ΝΙΚΟΛΑΟΥ ν. ΠΑΝΤΕΛΑΣ κ.α., Αριθ. Αγωγής: 2023/14, 10/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A439 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 2023/14 XXXXX ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΕΝΑΓΟΥΣΑ - και -
- XXXXX ΠΑΝΤΕΛΑΣ
- XXXXX ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ
- XXXXX ΠΑΠΑΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ------------------------------------ Ημερομηνία: 10 Οκτωβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για την Ενάγουσα: Νικολέττα Χαραλαμπίδου ΔΕΠΕ Για τους Εναγομένους 1 και 3: Ευστάθιος Κ. Ευσταθίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ AΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση η ενάγουσα προτίθεται να τροποποιήσει την έκθεση απαιτήσεως διά της προσθήκης νέας παραγράφου στην Έκθεση Απαιτήσεως αριθμημένη 4Α για να ακολουθήσει την υφιστάμενη παράγραφο 4 ως ακολούθως: Παραθέτω πιο κάτω και την παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαιτήσεως: «
- Κατά ή περί την 12.3.2012 οι Εναγόμενοι 1 και 3 υπό την ιδιότητα τους ως Πρόεδρος και Γραμματέας της Επιστημονικής Εταιρείας Στοματοπροσωπογναθοχειρούργων Κύπρου αντίστοιχα, η οποία αποτελεί εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με μετοχές εγγεγραμμένη στον Έφορο Εταιρειών, απέστειλαν επιστολή στην Πολυκλινική Υγεία στην οποία η Ενάγουσα από το 2001, είναι μέτοχος και συνεργάτης ιατρός, με την οποία τοποθετήθηκαν ως προς το δικαίωμα της για χρήση του τίτλου του Ειδικού Στοματοπροσωπογναθοχειρουργού ( ο οποίος τίτλος και δικαίωμα χρήσης του, δόθηκε στην Ενάγουσα από το Οδοντιατρικό Συμβούλιο) με σχόλια ανάρμοστα και απαράδεκτα, τα οποία δημιουργούν άσχημες εντυπώσεις για το πρόσωπο της, θίγουν την υπόληψη και αξιοπρέπεια της Ενάγουσας, αμφισβητούν τα προσόντα της και το επαγγελματικό της κύρος». Η ενάγουσα έχει καταχωρήσει ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης για να δικαιολογήσει του λόγους που αιτείται τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως με την προτεινόμενη νέα παράγραφο. Συγκεκριμένα, έχει αναφέρει ότι στις 17.2.2015 οι Καθ' ων η αίτηση 1, 2 και 3 γνωστοποίησαν προδικαστική ένσταση με την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Η προδικαστική ένσταση αφορά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαιτήσεως χωρίς την συμπερίληψη της δυσφημιστικής επιστολής αυτούσιας στο σώμα της Έκθεσης Απαιτήσεως. Είναι θέση της αιτήτριας ότι η μη συμπερίληψη της δυσφημιστικής επιστολής αυτούσια οφείλεται σε καλόπιστο λάθος που επιχειρεί η αιτήτρια να διορθώσει με την τροποποίηση της Έκθεσης Απαιτήσεως διά της προσθήκης της νέας παραγράφου. Οι Καθ 'ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση διότι είναι θέση τους ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση γίνεται προσπάθεια να εισαχθούν λεπτομέρειες ενός δημοσιεύματος για το οποίο δε ζητείται κατά δέον και νομικώς ορθό τρόπο θεραπεία. Δηλαδή, ζητείται θεραπεία για αστικό αδίκημα του οποίου ο χρόνος διάπραξης ήταν την 12.3.
- Με την προτεινόμενη τροποποίηση επιχειρεί η αιτήτρια να εισαγάγει νέα βάση αγωγής και νέες λεπτομέρειες δημοσιεύματος χωρίς να έχει τροποποιηθεί το κλητήριο ένταλμα. Περαιτέρω, είναι θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης μετά παρελεύσεως 4 και πλέον ετών από την καταχώρηση της αγωγής και 3 και πλέον ετών από την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης. Συγκεκριμένα, όπως προκύπτει από τη παράγραφο 6 της Ένστασης: «
- Άνευ βλάβης των ανωτέρω, ως καλά με πληροφορεί η δικηγόρος, ο ομνύον δεν έδωσε καμία σοβαρή εξήγηση στο περιεχόμενο της Ενόρκου Δηλώσεως για -ην καθυστέρηση εκ μέρους της αιτήτριας να καταχωρήσει την παρούσα αίτηση. Όπως με συμβουλεύει η δικηγόρος η όλη συμπεριφορά της ενάγουσας καταδεικνύει μόνο καθυστέρηση, αδιαφορία και κωλυσιεργία ως προς την εξέλιξη της υπόθεσης. Και εξηγούμαι: Όπως προκύπτει από το φάκελο της υπόθεσης στις 9.4.2014 κατεχωρήθη δικόγραφο με τίτλο «Αριθ. I - ΚΛΗΤΗΡΙΟΝ ΕΝΤΑΛΜΑ (02,6)» το οποίο έφερε χειρόγραφη διόρθωση 02,
- Την 17.2.2015 κατεχωρήθη υπό των εναγομένων Υπεράσπιση στην οποία αναγράφονται τρεις προδικαστικές ενστάσεις στις παρ. 1, 2 και 3 του δικογράφου. Την 24.3.2016 η Ενάγουσα προέβη σε καταχώρηση αίτησης για διόρθωση επί της ουσίας του προδικαστικού σημείου 1(α) και για την οποία εκδόθηκε απορριπτική απόφαση την 16.12.2016 υπό του Σεβαστού Δικαστηρίου. Αργότερα για το ίδιο ζήτημα την 17.1.2017 κατεχωρήθη έτερη αίτηση για την οποία εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα. Σε όλες τις αιτήσεις οι ομνύοντες αναφέρονται σε μελέτη της υπόθεσης και σε γνώση του φακέλου. Η παρούσα αίτηση η οποία καταχωρήθηκε την 5.9.2018 φαίνεται να σκοπεί επί της ουσίας στη διόρθωση της προδικαστικής ένστασης 1(β), η οποία ήταν γνωστή στην ενάγουσα από την 17.2.
- Ο κος Χαραλάμπους όχι μόνο δεν αναφέρει στην Ένορκο Δήλωση το γιατί υπήρξε αυτή η καθυστέρηση και πως δικαιολογείται εν σχέση με τα γεγονότα ως έχω αναφέρει ανωτέρω αλλά ούτε καν αναφέρεται στο στοιχείο της καθυστέρησης. Δηλαδή πέραν του ότι κατά παράβαση της Δικονομικής διάταξης δεν αναφέρεται καν στο στοιχείο της καθυστέρησης, δεν επεξηγεί κατά κανέναν τρόπο το γιατί δεν παρατηρήθηκε ενωρίτερα ή σε οποιοδήποτε στάδιο κατά τη λήψη άλλων δικονομικών διαβημάτων που προηγήθηκαν, η αναφερόμενη αναγκαιότητα. Επειδή οι Καθ' ων η αίτηση επικαλούνται την υπερβολική καθυστέρηση ως λόγος για τον οποίο δεν θα πρέπει να επιτραπεί η προτεινόμενη τροποποίηση κρίνω σκόπιμο να καταγράψω εν συντομία το ιστορικό της υπόθεσης ως αυτό προκύπτει από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης. Η αγωγή καταχωρήθηκε με κλητήριο ένταλμα ειδικώς οπισθογραφημένο στις 9.4.
- Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν έκθεση υπεράσπισης στις 17 Φεβρουαρίου
- Με την Έκθεση Υπεράσπισης εγέρθηκαν οι ακόλουθες δύο προδικαστικές ενστάσεις. Η προδικαστική ένσταση που προβλήθηκε με την παράγραφο 1(β) της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι ως ακολούθως: «1.(α) Οι εναγόμενοι εγείρουν προδικαστική ένσταση και ισχυρίζονται ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να προχωρήσει ως έχει και/ή θα πρέπει να απορριφθεί ένεκα του ότι είναι παράνομη και/ή παράτυπη και/ή αντίκειται προς τον Νόμο και τους επί του θέματος κανονισμούς και/ή τους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας και/ή έγινε επί εσφαλμένου κλητηρίου εντάλματος και/ή λόγω αντικειμένου της και/ή της αιτίας αγωγής (cause of action) και/ή λόγω του νομικού της ζητήματος θα έπρεπε να συνταχθεί και εγερθεί επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος. Η προδικαστική ένσταση που έχει προβληθεί με την παράγραφο 1(β) της Έκθεσης Υπεράσπισης είναι ως ακολούθως: (β) ανεξάρτητα και/ή επιπρόσθετα των ανωτέρων εγείρεται προδικαστικώς ότι η αγωγή είναι παράτυπη και θα πρέπει να απορριφθεί και διά τον λόγο ότι η ενάγουσα εμποδίζεται και/ή κωλύεται να ισχυρίζεται ότι η ρηθείσα επιστολή ημερομηνίας 12.3.2012 είναι δυσφημιστική καθότι δεν περιλαμβάνεται αυτούσιο στην Έκθεση Απαιτήσεως το κατ' ισχυρισμό της ενάγουσας δυσφημιστικό δημοσίευμα κατά παράβαση πάγιας νομολογίας επί του θέματος». Ως αντίδραση στις προδικαστικές ενστάσεις η ενάγουσα καταχώρησε την αίτηση τροποποίησης ημερομηνίας 15.2.2016 με την οποία ζητούσε να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα με την προσθήκη «οπισθογράφησης απαίτησης» αντιλαμβανόμενη ότι δεν είχε καταχωρήσει κλητήριο ένταλμα γενικώς οπισθογραφημένο ως προνοούν οι θεσμοί στην περίπτωση απαίτησης με αιτία αγωγής την δυσφήμηση. Οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση και το Δικαστήριο αποφάσισε με ενδιάμεση απόφαση ότι το εσφαλμένο τύπου του κλητηρίου εντάλματος δεν μπορούσε να διορθωθεί στα πλαίσια της αίτησης για τροποποίηση. Στην συνέχεια η ενάγουσα καταχώρησε νέα αίτηση στις 17.1.12 με την οποία ζήτησε θεραπεία με βάση τη Δ.64 των διαδικαστικών κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας για να θεωρηθεί το ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα ως γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και να συνεχίσει η διαδικασία με τα υφιστάμενα δικόγραφα. Αυτή η αίτηση έγινε δεκτή από τους Καθ' ων η αίτηση και εκδόθηκε διάταγμα εκ συμφώνου στις 3.5.
- Στην συνέχεια αποστάληκε ειδοποίηση του πρωτοκολλητή προς την ενάγουσα στις 6.3.18 όπως καταχωρήσει Έκθεση Απαιτήσεως με την οποία η ενάγουσα συμμορφώθηκε στις 20.3.18 Ακολούθησε στην συνέχεια η καταχώρηση αυτής της αίτησης με την οποία η ενάγουσα επιχειρεί να διορθώσει ελάττωμα που υπάρχει στην Έκθεση Απαιτήσεως ενόψει της δεύτερης προδικαστικής ένστασης ως η παράγραφος 1(β) της Έκθεσης Υπεράσπισης. Διαφωνώ με την θέση των Καθ' ων η αίτηση ότι με την προτεινόμενη προσθήκη η ενάγουσα επιχειρεί να προσθέσει νέα αιτία αγωγής και νέα θεραπεία που δεν περιλαμβάνεται στις αξιώσεις του κλητηρίου εντάλματος. Οι αξιώσεις της ενάγουσας ως προκύπτουν από το κλητήριο ένταλμα είναι ως ακολούθως: Λόγω των ανωτέρω η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον των Εναγομένων τα ακόλουθα: Α. Γενικές αποζημιώσεις για απώλεια εσόδων και/ή κερδών και/ή ζημιά και/ή απώλεια που έχει υπέστη η Ενάγουσα συνεπεία της συμπεριφοράς των Εναγομένων και/ή της δυσφήμησης και/ή συκοφαντικής δυσφήμησης (ή "επιζήμιας ψευδολογίας') εκ μέρους τους ως περιγράφεται ανωτέρω. Β. Γενικές αποζημιώσεις για παρεμπόδιση της ανέλιξης της καριέρας και/ή της επαγγελματικής σταδιοδρομίας που έχει υποστεί η Ενάγουσα συνεπεία της συμπεριφοράς και/ή της δυσφήμησης και/ή συκοφαντικής δυσφήμησης (ή 'επιζήμιας ψευδολογίας') εκ μέρους των Εναγομένων ως περιγράφεται ανωτέρω. Γ. Τιμωρητικές και/ή επαυξημένες αποζημιώσεις για απώλεια εσόδων και/ή κερδών και/ή ζημιά και/ή απώλεια που έχει υποστεί η Ενάγουσα συνεπεία της συμπεριφοράς των Εναγομένων και/ή της δυσφήμησης, και/ή συκοφαντικής δυσφήμησης (ή 'επιζήμιας ψευδολογίας') εκ μέρους τους ως περιγράφεται ανωτέρω, δεδομένης της θέσης και/ή του επαγγέλματος της Ενάγουσας. Δ. Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου η οποία να διατάσσει τους Εναγόμενους όπως να μην προβαίνουν σε μειωτικά σχόλια ή σε δυσφήμηση ή επιζήμια ψευδολογία ή σε συκοφαντία γραπτώς ή προφορικώς ή άλλως πως ή σε δηλώσεις οι οποίες είναι δυνατό να σημειώσουν ή επηρεάσουν τη φήμη της Ενάγουσας. Ε. Διαζευκτικά και/ή Επιπρόσθετα, Γενικές αποζημιώσεις για ψυχική οδύνη και/ή ταλαιπωρία που υπέστη η Ενάγουσα ένεκα της συμπεριφοράς και ή της δυσφήμησης και/ή συκοφαντικής δυσφήμησης (ή 'επιζήμιας ψευδολογίας') εκ μέρους των Εναγομένων ως αναφέρεται ανωτέρω. ΣΤ. Οποιαδήποτε άλλη θεραπεία το Δικαστήριο κρίνει δίκαιη και εύλογη υπό τις περιστάσεις». Οι αποζημιώσεις που αξιώνει η ενάγουσα αφορούν κατ' ισχυρισμό δυσφημιστικά σχόλια στα οποία έχουν προβεί οι Καθ' ων η αίτηση τα οποία θίγουν την υπόληψη και αξιοπρέπεια της ενάγουσας με την οποία αμφισβήτησαν τα προσόντα της και το επαγγελματικό της κύρος. Στο σώμα της Έκθεσης Απαιτήσεως η ενάγουσα έχει περιγράψει διάφορα περιστατικά. Κατά την διάρκεια αυτών των περιστατικών ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων οι αίτηση έχουν προβεί σε δυσφημιστικά σχόλια αυτού του είδους για το πρόσωπο της. Η κάθε τέτοια περίπτωση περιγράφεται ξεχωριστά στις παραγράφους 4 και 6 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Η παράγραφος 4 αφορά την επιστολή ημερομηνίας 12.3.
- Η ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι Καθ' ων η αίτηση απέστειλαν την επιστολή ημερ. 12.3.2012 με δυσφημιστικό περιεχόμενο στην Πολυκλινική Υγείας. Η εν λόγω επιστολή περιέχει, σύμφωνα με την ενάγουσα, σχόλια που θίγουν την υπόληψη και αξιοπρέπεια της ενάγουσας. Είναι θέση της ότι από τα σχόλια που περιέχονται στην επιστολή προκύπτει ότι αμφισβητούνται τα προσόντα της και το επαγγελματικό της κύρος. Οι πιο πάνω θέσεις απαρτίζουν μέρος της απαίτησης της αιτήτριας που στρέφεται εναντίον των Καθ' ων η αίτηση και συνιστούν μέρος των ουσιωδών γεγονότων που πλαισιώνουν την αξίωση της για γενικές και τιμωρητικές αποζημιώσεις συνέπεια συμπεριφοράς των Καθ' ων η αίτηση που είναι δυσφημιστική για το πρόσωπο της αιτήτριας. Όμως η αιτήτρια δεν έχει παραθέσει τις συγκεκριμένες λέξεις που περιέχονται στην επιστολή ημερομηνίας 12.3.2012 από τις οποίες προκύπτει το συμπέρασμα της ότι η επιστολή περιέχει σχόλια που είναι δυσφημιστικά για το πρόσωπο της αιτήτριας και για τα οποία δικαιολογείται η αξίωση της αιτήτριας στην αγωγή για αποζημιώσεις. Δηλαδή, η παράγραφος αυτή παραθέτει το συμπέρασμα ότι η επιστολή είναι δυσφημιστικού περιεχομένου χωρίς να παρατίθενται τα ουσιώδη γεγονότα από τα οποία προκύπτει το συμπέρασμα της ως καταγράφεται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαιτήσεως ότι η επιστολή αυτή περιέχει σχόλια που την αφορούν και που είναι δυσφημιστικού περιεχομένου. Δεν μπορεί να θεμελιωθεί απαίτηση για δυσφήμηση χωρίς να παρατίθενται στην απαίτηση οι ακριβείς λέξεις που χρησιμοποίησαν οι Καθ' ων η αίτηση στην επιστολή για να θίξουν τα προσόντα και το επαγγελματικό κύρος της αιτήτριας. Η απαίτηση ως έχει δικογραφηθεί είναι ελαττωματική και αυτός είναι ο λόγος που οι Καθ' ων η αίτηση έσπευσαν να καταχωρήσουν προδικαστική ένσταση μαζί με την υπεράσπιση τους. Εκείνο που επιχειρεί η αιτήτρια να προσθέσει με την νέα τροποποίηση δεν είναι ξεχωριστή αγωγή για δυσφήμιση. Ήδη υπάρχει αναφορά στην επιστολή ημερομηνίας 12.3.12 που απέστειλαν οι Καθ' ων η αίτηση σε τρίτο πρόσωπο το περιεχόμενο της οποία είναι θέση της αιτήτριας ότι είναι δυσφημιστικό για την ενάγουσα και επιθυμεί επί της ίδιας βάσης αγωγής να προσθέσει τα γεγονότα αναγκαία για να διατυπώσει ορθά και ολοκληρωμένα την συγκεκριμένη βάση αγωγής που εκφράζεται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Εκείνο που το εφετείο επεξήγησε στην υπόθεση Χατζηλαμπρή ν Πετεινού 1 ΑΑΔ 1022
(2010)είναι ότι λόγω της φύσης του αγώγιμου δικαιώματος κατά την δικογράφηση της κατ' ισχυρισμό απαίτησης για δυσφήμιση είναι επάναγκες όπως χρησιμοποιούνται οι ακριβείς λέξεις που συνιστούν τη δυσφήμιση. Σε υποθέσεις που η αιτία της αγωγής είναι η δυσφήμιση οι ακριβείς λέξεις που χρησιμοποιήθηκαν είναι τα ουσιαστικά γεγονότα επί των οποίων η αιτία αγωγής θεμελιώνεται. «In Lıbel and Slander the very words complaıned of are the facts on whıch the actıon ıs grounded. It ıs not the fact of the defendant havıng used defamatory expressıons but the fact of hıs havıng used those defamatory expressıons alleged whıch ıs the fact on whıch the case depends ( Best v Charter Medıcal of England Ltd
(2001)1 All ER (D) 395 Oct)». Δεν είναι αρκετό για την αιτήτρια να επικαλεστεί με το δικόγραφο της την σημασία των συγκεκριμένων λέξεων διότι ο σκοπός της έκθεσης απαιτήσεως είναι να πληροφορήσει τους Καθ' ων η αίτηση για την υπόθεση που θα έχουν εν τέλει να αντιμετωπίσουν. Σε υπόθεση δυσφήμισης το επίδικο θέμα είναι κατά πόσο οι συγκεκριμένες λέξεις για τις οποίες παραπονείται ο ενάγοντας έχουν την δυσφημιστική ερμηνεία που τους αποδίδει η αιτήτρια με την αγωγή της. Είναι αδύνατον να το γνωρίζει αυτό ο εναγόμενος ή να γίνουν οι οποιεσδήποτε διαπιστώσεις του Δικαστηρίου επί του ζητήματος εάν δεν παρατεθούν στην απαίτηση οι συγκεκριμένες λέξεις που περιέχονται στην επιστολή. «A crucial question in defamation actions is always whether the words used have a defamatory meaning and it is therefore impermisssible to plead the meaning but not to plead the words used (Best πιο πάνω)». Η αιτήτρια έχει παραθέσει εκείνο που θεωρεί ότι είναι το νόημα και το αποτέλεσμα της επιστολής χωρίς να παραθέσει τις λέξεις τις ίδιες που θεωρεί ότι είναι δυσφημιστικές για το πρόσωπο της. Ως εκ τούτου διαφωνώ ότι με την προτεινόμενη τροποποίηση ζητείται τροποποίηση και/ή προσθήκη των αξιώσεων που δεν περιέχονται στο κλητήριο ένταλμα. Πρόκειται για αιτία αγωγής που αφορά και περιλαμβάνεται στις υφιστάμενες αξιώσεις αλλά δεν διατυπώνεται ορθά και ολοκληρωμένα διότι απουσιάζουν οι λέξεις που θεωρεί η αιτήτρια ότι είναι δυσφημιστικές για το πρόσωπο της ως εισηγείται στην παράγραφο 4 της Έκθεσης Απαιτήσεως. Πρόκειται για ελάττωμα στον τρόπο που η αιτήτρια έχει διατυπώσει την απαίτηση της και επιδιώκει να το διορθώσει για να παύει να είναι ελαττωματική η έκθεση απαιτήσεως. Τούτο είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης διότι εάν παρατεθούν οι ακριβείς λέξεις για τις οποίες παραπονείται η αιτήτρια θα μπορέσει το Δικαστήριο να αντιληφθεί κατά πόσο η αιτήτρια πράγματι έχει νόμιμη αξίωση κατά των Καθ' ων η αίτηση που χρήζει εκδίκασης και δεύτερο θα μπορεί η υπεράσπιση να γνωρίζει εάν οι λέξεις πράγματι επιδέχονται της δυσφημιστικής ερμηνείας που επικαλείται η αιτήτρια που και αυτό θα περιορίσει τα επίδικα θέματα της αγωγής και θα προσδιορίσει με σαφήνεια την διαφορά μεταξύ των μερών. Οπότε θεωρώ ότι η αιτήτρια επιδιώκει την τροποποίηση για καλό λόγο και το μόνο ερώτημα που παραμένει προς επίλυση είναι κατά πόσο θα πρέπει να εγκριθεί το αίτημα ενόψει της μεγάλης καθυστέρησης που παρατηρείται στην υποβολή του συγκεκριμένου αιτήματος. Η εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιήσει τα δικόγραφα κατόπιν αιτήματος των διαδίκων πηγάζει από τον Κ. 25 θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική εξουσία να προβεί στην τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας όταν η τροποποίηση καταστεί αναγκαία για τη δίκαια επίλυση των επίδικων ζητημάτων της αγωγής. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου 1 ΑΑΔ
(1991)934 η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά με την προτεινόμενη τροποποίηση. Δίδεται η τροποποίηση φιλελεύθερα εάν αυτή είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Να σημειωθεί ότι σε εκείνη την υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση έγινε μετά που είχαν ήδη μαρτυρήσει επτά μάρτυρες της υπόθεσης. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος ν Παύλου 1 ΑΑΔ
(1995)560 επεξηγήθηκε από το Εφετείο ότι το Δικαστήριο ασκεί διακριτική εξουσία να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφου. Για την άσκηση αυτής της εξουσίας λαμβάνεται υπόψη το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της προτεινόμενης τροποποίησης. Σε εκείνη την υπόθεση δεν εγκρίθηκε το αίτημα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης, διότι ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι μόλις είχαν περιέλθει εις γνώση του κάποια γεγονότα ενώ το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Στην υπόθεση Δημητρώφ ν Ιωάννου 1 ΑΑΔ 1645
(2003)το Δικαστήριο δεν ενέκρινε τέταρτη αίτηση των εναγόντων για τροποποίηση των δικογράφων επειδή ήταν φανερό ότι η αίτηση ενείχε το στοιχείο της κακοπιστίας. Παρόλο τούτο το Εφετείο ανέτρεψε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και επέτρεψε την μερική τροποποίηση του δικογράφου για να συμπεριληφθεί μία τυπικού χαρακτήρα τροποποίηση για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Anna Latouf Agini v Εθνικη Τράπεζας Ελλάδας 1 ΑΑΔ 11
(1999)επικυρώθηκε απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αρνηθεί την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη και ανταπαίτησης εκεί όπου διαπίστωσε ότι η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής και επειδή τα γεγονότα της υπόθεσης αποκάλυπταν την πρόθεση της εναγομένης για κωλυσιεργία η οποία έπρεπε να αντιμετωπισθεί δεόντως από το Δικαστήριο. Σημείωσε δε την ανάγκη να αποτρέπεται κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου ειδικά όταν διαπιστώνεται εκθεμελίωση της σωστής πορείας της υπόθεσης από τα σωστά της πλαίσια με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ορθή απονομή δικαιοσύνης. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Βλ. Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704 και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 33. Στην Μιχάλης Παπόρης ν. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθειά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Ηunter v. Chief Constable of West Midlands & Another [1981] 3 All E.R. 727, 729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών. Ο πρωτόδικος δικαστής ενασκώντας της διακριτική του εξουσία, έλαβε υπόψη την επί του θέματος φιλελεύθερη προσέγγιση των δικαστηρίων κατά την εξέταση αιτήσεων αυτού του είδους. Έλαβε επίσης υπόψη και τον σημαντικό παράγοντα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας και αυτό ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την μέσα σε εύλογο χρόνο διεξαγωγή και περάτωση της δίκης». Αφού έλαβα υπόψη μου όλο το ιστορικό της υπόθεσης κατέληξα στα ακόλουθα συμπεράσματα: Η καθυστέρηση της αιτήτριας να αποταθεί για την συγκεκριμένη τροποποίηση οφείλεται σε νομικό σφάλμα. Διαπίστωσε το λάθος της όταν οι Καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν την Έκθεση Υπεράσπισης και ήγειραν τις δύο προδικαστικές ενστάσεις. Επιχείρησε να διορθώσει το πρώτο νομικό σφάλμα με λανθασμένο δικονομικό διάβημα με αποτέλεσμα να καταδικασθεί σε έξοδα και να αναγκασθεί να καταχωρήσει δεύτερη αίτηση. Στην συνέχεια καταχώρησε την παρούσα αίτηση για να διορθώσει το δεύτερο ελάττωμα στην διατύπωση της απαίτησης της που της το υπέδειξαν οι Καθ' ων η αίτηση με την προδικαστική ένσταση που εκφράζεται στην παράγραφο 1(β) της Έκθεσης Υπεράσπισης. Για όλα αυτά τα λάθη η ενάγουσα έχει καταδικασθεί σε έξοδα και εξαιτίας των λαθών της έχει επηρεαστεί η απρόσκοπτη και ομαλή προώθηση της απαίτησης της. Η ενάγουσα έχει χειριστεί την υπόθεση με τρόπο που έχει προκαλέσει καθυστέρηση και ταλαιπωρία στην διαδικασία της υπόθεσης αλλά η ανώμαλη πορεία της υπόθεσης οφείλεται σε λανθασμένους νομικούς χειρισμούς της υπόθεσης και δεν οφείλεται σε κακοπιστία. Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζιάς ν Χαρικλείδη 1 ΑΑΔ 1608
(2001)το Εφετείο επεξήγησε ότι: «η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707 ). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του άρ. 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου, πιο πάνω). .Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου. . Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» .[η] καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, 730 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής γιατί υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της έκθεσης απαιτήσεως και γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα. Βλ., επίσης, Saba & Co.(Τ.Μ.Ρ.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). «Έχει, περαιτέρω, νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως μετά που είχαν ακουσθεί 7 μάρτυρες). Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το Αρ. 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το δικαστήριο (Βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 A.A.Δ. 364 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Βλέπουμε, λοιπόν, πως η στάση της εφεσείουσας κάθε άλλο παρά συνέβαλε στην εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο. Διάδικος ο οποίος με τη στάση του υπονομεύει το δικαίωμα εκδίκασης μέσα σε εύλογο χρόνο δεν μπορεί να επικαλείται ένα τέτοιο δικαίωμα για να αντικρούσει αίτημα του αντιδίκου του για τροποποίηση. Όπως έχει τεθεί στην Θεοδώρου ν. Θεοδώρου
(1996)1 Α.Α.Δ. 66 δεν μπορεί να οικοδομηθεί υπόθεση για αντισυνταγματικό τρόπο διεξαγωγής της δίκης πάνω στις ίδιες τις παραλείψεις των ενδιαφερομένων. Ομοίως και στην παρούσα υπόθεση η εφεσείουσα δεν μπορεί να οικοδομήσει πάνω στην καθυστέρηση - ανεξήγητη έστω - των εφεσιβλήτων. Κατά τα άλλα η επίδικη τροποποίηση δικαιολογείται απόλυτα με βάση τις αρχές που διέπουν την τροποποίηση της δικογραφίας και δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης μας». Σ' αυτή την περίπτωση η τροποποίηση είναι αναγκαία για να προστεθούν ουσιώδη γεγονότα (ultimate facts) ώστε να εκφράζεται ολοκληρωμένα η βάση της αγωγής που στηρίζεται στο δίκαιο του αστικού αδικήματος της δυσφήμισης. Χωρίς την τροποποίηση η απαίτηση της αιτήτριας είναι ελλιπής και ελαττωματική διότι δεν αποκαλύπτονται οι ακριβείς λέξεις που ισχυρίζεται η αιτήτρια ότι είναι δυσφημιστικές για το πρόσωπο της. Οι Καθ' ων η αίτηση καθυστέρησαν έξη μήνες να καταχωρήσουν έκθεση υπεράσπισης, πέντε μήνες να καταχωρήσουν ένσταση στην πρώτη αίτηση για τροποποίηση, και ζητήσαν αναβολή στα πλαίσια της πρώτης αίτησης για τροποποίηση με αποτέλεσμα εκείνη η διαδικασία να ολοκληρωθεί περί τα τέλη του 2016. Χρειάσθηκαν τέσσερεις μήνες να καταχωρήσουν ένσταση στα πλαίσια της παρούσας αίτησης έτσι δεν μπορεί να ειπωθεί ότι οι Καθ' ων η αίτηση έχουν επιδείξει την μέγιστη σπουδή στην προώθηση της αγωγής από την δική τους την μεριά. Το ιστορικό της υπόθεσης ως αυτό προκύπτει από τον φάκελο της δικογραφίας καταδεικνύει ότι οι δικοί τους χειρισμοί της υπόθεσης δεν τους καθιστά άμεμπτους σε σχέση με την συνολική καθυστέρηση της αγωγής ώστε να δικαιολογείται η απόρριψη της αίτησης που θα έχει ως αποτέλεσμα να στερήσει την αιτήτρια την ευκαιρία να προωθήσει ορθά και ολοκληρωμένα την απαίτηση της. Η τροποποίηση είναι αναγκαία για την δίκαια επίλυση της αγωγής, η καθυστέρηση δεν οφείλεται σε κακοπιστία και οι Καθ' ων η αίτηση δεν θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη στα συμφέροντα τους επειδή η αιτήτρια θα πληρώσει σε χρήμα για τα δικονομικά της λάθη και για την καθυστέρηση. Ως εκ τούτου το αίτημα της αιτήτριας εγκρίνεται και εκδίδεται διάταγμα ως η παράγραφος Α της αίτησης. Η τροποποιημένη έκθεση απαιτήσεως να καταχωρηθεί εντός 15 ημερών από σήμερα και έπειτα να ακολουθηθούν οι θεσμοί. Τα έξοδα που έχουν απωλεσθεί συνέπεια της τροποποίησης επιδικάζονται εναντίον της ενάγουσας όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον των εναγομένων όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο