Καστορή κ.α. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2540/2015, 11/10/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A444 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2540/2015 Μεταξύ:
- *** Καστορή
- *** Καστορή
- *** Καστορή
- C & F Management Ltd Εναγόντων και
- Cyprus Popular Bank Public Co Ltd
- Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
- Marfin CLR (Financial Services) Ltd
- Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου
- Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου
- *** Βγενόπουλος
- *** Μπουλούτας
- *** Στυλιανίδης
- *** Κουννής
- *** Χιλιαδάκης
- Pricewaterhouse Coopers Ltd
- Grant Thornton
- Omnium Corporate and Trustees Services Ltd
- Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας Εναγομένων Αίτηση ημερ. 28.11.18 για Τροποποίηση Έκθεσης Απαίτησης Ημερομηνία: 11 Οκτωβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγοντα: κ. Πασιάς, για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένη 1: κα Μανέντζου, για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένη 2: κα Μανέντζου, για Χρυσαφίνης & Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενους 3, 12, 13: κα Ζίττη, για Ιωαννίδης, Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενη 4: κα Θεοδώρου, για Αλέκο Ευαγγέλου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 5: κ. Κουρουπίδης, για Άντης Τριανταφυλλίδης & Υιοί Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 8: κα Βραχίμη, για Μάριο Γεωργίου Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 9: κ. Σενέκης, για Ανδρέας Β. Ζαχαρίου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγομένη 11: κ. Σενέκης, για Τάσσος Παπαδόπουλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για Εναγόμενο 14: κ. Σελίπας, για Γενικόν Εισαγγελέα Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Με την ως άνω αίτηση τους οι Ενάγοντες αιτήθηκαν άδειας για: Α. Προσθήκη ως Εναγομένου 15 του Π. Αρμαμέντου ως εκκαθαριστή της κληρονομιαίας περιουσίας του Εναγομένου 5, καθώς και τη συνέχιση της διαδικασίας εναντίον του ως έχει στο κλητήριο (προφανώς εννοεί του Εναγόμενου 6 και όχι 5). B. Τροποποίηση δικογράφων ως ανωτέρω. Γ.
- Τροποποίηση της §32Α της έκθεσης απαίτησης υπό τον τίτλο «Λεπτομέρειες παράβασης νομίμων καθηκόντων» διά της προσθήκης 19 νέων υποπαραγράφων σχετικών με παραβάσεις Νόμων και ή Οδηγιών. Γ.
- Τροποποίηση της §333 (προφανώς εννοείται η §33) της έκθεσης απαίτησης διά της ένθεσης φράσης σχετικής με τις Οδηγίες 2004/39/ΕΚ, 2006/73/ΕΚ, τον Κανονισμό 1287/2006 και τις Οδηγίες της Κεντρικής Τράπεζας υπό ΚΔΠ 557/2007 και ΚΔΠ 558/
- Στην υποστηρίζουσα την αίτηση ένορκη δήλωση της η εκ των δικηγόρων τους (κα Νικολάου) αναφέρει στις §3 και 4 τα εξής: «3.Επιπρόσθετα, η αιτούμενη τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης είναι απαραίτητη γιατί παρά την υφιστάμενη δικογράφηση παραβάσεων νομίμων καθηκόντων με σχετικές λεπτομέρειες, είναι ορθότερο να εξειδικευτούν και τα νομικά πλαίσια απ' όπου πηγάζουν αυτές οι παραβάσεις ήτοι συγκεκριμένα άρθρα Νομοθεσίας, Ευρωπαϊκών Κανονισμών και Οδηγιών της Κεντρικής Τράπεζας. Δεν πρόκειται για καινούργιες θέσεις αλλά απλούστατα για εξειδίκευση των υφιστάμενων θέσεων των Ενάγοντα με αναφορά στις σχετικές πρόνοιες. 4.Η ανάγκη αυτή προέκυψε κατά το στάδιο προετοιμασίας της ακροαματικής διαδικασίας της υπόθεσης όπου διαπιστώθηκε ότι η Έκθεση Απαίτησης χρήζει τροποποίησης. Η διασαφήνιση που αναφέρεται στην αίτηση είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης.» Ένσταση Ένσταση στην αίτηση καταχώρισε μόνον ο Εναγόμενος
- Οι υπόλοιποι Εναγόμενοι δήλωσαν ότι αποδέχονται την αίτηση ενώ κάποιοι άλλοι δεν εμφανίστηκαν καθόλου. Στην ένσταση του ο Εναγόμενος 9 προέβαλε 18 λόγους προς απόρριψη οι οποίοι συνοψίζονται στο ότι η αίτηση είναι αβάσιμη, ελλιπής, λανθασμένη, αόριστη, αστήρικτη, καταχρηστική, κακόπιστη, γενική, αδικαιολόγητη, παραπλανητική, επηρεάζει δυσμενώς τον Εναγόμενο 9, υπεβλήθη καθυστερημένα χωρίς εξήγηση, καθώς και ότι υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση δικηγόρου χωρίς αιτιολογία. Ο Εναγόμενος 9 στην υποστηρικτική ένορκη δήλωση του υιοθετεί τους λόγους ένστασης τους οποίους επαναλαμβάνει, προβάλλει πως οι προτεινόμενοι ισχυρισμοί είναι ήδη δικογραφημένοι, τονίζει την καθυστέρηση και εξηγεί τον δυσμενή επηρεασμό για τον ίδιο. Νομική πτυχή Πριν από οτιδήποτε άλλο θα πρέπει να παρατηρήσω πως όντως υπό κανονικές περιστάσεις με βάση τη νομολογία μας θεωρείται ανεπιθύμητο δικηγόρος να προβαίνει γενικά σε ένορκη δήλωση, σε βαθμό που κάτι τέτοιο ενδεχομένως να συνιστά και πειθαρχικό παράπτωμα (Κεσίδης ν. Αστυνομίας
(2008)2 Α.Α.Δ.589). Όμως από την άλλη πλευρά, όπως έχει λεχθεί, η νομολογία μας δεν έχει φθάσει μέχρι το σημείο της απαγόρευσης, δηλαδή στο να αγνοείται ή να απορρίπτεται μια τέτοια ένορκη δήλωση (Investylia Public Company Ltd v. Γαβριηλίδου
(2013)1(Β) Α.Α.Δ.1202). Ιδιαίτερα στην παρούσα περίπτωση όπου το ζήτημα της πορείας της υπόθεσης και της αναγκαιότητας υποβολής αίτησης φαίνεται να συνδέεται περισσότερο με τον χειρισμό της υπόθεσης από πλευράς δικηγόρων, δεν θεωρώ ότι ενδείκνυται να αγνοηθεί η ένορκη δήλωση. Όπως έχει ήδη διαφανεί η αρχική αίτηση είναι δισκελής υπό την έννοια ότι με αυτήν επιδιώκεται αφενός η τροποποίηση του τίτλου της αγωγής και αφετέρου η τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης διά της προσθήκης λεπτομερειών. Παρά τη θετική στάση την οποία τήρησαν οι υπόλοιποι εμφανισθέντες Εναγόμενοι στην αίτηση (εκτός δηλαδή του Εναγομένου 9), θα πρέπει να διευκρινιστεί εξαρχής πως το πρώτο αίτημα για προσθήκη Εναγομένου 15 δεν είναι δυνατόν να εγκριθεί δεδομένου ότι δεν προσφέρθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ότι ο διορισθείς εκκαθαριστής των 6/8 της κληρονομιαίας περιουσίας κ. Αρμαμέντος έχει αποδεχθεί τον διορισμό του ως ρητώς προέβλεπε η απόφαση του Ειρηνοδικείου Αμαρουσίου (υπ' αρ. 327/2018 - Τεκμήριο Α). Εκτός του πιο πάνω κωλύματος είναι προφανέστατο από την αγόρευση των Εναγόντων πως εν πάση περιπτώσει δεν επιμένουν και δεν προωθούν το αίτημα για προσθήκη εναγομένου. Αυτό συνάγεται από το ότι κατά την ενασχόληση με την αίτηση του δεν αναφέρονται ούτε στοιχειωδώς ή έστω παρεμφερώς στο εν λόγω αίτημα. Αντιθέτως, αναφέρεται επανειλημμένως στο ότι με την αίτηση επιθυμούν να εξειδικεύσουν τις σχετικές λεπτομέρειες παράβασης νόμιμων καθηκόντων, ότι η ανάγκη αυτή προέκυψε κατά την προετοιμασία και ότι η εξειδίκευση είναι αναγκαία ούτως ώστε να υπάρχει ορθή δικογράφηση. Συνεπώς δεν θα απασχολήσει περαιτέρω το μέρος αυτό της αίτησης δεδομένου ότι τόσο ως αστήρικτο όσο και ως μη προωθούμενο υπόκειται σε απόρριψη. Όσον αφορά το άλλο αίτημα για τροποποίηση της έκθεσης απαίτησης οι αρχές με βάση τις οποίες εξετάζονται παρόμοιες αιτήσεις είναι πολύ καλά γνωστές και προκύπτουν μέσα από πολλές αποφάσεις του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. ενδεικτικά τις Φοινιώτης ν. Greenmar Navigation
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ.44, Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ.704, Λάμπρου ν. Λάμπρου
(2002)1 Α.Α.Δ.1092). Για τις ανάγκες της παρούσας θεωρώ πως είναι αρκετό να παραπέμψω στην Clive Preece κ.ά. ν. Ρωσσίδου
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ.2138 στην οποία, με αναφορά και σε άλλες υποθέσεις, οι βασικές αρχές συνοψίστηκαν ως εξής: «Αίτηση για τροποποίηση δικογράφου μπορεί να εγκριθεί σε κάθε στάδιο της διαδικασίας εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις οι οποίες καθιστούν την τροποποίηση απαραίτητη για την αποτελεσματική απονομή της δικαιοσύνης. Το συμφέρον της δικαιοσύνης αποτιμάται ύστερα από συνεκτίμηση όλων των παραγόντων της κάθε υπόθεσης, συμπεριλαμβανομένων και των επιπτώσεων που ενδεχομένως θα προκληθούν στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Βλ. Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. κ.ά. ν. Βιομ. Χαρ. Αλωνεύτης Λτδ κ.ά.
(2002)1(Α) Α.Α.Δ.237. Στη Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου κ.ά.
(1991)1 Α.Α.Δ.934 έχει ειπωθεί ότι η σύγχρονή τάση είναι να επιτρέπουν τα Δικαστήρια τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμα και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα. Στην Astor Manufacturing & Exporting Co κ.ά. ν. A. & G. Leventis & Co (Nigeria) Ltd κ.ά.
(1993)1 Α.Α.Δ.726 αναφορικά με τον παράγοντα του χρόνου ειπώθηκαν τα εξής: "Ο παράγοντας χρόνος είναι σχετικός. Δεν είναι όμως εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας. Το ίδιο ισχύει για τον κάθε ένα από τη σειρά παραγόντων που η νομολογία καθιέρωσε ως διαδραματίζοντας ρόλο. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται αφού συνυπολογισθούν τα σχετικά στο πλαίσιο των ιδιαιτεροτήτων της κάθε υπόθεσης"». Στην παρούσα περίπτωση η αγωγή καταχωρίστηκε στις 2.6.
- Σημειώματα εμφάνισης καταχώρισαν οι Εναγόμενοι 1-5, 8, 9 και 11-
- Εξ αυτών καταχώρισαν υπερασπίσεις μέχρι τις 4.5.18 οι εναγόμενοι 2, 3, 5, 12 και 13, οπότε κατόπιν αίτησης ορισμού εκ μέρους των εναγόντων η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 19.6.18, κατά την οποία όμως δικάσιμο εμφανίστηκαν και οι Εναγόμενοι 1, 4, 9, 11 και 14 για τους οποίους δεν είχαν ακόμα συμπληρωθεί τα δικόγραφα και χωρίς να τους αφορούσε η αίτηση ορισμού. Εν πάση περιπτώσει και αυτοί, οι Εναγόμενοι 1, 4, 9, 11 και 14 καταχώρισαν τις Υπερασπίσεις τους μέχρι τις 27.11.18, μια μέρα δηλαδή πριν την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης. Σημειώνεται πως ο Εναγόμενος 8 είναι ο μόνος από όσους έχουν εμφανιστεί ο οποίος δεν έχει ακόμα μέχρι σήμερα καταχωρίσει υπεράσπιση. Βασικά αυτό το οποίο επιζητούν οι Ενάγοντες είναι να προσθέσουν στις λεπτομέρειες παραβάσεων κάποιους επιπλέον ισχυρισμούς. Οι θέσεις του ενιστάμενου Εναγόμενου ότι η επιδιωκόμενη τροποποίηση εισηγείται προσθήκες που έχουν κατ' αρχήν ως αντικείμενο νομοθετήματα ή ότι δικογραφούνται νομοθεσίες δεν είναι βάσιμες, καθότι ναι μεν γίνεται αναφορά σε νομοθετήματα αλλά αυτό γίνεται για τον καλύτερο προσδιορισμό και τη σαφέστερη πληροφόρηση μέσω αντιστοίχισης της κάθε παράβασης με τη σχετική νομοθετική ή κανονιστική πρόνοια. Δεν πρέπει να διαφεύγει την προσοχή πως οι ισχυρισμοί αυτοί αφορούν την ύπαρξη καθηκόντων εκ του νόμου την παράβαση των οποίων επικαλούνται οι Ενάγοντες. Στην πραγματικότητα οι Εναγόμενοι αποκτούν πολύ καλή αντίληψη για το τι ακριβώς ισχυρίζονται οι Ενάγοντες λόγω της παραπομπής στο ακριβές εδάφιο ή και υποεδάφιο του Ν.144
(1)/07 ή των ΚΔΠ, τα οποία κατά την άποψη του προβλέπουν το καθήκον. Συμφωνώ ότι από αυστηρής δικονομικής άποψης ενδεχομένως να είναι εκ του περισσού μια τέτοια παραπομπή αλλά από την άλλη κρίνεται πως η διατήρηση τους είναι προς όφελος των Εναγομένων και της υπόθεσης, ιδιαίτερα σε περίπτωση, όπως η παρούσα, κατά την οποία κρίνονται επιτρεπτές οι ίδιες οι λεπτομέρειες των παραβάσεων. Όπως έχει αναφερθεί στη Λέντζας ν. Laos Bros Ltd, Πολ. Έφ.140/11, ημερ. 22.12.16 η Δ.19 κ.13 επιβάλλει ιδιαίτερη δικογράφηση των λεπτομερειών οι οποίες αφορούν παραβίαση νόμιμων καθηκόντων και περαιτέρω: «Η ορθή και επιμελημένη δικογράφηση δίδει το στίγμα ως προς το τι αναμένεται να παρουσιαστεί από τον Ενάγοντα προς απόδειξη της υπόθεσης του τόσο από πλευράς ισχυρισμών επί γεγονότων, όσο και από πλευράς στοιχειοθέτησης της νομικής πτυχής, έτσι ώστε και ο Εναγόμενος να μπορεί να τοποθετηθεί ανάλογα στην έκθεση υπεράσπισης του, και βεβαίως να προσαγάγει την ανάλογη μαρτυρία και να τοποθετηθεί επί της νομικής βάσης της αξίωσης.» Η αρχή την οποία παραθέτει ο Εναγόμενος 9 με αναφορά στο σύγγραμμα Bullen & Leak, Precedents of Pleadings, 12η έκδοσης σελ.38 («The pleader must plead facts and not law») δεν έχει, κατά τη γνώμη μου, την έννοια ότι απαγορεύεται η αναγραφή ακόμα και ενός αριθμού κάποιου Νόμου ή άρθρου σε δικόγραφο, (ιδιαίτερα σε περιπτώσεις επίκλησης παράβασης εκ του Νόμου καθηκόντων) αλλά την έννοια της απαγόρευσης παράθεσης των ίδιων των προνοιών ενός Νόμου ή άρθρου. Στην παρούσα οι Ενάγοντες δεν επιχειρούν να παραθέσουν νομοθετικές πρόνοιες αλλά να προσδιορίσουν τις παραβάσεις τις οποίες θα επικαλεστούν κατά την ακρόαση. Ο Εναγόμενος 9 εστίασε κατά την αγόρευση του στην καθυστέρηση και την αιτιολόγηση της, επικαλούμενος σχετική νομολογία. Από πλευράς τους οι Ενάγοντες μέσω της κας Νικολάου προέβαλαν πως η ανάγκη διαπιστώθηκε κατά την προετοιμασία της ακροαματικής διαδικασίας και δεν θεωρώ ότι ψεύδεται σε αυτό το σημείο, όπως υπήρξε εισήγηση. Το γεγονός ότι διαπίστωσαν κάποια ανάγκη είναι αυταπόδεικτο από την υποβολή της αίτησης και η αναφορά της σε «ακροαματική διαδικασία» δεν θεωρώ ότι αποκλείει τη μελέτη και προετοιμασία της υπόθεσης τους και σε αυτό το στάδιο στο οποίο είχαν συμπληρωθεί τα δικόγραφα. Η αναγνώριση των συνηγόρων ότι διαπίστωσαν την αναγκαιότητα για διασαφήνιση αργοπορημένα συνιστά βασικά την εξήγηση για την όποια καθυστέρηση και φέρνει στο προσκήνιο την υπόθεση Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 A.A.Δ.426 στην οποία λέχθηκε ότι η καθυστέρηση χωρίς οποιαδήποτε άλλη εξήγηση εκτός από σφάλμα ή αβλεψία δεν αρκεί. Σχετικά με ευθύνη δικηγόρου έχει αναφερθεί στην Ikos Cif Ltd v. Marfin Coward κ.ά., Πολ. Έφ.137/13 κ.ά., ημερ. 20.3.14 ότι (ακόμα και) η αλλαγή δικηγόρου δεν μπορεί να θεωρηθεί ως δικαιολογία για παρατηρούμενη καθυστέρηση που οδηγεί σε εκτροχιασμό της δίκης και ότι δεν παρέχει, αφ' εαυτής, λόγο για την τροποποίηση της δικογραφίας. Τονίστηκε όμως στην ίδια υπόθεση και το ότι τροποποίηση δύναται να επιτραπεί, ασχέτως εάν επιδείχθηκε αμέλεια και καθυστέρηση από διάδικο, αν αυτό απαιτεί το συμφέρον της δικαιοσύνης. Είναι προφανές από το ιστορικό της υπόθεσης, καθώς και την αίτηση πως με εύλογη επιμέλεια θα μπορούσε να είχε διαπιστωθεί κάπως νωρίτερα η αναγκαιότητα για την επιχειρούμενη εξειδίκευση. Έχοντας όμως υπόψιν τη φύση και το περιεχόμενο των τροποποιήσεων δεν θα συμφωνήσω ότι με τυχόν έγκριση τους είναι δυνατό να προκληθεί οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός στον Εναγόμενο 9, ιδιαίτερα ενόψει του ότι δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε τοποθέτηση στα υφιστάμενα δικόγραφα η οποία θα επηρέαζε την υπερασπιστική γραμμή που επέλεξε. Υπό τις περιστάσεις της περίπτωσης δεν υπάρχει αμφιβολία ότι υπήρξε κάποια καθυστέρηση, για την οποία μάλιστα όντως δεν έχει δοθεί εξήγηση άλλη εκτός από την παράλειψη να εντοπιστούν και προβληθούν νωρίτερα τα θέματα όπως στην πραγματικότητα θα επιθυμούσαν οι Ενάγοντες και όπως επιζητείται σήμερα. Στην παρούσα περίπτωση ιδιαίτερα έχοντας υπόψιν την πορεία της υπόθεσης και το στάδιο συμπλήρωσης των δικογράφων ο χρόνος ο οποίος παρήλθε δεν θεωρείται αποτρεπτικός για έγκριση της αίτησης. Όπως έχει λεχθεί στην Clive Preece (ανωτέρω) παρά τη σχετικότητα του παράγοντα χρόνου εντούτοις αυτός δεν είναι απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας δεδομένου ότι το πλέον ουσιώδες κριτήριο είναι η στάθμιση των παραγόντων οι οποίοι συνιστούν το εχέγγυο για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Σημειώνεται ότι στην πιο πάνω υπόθεση εγκρίθηκε κατ' έφεσιν αίτηση εκτενούς τροποποίησης της έκθεσης απαίτησης τέσσερα έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και εν τω μέσω της προφορικής μαρτυρίας του Ενάγοντος, αφού διαπιστώθηκε μεταξύ άλλων ότι η τροποποίηση αφορούσε ουσιώδη γεγονότα τα οποία είχαν προηγηθεί της υπογραφής της συμφωνίας και τα οποία συνδέοντο στενά με το επίδικο θέμα της παρανομίας της σύμβασης. Σκοπός της τροποποίησης ήταν η δημιουργία του αναγκαίου υποβάθρου επί του οποίου δυνητικά θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί με κατάλληλη μαρτυρία η εκδοχή των εφεσειόντων, κάτι το οποίο ισχύει και στην παρούσα. Στη Saba & Co (T.M.P.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ.426 το Εφετείο αναφερόμενο στο θέμα της αιτιολόγησης της καθυστέρησης έκρινε πως η σημασία του ποικίλλει ανάλογα με τα περιστατικά της κάθε υπόθεσης, κυρίως σε συσχετισμό προς τη γνησιότητα των προθέσεων του αιτητή και την αναγκαιότητα ή τον βαθμό χρησιμότητας της τροποποίησης. Προσέθεσε επίσης πως μια καλόπιστη αίτηση προς κάλυψη πραγματικής και σημαντικής ανάγκης δεν θα πρέπει να απορριφθεί ακόμα και αν, ανεξάρτητα από οτιδήποτε άλλο, η καθυστέρηση αιτιολογήθηκε με αναφορά σε αβλεψία ή παραδρομή. Είναι αυτή η στάθμιση όλων των παραγόντων που οδήγησε, επίσης κατ' έφεσιν, στην έγκριση τροποποίησης 11 έτη μετά την καταχώριση της έκθεσης απαίτησης και αφού ακούστηκαν 12 μάρτυρες Εναγόντων στην Kayat Trading Ltd v. Genzyme
(2013)1(Α) Α.Α.Δ.543. Συγκεκριμένα είχε μεταξύ άλλων συνεκτιμηθεί πως δεν υπήρχε κακοπιστία από πλευράς αιτητών και πως η όποια ταλαιπωρία ήθελε προκληθεί από την επανάκληση μαρτύρων για περαιτέρω αντεξέταση δεν μπορούσε να έκλινε την πλάστιγγα εναντίον της τροποποίησης αφού προείχε το συμφέρον της δικαιοσύνης, η δε ζημιά των καθ΄ ων μπορούσε να αποζημιωθεί σε χρήμα, ενώ αντίθετα οι συνέπειες για την υπόθεση των αιτητών από τη μη τροποποίηση θα ήταν καταστροφικές. Έχω τη γνώμη πως η παρούσα περίπτωση διακρίνεται ουσιωδώς από την Ikos (ανωτέρω) στην οποίαν κρίθηκε πως τυχόν ικανοποίηση του αιτήματος θα είχε ως αποτέλεσμα τη διαφοροποίηση της αγωγής κατά τρόπο που θα μετέβαλλε εξ ολοκλήρου τον χαρακτήρα της αφού υπήρχε παλαιότερη προσθήκη διαδίκων, και με την αίτηση προέκυπτε νέα βάση αγωγής και δημιουργία αγώγιμου δικαιώματος εναντίον των νέων διαδίκων, ενώ παράλληλα παρέμενε ανεπίδοτη η αγωγή σε κάποιους και παρέμεναν σε ισχύ ενδιάμεσα διατάγματα, οπότε υπήρχε κίνδυνος ανεπανόρθωτης ζημιάς στην άλλη πλευρά και εν τέλει ήταν προσφορότερο τα νέα αγώγιμα δικαιώματα να εκδικάζοντο στα πλαίσια άλλων αγωγών. Κατά τον ίδιο τρόπο θεωρώ πως διακρίνεται και η Παπαχρυσοστόμου ν. Γεωργιάδη κ.ά.
(2012)1(Α) Α.Α.Δ.817) δεδομένου ότι εκεί όχι μόνο είχε αρχίσει η ακρόαση μετά από επτά έτη αλλά εγείροντο σοβαρά ερωτήματα αναφορικά με τις πραγματικές προθέσεις του αιτητή ο οποίος είχε καταχωρίσει την αίτηση τέσσερις μέρες πριν την προγραμματισθείσα ημερομηνία για συνέχιση. Βασικά ετίθετο θέμα κακοπιστίας του υπό την έννοια προσπάθειας εξασφάλισης αναβολής της ακρόασης μέσω της αίτησης. Στην παρούσα όμως δεν προκύπτει κάτι το οποίο να οδηγεί σε συμπέρασμα ότι παρέλειψε σκόπιμα ο Ενάγων είτε να συμπεριλάβει στο αρχικό δικόγραφο τα όσα προβάλλει είτε να προωθήσει νωρίτερα την παρούσα αίτηση του. Ούτε έχει καταδειχθεί πως είχε οποιοδήποτε λόγο ή κάτι να ωφεληθεί από μια σκόπιμη καθυστέρηση στην καταχώριση της παρούσας αίτησης του. Όπως έχει αναφερθεί στην Κώστας Παφίτης & Υιοί Λτδ ν. Γενικού Εισαγγελέα
(2012)1(Α) Α.Α.Δ.745: «Για να αποδειχθεί κακοπιστία, χρειάζεται επαρκής μαρτυρία από την οποία να εξάγεται αβίαστα το σχετικό συμπέρασμα, εφόσον με τη διαπίστωση κακοπιστίας, η αίτηση συνήθως οδηγείται σε απόρριψη». Καθοδηγητικά είναι τα αναφερθέντα στη Γενικός Εισαγγελέας ν. Σάββα, Πολ. Έφ.Ε5/14, ημερ. 24.3.14, η οποία οδήγησε σε διαταγή επανεκδίκασης αίτησης τροποποίησης με την οποία ζητείτο η προσθήκη στην υπεράσπιση ισχυρισμού για novus actus interveniens πέντε έτη μετά την καταχώριση της αγωγής και ενώ η ακρόαση της είχε ήδη αρχίσει (και είχε προχωρήσει ακόμα περισσότερο μέχρι την εκδίκαση της έφεσης). Λέχθηκαν τα εξής: «Εξάλλου, η υπεράσπιση, αν και η ίδια καταχωρημένη με καθυστέρηση, επεδιώχθη να τροποποιηθεί αμέσως μόλις ανεκαλύφθη, όπως είναι ο ισχυρισμός, η εκ παραδρομής παράλειψη αναφοράς στη διάσταση αυτή. Δεν υπήρξε λοιπόν υπέρμετρη καθυστέρηση όσον αφορά την ίδια την αίτηση, έστω και αν το πρόβλημα θα μπορούσε να είχε εντοπιστεί προηγουμένως. Εν πάση όμως περιπτώσει, λανθασμένη είναι και η άλλη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι προέκυπτε ανεπανόρθωτη ζημιά. Είναι γεγονός ότι η ακρόαση είχε αρχίσει και δεν επρόκειτο για αγωγή για την οποία δεν είχε ακόμα αρχίσει η ακρόαση. Αλλά προφανώς βρισκόμαστε στο πρώτο στάδιο της υπόθεσης με μαρτυρία του ίδιου του εφεσιβλήτου και χωρίς καν να είχε εισαχθεί ιατρική μαρτυρία, η οποία ήταν και το ουσιαστικό ζητούμενο στην όλη υπόθεση». Στη βάση των πιο πάνω αρχών αυτό το οποίο προκύπτει είναι πως το βασικό και ουσιώδες κριτήριο είναι άλλο και πως η παρούσα δεν θα πρέπει να απορριφθεί λόγω ανεξήγητης καθυστέρησης, ιδιαίτερα λαμβάνοντας υπόψιν πως η ακρόαση δεν έχει αρχίσει, ότι οι Εναγόμενοι δύνανται δεόντως να αποζημιωθούν λαμβάνοντας τα έξοδα που θα προκαλέσει η τροποποίηση, ότι δεν υπήρξε κακοπιστία και ότι με την επιχειρούμενη τροποποίηση τίθεται το αναγκαίο υπόβαθρο για την προώθηση της εκδοχής των Εναγόντων και επίλυση των ουσιαστικών ζητημάτων, χωρίς να προκαλείται οποιοσδήποτε δυσμενής επηρεασμός στους Εναγόμενους. Κατάληξη Στη βάση όλων των πιο πάνω και στα πλαίσια της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου κρίνεται ότι η αίτηση θα πρέπει να εγκριθεί στο μέρος που έχει προωθηθεί. Ως εκ τούτου, εκδίδεται Διάταγμα ως η παράγραφος Γ, με μόνη διαφοροποίηση ότι στο αιτητικό Γ.2 εννοείται η §33 της έκθεσης απαίτησης. Τροποποιημένη Έκθεση Απαίτησης να καταχωριστεί εντός 15 ημερών από τη σύνταξη του διατάγματος. Τροποποιημένες Υπερασπίσεις, εάν απαιτούνται, να καταχωριστούν εντός 15 ημερών από την παράδοση της Έκθεσης Απαίτησης. Κατά τα λοιπά να ακολουθηθούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας. Τα αιτητικά υπό Α και Β απορρίπτονται. Τα έξοδα της αίτησης, καθώς και όσα παραμερίζονται λόγω της τροποποίησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων οι οποίοι έλαβαν μέρος στην αίτηση και εναντίον των Εναγόντων ως θα υπολογιστούν, συν Φ.Π.Α. και θα είναι πληρωτέα στο τέλος της αγωγής. Εννοείται ότι (πέραν από τυχόν έξοδα τα οποία παραμερίζονται) για όσους Εναγόμενους εμφανίστηκαν στην αίτηση και είτε καταχώρισαν ένσταση, θα υπολογιστούν έξοδα μόνο για μια εμφάνιση η οποία ήταν απαραίτητη για να τοποθετηθούν. Η αγωγή ορίζεται για οδηγίες στις 2.12.19 για τους Εναγόμενους 2, 3, 5, 12 και 13. (Υπ.) ............... Χ. Β. Χαραλάμπους, Α.Ε.Δ. Πιστό αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Σ.Θ. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο