← Κύπρος

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Costas Lytras & Son Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1484/12, 30/10/2019

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ν. Costas Lytras & Son Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 1484/12, 30/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A491 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ Αρ. Αγωγής: 1484/12 Μεταξύ: Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Εναγόντων και

  1. Costas Lytras & Son Ltd
  2. XXXXX Λύτρας Εναγομένων Ημερομηνία: 30 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: κα Α. Παρπαρίνου Για τους Εναγόμενους: κ. Χρ. Χριστοδούλου ΑΠΟΦΑΣΗ Οι Ενάγοντες είναι τραπεζικός οργανισμός δεόντως εγγεγραμμένος σύμφωνα με την σχετική νομοθεσία και διεξάγουν τραπεζικές εργασίες. Με την παρούσα αγωγή οι Ενάγοντες αξιώνουν εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό των €5.265,65 ως οφειλόμενο υπόλοιπο συμφωνίας ενοικιαγοράς πλέον τόκο προς 8,75% ετησίως επί του ποσού των €2.058,58, που αντιπροσωπεύει ληγμένα ενοίκια, από 17.2.2012 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού των €2.969,50, που αντιπροσωπεύει μη ληγμένα ενοίκια, από 16.2.2012 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον έξοδα της αγωγής. Εναντίον των Εναγόμενων 1 επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος του Δικαστηρίου για παράδοση του αντικειμένου ενοικιαγοράς και πώλησης αυτού σε δημόσιο πλειστηριασμό. Σύμφωνα με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων, στις 23.8.2006 συνήψαν συμφωνία ενοικιαγοράς (στο εξής η «Συμφωνία Ενοικιαγοράς») με τους Εναγόμενους 1 υπό την εγγύηση και/ή κάλυψη του Εναγόμενου
  3. Με βάση τη Συμφωνία Ενοικιαγοράς οι Ενάγοντες συμφώνησαν να ενοικιάσουν στους Εναγόμενους 1 το αυτοκίνητο με αριθμό εγγραφής XXXXX33 τύπου Peugeot Van (στο εξής «το Αυτοκίνητο»), αντί του συμφωνηθέντος ποσού των £7.253,04, πλέον £15 χαρτόσημα, πλέον £1.087,86 ΦΠΑ, πλέον £259 έξοδα, πλέον δικαιώματα ενοικιαγοράς. Οι Εναγόμενοι πλήρωσαν το ποσό της συμφωνηθείσας προκαταβολής εκ €1,000, καθώς και τα ενοίκια μέχρι 23.3.2011, πλην, όμως, παρέλειψαν να πληρώσουν τα ενοίκια από 23.4.2011 (μέρος αυτού) μέχρι 23.1.2012, συνολικά ανερχόμενα στο ποσό των €2.058,08 πλέον τόκους και έξοδα. Συνεπεία της πιο παράβασης της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς, οι Ενάγοντες προέβηκαν στον τερματισμό αυτής με επιστολή τους ημερομηνίας 16.2.2012 και κάλεσαν τους Εναγόμενους 1 να προσέλθουν και να αποπληρώσουν τις καθυστερήσεις και να επιστρέψουν το Αυτοκίνητο, πλην, όμως, οι τελευταίοι δεν έπραξαν τούτο. Σχετικά με το θέμα του τερματισμού έχει ενημερωθεί δεόντως και ο Εναγόμενος 2 ως εγγυητής. Έτσι, στις 29.2.2012 καταχωρήθηκε η παρούσα αγωγή με την οποία αξιώνονται από τους Ενάγοντες τα ποσά που αναφέρονται πιο πάνω. Στην Έκθεση Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι αρνούνται τους ισχυρισμούς των Εναγόντων περί παράβασης της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς και ισχυρίζονται ότι δυνάμει προφορικής συμφωνίας με τους Ενάγοντες είχε συμφωνηθεί όπως οι δόσεις για την περίοδο από 23.4.2011 μέχρι 23.1.2012 μη καταβληθούν και/ή όπως η πληρωμή των δόσεων ανασταλεί μέχρι 23.1.
  4. Κατά συνέπεια, επήλθε τροποποίηση της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς και οι ισχυρισμοί των Εναγόντων περί παράλειψης καταβολής δόσεων από μέρους τους απορρίπτονται ως αβάσιμοι. Περαιτέρω, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες προέβησαν σε παράνομες χρεώσεις και/ή υπερχρεώσεις και/ή ότι παράνομα προχώρησαν σε τροποποίηση του επιτοκίου. Να σημειωθεί ότι από την πλευρά των Εναγόντων δεν έχει καταχωρηθεί Απάντηση στην Υπεράσπιση. Η ακροαματική διαδικασία ήταν σύντομη. Για την υπόθεση των Εναγόντων κατέθεσε ο κύριος XXXXX Κουντούρης (Μ.Ε.), ενώ για την υπεράσπιση έδωσε μαρτυρία ο Εναγόμενος 2 (Μ.Υ.). Το σύνολο της μαρτυρίας και των δυο προσώπων που κατέθεσαν στο Δικαστήριο βρίσκεται καταγραμμένο στα πρακτικά και δεν κρίνω σκόπιμο να αναπαράγω με λεπτομέρειες τα όσα ανέφερε ο κάθε μάρτυρας. Ωστόσο, για σκοπούς πληρότητας της απόφασης μου, και ευχερέστερης αντίληψης των ζητημάτων που εγείρονται στην παρούσα υπόθεση, παραθέτω μια σύνοψη των κύριων σημείων της μαρτυρίας που παρουσιάστηκε σε σχέση με τα επίδικα θέματα ή που κρίνονται σημαντικά για σκοπούς αξιολόγησης. Ο κύριος XXXXX Κουντούρης (Μ.Ε.) είναι υπάλληλος των Εναγόντων και στα πλαίσια των καθηκόντων του, του έχει ανατεθεί η παρακολούθηση λογαριασμών ενοικιαγοράς, μεταξύ των οποίων και της παρούσας. Στα πλαίσια αυτά έχει στην κατοχή του και υπό τον έλεγχο και φύλαξη του όλα τα σχετικά έγγραφα που σχετίζονται με την υπόθεση. Έχει, μάλιστα, ετοιμάσει κατάσταση λογαριασμού για την υπόθεση την οποία έχει προσυπογράψει. Ο κ Κουντούρης αναφέρθηκε στην υπογραφή της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 1) στις 23.8.2006 και στους όρους αυτής, όπως επίσης στην εγγύηση την οποία έχει υπογράψει ο Εναγόμενος 2 (και είναι μέρος της συμφωνίας) με την οποία εγγυήθηκε την τήρηση των όρων της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς και ανέλαβε να αποζημιώσει τους Ενάγοντες για οποιαδήποτε ζημιά σχετική με την συμφωνία. Μελετώντας τη Συμφωνία Ενοικιαγοράς, παρατηρώ ότι σε αυτήν γίνεται περιγραφή του Αυτοκινήτου καθώς επίσης καταγραφή των ποσών του συμβολαίου. Ειδικότερα, το τίμημα αγοράς ανέρχεται σε £7.253,04, το Φ.Π.Α. σε £1.087,96, άλλα έξοδα σε £259,00 και χαρτόσημα σε £
  5. Η περίοδος ενοικίασης καθορίζεται σε 84 μήνες (αφού αφαιρεθεί το ποσό των £1,000 που αφορά στην προκαταβολή), ενώ η πληρωμή των δόσεων εκ £120,50 μηνιαίως συμφωνήθηκε να αρχίζει την 23.9.
  6. Περαιτέρω, στη Συμφωνία Ενοικιαγοράς αναφέρεται ότι τα δικαιώματα ενοκιαγοράς θα υπολογίζονται με ετήσιο ποσοστό ίσο προς το εκάστοτε ισχύον βασικό επιτόκιο των Εναγόντων προσαυξημένο κατά 4.25% με κατώτατο βασικό επιτόκιο εκ 4,25%. Στη Συμφωνία υπάρχει δήλωση των Εναγομένων επί τω ότι έχουν εξετάσει το Αυτοκίνητο το οποίο είναι σε καλή κατάσταση. Στα πλαίσια της μαρτυρίας του ο κ Κουντούρης κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 τιμολόγιο της εταιρείας MPM Eurocars ημερομηνίας 18.8.2016 για το ποσό των £8,600 όπου ως αγοραστές εμφανίζονται οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι 1, και ως Τεκμήριο 7 πιστοποιητικό εγγραφής μηχανοκίνητου οχήματος σε σχέση με το Αυτοκίνητο, όπου συνιδιοκτήτες αυτού επίσης εμφαίνονται οι Ενάγοντες και οι Εναγόμενοι
  7. Επανερχόμενη στη μαρτυρία του Μ.Ε., αυτός ανέφερε περαιτέρω ότι κατά παράβαση των όρων της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς, οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν στους Ενάγοντες τις δόσεις από 23.4.2011 (μέρος αυτής) μέχρι 23.1.2012, με αποτέλεσμα αυτή να τερματιστεί με επιστολή ημερομηνίας 16.2.2012 και να ζητηθεί εξόφληση των οφειλόμενων και παράδοση του Αυτοκινήτου (οι επιστολές που αποστάληκαν στους Εναγόμενους 1 και 2 κατατέθηκαν ως Τεκμήρια 4 και 5 αντίστοιχα). Η κατάσταση λογαριασμού που έχει εκτυπώσει ο μάρτυρας από τον ηλεκτρονικό του υπολογιστή όπου εμφαίνονται οι πληρωμές που έχουν διενεργηθεί κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 και η συγκεντρωτική κατάσταση λογαριασμού κατατέθηκε ως Τεκμήριο
  8. Ο μάρτυρας πρόσθεσε ότι από την έγερση της αγωγής μέχρι την ημερομηνία παρουσίασης του στο Δικαστήριο οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό έναντι του χρέους τους. Να σημειωθεί ότι η αντεξέταση του κ Κουντούρη επικεντρώθηκε στα εξής ζητήματα:

(1)στα ποσά με τα οποία χρεώθηκε ο επίδικος λογαριασμός με τρόπο ώστε να αποτελέσει θέση της υπεράσπισης ότι οι Ενάγοντες αξιώνουν ποσά στα οποία περιλαμβάνονται παράνομες χρεώσεις, και
(2)στη δικογραφημένη θέση της υπεράσπισης περί τροποποίησης της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς δυνάμει μεταξύ των διαδίκων προφορικής συμφωνίας για αναστολή πληρωμής των δόσεων από 23.4.2011 μέχρι και 23.1.
  1. Ο μάρτυρας απέρριψε και τις δυο θέσεις της υπεράσπισης. Ο κύριος XXXXX Λύτρας, ο οποίος κατέθεσε ως μάρτυρας υπεράσπισης (Μ.Υ.), είναι ο Εναγόμενος 2 και διευθυντής των Εναγόμενων
  2. Σύμφωνα με τα όσα κατέθεσε στο Δικαστήριο, λόγω της οικονομικής κρίσης οι Εναγόμενοι σταμάτησαν να καταβάλλουν δόσεις από το
  3. Παρόλα αυτά, βρίσκονται σε τελικό στάδιο διαπραγμάτευσης με τους Ενάγοντες για πλήρη διευθέτηση της παρούσας υπόθεσης, όσο και άλλων μεταξύ τους υποθέσεων, και αναδιάρθρωση των δανείων τους. Πρόσθεσε ότι το Αυτοκίνητο εξακολουθεί να είναι στην κατοχή των Εναγομένων
  4. Έχοντας παραθέσει την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου από όλες τις πλευρές, θα προχωρήσω στην αξιολόγηση της με βάση το περιεχόμενο και την ποιότητα της προβαίνοντας παράλληλα σε σύγκριση της με την υπόλοιπη ενώπιον μου μαρτυρία και αφού έχω καθοδηγηθεί από σειρά παραγόντων όπως, μεταξύ άλλων, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων, την ύπαρξη ή μη υπερβολών ή ουσιωδών αντιφάσεων, την ύπαρξη οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης και διάφορα άλλα στοιχεία. Στα πλαίσια αυτά λαμβάνεται επίσης υπόψη ο τρόπος με τον οποίο οι μάρτυρες απαντούσαν τις ερωτήσεις που τους υποβάλλονταν, οι αντιδράσεις τους και γενικά η όλη συμπεριφορά τους, καθώς επίσης το περιεχόμενο τόσο της προφορικής όσο και της έγγραφης τους μαρτυρίας (βλέπε Χρίστου ν. Ηροδότου κ.ά.
(2008)1 Α.Α.Δ. 676 και Αθανασίου κ.α. ν. Κουνούνη
(1997)1 Α.Α.Δ. 614). Επισημαίνεται περαιτέρω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας έγινε στη βάση του συνόλου αυτής και όχι μικροσκοπικά ή αποσπασματικά και στα πλαίσια αυτά λήφθηκαν υπόψη οι αρχές που έχει καθιερώσει η σχετική νομολογία ως προς το θέμα της αξιολόγησης της μαρτυρίας (βλέπε μεταξύ άλλων Ε.Γ. ν Αστυνομίας, Ποινική Έφεση αρ. 221/17, απόφαση ημερομηνίας 15.10.2019, Παπαδοπούλου v Αστυνομίας
(2007)2 Α.Α.Δ. 173 και Γιώργος Μελάς ν. Κυριάκου Κυριάκου
(2003)1 Α.Α.Δ. 826). Η μαρτυρία του Μ.Ε. κρίνεται αξιόπιστη και γίνεται αποδεκτή. Κατά την μαρτυρία του απαντούσε σε όλες τις ερωτήσεις με σαφήνεια, χωρίς υπεκφυγές, αναφέροντας μόνο όσα γνώριζε και ήταν σχετικά με την υπόθεση. Ο μάρτυρας αναφέρθηκε στα γεγονότα που αφορούν τόσο την συνομολόγηση της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς, όσο και την υπογραφή της εγγύησης του Εναγόμενου 2, και τους όρους αυτής. Η μαρτυρία του ήταν πειστική και έχει δώσει σαφείς και λεπτομερείς εξηγήσεις σε όλα τα θέματα επί των οποίων ερωτήθηκε. Δεν διέκρινα επίσης ότι περιέπεσε σε αντίφαση επί ουσιωδών ή άλλων θεμάτων. Σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού που κατατέθηκε ως Τεκμήριο 2 σημειώνω ότι στη βάση των όσων αναφέρονται στην παράγραφο 2 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α), έχω ικανοποιηθεί ότι αυτή αποτελεί τραπεζικό βιβλίο εν τη εννοία του άρθρου 22
(1)του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Ειδικότερα, υπό το φως της μαρτυρίας του Μ.Ε., ο οποίος είναι υπάλληλος της τράπεζας και το πρόσωπο που έλεγξε τα αντίγραφα με τις σχετικές καταχωρίσεις στο ηλεκτρονικό αρχείο των Εναγόντων, αποτελεί κρίση μου ότι οι προϋποθέσεις του άρθρου 22 του Κεφ. 9 πληρούνται, και, συνεπώς, οι κατατεθείσες καταστάσεις λογαριασμού (Τεκμήριο 2) γίνονται αποδεκτές με βάση το άρθρο 22
(1)του Κεφ. 9 και συνιστούν εκ πρώτης όψεως απόδειξη των καταχωρίσεων, θεμάτων, δοσοληψιών και λογαριασμών που είναι καταχωρημένα σε αυτές. Η κατάληξη μου αυτή οδηγεί στη δημιουργία ενός μαχητού τεκμηρίου που αντιστρέφει το βάρος απόδειξης, μεταφέροντας το στους ώμους των Εναγομένων για να αποδείξουν πλέον οι ίδιοι, τη μη ύπαρξη των καταχωρίσεων και/ή την καταχώριση λανθασμένων καταχωρίσεων στον επίδικο λογαριασμό (βλέπε Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Λτδ ν. Λάμπρος Χαριλάου Λτδ κ.α.
(2009)1 Α.Α.Δ. 479, Χ. Θεοδώρου ν. Hellenic Bank Ltd
(2012)1 Α.Α.Δ. 2059, Γ. Ιωαννίδης κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 1/2010, απόφαση ημερομηνίας 8.7.2014 και Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ v. Γ. Οικονόμου, ECLI:CY:AD:2014:A786, Πολιτική Έφεση 335/09, απόφαση ημερομηνίας 17.10.2014). Κρίνω δε σκόπιμο να σημειώσω στο στάδιο αυτό ότι παρά την υποβολή του κ Χριστοδούλου στον Μ.Ε. περί επιβολής παράνομων χρεώσεων στον επίδικο λογαριασμό, ουδεμία μαρτυρία προσκομίστηκε επί τούτου από την υπεράσπιση (βλέπε Γρηγορίου ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ, Πολιτική Έφεση αρ. 75/2013, απόφαση ημερομηνίας 28.3.2019). Στρέφομαι τώρα στον Εναγόμενο 2 ο οποίος ως έχω αναφέρει ήταν ο μοναδικός μάρτυρας υπεράσπισης. Κρίνεται σημαντικό να λεχθεί ότι από την πλευρά του μάρτυρα υπεράσπισης δεν αμφισβητήθηκαν τα εξής:
(1)η συνομολόγηση της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς,
(2)η εκ μέρους του υπογραφή του εγγράφου εγγύησης,
(3)ότι οι Εναγόμενοι 1 παρέλαβαν το Αυτοκίνητο το οποίο εξακολουθούν να έχουν στην κατοχή τους,
(4)ότι η Συμφωνία Ενοικιαγοράς τερματίστηκε,
(5)ότι υπάρχει οφειλόμενο υπόλοιπο στον επίδικο λογαριασμό, και
(6)ότι από την έγερση της αγωγής οι Εναγόμενοι δεν έχουν καταβάλει στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό έναντι της οφειλής τους. Κατά τα λοιπά, η μαρτυρία του κ Λύτρα δεν κρίνεται βοηθητική για την υπεράσπιση. Και τούτο γιατί ο μάρτυρας δεν ανέφερε οτιδήποτε που να υποστηρίζει τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγομένων. Ο ίδιος δεν πρόβαλε οποιοδήποτε ισχυρισμό αναφορικά με την συνομολόγηση προφορικής συμφωνίας για αναστολή πληρωμής των δόσεων αλλά αντίθετα δέχθηκε ότι από το 2012 οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν δόσεις λόγω αδυναμίας τους ως αποτέλεσμα της οικονομικής κρίσης. Ενδεικτικό είναι το ότι σε υποβολή της κας Παρπαρίνου επί τω ότι δεν είχε συμφωνηθεί αναστολή πληρωμής των δόσεων, ο μάρτυρας απάντησε «δεν είχαμε λεφτά γι' αυτό δεν πληρώναμε», ενώ σε υποβολή περί ύπαρξης οφειλής ως η αξίωση των Εναγόντων στην Έκθεση Απαίτησης, ο κ Λύτρας ανέφερε ότι «δεν αρνείται τίποτα», αλλά θεωρεί ότι το όλο ζήτημα θα διευθετηθεί σύντομα. Παρατηρείται επίσης ότι ο ισχυρισμός που πρόβαλε ο μάρτυρας περί πληρωμής των δόσεων μέχρι το 2012 δεν συνάδει με τις δικογραφημένες θέσεις της υπεράσπισης, ενώ αξιοσημείωτο είναι πως τέτοια θέση δεν υποβλήθηκε στον Μ.Ε. κατά την αντεξέταση του, με τρόπο ώστε να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη (βλέπε Frederickou Schools Co. Ltd κ.ά. ν. Acuac Inc.
(2002)1 Α.Α.Δ. 1527). Σε κάθε περίπτωση, η υπό κρίση θέση του μάρτυρα παρέμεινε στη σφαίρα της αοριστίας καθότι δεν δόθηκαν συγκεκριμένα στοιχεία ούτε καθορίστηκαν οι δόσεις που κατ' ισχυρισμό είχαν καταβληθεί ούτε προσκομίστηκαν οποιαδήποτε έγγραφα ή αποδείξεις προς τεκμηρίωση της. Σε ό,τι αφορά στην έτερη θέση της υπεράσπισης περί συμπερίληψης παράνομων χρεώσεων στον επίδικο λογαριασμό, σημειώνεται ότι όχι μόνο ο μάρτυρας δεν πρόβαλε οποιοδήποτε σχετικό ισχυρισμό, αλλά αντίθετα ανέφερε ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των διαδίκων για σκοπούς διευθέτησης της υπόθεσης βρίσκονται σε τελικό στάδιο και δεν έχουν ακόμα ολοκληρωθεί. Στη βάση της μαρτυρίας που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου και έγινε αποδεκτή, καταλήγω ότι τα ουσιώδη γεγονότα που αφορούν την υπόθεση και τα οποία αποτελούν ευρήματα του Δικαστηρίου είναι τα ακόλουθα: Στις 23.8.2006 υπεγράφη μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγόμενων 1 Συμφωνία Ενοικιαγοράς (Τεκμήριο 1). Η Συμφωνία υπογράφηκε επίσης την ίδια μέρα από τον Εναγόμενο 2 ως εγγυητή των υποχρεώσεων των Εναγόμενων
  1. Αντικείμενο της Συμφωνίας ήταν το Αυτοκίνητο το οποίο περιγράφεται στο τιμολόγιο Τεκμήριο
  2. Το Αυτοκίνητο περιήλθε στην κατοχή των Εναγομένων 1 οι οποίοι το κατέχουν μέχρι σήμερα. Σε σχέση με την Συμφωνία οι Ενάγοντες τηρούσαν κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 2). Οι Εναγόμενοι δεν κατέβαλαν προς τους Ενάγοντες τις δόσεις από 23.4.2011 (μέρος αυτής) μέχρι 23.1.2012, συνολικά ανερχόμενες στο ποσό των €2.058,
  3. Η Συμφωνία Ενοικιαγοράς τερματίστηκε με επιστολή των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους 1 ημερομηνίας 16.2.2012 (Τεκμήριο 4), η οποία κοινοποιήθηκε και στον Εναγόμενο 2 υπό την ιδιότητα του ως εγγυητής (Τεκμήριο 5). Με τις ίδιες επιστολές οι Εναγόμενοι ενημερώθηκαν για την χρέωση του λογαριασμού με τόκο προς 8,75%. Κατά την ημερομηνία τερματισμού της Συμφωνίας οι Εναγόμενοι όφειλαν ληγμένα ενοίκια συνολικά ανερχόμενα σε €2.058,58, ενώ τα μη ληγμένα ενοίκια ανέρχονται σε €2.969,50 (Τεκμήρια 2 και 3). Από την ημερομηνία του τερματισμού οι Εναγόμενοι 1 και 2 δεν έχουν πληρώσει στους Ενάγοντες οποιοδήποτε ποσό. Στη βάση των πιο πάνω ευρημάτων αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα, προχωρώ να εξετάσω τα επίδικα ζητήματα. Όπως είναι καλά γνωστό, στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το εάν ο ενάγοντας θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το βάρος απόδειξης, που είναι αυτό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων. Το κριτήριο δεν είναι εάν η θέση ή εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος απόδειξης είναι η πιο πιθανή από εκείνη του αντιδίκου του αλλά κατά πόσον ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία ότι η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι. Αν ο διάδικος που φέρει το βάρος απόδειξης αποτύχει να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο, τότε θεωρείται ότι δεν το απέσεισε έστω και αν η θέση ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή από εκείνη του αντίδικου του (βλέπε μεταξύ άλλων Σοφοκλέους ν Κυριάκου
(2010)1 Α.Α.Δ. 665 και Μαρσέλ και Άλλων ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ
(2001)1 A.A.A. 1858, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν. Παναγιώτου, ECLI:CY:AD:2018:A71, Πολιτική Έφεση 398/2011, απόφαση ημερομηνίας 12.2.2018 και Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές των Ηλιάδη και Σάντη στη σελίδα 196). Ως έχει επιβεβαιωθεί από την νομολογία οι Ενάγοντες έχουν το βάρος απόδειξης της έγκυρης κατάρτισης της συμφωνίας ενοικιαγοράς, ήτοι τις συνθήκες υπογραφής της, το ότι αφορά σε υπαρκτά αντικείμενα και το ότι αυτά έχουν παραληφθεί από τον μισθωτή (βλέπε Κωνσταντίνου κ.α. v. Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα Χρηματοδοτήσεις Λτδ
(2006)1 Α.Α.Δ. 781). Όλα τα πιο πάνω στοιχεία έχουν αποδειχθεί και ως έχω ήδη επισημάνει δεν αμφισβητούνται από την υπεράσπιση. Περαιτέρω, οι Ενάγοντες έχουν αποδείξει ότι οι Εναγόμενοι παρέλειψαν να καταβάλουν τις δόσεις από 23.4.2011 (μέρος) έως 23.1.2012, με τρόπο ώστε να παρέχεται έρεισμα για την καταγγελία της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς, ως τούτο προβλέπεται στον όρο 2
(3)της Συμφωνίας, επαγόμενη τον τερματισμό της (βλέπε Ελληνική Τράπεζα Λτδ κ.ά. ν. Τσαρτελλής
(2003)1 Α.Α.Δ. 246). Το ζήτημα που παραμένει να εξεταστεί είναι οι θεραπείες στις οποίες δικαιούνται οι Ενάγοντες. Σχετική επί τούτου είναι η απόφαση Ελληνική Τράπεζα Λτδ κ.ά. ν. Τσαρτελλής (πιο πάνω) όπου υποδείχθηκαν τα ακόλουθα: «Επί τούτου, ο εκμισθωτής αποκτά δικαίωμα αποζημιώσεων, ανάλογο προς τη ζημία που υφίσταται. Αυτή ποικίλλει, ανάλογα με τα επακόλουθα του τερματισμού. Εάν επιστραφεί το αντικείμενο της μίσθωσης, η ζημία περιορίζεται στη διαφορά μεταξύ, αφενός, του ολικού τιμήματος της ενοικιαγοράς και, αφετέρου, της αξίας του αντικειμένου της μίσθωσης κατά το χρόνο της επιστροφής, που συνήθως παίρνει τη μορφή του τιμήματος της διάθεσής του. Στην περίπτωση μη επιστροφής του αντικειμένου της ενοικιαγοράς, ο εκμισθωτής δικαιούται σε αποζημιώσεις για ποσό ίσο προς την αξία του αντικειμένου το οποίο κατακρατεί ή οικειοποιείται ο μισθωτής. Τα αστικά αδικήματα της παράνομης κατακράτησης (detinue) και της παράνομης οικειοποίησης (conversion) διαγράφουν, ανάλογα με την περίπτωση, το πλαίσιο διεκδίκησης αποζημιώσεων για τη ζημία που υφίσταται ο εκμισθωτής. Και στις δύο περιπτώσεις, η αξία των απωλεσθέντων αντικειμένων θεωρείται ίση προς τη συμφωνηθείσα στη σύμβαση ενοικιαγοράς αξία των αντικειμένων. Η ενοικιαγορά, όπως ο όρος υποδηλώνει, αποτελεί, κατ' ουσία, μορφή αγοράς του πράγματος, που αποτελεί το αντικείμενο της δικαιοπραξίας, με τμηματική αποπληρωμή της τιμής απόκτησής του. Τα θέματα που εξετάζουμε αναλύονται στα συγγράμματα "The Law of Hire Purchase", A.G. Guest, 1966, ΚΕΦ. ΙΙ, σελ. 219 και επόμενα, "Chitty on Contracts, Specific Contracts", Twenty-fifth Edition, Volume II, σελ. 554 και επόμενα, "Hire Purchase Law and Practice", Second Edition, σελ. 357 και επόμενα. Στο σύγγραμμα McGregor on Damages, Fifteenth Edition, γίνεται η διαπίστωση (παράγραφος 868) ότι, όπου ο μισθωτής παραλείπει να επιστρέψει τα εμπορεύματα ή τα οικειοποιείται "., the measure of damages is the total amount payable under the hire-purchase agreement less the amount of hire instalments already paid.", (σελ. 554), («..., το μέτρο των αποζημιώσεων είναι το συνολικό ποσό το οποίο είναι πληρωτέο βάσει της συμφωνίας ενοικιαγοράς, μείον το ποσό των δόσεων που έχουν καταβληθεί.» - (ελληνική μετάφραση, ελεύθερη). Η θέση αυτή στηρίζεται στην απόφαση του Αγγλικού Εφετείου Wickham Holdings Ltd. v. Brooke House Motors Ltd. [1967] 1 W.L.R. 295. Η υπόθεση αφορούσε παράνομη οικειοποίηση αυτοκινήτου, εκμισθωθέντος με όρους ενοικιαγοράς. Το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση του Λόρδου Denning, M.R., προς την οποία εκδήλωσαν τη συμφωνία τους και τα άλλα δύο μέλη του Εφετείου, κατοπτρίζει τα ισχύοντα:- (σελ. 300-301) "I base my decision on this: In a hire-purchase transaction there are two proprietary interests: the finance company's interest and the hirer's interest. If the hirer wrongfully sells the goods or the benefit of the agreement, in breach of the agreement, then the finance company are entitled to recover what they have lost by reason of his wrongful act. That is normally the balance outstanding on the hire-purchase price. But they are not entitled to more than they have lost." (Ελληνική μετάφραση, ελεύθερη. «Βασίζω την απόφασή μου σε τούτο: Στη δικαιοπραξία ενοικιαγοράς υπεισέρχονται δύο ιδιοκτησιακά συμφέροντα: εκείνο της χρηματοδοτικής εταιρείας και εκείνο του μισθωτή. Εάν ο μισθωτής αδίκως διαθέτει τα εμπορεύματα ή το συμφέρον του στη συμφωνία, κατά παράβαση της συμφωνίας, τότε ο χρηματοδοτικός οργανισμός δικαιούται να ανακτήσει εκείνο το οποίο έχασε, ως αποτέλεσμα της άδικης πράξης. Αυτό είναι, κατά κανόνα, το υπόλοιπο των οφειλομένων δόσεων βάσει της τιμής ενοικιαγοράς. Αλλά, δε δικαιούται να ανακτήσει περισσότερα απ' ότι έχασε.») Στις Overstone Ltd. v. Shipway [1962] 1 W.L.R. 117 και Yeoman Credit Ltd. v. McLean [1962] 1 W.L.R. 131, διευκρινίζεται ότι, στον καθορισμό της ζημίας, λαμβάνεται υπόψη το γεγονός ότι η αξία των αντικειμένων καθορίζεται με αναφορά στο χρόνο που επέρχεται η ζημία, ως αποτέλεσμα της κατακράτησης ή της οικειοποίησης. Έτσι ο χρόνος καθορισμού των αποζημιώσεων επέρχεται πρότερα του χρόνου καταβολής των δόσεων ενοικιαγοράς, γεγονός που λαμβάνεται υπόψη στον καθορισμό των αποζημιώσεων.» Στα πλαίσια της αγόρευσης του ο κ Χριστοδούλου επικαλέστηκε διάφορες νομοθετικές πρόνοιες προκειμένου να υποστηρίξει με εντελώς γενικό τρόπο ότι τα ποσά που αξιώνονται είναι υπερβολικά. Επί τούτου περιορίζομαι να σημειώσω ότι τέτοια ζητήματα δεν προβάλλονται ειδικά στα δικόγραφα ούτε και υποβλήθηκαν αντίστοιχες θέσεις στον Μ.Ε. Οι δε υποβολές που τέθηκαν σε σχέση με την υποχρέωση των Εναγόντων να προβούν σε αναδιάρθρωση των δανείων των Εναγομένων δεν βρήκαν τελικά έρεισμα στη μαρτυρία του Μ.Υ. ο οποίος ανέφερε ότι στο παρόν στάδιο γίνονται προχωρημένες συζητήσεις στα πλαίσια αναδιάρθρωσης των πιστωτικών διευκολύνσεων των Εναγομένων. Σε κάθε περίπτωση, οι πρόνοιες στις οποίες παρέπεμψε το Δικαστήριο ο συνήγορος υπεράσπισης δεν συνδέθηκαν με οποιοδήποτε τρόπο με τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης. Ως προς τα ποσά που αξιώνονται, οι Ενάγοντες τηρούσαν σχετική κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήρια 2 και 3) από όπου προκύπτουν τα ακόλουθα:
(1)€2.058,58 ληγμένα ενοίκια,
(2)€59,92 τόκους υπερημερίας επί των ληγμένων ενοικίων,
(3)€2.969,50 μη ληγμένα ενοίκια,
(4)€177,65 δικαιώματα ενοικιαγοράς. Ως έχει επίσης διαφανεί, το Αυτοκίνητο κατακρατήθηκε από το μισθωτή μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας. Τα υπό
(1)και
(4)ποσά έχουν δεόντως τεκμηριωθεί. Περαιτέρω, δεδομένης της μαρτυρίας του Μ.Ε., τα δικαιώματα ενοικιαγοράς έχουν υπολογιστεί με βάση τις πρόνοιες της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς. Σε σχέση με τον τόκο που αξιώνεται παρατηρώ ότι η Συμφωνία Ενοικιαγοράς προβλέπει ότι ο τόκος θα υπολογίζεται με ετήσιο ποσοστό ίσο προς το εκάστοτε ισχύον βασικό επιτόκιο των Εναγόντων προσαυξημένο κατά 7.75%. Σύμφωνα δε με την μαρτυρία του Μ.Ε., ενώ κατά τον επίδικο χρόνο το βασικό επιτόκιο ήταν 4,25% και οι Ενάγοντες δικαιούνταν να χρεώνουν τόκο επί των καθυστερήσεων 12%, εν τέλει χρέωσαν μικρότερο ποσοστό, ήτοι 8,75%, ποσοστό το οποίο και αξιώνουν επί των ληγμένων δόσεων. Σε αυτή τη βάση έχει υπολογιστεί και το ποσό των €59,92 ως τόκοι υπερημερίας επί των ληγμένων ενοικίων το οποίο δικαιούνται οι Ενάγοντες. Υπό τις περιστάσεις έχει επίσης καταδειχθεί ότι δικαιολογείται και η έκδοση διατάγματος για παράδοση του Αυτοκινήτου και πώλησης αυτού σε δημόσιο πλειστηριασμό. Συνεπώς, εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα για το ποσό των €5.265,65, πλέον τόκο προς 8,75% ετησίως επί €2.058,58 από 17.2.2012 μέχρι εξοφλήσεως, με κεφαλαιοποίηση του τόκου στις 30ην Ιουνίου και 31ην Δεκεμβρίου εκάστου έτους όπως προβλέπεται στον όρο 2(β)(iii) της Συμφωνίας Ενοικιαγοράς, πλέον νόμιμο τόκο επί του ποσού των €2.969,50 από 17.2.2012 μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα εναντίον των Εναγόμενων 1 ως η παράγραφος 9(β)(i) και (ii) της Έκθεσης Απαίτησης. Τα έξοδα της αγωγής επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Γ. Πετάση - Κορφιώτη, Ε.Δ. Πιστον Αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.