← Κύπρος

Prashar ν. Alpha Bank Cyprus Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 7892/2012, 31/10/2019

Prashar ν. Alpha Bank Cyprus Limited κ.α., Αρ. Αγωγής: 7892/2012, 31/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A496 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7892/2012 Μεταξύ: *** Prashar Ενάγοντος και

  1. Alpha Bank Cyprus Limited
  2. *** Καλαβάς
  3. *** Παστελλίδης Εναγομένων Αίτηση ημερ. 4.2.19 για Τροποποίηση Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 31 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κα A. Σολουκίδου, για Χ. Μ. Τριανταφυλλίδης και κ Σ. Χριστοφόρου Για Εναγόμενη 1: Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 2: κ. Π. Μιχαήλ, για Πέτρος Α. Μιχαήλ Δ.Ε.Π.Ε. Εναγόμενος 3: Παρών αυτοπροσώπως Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την ως άνω αίτηση του ο Ενάγων αιτείται άδειας για τροποποίηση: - Της οπισθογράφησης διά της προσθήκης αξίωσης περί διατάγματος αντικατάστασης των καταχρηστικών ρητρών στην επίμαχη συμφωνία δανείου. - Των §§14(Β) και 15 οι οποίες αφορούν τους Εναγόμενους 2 και 1 αντίστοιχα, διά της προσθήκης σε κατάλληλο σημείο αποσπάσματος με το ακόλουθο περιεχόμενο: «και/ή δεν γνωστοποίησαν εις τον Ενάγοντα ότι δεδομένης της Σύμβασης Δανείου σε ξένο νόμισμα το γεγονός αυτό συνιστούσε "κύριο αντικείμενο της συμβάσεως" και/ή οι σχετικές ρήτρες εις την Σύμβαση Δανείου δεν ήσαν σαφώς και κατανοητώς διατυπωμένες εις τον Ενάγοντα τόσο από γραμματικής άποψης όσο και αναφορικά με τον τρόπο λειτουργίας μηχανισμού αυτών προς το σκοπό μετατροπής του ξένου νομίσματος και/ή σχετικά με τον ρηθέντα μηχανισμό και το μηχανισμό αποδέσμευσης του υπό κρίση δανείου». Η αγωγή καταχωρίστηκε στις 8.11.12 επί ειδικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου. Εμφανίσεις καταχωρίστηκαν από όλους στις 15.11.12, 16.11.12 και 26.11.12 και μέχρι τις 10.1.13 συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα, οπότε κατόπιν αίτησης η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 15.5.13, στις 26.9.13, ημέρα κατά την οποία ορίστηκε και η αίτηση της Εναγομένης 1 για διαγραφή της αγωγής λόγω μη αποκάλυψης εγγράφων από τον Ενάγοντα και ακολούθως για οδηγίες στις 23.10.13, 3.12.13, 21.1.14, 6.2.14 και 30.4.
  4. Ορίστηκε πρώτη φορά για ακρόαση στις 8.12.14 οπότε αναβλήθηκε λόγω έλλειψης δικαστικού χρόνου. Ορίστηκε άλλες εννέα φορές για ακρόαση οι οποίες αναβλήθηκαν κατόπιν αιτήματος του Ενάγοντος. Την τελευταία φορά (13.2.19) αναβλήθηκε λόγω της καταχώρισης της υπό κρίση αίτησης στις 4.2.
  5. Στην ένορκη δήλωση της η εκ των δικηγόρων της Ενάγουσας κα Σολουκίδου αναφέρει μεταξύ άλλων στις §§4-6 τα εξής: «4.Μετά την καταχώρηση της ως άνω Αγωγής εξεδόθει απόφαση από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο, 4ον Τμήμα αυτού, η οποία είναι άκρως σχετική με τα επίδικα ζητήματα και ειδικότερα τις πρόνοιες εις τη σχετική Συμφωνία Δανείου εις τα θέματα δανεισμού σε ξένο νόμισμα, ως είναι η παρούσα περίπτωση. 5.Τα διαλαμβανόμενα εις την εν λόγω απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου είναι απαραίτητα όπως περιληφθούν εις την Έκθεση Απαιτήσεως ούτως ώστε να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκδίκαση της υπόθεσης. 6.Η προσθήκη των αιτουμένων τροποποιήσεων είναι απαραίτητη για σκοπούς προσδιορισμού όλων των επίδικων θεμάτων και για ορθή και πλήρη απονομή της δικαιοσύνης.» Ένσταση Γραπτή Ένσταση στην αίτηση καταχώρισε μόνον ο Εναγόμενος 2, την οποίαν όμως κατά την ακρόαση υιοθέτησε και ο Εναγόμενος
  6. Η Εναγόμενη 1 δήλωσε από την πρώτη δικάσιμο πως δεν έφερε ένσταση και ότι ζητούσε τα έξοδα της. Ο Εναγόμενος 2 προέβαλε εννέα λόγους προς απόρριψη της αίτησης οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις για έγκριση της, ότι υπάρχει ανεξήγητη καθυστέρηση, ότι δεν εξηγείται η αναγκαιότητα τροποποίησης, ότι ζημιώνει τον Εναγόμενο 2 και ότι η ένορκη δήλωση γίνεται από δικηγόρο. Στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του ο Εναγόμενος 2 προβάλλει ότι η τυχόν έγκριση της αίτησης θα προκαλέσει ακόμα μεγαλύτερη καθυστέρηση με δυσμενείς συνέπειες για τον ίδιο, ότι επεκτείνεται η βάση αγωγής και ότι δεν επεξηγείται η αναγκαιότητα της τροποποίησης. Νομική Πτυχή Οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζονται παρόμοιες αιτήσεις είναι πολύ καλά γνωστές και προκύπτουν μέσα από πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά τις Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation

(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.44, Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.704, Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ.1092). Για τις ανάγκες της παρούσας θεωρώ πως είναι αρκετό να παραπέμψω στην Clive Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2138 στην οποία, με αναφορά και σε άλλες υποθέσεις, οι βασικές αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.237. Στη Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονή τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A. & G. Leventis & Co (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης"». Η μελέτη της εκδικαζόμενης αίτησης καταδεικνύει ότι ο Ενάγων: - Με την τροποποίηση στις αξιώσεις επιδιώκει βασικά μια προσθήκη στις αξιώσεις, η οποία εν πολλοίς αφορά εξουσία την οποία έχει ούτως ή άλλως το Δικαστήριο κατά την ερμηνεία και εφαρμογή σύμβασης σε περίπτωση διαπίστωσης ύπαρξης καταχρηστικών ρητρών, υπό την έννοια ότι η σύμβαση εξακολουθεί να δεσμεύει εκτός αν αυτή δεν δύναται να συνεχίσει να υφίσταται εάν αφαιρεθούν τέτοιες ρήτρες (άρθρο 6 του Ν.91
(1)/96). - Με την τροποποίηση στις §§14(Β) και 15 επιδιώκεται ουσιαστικά η προσθήκη δύο αποσπασμάτων των οποίων η ουσία αφορά την παράλειψη των Εναγομένων 1 και 2 να ενημερώσουν τον Ενάγοντα πλήρως, σαφώς και κατανοητώς για το κύριο αντικείμενο της σύμβασης δανεισμού σε ξένο νόμισμα, για τον μηχανισμό μετατροπής και για τον μηχανισμό αποδέσμευσης του δανείου. Είναι προφανές πως πρόκειται για προσπάθεια εισαγωγής επιπλέον ισχυρισμών εν σχέσει με παραλείψεις των πιο πάνω Εναγομένων και όχι βέβαια για συμπερίληψη απόφασης του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου σε δικόγραφα, για την οποία γίνεται αναφορά στην ένορκη δήλωση του Ενάγοντος ως το έναυσμα για την επιχειρούμενη τροποποίηση. Συνεπώς δεν απαιτούντο λεπτομέρειες της απόφασης στο δικόγραφο, οι οποίες ορθώς περιορίστηκαν μόνο στο στάδιο των αγορεύσεων. Η σχετικότητα των προτεινόμενων τροποποιήσεων με τα επίδικα θέματα είναι αυταπόδεικτη δεδομένου ότι τόσο στην υφιστάμενη §14(Β) γίνεται ήδη αναφορά για σχετικές παραλείψεις του Εναγομένου 2 (συμβουλών και ενημέρωσης) όσο και στην §15 για παραλείψεις της Εναγομένης 1 (ενημέρωση για όρους και συνέπειες). Υπ' αυτή την έννοια οι προσθήκες κρίνονται αναγκαίες για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και προς αποφυγή πολλαπλότητας διαδικασιών (Κεντρική Τράπεζα ν. Ιεροδιακόνου, Πολ. Έφ. Ε106/16, ημερ. 6.7.18). Δεν μπορεί βέβαια να παραμείνει ασχολίαστο το γεγονός ότι στην παρούσα όχι μόνο παρουσιάστηκε ένορκη δήλωση από δικηγόρο αλλά η δικηγόρος αυτή εμφανίστηκε και στην ακρόαση της αίτησης πράγμα εντελώς απαράδεκτο και σε αντίθεση με τις υποδείξεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Βέβαια, δεν θα συμφωνήσω ότι θα πρέπει να αγνοηθεί η ένορκη δήλωση επί τω ότι έγινε από δικηγόρο. Είναι γνωστή η αρχή ότι κάτι τέτοιο είναι ανεπιθύμητο και ότι θα πρέπει να αποφεύγεται ως πειθαρχικό παράπτωμα (Κεσίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.589). Πλην όμως η νομολογία μας δεν έχει φθάσει μέχρι το σημείο της απαγόρευσης, δηλαδή στο να αγνοείται ή να απορρίπτεται μια τέτοια ένορκη δήλωση (Investylia Public Company Ltd ν. Γαβριηλίδου
(2013)1(Β) Α.Α.Δ.1202). Ιδιαίτερα στην παρούσα που ο Ενάγων περιγράφεται ως διαμένων στο εξωτερικό και οι τροποποιήσεις αναφέρονται σε νομικές υπερασπίσεις και όχι παράθεση γεγονότων. Θα αποφύγω την αποστολή του ζητήματος στον Γενικό Εισαγγελέα ως Προέδρου του Πειθαρχικού Συμβουλίου με την ελπίδα ότι πρόκειται για ένα μεμονωμένο και ατυχές περιστατικό το οποίο δεν θα επαναληφθεί. Όσον αφορά την ουσία αναμφίβολα μια τέτοιου είδους αίτηση θα απορριφθεί εάν διαπιστωθεί ότι υπάρχει κακοπιστία. Για να αποδειχθεί όμως κακοπιστία απαιτείται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίασατα το σχετικό συμπέρασμα (Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ.745). Στην παρούσα περίπτωση δεν εγείρεται ρητώς τέτοιος λόγος ένστασης και εν πάση περιπτώσει δεν θα συμφωνούσα ότι η συμπεριφορά του Ενάγοντος είναι τέτοια που δύναται να αναχθεί σε κακοπιστία καθότι δεν έχει καταδειχθεί είτε κακόπιστη πρόθεση είτε πως ο Ενάγων είχε οποιονδήποτε λόγο ή κάτι να ωφεληθεί από μια σκόπιμη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης του. Σαφέστατα όμως τίθεται ζήτημα καθυστέρησης ενόψει του ότι ο Ενάγων επιζητεί το 2019 τροποποίηση με αφορμή απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου ημερ. 30.4.14, δηλαδή πέντε χρόνια μετά την έκδοση της. Υπό τις περιστάσεις αυτές δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξε καθυστέρηση, για την οποία μάλιστα δεν έχει δοθεί εξήγηση άλλη εκτός από την παράλειψη δικηγόρου να προβάλει τα θέματα όπως στην πραγματικότητα θα επιθυμούσε ο Ενάγων και όπως επιζητείται σήμερα. Σχετικά έχει αναφερθεί στην Ikos Cif Ltd v. Marfin Coward κ.ά., Πολ. Έφ. 137/13 κ.ά., ημερ. 20.3.14 ότι η αλλαγή δικηγόρου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και ότι δεν παρέχει, αφ΄ εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. Από την άλλη πλευρά όμως, όπως έχει λεχθεί στην Clive Preece (ανωτέρω) παρά τη σχετικότητα του παράγοντα χρόνου εντούτοις αυτός δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας δεδομένου ότι το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων οι οποίοι συνιστούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση εγκρίθηκε κατ' έφεσιν αίτηση εκτενούς τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης τέσσερα έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εν τω μέσω της προφορικής μαρτυρίας του ενάγοντος, αφού διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας και τα οποία συνδέοντο στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης. Σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου επί του οποίου δυνητικά θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί με κατάλληλη μαρτυρία η εκδοχή των Εφεσειόντων. Στη Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ.426 το Εφετείο αναφερόμενο στο θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης έκρινε πως η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Προσέθεσε επίσης πως μια καλόπιστη αίτηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί ακόμα και αν, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση αιτιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Είναι αυτή η στάθμιση όλων των παραγόντων που οδήγησε, επίσης κατ' έφεσιν, στην έγκριση τροποποίησης 11 έτη μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και αφού ακούστηκαν 12 μάρτυρες εναγόντων στην Kayat Trading Ltd v. Genzyme
(2013)1(Α) Α.Α.Δ.543. Συγκεκριμένα είχε μεταξύ άλλων συνεκτιμηθεί πως δεν υπήρχε κακοπιστία από πλευράς αιτητών και πως η όποια ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί από την επανάκληση μαρτύρων για περαιτέρω αντεξέταση δεν μπορούσε να έκλινε την πλάστιγγα εναντίον της τροποποίησης αφού προείχε το συμφέρον της δικαιοσύνης, η δε ζημιά των καθ΄ ων μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα, ενώ αντίθετα οι συνέπειες για την υπόθεση των αιτητών από τη μη τροποποίηση θα ήταν καταστροφικές. Έχω τη γνώμη πως η παρούσα περίπτωση διακρίνεται ουσιωδώς από την Ikos (ανωτέρω) στην οποίαν κρίθηκε πως τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξ ολοκλήρου τον χαρακτήρα της αφού υπήρχε παλαιότερη προσθήκη διαδίκων, και με την αίτηση προέκυπτε νέα βάση αγωγής και δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των νέων διαδίκων, ενώ παράλληλα παρέμενε ανεπίδοτη η αγωγή σε κάποιους και παρέμεναν σε ισχύ ενδιάμεσα διατάγματα, οπότε υπήρχε κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς στην άλλη πλευρά και εν τέλει ήταν προσφορότερο τα νέα αγώγιμα δικαιώματα να εκδικάζοντο στα πλαίσια άλλων αγωγών. Καθοδηγητικά είναι τα αναφερθέντα στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββα, Πολ. Έφ. Ε5/14, ημερ. 24.3.14, η οποία οδήγησε σε διαταγή επανεκδίκασης αίτησης τροποποίησης με την οποία ζητείτο η προσθήκη στην υπεράσπιση ισχυρισμού για novus actus interveniens πέντε έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και ενώ η ακρόαση της είχε ήδη αρχίσει (και είχε προχωρήσει ακόμα περισσότερο μέχρι την εκδίκαση της έφεσης). Λέχθηκαν τα εξής: «Εξάλλου, η υπεράσπιση, αν και η ίδια καταχωρημένη με καθυστέρηση, επεδιώχθη να τροποποιηθεί αμέσως μόλις ανεκαλύφθη, όπως είναι ο ισχυρισμός, η εκ παραδρομής παράλειψη αναφοράς στη διάσταση αυτή. Δεν υπήρξε λοιπόν υπέρμετρη καθυστέρηση όσον αφορά την ίδια την αίτηση, έστω και αν το πρόβλημα θα μπορούσε να είχε εντοπιστεί προηγουμένως. Εν πάση όμως περιπτώσει, λανθασμένη είναι και η άλλη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι προέκυπτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Είναι γεγονός ότι η ακρόαση είχε αρχίσει και δεν επρόκειτο για αγωγή για την οποία δεν είχε ακόμα αρχίσει η ακρόαση. Αλλά προφανώς βρισκόμαστε στο πρώτο στάδιο της υπόθεσης με μαρτυρία του ίδιου του εφεσιβλήτου και χωρίς καν να είχε εισαχθεί ιατρική μαρτυρία, η οποία ήταν και το ουσιαστικό ζητούμενο στην όλη υπόθεση». Στη βάση των πιο πάνω αρχών αυτό το οποίο προκύπτει είναι πως το βασικό και ουσιώδες κριτήριο είναι άλλο και πως η παρούσα δεν θα πρέπει να απορριφθεί λόγω ανεξήγητης καθυστέρησης, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψιν πως η ακρόαση δεν έχει ακόμα αρχίσει, ότι οι Ενάγοντες δύνανται δεόντως να αποζημιωθούν λαμβάνοντας τα έξοδα που θα προκαλέσει η τροποποίηση, ότι δεν υπήρξε κακοπιστία και ότι με την επιχειρούμενη τροποποίηση τίθεται το αναγκαίο υπόβαθρο για προώθηση της εκδοχής των Εναγομένων. Κατάληξη Συνεκτιμώντας όλα τα ανωτέρω και ασκώντας τη δικαστική ευχέρεια κρίνω ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί. Ως εκ τούτου εκδίδεται διάταγμα ως η §Α της αίτησης. Η Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από σήμερα. Τροποποιημένη Υπεράσπιση να καταχωριστεί εντός περαιτέρω 15 ημερών. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα έξοδα της αίτησης, καθώς και όσα παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων και εναντίον του Ενάγοντος ως θα υπολογιστούν συν Φ.Π.Α.. Η αγωγή ορίζεται για ακρόαση στις 27.2.20 και ώραν 11:00 π.μ.. Χωρίς έξοδα όσον αφορά την αγωγή. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.