Σαλίχ ν. Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας κ.α., Αρ. Αγωγής: 7209/10, 22/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A535 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7209/10 Ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 18.2.14 ΜΕΤΑΞΥ: XXXXX XXXXX Σαλίχ Ενάγοντα -και-
- Κυπριακής Δημοκρατίας μέσω του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας
- Υπουργό Εσωτερικών υπό την ιδιότητα του ως κηδεμόνας των τουρκοκυπριακών υπηρεσιών Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας Εναγομένων --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Νοεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τον Ενάγοντα: Οι κ.κ. Χρ. Τριανταφυλλίδης και Α. Σολουκίδου (ΔΘ143). Για τους Εναγομένους: Η κ. Ε. Φλωρέντζου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας. ΑΠΟΦΑΣΗ Ο ενάγων αξιώνει την έκδοση δηλωτικής απόφασης για παραβίαση δικαιώματος του σε ακίνητη περιουσία της οποίας, ως αναφέρεται στην Έκθεση Απαίτησης «. είναι και/ή ήτο κατά πάντα ουσιώδη δια τους σκοπούς της παρούσης Αγωγής χρόνο ο νόμιμος εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των ακινήτων υπό τα κάτωθι στοιχεία:- (α) Αρ. Εγγραφής XXXXX, τεμάχιο XXXXX, Μπλοκ Ε.Φ/Σχ.ΧΧΧ/13.W.2 τοποθεσία Κάτω Κόκκινες, χωρίο Κάτω Λακατάμια, Επαρχία Λευκωσίας (β) Αρ. Εγγραφής XXXXX, Τεμάχιο XXXXX (κοντά στο τεμάχιο 69), Μπλόκ Ε, Φ/Σχ.ΧΧΧ/13.W.2, τοποθεσία Κάτω Κόκκινες, χωρίο Κάτω Λακατάμια, Επαρχία Λευκωσίας. (γ) Αρ. Εγγραφής XXXXX, Τεμάχιο XXXXX (κοντά στο τεμάχιο 69), Μπλοκ Ε, Φ/Σχ.ΧΧΧ/13.W.2, τοποθεσία Κάτω Κόκκινες, χωρίο Κάτω Λακατάμια, Επαρχία Λευκωσίας .» («η ακίνητη περιουσία»), αλλά και διατάγματος για απόδοση σε αυτόν της ακίνητης περιουσίας (ελευθέρας πάσης κατοχής), ως επίσης και την επιδίκαση αποζημιώσεων. Συνιστά αδρομερώς εκδοχή του ενάγοντα πως κατά πάντα ουσιώδη χρόνο ήταν Κύπριος, Τουρκοκυπριακής καταγωγής και πως «. από το 1974 μετά δε το 1974 δεν είχε τη συνήθη διαμονή του εις τις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές» και ότι μετά την Τουρκική Εισβολή του 1974 («η τουρκική εισβολή»), υποχρεώθηκε ενάντια προς την ελεύθερη βούληση του όπως μη έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Μετά την τουρκική εισβολή (διατείνεται ο ενάγων), η εναγομένη 1 (Κυπριακή Δημοκρατία) ανήγειρε επί της ακίνητης περιουσίας παρανόμως και χωρίς την άδεια, συγκατάθεση ή και γνώση του, ακίνητα ήτοι τον κυβερνητικό οικισμό γνωστό ως «Αρχάγγελος Μιχαήλ» (ο «κυβερνητικός οικισμός») - χρησιμοποιώντας έτσι την ακίνητη περιουσία εκνόμως και άνευ νόμιμου ανταλλάγματος, τέλους χρήσης, αντιπαροχής ή και αποζημίωσης προς αυτόν. Την 26.4.91, η εναγομένη 1 διά της Βουλής των Αντιπροσώπων, ψήφισε τον Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμο 139/91, ο οποίος μεταγενέστερα έτυχε τροποποιήσεων («το νομοθέτημα»), διά του οποίου η εναγόμενη 1 προβάλλει πως η ακίνητη περιουσία περιήλθε στη διαχείριση του εναγομένου
- Υποβάλλει προσέτι ο ενάγων, ότι οι πρόνοιες του νομοθετήματος (ως τροποποιήθηκαν ή και ως ίσχυαν κατά πάντα ουσιώδη χρόνο), αντιβαίνουν του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας ή και σχετικών προνοιών της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και/ή των Πρωτοκόλλων της ως κυρώθηκαν από την εναγομένη 1 («ΕΣΔΑ»). Κατ' ακολουθίαν - και επειδή υπέστη ζημιές και απώλειες ως εκ των χειρισμών και της αντιμετώπισης των εναγομένων - ο ενάγων επιζητεί τις επιδιωκόμενες θεραπείες. Αποτελεί βασική εκδοχή των εναγομένων (με αμφότερους να αντιπροσωπεύονται από τον Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας), πως ο ενάγων εγκατέλειψε την περιουσία του κατά ή περί το 1974 και μετακινήθηκε στις μη ελεγχόμενες από την Δημοκρατία περιοχές, με αποτέλεσμα η ακίνητη περιουσία να περιέλθει στην κηδεμονία του Υπουργού Εσωτερικών ο οποίος ορίστηκε στο νομοθέτημα ως Κηδεμόνας των εγκαταλελειμμένων Τουρκοκυπριακών περιουσιών, διαχειριζόμενος τούτες με σκοπό και την προστασία τους αλλά και την εξυπηρέτηση των προσφυγικών αναγκών («ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών»). Τα όποια έργα συντελέστηκαν επί της ακίνητης περιουσίας, είχαν στόχο την εξυπηρέτηση των αναγκών των προσφύγων (προσωρινώς), μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης κατά τα οριζόμενα στο νομοθέτημα. Περιπλέον, το νομοθέτημα ή οι επίδικες πρόνοιες αυτού, δεν προσκρούουν στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας ή στην ΕΣΔΑ γιατί αφορούν σε περιορισμό δικαιωμάτων προς εξυπηρέτηση του δημοσίου συμφέροντος για περιορισμένο χρονικό διάστημα δυνάμει συγκεκριμένης νομοθεσίας, η θέσπιση της οποίας ήταν επιβεβλημένη ένεκα της δυσμενούς κατάστασης στην οποία περιήλθε το κράτος εξαιτίας της τουρκικής εισβολής (και κατοχής). Περαιτέρω, λέγουν οι εναγόμενοι πως οι όποιες αποζημιώσεις οφείλονται στον ενάγοντα δεν μπορούν να δοθούν στον ίδιον πριν από τον τερματισμό της έκρυθμης κατάστασης και ότι αυτές «. βρίσκονται κατατεθειμένες σε ειδικό προς το σκοπό αυτό ταμείο και θα του αποδοθούν όταν και όπως ο Νόμος ορίζει». Προσθέτως, η διαβούλευση για απόδοση περιουσίας που βρίσκεται υπό κηδεμονία κατά τα συζητούμενα, γίνεται μονάχα σε εξαιρετικές περιπτώσεις και δη εκεί όπου ο Τουρκοκύπριος κάτοχος δεν διαμένει «. στην κατεχόμενη περιοχή της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά είναι κάτοικος εξωτερικού». Πιο συγκεκριμένα, με την απόφαση 68.223 του Υπουργικού Συμβουλίου αποφασίσθηκε όπως συνεχιστεί η ακολουθούμενη διαδικασία για διαπραγματεύσεις με ενδιαφερόμενους Τουρκοκύπριους ιδιοκτήτες οι οποίοι βρίσκονταν εγκατεστημένοι στο εξωτερικό πριν από το 1974 και συνεχίζουν να διαμένουν εκεί ή βρίσκονται μονίμως «. στις ελεύθερες περιοχές, για απόκτηση από το Κράτος Τ/Κ περιουσιών που χρησιμοποιήθηκαν χωρίς απαλλοτρίωση για τη στέγαση προσφύγων .» και ότι «. στη διαδικασία διαπραγματεύσεων περιληφθούν και ενδιαφερόμενοι Τουρκοκύπριοι που βρίσκονται στο εξωτερικό προ του 1974 και είναι νόμιμοι κληρονόμοι, στους οποίους έγινε μεταβίβαση των πρωτογενών Τ/Κ ιδιοκτητών που διαμένουν ή απεβίωσαν στις κατεχόμενες περιοχές». Κατά συνέπειαν, περαίνουν οι εναγόμενοι, η αγωγή δεν μπορεί παρά να απορριφθεί. Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, ο ενάγων παρουσίασε τη δική του ένορκη μαρτυρία (ως ΜΕ1) και εκείνη του XXXXX Λοΐζου (ΜΕ2), ενώ οι εναγόμενοι, για σκοπούς υπεράσπισης, παρουσίασαν τη μαρτυρία της XXXXX Κουκουλαρίδου (ΜΥ1) και του XXXXX Σεϊτάνη (ΜΥ2). Στην υπόθεση, εκτός των δικογραφημένων παραδοχών, δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά, σειρά γεγονότων για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα και ανέλυσα όλα ανεξαιρέτως τα παραδεκτά γεγονότα στο μαρτυρικό υλικό θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Οι αναφορές των μαρτύρων και άπαντα τα κατατεθέντα τεκμήρια αξιολογήθηκαν πλήρως έστω και αν δεν εκτίθενται ρητώς στο ανά χείρας κείμενο (βλ. κατ' αναλογίαν, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937), μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης του περιεχομένου τους εκτός μιας περίληψης για πρακτικούς πρωτίστως λόγους (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Ό,τι καθηκόντως επράχθη είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων υπό το φως της δικογραφίας, η συνάρθρωση τους με τη μαρτυρία και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v Παύλου και Άλλου, ΠΕ 240/10, ημ. 20.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Οι περικοπές που παρατίθενται μεταφέρθηκαν αυτούσιες από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Συνοψίζω τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο XXXXX XXXXX Σαλίχ (ΜΕ1), κατέθεσε περί των γεγονότων που κατά την άποψη του είναι ουσιώδη για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, παραπέμποντας σε συναφή έγγραφη μαρτυρία. Υποσημειώνεται, πως ο μάρτυς (κατόπιν αιτήματος των εναγομένων ημερομηνίας 22.12.16 και έκδοσης εκ συμφώνου δικαστικού διατάγματος), επανακλήθηκε για σκοπούς αντεξέτασης από τους εναγομένους. Ο XXXXX Λοΐζου (ΜΕ2), εκτιμητής και σύμβουλος ακινήτων έδωσε μαρτυρία για τον υπολογισμό της ενοικιαστικής και αγοραίας αξίας της ακίνητης περιουσίας, επεξηγώντας εκθέσεις εκτίμησης που ετοίμασε για τον σκοπό αυτό (βλ. Τεκμήρια 2 και 5). Η XXXXX Κουκουλαρίδου (ΜΥ1), Λειτουργός στον Κλάδο Εκτιμήσεων του Επαρχιακού Κτηματολογίου Λευκωσίας, εξηγώντας σχετική έκθεση εκτίμησης που συνέταξε για τα επίδικα (βλ. Τεκμήριο 7), παρέθεσε τη γνώμη της για την ενοικιαστική και αγοραία αξία της ακίνητης περιουσίας παραπέμποντας σε έγγραφα προς θεμελίωση των θέσεων της. Ο XXXXX Σεϊτάνης (ΜΥ2), Λειτουργός Διαχείρισης στην Υπηρεσία Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, είπε για ζητήματα που διασυνδέονται με τις αρμοδιότητες του εναγομένου 2 αλλά και για την αποτίμηση απόρρητης έκθεσης της Κυπριακής Υπηρεσίας Πληροφοριών («ΚΥΠ»), που αφορά στον ενάγοντα (βλ. Τεκμήριο 9). Το υπό αναφοράν τεκμήριο και η μαρτυρία που το περιστοίχισε κατατέθηκε σε κεκλεισμένων των θυρών διαδικασία λόγω του ευαίσθητου περιεχομένου του, με τις σχετικές οδηγίες φύλαξης και χρήσης του να εξακολουθούν να υφίστανται. Στις αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι επιχειρηματολόγησαν πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους. Διεξήλθα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία. Το ίδιο και τις αγορεύσεις. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση στο να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα που τούτο ενέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη (μεταξύ άλλων), το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους (λαμβανομένης υπόψιν και της όποιας μεσολαβούσας διερμηνείας), τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις τους σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής μια και τούτο ενέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι αδηρίτως από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Σταθμίζοντας τη μαρτυρία τελούσα σε διαρκή εγρήγορση μήπως και συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Για τους πραγματογνώμονες μάρτυρες δεν θεώρησα τη συμπεριφορά τους στο εδώλιο τόσον σημαντική όσον των άλλων μαρτύρων και τούτο από υποδείξεις της νομολογίας επί του θέματος (βλ. κατ' αναλογίαν, Genzyme Corporation v Kayat Trading Limited, ΠΕ 199/14, ημ. 25.5.18, Αθηνής ν Δημοκρατίας
(1990)2 ΑΑΔ 41, 62-65), χωρίς να σημαίνει πως αξιολόγησα τη μαρτυρία των ειδικών αυτών με γνώμονα άλλο από τις καθιερωμένες αρχές, ή ότι τους αντιμετώπισα κατά ανόμοιο τρόπο από τους υπόλοιπους μάρτυρες μια και τούτο θα ήταν, ως αρχή, κατακριτέο (βλ. κατ' αναλογίαν, Κοινοτικό Συμβούλιο Ομόδους ν Κονναρή
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2298, 2309-2310, Ψάλτης ν Αστυνομίας
(2001)2 ΑΑΔ 113, 119). Αναμφιβόλως η σοβαρότητα και υπευθυνότητα με την οποία οι μάρτυρες που κατέθεσαν ως πραγματογνώμονες αισθάνθηκαν το έργο τους, συνέθεσε στοιχείο αξιολόγησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιτσιγιώργη και Άλλος ν Αδελφών Γαλάζη (Ομόρρυθμης Εταιρείας)
(1997)1(Γ) ΑΑΔ 1811, 1814). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. κατ' αναλογίαν, Ρ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 253/17, ημ. 28.2.19, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, πραγματεύθηκα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου) - πέραν από δυνητικώς δεικτική αποδοχής της μαρτυρίας τού αφορώντος μάρτυρα επί της όποιας κρίσιμης πτυχής, με εξαίρεση (στην κανονική πορεία των πραγμάτων), τους πραγματογνώμονες μάρτυρες (βλ. κατ' αναλογίαν, Μιχαηλίδου και Άλλου ν Societe Generale Bank - Cyprus Limited, Ποιν. Έφ. 233/16, ημ. 10.9.18) - και ως δηλωτική αλληλοαναίρεσης στην προώθηση των θέσεων τού αντεξετάζοντος, ή και ως αποδυναμωτική τούτων, ζυγιάζοντας την εκάστοτε παράβλεψη αναλόγως της σοβαρότητας της, με το απόσταγμα της ζύμωσης αυτής να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Οι XXXXX Λοΐζου (ΜΕ2) και XXXXX Κουκουλαρίδου (ΜΥ1), έδωσαν τη μαρτυρία τους ως πραγματογνώμονες για πλείστα όσα θέματα ενέπιπταν εντός της ειδικότητας τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Σάββα ν Α/φοί Κουρίδη Λτδ, ΠΕ 74/12, ημ. 26.2.18, Νικολάου ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 162/14, ημ. 2.5.17, Αντωνίου ν Αστυνομίας
(2008)2 ΑΑΔ 766, 785-787). Ως αυθωρεί θα αναλύσω εκτενέστερα, ο XXXXX XXXXX Σαλίχ (ΜΕ1), δεν μου προξένησε καλή εντύπωση (ως μάρτυς), σε αντίθεση με τους XXXXX Λοΐζου (ΜΕ2), XXXXX Κουκουλαρίδου (ΜΥ1) και XXXXX Σεϊτάνη (ΜΥ2), οι οποίοι προσήλθαν στο Δικαστήριο για να πουν την αλήθεια, ασχέτως αν η αποδεικτική βαρύτητα των λεχθέντων τους (διαφορετική ως μπορεί να είναι για τον κάθε μάρτυρα), μπορεί να υστερεί για την απόσειση/ικανοποίηση τού όποιου βάρους/επιπέδου απόδειξης, ή γενικότερα για την αποδοχή οιουδήποτε ισχυρισμού, θέσης ή εκδοχής (βλ. κατ' αναλογίαν, Κίμωνος ως Εκκαθαριστή της Blue Seal Shoes Ltd v Χρ. Ιωάννου & Υιοί (Υποδήματα) Λτδ, ΠΕ 66/13, ημ. 4.11.19, Ευσταθίου ν Μιχαήλ και Άλλης, ΠΕ 269/12, ημ. 23.7.19, Θεοχαρίδης ν Ιωάννου και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1311, 1319-1322). Εξηγώ. Ο XXXXX XXXXX Σαλίχ (ΜΕ1), προσήλθε στο Δικαστήριο - και το λέγω αυτό με κάθε σεβασμό προς τον μάρτυρα - στοχεύοντας στην παράθεση εκείνων των γεγονότων που βολικώς θα έπρεπε να παραθέσει ούτως ώστε, τουλάχιστον από μαρτυριακής απόψεως, να διαπλάσει το υπόβαθρο για επιτυχία της αγωγής. Ως παρατήρησα ενόσω ο μάρτυς κατέθετε, σε κρίσιμες στιγμές της μαρτυρίας του, απέφευγε να απαντά ευθέως και ειλικρινώς διαλέγοντας (αναλόγως) ως ασπίδα ή και δόρυ την ασάφεια, την αοριστία και την υπεκφυγή. Για να γίνει ευκολότερα κατανοητή η επί του εδωλίου μαρτυριακή συμπεριφορά του μάρτυρα, επαρκεί η συνάρτηση μερικών από τα λεχθέντα του τόσον με τους δικογραφικούς ισχυρισμούς του στην αγωγή όσον και με τη γενικότερη εκδοχή του μάρτυρα και όσα καταμαρτυρεί στους εναγομένους. Είπε ο μάρτυς πως (έχοντας γεννηθεί το 1941), ζούσε μέχρι το 1973 στην Ενορία Αγίου Λουκά στην Λευκωσία. Από το 1973 διέμενε στο Λονδίνο, επιστρέφοντας στην Κύπρο το 1976 μέχρι το 2004, οπόταν και «. άνοιξε η διαχωριστική γραμμή.», με συνεπόμενο να έλθει πολλές φορές στις περιοχές που ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία «. γιατί είχαμε επιχειρηματικές συναντήσεις με το ΚΕΒΕ». Ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση αν προσπάθησε ύστερα από την επιστροφή του από το Λονδίνο να εγκατασταθεί (μετά το 1976) στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και αν στην όποια αυτή προσπάθεια του «. σας εμπόδισε κάποιος;». Ο μάρτυς απέφυγε ευσχήμως, ως τον είδα από την Έδρα, να απαντήσει με ευθύτητα, επιλέγοντας αντ' αυτού να πει πως «. ήταν πολύ δύσκολο να έρθουμε σε αυτό μέρος και οι επιχειρήσεις μου ήταν στον βορρά και πραγματικά ήταν πολύ δύσκολο, πολύ δύσκολο να έρθω εδώ. Αλλά μετά το 1983 ήταν πιο εύκολο .» (με τον μάρτυρα να προσδιορίζει ως βορρά τις κατεχόμενες περιοχές ως εκ της τουρκικής εισβολής). Η ερώτηση που του τέθηκε ήταν σαφής και μολονότι σκοπούσε στο να εξετάσει δύο πτυχές (την ύπαρξη δηλαδή προσπαθειών του μάρτυρα για εγκατάσταση στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές και των όποιων προσκομμάτων αντιμετώπισε προς τούτο), ο μάρτυς καλώς είναι που κατανόησε, ως πρόσεξα, όλο το φάσμα τού τι είχε ερωτηθεί - άνευ ενστάσεως της υπεράσπισης - με τα περί του όποιου εμποδισμού του, να συνθέτουν το τελευταίο μέρος του ερωτήματος δίχως ο μάρτυς να επανεξετάζεται επί της απάντησης του. Επιπροσθέτως, ο μάρτυς είπε πως είχε αγοράσει την ακίνητη περιουσία (στην Λακατάμια) «. από έναν Τούρκο ιδιοκτήτη το 1971.» και ότι τούτη βρισκόταν σε «. περιοχή που είχε μέλλον». Αντεξεταζόμενος, κλήθηκε από την κ. Φλωρέντζου να εξηγήσει πώς «. το διαβλέψατε τούτο;», με αυτόν να απαντά ότι εκείνη τη στιγμή η Λακατάμια και ο Στρόβολος ήταν «. το πιο ανεπτυγμένο μέρος της Λευκωσίας, υπό ανάπτυξη μέρος της Λευκωσίας». Του υποβλήθηκε πως «. μέχρι το 1980 εκείνη η περιοχή ήταν κατά βάση αμπελώνες και χωράφια και κανένα οδικό δίκτυο δεν εξυπηρετούσε, μεγάλο εννοώ οδικό δίκτυο, εκείνη την περιοχή .». Ο μάρτυς απέφυγε για άλλη μια φορά να πραγματευθεί το ερώτημα/υποβολή αμέσως και ευθέως - και δεν έπρεπε αυτό να ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να απαντηθεί αφού το τι επιζητούνταν ήταν η διερεύνηση της πρόβλεψης του ως προς το μέλλον τής περί ης ο λόγος περιοχής και τίποτε περισσότερο - διαλέγοντας να παραθέσει μια αόριστη θέση, τονίζοντας πως «. πρέπει να θυμάστε ότι ο κύριος Σαμψών έχει έπαυλη εκεί, υπήρχαν πολλές επαύλεις και σπίτια επειδή ήταν ένα από τα πιο δημοφιλή μέρη της Λευκωσίας. Και εκτρέφαν άλογα σε εκείνη την περιοχή, ήταν πολύ ωραίο μέρος». Εκλαμβάνοντας ως δεδομένο (προς όφελος του μάρτυρα) ότι η αποτυπωθείσα αναφορά στην απάντηση του (επί πρακτικού) γράφτηκε (εκ παραδρομής καταπώς φαίνεται), ως αναφερόμενη (με την υπογράμμιση που έπεται να είναι δική μου) στη «. σημαντικότητα αυτού του μέρους της Καρπασίας .» (αφού άλλως τα πράγματα θα ήσαν αξιολογικώς χειρότερα για τον μάρτυρα), τα όσα απάντησε απάρτισαν κατ' ουσίαν μετατόπιση τού ερωτήματος και όχι απάντηση επ' αυτού, αφού αντί να ασχοληθεί με την ανάπτυξη και την αιτιολόγηση των συλλογισμών του, παρέπεμψε (κατά τα συμφραζόμενα αυτών που είπε) στις φερόμενες πράξεις κάποιου τρίτου προσώπου εν σχέσει προς άλλη ακίνητη περιουσία καλώντας μάλιστα το Δικαστήριο να κρίνει τα πράγματα ex post facto (ως εκ του υποτιθέμενου αποτελέσματος) και όχι βάσει μιας μετρημένης μαρτυριακής τοποθέτησης. Ο μάρτυς δήλωσε ότι με την επιστροφή του στην Κύπρο το 1976, είχε σημαντική επιχειρηματική δραστηριότητα, της οποίας το αντικείμενο περιλάμβανε ανέγερση/δημιουργία αλυσίδας υπεραγορών με την ονομασία Astro στην Λευκωσία, Κερύνεια, Αμμόχωστο και Καραβά και πως σε κάποια στιγμή ενοικίασε υποκαταστήματα της αλυσίδας αυτής στον αδελφό του, με επακόλουθο (η αλυσίδα υποκαταστημάτων) να μετονομασθεί σε Lemar. Η αρχική θέση του μάρτυρα ήταν ότι η επαγγελματική τούτη δραστηριότητα διεξαγόταν επί ακίνητης περιουσίας την οποία είχε λάβει κατ' αντιστοιχίαν ακίνητης περιουσίας που κατείχε στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, παραδεχόμενος πως το μέρος αυτής της ακίνητης περιουσίας που του είχε δοθεί ανήκε σε Ελληνοκυπρίους («. γνώριζα ότι ένα μέρος των περιουσιών που μου δόθηκε ανήκε σε Ελληνοκύπριους αλλά αυτό μου δόθηκε ως αντίστοιχο των περιουσιών που είχα στην άλλη πλευρά»). Μετέπειτα, ο μάρτυς ανέφερε πως δεν ανήγειρε επιχειρήσεις επί ακίνητης περιουσίας Ελληνοκυπρίων (που του είχε δοθεί), αλλά επί ακίνητης περιουσίας που είχε αγοράσει από Τουρκοκύπριους και που (σε μια περίπτωση), όπως ο μάρτυς παραδέχθηκε στα πολλά, ανήκε σε Ελληνοκύπριους, δεχόμενος πως η συγκεκριμένη ακίνητη περιουσία είναι εκείνη επί της οποίας ανεγέρθηκε η υπεραγορά Astro στην Κερύνεια. Αλλού στη μαρτυρία του ο μάρτυς εισήγαγε στο όλον σκηνικό των περί τούτων παλινδρομήσεων του ισχυρισμούς διά των οποίων επιχείρησε να αποστασιοποιηθεί από την κατοχή Ελληνοκυπριακών περιουσιών στις περιοχές που δεν ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία λέγοντας ότι τούτες οι περιουσίες, όπως η Ελληνοκυπριακή γη επί της οποίας κτίστηκε η υπεραγορά Astro στην Κερύνεια, ανήκαν σε εταιρεία ή σε εταιρείες οι οποίες «. δεν είναι δικές μου εταιρείες. Κάποιες είναι οικογενειακές και κάποιες είναι, άνηκε σε συμμετοχή και από έξω .», προτάσσοντας πως δεν κατέχει τώρα, προσωπικώς, ακίνητη περιουσία Ελληνοκυπρίων στις περιοχές που δεν ελέγχει η Κυπριακή Δημοκρατία, παρόλο που σε κάποιο στάδιο ο μάρτυς κατείχε «. ελληνοκυπριακές περιουσίες στα κατεχόμενα προσωπικά .». Απορρίπτω ως αναξιόπιστη τη μαρτυρία του XXXXX XXXXX Σαλίχ (ΜΕ1). Ο XXXXX Λοΐζου (ΜΕ2), κατέθεσε ως πραγματογνώμονας, με επαγγελματισμό και συναίσθηση καθήκοντος προς το Δικαστήριο. Μολαταύτα, δεν περιέλαβε στις εκτιμήσεις του (βλ. Τεκμήρια 1 και 5), συγκριτικά ενοίκια διότι, ως είπε, ήταν δυσχερές να εντοπιστούν τέτοια υπό τις σημερινές συνθήκες, με αποτέλεσμα να υιοθετήσει τη μέθοδο του ποσοστού επί της αγοραίας αξίας της ακίνητης περιουσίας, προσεταιριζόμενος μάλιστα (ένα χαμηλότερο) ποσοστό 3% για το ετήσιο ενοίκιο αυτής ανά έτος, επικαλούμενος (για την ποσοστιαία αυτή επιλογή) μεθοδολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («ΕΔΑΔ») στις περιπτώσεις εκείνες όπου «. οι διάφοροι ελληνοκύπριοι ιδιοκτήτες κάνουν αγωγή της Τουρκίας μέσω του Ε.Δ.Α.Δ. και ζητούν αποζημιώσεις σε ενοίκια. Το Ε.Δ.Α.Δ. παίρνει ένα ποσοστό επί της αγοραίας αξίας. Το Ε.Δ.Α.Δ. κυμαίνεται μέχρι 4-6% επί της αγοραίας αξίας». Η υιοθέτηση από τον μάρτυρα του ποσοστού 3% επί της αγοραίας αξίας της ακίνητης περιουσίας παρέμεινε κατά βάσιν ατεκμηρίωτη και (με τον τρόπο που παρατέθηκε) στερητική και της δυνατότητας των εναγομένων να τον αντεξετάσουν με τρόπο συγκεκριμένο και με παραπομπή, κυρίως, στα όσα ο μάρτυς είχε υπόψη πως εννοούσε συνειρμικώς ως βάθρο διάπλασης των απαντήσεων του. Η επίκληση γενικώς και αορίστως κάποιων αποφάσεων του ΕΔΑΔ δεν ικανοποιεί. Η ειδοποιός διαφορά μεταξύ της μαρτυριακής αξιολόγησης των αναφερθέντων από τον μάρτυρα στη βάση της πρώτης ύλης που ο ίδιος χρησιμοποίησε ως έρεισμα για τη μαρτυρία του (και την επιλογή μάλιστα χαμηλότερου ποσοστού από εκείνο που φερόμενα υιοθετεί το ΕΔΑΔ) και της νομικής ερμηνευτικής των όποιων τούτων λεχθέντων με αναφορά στις αποφάσεις αυτές του ΕΔΑΔ, είναι θεωρώ διακριτή. Θα την αποσαφηνίσω. Ο μάρτυς, ως πραγματογνώμων, όφειλε να υποδείξει προς το Δικαστήριο κατά τρόπο ευκρινή τις όποιες αυτές αποφάσεις του ΕΔΑΔ και να επεξηγήσει διά της δικής του πραγματογνωμικής προσέγγισης τα όσα προώθησε ως δεδομένα και να δικαιολογήσει την ίδια στιγμή και την απόκλιση τού ιδίου από το ψηλότερο, υποτίθεται, ποσοστό επί της αγοραίας αξίας που υιοθετεί το ΕΔΑΔ (κατά τα λεγόμενα του μάρτυρα), το οποίο, ως είπε ο μάρτυς «. κυμαίνεται μέχρι 4-6% ...». Δεν το έπραξε. Έτσι, η ανεπαρκής τεκμηρίωση από μέρους του μάρτυρα για τη μέθοδο εκτίμησης που χρησιμοποίησε απογυμνώνει την απόληξη του από την αναμενόμενη εύλογη συνάρμοση της γνώμης του με τα γεγονότα και τα εργαλεία που χρησιμοποίησε, ανεξαρτήτως της όποιας ορθότητας επιλογής τής χρήσης ποσοστού επί της αγοραίας αξίας ως μεθόδου εκτίμησης. Πέραν τούτου, ο μάρτυς δεν προέβη σε αρκούσα ανάλυση συγκριτικών ενοικίων ακινήτων παρόμοιων με τη ακίνητη περιουσία. Τέθηκε σε αυτόν κατά την αντεξέταση - και ήταν δίκαιο τούτο προς τον μάρτυρα ώστε να δύναται να τοποθετηθεί ευχερώς - πως επειδή στις μη ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές δεν υπάρχει πρόσβαση σε συγκριτικά ενοίκια για να χρησιμοποιηθούν προς καθορισμό της ενοικιαστικής αξίας της ακίνητης περιουσίας, αφού (ως υπεβλήθη στον μάρτυρα), δεν «. μπορούμε να έχουμε πρόσβαση και να γνωρίζουμε ενοίκια των κατεχομένων», η επιλογή του Κτηματολογίου για υιοθέτηση συγκριτικών ενοικίων στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές για τους αφορώντες σκοπούς δεν μπορεί παρά να συναπαρτίσει, έστω με τις κατάλληλες αναπροσαρμογές και επιφυλάξεις, μια εύλογη εκτιμητική επιλογή. Ο μάρτυς δεν απάντησε με σαφήνεια στο ερώτημα παρά μόνον περιορίστηκε στο να δηλώσει πως «. [δ]εν γνωρίζω έχει σαράντα χρόνια. Είναι άλλο πράγμα να ενοικιάσεις ένα χωράφι να βάζεις σιτάρι και άλλο πράγμα να το πιάσεις και να το βαστάς σαράντα ένα χρόνια. Τούτα δεν υπάρχουν». Τέλος, η θέση του μάρτυρα ότι βασίστηκε μεθοδολογικώς, ή και συνυπολόγισε (κατ' αναλογίαν εφαρμοζόμενη) τη μέθοδο που, ως είπε, χρησιμοποιείται από το Κτηματολόγιο βάσει των Περί Ακινήτου Ιδιοκτησίας της Δημοκρατίας (Διάθεση) Κανονισμών (ΚΔΠ 173/89), σε «. περίπτωση ενοικίασης χαλίτικης γης .», παρέμεινε εν τίνι τρόπω στερημένη σαφούς αιτιολόγησης και υποστήριξης από μέρους του, δοσμένου πως, ως παραδέχθηκε και ο ίδιος μετά από ερώτηση της κ. Φλωρέντζου, τούτος δεν ήξερε σε πόσες περιπτώσεις «. το κράτος προχώρησε σε ενοικίαση οικιστικής γης σε ιδιώτη .», με το προβληθέν από τον μάρτυρα αιτιολογικό να σύγκειται στο ότι, μόλο που δεν γνώριζε για την ύπαρξη τέτοιων περιπτώσεων, δεν «. σημαίνει όμως ότι δεν υπάρχουν .». Μήτε και σε αυτή τη θεματική κατόρθωσε ο μάρτυς να παράσχει τα αναγκαία επιστημονικά κριτήρια για την αξιολόγηση της ορθότητας των συμπερασμάτων του έτσι ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να σχηματίσει τη δική του ανεξάρτητη γνώμη εφαρμόζοντας τα κριτήρια αυτά στα γεγονότα (βλ. κατ' αναλογίαν, ΑΠ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 192/16, ημ. 26.9.19). Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Λοΐζου (ΜΕ2). Η XXXXX Κουκουλαρίδου (ΜΥ1), υιοθέτησε την έκθεση εκτίμησης (βλ. Τεκμήριο 7) που ετοίμασε για την υπόθεση (με κτηματολογικές τιμές μέχρι το 2015) σε αντίθεση εκείνων που υιοθέτησε ο XXXXX Λοΐζου (ΜΕ2) με χρονική παραπομπή μέχρι το 2010. Η μάρτυς υπέστη μια πολύ σύντομη και γενική αντεξέταση κατά την οποία της υποβλήθηκε πως η έκθεση εκτίμησης (βλ. Τεκμήριο 7) ήταν λανθασμένη, σε αντίθεση εκείνης του XXXXX Λοΐζου (ΜΕ2), όπως και το ότι εσφαλμένο ήταν και το σκεπτικό βάσει του οποίου «. έγινε ο υπολογισμός της τιμής του ενοικίου και των αποζημιώσεων .», με τον σωστό υπολογισμό να γίνεται, ξανά, από τον XXXXX Λοΐζου (ΜΕ2). Η αντεξέταση αυτή οπωσδήποτε δεν επικούρησε στο να αναδειχθούν πτυχές της μαρτυρίας τής μάρτυρος οι οποίες να υπολείπονται από απόψεως μεθοδολογίας και ουσίας των όσων προέταξε η δικηγόρος του ενάγοντα με σημείο συγκριτικής αναφοράς προς τις εκτιμήσεις του XXXXX Λοΐζου (ΜΕ2). Μηδέ και κατορθώθηκε η αποδόμηση της γνώμης τής μάρτυρος σε οποιοδήποτε επίπεδο συνέπειας, λεπτομέρειας, αιτιολόγησης και πυκνότητας, είτε μεμονωμένως είτε σε αντιπαραβολή των λεχθέντων και γνώμης του XXXXX Λοΐζου (ΜΕ2). Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Κουκουλαρίδου (ΜΥ1). Ο XXXXX Σεϊτάνης (ΜΥ2) υπήρξε λιτός και εναργής για τα όσα διαδικαστικά ενδιέφεραν την επίδικη υπόθεση και περί των οποίων είχε πρωτογενή γνώση χειρισμού. Εκεί που ελέγχεται κάπως η μαρτυρία του είναι στο ότι επιχείρησε να παρουσιάσει (με την ευρεία έννοια του όρου), την απόρρητη έκθεση της ΚΥΠ (βλ. Τεκμήριο 9), ως αυταπόδεικτη από απόψεως περιεχομένου, αναγνωρίζοντας μολοντούτο (μετά από εύστοχες ερωτήσεις από τον κ. Τριανταφυλλίδη), πως δεν μπορούσε λόγω έλλειψης γνώσης πρώτου βαθμού να τοποθετηθεί αποτελεσματικώς για το περιεχόμενο της έκθεσης αυτής (βλ. Τεκμήριο 9). Ωστόσο, ο μάρτυς ήταν ειλικρινής και σε αυτήν την πτυχή και καθόλου δεν επιχείρησε να παραπλανήσει το Δικαστήριο. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Σεϊτάνη (ΜΥ2). Επιβάλλεται σε αυτό το στάδιο - και τούτο ως εκ της κρισιμότητας τους - η απόφανση επί των ζητημάτων αντισυνταγματικότητας του άρθρου 6 και ειδικότερα του άρθρου 6(α)(i) του νομοθετήματος. Αυτό, καθώς τα ζητήματα τούτα δικογραφήθηκαν (στη γενικότητα τους), με ευρεία αναφορά στο νομοθέτημα και όχι σε συγκεκριμένα άρθρα του, αφού οι εναγόμενοι δεν εναντιώθηκαν, αλλά αντιθέτως τοποθετήθηκαν κιόλας αναφορικώς προς τούτα, στις γραπτές αγορεύσεις, γνωρίζοντας επαρκώς τις απαραίτητες λεπτομέρειες και παραμέτρους (βλ. κατ' αναλογίαν, Investylia Ltd v Ταμπούρη
(2006)1(Β) ΑΑΔ 1325, 1330, Νικολάου ν Βασιλείου
(1999)1(Γ) ΑΑΔ 1566, 1576, Improvement Board of Eylenja v Constantinou
(1967)1 CLR 167, 183)). Ειδικότερα, στην αγόρευση του ο δικηγόρος του ενάγοντα προτείνει πως οι νομοθετικές τούτες πρόνοιες παραβιάζουν τα δικαιώματα του πελάτη του με βάση το Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και δη εκείνα που προστατεύονται από τα Άρθρα 23 (δικαίωμα της ιδιοκτησίας), 26 (δικαίωμα του συμβάλλεσθαι) - με αυτήν την τελευταία παράμετρο να μην δικογραφείται καθόλου στην Έκθεση Απαίτησης - και 28 (ισότητα ενώπιον του νόμου, της διοίκησης και της δικαιοσύνης). Υποστηρίζει ο ενάγων, πως οι συζητούμενες νομοθετικές πρόνοιες ταξινομούνται ως συνταγματικώς ασύμβατες με το περιουσιακό του δικαίωμα δεδομένου πως τον ίδιον εκπροσωπεί ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών κατά τις προβλέψεις του άρθρου 5 του νομοθετήματος. Ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, εξηγεί ο ενάγων, μπορεί να συμφωνεί με το κράτος να αναγείρει κυβερνητικό οικισμό εντός της ακίνητης περιουσίας, με τον ενάγοντα όμως, με δοσμένο το περιεχόμενο του άρθρου 6 του νομοθετήματος, να μην δικαιούται στη λήψη οικονομικού ανταλλάγματος και τούτο σε αντιδιαστολή με οποιαδήποτε άλλης μορφής χρήση της ακίνητης περιουσίας που δεν αναφέρεται στο άρθρο 6(α)(
- i)του νομοθετήματος, κάτι που δίδει στον ιδιοκτήτη του ακινήτου (και άρα στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών), δικαίωμα ανταλλάγματος για τη χρήση της περιουσίας του ιδιοκτήτη (εδώ του ενάγοντα) η οποία, για ό,τι εδώ αφορά, προσδιορίζεται στην ακίνητη περιουσία. Έτσι, εντοπίζεται παραβίαση του δικαιώματος του ενάγοντα με βάση τα Άρθρα 23 και 26 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Επιπροσθέτως, λόγω του ότι ο ενάγων ως ιδιοκτήτης της ακίνητης περιουσίας είναι Τουρκοκύπριος και η περιουσία του τούτη τυγχάνει διαχείρισης από τον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών βάσει του άρθρου 6(α)((
- i)του νομοθετήματος, διαπιστώνεται δυσμενής διάκριση εναντίον του ως εκ της κοινοτικής του προέλευσης κατά παράβασιν του Άρθρου 28 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτό, γιατί, εάν ο ενάγων ήταν Ελληνοκύπριος και ενοικίαζε την ακίνητη περιουσία στο κράτος για τον ίδιο σκοπό (ανέγερση του κυβερνητικού οικισμού), δεν θα υφίστατο η απαγόρευση στη χρέωση και είσπραξη μισθώματος ως προνοείται στο άρθρο 6(α)(
- i)του νομοθετήματος στην περίπτωση Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη και πως δεν θα υπεισερχόταν ζήτημα εφαρμογής του περί ου ο λόγος νομοθετήματος αν ο ιδιοκτήτης της ακίνητης περιουσίας ήταν Ελληνοκύπριος. Με άλλα λόγια παραβιάζονται τα υπό ανάλυσιν συνταγματικά άρθρα με την εφαρμογή του άρθρου 6 του νομοθετήματος αφού το κράτος τίθεται σε προνομιούχα θέση έναντι όλων των άλλων με τους οποίους ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Υπηρεσιών δυνατόν να συμφωνήσει και χρησιμοποιήσει διαχειριζόμενος την ακίνητη περιουσία αποφέροντας στον ενάγοντα ωφέλεια με γνώμονα τα περιουσιακά του δικαιώματα τα οποία στην ουσία καταστρατηγούνται από το εν λόγω άρθρο ως εκ της διαχείρισης του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Το κράτος οφείλει να αποδώσει όφελος στον ενάγοντα, έστω διά του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, όπως θα υποχρεούνταν να πράξει ο οποιοσδήποτε άλλος χρήστης της ακίνητης περιουσίας. Τουτέστιν, η φύση της χρήσης της ακίνητης περιουσίας και η κοινοτική προέλευση του ενάγοντα καταλήγει σε δυσμενή διάκριση εναντίον του κατά παράβασιν του Άρθρου 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η συλλογιστική του ευπαίδευτου δικηγόρου τού ενάγοντα και η συνταγματική προβληματική που ξεδιπλώνει, καίτοι ικανή, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Επί τούτω, συγκλίνω με τις θέσεις αρχής που ανέπτυξε η ευπαίδευτη συνήγορος εκ πλευράς εναγομένων και που (εν πολλοίς), απαρτίζουν και το δικό μου σκεπτικό. Διασαφηνίζω. Το νομοθέτημα ψηφίστηκε από την Βουλή των Αντιπροσώπων την 26.4.91 με ισχύ (βάσει του άρθρου 17 αυτού) «. από την 1η Ιουλίου 1991. μέχρις ότου το Υπουργικό Συμβούλιο, με γνωστοποίηση του που θα δημοσιευτεί στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας, κηρύξει τη λήξη της ισχύος αυτού». Τούτο έγινε (κατά τα διαλαμβανόμενα στο Προοίμιο του νομοθετήματος) «. συνεπεία της μαζικής μετακίνησης του Τουρκοκυπριακού πληθυσμού ως αποτέλεσμα της Τουρκικής εισβολής στις περιοχές που κατέχονται από τις Τουρκικές δυνάμεις εισβολής και της απαγόρευσης από τις δυνάμεις αυτές της διακίνησης του πληθυσμού αυτού στις περιοχές της Κυπριακής Δημοκρατίας, εγκαταλείφθηκαν περιουσίες που αποτελούνται από κινητή και ακίνητη ιδιοκτησία . Και επειδή για την προστασία των περιουσιών αυτών κατέστη απαραίτητη η άμεση λήψη μέτρων . Και επειδή μεταξύ των μέτρων που λήφθηκαν περιλαμβανόταν και η διαχείριση των περιουσιών αυτών από ειδική επιτροπή που συστάθηκε με διοικητικές διευθετήσεις. Και επειδή κατέστη αναγκαία η νομοθετική ρύθμιση του θέματος των Τουρκοκυπριακών περιουσιών στη Δημοκρατία». Το νομοθέτημα εξακολουθεί να υφίσταται, όπως και η έκρυθμη κατάσταση (κατά τις προβλέψεις του άρθρου 2 αυτού), που δημιουργήθηκε ένεκεν της τουρκικής εισβολής. Διά του νομοθετήματος (που θεσπίστηκε κάτω από το δόγμα της ανάγκης), η διαχείριση των Τουρκοκυπριακών περιουσιών δόθηκε στον Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών αφού οι ιδιοκτήτες της γης την είχαν εγκαταλείψει μετά από την τουρκική εισβολή, με αυτό το μέτρο να καθίσταται αναγκαίο για να ανταπεξέλθει το κράτος στις ανάγκες που επιβλήθηκαν. Τα μέτρα αυτά στόχευαν στο να υπηρετήσουν τη συνταγματική τάξη για το συμφέρον της κοινωνικής τάξης. Στην Αντωνάκης Χρ Σολομωνίδης Λτδ και Άλλων ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου
(2003)1(Β) ΑΑΔ 1275, 1278-1282, το Ανώτατο Δικαστήριο είπε σχετικώς και αυτά: « .......................................................... «Το δόγμα της ανάγκης έχει τη δική του νομική δυναμική. Όπως κάθε άλλο νομοθετικό μέτρο, πρέπει να έχει νόμιμη προέλευση και να προέρχεται από τη Βουλή των Αντιπροσώπων, ενώ το περιεχόμενό του πρέπει να σχετίζεται αμέσως με την έκτακτη κατάσταση την οποία σκοπεύει να διορθώσει και να είναι ανάλογο με αυτή. Το κράτος δικαίου δεν ατονεί στην περίπτωση έκτακτης ανάγκης, υπό την αίρεση ότι η ανάγκη δημιουργεί έγκυρη νομική βάση για νομοθετική ενέργεια. Τα νομοθετικά μέτρα υπόκεινται σε δικαστικό έλεγχο. Η Δικαστική Εξουσία επωμίζεται το καθήκον να βεβαιωθεί ότι τα μέτρα που λαμβάνονται είναι γνήσια ανταπόκριση στην ανάγκη και, περαιτέρω, δεν προχωρούν πέραν του ότι δικαιολογεί η ανάγκη. Ο δικαστικός έλεγχος είναι φραγμός εναντίον αυθαίρετης επίκλησης της ανάγκης ως αιτιολογούσας τη λήψη νομικών μέτρων καθώς και φραγμός εναντίον κατάχρησης της ανάγκης με τη λήψη μέτρων που δεν δικαιολογούνται από την ανάγκη. Αλλά, εφόσον τα ληφθέντα μέτρα αποτελούν γνήσια ανταπόκριση στην ανάγκη και σκοπεύουν να την αντιμετωπίσουν, δεν χωρεί επέμβαση στη νομοθετική ενέργεια. Οι νομοθέτες είναι οι κριτές των αναγκαίων μέτρων για να απαλύνουν την κρίση.» Στην παρούσα περίπτωση, επισημαίνει το πρωτόδικο Δικαστήριο, τα ληφθέντα νομοθετικά μέτρα ήταν απολύτως αναγκαία για τη διαχείριση της εγκαταλειφθείσας τουρκοκυπριακής περιουσίας μετά την τουρκική εισβολή, για να εμποδισθεί, μεταξύ άλλων, και η φθορά της και να εξασφαλισθεί η προστασία της. Το πρωτόδικο Δικαστήριο θεώρησε ότι μέρος της εγκαταλειφθείσας τουρκοκυπριακής περιουσίας ήταν και η βακούφικη περιουσία, αφού με τον υποχρεωτικό διαχωρισμό των πληθυσμών που επιβλήθηκε από τις κατοχικές δυνάμεις ούτε σε αυτές μπορούσε η τουρκοκυπριακή κοινότητα να έχει πρόσβαση και να τις διαχειρίζεται. Κρίνουμε, ως εκ τούτου, ότι ήταν αναγκαία η συμπερίληψη της βακούφικης περιουσίας στον ορισμό της τουρκοκυπριακής περιουσίας. Θα πρέπει, τέλος, να αποφασίσουμε τον πυρήνα των θέσεων των εφεσειόντων ενώπιον μας, αν δηλαδή το δίκαιο της ανάγκης μπορεί ή όχι να εφαρμοστεί, ώστε να αναστέλλονται τα Θεμελιώδη Δικαιώματα και Ελευθερίες, που περιέχονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος και συγκεκριμένα το δικαίωμα περιουσίας, ιδιαίτερα βακούφικης, η οποία δεν υποβάλλεται σε οποιοδήποτε περιορισμό, σύμφωνα με το Άρθρο 23.10 που διαλαμβάνει τα ακόλουθα: «10. Ουδεμία εν τούτοις επιβάλλεται αποστέρησις ή όρος, περιορισμός ή δέσμευσις οιουδήποτε δικαιώματος προβλεπομένου εις την πρώτην παράγραφον του παρόντος άρθρου επί οιασδήποτε κινητής ή ακινήτου βακουφικής ιδιοκτησίας, περιλαμβανούσης τα αντικείμενα και τα υποκείμενα των βακουφίων και των ιδιοκτησιών των ανηκουσών εις τα τεμένη ή εις οιαδήποτε άλλα μουσουλμανικά θρησκευτικά ιδρύματα ή οιουδήποτε δικαιώματος ή συμφέροντος επ αυτών, ειμή τη εγκρίσει της τουρκικής Κοινοτικής Συνελεύσεως και συμφώνως προς τους νόμους και τας αρχάς των βακουφίων, η δε παρούσα διάταξις ισχύει και επί των περιπτώσεων περί ων αι διατάξεις της τρίτης παραγράφου, πλην των όρων, περιορισμών ή δεσμεύσεων προς το συμφέρον πολεοδομίας, και της τετάρτης, εβδόμης και ογδόης παραγράφου του παρόντος άρθρου.» Το ερώτημα αυτό απαντάται άμεσα στην Aloupas v. National Bank (ανωτέρω), όπου στη σελ. 64 λέχθηκαν τα ακόλουθα: «In Chimonides v. Manglis,
(1967)1 C.L.R. 125, there was division of judicial opinion as to whether the fundamental rights and principles, which are safeguarded by Articles (such as 6, 23, 24, 25, 26, 28 and 30) which are to be found in Part II of the Constitution, can be subjected to any limitations or restrictions other than those provided in the said Part II, by resorting to the "reserve powers" or "police powers" of the State. Having given to the matter further consideration, especially in the light of the able arguments advanced by counsel who have appeared before us in these proceedings, I am still inclined to the view that there can be no question of subjecting, during a period of normality, the fundamental rights and liberties guaranteed in Part II of the Constitution to any limitations or restrictions other than those provided in such Part, in a manner contrary to Article 33 of the Constitution. I am, however, of the view that, when the State is faced with a calamity which has surpassed the remedial scope of a Proclamation of Emergency under Article 183 of the constitution, the State can resort to measures entailing the limitation or restriction or even deprivation of the fundamental rights and liberties guaranteed by Part II of the constitution, even in a manner contrary to the aforesaid Article 33, and that it can do so by virtue of the "law of necessity"; and, in such a case, whether one speaks of the "law of necessity" or of "reserve powers" it makes no material difference because both notions are two sides of one and the same juridical coin. Of course, resort to any legislative measures, as aforesaid, is and should, always, be subject to judicial control so as to ensure that such measures are justified by the calamity in relation to which they have been enacted." Σε μετάφραση: «Στη Chimonides v. Manglis
(1967)1 C.L.R. 125 υπήρξε δικαστική διαφωνία στο κατά πόσο τα θεμελιώδη δικαιώματα και αρχές, που διασφαλίζονται με τα Άρθρα (όπως τα 6, 23, 24, 25, 26, 28 και 30) που περιέχονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, μπορεί να γίνουν αντικείμενο οποιουδήποτε περιορισμού ή δέσμευσης, εκτός εκείνων που προβλέπονται στο ρηθέν Μέρος ΙΙ, με την καταφυγή στα «κατάλοιπα εξουσίας» ('reserve powers' ή 'police powers') του κράτους. Έχοντας εξετάσει περαιτέρω το θέμα, ειδικά υπό το φως των επιχειρημάτων που προτάθηκαν από τους συνήγορους που εμφανίστηκαν ενώπιόν μας σε αυτή τη διαδικασία, εξακολουθώ να αποκλίνω προς την άποψη ότι δεν τίθεται θέμα να υποβάλλονται, σε περίοδο ομαλότητας, τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες, που διασφαλίζονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, σε οποιουσδήποτε περιορισμούς ή δεσμεύσεις, εκτός εκείνους που προνοούνται σε αυτό το Μέρος, με τρόπο αντίθετο με το Άρθρο 33 του Συντάγματος. Έχω εντούτοις την άποψη ότι, όταν η Πολιτεία αντιμετωπίζει μια συμφορά που έχει ξεπεράσει τη θεραπευτική εμβέλεια Κήρυξης Κατάστασης Εκτάκτου Ανάγκης, κάτω από το Άρθρο 183 του Συντάγματος, η Πολιτεία μπορεί να προσφύγει σε μέτρα που συνεπάγονται τον περιορισμό ή τη δέσμευση ή, ακόμη, και τη στέρηση των θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών που διασφαλίζονται στο Μέρος ΙΙ του Συντάγματος, ακόμη και σε αντίθεση με το ρηθέν άρθρο 33, και ότι μπορεί να πράξει τούτο με βάση το «δίκαιο της ανάγκης» και, σε τέτοια περίπτωση, είτε κάποιος ομιλεί για το «δίκαιο της ανάγκης», ή «τα κατάλοιπα εξουσίας» δεν υπάρχει καμμιά ουσιώδης διαφορά, γιατί και οι δύο αυτές έννοιες είναι δύο πλευρές ενός και του ιδίου δικαιϊκού νομίσματος. Βεβαίως προσφυγή σε νομοθετικά μέτρα, ως ανωτέρω, υπόκειται και πρέπει πάντοτε να υπόκειται σε δικαστικό έλεγχο, για να διασφαλίζεται ότι αυτά τα μέτρα δικαιολογούνται από τη συμφορά σε σχέση με την οποία έχουν θεσπισθεί.» Με βάση τις πιο πάνω αρχές, κρίνουμε ότι ορθά κατέληξε το πρωτόδικο Δικαστήριο πως οι επίδικες νομοθετικές πρόνοιες, σε σχέση ειδικά με τις βακούφικες περιουσίες, εδικαιολογούντο με βάση την εφαρμογή του δικαίου της ανάγκης. Η Πολιτεία, κάτω από τις συνθήκες που δημιουργήθηκαν με την τουρκική εισβολή, είχε καθήκον να λάβει τα αναγκαία μέτρα για τη διαχείριση και προστασία των εγκαταλειφθεισών τουρκοκυπριακών περιουσιών προς το συμφέρον της κοινωνικής τάξης. Τα μέτρα αυτά σκοπό δεν είχαν τη θέσπιση μόνιμων περιορισμών ή στέρηση των δικαιωμάτων των νομίμων ιδιοκτητών, αλλά την προσωρινή, για όσο χρόνο ήταν αναγκαίο, προστασία και διαχείρισή της περιουσίας. Τα δε μέτρα που λήφθηκαν ήταν, κατά την άποψη μας, τα απολύτως αναγκαία και ανάλογα με την κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπισθεί. .................................................................». Πιο πρόσφατα, στην Mehmet v Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, ΑΕ 33/13, ημ. 14.3.19, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αποτύπωσε και τα εξής: « .............................................. Η εφεσείουσα πρόβαλε ότι ο εν λόγω Νόμος είναι αντίθετος με το ΄Αρθρο 23 του Συντάγματος, και ότι η συνταγματικότητα του δεν περισώζεται με βάση το δίκαιο της ανάγκης. Εισηγήθηκε ότι υπήρχε άλλη προσφερόμενη θεραπεία χωρίς να απαιτείται η παρέκκλιση από το Σύνταγμα ούτε και επίκληση του δικαίου της ανάγκης. Το πρωτόδικο δικαστήριο ανέφερε επί τούτου: "Επομένως, το θέμα δεν είναι εάν και κατά πόσο το Δίκαιο της Ανάγκης μπορεί να δικαιολογήσει ή όχι την προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά το θέμα περιορίζεται στη διακρίβωση κατά πόσο η σχετική νομοθετική πρόνοια στο Νόμο που δίδει αυτή την εξουσία, μπορεί να δικαιολογηθεί ή όχι με το Δίκαιο της Ανάγκης. Και όπως ορθά επισημαίνει και η πλευρά της αιτήτριας, η συνταγματικότητα της νομοθεσίας εκείνης με την επίκληση της αρχής του Δικαίου της Ανάγκης επιβεβαιώθηκε τελεσίδικα από το Ανώτατο Δικαστήριο." Η συνταγματικότητα του Νόμου έχει επιβεβαιωθεί από τη νομολογία. Στην υπόθεση Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. v. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 1275 και στην Shakir κ.ά. v. Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 54, αποφασίστηκε ότι ο Νόμος δεν παραβιάζει το άρθρο 23 του Συντάγματος και ότι η εφαρμογή του δικαιολογείται με βάση το δίκαιο της ανάγκης. Στην υπόθεση Shakir ν. Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ.54 αναφέρεται ότι: "Αναφορικά με τη συνταγματικότητα του Νόμου, το πρωτόδικο Δικαστήριο εξετάζει το θέμα στις σελ. 8 και 9 της απόφασής του και για να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι πρόνοιες του Νόμου 139/91 (ο περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμος του 1991) δεν αντιβαίνουν τις πρόνοιες του Άρθρου 23 του Συντάγματος, παραπέμπει και στην απόφαση Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά.
(2003)1 Α.Α.Δ. 1275, 1282, όπου αποφασίστηκε ότι ο Νόμος δεν καταστρατηγεί το Άρθρο 23 του Συντάγματος και οι νομοθετικές του πρόνοιες δικαιολογούνται στη βάση του δικαίου της ανάγκης. Ούτε στοχεύουν σε μόνιμο περιορισμό ή στέρηση δικαιωμάτων των νομίμων ιδιοκτητών, αλλά συνιστούν προσωρινή διαχείριση της περιουσίας για όσο χρόνο διαρκεί η έκρυθμη κατάσταση (δέστε και Suleyman v. Δημοκρατίας, Υπόθεση Αρ. 99/2005 ημερομηνίας 21.5.2007). Η θέση αυτή του πρωτόδικου Δικαστή μας βρίσκει σύμφωνους και θεωρούμε πως οι προσωρινές αυτές πρόνοιες δικαιολογούνται από το δίκαιο της ανάγκης, λόγω της έκρυθμης κατάστασης και της εγκατάλειψης των περιουσιών από τους τουρκοκυπρίους, που μετέβησαν και εγκαταστάθηκαν στα κατεχόμενα ως εκ τούτου η θέσπιση του Νόμου εδικαιολογείτο." Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση λήφθηκε με βάση το Νόμο, ο οποίος, με βάση την πιο πάνω νομολογία, κρίθηκε ότι δικαιολογείτο με βάση το δίκαιο της ανάγκης. ............................................ Με τους έκτο και έβδομο λόγους έφεσης η εφεσείουσα εισηγήθηκε ότι, το πρωτόδικο δικαστήριο, εσφαλμένα κατέληξε ότι ορθώς η, επίδικη, ιδιοκτησία, περιήλθε υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα. Σύμφωνα με την εφεσείουσα λανθασμένα ερμηνεύτηκαν οι όροι "Τουρκοκύπριος" και "Τουρκοκυπριακή περιουσία". Όπως προβλήθηκε, η επίδικη περιουσία δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως «εγκαταλελειφθήσα» και συνεπώς δεν θα μπορούσε να περιέλθει στη διαχείριση του Κηδεμόνα. Περαιτέρω τονίστηκε ότι, κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, η περιουσία δεν ανήκε σε «Τουρκοκύπριο» και δεν συνιστούσε «Τουρκοκυπριακή περιουσία» εντός της εννοίας του Νόμου, καθότι η γιαγιά της εφεσείουσας, η οποία ήταν η ιδιοκτήτρια της επίδικης περιουσίας, είχε αποβιώσει πριν την έναρξη εφαρμογής του Νόμου και κατ' επέκταση δεν θα μπορεί να θεωρηθεί ως εγκαταλελειφθήσα περιουσία. Στο προοίμιο του Νόμου αναφέρεται, ως σκοπός θέσπισης του, η προστασία των εγκαταλειφθησών περιουσιών από τους Τουρκοκυπρίους. Και κατ' επέκταση για την προστασία τους τέθηκαν υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα. Σύμφωνα με τους ορισμούς στο άρθρο 2 του Νόμου "Τουρκοκύπριος" σημαίνει: "Τουρκοκύπριο που δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει εταιρεία ή άλλο νομικό πρόσωπο που ελέγχεται από Τουρκοκύπριο, καθώς και το Εβκάφ". «Τουρκοκυπριακή περιουσία» περιλαμβάνει κάθε ιδιοκτησία κινητή ή ακίνητη που ανήκει σε Τουρκοκύπριο και βρίσκεται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και περιλαμβάνει και τη βακούφικη περιουσία.″ Ο χρόνος που λαμβάνεται υπόψη για να διαπιστωθεί εάν κάποιος είχε τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες, από τη Δημοκρατία, περιοχές, είναι ο χρόνος κατά τον οποίο τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος. (Basma ν. Δημοκρατίας
(2013)3 Α.Α.Δ. 619). Είναι αναντίλεκτο ότι η γιαγιά της εφεσείουσας διέμενε, μονίμως, μέχρι το θάνατο της στις κατεχόμενες, από τους Τούρκους, περιοχές. Στην υπόθεση Rayize
(2008)1 Α.Α.Δ. 987 αποφασίστηκε, ότι με δεδομένο ότι ο τόπος διαμονής του αποβιώσαντος ήταν, κατά το χρόνο του θανάτου του, οι κατεχόμενες περιοχές, η περιουσία ενέπιπτε στον ορισμό Τουρκοκυπριακές περιουσίες. Το επιχείρημα που προβλήθηκε από την εφεσείουσα ήταν ότι η παρούσα υπόθεση, με βάση τα γεγονότα της, διαφοροποιείται από το σκεπτικό της Rayize, καθότι, στην εν λόγω απόφαση δεν αναφερόταν ο χρόνος θανάτου του αποβιώσαντος, και επίσης η τότε αιτήτρια, διέμενε στις κατεχόμενες περιοχές, κατ' αντίθεση προς την εφεσείουσα. Η εισήγηση περί διαφοροποίησης της υπόθεσης Rayize, δεν μας βρίσκει σύμφωνους. Όπως σημειώσαμε, η γιαγιά της εφεσείουσας διέμενε, μέχρι το θάνατο της, στις κατεχόμενες περιοχές. Κατά την ημερομηνία θέσπισης του Νόμου εξακολουθούσε να είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της επίδικης περιουσίας και ορθώς η περιουσία αυτή είχε επέλθει υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα, με βάση τις πρόνοιες του Νόμου για σκοπούς προστασίας της. Πρωτοδίκως το πιο πάνω θέμα έτυχε εκτενούς ανάλυσης, με το δε, πιο κάτω, σκεπτικό του πρωτόδικου δικαστηρίου συμφωνούμε. Κρίνουμε σκόπιμο όπως παραθέσουμε το σχετικό απόσπασμα: "Κατά την άποψή μου, το γεγονός ότι κατά το 1991, που τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος, η Τουρκοκύπρια ιδιοκτήτρια της περιουσίας είχε αποβιώσει από ετών, αυτό δεν σημαίνει ότι καμιά συνήθη διαμονή δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι είχε, για σκοπούς εφαρμογής του Νόμου. Η αποβιώσασα διέμενε μόνιμα στις κατεχόμενες περιοχές μέχρι την ημερομηνία θανάτου της και παρέμεινε ως εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της περιουσίας κατά το 1991 και μετέπειτα. Ο σκοπός για τον οποίο θεσπίστηκε ο Νόμος ήταν να προστατεύσει τις περιουσίες οι οποίες εγκαταλείφθηκαν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και να αποτρέψει την τυχόν καταστροφή, πρόκληση ζημιάς ή αλόγιστη εκμετάλλευσή τους από τρίτα πρόσωπα. Εάν η ιδιοκτήτρια αυτή βρισκόταν εν ζωή κατά το 1991, αναμφίβολα η επίδικη περιουσία θα περιέρχετο στον Κηδεμόνα για προστασία και διαχείριση. Το γεγονός του θανάτου της, όχι μόνο δεν είναι στοιχείο που έθετε την περιουσία εκτός του ελέγχου από τον Κηδεμόνα, αλλ΄ αντίθετα θα έλεγα, ισχυροποιούσε την ανάγκη για προστασία και διαχείριση της εγκαταλειφθείσας αυτής περιουσίας, αφού το μόνο πρόσωπο που θα μπορούσε να την ελέγξει είχε αποβιώσει. Ούτε και μπορεί πιστεύω να λεχθεί ότι από την ημερομηνία θανάτου της αποβιώσασας και μετέπειτα, "ιδιοκτήτες" της περιουσίας θα μπορούσε για σκοπούς του Νόμου να θεωρηθούν οι κληρονόμοι ή δικαιούχοι σε εγγραφή της περιουσίας της αποβιώσασας. Κατά το 1991, που τέθηκε σε ισχύ ο Νόμος και είναι ο ουσιώδης χρόνος, κανένας δεν γνώριζε, ούτε είχε διακριβωθεί ποιοι θα ήταν οι κληρονόμοι της αποβιώσασας, ή έστω ο διαχειριστής της περιουσίας της. Όπως διαπιστώνεται από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, αίτηση για χορήγηση εγγράφων διαχείρισης της περιουσίας της αποβιώσασας έγινε κατά το 2006 αφού, όπως αναφέρεται στη συνημμένη στην Ένσταση Δήλωση Διαχειριστή, το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου με το οποίο η αιτήτρια είχε διοριστεί διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας μετά συνημμένης διαθήκης, είχε εκδοθεί στην Αίτηση αρ. 274/2006, κατά την 11.9.2006. Θα ήταν επομένως αδιανόητο είτε να θεωρηθεί η αιτήτρια ως ιδιοκτήτρια ή δικαιούχος αναδρομικά από τον ουσιώδη χρόνο, δηλαδή το 1991, είτε να εκληφθεί ότι επειδή κατά το 2006 κατέστη ή αναγνωρίστηκε ως δικαιούχος, να μη θεωρείται πλέον η περιουσία της αποβιώσασας ως εγκαταλειφθείσα και περιελθούσα ή παραμένουσα υπό τη διαχείριση του Κηδεμόνα." Υπήρξε, προβλήθηκε από την εφεσείουσα με τον όγδοο λόγο έφεσης, παραβίαση, εκ μέρους των εφεσιβλήτων, των Γενικών Αρχών, του Διοικητικού Δικαίου. Ο λόγος έφεσης έχει πολλά σκέλη. Το πρώτο σκέλος αφορά την εισήγηση ότι ο Κηδεμόνας δεν είχε εξουσία να διαχειριστεί την επίδικη περιουσία. Για το θέμα αυτό έχουμε ήδη αποφανθεί πιο πάνω, καταλήγοντας ότι ο Κηδεμόνας είχε εξουσία να διαχειρίζεται την επίδικη περιουσία και κατ' επέκταση δυνατότητα λήψης της προσβαλλόμενης απόφασης. Το δεύτερο σκέλος του λόγου αυτού αφορά την έλλειψη αιτιολογίας, επειδή, όπως προβλήθηκε, δεν προκύπτει το αίτιο για το οποίο ο Κηδεμόνας έλαβε την προσβαλλόμενη απόφαση. Δεν μας βρίσκει σύμφωνους η προσέγγιση αυτή. Ο Κηδεμόνας έθεσε τον εν λόγω όρο έχοντας υπόψη τις ιδιαιτερότητες της υπόθεσης, δεδομένης της ηλικίας της κατόχου της ιδιοκτησίας. (Σχετική επιστολή ημερομηνίας 12.5.2009). Αυτό ικανοποιεί την απαίτηση για ικανοποιητική αιτιολογία στη λήψη της προσβαλλόμενης απόφασης. Προβλήθηκε περαιτέρω από την εφεσείουσα ότι παραβιάστηκε η αρχή της ισότητας και το περί δικαίου αίσθημα, καθότι έτυχε, όπως ισχυρίστηκε, κατά δυσανάλογο τρόπο, άδικης μεταχείρισης. Επίσης ότι ο Κηδεμόνας ενήργησε κακόπιστα. Εισηγήθηκε ότι δεν λήφθηκαν υπόψη οι προσωπικές και οικονομικές της συνθήκες, παρά μόνο λήφθηκε υπόψη η στέγαση της εκτοπισμένης πρόσφυγα. Και επί του προκειμένου διαφωνούμε με την πιο πάνω εισήγηση. Όπως αναφέρεται στην επιστολή ημερ. 3 Μαΐου 2006, το σπίτι εντός, του τεμαχίου (της εφεσείουσας), είχε ανεγερθεί σύμφωνα με το τότε σχέδιο της αυτοστέγασης. Το γεγονός ότι επιτράπηκε στην πρόσφυγα να διαμείνει, εφ' όρου ζωής ή μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης, στο σπίτι στο οποίο διέμενε από το 1977, με κανένα τρόπο δεν καταδεικνύει ότι η εφεσείουσα είχε τύχει άδικης μεταχείρισης. Αντιθέτως, ο Κηδεμόνας σταθμίζοντας τα περιστατικά της υπόθεσης, τηρώντας την αρχή της αναλογικότητας, με βάση τα ενώπιον του στοιχεία, ευλόγως κατέληξε στην προσβαλλόμενη απόφαση του. Επίσης παρατηρούμε από τα στοιχεία του φακέλου, ότι, μέχρι τη μεταβίβαση των τεμαχίων στην εφεσείουσα, της παραχωρείτο μέρος του ενοικίου που καταβαλλόταν, καθώς και ότι παράλληλα της είχαν προταθεί διαθέσιμες τουρκοκυπριακές οικίες για στέγαση, τις οποίες δεν αποδέχθηκε. Όπως ορθά αναφέρει το πρωτόδικο Δικαστήριο: "Ο Κηδεμόνας εξισορρόπησε ορθά τα δικαιώματα και τις ανάγκες τόσο της δικαιούχου σε εγγραφή της κατοικίας, όσο και της εκτοπισθείσας ενοίκου, εγκρίνοντας αφενός την εγγραφή και μεταβίβαση της κατοικίας στην πρώτη και συνάμα διασφαλίζοντας ότι η εκτοπισθείσα υπερήλικας δεν θα αναγκαζόταν να εκκενώσει την κατοικία στην οποία διέμενε από το 1977, αλλά θα παρέμενε εκεί για όσα χρόνια της απέμειναν ή μέχρι τη λήξη ισχύος του Νόμου." .............................................». Η ακίνητη περιουσία (εν άλλοις λόγοις η εδώ επίδικη περιουσία του ενάγοντα), αποτελεί Τουρκοκυπριακή περιουσία κατά τα οριζόμενα στο άρθρο 2 του νομοθετήματος, ο δε ενάγων, ως εκ του γεγονότος ότι είναι Τουρκοκύπριος ο οποίος δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές, κατατάσσεται ορολογικώς ως Τουρκοκύπριος δυνάμει του αντίστοιχου προσδιορισμού στο ίδιο άρθρο (βλ. κατ' αναλογίαν, Επί τοις Αφορώσι τον Semil Cufi Suleyman
(2008)1(Β) AAΔ.987, 991-993). Στην Korkut v Γεωργίου
(2008)1(Β) AAΔ 905, 913-919, το Ανώτατο Δικαστήριο υπογράμμισε και τα πιο κάτω σχετικά: « .............................................. Το βασικό ερώτημα που θα πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο ο Νόμος 139/91 περιορίζει, καθ΄ οιονδήποτε τρόπο, το δικαίωμα του Τουρκοκύπριου ιδιοκτήτη να πωλεί και να μεταβιβάζει την ακίνητή του περιουσία. Θα πρέπει κατ' αρχάς να εξετάσουμε τις αρμοδιότητες και εξουσίες που διαθέτει ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Σύμφωνα με το Άρθρο 5 κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του χορηγούνται με το Νόμο, ο Κηδεμόνας έχει όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που είχε ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης τους. Το Άρθρο 6 εξειδικεύει κάποιες από αυτές τις αρμοδιότητες χωρίς, όπως τονίζεται, να επηρεάζεται η γενικότητα του Άρθρου
- Έτσι ο Κηδεμόνας διαχειρίζεται κάθε τουρκοκυπριακή περιουσία και για το σκοπό αυτό εισπράττει κάθε ποσό που οφείλεται, συλλέγει κάθε προϊόν της περιουσίας, φροντίζει για τις αναγκαίες επιδιορθώσεις, βελτιώσεις, αναπτύξεις και μετατροπές της περιουσίας που θα ήταν επωφελείς για τον ιδιοκτήτη, προβαίνει σε διευθετήσεις, συνάπτει, τερματίζει, ακυρώνει συμβάσεις ή αναλαμβάνει υποχρεώσεις ή επιβαρύνσεις σε σχέση με την περιουσία, όπως είναι για παράδειγμα η εκμίσθωσή της. Ακόμα, εγείρει ή υπερασπίζεται οποιανδήποτε αγωγή ή παραπομπή ή λαμβάνει μέρος σε οποιανδήποτε διαδικασία που αφορά τουρκοκυπριακή περιουσία ή προβαίνει σε συμβιβασμό σε αγωγή ή παραπομπή η οποία θα ήταν επωφελής για την περιουσία του ιδιοκτήτη. Αντιπροσωπεύει και δεσμεύει τον ιδιοκτήτη της περιουσίας ενώπιον οποιασδήποτε δικαστικής, διοικητικής ή άλλης αρχής στη Δημοκρατία και ασκεί όλα τα δικαιώματα και εκτελεί όλες τις υποχρεώσεις που απορρέουν από οποιανδήποτε νόμιμη σύμβαση στην οποία Τουρκοκύπριος είναι συμβαλλόμενο μέρος αντί αυτού. Γενικά παίρνει τέτοια μέτρα ή προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια η οποία θα ήταν αναγκαία ή σκόπιμη για την άσκηση των αρμοδιοτήτων που του χορηγούνται με το Άρθρο
- Τονίζεται ότι σύμφωνα με την πρώτη επιφύλαξη του Άρθρου 6 ο Κηδεμόνας δεν μπορεί να προβαίνει σε ενέργειες οι οποίες θα έχουν ως αποτέλεσμα μετά τη λήξη της ισχύος του Νόμου, ιδιοκτήτης να είναι άλλος από τον ιδιοκτήτη κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Νόμου, εκτός σε εξαιρετικές περιπτώσεις κατά τις οποίες αυτό θα ήταν επωφελές για τον ιδιοκτήτη ή αναγκαίο για το δημόσιο συμφέρον. Επίσης, ενέργειες του Κηδεμόνα δεν μπορούν να έχουν ως αποτέλεσμα, μετά τη λήξη της ισχύος του Νόμου, το δικαίωμα του ιδιοκτήτη αναφορικά με την περιουσία να έχει με οποιονδήποτε τρόπο περιοριστεί ή δεσμευτεί περισσότερο από ό,τι θα ήταν απόλυτα αναγκαίο ή επωφελές για την περιουσία ή τον ιδιοκτήτη ή αναγκαίο για το δημόσιο συμφέρον. Ένα σημαντικό, κατά τη γνώμη μας, άρθρο, για να γίνει αντιληπτή η φύση των αρμοδιοτήτων του Κηδεμόνα, αλλά και ο σκοπός του Νόμου, είναι το Άρθρο 7 σύμφωνα με το οποίο ο Κηδεμόνας κατά τη διαχείριση των τουρκοκυπριακών περιουσιών και την άσκηση των αρμοδιοτήτων του, μεριμνά για την εξυπηρέτηση των αναγκών των προσφύγων, παράλληλα με την εξυπηρέτηση των συμφερόντων των ιδιοκτητών. Μόνο τουρκοκυπριακές περιουσίες που δεν είναι αναγκαίες ή είναι πέραν των αναγκών ή κρίνονται ακατάλληλες για τις στεγαστικές ή επαγγελματικές ή γεωργικές ανάγκες ή ανάγκες δραστηριοποίησης των προσφύγων, μπορούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις να ενοικιάζονται σε εκτοπισμένους δήμους ή κοινότητες ή σε κατοίκους ακριτικών κοινοτήτων που δεν είναι πρόσφυγες, αλλά των οποίων σημαντικό μέρος της γεωργικής τους γης έχει καταληφθεί ή είναι απροσπέλαστη λόγω της τουρκικής εισβολής ή σε πρόσωπα που έχουν τον ένα γονιό πρόσφυγα. Περιουσία Τουρκοκύπριου που κείται στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές και ο ιδιοκτήτης της οποίας δεν είχε τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές κατά την 1.7.1991, θεωρείται ως εγκαταλελειμμένη σύμφωνα με το Νόμο. Και θεωρείται έτσι μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης η οποία θα αποφασιστεί σύμφωνα με το Άρθρο 2, από το Υπουργικό Συμβούλιο. .............................................. Οι διατάξεις του Άρθρου 6 δεν αφήνουν περιθώρια παρερμηνείας. Ο Τουρκοκύπριος ιδιοκτήτης δεν αποστερείται της περιουσίας του της οποίας εξακολουθεί να είναι κύριος. Η διαχείριση όμως της περιουσίας αυτής ανατίθεται κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης στον Κηδεμόνα. Το δικαίωμα κατοχής, διαχείρισης και ελέγχου της περιουσίας υπόκειται σε απόλυτα αναγκαίους περιορισμούς που συνάδουν με το Άρθρο 23.3 του Συντάγματος (Suleyman ν. Δημοκρατίας, Υπόθ. Αρ. 99/2005, ημερ. 21.5.2007). Η έκρυθμη κατάσταση δεν έχει βέβαια φτάσει στη λήξη της ενώ, παρά την κάποια χαλάρωση στην προηγούμενη απόλυτη απαγόρευση στη διακίνηση μεταξύ των κατεχομένων και των ελεγχομένων από τη Δημοκρατία περιοχών, τίποτε δεν έχει αλλάξει. Όπως και προηγουμένως, μεγάλο μέρος του εδάφους της Κυπριακής Δημοκρατίας εξακολουθεί να τελεί υπό κατοχή και η έκρυθμη κατάσταση συνεχίζεται (βλέπε Suleyman ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Από την άλλη, το γεγονός ότι η εφεσείουσα διέμενε κατά τον ουσιώδη χρόνο στην Αυστραλία, δεν μεταβάλλει τα πράγματα, αφού, όπως είδαμε και προηγουμένως, τουρκοκυπριακή περιουσία θεωρείται κάθε περιουσία της οποίας ο ιδιοκτήτης δεν βρισκόταν στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές κατά το χρόνο ισχύος του Νόμου, δηλαδή την 1.7.
- Σημαντική είναι επίσης και η τροποποίηση του Άρθρου 6(η) η οποία έγινε με τον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) (Τροποποιητικό) Νόμο του 1998, Ν.33(Ι)/98, σύμφωνα με την οποία δεν θεωρείται επωφελές για τον ιδιοκτήτη ή την περιουσία του ή αναγκαίο για το δημόσιο συμφέρον η με οποιονδήποτε τρόπο αποξένωση τουρκοκυπριακής περιουσίας προς το σκοπό έκδοσης τίτλου ιδιοκτησίας υπέρ οποιουδήποτε προσώπου σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Εγγραφή, Διακατοχή και Εκτίμησις) Νόμου ή του περί Αναγκαστικής Απαλλοτριώσεως Νόμου. Θα πρέπει βέβαια να επισημανθεί ότι η πιο πάνω τροποποίηση καταργήθηκε με τον περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) (Τροποποιητικό) Νόμο του 2006, Ν.56(Ι)/
- Συνοψίζοντας, μπορούμε να πούμε ότι μετά τη θέσπιση του Νόμου 139/91 κάθε ακίνητη περιουσία Τουρκοκύπριου, ο οποίος τον Ιούλιο του 1991 δεν κατοικούσε στις ελεγχόμενες από τη Δημοκρατία περιοχές, περιήλθε υπό την κατοχή και διαχείριση του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών και καμιά δικαιοπραξία δεν μπορεί νόμιμα να συναφθεί αναφορικά με αυτή, εκτός από τον ίδιο τον Κηδεμόνα. Η κυριότητα της ακίνητης περιουσίας παραμένει βέβαια στους ιδιοκτήτες της, οι οποίοι περιορίζονται προσωρινά, κατά τη διάρκεια της έκρυθμης κατάστασης, από του να μπορούν να την αποξενώσουν, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Δεν αποκλείεται βέβαια, κάτω από προϋποθέσεις, είτε η μεταβίβαση και εγγραφή της περιουσίας επ' ονόματι των τέκνων των ιδιοκτητών, είτε η, μετά το θάνατο του νόμιμου ιδιοκτήτη, μεταβίβαση του τίτλου στους νόμιμους κληρονόμους. Η οποιαδήποτε δικαιοπραξία που αφορά την κυριότητα τουρκοκυπριακής περιουσίας μπορεί να γίνει μόνο ύστερα από σχετική άδεια και πάντοτε μέσω του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών. Ωσαύτως, κάθε δικαστική διαδικασία, όπως η παρούσα, θα πρέπει να εγείρεται όχι εναντίον του ιδιοκτήτη Τουρκοκύπριου, αλλά εναντίον του Κηδεμόνα, ο οποίος σύμφωνα με το Άρθρο 6(β) εγείρει ή υπερασπίζεται οποιαδήποτε αγωγή ή λαμβάνει μέρος σε οποιαδήποτε διαδικασία που αφορά τουρκοκυπριακή περιουσία. ............................................. Η ανάληψη της φυσικής κατοχής από τον Κηδεμόνα δεν αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των αρμοδιοτήτων του βάσει του Άρθρου
- Αντίθετη ερμηνεία θα οδηγούσε σε παράλογα αποτελέσματα. Όπως τονίστηκε στην υπόθεση Υπουργός Εσωτερικών ν. Μυλωνά
(2002)1 Α.Α.Δ. 120, θα ήταν παράλογο να αποδεικνύει ο Κηδεμόνας σε κάθε περίπτωση αγωγής με αντικείμενο τουρκοκυπριακή περιουσία ότι ανέλαβε προηγουμένως τη φυσική κατοχή της συγκεκριμένης περιουσίας. .............................................. Το γεγονός ότι η έκρυθμη κατάσταση συνεχίζει να διαρκεί για τόσα πολλά χρόνια δεν μεταβάλλει το χαρακτήρα της ρύθμισης του Κηδεμόνα ως προσωρινού μέτρου, αφού ισχύει όσο καιρό υπάρχει η κατοχή και η εξ αυτής προκύπτουσα έκρυθμη κατάσταση. Ο Ν.139/91δεν έχει σκοπό να θεσπίσει μόνιμους περιορισμούς ή να επιβάλει στέρηση των δικαιωμάτων των νόμιμων ιδιοκτητών (Suleyman ν. Δημοκρατίας, ανωτέρω). Τα μέτρα που λήφθηκαν ήταν απολύτως αναγκαία και ανάλογα με την κατάσταση που έπρεπε να αντιμετωπιστεί (Α. Χρ. Σολομωνίδης Λτδ κ.ά. ν. Γενικού Εισαγγελέα κ.ά., ανωτέρω). .............................................». Στη βάση αυτή και ως εκ του αλληλένδετου της επιχειρηματολογίας για αντισυνταγματικότητα του άρθρου 6 του νομοθετήματος, καταλήγω πως ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει τη θέση του αυτή, μ' όλο που στη λεπτομέρεια της η προωθηθείσα επιχειρηματολογία διαφέρει κατά τι από εκείνη των γεγονότων που συναποτέλεσαν σημείο εντρύφησης στην προηγούμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αφού στην ουσία τους οι λεπτομέρειες στην παρούσα υπόθεση (ως τις βλέπει ο ενάγων), δεν ανατρέπουν την πεμπτουσία των ζητημάτων συνταγματικής αρχής και τάξης που προώθησε. Μάλιστα, θα μπορούσε να αποτυπώσει κανείς, με την απαραίτητη προς τούτο λεπτότητα, ότι κατά μια θεώρηση, τα συνταγματικά ζητήματα που ενεστώτως ηγέρθησαν, θα μπορούσαν να καταταχθούν και ως ήδη λελυμένα από προηγούμενη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, ως τούτη απογράφηκε αναλυτικώς πιο πάνω (βλ. κατ' αναλογίαν και για παρόμοια σχόλια υπό διαφορετικό πρίσμα, Sigma Radio TV Ltd v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου
(2009)1(Β) ΑΑΔ 1601, 1607-1608). Τα περί αντισυνταγματικότητας των αναλυθεισών προνοιών του νομοθετήματος απορρίπτονται. Ως τελική θέση - για την αξιοπιστία της δοθείσας μαρτυρίας - δέχομαι τη μαρτυρία των εναγομένων και απορρίπτω τη μαρτυρία του ενάγοντα, στην έκταση που προαναφέρθηκε.Ως τελική θέση - για την αξιοπιστία της δοθείσας μαρτυρίας - δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων και απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή του εναγομένου, στην έκταση που προαναφέρθηκε. Προτού προχωρήσω με τα πρόσθετα (τελικά) ευρήματα, χρειάζεται να γίνουν δύο επισημάνσεις. Η πρώτη επισήμανση, αφορά στο ότι η απόρριψη της μαρτυρίας και εκδοχής που παρουσιάστηκε εκ πλευράς ενάγοντα δεν συνιστά στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό της μαρτυρίας και εκδοχής των εναγομένων (βλ. κατ' αναλογίαν, Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, 268-269). Η δεύτερη επισήμανση, σχετίζεται με την αποδεικτική βαρύτητα της απόρρητης έκθεσης της ΚΥΠ (βλ. Τεκμήριο 9). Έχοντας στο μυαλό τις πρόνοιες του άρθρου 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, καθώς και το σύνολο της μαρτυρίας και των λόγων που δόθηκαν σε σχέση προς τη μη παρουσίαση ως μάρτυρα στη δίκη τού συντάκτη ή και του υπεύθυνου ετοιμασίας της εν λόγω έκθεσης (βλ. Τεκμήριο 9), σε συνδυασμό και με την παραδοχή του XXXXX Σεϊτάνη (ΜΥ2) - ο οποίος κατέθεσε για το συζητούμενο τεκμήριο - πως δεν είχε προσωπική γνώση του περιεχομένου του εν λόγω τεκμηρίου λόγω και του γεγονότος πως δεν προέβη ο ίδιος σε έρευνα για όσα διαλαμβάνονται εκεί, η αποδεικτική βαρύτητα που μπορεί λελογισμένως και αντικειμενικώς να δοθεί στο τεκμήριο είναι μηδενική. Άλλη προσέγγιση θα παραβίαζε το αναφαίρετο δικαίωμα του ενάγοντα για δίκαιη δίκη στερώντας από αυτόν το συνταγματικό δικαίωμα αντεξέτασης τού συντάκτη ή και του υπευθύνου για την ετοιμασία τής απόρρητης έκθεσης (βλ. Τεκμήριο 9) και αυτό ενώ ο ενάγων φαίνεται πως για άγνωστο λόγο, εγκατέλειψε αίτημα που είχε υποβάλει με βάση το άρθρο 26 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, για κλήση του συντάκτη της απόρρητης έκθεσης (βλ. Τεκμήριο 9) για σκοπούς αντεξέτασης μετά την παράθεση της εξ ακοής αυτής μαρτυρίας. Παρεμβάλλω - με τη δική του σημασία αυτό - ότι η απόρρητη έκθεση (βλ. Τεκμήριο 9), κατατέθηκε ως μαρτυρία στη δίκη την 21.6.16 (κεκλεισμένων των θυρών) και πως το περιεχόμενο της (και όχι αυτούσιο το έγγραφο ευνοήτως), δεν αποτέλεσε σημείο αναφοράς κατά την αντεξέταση του XXXXX XXXXX Σαλίχ (ΜΕ1) μετά την επανάκληση του. Το ότι εκφάνσεις των αντεξεταστικών ερωτήσεων που υποβλήθηκαν στον μάρτυρα ενδεχομένως να εκπορεύθηκαν από πληροφόρηση που ενυπήρχε στην απόρρητη έκθεση (βλ. Τεκμήριο 9), διόλου δεν ακυρώνει τις ανησυχίες επί θεμάτων συνταγματικής αρχής που απογράφηκαν για τα υπόλοιπα που παρατίθενται στο τεκμήριο αφού ο μάρτυς (και ο συνήγορος του), δεν είχαν τη δυνατότητα προηγούμενης μελέτης ώστε να χειριστούν τα πράγματα αναλόγως. Παραγνωρίζω το καθετί που περιέχεται στην απόρρητη έκθεση της ΚΥΠ (βλ. Τεκμήριο 9) και σε αυτά, εννοείται, συμπεριλαμβάνονται και ποικίλες αναφορές σε φερόμενα γεγονότα που αφορούν, υποτίθεται, στον χαρακτήρα και γενικότερο βίο του XXXXX XXXXX Σαλίχ (ΜΕ1). Περνώ στα (συμπληρωματικά) τελικά ευρήματα και συμπεράσματα, με κάποιες επαναλήψεις να είναι αναπόφευκτες λόγω και της αλληλουχίας των γεγονότων αλλά και της αναγκαιότητας για αρραγή συνοχή και ειρμό στα καταγραφόμενα. Ως αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μου ταξινομούνται και τα όσα έχουν ήδη αναφερθεί πιο πάνω ως περιγραφή και ανάλυση (υπό τις στοχεύσεις που κατά περίπτωσιν συζητούνταν), δίχως κατ' ανάγκην τούτα να προσδιορίζονται ορολογικώς ως ευρήματα ή και ως συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζερβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2357, 2373, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Μαλιώτη (Αρ 2)
(1998)2 ΑΑΔ 167, 176). Ο ενάγων ήταν λοιπόν κατά τους ουσιώδεις χρόνους Κύπριος, Τουρκοκυπριακής καταγωγής, ο οποίος μετά το 1974 δεν είχε και δεν έχει τη συνήθη διαμονή του στις ελεγχόμενες από την Κυπριακή Δημοκρατία περιοχές. Ο ενάγων ήταν ο νόμιμος εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης της ακίνητης περιουσίας. Μετά την τουρκική εισβολή η εναγομένη 1 (Κυπριακή Δημοκρατία), με δεδομένη την ανάγκη στέγασης των προσφύγων, ανήγειρε επί της ακίνητης περιουσίας κατά τα έτη 1980-1983, χωρίς την άδεια, συγκατάθεση και γνώση του ενάγοντα τον κυβερνητικό οικισμό χωρίς μέχρι τούδε να καταβληθεί σε αυτόν, ή να του δοθεί προς τούτο, νόμιμο αντάλλαγμα, τέλος χρήσης, αντιπαροχή ή και αποζημίωση. Ο κυβερνητικός οικισμός συγκροτείται από 66 οικιστικές μονάδες από τις οποίες οι εννέα
(9)οικιστικές μονάδες επηρεάζονται από άλλο τεμάχιο. Αναπτύχθηκε εκεί οδικό δίκτυο, χώροι στάθμευσης και πρασίνου ως και υποσταθμός της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου. Η επιλογή της ακίνητης περιουσίας ως χώρου για τη δημιουργία του κυβερνητικού οικισμού έγινε με κατά νουν τις τεθείσες προϋποθέσεις (πρόσβαση σε χώρους εργασίας εντός πόλης, εξυπηρέτηση από υφιστάμενο οδικό δίκτυο, ομαλή μορφολογία εδάφους, στέρεο υπέδαφος, υφιστάμενες υπηρεσίες κοινής ωφελείας και άλλα τέτοια). Ο Κηδεμόνας Τουρκοκυπριακών Περιουσιών έθεσε την ακίνητη περιουσία υπό την κηδεμονία του εφόσον τούτη πληρούσε όλα τα προαπαιτούμενα, με τα έργα που συντελέστηκαν εκεί να στοχεύουν στην εξυπηρέτηση των στεγαστικών αναγκών των προσφύγων, προσωρινώς, μέχρι τη λήξη της έκρυθμης κατάστασης (που ακόμη συνεχίζεται) και η οποία δημιουργήθηκε ως εκ της τουρκικής εισβολής. Η ακίνητη περιουσία αφορούσε σε χωράφια με ομαλή επίπεδη επιφάνεια και από το 1980 μέχρι και την ημερομηνία που συντελέστηκε η ανέγερση του κυβερνητικού οικισμού ήταν περίκλειστη. Σήμερα η ευρύτερη περιοχή στην οποία βρίσκεται η ακίνητη περιουσία είναι αμιγώς οικιστική με καινούργιες και παλαιές κατοικίες, διαθέτουσα αρκετά καλή προσβασιμότητα προς το κέντρο της πόλης και προς άλλες περιοχές της μείζονος Λευκωσίας. Πριν από την 1.12.90, η ακίνητη περιουσία δεν ενέπιπτε σε πολεοδομική ζώνη. Η βέλτιστη χρήση της ήταν γεωργική. Από την 1.12.90 - ημερομηνία εφαρμογής του Περί Πολεοδομίας και Χωροταξίας (Τροποποιητικού) Νόμου 7/90 - η ακίνητη περιουσία εμπίπτει στην Πολεοδομική Ζώνη Οικιστικής Ζώνης Κα5 του Τοπικού Σχεδίου Λευκωσίας. Επομένως, ως εκ τούτων των χειρισμών, η ακίνητη περιουσία δεν έχασε σε αξία, αλλά απεναντίας ευεργετήθηκε από την υφιστάμενη ανάπτυξη. Ο ενάγων ουδέποτε απώλεσε τα δικαιώματα του επί της ακίνητης περιουσίας. Την 26.4.91 η εναγομένη 1, διά της Βουλής των Αντιπροσώπων, ψήφισε το νομοθέτημα (το οποίο έτυχε και τροποποιήσεων), διά του οποίου η ακίνητη περιουσία (μαζί με άλλες) περιήλθε υπό τη διαχείριση του εναγομένου 2. Μετά το 2004 και τη διάνοιξη ορισμένων εκ των οδοφραγμάτων, ο ενάγων είχε και εξακολουθεί να έχει ελεύθερη πρόσβαση στις περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας. Για τις θέσεις και απαιτήσεις του, ο ενάγων απέστειλε προς τους εναγομένους επιστολή ημερομηνίας 17.6.10 (βλ. Τεκμήριο 1) και επιστολή (προς τον εναγόμενο 2) ημερομηνίας 11.5.10 (βλ. Τεκμήριο 8). Απαύγασμα των θέσεων του ενάγοντα σε αυτές τις επιστολές ήταν η απαίτηση του για ποσό €1.603.921 (για την περίοδο 1974-2010), ως αποζημίωση ή και τέλη χρήσης της ακίνητης περιουσίας (για τους λόγους που ανέπτυξε και στην προφορική του μαρτυρία). Η απαίτηση αυτή - στη βάση των όσων επεξηγήθηκαν στο σκεπτικό μου, ακόμη και με βάση το άρθρο 3 του νομοθετήματος ως τούτο τροποποιήθηκε στις 7.5.10 διά του Περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) (Τροποποιητικού) Νόμου 39(Ι)/10 (που τέθηκε σε ισχύ πριν από την αποστολή των ως άνω αναφερόμενων επιστολών του ενάγοντα/Τεκμήρια 1 και 8 - δεν μπορεί να επιτύχει και χρήζει απόρριψης. Ο ενάγων απέτυχε να αποδείξει την αξίωση του εναντίον των εναγομένων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον του ενάγοντα ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ........... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο