← Κύπρος

Χαραλαμπίδη ν. MDA (Cyprus) Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 3648/2012, 18/10/2019

Χαραλαμπίδη ν. MDA (Cyprus) Ltd κ.α., Αγωγή αρ. 3648/2012, 18/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A462 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Αγωγή αρ. 3648/2012 Μεταξύ: XXXXX Χαραλαμπίδη Ενάγοντα και MDA (Cyprus) Ltd XXXXX Λοΐζου Εναγομένων Και ως ετροποποποιήθει δυνάμει διαταγής του Δικαστηρίου, ημερομηνίας 14.4.2019 : Αγωγή αρ. 3648/2012 Μεταξύ: XXXXX Χαραλαμπίδη Ενάγοντα και MDA (Cyprus) Ltd XXXXX Λοϊζιά Εναγομένων Ημερομηνία:18, Οκτωβρίου

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα : κ. Σ. Φλουρέντζος για Κ.Π. Δημητριάδης & Σια ΔΕΠΕ Για Εναγόμενους 1 και 2 : κα Θ. Ανδρέου με κα. Σ. Ανδρέου για Θεοφάνης Ανδρέου & Συνεργάτες. Απόφαση Εισαγωγή Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η αξίωση του Eνάγοντα εναντίον των Εναγoμένων για γενικές και ειδικές αποζημιώσεις σε σχέση με κατ' ισχυρισμό ζημιές, τις οποίες υπέστη συνεπεία ατυχήματος, το οποίο επεσυνέβη στις 2.06.
  2. Δικογραφημένοι ισχυρισμοί Αποτελεί καλά θεμελιωμένη αρχή τα δικόγραφα περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία, δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Σχετική είναι η απόφαση Παπαγεωργίου ν. Κλάππα

(1991)1 Α.Α.Δ 24. Το Δικαστήριο δεν δύναται να προχωρήσει να επιλύσει θέματα, τα οποία δεν αποτέλεσαν μέρος της δικογραφίας. Σχετική είναι η απόφαση Latifundia Properties Ltd ν. Ανδρέα Μιχαήλ Ψάκη
(2003)1 ΑΑΔ
  1. Ο Ενάγοντας στην Έκθεση Απαίτησής του ισχυρίστηκε ότι ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής XXXXX
  2. Η Εναγόμενη 1 ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος XXXXX
  3. Ο Εναγόμενος 2 ήταν οδηγός του οχήματος XXXXX12 και εργοδοτούμενος της Εναγομένης
  4. Ο Ενάγοντας περί τις 2.06.09 οδηγούσε το όχημά του από την πάροδο Γαλάτας προς το χωριό Γαλάτα. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου ήταν σταθμευμένο το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος
  5. Τότε ο Εναγόμενος 2 εισήλθε εντός του δρόμου με πρόθεση να στρίψει δεξιά, με σκοπό να εισέλθει στην πάροδο που οδηγεί στο περιφερειακό δημοτικό σχολείο Γαλάτας. Αποτέλεσμα των πιο πάνω ήταν τα 2 οχήματα να συγκρουστούν και να υποστούν εκτεταμένες ζημιές. Ως εκ των ανωτέρω, ο Ενάγοντας υπέστη ειδικές ζημιές, τις οποίες δικογράφησε στην Έκθεση Απαίτησής του. Οι Εναγόμενοι στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτησή τους παραδέχθηκαν ότι η Εναγόμενη 1 ήταν ιδιοκτήτρια του οχήματος με αριθμούς εγγραφής HTX 312 και o Εναγόμενος 2 οδηγός αυτού. Αρνήθηκαν τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα σε σχέση με τις κατ' ισχυρισμόν λεπτομέρειες αμέλειας του Εναγομένου
  6. Αντίθετα ισχυρίστηκαν ότι κατά ή περί τις 2.06.09 ο Εναγόμενος 2 οδηγούσε νόμιμα και κανονικά το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX12 επί της οδού Φιλίππου Λοΐζου, η οποία βρίσκεται στο χωριό Γαλάτα. Ο Εναγόμενος 2 νόμιμα επιχείρησε να στρίψει δεξιά σε πάροδο δείχνοντας δεόντως τη σχετική πρόθεσή του με τον φωτεινό σηματοδότη του οχήματός του. Ο Ενάγοντας, ενώ ακολουθούσε το όχημα του Εναγόμενου 2 επιχείρησε παράνομα, παραβιάζοντας συνεχόμενη άσπρη γραμμή, να προσπεράσει καθ' ον χρόνον ο Εναγόμενος 2 έστριβε δεξιά στην πάροδο. Έτσι οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν ότι το επίδικο τροχαίο ατύχημα επεσυνέβη ένεκα της αποκλειστικής και ή κατά μεγάλο ποσοστό συντρέχουσας αμέλειας του Ενάγοντα. Παράλληλα, οι Εναγόμενοι ανταπαιτητικώς αξίωσαν το ποσό των €2,341 ως ζημιές που υπέστησαν από το εν λόγω ατύχημα. Ο Ενάγοντας στην Απάντηση στην Υπεράσπισή του και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση συνένωσε τα επίδικα θέματα με τους Εναγόμενους. Η απαίτηση και Ανταπαίτηση συνεκδικάστηκαν, αφού τα ζητήματα που ήγειραν ήταν πρόσφορα και κατάλληλα να δικαστούν μαζί. Σχετική είναι η απόφαση G.D.L.Trading (Famagusta) Ltd v. Φαρκονάς
(2010)1 Α.Α.Δ. 63. Παραδεκτά γεγονότα Αποτελεί θεμελιακή αρχή ότι στην πολιτική δίκη, απόδειξη μπορεί να προκύψει μέσω παραδοχής γεγονότων. Σχετικές επί του προκειμένου είναι οι αποφάσεις Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45 και Παπαμιλτιάδους ν. Ιωάννου
(2007)1 Α.Α.Δ.
  1. Παραδοχή γεγονότων μπορεί να προκύψει διά της παραδοχής γεγονότων μέσω των δικογράφων και μέσω δηλώσεων των συνηγόρων των διαδίκων. Σχετικά παραπέμπω στο σύγγραμμα Tο Δίκαιο της Απόδειξης των Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη σελ.
  2. Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει μέσα από τα δικόγραφα ότι η Εναγομένη 1 είναι ιδιοκτήτρια του οχήματος XXXXX12 και ότι ο Εναγόμενος 2 οδηγούσε αυτό. Επιπλέον, μέσω των συνηγόρων του οι διάδικοι δήλωσαν ότι οι ειδικές ζημίες του Ενάγοντα ανέρχονται σε € 2.625,49, ενώ των Εναγομένων € 2.
  3. Ουσιαστικά παρέμεινε προς εκδίκαση τα θέμα της ευθύνης. Μαρτυρία Πρώτος μάρτυρας για την πλευρά του Ενάγοντα ήταν ο ίδιος ο Ενάγοντας ΜΕ
  4. Ο Ενάγοντας κατέθεσε πιστοποιητικό εγγραφής του οχήματος του ως Τεκμήριο 1 και ως Τεκμήριο 2 κατέθεσε σχετική αστυνομική έκθεση. Ο Ενάγοντας δήλωσε ότι είναι ιδιοκτήτης του οχήματος XXXXX
  5. Στις 2.06.09 γύρω στις 12:00 το μεσημέρι οδηγούσε το όχημά του επί της οδού Φιλίππου Λοΐζου στη Γαλάτα, έχοντας κατεύθυνση από την πάροδο Γαλάτας προς το χωριό Γαλάτα. Στην αριστερή πλευρά του δρόμου ως η πορεία του, ήταν σταθμευμένο το όχημα με αριθμούς εγγραφής XXXXX12, το οποίο οδηγείτο από τον Εναγόμενο
  6. Αναγκαστικά κινήθηκε πιο δεξιά για να αποφύγει το σταματημένο όχημα. Σε κάποια στιγμή ο Εναγόμενος 2 εκκίνησε το όχημά του και εντελώς ξαφνικά και απροειδοποίητα εισήλθε στον δρόμο με πρόθεση να στρίψει δεξιά στην πάροδο που οδηγεί στο περιφερειακό δημοτικό σχολείο Γαλάτας. Με την πιο πάνω ενέργεια ο Εναγόμενος 2 απέκοψε την πορεία του Ενάγοντα. Στη σκηνή του δυστυχήματος παρουσιάστηκε ο Αστυφύλακας XXXXX, XXXXX Χριστοδούλου, και o Ενάγοντας κατέθεσε σχετική αστυνομική έκθεση. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι ο δρόμος στον οποίο επεσυνέβη το ατύχημα είναι δρόμος κατηφορικός με αριστερή στροφή, η οποία βρίσκεται 200 με 300 μέτρα πριν το σημείο, στο οποίο επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Προσδιόρισε ότι οδηγούσε το όχημά του με ταχύτητα 30 ‑ 35 ΧΑΩ. Δήλωσε ότι το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 2 ήταν σταματημένο και βρισκόταν μέσα στη λωρίδα κυκλοφορίας του. Δήλωσε ότι κινήθηκε τότε δεξιότερα δεχόμενος ότι εισήλθε και στην άλλη λωρίδα κυκλοφορίας. Δέχθηκε ότι στο σημείο που επιχείρησε να προσπεράσει υπήρχε συνεχόμενη άσπρη γραμμή. Δέχθηκε παράλληλα ότι στο σημείο υπάρχει διάβαση πεζών και υπήρχε σχετική διακεκομμένη άσπρη γραμμή. Δέχθηκε παράλληλα ότι στη φωτογραφία 3Α φαίνεται να υπάρχει διακεκομμένη γραμμή. Ήταν η θέση του ότι είδε το όχημα του Εναγόμενου περίπου 3 ‑ 5 μέτρα πριν το ατύχημα. Σε ερώτηση αν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο αποφυγής της σύγκρουσης, απάντησε ότι δεν υπολόγισε ότι ο Εναγόμενος θα εισερχόταν στον δρόμο. Επέμεινε, επίσης, ότι η ενέργεια του Εναγομένου 2 ήταν τόσο απότομη και βίαιη, ώστε ήταν αδύνατο να αποφύγει το ατύχημα. Επανέλαβε ότι στον χώρο προσήλθε ο αστυνομικός που ανέφερε στην κυρίως εξέτασή του και ότι ο αστυνομικός κατάρτισε σχέδιο, το οποίο υπέγραψαν οι εμπλεκόμενοι οδηγοί. Δέχθηκε, επίσης, ότι οι οδηγοί έδωσαν και κατάθεση. Σε υποβολή ότι το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 2 βρισκόταν σταματημένο στο κατήφορο και είχε αναμμένο τον σηματοδότη του για να στρίψει δεξιά, απάντησε ότι δεν είδε κάτι τέτοιο. Αρνήθηκε, όμως, την υποβολή ότι ο λόγος που δεν είδε κάτι τέτοιο ήταν ένεκα της μεγάλης ταχύτητας που οδηγούσε. Σε υποβολή ότι επιχείρησε να προσπεράσει σε συνεχόμενη άσπρη γραμμή, απάντησε ότι δεν προσπάθησε να προσπεράσει, αλλά προσπάθησε να αποφύγει το όχημα του Εναγομένου
  7. Επόμενος μάρτυρας για τον Ενάγοντα ήταν ο XXXXX Χριστοδούλου, Αστυφύλακας XXXXX, ΜΕ
  8. Ο ΜΕ2 δήλωσε ότι υπηρετεί ως αστυνομικός από το 1982 και έχει μεγάλη πείρα σε σχέση με τροχαία ατυχήματα. Γνωρίζει τον ενάγοντα επειδή τον βλέπει στην περιοχή. Μετά το δυστύχημα κλήθηκε να μεταβεί στη σκηνή. Στον χώρο βρισκόταν κάποια συνάδελφος από τον Αστυνομικό Σταθμό Κακοπετριάς. Αναγνώρισε ακολούθως το Τεκμήριο
  9. Επί του Τεκμηρίου 2 αναγνώρισε τις υπογραφές των οδηγών των ενεχομένων οχημάτων. Εξήγησε ότι δεν υπάρχει επεξηγηματικός κατάλογος επί του Τεκμηρίου 2, καθότι κάθε 5 χρόνια καταστρέφονται οι φάκελοι. Όταν μετέβη στη σκηνή πήρε διάφορα μέτρα, είδε τα οχήματα στην τελική τους θέση και προχώρησε στη σκιαγράφηση του σχεδιαγράμματος. Δεν θυμόταν όμως αν μίλησε με τους ενεχόμενους οδηγούς. Η εξέταση της υπόθεσης διεκπεραιώθηκε από τον Αστυνομικό Σταθμό Κακοπετριάς, όπου λήφθηκαν καταθέσεις από τους ενεχόμενους οδηγούς. Ως προς την αστυνομική έκθεση, εξήγησε ότι ο ίδιος δεν έκαμε κάτι σε σχέση με αυτήν. Σε ερώτηση αν το περιεχόμενο της αστυνομικής έκθεσης, Τεκμήριο 2, αντικατοπτρίζει τα όσα είδε στη σκηνή, απάντησε ότι δεν γνωρίζει τις καταθέσεις που λήφθηκαν από τους 2 οδηγούς. Εξήγησε ότι κατά την ετοιμασία της έκθεσης, λαμβάνεται υπόψη το σχεδιαγράφημα και οι καταθέσεις. Ως προς το σημείο σύγκρουσης υπέδειξε ότι αυτό φαίνεται με το γράμμα Χ επί του σχεδιαγραφήματος. Το σημείο Χ τέθηκε καθ' υπόδειξη των 2 οδηγών. Στην υπό κρίση υπόθεση ένα σημείο Χ βρίσκεται, αυτό που υπέδειξαν οι 2 οδηγοί. Δήλωσε τέλος ότι δεν μπορεί να προσδιορίσει το αν το όχημα XXXXX94 κινείτο με μεγάλη ή μικρή ταχύτητα καθότι δεν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε πως ό,τι βρήκε στη σκηνή το έθεσε στο σχεδιάγραμμα. Ως προς τις συνθήκες του δρόμου δέχθηκε ότι πριν το σημείο του ατυχήματος υπάρχει στροφή. Ανέφερε ότι αυτή βρίσκεται σε απόσταση 200 ‑ 150 μέτρα. Η περιοχή όπου επεσυνέβη το ατύχημα είναι κατοικημένη περιοχή και το όριο ταχύτητας είναι 50 χ.α.ω. Επανέλαβε ότι δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια, για να διερευνήσει την ταχύτητα των ενεχόμενων οχημάτων και ότι δεν υφίσταντο ίχνη τροχοπέδησης. Δέχθηκε παράλληλα ότι, η πρώτη και η δεύτερη φωτογραφία επί του Τεκμηρίου 3, απεικονίζουν τη σκηνή του ατυχήματος. Ως προς την κατάσταση του δρόμου δήλωσε ότι στο σημείο που έγινε η σύγκρουση υπάρχει διακεκομμένη γραμμή και εξήγησε επίσης ότι η διακεκομμένη γραμμή υπάρχει στο σημείο όπου υφίσταται πάροδος. Αντίθετα, όπου υπάρχει συνεχόμενη άσπρη γραμμή απαγορεύεται το προσπέρασμα. Εξήγησε περαιτέρω ότι η διακεκομμένη γραμμή δεν συνεπάγεται ότι επιτρέπεται το προσπέρασμα, αλλά υφίσταται μόνο για τα οχήματα τα οποία επιχειρούν στροφή είτε δεξιά, είτε αριστερά. Ο ΜΕ2 δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί αν ρώτησε τους 2 ενεχόμενους οδηγούς για το πώς επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, ήταν όμως βέβαιος ότι του υπέδειξαν το σημείο Χ. Σε ερώτηση να απαντήσει εάν το σημείο Χ βρίσκεται στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας ή στο κέντρο του δρόμου, υπέδειξε στο σημείο Ε, επί του σχεδίου και εισηγήθηκε ότι προκύπτει αβίαστα το πού βρίσκεται το σημείο Χ. Τελικά εξήγησε ότι το μόνο που έπραξε στη σκηνή ήταν να καταγράψει το σημείο Χ, ως η υπόδειξη των οδηγών, το οποίο όμως τους επεξήγησε πριν την υπογραφή. Ήταν σαφής παράλληλα ότι η συμφωνία των 2 οδηγών αφορούσε το σχεδιάγραμμα και όχι οτιδήποτε άλλο ή το πόρισμα της Αστυνομίας. Ήταν σαφής επίσης ότι αν υπήρχαν ίχνη τροχοπέδησης θα τα κατέγραφε στο σχετικό σχέδιο. Δεν ήταν όμως σε θέση να απαντήσει για τον χρόνο που απαιτείται για κάποιο όχημα να σταματήσει ανάλογα με την ταχύτητα με την οποία κινείται. Ήταν η θέση του, όμως, ότι στο σημείο όπου επεσυνέβη το ατύχημα και να θέλει κάποιος να τρέξει με το όχημά του, δεν μπορεί λόγω των συνθηκών του δρόμου. Μετά το πέρας της υπόθεσης για τον Ενάγοντα, τη σκυτάλη της μαρτυρίας έλαβε η πλευρά των Εναγομένων. Πρώτος μάρτυρας για του Εναγομένους ήταν ο Εναγόμενος 2, ΜΥ
  10. Ο Εναγόμενος 2 - ΜΥ1 κατά την κυρίως εξέτασή του, η οποία έλαβε τη μορφή γραπτής δήλωσης, κατέθεσε 3 Τεκμήρια. Συγκεκριμένα κατέθεσε αντίγραφο πιστοποιητικού του οχήματος XXXXX12 ως Τεκμήριο 5, ασφαλιστικό συμβόλαιο ημερομηνίας 16.01.09 ως Τεκμήριο 6 και εκτίμηση ζημιών ημερομηνίας 3.07.09 ως Τεκμήριο
  11. Ο Εναγόμενος 2 δήλωσε ότι οδηγούσε το όχημα XXXXX12 κατ' εξουσιοδότηση της Εναγόμενης 1 για σκοπούς εκτέλεσης της εργασίας του. Τον επίδικο χρόνο οδηγούσε το εν λόγω όχημα στην οδό Φιλίππου Λοΐζου στη Γαλάτα με κατεύθυνση προς το χωριό Γαλάτα. Σε κάποιο σημείο του δρόμου υπήρχε πάροδος προς τα δεξιά, η οποία οδηγούσε προς το δημοτικό σχολείο Γαλάτας. Ο Εναγόμενος 2 ελάττωσε ταχύτητα και άναψε τον φωτεινό σηματοδότη του δείχνοντας την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά. Τότε επιχείρησε στροφή δεξιά προς την πάροδο, αφού προηγουμένως έλεγξε τον δρόμο πίσω του από τα πλαϊνά του καθρεφτάκια. Καθώς επιχείρησε στροφή προς τα δεξιά, το όχημα που οδηγούσε ο Ενάγοντας παράνομα και παραβιάζοντας την άσπρη συνεχόμενη γραμμή επί του δρόμου επιχείρησε να τον προσπεράσει οδηγώντας με πολύ μεγάλη ταχύτητα. Το όχημα του Ενάγοντα χτύπησε στο δεξιό μπροστινό και πλάγιο μέρος του οχήματος που οδηγούσε. Όλα τα γεγονότα τα ανέφερε και τα έγραψε επί του Τεκμηρίου
  12. Δήλωσε περαιτέρω ότι στη σκηνή ήρθε ο ΜΕ2, ο οποίος έκανε μετρήσεις και ετοίμασε πρόχειρο σχεδιαγράφημα, το οποίο υπέγραψε τόσο ο ίδιος, όσο και o Ενάγοντας. Εξέφρασε περαιτέρω τη θέση ότι διαφωνεί με την κατάληξη που καταγράφεται στην αστυνομική έκθεση Τεκμήριο
  13. Κατά την αντεξέτασή του δήλωσε ότι την επίδικη ημερομηνία βρισκόταν στον χώρο, επειδή εκτελούσε εργασία προς όφελος της Εναγομένης
  14. Στο επίδικο σημείο βρισκόταν για να προβεί σε επιθεώρηση, σε έργο το οποίο είχε αναλάβει η εναγόμενη 1, ήτοι την ανέγερση του αθλητικού κέντρου Κουκουλαρίδη. Δήλωσε, επίσης, ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ο Ενάγοντας προφανώς ερχόταν από πίσω του. Ο ίδιος παρατήρησε τον Ενάγοντα την τελευταία στιγμή πριν τη σύγκρουση, καθότι λόγω της στροφής που υπήρχε στον δρόμο η ορατότητα ήταν περιορισμένη. Επέμεινε ότι ο Ενάγοντας κινείτο με υπερβολική ταχύτητα καθότι η σύγκρουση ήταν δυνατή όπως τη χαρακτήρισε. Χαρακτήρισε τις ζημιές των δύο οχημάτων ως σοβαρές. Επέμεινε ότι ο ίδιος μετά τη στροφή έφτασε στο σημείο και επιχείρησε να στρίψει δεξιά. Επανέλαβε ότι ο ίδιος έδειξε την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά, έλεγξε τον δρόμο από τα καθρεφτάκια του και κατά τη στιγμή που ξεκίνησε να στρίβει δεξιά ο Ενάγοντας του ανέκοψε την πορεία. Επέμεινε ότι ο ίδιος έδειξε έγκαιρα την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά. Υπέδειξε επί του σχεδιαγραφήματος, Τεκμήριο 2, το σημείο στο οποίο είδε τον Ενάγοντα. Κατά τη στιγμή του ατυχήματος ο ίδιος είχε ήδη στρίψει το τιμόνι του δεξιά κάτι που κατά τον ίδιο αποδεικνύεται από τις ζημιές, αφού ο Ενάγοντας είχε χτυπήσει στον τροχό του. Ήταν σταθερός στη θέση του ότι έλεγχε τα καθρεφτάκια στο μέτρο του ανθρωπίνως δυνατού. Αρνήθηκε την υποβολή ότι κατά τον χρόνο του ατυχήματος ο ίδιος ήταν αποσυντονισμένος και δεν έλεγχε τα καθρεφτάκια του. Όταν του υποδείχθηκαν τα Τεκμήρια 3Κ και M, απάντησε ότι η ταχύτητα του οχήματος του Ενάγοντα ήταν τόσο μεγάλη που ενώ ο ίδιος ήδη βρισκόταν στην πορεία προς τα δεξιά, το όχημα του Ενάγοντα τον προσπέρασε, με αποτέλεσμα να χτυπήσει τον μπροστινό δεξιό τροχό και προφυλακτήρα του οχήματός του. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ο ίδιος χτύπησε τον Ενάγοντα στην αριστερή του πλευρά κατά τον χρόνο που επιχειρούσε να στρίψει και τον έβγαλε εκτός πορείας. Παράλληλα αρνήθηκε την υποβολή ότι το όχημά του ήταν σταματημένο στην αριστερή πλευρά του δρόμου. Επέμεινε ότι η επί καθήκοντι αστυνομικός προσπαθούσε να τον πείσει να παραδεχθεί ότι είχε ο ίδιος ευθύνη. Σε σχέση με το σχεδιαγράφημα της σκηνής δήλωσε ότι αποδέχεται το περιεχόμενό του αφού το έχει υπογράψει τόσο ο ίδιος όσο και ο Ενάγοντας. Αρνήθηκε, όμως, ότι τα όσα αναφέρονται στην αστυνομική έκθεση αντικατοπτρίζουν την πραγματικότητα. Επέμεινε, επίσης, ότι ουδέποτε παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε την ευθύνη. Αρνήθηκε την υποβολή ότι τα όσα καταγράφει το Τεκμήριο 6 αποτελούν μια προσπάθεια να αποφύγει τις ευθύνες του. Αρνήθηκε, επίσης, την υποβολή ότι τα όσα καταγράφει το Τεκμήριο 6 δεν είναι η πραγματικότητα. Παράλληλα αρνήθηκε ότι την επίδικη ημερομηνία το όχημά του βρισκόταν σταματημένο στην οδό Φιλίππου Λοΐζου. Επίσης, αρνήθηκε την υποβολή ότι ενώ το όχημά του ήταν σταματημένο στο ύψος της παρόδου ήταν απασχολημένος με την εργασία του. Περαιτέρω, αρνήθηκε την υποβολή ότι, ενώ το όχημά του βρισκόταν σταματημένο και ο ίδιος ασχολείτο με το να λαμβάνει σημειώσεις, αποφάσισε να κατευθυνθεί προς τα δεξιά. Επιπρόσθετα, αρνήθηκε την υποβολή ότι ο Ενάγοντας αναγκάστηκε να οδηγήσει στη δεξιά λωρίδα του δρόμου, επειδή ο ίδιος ήταν σταματημένος σε αυτήν. Επόμενος μάρτυρας για την Υπεράσπιση ήταν ο XXXXX Αγαθαγγέλου, ΜΥ
  15. Κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι είναι μηχανικός, εκτιμητής και εμπειρογνώμονας τροχαίων δυστυχημάτων. Ασκεί το επάγγελμα του εκτιμητή από το 1983 και το επάγγελμα του εμπειρογνώμονα τροχαίων δυστυχημάτων από το
  16. Σε σχέση με την εν λόγω υπόθεση ετοίμασε σχετική έκθεση, η οποία κατατέθηκε ως μέρος της εξέτασής του. Υιοθέτησε παράλληλα το περιεχόμενο αυτής. Κατά την κυρίως εξέτασή του κατατέθηκε ως Τεκμήριο 8 έγγραφο σε σχέση με τα στοιχεία του οχήματος του Εναγόμενου, όπως τηρούνται από το Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Ως Τεκμήριο 9 κατατέθηκαν τα στοιχεία του οχήματος του Ενάγοντος ως αυτά τηρούνται στο Τμήμα Οδικών Μεταφορών. Περαιτέρω κατέθεσε ως Τεκμήριο 10 αεροφωτογραφία την οποία έλαβε από το πρόγραμμα Google Maps. Ως Τεκμήριο 11 κατέθεσε σχεδιαγράφημα της σκηνής, ως Τεκμήριο 12 κατέθεσε σχεδιαγράφημα της σκηνής που απεικονίζει τις θέσεις των οχημάτων σε απόσταση ενός δευτερολέπτου πριν από το σημείο «Χ». Ως Τεκμήριο 13 κατέθεσε σχετικό πίνακα αναφορικά με τις συνήθεις αποστάσεις φρεναρίσματος και τέλος ως Τεκμήριο 14 κατέθεσε αντίγραφο από τον κώδικα οδικής κυκλοφορίας. Κατά την κυρίως εξέτασή του δήλωσε ότι ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι το όχημα του Εναγόμενου ήταν σταματημένο, και ξεκίνησε για να εισέλθει εντός του δρόμου με πρόθεση να στρίψει δεξιά στην πάροδο, δεν ευσταθεί. Εξήγησε ότι για να ευσταθούσε η πιο πάνω θέση το όχημα του Εναγόμενου θα έπρεπε να αναπτύξει ταχύτητα πάνω από 20 χιλιόμετρα ανά ώρα σε ένα δευτερόλεπτο, δυνατότητα την οποία δεν έχει σύμφωνα με τα τεχνικά δεδομένα του κατασκευαστή. Επίσης, δήλωσε ότι δεν μπορεί να ευσταθεί ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι λόγω της καμπυλότητας του δρόμου δεν μπορούσε να δει αν υπήρχε σταθμευμένο όχημα στην ισχυριζόμενη απόσταση. Ισχυρίστηκε, επιπλέον, ότι η περιγραφή στην αστυνομική έκθεση είναι ατεκμηρίωτη και στηρίχθηκε μόνο στον ισχυρισμό του Ενάγοντος. Περαιτέρω, εξήγησε ότι το κόκκινο σημάδι που φαίνεται επί του Τεκμηρίου 10 συσχετίζεται με το σημείο σύγκρουσης απλά το έχει τοποθετήσει αριστερότερα, για να μην αλλοιώσει την εικόνα. Επιπρόσθετα σε σχέση με το Τεκμήριο 10 εξήγησε ότι αυτό είναι σχέδιο σε κλίμακα 1:1000 και υπέδειξε ότι η απόσταση του σημείου σύγκρουσης από τη στροφή είναι 35 μέτρα. Ερωτηθείς σε σχέση με το εύρημά του ότι το όχημα XXXXX12 για να φτάσει στην ταχύτητα των 20 χ.α.ω, χρειάζεται 3.7 δευτερόλεπτα, εξήγησε ότι τα 20 χιλιόμετρα αντιστοιχούν σε 5,5 μέτρα ανά δευτερόλεπτο. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι η σχετική αναφορά έγινε, ώστε να καταδείξει ότι το όχημα XXXXX12 δεν θα μπορούσε από στάση να φθάσει στο σημείο σύγκρουσης, υπό τα δεδομένα της υπό κρίση υπόθεσης. Επιπλέον, ως προς το εύρημά του ότι το όχημα XXXXX74 κινείτο με ταχύτητα 60 χ.α.ω ανά ώρα, εξήγησε ότι υπολόγισε αυτό με βάση τον πίνακα, Τεκμήριο
  17. Συγκεκριμένα έλαβε υπόψη το γεγονός ότι το όχημα XXXXX σταμάτησε 30 μέτρα από το σημείο «Χ» και κατέληξε με αναφορά στο Τεκμήριο 14 ως προς την ταχύτητα αυτού. Ακολούθως ο μάρτυρας εξήγησε τις έννοιες «thinking distance» και «breaking distance» στο Τεκμήριο
  18. Κατά την αντεξέτασή του κατέθεσε επιστολή του ιδίου, ημερομηνίας 5.6.2009, ως Τεκμήριο
  19. Ακολούθως ο μάρτυρας υιοθέτησε το συμπέρασμά του επί του Τεκμήριου
  20. Επιπλέον, ο μάρτυρας αναγνώρισε και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 18 έγγραφο με τίτλο typical stopping distances, ως Τεκμήριο 19 έγγραφο με τίτλο typical stopping distances Rule 126 και ως Τεκμήριο 20 αντίγραφο της σελίδας 76 του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας. Ο ΜΥ2, δέχθηκε ότι όταν κάποιο όχημα είναι μεγαλύτερο, τότε ίσως χρειαστεί περισσότερο χρόνο να σταματήσει. Όμως, σε ταχύτητες 50 ή 60 χιλιομέτρων ανά ώρα αυτή η διαφορά είναι μηδαμινή. Σε υποβολή ότι οι αριθμοί που φαίνονται στα Τεκμήρια 13 και 14 είναι πρόχειρες εκτιμήσεις, απάντησε ότι όλοι οι πίνακες είναι ενδεικτικοί. Ανέφερε, όμως, ότι στην υπό κρίση περίπτωση θεωρεί ότι η αναφορά στο ότι το όχημα του Ενάγοντα κινείτο με 60 χ.α.ω ήταν η πιο ευνοϊκή για τον Ενάγοντα εκδοχή. Σε ερώτηση να εξηγήσει γιατί δεν κατέγραψε στην έκθεσή του ότι οι πίνακες που αναφέρει είναι ενδεικτικοί, απάντησε ότι δεν το έπραξε, επειδή αυτό εννοείται. Εξήγησε, περαιτέρω, ότι ο χρόνος αντίδρασης διαφέρει ανάλογα με την ηλικία, σωματική ή ψυχολογική κατάσταση και άλλους παράγοντες. Ήταν σαφής ότι ο χρόνος αντίδρασης, ο οποίος καθορίζεται στο Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας, καθορίστηκε μετά από μελέτες. Επέμεινε, επίσης, ότι οι ταχύτητες που υπολόγισε ήταν εντός των πλαισίων που μπορούσε να κινείται κάποιος οδηγός στον συγκεκριμένο δρόμο. Υπέδειξε παράλληλα ότι κανένας κατασκευαστής δεν έχει εγχειρίδιο, το οποίο να καταγράφει την απόσταση που χρειάζεται κάποιο αυτοκίνητο να σταματήσει. Σε σχέση με κάποιες διαφορές στις αποστάσεις που καταγράφουν τα Τεκμήρια 13 και 14, εξήγησε ότι είναι πολύ μικρές και δεν έχουν ουσιαστική διαφορά. Ακολούθως δήλωσε ευθέως ότι ο ίδιος δεν κατέληξε σε ακριβή ταχύτητα, αλλά η ουσιαστική κατάληξή του ήταν ότι το όχημα του Ενάγοντα υπερέβη τα 50 χ.α.ω. Το πιο πάνω εύρημα, κατά τον ίδιο, δεν μπορούσε να επηρεαστεί από το γεγονός ότι οι πίνακες, Τεκμήρια 13 και 14, αφορούν οχήματα 4 μέτρων, ενώ το όχημα του Ενάγοντα ήταν μήκους 5 μέτρων. Επέμεινε, επίσης, ότι οι όποιες διαφορές και εάν υπάρχουν στου αριθμούς ή δεδομένα που έλαβε υπόψη δεν μπορούν να μεταβάλουν τα βασικά του συμπεράσματα περί υπέρβασης του ορίου ταχύτητας εκ μέρους του Ενάγοντα και περί το ότι το όχημα του Εναγομένου 2 ήταν εν κινήσει. Δέχθηκε, όμως, ότι δεν μίλησε με οποιοδήποτε από τους ενεχόμενους οδηγούς, αλλά έλαβε μόνο υπόψη τους ισχυρισμούς όπως του δόθηκαν από την Αστυνομία. Εξήγησε, επιπρόσθετα, ότι η δεύτερη έκθεσή του είναι μεγαλύτερη από την αρχική του, Τεκμήριο 17, επειδή έγινε μεγαλύτερη τεκμηρίωση. Εισηγήσεις των Διαδίκων Μετά το πέρας της ακροαματικής διαδικασίας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων με εμπεριστατωμένες αγορεύσεις αγόρευσαν γραπτώς προωθώντας ο καθένας τις θέσεις του. Αξιολόγηση Μαρτυρίας Κατ' αρχάς τονίζεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας γίνεται κατά κύριο λόγο στη βάση της μαρτυρίας που σχετίζεται με τα επίδικα θέματα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Τσιαττές ν. Solomonides (Cartridges Industries) Ltd
(2009)1 A.A.Δ. 974 και Mirza Feiz Hasan v. Μιχάλη Ανδρέου, ECLI:CY:AD:2015:A803, Π.Ε 2/2011, ημερομηνίας 2.12.2015. Τονίζεται ότι στη παρούσα ο ισχυρισμός για ύπαρξη κακοτεχνιών αφορούσε μόνο συγκεκριμένες εργασίες, οι οποίες καταγράφηκαν στην Υπεράσπιση των Εναγόμενων. Έχω παρακολουθήσει τους μάρτυρες στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης, έχοντας την ευκαιρία να παρακολουθήσω τις αντιδράσεις τους, φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο που απαντούν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, ή την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, παράγοντες που, σύμφωνα με τη νομολογία, ενέχουν ιδιαίτερη σπουδαιότητα κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου
(1999)1 Α.Α.Δ. 1273. Δεν παραγνωρίζω βέβαια ότι τα πιο πάνω στοιχεία μπορούν να προσδώσουν θετικότητα στη μαρτυρία ενός μάρτυρα, αλλά δεν μπορούν να αποτελέσουν τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας του. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 1797. Προσεγγίζω, συνεπώς, το καθήκον αξιολόγησης της μαρτυρίας ενός μάρτυρα με γνώμονα το περιεχόμενο, την ποιότητα, την πειστικότητα, αλλά και τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία. Σχετική είναι η απόφαση Ομήρου v. Δημοκρατίας
(2001)2 Α.Α.Δ. 506. Περαιτέρω, όπου είναι δυνατό, η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων. Σχετική είναι η απόφαση Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα
(1992)1 Α.Α.Δ 1056 και η πρόσφατη απόφαση Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, ECLI:CY:AD:2018:A179, Π.Ε 185/2012, ημερομηνίας 19.4.2018. Έχω επίσης κατά νου την αρχή ότι μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς, ενώ δεν θεωρείται επιλήψιμη η επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Kadis v. Nicolaou
(1986)1 C.L.R 212, 216, Χρίστου ν. Khoreva
(2002)1(A) Α.Α.Δ. 45. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Χριστοφίνης ν. Φραντζή ECLI:CY:AD:2017:C35, Πολ. Έφεση328/11, ημερομηνίας 31.5.2017, υποδείχθηκε ότι το περιεχόμενο της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα υπόκειται στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας. Περαιτέρω, δείκτη ως προς την αξιοπιστία κάποιου μάρτυρα αποτελεί και η προβολή ισχυρισμών που συγκρούονται με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς ή βρίσκονται σε διάσταση με αυτούς. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Νεοφύτου κ.ά ν. Γερακιώτη,
(2010)1 Α.Α.Δ. 25 και Χρίστου ν. Ηροδότου
(2008)1 Α.Α.Δ. 676. Διευκρινίζω επίσης ότι οι υποβολές των συνηγόρων από μόνες τους δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αργότερα αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν απλά μετέωροι ισχυρισμοί. Σχετική είναι η απόφαση Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας
(2012)2 Α.Α.Δ. 640. Τονίζεται, περαιτέρω, ότι η πραγματική μαρτυρία αποτελεί κατά κανόνα καλό οδηγό για τη διακρίβωση της αξιοπιστίας των μαρτύρων, βοηθά στην καλύτερη κατανόηση των συνθηκών του δυστυχήματος και στην εξαγωγή λογικών συμπερασμάτων. Σχετική είναι η απόφαση Νικήτα Ελένη ν. Κυπριακού Οργανισμού Αθλητισμού
(2003)1 ΑΑΔ 344. Όμως πραγματική μαρτυρία είναι αυτή που πηγάζει, όπως υποδηλώνει ο ίδιος ο όρος, από τα ίδια τα πράγματα και μόνο. Σχετική είναι η απόφαση Κυριακίδου ν. Νικολάου
(1993)1 Α.Α.Δ 45. Ιδίως σε τροχαία ατυχήματα το σχέδιο του ατυχήματος ενέχει σημαντική αξία και χρησιμότητα για την ιχνηλάτιση των περιστατικών του ατυχήματος, την κρίση της αξιοπιστίας και έλεγχο της ακρίβειας της προφορικής μαρτυρίας. Σχετική είναι η απόφαση Ευαγγέλου ν. Γιαννακού
(1992)1 ΑΑΔ (Β) 1243. Περαιτέρω, όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης σελ 337, οι φωτογραφίες μπορούν να κατατεθούν ως πραγματική μαρτυρία για την κατάδειξη ζημιών σε όχημα ή για τον σκοπό αντεξέτασης ως προς τις συνθήκες πρόκλησης του ατυχήματος. Αξιολόγηση μαρτυρίας πραγματογνώμονα Ιδίως ως προς την αξιολόγηση της μαρτυρίας πραγματογνωμόνων το Δικαστήριο έχει υπόψη ότι οι εν λόγω μάρτυρες, κατ' εξαίρεση του γενικού κανόνα που απαγορεύει την έκφραση γνώμης από μάρτυρα, μπορούν να εκφράσουν γνώμη αναφορικά με ζητήματα που εμπίπτουν στη σφαίρα της ειδικότητάς τους. Σχετική είναι η απόφαση Νικολάου ν. Σταύρου
(1992)1 Α.Α.Δ 746. Ασφαλώς οι πραγματογνώμονες μάρτυρες δεν αντιμετωπίζονται διαφορετικά από το Δικαστήριο επειδή είναι πραγματογνώμονες και η μαρτυρία τους αξιολογείται στη βάση των ίδιων αρχών που αξιολογείται η μαρτυρία όλων των μαρτύρων, πλην όμως η συμπεριφορά τους στο εδώλιο του μάρτυρα δεν είναι τόσο σημαντική για τους σκοπούς εκτιμήσεως της αξιοπιστίας τους, όπως στην περίπτωση ενός μάρτυρα πάνω σε γεγονότα. Σχετικό είναι το σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης , Ουσιαστικές και Δικονομικές Πτυχές» σελ. 582 και η απόφαση Αθηνής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ 41. Στην υπό κρίση υπόθεση δεν έχει προσφερθεί διιστάμενη μαρτυρία πραγματογνωμόνων, ώστε το Δικαστήριο να απαιτείται να αξιολογήσει επί διιστάμενων εκδοχών, σύμφωνα με τις αρχές της απόφασης Daria Novichkova ν. Θέμη Βλάβη
(2012)1 Α.Α.Δ.
  1. Όμως, το γεγονός ότι η μαρτυρία πραγματογνώμονα δεν έχει αντικρουσθεί δεν επαρκεί από μόνο του για την αποδοχή της. Σχετική είναι η πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Μιχαηλίδου ν. Societe Generale Bank-Cyprus Ltd, ECLI:CY:AD:2018:B388, Ποιν. Έφεση 233/16, ημερομηνίας 10.9.
  2. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το Δικαστήριο έχει καθήκον, σε κάθε περίπτωση, να αιτιολογήσει την αποδοχή ή την απόρριψη της μαρτυρίας του πραγματογνώμονα. Σχετικά παραπέμπω, επίσης, στο σύγγραμμα των Ηλιάδη & Σάντη Το Δίκαιο της Απόδειξης , Ουσιαστικές και Δικονομικές Πτυχές σελ
  3. Αξιολόγηση ΜΥ2 Το ζήτημα του ποιος αποτελεί πραγματογνώμονα αποφασίζεται από το Δικαστήριο με γνώμονα είτε τα ακαδημαϊκά του προσόντα είτε την πείρα του. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Evangelou & another v. Ambizas & another
(1982)1 C.L.R. 41, Φιλίππου ν. Οδυσσέως
(1989)1 Α.Α.Δ. 1 και Θεοσκέπαστη Φάρμ ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από τα όσα ανέφερε ο ίδιος ο μάρτυρας ως προς τα προσόντα του και τη μη αμφισβήτηση αυτών, δέχομαι ότι ο ΜΥ2 είναι μάρτυρας πραγματογνώμονας. Ως προς τη μαρτυρία του αποδέχομαι ότι μέρος αυτής εξηγήθηκε με τη δέουσα επιστημονικότητα κα σαφήνεια. Συγκεκριμένα η θέση του ως προς το ότι το όχημα του Ενάγοντα κινείτο με ταχύτητα πέραν των 50 χ.α.ω γίνεται αποδεκτό, αφού επεξηγήθηκε με τη δέουσα επιστημονικότητα και σαφήνεια. Ειδικότερα ο ΜΥ2 εξήγησε το σχετικό εύρημά του στη βάση της έκτασης των ζημιών και την παραμόρφωση, την οποία υπέστησαν τα ενεχόμενα οχήματα. Αντίθετα το συμπέρασμά του ότι το όχημα του Ενάγοντα κινείτο με ταχύτητα 60 χ.α.ω δεν μπορεί να γίνει δεκτό, καθότι, ως ο ίδιος δήλωσε, δεν υπολόγισε με ακρίβεια την ταχύτητα. Επιπλέον, το εύρημά του ότι το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 2, για να φτάσει από σημείο στάσης στο κέντρο του δρόμου, έπρεπε να αναπτύξει ταχύτητα 20 χ.α.ω ανά ώρα, σε ένα δευτερόλεπτο, εξηγήθηκε με τη δέουσα επιστημονικότητα και με αναφορά στα τεχνικά δεδομένα του επίδικου οχήματος. Συνεπώς, η πιο πάνω θέση μπορεί να γίνει δεκτή. Επιπρόσθετα, η θέση του ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται 35 μέτρα μετά από την έξοδο από στροφή έχει επεξηγηθεί με αναφορά σε σχετική αεροφωτογραφία με παραπομπή στην κλίμακά της . Έτσι το συμπέρασμα του μάρτυρα προκύπτει μέσα από τα σχετικά τεκμήρια και την επεξήγηση αυτών. Συνακόλουθα, αποδέχομαι τη σχετική θέση του μάρτυρα. Επίσης, η γνώμη που εξέφρασε στο Τεκμήριο 17 όσο και κατά τη μαρτυρία του ότι την αποκλειστική ευθύνη έχει ο Ενάγοντας, δεν μπορεί να ληφθεί υπόψη, αφού αυτή συνδέεται με το τελικό συμπέρασμα του Δικαστηρίου. Έτσι το Δικαστήριο μπορεί να βασισθεί μερικώς στη μαρτυρία του ΜΥ
  2. Η μαρτυρία του Ενάγοντα Σε κάποιο βαθμό η μαρτυρία του ΜΕ1 συνάδει με το σχεδιαγράφημα της σκηνής, αφού ο ίδιος έκανε δεκτό ότι βρισκόταν ουσιαστικά στην άλλη λωρίδα κυκλοφορίας. Επιπλέον, η θέση του ότι στον δρόμο υπήρχε χαραγμένη συνεχής άσπρη γραμμή συνάδει με την ολότητα της μαρτυρίας. Η βασική θέση του Ενάγοντα ότι ξαφνικά το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 2 εισήλθε στον δρόμο και συγκρούστηκε μαζί του δεν μπορεί να είναι πειστική. Συγκεκριμένα, η θέση του ότι είδε το όχημα του Εναγομένου 2 σταματημένο στην άκρη του δρόμου και παρά ταύτα κινήθηκε δεξιότερα, δεν συνάδει με τη λογικά αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων. Εφόσον, το όχημα του Εναγομένου 2 βρισκόταν στην άκρη του δρόμου, δεν υπήρχε λόγος για τον Ενάγοντα, προτού εκδηλωθεί η κατ' ισχυρισμόν απότομη και ξαφνική ενέργεια του Εναγομένου 2, να κινηθεί δεξιότερα εισερχόμενος στην αντίθετη κατεύθυνση. Περαιτέρω, η πιο πάνω βασική θέση του Ενάγοντα αντικρούεται από το σύνολο της ενώπιόν μου μαρτυρίας. Ειδικότερα, ο ΜΕ1 δήλωσε ότι πρόσεξε το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος περίπου 3 ‑ 5 μέτρα πριν το ατύχημα και η ενέργεια το τελευταίου ήταν απότομη και βίαιη. Όμως, όπως εξηγήθηκε από τον ΜΥ2 ήταν αδύνατο για το όχημα του Εναγομένου να αναπτύξει τέτοια ταχύτητα, ώστε να βρεθεί από θέση στάσης ξαφνικά στο κέντρο του δρόμου. Επιπλέον, από το γεγονός ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται εντός της αντίθετης λωρίδας, σε συνδυασμό με το ότι δεν έγινε δεκτή η εκδοχή του ότι ο Εναγόμενος 2 εκκίνησε απότομα από την άκρη του δρόμου, δεν μπορεί να γίνει δεκτή η έτερη βασική του θέση ότι κινείτο κανονικά στη λωρίδα του και εισήλθε στην αντίθετη, για να αποφύγει τη σύγκρουση. Εφόσον δεν έγινε δεκτό ότι ο Εναγόμενος 2 κινήθηκε απότομα προς το στρίψιμο, συνεπάγεται ότι δεν υπήρχε αναγκαιότητα ο Ενάγοντας ξαφνικά να κινηθεί στην αντίθετη κατεύθυνση. Ως προς τη θέση του Ενάγοντα ότι το όχημά του κινείτο με ταχύτητα 30 -35 χ.α.ω ανά ώρα κρίνω ότι δεν μπορεί να είναι πειστική. Συγκεκριμένα έχω υπόψη την αρχή ότι κατά κανόνα το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργήσει ως εμπειρογνώμονας. Όμως κατ΄ εξαίρεση είναι επιτρεπτό για το πρωτόδικο Δικαστήριο, προκειμένου να αποκλείσει ή επιβεβαιώσει εκδοχή οδηγού ως προς την ταχύτητα του ιδίου ή άλλου οδηγού, να καταφύγει στην απλή κοινή λογική και εμπειρία για να αξιολογήσει την εκδοχή οποιουδήποτε από τους εμπλεκόμενους οδηγούς ώστε να καταλήξει σε συμπέρασμα κατά πόσο η ταχύτητα ενός εκ των εμπλεκομένων οδηγών ήταν ψηλή ή χαμηλή, ανάλογα με τον ισχυρισμό που τίθεται ενώπιόν του. Σχετική είναι η απόφαση Χρίστου ν, Χρίστου κ.ά, ECLI:CY:AD:2015:A483, Πολ. Έφεση 250/10, ημερομηνίας 7.5.2015, Shakolas v. Agathangelou & another
(1983)1(B) CLR 1007 και Σπύρου ν. Χριστοδούλου
(1996)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση μέσα από τις ζημιές επί των επίδικων οχημάτων, ως εμφαίνονται στο Τεκμήριο 3, και την απόσταση που χρειάστηκε τα όχημα του Ενάγοντα να σταματήσει, κρίνω ότι ως θέμα κοινής λογικής η ταχύτητα του Ενάγοντα δεν μπορεί να ήταν μόνο 30-35 χ.α.ω. Παράλληλα η πιο πάνω θέση αντικρούεται από τη μαρτυρία του ΜΥ
  2. Στη βάση των πιο πάνω κρίνω ότι είναι ακροσφαλές να βασισθώ στη βασική θέση του Ενάγοντα ως προς το πώς επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα. Αξιολόγηση μαρτυρίας ΜΕ2 Ο ΜΕ2, προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Ο ΜΕ2 ήταν το πρόσωπο το οποίο ετοίμασε το σχετικό σχεδιαγράφημα της σκηνής του ατυχήματος. Η μαρτυρία του ήταν σαφής και ουσιαστικά αδιαμφισβήτητη στο ότι το σημείο Χ το καθόρισε μετά από υπόδειξη και των δυο οδηγών. Επίσης, ήταν επεξηγηματικός ως προς το ότι το σημείο σύγκρουσης βρίσκεται στο κέντρο του δρόμου, εντός της αντίθετης λωρίδας από αυτή στην οποία που κινούνταν τα δύο ενεχόμενα οχήματα. Παράλληλα ήταν ειλικρινής ότι καμιά άλλη ενέργεια δεν έκανε στον χώρο. Η θέση του όμως ότι η έξοδος της στροφής βρίσκεται σε απόσταση 150 - 200 δεν έχει επεξηγηθεί καθ' οιονδήποτε τρόπο και έτσι δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Συνεπώς αποδέχομαι τη μαρτυρία του μερικώς για σκοπούς εξαγωγής ευρημάτων. Η μαρτυρία του Εναγομένου 2 - ΜΥ1 Η μαρτυρία του ΜΥ1 σε κάποια σημεία συνάδει τόσο με το σχεδιαγράφημα όσο και με τη μαρτυρία του πραγματογνώμονα. Σε κάποια άλλα σημεία της, όμως, στερείται πειστικότητας. Ιδιαιτέρα το σημείο όπου ο ΜΥ1 υποστήριξε ότι το όχημα του Ενάγοντα κινείτο με πολύ μεγάλη ταχύτητα δεν μπορεί να γίνει δεκτό, καθότι δεν υποστηρίζεται από οποιαδήποτε αξιόπιστη μαρτυρία. Ο ΜΥ2 υπέδειξε απλά ότι ο Ενάγοντας κινείτο με ταχύτητα πέραν του επιτρεπόμενου, αλλά δεν ήταν σε θέση να την προσδιορίσει επακριβώς. Έτσι δεν μπορεί να εξαχθεί εύρημα ότι ο Ενάγοντας κινείτο με τέτοια ταχύτητα, ώστε ήταν αδύνατο για τον ΜΥ1 να τον δει. Σχετικά παραπέμπω στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd, Πόλ. Έφεση 477/11, ημερομηνίας 15.12.2016, όπου υποδείχθηκε ότι το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Αντίθετα η θέση του ότι ο ίδιος βρισκόταν στο κέντρο του δρόμου σε σημείο όπου επιχειρούσε στροφή σε πάροδο συνάδει με το σημείο Χ, το οποίο τέθηκε στο σχεδιαγράφημα, κατόπιν συμφωνίας των δυο οδηγών, καθώς επίσης και από τις σχετικές φωτογραφίες Τεκμήρια 3 (α), (β) και (γ). Περαιτέρω, συνάδει με τη μαρτυρία του ΜΥ2, ο οποίος εξήγησε ότι ήταν αδύνατο το όχημα του Εναγομένου 2 από στάση να βρεθεί απότομα και ξαφνικά στο κέντρο του δρόμου στην άλλη λωρίδα κυκλοφορίας. Επιπρόσθετα, η θέση του ότι έδειξε με το σηματοδότη του οχήματός του την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά δεν αντικρούεται από αντίθετη αξιόπιστη μαρτυρία. Επιπλέον, σε σχέση με τις υποβολές που του έγιναν, ότι ήταν απασχολημένος στο όχημά του και ασχολείτο με την εργασία του, δεν προσήχθη οποιαδήποτε μαρτυρία και έτσι οι σχετικές υποβολές παρέμειναν αόριστες αναφορές. Συνακόλουθα, κρίνω ότι μπορώ να βασισθώ μερικώς στη μαρτυρία του ΜΥ2 για την εξαγωγή ευρημάτων. Ευρήματα Η Εναγομένη 1 είναι ιδιοκτήτρια του οχήματος ΗΤΧ 312 και ο Εναγόμενος 2 οδηγούσε αυτό στα πλαίσια των καθηκόντων του, ως εργοδοτούμενος της Εναγομένης
  3. Οι ειδικές ζημίες του Ενάγοντα ανέρχονται σε € 2.625,49, ενώ της Εναγομένης 1 σε € 2.
  4. Ο Ενάγοντας ήταν ιδιοκτήτης του οχήματος με αριθμούς εγγραφής CAV 894 και κατά τον επίδικο χρόνο οδηγούσε αυτό. Το επίδικο ατύχημα επεσυνέβη επί της οδού Φιλίππου Λοΐζου στη Γαλάτα. Τα δύο οχήματα είχαν κατεύθυνση από την πάροδο Γαλάτας προς το χωριό Γαλάτα. Στον δρόμο πριν το σημείο σύγκρουσης υπήρχε χαραγμένη άσπρη συνεχής γραμμή. Ο Εναγόμενος 2 βρισκόταν σε σημείο απέναντι από πάροδο του εν λόγω δρόμου, στην οποία υπήρχε διακεκομμένη γραμμή με κλίση δεξιά, επειδή θα επιχειρούσε να στρίψει στην πάροδο που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Ο Εναγόμενος 2 έδειξε την πρόθεσή του να στρίψει δεξιά χρησιμοποιώντας τον σηματοδότη του οχήματός του. Το όχημα του Ενάγοντα κινείτο ευθεία, αφού εξήλθε της στροφής, η οποία βρίσκεται 35 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Στο σημείο υφίστατο συνεχής άσπρη γραμμή, αλλά ο Ενάγοντας επιχείρησε να προσπεράσει εκ δεξιών το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 2, το οποίο πρόσεξε 3 - 5 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Ο Εναγόμενος 2 παρά ταύτα επιχείρησε τη στροφή δεξιά, με αποτέλεσα να επέλθει η σύγκρουση, αφού δεν πρόσεξε το όχημα του Ενάγοντα. Επιχειρώντας ο Εναγόμενος 2 τη στροφή επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα στο κέντρο του δρόμου εντός της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, όπου τέθηκε και το σημείο σύγκρουσης. Νομική Πτυχή. Η υπό κρίση αγωγή αφορά σε αγωγή για αμέλεια. Η έννοια της αμέλειας προσδιορίζεται από το άρθρο 51 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, το οποίο διαλαμβάνει τα ακόλουθα : «Αμέλεια συνίσταται: (α) στην τέλεση πράξης η οποία υπό τις περιστάσεις δεν θα τελούσε λογικό συνετό πρόσωπο ή στην παράλειψη τέλεσης πράξης την οποία υπό τις περιστάσεις τέτοιο πρόσωπο θα τελούσε ή (β) στην παράλειψη καταβολής τέτοιας δεξιότητας ή επιμέλειας για την άσκηση επαγγέλματος, επιτηδεύματος ή ασχολίας όπως ένα λογικό συνετό πρόσωπο, που έχει τα προσόντα για την άσκηση του επαγγέλματος αυτού, επιτηδεύματος αυτού ή ασχολίας θα κατέβαλλε υπό τις περιστάσεις, και στην πρόκληση ζημιάς εξαιτίας αυτής: Νοείται ότι για αυτή δύναται να τύχει αποζημίωσης μόνο το πρόσωπο έναντι του οποίου ο υπαίτιος της αμέλειας υπέχει υποχρέωση, υπό τις περιστάσεις, να μην επιδείξει αμέλεια.» Αναφορικά με το βάρος απόδειξης σε υποθέσεις αμέλειας διαφωτιστική είναι η απόφαση στην υπόθεση Σοφοκλέους ν. Καλογήρου
(1997)1 (Α) Α.Α.Δ. 369, όπου έχει κριθεί ότι το βάρος απόδειξης το φέρει ο Ενάγοντας. Περαιτέρω ο Ενάγοντας έχει υποχρέωση να αποδείξει και την αιτιώδη συνάφεια μεταξύ αμέλειας και ζημίας. Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Ράλλης Μακρίδης και Υιοί Λτδ ν. Λουκά,
(2003)1 (Α) Α.Α.Δ 447, όπου κρίθηκε ότι ο Ενάγοντας θα πρέπει θετικά να αποδείξει ότι η ζημιά ήταν αποτέλεσμα της αμέλειας του Εναγόμενου και δεν εναπόκειται στον Εναγόμενο να απαλλάξει τον εαυτό του αποδεικνύοντας ότι το δυστύχημα ήταν είτε αναπόφευκτο ή ότι δεν ήταν αποτέλεσμα της δικής του αμέλειας. Το Δικαστήριο σε υποθέσεις, όπου εγείρεται ισχυρισμός για συντρέχουσα αμέλεια, όπως στην παρούσα, αποφασίζει πρώτα αν έχει αποδειχθεί αμέλεια σε βάρος των Εναγομένων. Εάν η απόφαση είναι καταφατική, τότε εξετάζει με βάση το Άρθρο 57 αν ο Ενάγων έχει συντρέχουσα αμέλεια. Σχετική είναι η απόφαση Μαυρίδης ν. Dharaghji
(1990)1 A.A.Δ.1013. Συνεπώς, σε κάθε περίπτωση αυτό που πρέπει να αποφασισθεί πρώτα είναι το κατά πόσο έχει αποδειχθεί αμέλεια από πλευράς της οδηγού του οχήματος XXXXX12 και ακολούθως εάν υφίσταται αμέλεια εκ μέρους του Ενάγοντα. Στην υπό κρίση υπόθεση, το βάρος απόδειξης ως προς την ύπαρξη αμέλειας στο πρόσωπο του οδηγού του οχήματος XXXXX12 φέρει ο Ενάγοντας, ο οποίος οφείλει να αποδείξει τους ισχυρισμούς του στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Παράλληλα, σημειώνεται ότι το βάρος απόδειξης της ύπαρξης συντρέχουσας αμέλειας η οποιασδήποτε αμέλειας στο πρόσωπο του Ενάγοντα το φέρει ο Εναγόμενος. Η έννοια του ισοζυγίου των πιθανοτήτων έχει ερμηνευθεί νομολογιακά σε πολλές υποθέσεις. Σχετική είναι η απόφαση Μαρσέλ ν. Λαϊκής
(2001)1 Α.Α.Δ. 1858, όπου με αναφορά στις σχετικές αυθεντίες επί του θέματος, κρίθηκε ότι το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Ταυτόχρονα, όπως έχει νομολογηθεί στην υπόθεση Αθανασίου κ.ά ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614, μόνο αξιόπιστη μαρτυρία μπορεί να βαρύνει την πλάστιγγα των πιθανοτήτων. Παράλληλα, όπως έχει υποδειχθεί στην απόφαση Κύπρος Ξενοφώντος ν. Κ.Ν Zoo Bar Restaurant Ltd (ανωτέρω), το Δικαστήριο δεν επιτρέπεται να πιθανολογεί σε επίπεδο εικασιών, ως προς τα γεγονότα της υπόθεσης. Συνεπώς το Δικαστήριο θα κρίνει το κατά πόσο εκάτερος των διαδίκων πέτυχε να αποσείσει το αποδεικτικό βάρος που τον βαρύνει, μόνο με βάση τη μαρτυρία που έχει δεχθεί ως αξιόπιστη. Τονίζεται ότι, όπως έχει κριθεί στην υπόθεση Kardanos Transport Co. Limited v. Γεώργιος άλλως Κόκος Κωνσταντίνου
(2011)1 Α.Α.Δ. 267, το Δικαστήριο αποφασίζει το ζήτημα της αμέλειας υπό το φως της ολότητας της μαρτυρίας και ασχέτως του αν η μαρτυρία δόθηκε από ενάγοντα ή εναγόμενο. Σύμφωνα με τη νομολογία το καθήκον επιμέλειας κάθε οδηγού συναρτάται με τη δυνατότητα πρόβλεψης κινδύνου. Όταν η πιθανότητα δημιουργίας κινδύνου στον δρόμο είναι ευλόγως εμφανής, τότε η παράλειψη λήψης μέτρου προφύλαξης συνιστά αμέλεια. Σχετικές είναι οι αποφάσεις Μιχαήλ Φοινικαρίδης κ.ά. ν. Γεωργίου Λάμπρου Γεωργίου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ. 475 και Ελπινίκη Παναγιώτου ν. Γεώργιος Κυρ. Μαύρου
(1970)1 C.L.R. 215. Ως προς την έννοια και το εύρος του καθήκοντος επιμέλειας οδηγού οχήματος θεμελιακή είναι η απόφαση Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου
(2004)1 (Α) Α.Α.Δ. 218, όπου αναφέρθηκε ότι : «το καθήκον επιμέλειας οδηγού οχήματος «προσδιορίζεται αντικειμενικά, είναι απρόσωπο και καθολικό, οφειλόμενο σε κάθε τρίτο, που, κατά λογική πρόβλεψη μπορεί να επηρεαστεί από τις πράξεις του». Σχετικές, επίσης, είναι οι αποφάσεις Παναγιώτου ν. Αστυνομίας
(1982)1 Α.Α.Δ. 585, Σωκράτους ν. Αστυνομίας
(1989)2 Α.Α.Δ. 1, Βίκης ν. Νεοφύτου
(1990)1 Α.Α.Δ. 345, Βασιλείου ν. Αστυνομίας
(1994)2 Α.Α.Δ. 202, Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 Α.Α.Δ 420, Ξιπτέρα ν. Κυπριανού
(1997)1(Γ) Α.Α.Δ. 1696, Κουμής ν. Χίνη
(2000)1 Α.Α.Δ. 383 και Χριστοφίνης ν. Φραντζή (ανωτέρω). Ασφαλώς το καθήκον επιμέλειας περιορίζεται σε λογικά προβλεπτούς κινδύνους και δεν εκτείνεται με τρόπο, ώστε να επιβάλλεται υπέρμετρο βάρος για τον οδηγό, το οποίο θα ανέτρεπε το ισοζύγιο των λογικών προσδοκιών και προβλέψεων. Σχετική, επί του προκειμένου, είναι η απόφαση Ανδρέου κ.ά ν. Πηλέα
(2000)1 Α.Α.Δ. 459. Τονίζεται, όμως, ότι παράβαση απλά κανόνων της οδικής κυκλοφορίας δεν αρκεί για να εξαχθεί συμπέρασμα αμέλειας. Σχετική είναι η απόφαση Χριστοφόρου ν. Τρύφωνος
(1999)1 (Γ) ΑΑΔ 1516. Συνεπώς, η παράβαση και μόνο κανόνα οδικής κυκλοφορίας, επειδή δεν συνιστά αφ' εαυτής αμέλεια, δεν συνεπάγεται πάντα ότι ο οδηγός του άλλου οχήματος δεν είχε υποχρέωση λήψης προληπτικών μέτρων ή μέτρων αυτοπροστασίας. Επιπλέον σε κάθε περίπτωση σύμφωνα με τη Νομολογία οδηγός, ο οποίος προσεγγίζει την οποιαδήποτε στροφή, οφείλει να τηρεί όσο το δυνατόν την αριστερή πλευρά του δρόμου. Σχετική είναι η απόφαση Evagorou and Others v. Kefalas and Others
(1982)1 C.L.R. 619 Στην υπό κρίση υπόθεση προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 2 επιχειρούσε να στρίψει στην πάροδο που βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του δρόμου. Το όχημα του Ενάγοντα κινείτο σε ευθεία, αφού εξήλθε της στροφής, η οποία υπήρχε 35 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Στο σημείο υφίστατο συνεχής άσπρη γραμμή, αλλά ο Ενάγοντας επιχείρησε να προσπεράσει εκ δεξιών το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος
  1. Ο Εναγόμενος 2 παρά ταύτα επιχείρησε τη στροφή δεξιά, με αποτέλεσα να επέλθει η σύγκρουση. Το γεγονός ότι απαγορεύεται κάποιος οδηγός να προσπεράσει σε συνεχή άσπρη γραμμή, επειδή δεν συνιστά από μόνο του αμέλεια, δεν καθιστά μη λογικά προβλεπτό ότι κάποιος θα το επιχειρήσει. Συνεπώς, ο οδηγός ο οποίος επιχειρεί στροφή σε πάροδο δεν απαλλάσσεται από την υποχρέωση να επιδείξει τη δέουσα προσοχή, ώστε να διαπιστώσει ότι δεν κινείται όχημα στα δεξιά του. Έτσι στην υπό κρίση υπόθεση η αποτυχία του Εναγομένου 2 να προσέξει το όχημα του Ενάγοντα συνιστά αμέλεια. Τούτου δοθέντος θα προχωρήσω να εξετάσω το κατά πόσο υφίσταται αμέλεια εκ μέρους του Ενάγοντα και σε περίπτωση καταφατικής απάντησης θα αποφασίσω τον επιμερισμό της ευθύνης μεταξύ των διαδίκων. Τονίζεται ότι στην υπό κρίση υπόθεση με την Υπεράσπιση δεν εγείρεται απλά ισχυρισμός συντρέχουσας αμέλειας, ώστε η συμπεριφορά του Ενάγοντα να κριθεί υπό το πρίσμα της παράλειψης λήψης μέτρων αυτοπροστασίας. Σχετικά ως προς το ότι η συντρέχουσα αμέλεια κρίνεται υπό το πρίσμα του καθήκοντος λήψης μέτρων αυτοπροστασίας, παραπέμπω στην απόφαση Andreas Vrondis & Sons (Constructions) Ltd v. Σοφοκλή Παπαλεοντίου, Πόλ. Έφεση Αρ. 189/11, ημερομηνίας 15.5.
  2. Συνεπώς, οι ενέργειες του Ενάγοντα θα κριθούν υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας που είχε έναντι του Εναγομένου
  3. Από τα ενώπιόν μου γεγονότα προκύπτει ότι ο Ενάγοντας εξήλθε στροφής η έξοδος της οποίας βρισκόταν 35 μέτρα πριν το σημείο σύγκρουσης. Συνεπώς, κινείτο σε ευθεία κατεύθυνση και διατηρούσε οπτικό πεδίο σε ευθεία για 35 μέτρα πριν τη σύγκρουση. Παρά ταύτα ο Ενάγοντας πρόσεξε το όχημα του Εναγομένου 3 με 5 μέτρα πριν το ατύχημα. Επιπλέον, ουδεμία ενέργεια έκανε, ώστε να αποφύγει την σύγκρουση, ενώ παράλληλα παραβίασε τη συνεχόμενη άσπρη γραμμή που ύπαρχε στον δρόμο. Οι πιο πάνω ενέργειες αφίστανται του επιπέδου επιμέλειας και προσοχής που πρέπει να επιδεικνύει ο μέσος συνετός οδηγός. Συνεπώς, προχωρώ στον επιμερισμό της ευθύνης μεταξύ των ενεχόμενων οδηγών. Ως προς τον επιμερισμό της ευθύνης θεμελιακή είναι η απόφαση Αλεξάνδρου ν. Λεβέντη
(1996)1 A.A.Δ. 420, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Ο επιμερισμός της ευθύνης συναρτάται με δύο παράγοντες: Το μεμπτό της διαγωγής (Blameworthiness), κρινόμενο υπό το πρίσμα του καθήκοντος επιμέλειας, και την αιτιώδη σχέση μεταξύ της παραβίασης του καθήκοντος επιμέλειας και της ζημιάς η οποία προκύπτει (causative potency). Η κατανομή της ευθύνης γίνεται κάτω από ευρεία σκοπιά, με γνώμονα τη λογική και την κοινή εμπειρία». Στην υπόθεση Χαραλάμπους ν. Ξυδά
(2007)1 ΑΑΔ 792, καταλογίστηκε ευθύνη 20% στην οδηγό του προπορευόμενου οχήματος, η οποία είχε δείξει την πρόθεσή της να στρίψει δεξιά, απέτυχε όμως, προτού αρχίσει τη στροφή προς τα δεξιά να βεβαιωθεί ότι το όχημα που ακολουθούσε αντιλήφθηκε την πρόθεσή της, κρίνοντας ότι η παράλειψή της αυτή συνιστά αμέλεια. Περαιτέρω, στην υπόθεση Τσαρτσίδης ν. Ιατρικού Διαγνωστικού Κέντρου Μαγνητικής Τομογραφίας Αγ. Θέρισσος Λτδ
(2008)1 ΑΑΔ 1143, κρίθηκε ότι η παράλειψη του οδηγού του προπορευόμενου οχήματος να αντιληφθεί την ύπαρξη του αυτοκινήτου που τον ακολουθούσε σε μικρή απόσταση, τον καθιστούσε υπεύθυνο συντρέχουσας αμέλειας με ποσοστό 30%. Στην υπό κρίση υπόθεση ο Εναγόμενος 2 όφειλε να προσέξει το όχημα του Ενάγοντα το οποίο κινείτο στη δεξιά του πλευρά και να βεβαιωθεί ακολούθως ότι ο Ενάγοντας αντιλήφθηκε την πρόθεσή του. Έτσι η παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται από την υπόθεση Ξυδά (ανωτέρω) όπου η αμέλεια της οδηγού του προπορευόμενου οχήματος έγκειτο μόνο στην παράλειψή της να αντιληφθεί ότι το όχημα που την ακολουθούσε αντιλήφθηκε τη σχετική πρόθεσή της. Περαιτέρω, στην υπό κρίση υπόθεση το όχημα του Ενάγοντα δεν ακολουθούσε σε μικρή απόσταση και ούτε υφίσταται μαρτυρία ότι κινείτο με τόσο υπερβολική ταχύτητα, ώστε ήταν αδύνατο για τον μέσο συνετό οδηγό να το προσέξει. Το γεγονός ότι ο Ενάγοντας δεν κινείτο με χαμηλή ταχύτητα, ελλείψει συγκεκριμένης μαρτυρίας ως προς την ταχύτητα, δεν μπορεί να οδηγήσει σε εύρημα περί υπερβολικής ταχύτητας. Έτσι η υπό κρίση υπόθεση διαφοροποιείται και από την υπόθεση Τσαρτσίδης ( ανωτέρω). Στον αντίποδα, ο Ενάγοντας όφειλε να μην βρισκόταν στη δεξιά πλευρά του Εναγομένου 2, παραβιάζοντας τη συνεχή άσπρη γραμμή, αλλά αντίθετα εφόσον εξερχόταν στροφής όφειλε να τηρεί όσο το δυνατόν την αριστερή πλευρά του δρόμου. Επιπλέον, ο Ενάγοντας, ο οποίος είχε καθαρό πεδίο 35 μέτρων όφειλε να αντιληφθεί το όχημα του Εναγομένου 2 έγκαιρα και όχι στα 3 με 5 μέτρα πριν τη σύγκρουση. Η πιο πάνω παράλειψή του τον εμπόδισε να λάβει και έγκαιρα μέτρα προς αποφυγή της σύγκρουσης. Το γεγονός ότι ο Ενάγοντας επιχειρούσε να προσπεράσει επί συνεχούς άσπρης γραμμής ευρισκόμενος στην αντίθετη λωρίδα, ενώ όφειλε να βρίσκεται στο αριστερότερο σημείο της λωρίδας του, σε συνδυασμό με το ότι από το σημείο που εξήλθε της στροφής είχε ορατότητα σε ευθεία γραμμή για 35 μέτρα και παρά ταύτα απέτυχε να αντιληφθεί το όχημα του Εναγομένου 2 έγκαιρα, το οποίο υπεδείκνυε την πρόθεσή του να στρίψει με τον σηματοδότη του, καθιστά τη συμπεριφορά του ως τη γενεσιουργό αιτία του ατυχήματος. Συνακόλουθα, η ευθύνη επιμερίζεται κατά 60% στον Ενάγοντα και κατά 40 % στον Εναγόμενο 2. Η ευθύνη της Εναγομένης 1 Στην υπό κρίση υπόθεση η Εναγομένη 1 ενάγεται ως εκ πρόστησεως υπεύθυνη για τις πράξεις ή παραλείψεως του Εναγομένου 2. Ως προς την έννοια της εκ προστήσεως ευθύνης διαφωτιστική είναι η απόφαση Χριστάκη Ποταμίτη ν. Έλενας Ιωάννου
(1992)1 Α.Α.Δ. 479, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά : «Στην Κύπρο οι αρχές του κοινού δικαίου για την εκ προστήσεως ευθύνη έχουν ενσωματωθεί στο άρθρο 13 του Κώδικα Αστικών Αδικημάτων που ρητά προβλέπει πότε υπάρχει τέτοια ευθύνη· όταν αποδεικνύεται σχέση αντιπροσωπευομένου και αντιπροσώπου ή εργοδότη και εργοδοτουμένου. Η εξουσιοδότηση χρήσης κινητού αντικειμένου δεν υποδηλώνει ως θέμα λογικής ή κοινής εμπειρίας και τη δημιουργία σχέσης αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου αναφορικά με τη χρήση του» Περαιτέρω στην υπόθεση Πανίκος Καθητζιώτης v. Manοcas Transport Co. Ltd
(1993)1 Α.Α.Δ. 954, με παραπομπή στις σχετικές αγγλικές αυθεντίες επί του θέματος λέχθηκε ότι απόδειξη της ιδιοκτησίας του αυτοκινήτου, αποτελεί, ελλείψει άλλου, κάποιο υλικό μαρτυρίας, βάσει του οποίου το Δικαστήριο ανάλογα με τα γεγονότα στην κάθε υπόθεση, μπορεί να συναγάγει την εκ προστήσεως ευθύνη του ιδιοκτήτη. Επιπρόσθετα στην απόφαση Ταξί Κυριάκος Λτδ v. Παρούτη
(1998)1 Α.Α.Δ. 145, κρίθηκε, με αναφορά στην απόφαση Καθητιζώτης (ανωτέρω), ότι ο ιδιοκτήτης του οχήματος έχει το βάρος να αποδείξει πως ο οδηγός δεν λειτουργούσε κατά τον χρόνο του δυστυχήματος μέσα στα πλαίσια των καθηκόντων του και πως τα παρέβη σε βαθμό που δεν θα μπορούσε να κριθεί υπεύθυνος εκ προστήσεως. Σχετική, επίσης, είναι η απόφαση Αντωνίτσα Φιλίππου κ.ά. v. Νίκου Παναγή κ.ά.
(2000)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην υπό κρίση υπόθεση είναι παραδεκτό από την Υπεράσπιση ότι το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 2 ήταν ιδιοκτησίας της Εναγομένης
  2. Επιπλέον, αποτελεί αδιαμφισβήτητο γεγονός ότι το όχημα XXXXX12 το οδηγούσε ο Εναγόμενος 2, ως υπάλληλος της Εναγομένης 1 στα πλαίσια των καθηκόντων του. Παράλληλα ουδεμία μαρτυρία προσφέρθηκε για να αποδείξει ότι ο Εναγόμενος 2 υπερέβη αυτά σε βαθμό που η ιδιοκτήτρια του οχήματος να μην είναι υπεύθυνη. Συνακόλουθα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η Εναγομένη 1 υπέχει εκ προστήσεως ευθύνη για την αμέλεια του Εναγομένου
  3. Επιδίκαση τόκου Το θέμα του καθορισμού του τόκου επί των αποζημιώσεων εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και σύμφωνα με τη νομολογία υπάρχει διάκριση αναφορικά με τον χρόνο που ξεκινά η επιδίκασή του ανάμεσα στις γενικές και ειδικές αποζημιώσεις. Ενδελεχής ανάλυση ως προς τις αρχές που διέπουν την επιδίκαση τόκου περιέχεται στην απόφαση Φοινικαρίδης ν. Γεωργίου
(1991)1 Α.Α.Δ
  1. Σύμφωνα με την πιο πάνω απόφαση, ως προς τις ειδικές ζημίες, προκρίνεται η προσέγγιση, όπως αυτές φέρουν τόκο από την ημερομηνία γένεσης του αγώγιμου δικαιώματος μειωμένου, όμως, κατά το ήμισυ, χωρίς να αποκλείεται και διαφορετική προσέγγιση. Κατ΄ ακολουθιάν των πιο πάνω, κρίνω ορθότερο όπως οι ειδικές αποζημιώσεις φέρουν νόμιμο τόκο από την ημερομηνία του ατυχήματος μειωμένο κατά το ήμισυ. Η ανταπαίτηση των Εναγομένων 1 και 2 Για ακρόαση παρέμεινε μόνο η ανταπαίτηση της Εναγομένης 1, αφού όπως δηλώθηκε ο Εναγόμενος 2 δεν θα προωθούσε την ανταπαίτησή του. Στη βάση των ευρημάτων του Δικαστηρίου ανωτέρω κρίνω ότι η Εναγομένη 1 δικαιούται να αποζημιωθεί από τον Ενάγοντα σε ποσοστό 60% των ζημιών της πλέον νόμιμο τόκο μειωμένο κατά το ήμισυ, πλέον έξοδα. Παρόλο που η ανταπαίτηση συνεκδικάστηκε με την απαίτηση, κρίνω ότι μπορούν να επιδικασθούν στην ανταπαίτηση έξοδα υπέρ της Εναγομένης
  2. Ενόψει της δήλωσης ότι ο Εναγόμενος 2 δεν θα προωθήσει την ανταπαίτησή του δεν θα επιδικάσω έξοδα υπέρ του. Κατάληξη Στη βάση των ανωτέρω εκδίδεται απόφαση στην απαίτηση με την οποία οι Εναγόμενοι 1 και 2 διατάσσονται να καταβάλουν αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το 40 % του ποσού των € 2.625,49 πλέον νόμιμο τόκο από 2.6.2019 μειωμένο κατά το ήμισυ. Επιπλέον επιδικάζονται έξοδα υπέρ του Ενάγοντα και εναντίον των Εναγομένων ως υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στη κλίμακα €500- €2.
  3. Επιπρόσθετα, εκδίδεται απόφαση στην ανταπαίτηση υπέρ της Εναγομένης 1 και εναντίον του Ενάγοντα με την οποία διατάσσεται ο Ενάγοντας να καταβάλει το 60% του ποσού € 2.341, πλέον νόμιμο τόκο από 2.6.2009 μειωμένο κατά το ήμισυ, πλέον έξοδα όπως υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο στη κλίμακα €500 - €2.
  4. [Υπ.] ........ Μ. Χριστοδούλου, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.