← Κύπρος

Σάββα κ.α. ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 242/2012, 14/10/2019

Σάββα κ.α. ν. Γεωργίου κ.α., Αρ. Αγωγής: 242/2012, 14/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A451 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 242/2012 Μεταξύ:

  1. XXXXX Αντώνη Σάββα
  2. XXXXX Θεοφάνους
  3. XXXXX Θεοφάνους
  4. XXXXX Θεοφάνους
  5. XXXXX Θεοφάνους
  6. XXXXX άλλως XXXXX Χαραλάμπους
  7. XXXXX Ιωάννου Εναγόντων Και
  8. XXXXX Σάββα Γεωργίου
  9. XXXXX Γεωργίου
  10. XXXXX Παναγιώτου Πούλλου
  11. XXXXX Γεωργιάδου Εναγομένων Αίτηση της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 8.3.2019 για εκδίκαση προδικαστικού σημείου ως η παράγραφος 2Α της Έκθεσης Υπεράσπισης Ημερομηνία: 14 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για την Εναγόμενη 1/Αιτήτρια: κα Φωτιάδη Για τους Ενάγοντες/Καθ' ων η αίτηση: κα Α. Γαβριηλίδου Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Οι Ενάγοντες 1-7 είναι οι μοναδικοί και νόμιμοι κληρονόμοι της αποβιώσασας μητέρας τους Ειρήνης Χριστοδούλου Κυριάκου (στο εξής η «αποβιώσασα») και με την παρούσα αγωγή αξιώνουν την ακύρωση της μεταβίβασης της ακίνητης ιδιοκτησίας με αριθμό εγγραφής 0/6XX6, Τμήμα Ο, Φ/Σχ.39/47, Τεμάχιο X8, στο χωριό Σιά, της Επαρχίας Λευκωσίας, ιδιοκτησίας της αποβιώσασας, προς την Εναγόμενη 1, και αποζημιώσεις που σχετίζονται με την συγκεκριμένη μεταβίβαση συνεπεία δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων και παράβασης καθήκοντος. Ως ισχυρίζονται οι Ενάγοντες, η Εναγόμενη 1 εξασφάλισε την υπογραφή τους επί των αναγκαίων για τη μεταβίβαση εγγράφων με δόλο και απάτη κατά το 2006, ενώ οι ίδιοι διαπίστωσαν το γεγονός της μεταβίβασης μετά από έρευνα που διενήργησαν τον Δεκέμβριο του
  12. Η αγωγή αποσύρθηκε εναντίον του Εναγόμενου 2 στις 23.3.2012 και ως εκ τούτου προωθείται πλέον μόνο σε σχέση με τους Εναγόμενους 1, 3 και
  13. Η Εναγόμενη 1 ήταν, σύμφωνα με τα όσα τυγχάνουν καταγραφής στην Έκθεση Απαίτησης, θετή κόρη της αποβιώσασας και διαχειρίστρια της περιουσίας της από το
  14. Η Εναγόμενη 3 ενάγεται στη βάση του ότι κατά τον ουσιώδη χρόνο ενήργησε ως ειδική πληρεξούσιος αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1 σε σχέση με την επίδικη μεταβίβαση και η Εναγόμενη 4 είναι η πιστοποιούσα υπάλληλος που ενεπλάκη στο όλο θέμα σύμφωνα πάντοτε με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Μετά την επίδοση του Κλητηρίου Εντάλματος, οι Εναγόμενοι 3 και 4 καταχώρησαν ξεχωριστές Εκθέσεις Υπεράσπισης στις 20.6.2012, ενώ η Εναγόμενη 1 καταχώρησε Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση στις 4.7.
  15. Στην Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση που καταχώρησε αρχικά η Εναγόμενη 1 εγείρονταν δυο προδικαστικές ενστάσεις:

(1)ότι η αγωγή είναι κακόπιστη και/ή ενοχλητική και/ή νομικά αβάσιμη και/ή επιπόλαια και/ή ανούσια και/ή καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας, και
(2)ότι οι Ενάγοντες κωλύονται να εγείρουν την παρούσα αγωγή και να προωθούν τις συγκεκριμένες αξιώσεις επικαλούμενοι δόλο και/ή απάτη και/ή ψευδείς παραστάσεις και/ή παράβαση καθήκοντος καθότι η αγωγή δεν έχει εγερθεί εντός ευλόγου χρόνου. Όσον αφορά στην ουσία της απαίτησης των Εναγόντων, η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι όλα έγιναν νόμιμα και κανονικά και η ίδια προέβη σε αγορά του επίδικου ακινήτου από την Ενάγουσα 7 το
  1. Περαιτέρω αναφέρει ότι διορίστηκε διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας νόμιμα και σύμφωνα με τους σχετικούς κανονισμούς και όλες οι ενέργειες προς το σκοπό αυτό ήταν σε γνώση των Εναγόντων και έγιναν με τις οδηγίες και/ή τη συγκατάθεση τους. Αρνείται την αξίωση των Εναγόντων και ζητά την απόρριψη της αγωγής εναντίον της ως ανυπόστατη. Στη συνέχεια οι Ενάγοντες καταχώρησαν Απαντήσεις στις Υπερασπίσεις των Εναγομένων 1, 3 και 4 και αίτηση ορισμού της υπόθεσης. Στα πλαίσια αυτά εκδόθηκαν διατάγματα για αποκάλυψη εγγράφων από όλες τις πλευρές και η υπόθεση ορίστηκε για ακρόαση στις 22.11.
  2. Ακολούθησε η καταχώρηση αίτησης της Εναγόμενης 1 για απόρριψη της αγωγής λόγω μη συμμόρφωσης των Εναγόντων με το διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων, η οποία στη συνέχεια αποσύρθηκε. Ακολούθως, η ακρόαση της υπόθεσης προγραμματίστηκε σε διάφορες ημερομηνίες, ήτοι στις 4.2.2015, 8.10.2015, 23.2.2016, 8.6.2016, 21.11.2016, 26.4.2017, 14.11.2017, 27.3.2018, 14.9.2018 και 20.11.
  3. Μέχρι σήμερα η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ξεκινήσει για λόγους που αφορούν σε όλους τους παράγοντες της δίκης. Στις 20.11.2018 η πλευρά της Εναγόμενης 1 ζήτησε αναβολή της ακρόασης ώστε μεταξύ άλλων να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης. Την ίδια ημέρα αποσύρθηκε και η ανταπαίτηση που είχε καταχωρηθεί αρχικά από την Εναγόμενη
  4. Σύμφωνα με διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17.12.2018, επιτράπηκε η τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1 και στη βάση αυτού προστέθηκε ισχυρισμός περί παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος των Εναγόντων. Η παρούσα αίτηση Στις 27.11.2018 η Εναγόμενη 1 - Αιτήτρια καταχώρησε και την παρούσα αίτηση αξιώνοντας τις ακόλουθες θεραπείες: «Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάττεται όπως τα νομικά σημεία (προδικαστικά θέματα) που εγείρονται στην παράγραφο 2Α της υπεράσπισης της Εναγομένης 1 προδικαστούν πρώτα ως νομικά ζητήματα και/ή αποφασισθούν από το Δικαστήριο πρώτα και/ή πριν την ακρόαση ολόκληρης της αγωγής και/ή της ουσία της αγωγής. Β. Διαζευκτικά ή και σωρευτικά, Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο θα διαγραφεί η οπισθογράφηση και/ή η Έκθεση Απαιτήσεως ή και απορριφθεί η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή λόγω του τι η αγωγή είναι σκανδαλώδης και/ή ενοχλητική και/ή και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ή και είναι κακόπιστη και/ή ως επιπόλαια και/ή ανούσια ή και δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα ή και τα επικαλούμενα αγώγιμα δικαιώματα είναι παραγραμμένα». Να σημειωθεί ότι η παράγραφος 2Α της Έκθεσης Υπεράσπισης σε σχέση με την οποία ζητείται η προεκδίκαση έχει ως εξής (παρατίθεται αυτούσιο το περιεχόμενο της): «2Α. Η Εναγόμενη εγείρει προδικαστική ένσταση και/ή ισχυρίζεται ότι τα εν τη παρούσα ισχυριζόμενα αγώγιμα δικαιώματα των Εναγόντων έχουν παραγραφεί συμφώνως του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμιυ Κεφ. 148 άρθρο 68 και συνεπώς, η αγωγή είναι απορριπτέα». Η αίτηση βασίζεται στη Δ.19 Θ.26, Δ.27 Θ.Θ.1 - 4 και Δ.48 Θ.Θ.1 - 13 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο άρθρο 31 του περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/60, στον περί Αναστολής του Χρόνου Παραγραφής (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο Ν. 110(Ι)/2002, στα άρθρα 36 και 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, στον περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο Ν. 66(Ι)/2012και επί της συμφυούς εξουσίας και πρακτικής του Δικαστηρίου και συνοδεύεται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης
  5. Σύμφωνα με τα όσα αναφέρει η Εναγόμενη 1, με βάση τα εμφανή και παραδεκτά γεγονότα που προκύπτουν από την γραπτή δήλωση της Ενάγουσας 1 (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση), η οποία αποστάληκε από τους δικηγόρους της τελευταίας στους δικηγόρους της Εναγόμενης 1 περί την 13.11.2018, οι Ενάγοντες ήταν ενήμεροι για την κατ' ισχυρισμό απάτη από την 15.11.
  6. Ως εκ τούτου, και σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων σε σχέση με την απάτη είχε παραγραφεί σε χρόνο προγενέστερο της καταχώρησης της αγωγής. Η ένσταση των Εναγόντων - Καθ' ων η αίτηση Από την πλευρά των Εναγόντων καταχωρήθηκε ένσταση όπου εγείρονται οι ακόλουθοι λόγοι ένστασης: - Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική. - Δεν συντρέχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος κα/ή την εκδίκαση προδικαστικού σημείου. - Η αίτηση είναι κακόπιστη και έχει καταχωρηθεί με υπερβολική καθυστέρηση. - Η αίτηση στηρίζεται σε λανθασμένη νομική βάση. - Το κατά πόσον το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων έχει παραγραφεί είναι θέμα ουσίας και δεν μπορεί να αποφασιστεί προδικαστικά, αλλά στα πλαίσια της αγωγής. - Η αίτηση είναι πρόωρη εφόσον δεν υπάρχει κοινό πραγματικό υπόβαθρο για σκοπούς εξέτασης της. Αντίθετα, υπάρχει ασάφεια ως προς τα γεγονότα και έτσι το Δικαστήριο δεν μπορεί να αποφασίσει στο στάδιο αυτό τα ζητήματα που εγείρονται στα πλαίσια της αίτησης. - Το αγώγιμο δικαίωμα των Εναγόντων δεν έχει παραγραφεί. - Με την αίτηση επιδιώκεται η αποστέρηση του δικαιώματος των Εναγόντων να προωθήσουν την υπόθεση τους ενώπιον του Δικαστηρίου. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 1, όπου στην ουσία υιοθετούνται και επαναλαμβάνονται οι λόγοι ένστασης που εκτίθενται στο σώμα της ένστασης. Νομική Πτυχή Οι νομικές αρχές που διέπουν την εξέταση αιτήσεων όπως η παρούσα τυγχάνουν καταγραφής στην απόφαση που έχει αναγνωσθεί ενωρίτερα σήμερα αναφορικά με την αίτηση της Εναγόμενης 1 ημερομηνίας 27.11.2018 και για τους σκοπούς της παρούσας δεν κρίνεται σκόπιμη η επανάληψή τους. Εξέταση της παρούσας αίτησης Εξετάζοντας τις θέσεις των δυο πλευρών όπως αυτές προκύπτουν μέσα από τα δικόγραφα τα οποία καταχώρησαν, την υπό κρίση αίτηση και την ένσταση και τις συνοδεύουσες αυτές ένορκες δηλώσεις, παρατηρώ τα εξής: Το μοναδικό ζήτημα το οποίο εγείρεται στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας είναι κατά πόσον η αξίωση των Εναγόντων έχει παραγραφεί. Όταν εγείρεται ζήτημα παραγραφής μιας αξίωσης, δεν σημαίνει ότι το αγώγιμο δικαίωμα του ενάγοντα έχει εξαλειφθεί αλλά ότι ο ενάγοντας εμποδίζεται από του να καταχωρήσει αγωγή και να αξιώσει στη βάση του θεραπεία. Αναμφίβολα, όμως, είναι άσκοπο και άδικο, όπως επίσης ενοχλητικό και σκανδαλώδες, να συρθεί ο εναγόμενος στην εκδίκαση μιας απαίτησης που έχει παραγραφεί. Μια τέτοια προσπάθεια θα αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας. Αναφορικά με το εγερθέν ζήτημα της παραγραφής σημειώνεται καταρχήν ότι σύμφωνα με το άρθρο 68 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου Κεφ. 148, καμία αγωγή δεν εγείρεται για αστικό αδίκημα εκτός εάν αυτή εγερθεί εντός τριών ετών αμέσως μετά την πράξη ή παράλειψη για την οποία εγέρθηκε η αγωγή. Σύμφωνα με το άρθρο 29 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμο Ν.66(Ι)/2012, το άρθρο 68 του Κεφ.148 έχει καταργηθεί. Ως ρητά, όμως, προβλέπεται στο Παράρτημα του Ν.66(Ι)/2012, το άρθρο 68 καταργείται μόνο «σε σχέση με πράξη ή παράλειψη που επεσυνέβηκε κατά ή μετά την έναρξη ισχύος του παρόντος Νόμου», η οποία είναι η 1.7.2012 (βλέπε άρθρο 28 του Ν.66(Ι)/2012). Ως επίσης προβλέπεται στο άρθρο 24(ε)
(2)του Ν.66(Ι)/2012, οι διατάξεις του Νόμου δεν επηρεάζουν τις ειδικές προθεσμίες που αναφέρονται σε οποιαδήποτε νομική διάταξη αν αυτή δεν περιλαμβάνεται στις καταργούμενες από το άρθρο 29 διατάξεις. Στη βάση των προνοιών που παρατίθενται πιο πάνω, κρίνεται ότι η παραγραφή αγώγιμων δικαιωμάτων σε σχέση με αστικά αδικήματα για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα πριν από την 1.7.2012 συνεχίζει να διέπεται από τις πρόνοιες του άρθρου 68, ενώ για πράξεις ή παραλείψεις που έλαβαν χώρα μετά, η παραγραφή ρυθμίζεται πλέον από το άρθρο 6 του Ν. 66(Ι)/2012 (βλέπε Χαραλαμπίδης ν. Louis Hotels Public Company Ltd, ECLI:CY:AD:2019:A406, Πολιτική Έφεση αρ. 8/2013, απόφαση ημερομηνίας 4.10.2019). Σύμφωνα με το εδάφιο (δ) του άρθρου 68 του Κεφ. 148, σε περίπτωση που το αστικό αδίκημα αποκρύφθηκε από τον εναγόμενο, η αγωγή θα πρέπει να καταχωρηθεί εντός τριών ετών από την ανακάλυψη του από τον ενάγοντα ή από τον χρόνο που θα ανακαλύπτετο από αυτόν αν κατέβαλλε εύλογη φροντίδα και επιμέλεια. Στα πλαίσια της υπό κρίση αίτησης η Εναγόμενη 1 επικαλείται ως «εμφανές και παραδεκτό γεγονός» και «σύμφωνα με τα λεγόμενα των ίδιων των εναγόντων», ότι οι τελευταίοι έλαβαν γνώση της κατ' ισχυρισμό απάτης και δόλου τουλάχιστον από τις 15.11.2007. Παραπέμπει δε προς τούτο στην γραπτή δήλωση που αποστάληκε προς τους δικηγόρους της από τους δικηγόρους των Εναγόντων περί την 13.11.2018 και σε διάφορα έγγραφα τα οποία επισυνάπτονταν σε αυτήν. Να σημειωθεί ότι το έγγραφο που παρουσιάζεται ως γραπτή δήλωση της Ενάγουσας 1 δεν φέρει την υπογραφή οποιουδήποτε προσώπου. Η πλευρά των Εναγόντων προβάλλει μεταξύ άλλων ότι το έγγραφο που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1 που υποστηρίζει την αίτηση αποτελεί προτιθέμενη δήλωση της Ενάγουσας 1 και ότι η μαρτυρία αυτή ουδέποτε δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου με τρόπο ώστε να μην μπορεί να ληφθεί υπόψη για σκοπούς εξέτασης του ζητήματος στο στάδιο αυτό. Αποτελεί πάγια νομολογιακή αρχή ότι η εκδίκαση προδικαστικού ζητήματος είναι εφικτή εάν και εφόσον το συζητούμενο θέμα αποκρυσταλλώνεται σε καθαρά νομικό θέμα και τα γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή παραδεκτά (βλέπε Αγρόκτημα Λανίτη Λτδ & άλλοι ν. Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και άλλων
(1991)1 Α.Α.Δ. 225). Σε περίπτωση που χρειάζεται να δοθεί πρόσθετο φως στα γεγονότα με μαρτυρία, είναι ορθότερο όπως η υπόθεση προχωρήσει σε δίκη σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.33 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας (βλέπε Paikkos v. Kontemeniotis
(1989)1 C.L.R. 50, Grindlays Bank Limited v. Christodoulos Demetriades & Co Ltd and others
(1987)1 C.L.R. 461 και Ιωάννη Νικόλα Χ''Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ
(1992)1 Α.Α.Δ. 949). Στην προκειμένη περίπτωση τα γεγονότα τα οποία επικαλείται η πλευρά της Εναγόμενης 1 ως παραδεκτά δεν μπορούν να χαρακτηριστούν ως τέτοια. Επαναλαμβάνεται ότι η γραπτή δήλωση που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την αίτηση ουδέποτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως μαρτυρία, ούτε είναι υπογεγραμμένη από την Ενάγουσα 1. Βρέθηκε, μάλιστα, στην κατοχή των συνηγόρων της Εναγόμενης 1 αφού αποστάληκε από τους συνηγόρους των Εναγόντων ως η προτιθέμενη γραπτή δήλωση της Ενάγουσας 1 για σκοπούς μαρτυρίας της κατά την ακροαματική διαδικασία, η οποία δεν έχει αρχίσει ακόμα. Ως εκ τούτου, τα όσα επικαλείται η πλευρά της Εναγόμενης 1 ουδέποτε τέθηκαν ως μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου και συνεπώς δεν μπορούν να αποτελέσουν το πραγματικό υπόβαθρο, πόσω μάλλον κοινώς παραδεκτό, για σκοπούς εξέτασης του ζητήματος της παραγραφής. Με τούτο ως δεδομένο και έχοντας υπόψη τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόντων περί υπογραφής των αναγκαίων για σκοπούς της επίδικης μεταβίβασης εγγράφων εν αγνοία τους και ως αποτέλεσμα δόλου και/ή απάτης και/ή απόκρυψης γεγονότων, τα οποία αποκαλύφθηκαν (σύμφωνα πάντα με την Έκθεση Απαίτησης) σε αυτούς τον Δεκέμβριο του 2011, κρίνω ότι στην απουσία κοινώς παραδεκτών γεγονότων ως προς το ζήτημα, το θέμα της παραγραφής δεν μπορεί να αποφασιστεί στο παρόν στάδιο. Τονίζεται, τέλος, ότι το πόσο ισχυρή ή αβάσιμη είναι η υπόθεση των Εναγόντων, ως η σχετική θέση της Εναγόμενης 1 στην παράγραφο 6 της ένορκης της δήλωσης, δεν αφορά στο στάδιο αυτό και αποτελεί ζήτημα που θα κριθεί στη δίκη. Επομένως, στη βάση των όσων αναφέρονται πιο πάνω, η αίτηση της Εναγόμενης 1 δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 1, αλλά θα είναι πληρωτέα στο τέλος της διαδικασίας. (Υπ.)............... Γ. Πετάση-Κορφιώτη, Ε.Δ Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.