρομικότητας του Νόμου 87(Ι)/2018 ο λόγος έφεσης που προνοείτο στο άρθρο 44(Γ)
(3)και αναφέρετο στην ύπαρξη εκκρεμούσας αγωγής δεν ισχύει στην περίπτωση των αιτητών εφόσον αντικαταστάθηκε με το λόγο για την ύπαρξη παρεμπίπτοντος διατάγματος στη βάση του άρθρου 32 του Νόμου 14/1960. Είναι νομολογιακά γνωστό ότι βασικό κριτήριο για την ερμηνεία ενός νομοθετήματος αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων. Εκεί όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς στις λέξεις θα πρέπει να δίδεται η γραμματική τους έννοια. Κεντρική επιδίωξη και στόχος του ερμηνευτικού έργου του Δικαστηρίου είναι η διακρίβωση της πρόθεσης του νομοθέτη που είναι και το μόνο ζητούμενο (βλ. Κωμοδρόμος ν. White Knight Holdings
(2010)1 A.Α.Δ. 1903).» Το Μέρος VIA του υπό κρίση Νόμου, ως ρητά προνοείται στο άρθρο 44Α
(1)εφαρμόζεται σε συμβάσεις υποθήκης. Στο Νόμο υπάρχει ρητή πρόνοια ότι τίποτε δεν εμποδίζει τον ενυπόθηκο δανειστή να προωθεί ταυτόχρονα και πολιτική αγωγή. Σύμφωνα με το εδάφιο 4 Α, όπως αυτό προστέθηκε με τον τροποποιητικό νόμο 87(Ι)/2018, αμέσως μετά το εδάφιο 4 του άρθρου 44 Α του Ν.9/1965: «(4Α) Ανεξαρτήτως οποιασδήποτε άλλης διάταξης του παρόντος Νόμου, η εξασφάλιση διατάγματος Δικαστηρίου για πώληση ενυπόθηκου ακινήτου ή η έναρξη διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου δυνάμει του εν λόγω διατάγματος, είτε πριν είτε μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, δεν επηρεάζει το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εφαρμογή της διαδικασίας πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Μέρους: ..». Σχετική επί του θέματος είναι η πρωτόδικη απόφαση Χατζηβασιλείου ν. Τράπεζα Αναπτύξεως Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Αίτηση-Έφεση 194/2018, ημερομηνίας 23.08.2018, όπου ο Δαυίδ Δ. αναφερόμενος στην πιο πάνω πρόνοια του νόμου είπε σχετικά τα πιο κάτω: «Με δεδομένη την ως άνω τροποποίηση, η θέση περί καταχρηστικής προώθησης της διαδικασίας που προβλέπεται στο μέρος VIA του Ν.9/1965 καθ' ον χρόνο εκκρεμεί η αγωγή υπ' αριθμό 2646/2014 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, στα πλαίσια της οποίας επιδιώκεται, μεταξύ άλλων και διάταγμα εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου, είναι αυτόδηλο ότι δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή. Ο ενυπόθηκος δανειστής, ως ο νόμος ρητά προβλέπει, έχει κάθε δικαίωμα να προχωρήσει ταυτόχρονα με την προώθηση της πολιτικής αγωγής και στη διαδικασία εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου στη βάση των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Για όση σημασία άλλωστε μπορεί τούτο να έχει μεσολαβούσης της τροποποίησης του σχετικού νόμου, δεν μπορεί παρά να σημειωθεί ότι ο Ν.9/1965, πολύ πριν από την ως άνω τροποποίηση του και την ενσωμάτωση σε αυτόν της ως άνω πρόνοιας, κατά τρόπο απόλυτο και κατηγορηματικό προέβλεπε ήδη πως καμία διάταξη του μέρους VIA του Ν.9/1965 δεν απαγορεύει στον ενυπόθηκο δανειστή να ακολουθήσει τη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου που προβλέπεται στις διατάξεις του μέρους VI του ως άνω νόμου, αλλά και αντίστροφα. Θα ήταν πραγματικά παράδοξο, να επιτρέπεται μεν, παράλληλα με την προώθηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο μέρος VIA του Ν.9/1965 η επιδίωξη πώλησης ενός ενυπόθηκου ακινήτου με τη δρομολόγηση πολιτικής αγωγής και την εξασφάλιση σχετικού διατάγματος δικαστηρίου προ τούτο, πλην όμως, η τυχόν έκδοση τελικά σχετικού διατάγματος εκποίησης του ενυπόθηκου ακινήτου στο πλαίσιο της πολιτικής αγωγής, να καθιστά αυτόματα καταχρηστική την προώθηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο μέρος VIA του Ν.9/1965». Ενόψει των πιο πάνω η εισήγηση που προβλήθηκε εκ μέρους των Αιτητών δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Οι Αιτητές εγείρουν ως λόγο ακύρωσης της διαδικασίας πλειστηριασμού το γεγονός ότι η ειδοποίηση Τύπου «Ι» είναι άκυρη λόγω μη επίδοσης της και του γεγονότος ότι η κατάσταση λογαριασμού που επισυνάπτεται δεν είναι η ενδεδειγμένη καθότι δεν περιλαμβάνει ικανοποιητικά στοιχεία σε σχέση με την οφειλή. Επισημαίνω ότι μετά την τροποποίηση του Νόμου 9/1965, από το Νόμο 87
(1)/2018, οι Ειδοποιήσεις Τύπου «Θ» και «Ι» δεν εφεσιβάλλονται. Η δυνατότητα που παρείχετο με βάση το άρθρο 44ΙΓ του Νόμου 9/1965, πριν αυτός τροποποιηθεί έχει πλέον καταργηθεί. Η μόνη ειδοποίηση που μπορεί να εφεσιβληθεί είναι αυτή του Τύπου «ΙΑ». Ενόψει τούτου το Δικαστήριο δεν κέκτηται εξουσία να εξετάσει την πιο πάνω εισήγηση. Οι Αιτητές ισχυρίζονται επίσης ότι υπάρχει αντίφαση μεταξύ των Άρθρων 44Β
(3)και 44Γ του Νόμου 9/1965. Θα συμφωνήσω με τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Καθ΄ ων η αίτηση ότι καμιά αντίφαση παρατηρείται. Το Άρθρο 44Β
(3)αναφέρεται στο δικαίωμα του ενυπόθηκου οφειλέτη να υπερασπιστεί τα δικαιώματα του μέσω άλλων νομικών μέσων, όπως για παράδειγμα μέσω αγωγής, ενώ το Άρθρο 44Γ αναφέρεται στου λόγους για τους οποίους μπορεί να παραμεριστεί η Ειδοποίηση «ΙΑ». Στο Άρθρο 44Γ διασαφηνίζεται ότι η καταχώριση Αίτησης - Έφεσης περιορίζεται και μπορεί να επιτύχει αποκλειστικά για τους έξι λόγους που αυτό προσδιορίζει. Το επόμενο θέμα που θα με απασχολήσει είναι η εισήγηση των Αιτητών ότι η πώληση των ενυπόθηκων κτημάτων δια δημοσίου πλειστηριασμού συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας εφόσον εκκρεμούν ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αριθμός αγωγών που έχουν ως αντικείμενο την επίδικη οφειλή. Η ύπαρξη παράλληλων αγωγών δεν αποτελεί κατά την κρίση μου λόγο ακύρωσης της διαδικασίας πλειστηριασμού, καθώς ο Νόμος ρητά επιτρέπει την προώθηση των διαδικασιών που προνοεί το Μέρος VIA του Ν. 9/1965, ανεξαρτήτως της ύπαρξης ή μη πολιτικής αγωγής. Η πιο πάνω θέση απορρίπτεται. Απορρίπτω επίσης τη θέση ότι το πραγματικά οφειλόμενο χρέος δεν έχει καταστεί απαιτητό και/ή δεν υπάρχει υπερημερία. Θα συμφωνήσω με τη θέση του ευπαιδεύτου συνηγόρου των Καθ΄ ων η Αίτηση ότι τα στοιχεία που παρουσίασαν οι ίδιο οι Αιτητές καταρρίπτουν την πιο πάνω θέση. Σε σχέση με τη θέση των Αιτητών ότι ο ενυπόθηκος δανειστής αυθαίρετα και παράνομα προέβη σε αύξηση του επιτοκίου του δανείου ούτως ώστε πλασματικά να φαίνεται ότι οι Αιτητές είχαν καθυστερημένα ποσά με αποτέλεσμα το υπόλοιπο του χρέους των Αιτητών να μην ανταποκρίνεται στα συμφωνηθέντα, επισημαίνω ότι η παρούσα διαδικασία δεν προσφέρεται για αμφισβήτηση του οφειλόμενου υπολοίπου και εξέτασης τυχόν υπερχρεώσεων. Υπενθυμίζω ότι με βάση τις πρόνοιες του Νόμου 9/1965, ως αυτές έχουν τροποποιηθεί, η Ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» μπορεί να παραμερισθεί μόνο για τους λόγους που καθορίζονται ρητά στις υποπαραγράφους (α) μέχρι (στ) του άρθρου 44Γ
(3). Για τον ίδιο λόγο δεν προσφέρεται η εξέταση των θέσεων που προβλήθηκαν από τους Αιτητές, στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης, ήτοι ότι ο ενυπόθηκος δανειστής αρνείται να εφαρμόσει την απόφαση, ημερομηνίας 12.10.2017, του Αναπληρωτή Διευθυντή Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή και δεν τήρησε την Οδηγία δυνάμει του άρθρου 41 (Κ.Δ.Π. 74/2016) καθώς και τον Κώδικα Συμπεριφοράς της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου. Σε σχέση με το τελευταίο λόγο θα συμφωνήσω με τον ευπαίδευτο συνήγορο των Καθ' ων η Αίτηση ότι αυτός προβάλλεται με τρόπο γενικό και αόριστο. Οι Αιτητές ισχυρίζονται περαιτέρω ότι οι δοθείσες Ειδοποιήσεις δεν πληρούν τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο προϋποθέσεις και δεν έχουν δεόντως επιδοθεί σε όλα τα επηρεαζόμενα πρόσωπα. Ως ανέφερα και επανειλημμένα πιο πάνω, το Δικαστήριο στα πλαίσια της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης νομιμοποιείται να εξετάσει μόνο την Ειδοποίηση Τύπου ΊΑ' και όχι οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση που έχει σταλεί στους ενυπόθηκους οφειλέτες. Εξέτασα την επίδικη ειδοποίηση Τύπου «ΙΑ» και ικανοποιούμαι ότι αυτή είναι σύμφωνα με το δείγμα που προνοείται στο Νόμο. Ικανοποιούμαι επίσης ότι η επίδοση έγινε με τον τρόπο που προβλέπεται στο άρθρο 44ΙΕ του Νόμου στους Αιτητές. Ένα άλλο θέμα που καλείται το Δικαστήριο να εξετάσει είναι αυτό της κατάστασης λογαριασμού. Είναι η θέση των Αιτητών ότι καμία αναλυτική κατάσταση λογαριασμού δεν έχει δοθεί από τον ενυπόθηκο δανειστή είτε με τις εφεσιβαλλόμενες Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» «ΙΒ», είτε με τις Ειδοποιήσεις Τύπου «I» και «Θ» όπου να φαίνονται αναλυτικά οι χρεώσεις που έχουν γίνει, οι ημερομηνίες τυχόν αλλαγής επιτοκίου, τυχόν χρεώσεις τόκου υπερημερίας και άλλων χρεώσεων. Στην υπό κρίση υπόθεση στις Ειδοποιήσεις «ΙΑ» που έχουν σταλεί στους Αιτητές καταγράφεται το ενυπόθηκο χρέος πλέον οι τόκοι και το ολικό οφειλόμενο ποσό. Είναι γεγονός ότι δεν επισυνάπτεται αναλυτική κατάσταση λογαριασμού με όλες τις χρεωπιστώσεις, από την ημερομηνία σύναψης της υποθήκης μέχρι την ημερομηνία που καταρτίσθηκε η ειδοποίηση, αυτό όμως δεν απαιτείται από το Νόμο. Κρίνω ότι ούτε η πιο πάνω εισήγηση μπορεί να γίνει δεκτή. Καταληκτικά αναφέρω ότι με βάση τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου συνάγεται ότι οι Καθ΄ ων η Αίτηση συμμορφώθηκαν με τις πρόνοιες του άρθρου 44 (Γ) και επέδωσαν στους Αιτητές τις Ειδοποιήσεις που προβλέπονται από το Νόμο. Η μόνη Ειδοποίηση που μπορεί να εφεσιβληθεί δυνάμει των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, είναι η Ειδοποίηση «Τύπου ΙΑ» για συγκεκριμένους λόγους οι οποίοι παρατίθενται εξαντλητικά στο άρθρο 44(Γ)
(3)του Νόμου, υποπαράγραφοι (α) μέχρι (στ), τους οποίους παραθέτω αμέσως πιο πάνω και ως εκ τούτου δεν κρίνω σκόπιμο να επαναλάβω. Εξέτασα τους πιο πάνω λόγους, (α) μέχρι (στ) σε συνδυασμό με τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον μου και καταλήγω ότι κανένας εξ αυτών ισχύει στη συγκεκριμένη περίπτωση. Το επόμενο θέμα που θα με απασχολήσει είναι αυτό της συνταγματικότητας του Νόμου. Αποτελεί εισήγηση των Αιτητών ότι ο Νόμος 9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, παραβιάζει τα Συνταγματικά Δικαιώματα τους, που διασφαλίζονται από τα Άρθρα 23, 26, 28 και 30 του Συντάγματος, καθώς και τα αντίστοιχα Άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Κατά την εξέταση των θεμάτων αντισυνταγματικότητας που εγείρονται έλαβα καθοδήγηση από τις γενικές νομολογιακές αρχές που διέπουν το θέμα, τις οποίες παραθέτω πολύ συνοπτικά πιο κάτω: To ζήτημα της αντισυνταγματικότητας κάποιου νόμου, συνιστά νομικό θέμα ιδιάζουσας σημασίας και σπουδαιότητας και ως τέτοιο δεν εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το Δικαστήριο αλλά θα πρέπει το ζήτημα να προσδιορίζεται επακριβώς με ειδική αναφορά στα άρθρα του Συντάγματος που κατ΄ ισχυρισμό παραβιάζει. Σχετικές επί του θέματος είναι η αποφάσεις Hunter v. Συμβουλίου Εγγραφής Κτηματομεσιτών
(2012)2 Α.Α.Δ. 731 και Αχιλλέως κ.ά. v. Πιττάρα κ.ά.
(2012)1(Β) Α.Α.Δ. 1590. Στην τελευταία αναφέρθηκαν σχετικά τα πιο κάτω: « . . Σε κάθε περίπτωση το θέμα της συνταγματικότητας νόμου πρέπει να προσδιορίζεται επακριβώς στα δικόγραφα και να εξετάζεται στο πλαίσιο των νομικών επιχειρημάτων που το στοιχειοθετούν ενώ η σκοπιμότητα της νομοθετικής ρύθμισης εκφεύγει του δικαστικού ελέγχου.» Οι αρχές που διέπουν τον δικαστικό έλεγχο της συνταγματικότητας των Νόμων έχουν τεθεί στην Board for Registration of Architects and Civil Engineers v. Kyriakides
(1966)3 C.L.R. 640 (απόφαση Ιωσηφίδη, Δ.). Τις παραθέτω: «
(1)Κάθε νόμος θεωρείται συνταγματικός εκτός αν αποφασισθεί το αντίθετο 'πέρα από κάθε λογική αμφιβολία'.
(2)Τα δικαστήρια ασχολούνται μόνο με τη συνταγματικότητα των νόμων και όχι με τα κίνητρα, την πολιτική ή τη σοφία τους ή τη συμφωνία τους με τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης ή τις θεμελιώδεις αρχές της διακυβέρνησης ή το πνεύμα του Συντάγματος.
(3)Αν είναι δυνατόν τα δικαστήρια θα ερμηνεύσουν το Νόμο έτσι ώστε να τον εντάξουν μέσα στα πλαίσια του Συντάγματος.
(4)Η δικαστική εξουσία δεν επεκτείνεται στην εξέταση αφηρημένων ζητημάτων, με άλλα λόγια τα δικαστήρια δεν αποφασίζουν επί ζητημάτων συνταγματικής φύσεως εκτός αν αυτό είναι απαραίτητο για την επίλυση της ενώπιον του Δικαστηρίου διαφοράς». (Βλ, επίσης, Κακουρής ν. Επάρχου Αμμοχώστου κ.ά.
(2004)1(Α) Α.Α.Δ. 8.) Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο υπήρξε στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβίαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος και των Άρθρων 6, 13, 17 και 18 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Όλα τα πιο πάνω άρθρα αφορούν το δικαίωμα του πολίτη να προσφύγει στο δικαστήριο και να διεκδικήσει τα νομικά του δικαιώματα. Το άρθρο 44Γ
(3)του Ν.9/65, ως έχει τροποποιηθεί από τον Ν.87(Ι)/18), παρέχει δικαίωμα στον ενυπόθηκο οφειλέτη και οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να καταχωρίσει έφεση για παραμερισμό της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ, εντός 30 ημερών από την παραλαβή αυτής. Η έφεση μπορεί να στηρίζεται στους λόγους που καθορίζονται στο συγκεκριμένο άρθρο. Σε αυτούς τους περιοριστικά αναφερόμενους λόγους δεν περιλαμβάνεται η εκκρεμοδικία αγωγής για την ειδοποίηση Τύπου «Ι», λόγος ο οποίος περιλαμβανόταν στο άρθρο 44Γ
(3)(δ) που ίσχυε πριν την τροποποίηση. Η πρόνοια αυτή έχει απαλειφθεί με τον τροποποιητικό Ν.87(Ι)/18και έχει αντικατασταθεί με την προσθήκη ως λόγου έφεσης την έκδοση παρεμπίπτοντος απαγορευτικού διατάγματος υπέρ του ενυπόθηκου οφειλέτη σύμφωνα με το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Ν.14/60. Αποτελεί εισήγηση των Αιτητών πως οι τροποποιητικές πρόνοιες για κατάργηση της εκκρεμοδικίας αγωγής ως λόγου Αίτησης-Έφεσης για παραμερισμό της Ειδοποίησης «ΙΑ» είναι αντισυνταγματικές καθότι παραβιάζουν το άρθρο 30.1 του Συντάγματος, υπό την έννοια πως στερούν πλέον το δικαίωμα στους Αιτητές να επιτύχουν στην Έφεση τους, στη βάση αυτού του συγκεκριμένου λόγου. Το άρθρο 30.1 του Συντάγματος προνοεί πως 'Εις ουδένα δύναται ν΄ απαγορευθεί η προσφυγή ενώπιον του δικαστηρίου εις ο δικαιούται να προσφύγει δυνάμει του Συντάγματος'. Το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο αλλά μπορεί να υπαχθεί σε περιορισμούς, οι οποίοι επιτρέπονται με τρόπο εξυπακουόμενο, αφού το συγκεκριμένο δικαίωμα, ως εκ της φύσης του, ζητά τη ρύθμιση του από το Κράτος. Οι περιορισμοί που δυνατόν να τεθούν στην άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος δεν πρέπει όμως να είναι τέτοιου βαθμού που η ουσία του δικαιώματος να καταστρέφεται. Η διασφάλιση του δικαιώματος του πολίτη να προσφύγει στο Δικαστήριο για επίλυση κάποιας αστικής διαφοράς δεν εμποδίζει τη Νομοθετική Εξουσία να προβλέψει κάποιου είδους ρύθμιση αυτού, νοουμένου βέβαια ότι η νομοθετική ρύθμιση δεν είναι αυθαίρετη ή παράλογη και δεν εξουδετερώνει το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο. (Βλέπετε σχετικά σύγγραμμα, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ν. Λοίζου). Καθοδηγητική επί του συγκεκριμένου θέματος είναι η απόφαση στην υπόθεση Fatsita v. Fatsita and Another
(1988)1 C.L.R. 210. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «The guarantee of the right of access to the Courts does not debar the legislature from providing for some sort of regulation of this right, provided that the regulatory provision is not arbitrary or unreasonable and does not labour as an infringement of the right of access to a Court.» Χρήσιμη καθοδήγηση προσφέρει και το απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Φοινικαρίδου v. Οδυσσέως
(2001)1(Γ) Α.Α.Δ. 1744: «Ανάλογες είναι και οι παρατηρήσεις στο βιβλίο των D.J.Harris, M.O'Boyle, C.Warbrick Law of the European Convention on Human Rights, στη σελίδα 199: «The right of access to a court is not an absolute one. Restrictions may be imposed since the right of access 'by its very nature calls for regulation by the state, regulation which may vary in time and place according to the needs and resources of the community and of 'individuals'. In imposing restrictions, the state is allowed a certain 'margin of appreciation'. However, as indicated in Ashingdane v. UK. any restriction must not be such that 'the very essence of the right is impaired'. In addition, it must have a 'legitimate aim' and comply with the principle of proportionality, ie there must be 'a reasonable relationship of proportionality between the means employed and the aim sought to be achieved'.» Με γνώμονα τις πιο πάνω νομικές αρχές, κρίνω ότι το άρθρο 44Γ
(3)(δ) του Ν9/1965, ως έχει τροποποιηθεί, δεν στερεί το δικαίωμα των Αιτητών να προσφύγουν στη δικαιοσύνη. Το γεγονός πως πριν την τροποποίηση του Νόμου η προϋπόθεση που ετίθετο ήταν η έγερση αγωγής ενώ τώρα απαιτείται η έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, δεν οδηγεί σε στέρηση του δικαιώματος της Αιτήτριας αλλά αντιθέτως συνεχίζεται η αναγνώριση τέτοιου δικαιώματος έστω και αν αυτό γίνεται υπό διαφορετικές προϋποθέσεις. Καταλήγω ότι το γεγονός ότι ο Νόμος έχει τροποποιηθεί αντικαθιστώντας την εκκρεμοδικία με την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος, η οποία αντικατάσταση φαίνεται να είναι το κύριο παράπονο των Αιτητών, δεν αποτελεί παραβίαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος και των αντίστοιχων Άρθρων της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Προστασίας των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου που θα αναφέρεται μετά απλώς ως Ευρωπαϊκή Σύμβαση, καθότι διατηρείται και με την τροποποίηση του Νόμου το δικαίωμα πρόσβαση στη δικαιοσύνη, είτε μέσω της υπό κρίση Αίτησης - Έφεσης είτε μέσω καταχώρισης Αίτησης στο πλαίσιο Αγωγής για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος. Οι Αιτητές εισηγούνται περαιτέρω ότι το άρθρο 44Γ
(3)του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου παραβιάζει τα άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος Ο ενυπόθηκος δανειστής ενήργησε κατά παράβαση των αρχών που προστατεύονται από τα εν λόγω άρθρα. Αν ο πλειστηριασμός λάβει χώρα τότε τα θέματα που εγείρουν οι Αιτητές στις αγωγές του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας 3116/15, 398/2017, 493/17 και 449/17 θα είναι ανέφικτο να εξετασθούν. Το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, που προστατεύεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος και αντιστοιχεί με τα άρθρα 17 και 18 της Ευρωπαικής Σύμβασης, περιλαμβάνει την επιλογή του αντισυμβαλλομένου στη προσχώρηση ή μη σε σύμβαση, τη διαμόρφωση του περιεχομένου της σύμβασης καθώς και την καταγγελία αυτής. Οι μόνοι όροι, περιορισμοί ή δεσμεύσεις που μπορούν να επιβληθούν είναι αυτοί που τίθενται από τις γενικές αρχές του δικαίου των συμβάσεων. Διαφωτιστική επί του θέματος είναι η απόφαση στην υπόθεση Πρόεδρος της Δημοκρατίας v. Βουλής των Αντιπροσώπων, Αναφορά 4/14, ημ. 31.10.14, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Στην προκείμενη περίπτωση θεωρούμε ότι, γενικά, το δικαίωμα του «συμβάλλεσθαι ελευθέρως» περικλείει και το δικαίωμα διαμόρφωσης του περιεχομένου της σύμβασης, κατά την ελεύθερη βούληση των συμβαλλομένων (Δέστε την Απόφαση του Ελληνικού ΣτΕ 2944/1980 (Τμήμα Δ) και Δαγτόγλου: Συνταγματικό Δίκαιο - Ατομικά Δικαιώματα, 4η Αναθεωρημένη Έκδοση, 2012, Οικονομική Ελευθερία, παράγραφοι 1302-1303). Η μεταγενέστερη επέμβαση του νομοθέτη, δεν συμβιβάζεται καταρχήν με την ελευθερία των συμβάσεων. Εξαιρέσεις δυνατόν να είναι δικαιολογημένες, στο βαθμό που επιτρέπει το Σύνταγμα. Όμως οι περιορισμοί του δικαιώματος, όπως προσδιορίζονται από τα όρια που θέτει το ίδιο το Σύνταγμα, δεν πρέπει να θίγουν την ουσία ή τον πυρήνα του δικαιώματος, όπως συμβαίνει στην προκείμενη περίπτωση». Σχετική επί του θέματος είναι και η απόφαση στην υπόθεση Lextalionitis Investments Ltd v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ
(2010)1 Α.Α.Δ.1833, τα γεγονότα της οποίας προσομοιάζουν σε κάποιο βαθμό με τα γεγονότα της παρούσας, στην οποία μας παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των Καθ΄ ων η Αίτηση. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα: «Υπενθυμίζουμε ότι το προστατευόμενο δικαίωμα από το Άρθρο 26.1 του Συντάγματος θα πρέπει να ιδωθεί στο πλαίσιο των όρων και περιορισμών που τίθενται γενικά από το δίκαιο των συμβάσεων. Η εκχώρηση/μεταβίβαση δικαιωμάτων αναγνωρίζεται από το δίκαιό μας, έτσι ώστε αυτή αποτελεί όρο ή περιορισμό στο δικαίωμα του συμβάλλεσθαι, κατά τρόπο που δεν το αντιστρατεύεται. Εφόσον, λοιπόν, οι εφεσείοντες ελεύθερα είχαν συνάψει τις συμφωνίες δανείου με την Barclays και εφόσον τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις τους από αυτές δε διαφοροποιήθηκαν λόγω της εκχώρησης στους εφεσίβλητους των τραπεζικών εργασιών της Barclays, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για παραβίαση του Άρθρου 26.1 του Συντάγματος.» Στρεφόμενη στα γεγονότα της υπό κρίση υπόθεσης διαπιστώνω ότι η εισήγηση των Αιτητών δεν βρίσκει έρεισμα στις υπό κρίση νομοθετικές διατάξεις. Το Μέρος VIA του Ν.87(Ι)/18, μέσω των άρθρων 44Α-44ΙΕ δεν δημιουργεί οποιαδήποτε επέμβαση στο δικαίωμα των Αιτητών που προστατεύεται από το Άρθρο 26 του Συντάγματος και τα αντίστοιχα άρθρα της Ευρωπαϊκής Σύμβασης. Στις επίδικες συμβάσεις υποθήκης, που υπεγράφησαν από τους Αιτητές, Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του XXXXX Κουντούρη, περιλαμβάνεται ο όρος 4, ο οποίος παρέχει το δικαίωμα στην Τράπεζα (Καθ΄ ων η Αίτηση) να πωλήσει την ενυπόθηκη περιουσία «είτε μέσω του Κτηματολογίου, είτε απ΄ ευθείας, είτε δυνάμει διατάγματος εκδοθέντος από το Δικαστήριο κατόπιν αγωγής και χωρίς οποιαδήποτε προς εμέ προειδοποίηση». Η ίδια η σύμβαση προνοούσε για τη δυνατότητα της Τράπεζας να προβεί σε πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων των Αιτητών με ένα εκ των προαναφερόμενων τρόπων ακόμη και 'απ΄ ευθείας'. Το Μέρος VIA του Νόμου, ως έχει τροποποιηθεί, δεν μετάβαλε αυτή την κατάσταση, δεν επενέβη στους όρους της σύμβασης, απλώς πρόσθεσε μια νέα διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων από την Τράπεζα, μέσω της διαδικασίας ιδιωτικού πλειστηριασμού. Η διαδικασία αυτή δεν είναι άμεση και δεν γίνεται χωρίς προειδοποίηση, αλλά υπόκειται σε διάφορους περιοριστικούς όρους και παρέχει τη δυνατότητα στον ενυπόθηκο οφειλέτη ή άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο να ενστεί στην υπό κρίση διαδικασία. Κατ΄ επέκταση ο τροποποιητικός νόμος δεν δύναται να θεωρηθεί ως επέμβαση στους συμβατικούς όρους, καθότι δεν διευρύνει ακόμη περισσότερο τα δικαιώματα της Τράπεζας αλλά ρυθμίζει σε μεγάλο βαθμό το δικαίωμα της, θέτοντας όρους και περιορισμούς, κατά την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου. Σε σχέση με την εισήγηση των Αιτητών για παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας επί των ενυπόθηκων κτημάτων επισημαίνω ότι ήταν οι ίδιοι που, υπογράφοντας τις επίδικες συμβάσεις υποθήκης, απεμπόλησαν από μόνοι τους το δικαίωμα ιδιοκτησίας επί της πιο πάνω περιουσίας και έδωσαν εξουσία στην Τράπεζα να πωλήσει τα ενυπόθηκα ακίνητα με τους τρόπους που παράθεσα πιο πάνω. Ανεξαρτήτως των πιο πάνω όμως θα ήθελα να παρατηρήσω ότι οι πρόνοιες του άρθρου 23 τους Συντάγματος καμιά εφαρμογή έχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση, η οποία αφορά διαφορά μεταξύ δύο ιδιωτών και όχι διαφορά ιδιώτη με το Κράτος. Σχετική επί του θέματος είναι η απόφαση στην υπόθεση Harvest Capital Management Ltd v. Ταμάσιου
(2003)1 Α.Α.Δ 1683. Παραθέτω αυτούσιο το σχετικό απόσπασμα : «Το Άρθρο 23 διασφαλίζει το δικαίωμα του πολίτη να αποκτά, να κατέχει, να διαθέτει, κ.λ.π., κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία και να απαιτεί το σεβασμό του δικαιώματος αυτού. Προβλέπεται δε ότι η στέρηση ή περιορισμός τέτοιου δικαιώματος μπορεί μόνο να επιβληθεί όπως προβλέπεται στο Άρθρο αυτό του Συντάγματος, που μεταξύ άλλων είναι με βάση την προαγωγή της δημόσιας ωφέλειας ή την προστασία των δικαιωμάτων τρίτων. Μελετώντας τις 11 παραγράφους του Άρθρου αυτού, κατά την άποψη μας, είναι προφανές ότι με τις πρόνοιές του, προστατεύονται τα περιουσιακά δικαιώματα του ατόμου από αυθαίρετες επεμβάσεις της κρατικής εξουσίας. Αναγνωρίζοντας το πιο πάνω αποτέλεσμα των προνοιών του Άρθρου 23 του Συντάγματος, στη Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125 αποφασίστηκε πως το Άρθρο 23 δεν έχει εφαρμογή σε νομοθετικές πρόνοιες που απλώς ρυθμίζουν περιουσιακά αστικά δικαιώματα μεταξύ των μερών και όπου οι περιορισμοί δεν επιβάλλονται προς το συμφέρον της πολιτείας ή ενός δημόσιου σώματος». Το επόμενο θέμα που θα εξετάσω είναι κατά πόσο το Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 παραβιάζει τις πρόνοιες του άρθρου 28 του Συντάγματος που προβλέπει ότι 'Πάντες είναι ίσοι ενώπιο του νόμου της διοικήσεως και της δικαιοσύνης και δικαιούνται να τύχωσιν ίσης προστασίας και μεταχειρίσεως'. Αντίστοιχο στο άρθρο αυτό είναι το άρθρο 14 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης, το οποίο όμως δεν έχει ανεξάρτητη ύπαρξη αλλά συμπληρώνει τις άλλες διατάξεις. Το άρθρο 28 έχει ως λόγο την ουσιαστική σε αντίθεση με τη φαινομενική ισότητα. Η δυναμική της αρχής αυτής επιβάλλει την ανίχνευση της φύσης των υποκειμένων και αντικειμένων του δικαίου, ώστε να αποδίδονται τα ίσα στα όμοια και τον αποκλεισμό της ταύτισης των ανομοίων. (Βλέπετε σχετικά σύγγραμμα, Σύνταγμα Κυπριακής Δημοκρατίας, Α.Ν. Λοίζου, 174 και απόφαση Σεργίδης ν. Δημοκρατίας
(1991)1 Α.Α.Δ 119). Στην υπό κρίση υπόθεση οι Αιτητές δεν προσδιορίζουν με επαρκή σαφήνεια με ποιό τρόπο έχει στη συγκεκριμένη περίπτωση παραβιασθεί το δικαίωμα τους που προστατεύεται από το Άρθρο 28. Με τον τρόπο που είναι διατυπωμένη η εισήγηση τους εκλαμβάνω ότι συνδέουν και αυτό το θέμα με το γεγονός ότι εκκρεμεί προς εκδίκαση αριθμός αγωγών. Αδυνατώ να αντιληφθώ πως το θέμα αυτό συνδέεται με το πιο πάνω άρθρο. Η εισήγηση δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Σε σχέση με τους υπολοίπους ισχυρισμούς περί παραβίασης του Ευρωπαϊκού Δικαίου και Οδηγιών και Κανονισμών την Ευρωπαϊκής Ένωσης, αυτοί δεν έχουν στην ουσία προωθηθεί από τους Αιτητές, παρέμειναν μετέωροι και αστήρικτοι και ως τέτοιοι δεν μπορούν να ληφθούν υπόψη από το Δικαστήριο. Για όλους τους πιο πάνω λόγους κρίνω ότι η παρούσα Αίτηση - Έφεση δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα, ως θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Καθ΄ ων η Αίτηση και εναντίον των Αιτητών. (Υπ.) .................................................... Τ. Παρασκευαϊδου-Καρακάννα, Π.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΝ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.