← Κύπρος

ΣΧΙΖΑ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3798/2016, 31/10/2019

ΣΧΙΖΑ ν. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD κ.α., Αρ. Αγωγής: 3798/2016, 31/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A494 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 3798/2016 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX Σ. ΣΧΙΖΑ Ενάγοντος και

  1. CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD
  2. LAIKI FINANCIAL SERVICES LTD
  3. ΚΕΝΤΡΙΚΗΣ ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΤΗΣ ΚΥΠΡΟΥ
  4. ΕΠΙΤΡΟΠΗΣ ΚΕΦΑΛΑΙΑΓΟΡΑΣ ΚΥΠΡΟΥ
  5. XXXXX ΒΓΕΝΟΠΟΥΛΟΥ
  6. XXXXX ΜΠΟΥΛΟΥΤΑ
  7. XXXXX ΚΟΥΝΝΗ
  8. XXXXX ΣΤΥΛΙΑΝΙΔΗ
  9. XXXXX ΧΙΛΙΑΔΑΚΗ
  10. PRICEWATERHOUSECOOPERS LTD
  11. GRANT THORNTON
  12. OMNIUM CORPORATE AND TRUSTEES SERVICES LTD
  13. ΓΕΝΙΚΟΥ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ Εναγόμενων ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 29/5/2019 των Εναγομένων 6 και 9 Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου,
  14. Εμφανίσεις: Για τους Εναγόμενους 6 και 9 - Αιτούντες: κα. Στ. Παπουή για κ.κ. Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε. Για τον Ενάγοντα - Καθ' ου η Αίτηση: κα. Ε. Σάββα για κ.κ. Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ [ Ι ]
  15. Με την αίτηση τους οι Εναγόμενοι 6 και 9, αιτούνται τα ακόλουθα διατάγματα: «

(1)Διάταγμα του δικαστηρίου ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί την παρούσα αγωγή σε σχέση με τους Αιτητές επί τω ότι οι Αιτητές οι οποίοι είναι Έλληνες υπήκοοι δεν ενάγονται στα δικαστήρια του τόπου της κατοικίας τους, δηλαδή της Ελλάδας και δεν έχει τύχει επίκλησης και/ή δεν έχει αποδειχθεί από τους ενάγοντες η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων.
(2)Διάταγμα του δικαστηρίου για απόρριψη, διαγραφή του κλητηρίου εντάλματος και/ή της ειδοποίησης περί του κλητηρίου εντάλματος και της έκθεσης απαίτησης κατά των Αιτητών και/ή ακύρωσης του διατάγματος ημερ. 20/09/2017 επί τω ότι οι Αιτητές οι οποίοι είναι Έλληνες υπήκοοι δεν ενάγονται στα δικαστήρια του τόπου της κατοικίας τους, δηλαδή της Ελλάδος και δεν έχει τύχει επίκλησης και/ή δεν έχει αποδειχθεί από τους ενάγοντες η δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων. Επικουρικά:
(3)Διάταγμα του δικαστηρίου ότι ακόμη και εάν ήθελε θεωρηθεί ότι η Κύπρος είναι το κατάλληλο forum η προσφυγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας συνιστά κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process) για τον λόγο ότι προκαλεί αδικία στους Αιτητές, δεν είναι αναγκαία και/ή σκανδαλώδης και/ή διότι τείνει να επηρεάσει δυσμενώς να παρενοχλήσει, διαταράξει, φέρει σε αδιέξοδο ή καθυστερήσει την δίκαιη εκδίκαση της αγωγής.»
  1. Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας, Δ.Δ. 1 - 2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.
  2. Θ.Θ. 1 - 9, Δ.27, Δ.48, Θ.Θ. 1 - 4, στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001, άρθρα 2, 3, 5, 6, 22, 24, 25, 26 και 59 στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1215/2012, άρθρα 4, 5, 6, 7, 8, 24, 26, 27, 28, 62 στο κοινό δίκαιο και στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στο Άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικό Κανονισμό (Αρ.1) του 2008 και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου.
  3. Η αίτηση δεν υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση. Σύμφωνα με τους Εναγόμενους 6 και 9, τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην Έκθεση Απαίτησης, στο Κλητήριο Ένταλμα και στον φάκελο της Δικογραφίας. Παρατίθενται στο σώμα της αίτησης τα ακόλουθα γεγονότα: «1) Οι Αιτητές είναι Έλληνες υπήκοοι και μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδος σε γνωστή διεύθυνση. 2) Οι πρόνοιες του Κυπριακού δικαίου που επικαλείται ο ενάγοντας δεν εφαρμόζονται διότι υποχωρούν έναντι του Κανονισμού 44/2001 και/η του Κανονισμού 1215/
  4. Ο ενάγων δεν επικαλείται πρόνοιες ευρωπαϊκού δικαίου, οι οποίες υπερισχύουν αυτών του Κυπριακού δικαίου, σχετικά με την δικαιοδοσία των Κυπριακών δικαστηρίων. Ο Κανονισμός 44/2001 και/η ο Κανονισμός 1215/2012 επιβάλλει στο δικαστήριο να διαπιστώνει αυτεπάγγελτα την έλλειψη δικαιοδοσίας, αν η δικαιοδοσία του δεν στηρίζεται στους όρους του Κανονισμού. 3) Ο ενάγων δεν επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και επαρκή και/ή δεν αποδεικνύει κατάρτιση σύμβασης με τους αιτητές. 4) Ο ενάγων δεν επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και επαρκή και/ή δεν αποδεικνύει σύμβαση με τους αιτητές η οποία καταρτίσθηκε και/ή παραβιάσθηκε στην Κύπρο. 5) Ο ενάγων δεν επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και επαρκή και/ή δεν αποδεικνύει συγκεκριμένες άδικες πράξεις των αιτητών και/ή πράξεις για τις οποίες ευθύνονται οι αιτητές και/ή πράξεις αιτιωδώς συνδεόμενες με την κατ' ισχυρισμόν ζημία. 6) Ο ενάγων δεν επικαλείται κατά τρόπο ορισμένο και επαρκή και/ή δεν αποδεικνύει άδικες πράξεις των αιτητών και/ή πράξεις για τις οποίες ευθύνονται οι αιτητές και/ή πράξεις απιωδώς συνδεόμενες με την κατ' ισχυρισμόν ζημία οι οποίες έλαβαν χώρα στην Κύπρο. 7) Η ένορκη δήλωση που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος επίδοσης και/ή έκδοσης ειδοποίησης περί του κλητηρίου αλλά και η έκθεση απαίτησης δεν αποκαλύπτουν αιτία αγωγής εναντίον των αιτητών μετά των οποίων αποδεδειγμένα ο ενάγων δεν είχε καμία απολύτως επαφή. 8) Επικουρικώς, οι ισχυρισμοί του ενάγοντα ως αυτοί διαλαμβάνονται στην ένορκη δήλωση που οδήγησε στην έκδοση του διατάγματος επίδοσης και/ή έκδοσης ειδοποίησης περί του κλητηρίου αλλά και στην έκθεση απαίτησης δεν επαρκούν για την διαπίστωση ότι υφίσταται εν προκειμένω τόσο στενή συνάφεια ώστε συντρέχει κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων που θα μπορούσε να προκύψει από τη χωριστή εκδίκαση στα δικαστήρια της Κύπρου και αυτά του τόπου κατοικίας των αιτητών, δηλαδή της Ελλάδας.»
  5. Ταυτόχρονα εισηγούνται: «.. ότι σύμφωνα με το άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου έχουν ανακύψει τα ανωτέρω ζητήματα, αν παρ' ελπίδα θεωρήσει ότι τα ζητήματα αυτά δεν καλύπτονται εν όλω ή εν μέρει επαρκώς κατά την κρίση του από την μέχρι σήμερα νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, θα πρέπει να παραπέμψει τα ζητήματα αυτά στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για να αποφανθεί επ' αυτών, δεδομένου ότι απόφαση επ' αυτών είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης.»
  6. Ο Ενάγων εγείρει συνολικά 8 λόγους ένστασης. Η ένσταση συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του δικηγόρου, XXXXX Πασιά, με την οποία απλά επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης. Η θέση του Ενάγοντα είναι ότι η αίτηση έχει υποβληθεί με πολλή καθυστέρηση ενώ οι Εναγόμενοι 6 και 9 έχουν δεχθεί και υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Κυπριακού Δικαστηρίου (λόγος 1), ότι αυτή δεν συνοδεύεται από ένορκη δήλωση ή το διάταγμα του οποίου ζητείται η ακύρωση οπότε και δεν έχει τεθεί πραγματικό υπόβαθρο (λόγοι 2 και 3), ότι υπάρχει καλή βάση αγωγής, ακολουθήθηκε η ορθή διαδικασία επίδοσης και τα Κυπριακά Δικαστήρια είναι αρμόδια να εκδικάσουν την υπόθεση (λόγοι 4, 5 και 6), ότι μη επίκληση των Ευρωπαϊκών Κανονισμών ήταν θεραπεύσιμη παρατυπία (λόγος 7) και τέλος ότι οι Εναγόμενοι δεν παρουσιάζουν σοβαρούς και βάσιμους λόγους ώστε το αίτημα τους να γίνει δεκτό (λόγος 8).
  7. Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας Δ.Δ. 1 - 2, Δ.5, Δ.5Α, Δ.6, Θ.Θ. 1 - 9, Δ.27, Δ.48, Θ.Θ. 1 - 4, στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 44/2001 άρθρα 2, 3, 5, 6, 22, 24, 26, και 59 στον Κανονισμό (ΕΚ) αριθ. 1215/2012 άρθρα 4, 5, 6, 7, 8, 24, 26, 27, 28, 62, στο κοινό δίκαιο και στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, στο Άρθρο 267 της Συνθήκης για τη Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης και τον περί Προδικαστικής Παραπομπής στο Δικαστήριο των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων Διαδικαστικό Κανονισμό (Αρ.1) του 2008 και στην εγγενή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου.
  8. Και οι δύο συνήγοροι υπέβαλαν γραπτώς τις θέσεις τους στο Δικαστήριο. Έχω εξετάσει την επιχειρηματολογία τους και τη νομολογία που παρέθεσαν και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Θα αναφερθώ μόνο στις εισηγήσεις τους εκεί που κρίνω σκόπιμο. [ ΙΙ ]
  9. Προτού προχωρήσω στην ανάλυση των θέσεων που προβλήθηκαν ενώπιον μου, κρίνω σκόπιμο να αναφερθώ στη φύση της αγωγής και στο ιστορικό της διαδικασίας όσον αφορά τους Εναγόμενους 6 και
  10. Η αγωγή του Ενάγοντα εναντίον τους Εναγόμενων, αφορά την αγορά το 2010, 50 αξιογράφων της Εναγομένης 1 αξίας €
  11. Ο Ενάγων, αφού προηγουμένως εξασφάλισε την 15/11/2016 διάταγμα για επίδοση ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος στους Εναγόμενους 6 και 9 στην Ελλάδα, την 20/9/2017 εξασφάλισε διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση στους δικηγόρους τους. Ακολούθησαν δύο αιτήσεις[1] για παραμερισμό της επίδοσης και με δύο αποφάσεις τα αιτήματα τους απορρίφθηκαν στις 14/11/2018 και 8/4/
  12. Την 30/5/2019 το Δικαστήριο ενέκρινε επίσης αίτηση τροποποίησης της έκθεσης Απαίτησης του Ενάγοντα σε αίτηση του ημερ. 30/11/
  13. Οι Εναγόμενοι 6 και 9 μετείχαν και σε εκείνη τη διαδικασία φέροντας ένσταση (ημερ. 14/5/2019).
  14. Οι Εναγόμενοι 6 και 9 όμως, μόλις την 14/5/19 αιτήθηκαν και εξασφάλισαν την 24/5/2019 άδεια του Δικαστηρίου για εμφάνιση υπό διαμαρτυρία. Σημείωμα εμφάνισης υπό διαμαρτυρία καταχώρισαν την 29/5/2019 και ταυτόχρονα την παρούσα αίτηση.
  15. Οι Εναγόμενοι επίσης με αίτηση τους ημερ. 16/7/2019 έχουν αιτηθεί όπως ο χρόνος καταχώρισης Υπεράσπισης τους παραταθεί για «60 ημέρες από την έκδοση απόφασης» στην παρούσα αίτηση.
  16. Τα θέματα που εγείρονται επομένως αφορούν αποκλειστικά την ύπαρξη ή όχι δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου, ή της καταλληλόλητας του για εκδίκαση της υπόθεσης (forum conveniens). Τα ζητήματα επίδοσης έχουν ήδη τύχει εξέτασης και αποφασιστεί από άλλο Δικαστήριο. [ ΙΙΙ ]
  17. Σύμφωνα με την Κυπριακή νομολογία επί του θέματος, η ανάληψη και άσκηση δικαστικής εξουσίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο συναρτάται τόσο με την καθ' ύλην όσο και με την κατά τόπο αρμοδιότητα του. Η διερεύνηση ενστάσεων που άπτονται της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου μπορεί να αναληφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η αρμοδιότητα αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των δικαιοδοσιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου (βλ. Θεοχάρους v Παστελλή
(1993)1 ΑΑΔ 240). 16. Ανεξάρτητα από οποιαδήποτε αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να προβληθεί από διάδικο, και αυτεπάγγελτα το Δικαστήριο μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να επιληφθεί θέματος που άπτεται της αρμοδιότητάς του να επιληφθεί της αγωγής (βλ. Sevegep Ltd v United Sea Transport Ltd κ.α.
(1989)1(E) ΑΑΔ 729). Η συμφωνία των μερών δεν εγκαθιδρύει αφεαυτής βάση δικαιοδοσίας (βλ. Θεοχάρους, ανωτέρω, Theofanous ν Georghiou
(1969)1 CLR 203, Stephanidou ν Pirgoti
(1975)1 CLR 100, και Michaelidou v Gregoriou
(1988)1 CLR 88). 17. Δεδομένου ότι όλα τα σχετικά γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν υφίσταται κώλυμα στη διερεύνηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου είναι εκείνα τα οποία συνθέτουν την απαίτηση, αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαίτησης. Τα επίδικα θέματα προσδιορίζονται από τη δικογραφία (βλ. Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ v ΓΕ κ.α.
(1991)1 ΑΑΔ 225, Μούρτζινος v Global Cruises S.A.
(1992)1 ΑΑΔ 1160, Sevegep Ltd, ανωτέρω, Safarino Shoes Industry and Trading Co. Ltd ν Της Βιομηχανίας Υποδημάτων Ε. Σταυρινού Λτδ
(1991)1 ΑΑΔ 1059, Παπαγεωργίου ν Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 ΑΑΔ 24, Courtis and Others v Iasonides
(1970)1 CLR 180, και Loucaides v C.D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 CLR 134). 18. Στην προκειμένη περίπτωση δεν τίθεται θέμα προσαγωγής μαρτυρίας με ένορκη δήλωση, όπως ήταν η θέση του συνηγόρου του Ενάγοντα. Ούτε κωλύεται ασφαλώς το Δικαστήριο «να ανατρέξει στο φάκελο της δικογραφίας» (βλ. μεταξύ άλλων Οργανισμός Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ ν Χαρίδη
(2011)1B ΑΑΔ 825). Αυτό που έχει σημασία είναι το περιέχει η Έκθεση Απαίτησης. Το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 6 και 9 είναι μόνιμοι κάτοικοι Ελλάδας προκύπτει από το ίδιο το Κλητήριο Ένταλμα ενώ είναι δεδομένο ότι λήφθηκε άδεια για επίδοση της διαδικασίας στην Ελλάδα. Αυτό που πρέπει να εξεταστεί είναι αν οι ισχυρισμοί των Εναγομένων 6 και 9 περί μη ύπαρξης δικαιοδοσίας ή για την ακαταλληλότητα του forum ευσταθούν.
  1. Όπως ανέφερα πιο πάνω, η αγωγή του Ενάγοντα εναντίον τους Εναγόμενων, αφορά την αγορά το 2010, 50 αξιογράφων της Εναγομένης 1 αξίας €
  2. Σύμφωνα με την τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης («Ε/Α»), ο Ενάγων παροτρύνθηκε από υπαλλήλους της Εναγομένης 1 να προβεί σε αγορά αυτών των αξιογράφων αφού θα λάμβανε τόκο προς 7% κάθε τρεις μήνες για τα επόμενα 5 χρόνια (παρ. 14 και 16 της Ε/Α). Τον Ιούλιο του 2012 υποχρεώθηκε από υπαλλήλους της Εναγομένος 1 να αιτηθεί όπως τα αξιόγραφα μετατραπούν σε νέες μετοχές ανταλλαγής καθότι του είπαν ότι θα έχανε τα χρήματα του (παρ. 20 και 21 της Ε/Α). Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι έχει εξαπατηθεί. Θεμελιώνει την απαίτηση του στο αστικό αδίκημα της απάτης (σε σχέση με τους Εναγόμενους 1, 5 - 9) άλλα και σε ψευδείς παραστάσεις (παρ. 24 της Ε/Α).
  3. Σύμφωνα με τον Ενάγοντα, οι Εναγόμενοι 5 - 9, ήταν μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Εναγομένης
  4. Τα ονόματα τους είχαν δημοσιευτεί στα ενημερωτικά δελτία και πληροφοριακά μνημόνια τα οποία προηγήθηκαν της έκδοσης των αξιογράφων. Περαιτέρω «..φέρουν ευθύνη καθ' ότι συμμετείχαν και/ή τεκμαίρονται ότι συμμετείχαν σε οργανωμένο σχέδιο απόσπασης χρηματικών ποσών από καταθέτες της Τράπεζας ή και άλλους δανειολήπτες και/ή το κοινό και/ή πελάτες τους όπως και ο Ενάγοντας δια της έκδοσης προώθησης και πώλησης τοξικών αξιογράφων» (παρ. 8 της Ε/Α). Καταλογίζει επίσης στους Εναγόμενους ότι το 2010 συνωμοτήσαν μεταξύ τους και/ή με τους υπαλλήλους τους σε βάρος των οικονομικών συμφερόντων του Ενάγοντα (παρ. 29 της Ε/Α) και ότι παρέβησαν τα νόμιμα καθήκοντα τους (όπως αυτά απέρρεαν από τον νόμο), προβαίνοντας «.σε ψευδείς παραστάσεις και/ή παραπλανητικές και/ή ανεπαρκείς και/ή είναι ένοχοι μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή επέτρεψαν την έκδοση παραπλανητικών/ ψευδών ενημερωτικών δελτίων/ εγγράφων και/ή πληροφοριακών μνημονίων» (παρ. 30 της Ε/Α).
  5. Από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει ότι ο Ενάγων ενάγει τους Εναγόμενους 6 και 9 για απάτη, συνωμοσία και παράβαση θέσμιου καθήκοντος. Προς τούτο παραθέτει και λεπτομέρειες οι οποίες, σύμφωνα με τον ίδιο, στοιχειοθετούν τα αστικά αδικήματα που τους καταλογίζει. Τα όσα εισηγήθηκε η συνήγορος των Εναγόμενων 6 και 9 περί αδυναμίας ή αντιφατικότητας των ισχυρισμών η ανυπαρξίας αγώγιμου δικαιώματος, είναι ζητήματα μαρτυρίας που θα εξεταστούν κατά την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης. Η επίκληση της Δ.27 δεν τους βοηθά. Ο εντοπισμός στο δικόγραφο, τέτοιων επαρκών στοιχείων, ώστε η αγωγή να μπορεί να θεωρηθεί ότι, δεν «πάσχει στο βαθμό που να κριθεί εκ του προοιμίου καταδικασμένη σε αποτυχία», επιβάλλει όπως αυτή αφεθεί να προχωρήσει σε ακρόαση (βλ. Παττίχη ν Παττίχη, Έφεση αρ. 8/2013 (ΔΟΔ), 20/2/2015 και In Re Pelmako Development Ltd
(1991)1 AAΔ 246).
  1. Ενόψει της κοινής θέσης ότι οι Εναγόμενοι 6 και 9 διαμένουν στην Ελλάδα εφαρμόζεται ο Κανονισμός (ΕΕ) αριθ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις («ΕΚ 1215/2012»), ο οποίος έχει αντικαταστήσει τον προηγούμενο Κανονισμό (ΕΕ) αριθ. 44/2001 του Συμβουλίου για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις («ΕΚ 44/2001»). Η εισήγηση της συνηγόρου των Εναγομένων 6 και 9 ότι εφαρμόζεται ο ΕΚ 44/2001 δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ο ΕΚ 1215/2012 τέθηκε σε εφαρμογή 10/1/2015 (βλ. άρθρο 81[2]). Είναι διαδικαστικής φύσεως κανονισμός και εφαρμόζεται επομένως σε διαδικασίες που καταχωρούνται μετά την έναρξη ισχύος του (βλ. The Civil Court Practice 2019 (The Green Book), Part 6 Service of documents, 6.30 Scope of this Section - ηλεκτρονική έκδοση[3]).
  2. Σύμφωνα με το άρθρο 5, σημείο 1, του ΕΚ 1215/2012: «1) Τα πρόσωπα που έχουν την κατοικία τους σε κράτος μέλος μπορούν να εναχθούν ενώπιον των δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους μόνο σύμφωνα με τους κανόνες που περιλαμβάνονται στα τμήματα 2 έως 7 του παρόντος κεφαλαίου.»
  3. Στο άρθρο 7 του ΕΚ 1215/2012 αναφέρονται τα εξής: «Πρόσωπο που έχει την κατοικία του σε κράτος μέλος μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος: 1) α) ως προς διαφορές εκ συμβάσεως, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου εκπληρώθηκε ή οφείλει να εκπληρωθεί η παροχή· β) για τους σκοπούς της εφαρμογής της παρούσας διάταξης, και εφόσον δεν συμφωνήθηκε διαφορετικά, ο τόπος εκπλήρωσης της επίδικης παροχής είναι: - εφόσον πρόκειται για πώληση εμπορευμάτων, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παράδοση των εμπορευμάτων, - εφόσον πρόκειται για παροχή υπηρεσιών, ο τόπος του κράτους μέλους όπου, δυνάμει της σύμβασης, έγινε ή έπρεπε να γίνει η παροχή των υπηρεσιών· γ) το στοιχείο α) εφαρμόζεται, εφόσον δεν εφαρμόζεται το στοιχείο β)· 2) ως προς ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου όπου συνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός·» (Έμφασις δική μου)
  4. Από την έκθεση απαίτησης καθίσταται αντιληπτό ότι ο Ενάγων είναι Κύπριος που διαμένει στην Κύπρο και ισχυρίζεται ότι αγόρασε από την Εναγομένη 1, Κυπριακή Τράπεζα, αξιόγραφα. Η συμφωνία έγινε και εκπληρώθηκε στην Κύπρο. Ο δόλος που αποδίδει στην Εναγομένη 1 και τους υπαλλήλους της αλλά και στους Εναγομένους 5 - 9, όπως τίθεται, έλαβε χώρα στην Κύπρο. Για τη συνωμοσία δεν διευκρινίζεται το που ακριβώς αυτή έγινε. Η ζημιά όμως και τα αποτελέσματα των αδικοπραξιών που τους αποδίδει, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του, επεσυνέβη στην Κύπρο. Κρίνω επομένως, ότι με βάση τους ισχυρισμούς του όπως εκτίθενται στην Ε/Α, δεν προκύπτει ζήτημα αναρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων.
  5. Καθοδηγητική επί του θέματος είναι η Απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην Powertools Electro SRL v Black & Decker (Ελλάς) ΑΕ
(2013)1Γ ΑΑΔ 2182, σχετικά με την ερμηνεία του άρθρου 5, σημείο 3, του ΕΚ 44/2001 που αντιστοιχεί στο άρθρο 7, σημείο 2, του ΕΚ 1215/2012 (βλ. Παράρτημα ΙΙΙ του ΕΚ 1215/2012). Λέχθηκαν τα ακόλουθα στις σελ. 2191 - 2192 (Μιχαηλίδου Δ.): «Το Άρθρο 5
(3)προβλέπει τη δυνατότητα καταχώρισης αγωγής σε άλλο κράτος μέλος ως προς τις ενοχές εξ αδικοπραξίας ή οιωνεί αδικοπραξίας ενώπιον του Δικαστηρίου του τόπου όπου επεσυνέβη ή ενδέχεται να συμβεί το ζημιογόνο γεγονός. Στο βαθμό λοιπόν που η αγωγή βασίζεται σε αδικοπραξίες, δικαιοδοσία έχει η χώρα στην οποία έγινε ή δημιουργήθηκε η αδικοπραξία, με αποτέλεσμα πρόσωπο που κατοικεί σε έδαφος κράτους μέλους μπορεί να εναχθεί σε άλλο κράτος μέλος. Στην υπόθεση С-189/87, Athanasios Kalfelis v. Bankhaus Schroder [1988] ECR 5565 αποφασίστηκε, με την τότε σε ισχύ Συνθήκη των Βρυξελλών από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, ότι οι λέξεις "matters, relating to a tort, delict or quasi-delict" Άρθρο 5
(3), καλύπτει όλες τις μορφές ευθύνης εκτός από τις συμβατικές. Ο κ. Αγγελίδης παραπέμποντας στην πρωτόδικη απόφαση, υποστηρίζει ότι το Δικαστήριο είχε ταυτίσει στο μυαλό του «το ζημιογόνο γεγονός» με την έννοια της ζημιάς, άρα, εκεί όπου είχε επέλθει η ζημιά, εκεί δηλαδή που είχε την έδρα της η εφεσείουσα, κατά τρόπο λανθασμένο, εφ' όσον ο τερματισμός της υπάρχουσας συμφωνίας και η μη επικύρωση της νέας οφείλεται στο δόλο και την απάτη που επέδειξε η εφεσίβλητη, όπως εισήχθη με την ένορκη δήλωση που υποστήριζε τις σχετικές αιτήσεις, για σφράγιση του κλητηρίου. Δεν πρόκειται, εισηγείται η εφεσείουσα, για διαφορά από τη μη ανανέωση της συμφωνίας συνεργασίας αλλά για διαφορά που προέκυψε από υπογραφή της λύσης της παλαιάς σύμβασης και μη υπογραφή της νέας σύμβασης για νέα προϊόντα, λόγω των δολίων ενεργειών της εφεσίβλητης. Στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου (ΔΕΚ) ημερ. 16.7.2009, Αρ. C-189/08, Zuid-Chemie BV ν. Philippo´s Mineralenfabriek NV/SA, την οποία παρέθεσε ο κ. Αγγελίδης, αποφασίστηκε ότι: «
  1. Ωστόσο, κατά πάγια νομολογία, στην περίπτωση κατά την οποία ο τόπος όπου έλαβε χώρα το γεγονός που δύναται να στοιχειοθετήσει ευθύνη εξ αδικοπραξίας ή οιονεί αδικοπραξίας δεν συμπίπτει με τον τόπο όπου το γεγονός αυτό προκάλεσε ζημία, η περιλαμβανόμενη στο Άρθρο 5, σημείο 3, της Συμβάσεως των Βρυξελλών έκφραση «τόπος όπου συνέβη το ζημιογόνο γεγονός» πρέπει να νοηθεί υπό την έννοια ότι αφορά τόσο τον τόπο επελεύσεως της ζημίας όσο και τον τόπο του αιτιώδους γεγονότος, οπότε ο εναγόμενος δύναται να εναχθεί, κατ' επιλογήν του ενάγοντος, ενώπιον του δικαστηρίου του ενός ή του άλλου τόπου (βλ. μεταξύ άλλων, αποφάσεις της 30ης Νοεμβρίου 1976, 21/76, Bier, αποκαλούμενη «Ορυχεία ανθρακικού καλίου της Αλσατίας», Συλλογή τόμος 1976, σ. 613, σκέψεις 24 και 25 της 1ης Οκτωβρίου 2002, C-167/00, Henkel, Συλλογή 2002, σ.1-8111, σκέψη 44 της 5ης Φεβρουαρίου 2004, C-18/02, DFDS Torline, Συλλογή 2004, σ. 1-1417, σκέψη 40, και Kronhofer, προαναφερθείσα, σκέψη 16).». Σχετική επίσης και η C-1802 Danmarks Rederiforening, ενεργούσας για λογαριασμό της DFDS Torline A/S, κατά LO Landsorganisationen I Sverige, ενεργούσας για λογαριασμό της SEKO Sjofolk Facket for Service och Kommunikation. (Υπογράμμιση Δικαστηρίου.) Προκύπτει ξεκάθαρα ότι η εφεσείουσα δύναται να ενάξει την εφεσίβλητη ενώπιον του Δικαστηρίου, είτε του τόπου όπου επεσυνέβηκε η ζημιά, στη Ρουμανία, ή εκεί όπου τελέστηκε η αδικοπραξία, στη Λευκωσία.» (Έμφασις δική μου) [ IV ]
  2. Όσον αφορά τη θέση των Εναγομένων 6 και 9 ότι η Κύπρος δεν συνιστά το κατάλληλο forum για εκδίκαση της υπόθεση εναντίον τους, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Απόφαση Zeeland Navigation Company Ltd v Banque Worms
(2000)1B ΑΑΔ 707 η οποία υιοθέτησε την κλασική Αγγλική Απόφαση επί του θέματος, Spiliada Maritime Corporation v Cansulex Ltd [1987] AC 460. Από την εν λόγω απόφαση προκύπτουν οι ακόλουθες αρχές τις οποίες συνοψίζω (βλ. σελ. 715 - 718):
(1)Βασική προϋπόθεση για εφαρμογή του forum non conveniens είναι η ύπαρξη δυνατότητας επιλογής μεταξύ των δικαστηρίων δυο τουλάχιστον χωρών, στο καθένα από τα οποία, είναι δυνατή η κατάθεση και εκδίκαση της αγωγής. Αναπόφευκτα, ο ενάγων έχει τον πρώτο λόγο και πιθανότατα η επιλογή του συναρτάται με τα δικά του ελατήρια. Αίτημα αναστολής θα πρέπει να εγκρίνεται όπου το Δικαστήριο ικανοποιείται ότι υπάρχει εναλλακτικό και διαθέσιμο forum, το οποίο να έχει δικαιοδοσία, και να είναι πιο κατάλληλο για σκοπούς δίκης λαμβανομένων υπόψη, των συμφερόντων όλων των διαδίκων και της απονομής δικαιοσύνης. Είναι ένας κανόνας που εφαρμόζεται όταν υπάρχει lis alibi pendens, αλλά και χωρίς να υπάρχει εκκρεμοδικία.
(2)Σε αντίθεση με την περίπτωση που ζητείται άδεια επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας όπου ο ενάγων οφείλει να πείσει για την αναγκαιότητα παραχώρησης άδειας, ο εναγόμενος φέρει το βάρος απόδειξης πως υπάρχει άλλο κατάλληλο forum. Ο εναγόμενος, σε κάθε περίπτωση, βαρύνεται με την ευθύνη να πείσει το δικαστήριο ότι επιβάλλεται αναστολή. Πρέπει πρόσθετα να δείξει όχι μόνο ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum, αλλά ότι το άλλο forum καθαρά ή ευδιάκριτα είναι κατάλληλο. Στην περίπτωση που δε διαφαίνεται καθαρά πού υπάρχει αυτό το forum, όπου, δηλαδή, δεν υπάρχει τόπος που συγκεντρώνει τα χαρακτηριστικά του φυσικού forum, το δικαστήριο οφείλει να μην ικανοποιήσει το αίτημα αναστολής.
(3)Προτού σχηματίσει την κρίση του για το κατάλληλο forum, το δικαστήριο έχει να σταθμίσει πολλά στοιχεία. Δεν υπάρχει εξαντλητικός κατάλογος κριτηρίων. Λαμβάνονται υπόψη, μεταξύ άλλων, η διαθεσιμότητα των μαρτύρων, το εφαρμοστέο δίκαιο, η χώρα στην οποία διαβιούν ή δραστηριοποιούνται οι διάδικοι και η ύπαρξη εχέγγυων στο εναλλακτικό forum για την καλή απονομή της δικαιοσύνης. Σημαντικός παράγων επίσης είναι το εφαρμοστέο δίκαιο. To σημαντικό είναι ότι τα στοιχεία, όποια και να είναι, πρέπει να δακτυλοδείχνουν το δικαστήριο με το οποίο η αγωγή έχει το στενότερο και ρεαλιστικότερο σύνδεσμο.
  1. Σχετικό ως προς το ζήτημα αυτό είναι και το άρθρο 8, σημείο 1, του ΕΚ 1215/2012, το οποίο προνοεί τα ακόλουθα: «Ένα πρόσωπο που έχει την κατοικία του στο έδαφος κράτους μέλους μπορεί επίσης να εναχθεί: 1) εφόσον υπάρχουν πολλοί εναγόμενοι, ενώπιον του δικαστηρίου του τόπου κατοικίας ενός εξ αυτών, υπό την προϋπόθεση ότι υπάρχει τόσο στενή συνάφεια μεταξύ των αγωγών ώστε να ενδείκνυται να συνεκδικαστούν και να κριθούν συγχρόνως, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος έκδοσης ασυμβίβαστων αποφάσεων λόγω της χωριστής εκδίκασής τους·»
  2. Η συνήγορος των Εναγομένων 6 και 9 παρέπεμψε στην Υπόθεση C-145/10, Painer v Standard Verlags GmbH and Others, 1/12/2011, I - 12594, του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης («ΔΕΕ»), η οποία αφορούσε το ανάλογο άρθρο 6, σημείο 1, του ΕΚ 44/2001, αναφέροντας ότι ο ενάγων δεν μπορεί να επικαλείται τη διάταξη για να εναγάγει εναγόμενο σε δικαστήριο που κανονικά δεν θα είχε δικαιοδοσία. Στην εν λόγω απόφαση, σκέψεις 72 - 84, γίνεται εκτενή ανάλυση της εφαρμογής του εν λόγω άρθρου. Το ΔΕΕ, στην απόφαση του ανέφερε, ότι δεν απαιτείται η ταύτιση των αγώγιμων δικαιωμάτων κατά των εναγόμενων. Εξετάζεται όμως η πρόβλεψη του κινδύνου από τους εναγόμενους ότι διέτρεχαν τον κίνδυνο να εναχθούν στο κράτος μέλος όπου τουλάχιστον ένας από αυτούς έχει την κατοικία του. Η προβλεψιμότητα ενισχύεται όταν οι εθνικές νομοθεσίες στις οποίες βασίζονται οι αγωγές που ασκήθηκαν κατά πλειόνων εναγόμενων είναι κατ' ουσίαν όμοιες. Εναπόκειται, στο εθνικό δικαστήριο να εκτιμήσει, βάσει όλων των στοιχείων της δικογραφίας, την ύπαρξη του δεσμού συνάφειας μεταξύ των διαφόρων αγωγών που έχουν ασκηθεί ενώπιον του, ήτοι του κινδύνου ασυμβίβαστων αποφάσεων αν οι εν λόγω αγωγές εκδικάζονταν χωριστά.
  3. Στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενοι είχαν το βάρος να αποδείξουν ότι η Κύπρος δεν είναι το κατάλληλο forum εκδίκασης της υπόθεσης. Από τους δεκατρείς Εναγόμενους, μόνο οι τρείς βρίσκονται εκτός Κύπρου. Η αγωγή αφορά συναλλαγή που έγινε, σύμφωνα με την Ε/Α στην Κύπρο με βάση το Κυπριακό Δίκαιο και αφορά συγκεκριμένη συναλλαγή σε σχέση με την οποία ο Ενάγων καταλογίζει σε κάθε Εναγόμενο συγκεκριμένη ευθύνη. Θεωρώ με βάσει τις πιο πάνω αρχές που παρέθεσα σε συνάρτηση με το άρθρο 8, σημείο 1, ότι οι Εναγόμενοι 6 και 9 δεν έχουν αποσείσει το βάρος απόδειξης που έφεραν. Δεν έχει παρουσιαστεί κανένα στοιχείο που να καθιστά τα Δικαστηρία της Ελληνικής Δημοκρατίας καταλληλότερο forum για σκοπούς εκδίκασης της Απαίτησης σε σχέση με τους Εναγομένους 6 και
  4. Υπό τις περιστάσεις επίσης δεν θεωρώ ότι προκύπτει ζήτημα παραπομπής ερωτήματος στο ΔΕΕ.
  5. Ως εκ τούτου η Αίτηση των Εναγόμενων δεν μπορεί να πετύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγόμενων 6 και 9 και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim/Jurisdiction - Regulation 1215/
  6. Αναφορά: Αστική/Ενδιάμεση/Δικαιοδοσία - Κανονισμός 1215/
  7. [1] Ημερομηνίας 24/11/2018 και 7/12/
  8. [2] 'Ο παρών κανονισμός αρχίζει να ισχύει την εικοστή ημέρα από τη δημοσίευσή του στην Επίσημη Εφημερίδα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Εφαρμόζεται από τις 10 Ιανουαρίου 2015, εκτός από τα άρθρα 75 και 76, που εφαρμόζονται από τις 10 Ιανουαρίου 2014.' [3] '
(3)Regulation (EU) No 1215/2012 of the European Parliament and of the Council of 12 December 2012 on jurisdiction and the recognition and enforcement of judgments in civil and commercial matters' which came into force on 15 January 2015 at III EUR [154]. This Regulation replaces the Judgments Regulation (EC) No 44/2001 with effect from 15 January 2015. From that date all its provisions on jurisdiction apply to proceedings instituted on or after 10 January 2015, but not to proceedings already started at that date: Article 66 (III EUR [220]) provides for them to continue to be regulated by the old Judgments Regulation.' cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.