Σάββα κ.α. ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 242/2012, 14/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A450 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 242/2012 Μεταξύ:
- XXXXX Αντώνη Σάββα
- XXXXX Θεοφάνους
- XXXXX Θεοφάνους
- XXXXX Θεοφάνους
- XXXXX Θεοφάνους
- XXXXX άλλως Τσικκίνα Χαραλάμπους
- XXXXX Ιωάννου Εναγόντων και
- XXXXX Σάββα Γεωργίου
- XXXXX Γεωργίου
- XXXXX Παναγιώτου Πούλλου
- XXXXX Γεωργιάδου Εναγομένων Αίτηση της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 27.11.2018 για εκδίκαση προδικαστικού σημείου ως η παράγραφος 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης και για απόρριψη της αγωγής ως ενοχλητικής και σκανδαλώδης δυνάμει της Δ.19 Θ. 26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 1/Αιτήτρια: κα Φωτιάδη Για τους Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση: κα Α. Γαβριηλίδου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες 1-7 είναι οι μοναδικοί και νόμιμοι κληρονόμοι της αποβιώσασας μητέρας τους XXXXX Χριστοδούλου Κυριάκου (στο εξής η «αποβιώσασα») και με την παρούσα αγωγή αξιώνουν την ακύρωση της μεταβίβασης της ακίνητης ιδιοκτησίας με αριθμό εγγραφής 0/6XX6, Τμήμα Ο, Φ/Σχ.39/47, Τεμάχιο X8, στο χωριό Σια, της Επαρχίας Λευκωσίας, ιδιοκτησίας της αποβιώσασας, προς την Εναγόμενη 1, όπως επίσης αποζημιώσεις που σχετίζονται με την συγκεκριμένη μεταβίβαση συνεπεία δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και παράβασης καθήκοντος. Η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον του Εναγόμενου 2 στις 23.3.2012 και ως εκ τούτου προωθείται πλέον μόνο σε σχέση με τους Εναγόμενους 1, 3 και
- Η Εναγόμενη 1 ήταν, σύμφωνα με τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στην Έκθεση Απαίτησης, θετή κόρη της αποβιώσασας και διαχειρίστρια της περιουσίας της από το
- Η Εναγόμενη 3 ενάγεται στη βάση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ενήργησε ως ειδική πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1 σε σχέση με την επίδικη μεταβίβαση και η Εναγόμενη 4 είναι η πιστοποιούσα υπάλληλος που ενεπλάκη στο όλο θέμα σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Μετά την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος, οι Εναγόμενοι 3 και 4 καταχώρησαν ξεχωριστές Εκθέσεις Υπεράσπισης στις 20.6.2012, ενώ η Εναγόμενη 1 καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση στις 4.7.
- Στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση που καταχώρησε αρχικά η Εναγόμενη 1 εγείρονταν δυο προδικαστικές ενστάσεις:
(1)ότι η αγωγή είναι κακόπιστη και/ή ενοχλητική και/ή νομικά αβάσιμη και/ή επιπόλαια και/ή ανούσια και/ή καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας, και
(2)ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν την παρούσα αγωγή και να προωθούν τις συγκεκριμένες αξιώσεις επικαλούμενοι δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή παράβαση καθήκοντος καθότι η αγωγή δεν έχει εγερθεί εντός ευλόγου χρόνου. Όσον αφορά στην ουσία της απαίτησης των Εναγόντων, η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι όλα έγιναν νόμιμα και κανονικά και η ίδια προέβη σε αγορά του επίδικου ακινήτου από την Ενάγουσα 7 το
- Περαιτέρω αναφέρει ότι διορίστηκε διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας νόμιμα και σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς και όλες οι ενέργειες προς το σκοπό αυτό ήταν σε γνώση των Εναγόντων και έγιναν με τις οδηγίες και/ή τη συγκατάθεση τους. Αρνείται την αξίωση των Εναγόντων και ζητά την απόρριψη της αγωγής εναντίον της ως ανυπόστατη. Στη συνέχεια οι Ενάγοντες καταχώρησαν Απαντήσεις στις Υπερασπίσεις των Εναγομένων 1, 3 και 4 και αίτηση ορισμού της υπόθεσης. Στα πλαίσια αυτά εκδόθηκαν διατάγματα για αποκάλυψη εγγράφων από όλες τις πλευρές και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 22.11.
- Ακολούθησε η καταχώρηση αίτησης της Εναγόμενης 1 για απόρριψη της αγωγής λόγω μη συμμόρφωσης των Εναγόντων με το διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων, η οποία στη συνέχεια αποσύρθηκε. Ακολούθως, η ακρόαση της υπόθεσης προγραμματίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες, ήτοι στις 4.2.2015, 8.10.2015, 23.2.2016, 8.6.2016, 21.11.2016, 26.4.2017, 14.11.2017, 27.3.2018, 14.9.2018 και 20.11.
- Μέχρι σήμερα η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ξεκινήσει για λόγους που αφορούν σε όλους τους παράγοντες της δίκης. Στις 20.11.2018 η πλευρά της Εναγόμενης 1 ζήτησε αναβολή της ακρόασης ώστε μεταξύ άλλων να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης. Την ίδια ημέρα αποσύρθηκε και η ανταπαίτηση που είχε καταχωρηθεί αρχικά από την Εναγόμενη
- Σύμφωνα με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.12.2018, επιτράπηκε η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 που αφορούσε στην προσθήκη περαιτέρω προδικαστικής ένστασης περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων. Η παρούσα αίτηση Στις 27.11.2018 η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια καταχώρησε και την παρούσα αίτηση αξιώνοντας τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται όπως τα νομικά σημεία (προδικαστικά θέματα) που εγείρονται στην παράγραφο 2 της υπεράσπισης της Εναγομένης 1 προδικαστούν πρώτα ως νομικά ζητήματα και/ή αποφασισθούν από το Δικαστήριο πρώτα και/ή πριν την ακρόαση ολόκληρης της αγωγής και/ή της ουσία της αγωγής. Β. Διαζευκτικά ή και σωρευτικά, Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο θα διαγραφεί η οπισθογράφηση και/ή η Έκθεση Απαιτήσεως ή και απορριφθεί η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή λόγω του τι η αγωγή είναι σκανδαλώδης και/ή ενοχλητική και/ή και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ή και είναι κακόπιστη και/ή ως νομικά αβάσιμη και/ή ως επιπόλαια και/ή ανούσια ή και δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα». Να σημειωθεί ότι η παράγραφος 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης σε σχέση με την οποία ζητείται η προεκδίκαση έχει ως εξής (παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο της): «
- Η Εναγόμενη εγείρει προδικαστική ένσταση και/ή ισχυρίζεται ότι η έκθεση απαιτήσεως των Εναγόντων θα πρέπει να απορριφθεί και/ή διαγραφεί ως κακόπιστη και/ή ως ενοχλητική και/ή ως νομικά αβάσιμη και/ή ως επιπόλαια και/ή ανούσια και/ή ως καταχρηστική της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας». Η αίτηση βασίζεται στη Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.Θ.1 - 4 και Δ.48 Θ.Θ.1 - 13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, στα άρθρα 25, 34
(2)και 34
(7)του περί Διαχείρισης Κληρονομιών Νόμου Κεφ.189 και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης
- Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει η Εναγόμενη 1, οι Ενάγοντες δεν έχουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της. Και τούτο γιατί απαίτησή τους είναι να ακυρωθεί η επίδικη μεταβίβαση, ενώ τέτοια αξίωση μπορεί να προωθηθεί μόνο μέσω του διαχειριστή της περιουσίας της αποβιώσασας. Ο διορισμός της Εναγόμενης 1 ως διαχειρίστριας ουδέποτε ανακλήθηκε (ούτε επιδιώχθηκε ποτέ κάτι τέτοιο) και ως εκ τούτου οι Ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να προωθούν την παρούσα αγωγή. Η ένσταση των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση Από την πλευρά των Εναγόντων καταχωρήθηκε ένσταση όπου εγείρονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: - Δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. - Η αίτηση είναι κακόπιστη και έχει καταχωρηθεί με υπερβολική καθυστέρηση. - Η προδικαστική ένσταση που προβάλλεται στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι γενική και αόριστη και σε αυτήν δεν καθορίζονται οι λόγοι για τους οποίους ζητείται η απόρριψη της αγωγής. - Δεν υπάρχει κοινό πραγματικό υπόβαθρο και ως εκ τούτου το εγειρόμενο ζήτημα θα πρέπει να αποφασιστεί κατά την ακρόαση της ουσίας της υπόθεσης. - Το εγειρόμενο ζήτημα δεν είναι καθαρά νομικό και ως εκ τούτου δεν μπορεί να εξεταστεί σε αυτό το στάδιο. - Με την αίτηση επιδιώκεται η αποστέρηση του δικαιώματος των Εναγόντων να προωθήσουν την υπόθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1, όπου στην ουσία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης που εκτίθενται στο σώμα της ένστασης. Νομική Πτυχή Παρατίθεται στη συνέχεια η νομική πτυχή που διέπει την εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, η αίτηση στηρίζεται εν πρώτοις στη Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας η οποία στην έκταση που ενδιαφέρει έχει ως εξής: «
- Any party shall be entitled to raise by his pleading any point of law, and any point so raised shall be disposed of by the Court at any stage that may appear to it convenient.
- If in the opinion of the Court the decision of such point of law substantially disposes of the whole action, or of any distinct cause of action, ground of defence, counter-claim, or reply therein, the Court may thereupon dismiss the action or make such other order therein as may be just.
- The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just.». Από το κείμενο της πιο πάνω διαταγής προκύπτει ότι στα πλαίσια αίτησης δυνάμει της Δ.27 το Δικαστήριο έχει εξουσία είτε να εξετάσει προδικαστικά ένα νομικό ζήτημα το οποίο είναι καθοριστικό για την προώθηση όλης της αγωγής, είτε, υπό προϋποθέσεις, να αναστείλει ή να απορρίψει αγωγή ή να εκδώσει οποιαδήποτε απόφαση θεωρεί δίκαιη. Ως προς την προκαταρκτική εκδίκαση νομικών σημείων που εγείρονται στις έγγραφες προτάσεις οι αρχές που διέπουν το θέμα συνοψίζονται σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλέπε μεταξύ άλλων Costas Mavromoustaki ν. Iacovos N. Yeroudes as Executor of the Will of the deceased Spyros Michaelides
(1065)1 C.L.R. 176, Maroulla Athanassi Michaelides (Wife of Aristotelis Gregoriades) v. Pinelopi HjiMichael Diakou
(1968)1 CLR 392, Michael v. United Sea Transport
(1981)1 C.L.R. 322 και Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949). Από τη σχετική επί του θέματος νομολογία προκύπτει ότι η έκδοση τέτοιας διαταγής γίνεται κατά κανόνα όταν το Δικαστήριο διαπιστώσει ότι το κρινόμενο νομικό σημείο εγείρει σοβαρό νομικό θέμα, το οποίο εάν αποφασιστεί υπέρ του διαδίκου που το εγείρει, αποφασίζεται όλη η υπόθεση ή ένα ουσιώδες θέμα αυτής. Μια τέτοια διαταγή θα πρέπει να εκδίδεται με φειδώ και σε εξαιρετικά απλές και καθαρές περιπτώσεις και όχι στις περιπτώσεις εκείνες όπου τα εγειρόμενα θέματα, λόγω της ασάφειας των γεγονότων ή του νόμου, θα πρέπει να αποφασιστούν κατά την ακρόαση. Όπου τα γεγονότα, όπως αυτά εκτίθενται στις έγγραφες προτάσεις, είναι ικανά να δώσουν πλήρη εικόνα, τότε το Δικαστήριο υιοθετεί τη διαδικασία της προδικαστικής επίλυσης. Σε περίπτωση, όμως, που χρειάζεται να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλέπε Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, Grindlays Bank Limited v. Christodoulos Demetriades & Co Ltd and others
(1987)1 C.L.R. 461 και Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω)). Συνεπώς, η εκδίκαση προδικαστικού ζητήματος είναι εφικτή εάν και εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα και τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά (βλέπε Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 225). Ως προς την περίπτωση όπου το Δικαστήριο εξετάζει αίτηση δυνάμει της Δ.27 Θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, βασική προϋπόθεση για την αναστολή ή απόρριψη της αγωγής είναι να μην αποκαλύπτεται μέσα από το δικόγραφο εύλογη αιτία αγωγής ή απάντησης ή το δικόγραφο να είναι επιπόλαιο, κακόβουλο ή ενοχλητικό (frivolous or vexatious). Η διαταγή αυτή αντλεί την καταγωγή της μέσα από τους παλαιούς αγγλικούς θεσμούς Ο.25 r.4. Σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen and Leake and Jacob's Precedents of Pleadings (12η έκδοση), στη σελίδα 144, στα πλαίσια μιας τέτοιας αίτησης το Δικαστήριο θα πρέπει να εξετάσει κατά πόσον αποκαλύπτεται βάσιμη αιτία αγωγής με κάποια πιθανότητα επιτυχίας στη βάση των ισχυρισμών που περιέχονται στα δικόγραφα. Το ερώτημα δεν θα πρέπει να είναι κατά πόσον αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, αλλά εάν αποκαλύπτεται μία εύλογη αιτία αγωγής. Προκύπτει, επίσης, από το εν λόγω σύγγραμμα, ότι εάν αποκαλύπτεται κάποια αιτία αγωγής ή κάποιο ερώτημα, είτε αυτό αφορά τα γεγονότα είτε το νόμο, το οποίο πρέπει να απαντηθεί από το Δικαστήριο, το γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη ή χωρίς πιθανότητες επιτυχίας, δεν είναι λόγος για διαγραφή της αγωγής. Περαιτέρω, σε περίπτωση που διαπιστώνεται ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής λόγω κάποιας ουσιαστικής έλλειψης ή διότι το δικόγραφο είναι ελαττωματικά διαμορφωμένο ή γραμμένο, το Δικαστήριο παράλληλα με την διαγραφή του, θα πρέπει να δώσει στο μέρος που είχε καταχωρήσει το υπό διαγραφή δικόγραφο, άδεια να τροποποιήσει και επιδώσει στην άλλη πλευρά νέο δικόγραφο ή να διορθώσει τα διάφορα ελαττώματα, και όχι να απορρίψει την αγωγή. Στην υπόθεση In Re Pelmako Development Ltd v. In Re the Companies Law Cap. 113
(1991)1 Α.Α.Δ. 246 επισημάνθηκε ότι «η διαγραφή δικογράφου και ιδιαίτερα δικογράφου με το οποίο ο διάδικος επικαλείται την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται αναντίλεκτα ανυπόστατο». (βλέπε επίσης Mavromoustakis v. Yeroudes
(1965)1 C.L.R. 176). Στην σελίδα 575 του συγγράμματος The Annual Practice (πιο πάνω) αναφέρεται ότι αίτηση δυνάμει της πιο πάνω διαταγής θα πρέπει να υποβάλλεται σύντομα, ακόμα και πριν από την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, δύναται δε να υποβληθεί και μετά από το κλείσιμο των δικογράφων, πάντοτε όμως προτού η αγωγή οριστεί για ακρόαση (Βλ. Tucker v. Collinson, 34 W.R. 354 και Cross v. Earl Howe, 62 L.J. Ch. 342). Η Δ.19 Θ. 26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας επί της οποίας επίσης στηρίζεται η παρούσα αίτηση προβλέπει ότι: «26. The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action.» Η Δ.19 Θ.26 ουσιαστικά διαλαμβάνει ότι το Δικαστήριο έχει εξουσία σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας να διατάξει τη διαγραφή ή την τροποποίηση οποιουδήποτε θέματος το οποίο περιέχεται στην οπισθογράφηση της αγωγής ή σε ένα δικόγραφο και το οποίο δυνατόν να είναι περιττό ή σκανδαλώδες ή να τείνει να επηρεάσει, να ενοχλήσει ή να καθυστερήσει τη δίκαιη διεξαγωγή της δίκης σε μια αγωγή. Όμως, ένα δικόγραφο δεν είναι ενοχλητικό απλώς γιατί οι ισχυρισμοί που περιέχει δυνατό να αποδειχθούν τελικά αναληθείς (βλ. Turquand v. Fearon 48 J.J. Q.B. 703) ή γιατί τα νομικά σημεία που εγείρονται μπορεί να αποδειχθούν ανεφάρμοστα ή να απορριφθούν στο τέλος της υπόθεσης ή διότι παρατίθενται διαζευκτικές βάσεις αγωγής. Η τάση του Δικαστηρίου είναι να διατάσσει τη διαγραφή ενός δικογράφου μόνον όταν εγείρεται θέμα άσχετο ή μη αναγκαίο και το γεγονός τούτο είναι ξεκάθαρο (βλέπε London Corporation v. Homer
(1914)111 L.T. 512 C.A.). Στην υπόθεση Kemsley v. Foot
(1951)2 K.B. 34 C.A., αποφασίστηκε ότι είναι ορθότερο να αφήνεται ένα δικόγραφο όπως έχει εκτός αν είναι ξεκάθαρο ότι είναι ενοχλητικό για τον άλλο διάδικο. Από το ίδιο το λεκτικό της Δ.19 Θ.26 φαίνεται ότι το όλο θέμα της διαγραφής μέρους του δικογράφου ανάγεται στη διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Εξέταση της παρούσας αίτησης Εξετάζοντας τις θέσεις των δυο πλευρών όπως αυτές προκύπτουν μέσα από τα δικόγραφα τα οποία καταχώρησαν, την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση και τις συνοδεύουσες αυτές ένορκες δηλώσεις, και λαμβάνοντας υπόψη το ιστορικό της υπόθεσης όπως συνοψίζεται πιο πάνω η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει. Και εξηγώ: Εν πρώτοις σημειώνεται ότι στην αίτηση και δη στην παράγραφο (Α) του αιτητικού αυτής αλλά και στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγομένης 1 δεν προσδιορίζεται ο λόγος για τον οποίο ζητείται η απόρριψη της αγωγής ως ενοχλητική και/ή νομικά αβάσιμη και/ή επιπόλαιη και/ή καταχρηστική. Και τούτο παρά την πάγια θέση της νομολογίας για καθορισμό του νομικού σημείου σε σχέση με το οποίο καταχωρείται η σχετική αίτηση (βλέπε Ιωάννης Νικόλα Χ'Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας (πιο πάνω)). Στην προκειμένη περίπτωση το νομικό σημείο που εγείρεται από την Εναγόμενη 1 εξειδικεύεται με τρόπο απαράδεκτο στην ένορκη δήλωσή της που υποστηρίζει την υπό κρίση αίτηση και υπό τις περιστάσεις δεν δύναται να εξεταστεί στο στάδιο αυτό. Αναφορικά με το αίτημά της στη βάση του Θεσμού 3 της Διαταγής Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η Εναγόμενη 1 επικαλείται τα άρθρα 25, 34
(2)και 34
(7)του περί Διαχειρίσεως Νόμου Κεφ.
- Ειδικότερα, προβάλλει ότι αγώγιμο δικαίωμα σε σχέση με την περιουσία της αποβιώσασας έχει μόνο η διαχειρίστρια της περιουσίας της, που εξακολουθεί να είναι η Εναγομένη
- Εξετάζοντας τις θέσεις των δυο πλευρών κρίνω ότι οι πρόνοιες που επικαλείται η πλευρά της Εναγομένης 1 δεν δικαιολογούν απόρριψη της αγωγής στο στάδιο αυτό. Όπως έχει ήδη σημειωθεί, η αγωγή έχει εγερθεί στη βάση της διάπραξης απάτης, δόλου, ψευδούς παράστασης και παράβασης καθήκοντος αναφορικά με τα οποία οι Ενάγοντες έχουν δικαίωμα προώθησης της αγωγής, ανεξαρτήτως εάν η Εναγόμενη 1 εξακολουθεί να είναι διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας. Αξίζει δε να σημειωθεί ότι με την αγωγή τους οι Ενάγοντες δεν αξιώνουν την επ' ονόματι τους εγγραφή των αντίστοιχων μεριδίων της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας αλλά την ακύρωση της μεταβίβασης. Σε γενικότερο, μάλιστα, πλαίσιο μπορεί να λεχθεί ότι μελέτη της Έκθεσης Απαίτησης καταδεικνύει ότι σε αυτήν αποκαλύπτεται κάποια βάση αγωγής, χωρίς, βέβαια, να αποφαίνομαι στο στάδιο αυτό για τις πιθανότητες επιτυχίας της. Επομένως, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει ούτε σε αυτή τη βάση. Η αίτηση δυνάμει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν θα μπορούσε να επιτύχει και για ένα επιπρόσθετο λόγο, ήτοι λόγω της καθυστέρησης στην υποβολή του αιτήματος. Απόλυτα σχετική με το ζήτημα αυτό είναι η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ρέα Ανδρονίκου κ.ά. ν. Επιτροπής του Σχεδίου Ταμείου Συντάξεων και Χορηγημάτων σε Υπαλλήλους της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου και τους εξαρτώμενους αυτών, ECLI:CY:AD:2016:D117, Πολιτική Έφεση αρ. 168/2010, απόφαση ημερομηνίας 24.2.
- Η αγωγή είχε καταχωρηθεί την 1.8.2008 με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και οι εφεσείοντες κατεχώρισαν σημειώματα εμφανίσεως στις 7.8.
- Οι Εκθέσεις Υπεράσπισης καταχωρήθηκαν στις 7.5.2009, αφού προηγήθηκε αίτηση για απόφαση. Ακολούθησε αποκάλυψη εγγράφων εκ μέρους των εναγόντων και στις 20.11.2009 η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 18.3.2010, πλην, όμως, η ακροαματική διαδικασία δεν ξεκίνησε συνεπεία αίτησης που καταχώρισαν οι εφεσείοντες στις 11.2.2010 ζητώντας διαγραφή της αγωγής ως καταχρηστικής, ισχυριζόμενοι ότι η εφεσίβλητη στερείτο νομικής προσωπικότητας και ότι ήταν ανίκανη να δώσει διοριστήριο δικηγόρου. Αντίστοιχες θέσεις είχαν περιληφθεί στις Εκθεσεις Υπεράσπισης. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση λόγω της καθυστερημένης υποβολής της, κατάληξη η οποία και αποτέλεσε το αντικείμενο της έφεσης. Επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση και με αναφορά στην υπόθεση ΧʺΟικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω), το Ανώτατο Δικαστήριο επεσήμανε ότι αίτηση για εκδίκαση νομικού σημείου δυνάμει της Δ.27 που καταχωρίστηκε μετά που η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση δεν μπορούσε να επιτύχει λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης, και τούτο επί της αρχής που επιβάλλει ότι τέτοιες αιτήσεις καταχωρούνται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα και ότι κανονικά η προκαταρκτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην αίτηση για Οδηγίες. Τονίστηκε δε ότι το έγκαιρο ως προϋπόθεση υφίσταται κατά πάγια αρχή (βλέπε Russian Commercial and Industrial Bank v. Comptoir D'Escompte de Mulhouse [1925] A.C. 112 και Annual Practice 1958), προκύπτει από τον ίδιο το σκοπό της εξαιρετικής αυτής διαδικασίας που έγκειται στην συνοπτική και προδικαστική επίλυση της διαφοράς άπαξ και δια παντός προς εξοικονόμηση χρόνου και εξόδων. Το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε περαιτέρω ότι τέτοιος σκοπός δεν εξυπηρετείται με καθυστερημένες αιτήσεις οι οποίες στην πράξη ανατρέπουν την κανονική πορεία της δίκης. Σε σχέση με τα γεγονότα της εν λόγω υπόθεσης, το Ανώτατο Δικαστήριο έκρινε ότι η διαπίστωση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι η καταχώριση της αίτησης όχι απλώς μετά που η αγωγή ορίστηκε για ακρόαση, αλλά 5 μόνο εβδομάδες πριν από την ημερομηνία ακρόασης, με βέβαιη την ανατροπή της, όπως και έγινε, συνιστούσε αδικαιολόγητη καθυστέρηση, ήταν ορθή. Παρομοίως, στην ΧʺΟικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (πιο πάνω), η αγωγή είχε ορισθεί για μνεία στις 30.6.86 και για ακρόαση στις 28.11.
- Στις 6.11.87 ο εφεσείων καταχώρησε αίτηση για προκαταρκτική εκδίκαση των σημείων που εγείρονταν στην Έκθεση Υπεράσπισης σαν νομικών σημείων δυνάμει της Δ.27 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Η αίτηση υποβλήθηκε αφού το Δικαστήριο επιλήφθηκε αίτησης για περαιτέρω και καλύτερες λεπτομέρειες και κατόπιν του προγραμματισμού της υπόθεσης για ακρόαση. Το πρωτόδικο Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση μεταξύ άλλων λόγω της αδικαιολόγητης καθυστέρησης στην καταχώρηση της αίτησης. Η έφεση η οποία καταχωρήθηκε σε σχέση με την εν λόγω ενδιάμεση απόφαση απορρίφθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο το οποίο επεσήμανε, μεταξύ άλλων, ότι η σχετική αίτηση πρέπει να καταχωρείται κατά το χρόνο που κλείνουν οι έγγραφες προτάσεις ή πολύ σύντομα αργότερα, καθώς επίσης ότι η προκαταρτική εκδίκαση θα πρέπει να ζητείται στην αίτηση για Οδηγίες (Summons for Directions). Κατ' εφαρμογή των όσων υποδείχθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στις πιο πάνω αποφάσεις, κρίνω ότι τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης δεν επιτρέπουν την εξέταση του ζητήματος στο στάδιο αυτό. Επαναλαμβάνεται ότι η παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί με υπέρμετρη καθυστέρηση, ήτοι έξι χρόνια μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης, ενώ η Εναγόμενη 1 δεν προώθησε οποιοδήποτε αίτημα σε σχέση με το υπό εξέταση θέμα κατά το στάδιο της κλήσης για Οδηγίες ή σε οποιαδήποτε από τις ημερομηνίες κατά τις οποίες είχε οριστεί για ακρόαση. Αξιοσημείωτο, μάλιστα, είναι πως ουδεμία δικαιολογία προβλήθηκε από την Εναγόμενη 1 αναφορικά με το θέμα αυτό. Ούτε η Δ.19 Θ.26 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας μπορεί να βοηθήσει την Εναγόμενη 1 στην αίτησή της καθότι, ως έχει υποδειχθεί στην υπόθεση Νίκος Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (S.A.L.)
(1998)1 Α.Α.Δ. 1338, η συγκεκριμένη διαταγή εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση όπου επιδιώκεται διαγραφή μέρους των δικογράφων και όχι ολόκληρης της αγωγής, όπως στην προκειμένη περίπτωση. Συνεπώς, η αίτηση της Εναγόμενης 1 δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 1, αλλά θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)............... Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο