← Κύπρος

POWERTOOLS ELECTRO CENTRE SRL ν. STANLEY BLACK & DECKER (ΕΛΛΑΣ) Ε.Π.Ε., Αρ. Αγωγής: 6464/08, 22/11/2019

POWERTOOLS ELECTRO CENTRE SRL ν. STANLEY BLACK & DECKER (ΕΛΛΑΣ) Ε.Π.Ε., Αρ. Αγωγής: 6464/08, 22/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A537 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 6464/08 Ως Τροποποιήθηκε Δυνάμει Διαταγμάτων Δικαστηρίου Ημερομηνίας 6.4.2017 και 28.2.2019 ΜΕΤΑΞΥ: POWERTOOLS ELECTRO CENTRE SRL Εναγόντων -και- STANLEY BLACK & DECKER (ΕΛΛΑΣ) Ε.Π.Ε. Εναγομένων --------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Νοεμβρίου,

  1. ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Οι κ.κ. Π. Αγγελίδης, για Π. Αγγελίδης & Σία ΔΕΠΕ (ΔΘ120) και Χρ. Κληρίδης, για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες ΔΕΠΕ (ΔΘ10). Για τους Εναγομένους: Ο κ. Σ. Γιορδαμλής, για Ιωαννίδης, Δημητρίου ΔΕΠΕ (ΔΘ211). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες αξιώνουν από τους εναγομένους γενικές αποζημιώσεις και ποσό €8.514.552 «. ως απωλεσθέν και/ή διαφυγόν κέρδος δυνάμει παραβίασης συμφωνίας ημερ.30/10/06 και/ή απάτης και/ή δόλου και/ή κωλύματος λόγω υποσχέσεων». Πιο συγκεκριμένα, συνθέτει συνοπτικώς εκδοχή των εναγόντων, ότι μεταξύ αυτών και των εναγομένων είχε συναφθεί το 1995 συμφωνία για την αποκλειστική αντιπροσώπευση και διανομή προϊόντων των εναγομένων στην Ρουμανία, με τη σύμβαση να επεκτείνεται μετέπειτα και να καλύπτει την επικράτεια της Βουλγαρίας και της Μολδαβίας. Στο πλαίσιο της συνεργασίας, περί τον Δεκέμβριο 2002 και με πρόταση των εναγομένων, οι ενάγοντες αποδέχτηκαν να αποπληρώσουν χρέος τους ύψους €860.000,00 εντός τριών ετών και το οποίο είχε δημιουργηθεί λόγω και της νομισματικής αστάθειας που επικρατούσε κατά τους χρόνους εκείνους στις πιο πάνω χώρες. Οι ενάγοντες πρότειναν αποδοχή της πρότασης υπό τον όρο ότι η ανανέωση της συνεργασίας θα γινόταν για δυο τριετίες μετά την ολοκλήρωση τής αποπληρωμής του χρέους η οποία θα επισυνέβαινε περί τα τέλη
  2. Τα μέρη υπέγραψαν γραπτή συμφωνία η οποία ύστερα από τροποποιήσεις αποφασίστηκε μεταξύ των συμβαλλομένων πως θα ίσχυε μέχρι την 31.12.
  3. Οι εναγόμενοι διαβεβαίωσαν τους ενάγοντες ότι η πρόταση αυτή ήταν αποδεκτή. Τον Οκτώβριο 2006, ένα έτος δηλαδή πριν από τη λήξη της γραπτής συμφωνίας και κατά τη διάρκεια διαβουλεύσεων που έγιναν στη Λευκωσία μεταξύ εναγόντων και εναγομένων, ανακοινώθηκε διαχωρισμός των προϊόντων των εναγομένων σε καταναλωτικά προϊόντα (consumer products) υπό την ονομασία Black & Decker και σε επαγγελματικά προϊόντα (professional products) υπό την ονομασία Dewalt, τα οποία θα υπάγονταν σε δυο διαφορετικές εταιρείες για να απαιτείται προς τούτο ξεχωριστός αντιπρόσωπος/διανομέας για την κάθε κατηγορία προϊόντων. Στα τέλη Οκτωβρίου 2006 συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων πως οι ενάγοντες θα ήσαν πλέον οι διανομείς των προϊόντων Dewalt υπό τον όρο εξόφλησης από αυτούς ολόκληρου του ποσού που ήταν οφειλόμενο και πληρωτέο ώστε να υπογραφτεί η νέα συμφωνία. Οι όροι της συμφωνίας καταγράφηκαν την 30.10.06 σε σχετική επιστολή των εναγόντων και επικυρώθηκαν με απαντητική επιστολή των εναγομένων αυθημερόν. Έτσι, τα μέρη υπόγραψαν τη λύση της παλαιάς συμφωνίας κατόπιν διαβεβαιώσεων των εναγομένων ότι οι όροι που συμφωνήθηκαν στις 30.10.06 θα ίσχυαν μόλις εξοφλείτο το οφειλόμενο ποσό από τους ενάγοντες. Μετά την πληρωμή ποσού €532.309,24 (στις 19.7.07) και ποσού €26.938,76 (στις 26.7.07), οι ενάγοντες βρίσκονταν εντός του χρονικού πλαισίου και των συμφωνηθέντων και θα έπρεπε να είχαν υπογεγραμμένο το νέο τριετές συμβόλαιο για τα προϊόντα Dewalt. Οι εναγόμενοι αφού πρώτα εξασφάλισαν τον πρόωρο τερματισμό της υπάρχουσας συμφωνίας, δολίως ενημέρωσαν τους ενάγοντες στις 31.7.07 πως δεν θα γινόταν η ανανέωση του συμβολαίου. Ενώ οι ενάγοντες κέρδισαν τον διαγωνισμό της εταιρείας Romstal Imex SRL («Romstal Imex SRL») για την προμήθεια των προϊόντων Dewalt, οι εναγόμενοι έδωσαν εντολές προς τους ενάγοντες να μην προχωρήσουν στην υπογραφή της νέας συμφωνίας. Οι εναγόμενοι απέκρυψαν δολίως από τους ενάγοντες ότι σκόπευαν να αναθέσουν σε άλλον διανομέα τη διανομή των προϊόντων Black & Decker και Dewalt, διαβεβαιώνοντας εξίσου δολίως τους ενάγοντες πως επρόκειτο να τους αναθέσουν την αντιπροσωπεία και διανομή των προϊόντων Dewalt για να αναγκαστούν οι ενάγοντες να εξασφαλίσουν δάνειο ύψους €835.000,00 ώστε να αποσπάσουν από αυτούς τα ποσά που πληρώθηκαν την 19.7.07 και 26.7.07, απαγορεύοντας στους ενάγοντες να συνάψουν συμφωνία με την Romstal Imex SRL και επινοώντας με δόλο την ανύπαρκτη υποτίθεται απόφαση διαχωρισμού των δυο κατηγοριών προϊόντων κάτι που αποδείχθηκε και στην πράξη. Ως εκ του χειρισμού και συμπεριφοράς αυτής των εναγομένων, οι ενάγοντες ισχυρίζονται πως υπέστησαν απώλειες ή και απολεσθέντα και διαφυγόντα κέρδη για τα καταναλωτικά προϊόντα Black & Decker και Dewalt για τα έτη 2007 - 2011 και για τη συμφωνία με την Romstal Imex SRL. Οι εναγόμενοι, απορρίπτοντας τις θέσεις των εναγόντων, αντιτείνουν, αδρομερώς, ότι ουδεμία συμβατική σχέση υπήρχε μεταξύ τους πριν από τη σύναψη της συμφωνίας διανομής ημερομηνίας 24.2.03, με βάση την οποία είχε αρχίσει η συνεργασία των μερών για αγορά προϊόντων με τα εμπορικά σήματα Black & Decker και Dewalt, για διανομή στη Βουλγαρία και Ρουμανία. Ομοίως, καμία συμφωνία υπήρξε τον Δεκέμβριο 2002 ή σε άλλο χρόνο για τη δήθεν ανανέωση της συνεργασίας των μερών για δυο τριετίες, με τις επίδικες συναντήσεις στην Λευκωσία να γίνονται μετά από αίτημα των εναγόντων εξαιτίας δυσχερειών που αντιμετώπιζαν στο να ανταπεξέλθουν στις υποχρεώσεις τους, εξού και ο τερματισμός της αφορώσας συνεργασίας μεταξύ των συμβαλλομένων για τα προϊόντα Black & Decker. Αναφέρθηκε από τους εναγόμενους προς τους ενάγοντες ότι οι πρώτοι επιθυμούσαν να έχουν διαφορετικό αντιπρόσωπο για τις δυο γκάμες προϊόντων και πως ως εκ τούτου οι ενάγοντες θα μπορούσαν να συνεχίσουν να ενεργούν ως αντιπρόσωποι των εναγομένων για τα προϊόντα Dewalt. Καμία συμφωνία εγένετο κατά τις συναντήσεις στην Λευκωσία, παρά μόνον τέθηκε εκεί ως ρητός όρος για την ενδεχόμενη συνέχιση της συνεργασίας των μερών, η αποπληρωμή των οφειλόμενων ποσών από τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες υπέγραψαν την 30.1.07 τον τερματισμό της συμφωνίας διανομής ημερομηνίας 24.2.03, από τους όρους της οποίας δεσμεύονται. Η μη συνέχιση της συνεργασίας των μερών πέραν της 31.12.07 για τα προϊόντα Dewalt έγκειται αποκλειστικώς στην υπαιτιότητα των εναγόντων οι οποίοι παρέλειψαν να πληρώσουν το οφειλόμενο ποσό δίχως έτσι κι αλλιώς να τίθεται ζήτημα εμπλοκής των εναγομένων με όσα αφορούσαν στην Romstal Imex SRL. Ως εκ τούτων, περαίνουν οι εναγόμενοι, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί. Στην υπόθεση δηλώθηκαν ως παραδεκτά (και εγκρίθηκαν δικαστικώς) κάποια γεγονότα - πέραν των δικογραφημένων παραδοχών - για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα και ανέλυσα όλα ανεξαιρέτως τα παραδεκτά αυτά γεγονότα στο μαρτυριακό υλικό θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας

(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης, οι ενάγοντες παρουσίασαν τη μαρτυρία των XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) και XXXXX Χρυσάνθου (ΜΕ2), ενώ οι εναγόμενοι, προς επίρρωση της υπεράσπισης, τη μαρτυρία της XXXXX Thomas (ΜΥ1). Οι αναφορές των μαρτύρων και όλα τα τεκμήρια αξιολογήθηκαν πλήρως, έστω και αν δεν επιλέχθηκε να αποτυπωθούν ρητώς στο κείμενο της ετυμηγορίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937), μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης τού περιεχομένου τους, εκτός μιας περίληψης για πρακτικούς πρωτίστως λόγους (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Ό,τι καθηκόντως επράχθη είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων υπό το φως της δικογραφίας, η συνάρθρωση τους με τη μαρτυρία και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v Παύλου και Άλλου, ΠΕ 240/10, ημ. 20.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Όσα τεκμήρια κατατέθηκαν για αναγνώριση και δεν μετουσιώθηκαν σε κανονικά τεκμήρια, αγνοήθηκαν ως μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριακή Δημοκρατία ν EPCO Cyprus Ltd και Άλλων
(2007)1(Β) ΑΑΔ 883, 889-890, Δήμος Λευκωσίας ν ELK Trading Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 120,122). Οι περικοπές στην παρούσα μεταφέρθηκαν ανεπάφως από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Συνοψίζω τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1), κατέθεσε ως ο διευθύνων σύμβουλος και μοναδικός μέτοχος των εναγόντων, εξηγώντας το ιστορικό της επίδικης διαφοράς και όσα κατά την άποψη του συγκροτούν το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων και δικαιολογούν τις επιδιωκόμενες αποζημιώσεις. Ο XXXXX Χρυσάνθου (ΜΕ2), ένας εκ των ιδρυτών των εναγόντων, παρουσίασε τη χρονική εκτύλιξη των γεγονότων υποστηρίζοντας σε κάποιες πτυχές της τη μαρτυρία και εκδοχή του XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1). Η XXXXX Thomas (ΜΥ1), έδωσε μαρτυρία ως Γενική Διευθύντρια των εναγομένων (από τον Αύγουστο 2008), έχοντας υπηρετήσει (για δέκα περίπου έτη) στους εναγομένους ως οικονομική διευθύντρια βρισκόμενη στην υπηρεσία των εναγομένων από το 1997. Περιέγραψε και τούτη, με ιστορική διάθεση, την επιχειρηματική σχέση των διαδίκων, με συγκεκριμενοποιημένη αναφορά και στον XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1), καθώς και τον τρόπο λειτουργίας του τελευταίου εντός των πλατύτερων παραμέτρων της συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων. Στις επιμελείς, εκτενείς και ικανές τους αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν με μεγάλη λεπτομέρεια (ιδίως οι δικηγόροι των εναγομένων), πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους. Διεξήλθα και ξεψάχνισα την έγγραφη και δια ζώσης μαρτυρία. Το αυτό έπραξα και με τις αγορεύσεις (γραπτές και προφορικές). Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση στο να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα που τούτο ενέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη (μεταξύ άλλων), το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη, τις ευκαιρίες που είχαν για να αντιληφθούν τα διαδραματιζόμενα, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους (λαμβανομένης υπόψιν της όποιας μεσολαβούσας διερμηνείας), τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις τους σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής, μια και τούτο ενέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι αδηρίτως από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Σταθμίζοντας τη μαρτυρία τελούσα σε εγρήγορση μήπως και συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. κατ' αναλογίαν, Ρ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 253/17, ημ. 28.2.19, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, πραγματεύθηκα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου) - πέραν από δυνητικώς δεικτική αποδοχής της μαρτυρίας τού αφορώντος μάρτυρα επί της όποιας κρίσιμης πτυχής - και ως δηλωτική αλληλοαναίρεσης στην προώθηση των θέσεων τού αντεξετάζοντος, ή ως αποδυναμωτική τούτων, ζυγιάζοντας την εκάστοτε παράβλεψη, αναλόγως της σοβαρότητας της και με το απόσταγμα της ζύμωσης αυτής να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Ως θα αναλύσω σε έκταση, οι XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) και XXXXX Χρυσάνθου (ΜΕ2), μου δημιούργησαν αρνητική εντύπωση αφού ήσαν (μεταξύ άλλων) αντιφατικοί, ασυνεχείς, γενικοί, αόριστοι και κλονισθέντες κατά την αντεξέταση (σε διαφορετικές διαβαθμίσεις ο καθένας), ενώ η XXXXX Thomas (ΜΥ1), μου προξένησε πολύ καλή εντύπωση, καθότι ήταν (ανάμεσα σε άλλα), σταθερή, ορθολογική, συνεπής και αταλάντευτη κατά την αντεξέταση. Εξηγώ. Ο XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1), υπέπεσε σε αντιφάσεις και ανακολουθίες επί σημαντικών πτυχών της εκδοχής του, με χαρακτηριστικό της μαρτυρίας του την παράθεση πολλών λεπτομερειών επί επουσιωδών ζητημάτων. Για παράδειγμα, ξετυλίγοντας την ιστορική διάσταση των πραγμάτων μέσα από το δικό του πρίσμα από την ίδρυση των εναγόντων το 1995 μέχρι και τον τερματισμό της συνεργασίας τους με τους εναγομένους το 2007, δήλωσε ότι οι ενάγοντες ενεργούσαν ως αποκλειστικοί αντιπρόσωποι των εναγομένων στην Ρουμανία. Όταν του υποβλήθηκε στην αντεξέταση πως πριν από το 2003 αποκλειστικός αντιπρόσωπος των εναγομένων ήταν η εταιρεία Besterelle LLC, ο μάρτυς διαφώνησε λέγοντας πως «. κατακρίβεια, διαφωνώ. Αλλά και συμφωνώ.», για να παραδεχθεί τελικώς ότι το 1995 οι ενάγοντες δούλεψαν ως αντιπρόσωποι της εναγομένης και πως ακολούθως (το 1996) ιδρύθηκε η Besterelle LLC η οποία μέχρι τον Δεκέμβριο 2002 ενεργούσε ως αποκλειστική αντιπρόσωπος και διανομέας των εναγομένων. Σχετικό με αυτά, είναι και το ότι συναφείς αναφορές για το συζητούμενο γίνονται και σε έγγραφη μαρτυρία που ο ίδιος ο μάρτυς κατέθεσε στη διαδικασία. Επί παραδείγματι, σε επιστολή της Besterelle LLC ημερομηνίας 28.8.98 προς τους εναγομένους (βλ. Τεκμήριο 4), γίνεται ρητή αναφορά στους ενάγοντες ως διανομείς της Besterelle LLC. Παρομοίως, σε έγγραφο των εναγομένων ημερομηνίας 8.4.00 (βλ. Τεκμήριο 5), αναφέρεται πως η Besterelle LLC διορίστηκε ως αποκλειστική αντιπρόσωπος και διανομέας των εναγομένων. Ομοίως σε επιστολή/ειδοποίηση της Besterelle LLC ημερομηνίας 1.1.00 απογράφεται ότι οι ενάγοντες ήσαν υποδιανομείς («Sub-Distributor») της Besterelle LLC στην Ρουμανία (βλ. Τεκμήριο 6). Παρόμοια προκύπτουν και από τη συμφωνία διανομής (βλ. Τεκμήριο 16) αλλά και τη συμπληρωματική συμφωνία (βλ. Τεκμήριο 17). Από την τελευταία, συνάγεται ότι το οφειλόμενο ποσό την 24.2.03 (€998.000,00) αντιπροσώπευε απλήρωτα τιμολόγια της Besterelle LLC και όχι των εναγόντων ως ανέφερε ο μάρτυς αλλού στη μαρτυρία του. Εκτός από την αναλυόμενη μαρτυριακή ασυνέπεια του μάρτυρα, προβάλλει και μια δικονομική προβληματική η οποία αποτυπώθηκε στη γραπτή αγόρευση των εναγομένων, ως προς το γιατί οι ενάγοντες παρέλειψαν στην Έκθεση Απαίτησης να αναφερθούν στην Besterelle LLC η οποία κατά τα λεχθέντα του μάρτυρα (δίχως ποτέ αυτός να ισχυριστεί ότι εντόπισε τη μαρτυρία αυτή μετά τη συμπλήρωση της δικογραφίας), μέχρι και το τέλος Δεκεμβρίου 2002 ενεργούσε ως αποκλειστική αντιπρόσωπος των εναγομένων, αλλά και για ποιο λόγο ο μάρτυς δεν δήλωσε από την αρχή στη μαρτυρία του τον ρόλο της Besterelle LLC και αντ' αυτού διατεινόταν πως ήσαν οι ενάγοντες που ενεργούσαν κατά τους ουσιώδεις χρόνους ως αποκλειστικοί αντιπρόσωποι των εναγομένων. Η πτυχή αυτή έχει τη δική της αξία στα πράγματα αφού, ως ορθώς υπέδειξε ο δικηγόρος των εναγομένων στην αγόρευση του, ο μάρτυς είχε ισχυριστεί αρχικώς ότι κατά τη συνεργασία μεταξύ εναγόντων και εναγομένων, η XXXXX Thomas (MY1) είχε προτείνει τον Δεκέμβριο 2002 προς τον μάρτυρα να «. δεσμευθεί να αποπληρώσει το χρέος των €860.000 .» και πως οι ενάγοντες το είχαν αποδεχθεί αυτό «. υπό τον όρο ότι η ανανέωση της συνεργασίας θα γινόταν για δύο επιπλέον τριετίες .» μέχρι το τέλος του
  1. Ο μάρτυς κλήθηκε στην αντεξέταση να τεκμηριώσει τις θέσεις του και προς τούτο υπέδειξε τα Τεκμήρια 10-13 και
  2. Ακολούθως, απαντώντας σε υποβολή πως τα τεκμήρια αυτά παρουσιάζονται ως άσχετα με τα ερωτηθέντα, τούτος απάντησε ότι η προφορική συμφωνία, ακριβώς επειδή ήταν προφορική, δεν μπορούσε να λάβει γραπτή μορφή και τούτο γιατί, ως υπέδειξε προς αυτόν η XXXXX Thomas (ΜΥ1), τακτική των εναγόντων ήταν να μην ανανεώνουν τα συμβόλαια πριν από τη λήξη τους, με την μάρτυρα να τον παραινεί να της έχει εμπιστοσύνη. Σε άλλη στιγμή ο μάρτυς έθεσε τα Τεκμήρια 10-29 ως αποδεικνύοντα «. πέραν πάσης αμφιβολίας .» τα όσα έλεγε επί της συζητούμενης θεματικής, ερχόμενος έτσι σε αντίθεση με την προγενέστερη τοποθέτηση του για ανυπαρξία γραπτών πειστηρίων για την προφορική συμφωνία. Υποτιθέστο ότι η θέση αυτή του μάρτυρα θεωρούνταν ως αναφερόμενη ειδικώς στην ύπαρξη κειμένου συμφωνίας (εν αντιθέσει προς προφορική συμφωνία) και όχι σε έγγραφα που δυνατόν να περιέχουν νύξεις, αναφορές, ή τέτοια περιστατική ή άλλη μαρτυρία υποστηρικτική της θέσης του μάρτυρα για ύπαρξη προφορικής συμφωνίας, πάλι η αναφορά του αυτή θα υστερούσε από επόψεως συνοχής (και μόνο), αφού τα Τεκμήρια 10-29 δεν υποδηλώνουν πως τα μέρη είχαν συμφωνήσει προφορικώς (ή άλλως), ότι η συνεργασία τους θα συνεχιζόταν μέχρι και το τέλος του
  3. Πέραν τούτου, η εκδοχή του μάρτυρα, ως την ανέπτυξε, φαίνεται να συγκρούεται και με έγγραφα που ο ίδιος κατέθεσε για να στηρίξει τις θέσεις του. Λέγοντας το αυτό, ήμουν πολύ προσεκτικός προσεγγίζοντας το πράγμα να διαχωρίσω στη σκέψη την περίπτωση μάρτυρα ο οποίος δίδει εξωγενή μαρτυρία ως προς το περιεχόμενο εγγράφου με σκοπό να εξηγήσει, να συμπληρώσει ή να διευρύνει θεμιτώς ό,τι είναι που απογράφεται εκεί υπό συνθήκες που δικαιολογούν την εκφορά τέτοιας μαρτυρίας, από την περίπτωση εκείνη όπου η προφορική μαρτυρία δεν έχει αυτά τα χαρακτηριστικά και στοχεύει στην προώθηση μιας εικόνας που, στην όψη της τουλάχιστον, φαίνεται να παρουσιάζεται ως αντικειμενικώς ασύμβατη με το περιεχόμενο των εγγράφων που προτάσσονται ως ενισχυτικά της τοποθέτησης του μάρτυρα. Για παράδειγμα, στο απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα της XXXXX Thomas (ΜΥ1) ημερομηνίας 30.10.06 (βλ. Τεκμήριο 32) - το οποίο στάλθηκε την επομένη των συναντήσεων μεταξύ των διαδίκων - γίνεται αναφορά σε προτεινόμενη συνεργασία των μερών («. proposed cooperation .»), με επισήμανση και σειράς άλλων προϋποθέσεων που έπρεπε να ικανοποιηθούν όπως η αποπληρωμή χρεών των εναγόντων προς τους εναγομένους. Δεν τέθηκε διαφορετική εκδοχή εκ μέρους του ενάγοντα κατά την αντεξέταση της XXXXX Thomas (MY1) - και υπήρξε η ευκαιρία και η δυνατότητα για κάτι τέτοιο - ή επιχειρήθηκε να διασαφηνιστεί (στον βαθμό που χρειαζόταν κατά την άποψη των εναγόντων), το νόημα ή οι προθέσεις της συντάκτριας του ηλεκτρονικού μηνύματος (βλ. Τεκμήριο 32). Ο μάρτυς υπέγραψε εκ μέρους των εναγόντων την 30.1.07 τη συμφωνία τερματισμού της συμφωνίας διανομής (βλ. Τεκμήριο 35), στην οποία δεν γίνεται λόγος για πρόσθετη συνεργασία των συμβαλλομένων μερών αλλά για αναγνώριση από μέρους των εναγόντων πως κατά την υπογραφή της συμφωνίας τερματισμού (βλ. Τεκμήριο 35), τα οφειλόμενα και ληξιπρόθεσμα ποσά προς τους εναγομένους ανέρχονταν σε €568.754,28, τα οποία και θα πληρώνονταν στη βάση χρονοδιαγράμματος που θα συμφωνείτο μεταξύ των συμβαλλομένων («... to be paid according to the schedule to be agreed by the parties .»). Επιπροσθέτως, συμφωνήθηκε διά της συμφωνίας τερματισμού (βλ. Τεκμήριο 35), η αποποίηση των οποιωνδήποτε δικαιωμάτων των εναγόντων έναντι των εναγομένων, προκυπτόντων των δικαιωμάτων τούτων από τη συμφωνία διανομής (βλ. Τεκμήριο 16). Όταν τέθηκε στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση αν συμφωνεί ότι τούτα είναι που περιλαμβάνονταν, ανάμεσα σε άλλα, στη συμφωνία τερματισμού (βλ. Τεκμήριο 35), τούτος μόλο που απάντησε καταφατικώς, μίλησε για εξαπάτηση του από τους εναγομένους δίχως όμως να προτάσσει λόγους οι οποίοι να χαρακτηρίζονται αν μη τι άλλο από μαρτυριακή συνοχή (όχι ως προς τη βαρύτητα αλλά ως προς την αξιοπιστία της άποψης του περί των όσων καταλόγισε επί τούτω στους εναγομένους ή προς τρίτους). Εκτός από αυτό, η άλλη εκδοχή του ότι οι εναγόμενοι πράγματι (ως παραδέχθηκε εξάλλου και ο ίδιος στη μαρτυρία του), του είχαν πει στις 30.10.06 (βλ. Τεκμήριο 32) πως οι ενάγοντες θα έπρεπε πρώτα να πληρώσουν το χρέος για να μην υπάρχουν καθυστερημένες οφειλές ως προαπαιτούμενο για την υπογραφή νέας συμφωνίας («. as I explained to you the debt must be paid as agreed (adhering to the payment days) so we can be completely up to date on payments and no overdues - this is the basis on which the US has asked us to sign the contract .»), δεν συνάδει με όσα προηγουμένως είχε αναπτύξει ο μάρτυς. Πέραν τούτου, εκείνο που φαίνεται να αναδύεται από την έγγραφη μαρτυρία είναι πως διά της συμφωνίας διανομής (βλ. Τεκμήριο 16) και της συμφωνίας ημερομηνίας 1.3.05 (βλ. Τεκμήριο 24), η συμφωνία διανομής ανανεώθηκε μέχρι την 31.12.07 και ότι με την επιστολή ημερομηνίας 11.12.03 (βλ. Τεκμήριο 14), ο μάρτυς, που υπέγραψε την επιστολή αυτή, αναφέρεται σε σύμβαση διαρκείας ενός έτους με προοπτική ανανέωσης για τρία έτη δεδομένου ότι οι ενάγοντες συμμορφώνονταν πρώτα με τους υπόλοιπους όρους της συμφωνίας. Από πουθενά - σε γραπτή τουλάχιστον μορφή - εκπορεύεται λελογισμένως η θέση πως υπήρξε ποτέ πρόθεση ανανέωσης της συνεργασίας των διαδίκων μέχρι και το
  4. Η έκφανση αυτή υπέχει σημασίας αφού - πέραν από ενδεικτική των παλινδρομήσεων του μάρτυρα γενικότερα - αναδεικνύει και μια αδικαιολόγητη χαλαρότητα από μέρους του, δοσμένων των περιστάσεων ως τις περιέγραψε, για την αντίληψη του ότι τα συμβόλαια ήσαν (κατά τον ίδιον) τυπικής μονάχα σημασίας και πως στην πράξη οι διάδικοι/συμβαλλόμενοι ενεργούσαν διαφορετικώς. Αυτή, όμως, είναι η δική του προτασσόμενη αντίληψη η οποία, σε κάποια έκταση (και για λόγους που εξηγήθηκαν), φαίνεται ανακόλουθη με τη γενικότερη προσπάθεια του μάρτυρα να παραπέμψει σε γραπτή μαρτυρία που να επιρρώνει τα όσα προφορικώς συμφωνήθηκαν (κατά την εκδοχή του). Ο μάρτυς ήταν όμως ασυνεπής και όταν αναφερόταν στην εκδοχή του περί ύπαρξης δόλιων σχεδίων των εναγομένων κατά τη διάρκεια συνάντησης που είχαν με τους ενάγοντες στην Λευκωσία τον Οκτώβριο 2006 στην οποία (ως είπε), συμμετείχαν οι ενάγοντες μετά από παράκληση των εναγομένων (με τους τελευταίους να προτάσσουν ότι οι συναντήσεις έλαβαν χώραν μετά από αίτημα του μάρτυρα εξαιτίας δυσκολιών που αντιμετώπιζε η εμπορική σχέση των εναγόντων με τα πολυκαταστήματα Μetro Cash & Carry Romany SRL και Praktiker). O μάρτυς ισχυρίστηκε πως τα όποια ζητήματα και τριβές υπήρχαν εν σχέσει προς το συζητούμενο (περί των πολυκαταστημάτων τούτων), είχαν ήδη λήξει και διευθετηθεί με τους ενάγοντες πριν από τη συνάντηση. Μολαταύτα, κατά τα Τεκμήρια 30a, 30β και 51 (τα οποία κατέθεσε ο μάρτυς), τα προβλήματα των εναγόντων με τα καταστήματα αυτά φαίνεται να είχαν χειροτερεύσει εντός του 2006 και έτσι η Praktiker (κατά τα λεχθέντα του μάρτυρα), ζήτησε διά του Υπεύθυνου Αγορών της από τους εναγομένους αντικατάσταση των εναγόντων με νέους διανομείς από την 1.1.07 «. με την δικαιολογία δήθεν ότι δεν τον εφοδιάσαμε έγκαιρα με κάποια προϊόντα .». Πάντως, αυτό που κρατά κανείς από τούτα - και ασφαλώς όχι δίκην αποτίμησης της αποδεικτικής βαρύτητας τους - είναι πως οι αναφορές του μάρτυρα αλλά και όσα τούτος παρέπεμπε για να τις ενισχύσει, πολλά απείχαν από το να αναδείξουν εικόνα συνέπειας και καθαρότητας εκδοχής. Απεναντίας, επρόκειτο περί ενός συνονθυλεύματος αναφορών από το οποίο προέκυπτε αμφιλογία και αμφισημία. Όταν ο μάρτυς ρωτήθηκε περί της δικής του αντίληψης για την από μέρους του προτασσόμενη δόλια και απατηλή συμπεριφορά των εναγομένων, απόρροια της οποίας ήταν να σκηνοθετήσουν και να καταστρώσουν τούτοι ολόκληρη πλεκτάνη εναντίον του ενώ κάλλιστα θα μπορούσαν να τερματίσουν νομίμως τη συμφωνία διανομής κατά τα προνοούμενα σε αυτή, ο μάρτυς είπε πως ο λόγος συνίστατο στο ότι οι εναγόμενοι ήθελαν να τον απαλλαχθούν επειδή εναντιώνονταν στις επιστροφές στις οποίες προέβαιναν οι Metro Cash & Carry Romany SRL και η Praktiker, οι οποίες ανέβαιναν σε ποσοστό 35-40%, δημιουργώντας έτσι τεράστιες συναλλαγματικές ζημιές. Απασχολούσαν συνεπώς τους ενάγοντες και τον μάρτυρα τα αφορώντα ζητήματα με τα υποκαταστήματα, με την αντιμαχία να παραμένει ανεπίλυτη κατά τον χρόνο της συνάντησης των διαδίκων τον Οκτώβριο
  5. Ο μάρτυς συμφώνησε ότι ως εκ της απόφασης των εναγομένων να διαχωρίσουν τα καταναλωτικά από τα επαγγελματικά προϊόντα ο κύκλος των εργασιών των εναγομένων θα μειωνόταν δραματικώς και πως τούτος είχε αναφέρει τις ενστάσεις του για τον διαχωρισμό πλην όμως αναγκάστηκε να συμμορφωθεί και να εγκαταλείψει τα προϊόντα Black & Decker. Ετέθη στον μάρτυρα αντεξεταστικώς ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 30.10.06 (βλ. Τεκμήριο 31), που ο μάρτυς είχε αποστείλει προφανώς την επομένη της συνάντησης του Οκτωβρίου 2006 στο οποίο δήλωνε ευτυχής για τη νέα απόφαση που είχε ληφθεί αναφορικώς προς την επικείμενη συμφωνία και πως τούτο τον ικανοποιούσε πολύ και ότι αναμφισβητήτως τούτη θα ήταν και η πρώτη φορά που ενδέχετο η εταιρεία να είναι κερδοφόρος. Όταν κλήθηκε να αποσαφηνίσει γιατί στο υπό αναφοράν ηλεκτρονικό μήνυμα (βλ. Τεκμήριο 31), τούτος εξεικόνιζε τόση ικανοποίηση για τις εξελίξεις και ευχαριστούσε τους εκπροσώπους των εναγομένων τη στιγμή που ο κύκλος των εργασιών του θα μειωνόταν δραματικώς, ο μάρτυς δικαιολογήθηκε λέγοντας πως ο XXXXX Χρυσάνθου (ΜΕ2), είχε κάνει μια πολύ κακή μετάφραση των όσων ο μάρτυς είπε χωρίς ο XXXXX Χρυσάνθου (ΜΕ2)) να μεταφράζει ακριβώς το κείμενο που του είχε δώσει ο XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1). Εκείνο που καταγράφω ως παρατήρηση και εντύπωση, με πλήρη πάντα αντίληψη των περιορισμών και κινδύνων εκτίμησης τής επί του εδωλίου συμπεριφοράς ενός μάρτυρα είναι ότι ο τρόπος με τον οποίο ο μάρτυς απάντησε όχι μόνον δεν εντυπωσίασε για την ειλικρινή εκφορά λόγου αλλά αντιθέτως παρουσίασε μια εικόνα ατόμου που επιχειρούσε να αποφύγει τα παρεπόμενα μιας κατάστασης την οποία, απλώς, δεν είχε προβλέψει. Εκτός του ότι ο μάρτυς δεν θεώρησε πρόσφορο και αναγκαίο να επεξηγήσει τα πράγματα αυτά κατά την κυρίως εξέταση και ιδιαίτερα στη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Α) - στην οποία περιορίστηκε να αποτυπώσει πως στις 30.10.06 ο XXXXX Χρυσάνθου (ΜΕ2) «. ανέλαβε και μετέφρασε από τα ελληνικά στα αγγλικά τα όσα είπαμε και είχαν καταγραφεί στις συναντήσεις μας .(Τεκμήριο Aρ.31 - στην παρούσα μου Δήλωση).» - η εκδοχή του για το αναλυόμενο αποσταθεροποιήθηκε (εάν ήθελεν αντιπαραβληθεί η προειρημένη θέση του για τα περί διερμηνείας του XXXXX Χρυσάνθου (ΜΕ2) με όσα ο τελευταίος ανέφερε στη δική του μαρτυρία για το ότι βοήθησε μεν τον XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) μεταφραστικώς, μεταφέροντας απλώς στην Αγγλική γλώσσα τα όσα του είχε πει ο ίδιος ο μάρτυς). Πέραν τούτου, ο XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1), δεν επεξήγησε σε οποιοδήποτε βαθμό επάρκειας, τι πραγματικώς ελέχθη (κατά τον ίδιον) ώστε να οδηγήσει στη διαμόρφωση τής περί ης ο λόγος αντίληψης του και τι είναι που μεταφράστηκε κακώς ή και ανακριβώς από τον XXXXX Χρυσάνθου (ΜΕ2). Ο μάρτυς είπε ότι τηρούσε τις υποχρεώσεις του έναντι των εναγομένων και πως δεν υφίσταντο ληξιπρόθεσμες οφειλές και πως τα οφειλόμενα πληρώνονταν «. περισσότερο του κανονικού .». Ωστόσο, αλλού στην αντεξέταση, ο μάρτυς είχε πει ότι κατά την περίοδο της συνάντησης του με τους εναγομένους στην Λευκωσία τον Οκτώβριο 2006, υφίσταντο ληξιπρόθεσμες οφειλές προς τους εναγομένους και πως τούτες ξοφλήθηκαν κατοπινά. Από όλα αυτά λοιπόν - και πολλά άλλα που απογράφονται στα πρακτικά - εκπηγάζει η αναξιοπιστία του μάρτυρα και το εύθρυπτο της εκδοχής του. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1). Ο XXXXX Χρυσάνθου (ΜΕ2), παρότι αποχώρησε από την υπηρεσία των εναγόντων το 2001 «. λόγω συναλλαγματικής κατρακύλας του νομίσματος lei και αυξημένων υποχρεώσεων . προς την εταιρεία μου στην Κύπρο .», ασχολήθηκε, ως είπε - με τρόπο απόλυτο - με πλειάδα ζητημάτων για τα οποία δεν είχε άμεση και πρωτογενή γνώση. Η διαπίστωση αυτή δεν συνταιριάζεται βέβαια με την αποδεικτική βαρύτητα της μαρτυρίας του μια που η εξ ακοής μαρτυρία (και μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα ήταν εξ ακοής), συνιστά αποδεκτή και αξιολογήσιμη μαρτυρία βάσει του άρθρου 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.
  6. Δεν είναι όμως τούτο που μέλει τώρα. Εκείνο που ενδιαφέρει είναι η άτεγκτη θέση του μάρτυρα επί πολλών ζητημάτων όταν κάτι τέτοιο δεν δικαιολογούνταν υπό τις περιστάσεις της μαρτυρίας του και ιδίως από τη γνώση του επ' αυτών. Σε αντίθεση με ό,τι έπραξε στη γραπτή του δήλωση (βλ. Έγγραφο Β), ο μάρτυς παραδέχθηκε στην αντεξέταση ότι εκτός των όσων είχε ο ίδιος βιώσει προσωπικώς, τα υπόλοιπα που αναφέρονται στη γραπτή του δήλωση απέρρευσαν από ενημέρωση του από τον XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1). Αποτέλεσμα τούτου - και ασχέτως της παραδοχής αυτής - δεν μπορούσε να τοποθετηθεί σαφώς (γιατί δεν θυμόταν ως ισχυρίστηκε), αν (ως παράδειγμα) τα ποσά που παραθέτει στην παράγραφο 10 της γραπτής του δήλωσης/Έγγραφο Β είχαν όντως εξοφληθεί (εκείνα που αφορούσαν στην Besterelle LLC), ανεξαρτήτως αν η θέση του στην παράγραφο ήταν απόλυτη. Η μαρτυριακή αυτή ανακολουθία δεν ανεδείχθη, ως παρατήρησα, από γνήσια αστοχία μνήμης αλλά από το εγχείρημα του μάρτυρα (οριζόντιο ως ήταν σε όλο το φάσμα της μαρτυρίας του), να αποφύγει την αλήθεια και με τρόπο προκατασκευασμένο να ενδυναμώσει τη μαρτυρία και εκδοχή του XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1). Περιπλέον, ενώ στη γραπτή δήλωση/Έγγραφο Β (στην παράγραφο 33) ο μάρτυς σημείωσε (με αναφορά και στα Τεκμήρια 42 και 63) ότι οι ενάγοντες είχαν «. μηδέν υπόλοιπο όσον αφορά ληξιπρόθεσμα τιμολόγια .», σε ερώτηση που στόχευε να διερευνήσει αν το ποσό αυτό είχε αποπληρωθεί, είπε πως «. δεν μπορώ να τα θυμάμαι όλα .». Ο μάρτυς κατόπτρισε γενικώς μια κακή μαρτυριακή εικόνα σε επίπεδο εντύπωσης και ουσίας, επιχειρώντας να ενδυναμώσει, αθεμίτως, τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων και κυρίως του XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1). Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Χρυσάνθου (ΜΕ2). Η XXXXX Thomas (ΜΥ1), υπήρξε υποδειγματική ως μάρτυς, με τη μαρτυρία της να παραμένει σταθερώς συγκροτημένη και αδιάθλαστη. Τα λεχθέντα της παρέμειναν ταυτισμένα και με την αδιαμφισβήτητη έγγραφη μαρτυρία που κατατέθηκε στη δίκη (στην έκταση που τούτη αφορούσε στις τοποθετήσεις και εκδοχή της). Κάποιες αδυναμίες μνήμης που η μάρτυς επέδειξε, όπως για παράδειγμα για το αν η συνάντηση μεταξύ των διαδίκων (στις 28.10.06) είχε γίνει στην Λάρνακα ή στην Λευκωσία (ζήτημα που ανέδειξαν και οι ενάγοντες στην αγόρευση τους παραπονούμενοι πως «. η XXXXX τόσο καλά θυμόταν το θέμα που νόμιζε ότι η συμφωνία ήταν στη Λάρνακα .»), δικαιολογήθηκαν πλήρως από αυτήν και αποδόθηκαν στην παρέλευση, μέχρι που έδωσε τη μαρτυρία της, δέκα τόσων ετών («. ήταν πριν 10 χρόνια .») από τη διαδραμάτιση των γεγονότων, με την πραγματικότητα να είναι ίσως και χειρότερη αφού από τη μέρα εκείνη (μέχρι τη μέρα που μάρτυς κατέθεσε στις 29.5.18), είχαν περάσει δώδεκα σχεδόν έτη. Υποσημειώνεται, πως η μάρτυς καίτοι της επισημάνθηκε η διαφορά μεταξύ των δύο πόλεων (Λάρνακας και Λευκωσίας αλλά και το ότι η συνάντηση είχε γίνει στην Λευκωσία), εξακολουθούσε επέκεινα να προβαίνει αραιά και πού σε αναφορές περί Λάρνακας ως της πόλης στην οποία διεξήχθη η συνάντηση ημερομηνίας 28.10.
  7. Μ' όλο που το θέμα διευκρινίστηκε κάπως κατά την επανεξέταση, προσεγγίζοντας τα πράγματα υπό τον συζητούμενο φακό - με την επιφυλακτικότητα που η νομολογία ορίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Damevski v Hope
(2016)NSWSC 1231) - αυτοπροειδοποιήθηκα και υπενθύμισα εαυτόν (ως έπραξα και σε άλλες ανάλογες περιπτώσεις, όπως εκείνη του Χρύσανθου Χρυσάνθου (ΜΕ2) που αναπτύσσεται πιο πάνω), πως δεν μπορεί να αναμένεται πάντοτε ότι μάρτυρες που καταθέτουν μετά από παρέλευση ετών θα θυμούνται κάθε λεπτομέρεια των αφορώντων γεγονότων (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωσηφίδης ν Αστυνομίας
(2014)2(Α) ΑΑΔ 307, 314-315), ιδίως εάν τούτα τα γεγονότα είναι και δευτερεύοντα (και εδώ είναι). Η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί μηχανιστικώς (βλ. κατ' αναλογίαν, Σκορδέλλη και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 101/13, ημ. 6.6.16). Έγινε εισέτι αρκετός λόγος στις αγορεύσεις των εναγόντων και στη μαρτυρία της μάρτυρος για την ύπαρξη αθέμιτων κινήτρων από μέρους των εναγομένων με σκοπό τον εξοστρακισμό κατ' ουσίαν των εναγόντων και του XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1), αφού φαίνεται πως (κατά τα αναφερόμενα στη γραπτή αγόρευση των εναγόντων) «. η Εναγόμενη αναπόσπαστο κομμάτι μιας πανίσχυρης και παγκόσμιας εταιρείας προϊόντων Black & Decker και Dewalt εκμεταλλεύτηκε την Ενάγουσα η οποία προετοίμασε την αγορά διάθεσης προϊόντων της στην Ρουμανία, Μολδαβία και Βουλγαρία αλλά ειδικότερα στην Ρουμανία και όταν επήλθε το πλήρωμα του χρόνου δηλαδή η ένταξη της Ρουμανίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση έπρεπε πάση θυσία να ξεφορτωθεί την Ενάγουσα αντιπρόσωπο διανομέα .». Μάλιστα, ως λέγουν οι ενάγοντες στη γραπτή τους αγόρευση, διά του Τεκμηρίου 38 (φερόμενα του προσχεδίου της νέας συμφωνίας με την Dewalt), άρχισε «. η υλοποίηση του σχεδίου του εκτοπισμού της Ενάγουσας από την αγορά .». Καταρχάς, η θέση αυτή - η οποία αφορούσε σε άποψη των εναγόντων κατά την αντεξέταση της μάρτυρος - παρέμεινε έωλη συγκεκριμένης και ρητής αναφοράς (από απόψεως τεθείσας θέσης προς την μάρτυρα ώστε τούτη να δύναται να τοποθετηθεί σχετικώς). Το μόνον που υποβλήθηκε στην μάρτυρα ήταν το ότι τα περί παγκόσμιας στρατηγικής των εναγομένων (global strategy) ήταν δική της επινόηση (υποβολή που έτσι κι αλλιώς αμφισβήτησε η μάρτυς), επιμένοντας σε διάφορα μέρη της μαρτυρίας της ότι η αρνητική τροπή των πραγμάτων για τους ενάγοντες χαράχθηκε ένεκεν των αδυναμιών που επέδειξαν μαζί με τον XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) στην προώθηση των προϊόντων Black & Decker και όχι σε οποιαδήποτε άλλη πτυχή (συνυφασμένη με τη θέση των εναγόντων). Είναι γεγονός πως η μάρτυς είχε πει στην αντεξέταση ότι θα μπορούσε να προσκομίσει «. χαρτί από τη μητρική εταιρεία, που λέει ότι όποιος πελάτης δεν πληρώνει ακριβώς τις συμφωνημένες μέρες, πρέπει να κοπεί από αντιπρόσωπος τον επόμενη μήνα. Αυτό μπορώ να σας το φέρω .». Δεν προσκόμισε τέτοιο έγγραφο η μάρτυς, ούτε και της ζητήθηκε στο τέλος να το προσκομίσει από τους ενάγοντες κατά την αντεξέταση. Αυτή η εξέλιξη, δεν άμβλυνε την αξιοπιστία της μάρτυρος, έστω και αν αυτή η θέση και εκδοχή της, αποτιμώμενη εντός των ορθών της παραμέτρων, συνθέτει (και συνέθεσε) βάθρο αξιολόγησης της βαρύτητας των όσων εξέφρασε. Παρόμοια θα μπορούσαν να λεχθούν - και υπό τέτοιο πρίσμα είναι που καταγράφονται τώρα - και για το Τεκμήριο 42 που αφορά σε βεβαίωση της οικονομικής διευθύντριας των εναγόντων, για το περιεχόμενο της οποίας (βεβαίωσης), η μάρτυς εξέφρασε τις δικές της απόψεις, με παραπομπή (μαζί με άλλα), τόσον στο Τεκμήριο 40 όσον και στα Τεκμήρια 63 και 65 χωρίς (ως κατέστη εμφανές σε μένα παρατηρώντας την στο εδώλιο του μάρτυρα), να επιχειρήσει η μάρτυς να κρυφθεί από τα όσα ρωτούνταν ή από τα όσα κατά την άποψη των εναγόντων ανέκυπταν από την αντεξέταση («Κυρία μου κρύβεστε.»). Η μάρτυς υπήρξε εδραία στις θέσεις της χωρίς να παρεκκλίνει ή και να εκφράζει εκδοχές ασύμμετρες και ανακόλουθες από τα όσα είχε παραθέσει πριν (με ειλικρίνεια). Πρέπει να υποδειχθεί, για ό,τι τούτο θα μπορούσε να αξίζει εν τέλει, πως η θέση των εναγόντων στη γραπτή τους αγόρευση, πως στη βάση της μαρτυρίας (και ιδίως των Τεκμηρίων 31-42) «. είναι προφανές ότι σκαρφίστηκαν το σχέδιο περί Global Strategy, να εξασφαλίσουν τερματισμό της υφιστάμενης συμφωνίας κτλ με ψευδείς υποσχέσεις για ανάθεση της διανομής με τριετές συμβόλαιο στη πρώτη φάση και στήριξη της Ενάγουσας για προϊόντα Dewalt. Όλα ψέματα μέσα από τα οποία εξασφάλισαν την ακύρωση της συμφωνίας διανομής με το Τεκμήριο 35 .», δεν υποβλήθηκε στην μάρτυρα ώστε να μπορεί να τοποθετηθεί κατά τα ειωθότα. Για τη συμφωνία τερματισμού της συμφωνίας διανομής (βλ. Τεκμήριο 35) και ερωτηθείσα για τούτο, η μάρτυς τοποθετήθηκε καθαρώς πως «. η παράγραφος αυτή λέει ότι δέχεται ότι αυτό είναι το ποσό που οφείλει. Δέχεται ότι δεν έχει καμιά, μα καμιά απαίτηση, με το συμβόλαιο από τη Black & Decker και επίσης υπήρχε ένα schedule με το agreement και υπάρχουν άπειρα emails που λέει ότι θα πληρώσω αυτά και περιμένω το δάνειο από την τράπεζα, ήταν ξεκάθαρο στον κύριο Γεωργίου τι έπρεπε να πληρώσει και τότε όλα ήταν γραπτά και αντιληπτά .». Αντεξετάστηκε επίσης επί του περιεχομένου του προσχεδίου (βλ. Τεκμήριο 33) και για το ότι τα όσα το αφορούν επισυνέβησαν περί τον Δεκέμβριο 2006 και ότι η πρόθεση των εναγομένων ως ευλόγως εξάγεται από την κίνηση αυτή (της σύνταξης προσχεδίου) ταξινομείται ως οξύμωρη συγκρινόμενη με την άλλη θέση τους πως οι εναγόμενοι είχαν παράπονα από τους ενάγοντες («... πως είναι δυνατό, αφού είχατε παράπονα από το 2006 να προτείνετε νέα σύμβαση στο τέλος του 2006; Διότι είπατε ότι είχατε παράπονα .»). Τελική υποβολή των εναγόντων για το ζήτημα προς την μάρτυρα ήταν πως αυτή ψευδόταν ασυστόλως και ότι την «. ιδέα για τα Dewalt και τα Black & Decker εσείς την εισήγατε λέγοντας και παριστάνοντας ότι υπήρχε απόφαση από την Αμερική, άλλος να είναι ο αντιπρόσωπος για τις οικιακές συσκευές και άλλος για τις επαγγελματικές .». Η μάρτυς έδωσε τη δική της ξεκάθαρη απάντηση (η οποία συνδέεται και με μια άλλη γωνία θεώρησης των εναγόντων επί της αξιοπιστίας της με την οποία θα ενασχοληθώ αμέσως μετά), λέγοντας πως η «. συζήτηση και τα παράπονα . έγινε στη συζήτηση που είχαμε στη Λευκωσία το 2010 που ο κύριος Γεωργίου, ζήτησε να γίνει η συνάντηση και μας είπε ότι δεν μπορούσε πλέον να χειριστεί το κομμάτι της Black & Decker, για να τον διευκολύνουμε του είπαμε ότι θα λήξουμε τη σύμβαση της Black & Decker, τον βοηθήσαμε να ξεφορτωθεί και όλο το στοκ και να μεταφερθεί στον νέο αντιπρόσωπο και του είπαμε ότι προχωρούμε με τη Dewalt εφόσον τηρηθούν οι όροι .». Αυτά που είπε η μάρτυς, εκτός τού ότι αναδεικνύουν αντοχή στην εκδοχή των εναγομένων, δείχνει πως η μάρτυς δεν αποδέχτηκε ποτέ τη θέση των εναγόντων και του XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) πως επήλθε μεταξύ των διαδίκων οποιασδήποτε μορφής τελεσίδικη προφορική συμφωνία, την οποία ο μάρτυς επαναλάμβανε στη μαρτυρία του με παραπομπή και στο Τεκμήριο 31 διά του οποίου επιχειρούσε να επιβεβαιώσει την «. προηγηθείσα προφορική συμφωνία μετά τη συνάντηση που είχε στη Κύπρο με τον Ηλία, όπως αναφέρεται στην επιστολή αυτή, και την XXXXX .» (κατά τους ενάγοντες και στην αγόρευση τους). Επομένως, η απάντηση της μάρτυρος (όπως και άλλες στη μαρτυρία της, ως τα αναφερθέντα στις παραγράφους 13 και 14 της γραπτής της δήλωσης/Έγγραφο Γ με μνεία και στο Τεκμήριο 33), πολύ απέχει από το να δικαιολογεί την απόλυτη θέση των εναγόντων στη γραπτή τους αγόρευση ότι σε «. ένα τόσο σημαντικό σημείο η XXXXX δεν προσέφερε μαρτυρία, Κρείττον το Σιγάν προφανώς .». Η μάρτυς προσέφερε μαρτυρία. Τη δική της μαρτυρία. Τη δική της εξήγηση. Τη δική της ερμηνευτική των πραγμάτων. Δεν απέφυγε να τοποθετηθεί και οπωσδήποτε οι απαντήσεις της επί του ζητήματος δεν μπορούν αντικειμενικώς να προταχθούν ως δεικτικές αναξιοπιστίας της, υπό την έννοια προσπάθειας από μέρους για μετατόπιση τού ζητουμένου ή για αποφυγή παροχής εξηγήσεων ή και απαντήσεων επί των ερωτούμενων. Κάθε άλλο. Επιπλέον - και τούτο ως ζήτημα αρμονικότητας στην προωθούμενη εκδοχή των εναγόντων και παροχής δυνατότητας στην μάρτυρα να τοποθετηθεί - υπογραμμίζεται ότι η θέση του XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1), μεταξύ άλλων και στην παράγραφο 54 της γραπτής του δήλωσης/Έγγραφο Α, πως η μάρτυς είχε επικοινωνήσει μαζί του για να ενημερωθεί «. πότε σκόπευα να διευθετήσω τις οφειλές μου προς τη Black & Decker Hellas S.A. αναφέροντας μου ότι στο γραφείο της βρίσκεται ο κ XXXXX Borgonovo (Ανώτερος Οικονομικός Διευθυντής και προϊστάμενος της κ. Μ. Thomas) ο οποίος ερωτά πότε θα πληρώσω ώστε να προχωρήσουμε και με την υπογραφή της νέας σύμβασης DeWalt. Της ανέφερα ότι θα γινόταν η πληρωμή εντός των προσεχών ημερών .», δεν τέθηκε σε αυτήν ευθέως και κατανοητώς για ό,τι τούτο θα μπορούσε να σηματοδοτεί. Η πτυχή αυτή έχει τη δική της αξία στην εκδοχή των εναγόντων (ως απογράφεται και στη γραπτή τους αγόρευση) περί της αποδιδόμενης στους εναγομένους κατακριτέας, αντισυμβατικής και αδικοπρακτικής συμπεριφοράς τους έναντι των εναγόντων αλλά και για την αξιοπιστία της μάρτυρος. Εκείνο που η μάρτυς επέλεξε να τονίσει εμφαντικώς περί του μέρους εκείνου του Τεκμηρίου 39 που αφορά στη φερόμενη πληρωμή ποσού «. γύρω στις 350.000 Ευρώ .» είναι πως το ζήτημα απαρτίζει αντικείμενο δικαστικών διαφορών μεταξύ εναγομένων και XXXXX Χρυσάνθου (ΜΕ2) επί των οποίων η μάρτυς δεν επιθυμούσε να παραθέσει περισσότερες λεπτομέρειες, λόγω ακριβώς της λεχθείσας εκκρεμοδικίας. Άρα, ουδέν μεμπτόν επί της μαρτυριακής συνοχής (και μόνον) της μάρτυρος και επί του ζητήματος αυτού. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Thomas (ΜΥ1). Εν κατακλείδι - σε ό,τι αφορά στα περί αξιοπιστίας της δοθείσας μαρτυρίας - δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγομένων και απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων. Πριν από τα τελικά ευρήματα, απαιτούνται πέντε επισημάνσεις. Η πρώτη επισήμανση, αφορά στο ότι η υιοθέτηση κάποιων εκ των εισηγήσεων των ευπαίδευτων δικηγόρων, ιδίως εκείνων της εναγομένης, έγινε μετά από προσεκτική και βασανιστική διήθηση τους, αντιπαραβαλλόμενων τούτων με τη μαρτυρία και αποτελούντων στην κάθε περίπτωση ομόθυμη άποψη του Δικαστηρίου εκεί όπου τούτα υιοθετήθηκαν. Αυτά, δίκην αυτοπροειδοποίησης για το ότι ένα Δικαστήριο δεν επιτρέπεται - και ορθώς - να αναπαράγει τις αγορεύσεις των δικηγόρων αντικαθιστώντας ή υποκαθιστώντας τοιουτοτρόπως τη δικανική του κρίση με τους συλλογισμούς των συνηγόρων και των διαδίκων, παραβιάζοντας τουτέστιν και τα εχέγγυα αμεροληψίας της δικαστικής εξουσίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζερβός ν Euroinvestment & Finance Public Limited
(2012)1(B) ΑΑΔ 1048, 1053). Η δεύτερη επισήμανση, σχετίζεται με όσα έγγραφα κατατέθηκαν στη δίκη, δίχως οι συντάκτες αυτών να προσέλθουν στο Δικαστήριο για να δώσουν πρωτογενή μαρτυρία. Για παράδειγμα, το Τεκμήριο 42 που κατατέθηκε από τον XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1), φέρεται να αποτελεί επιβεβαίωση της αρχιλογιστού των εναγόντων XXXXX Costiuc (ημερομηνίας 18.1.18) πως στις 26.7.07 δεν υπήρχαν οφειλόμενα τιμολόγια προς αποπληρωμή. Εισηγήθηκαν οι εναγόμενοι ότι το έγγραφο αυτό δεν μπορεί να έχει οποιαδήποτε αποδεικτική αξία επειδή υπογράφθηκε πολύ μεταγενέστερα (11 τόσα έτη) μετά τα επίδικα γεγονότα αλλά και γιατί υπογράφεται από την XXXXX Costiuc (που δεν κλήθηκε ως μάρτυς στη δίκη). Η μαρτυρία αυτή αξιολογείται - αφού είναι τωόντι αξιολογήσιμη - με βάση και το άρθρο 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, ως μηδαμινής εν προκειμένω βαρύτητας ακριβώς λόγω του ότι δεν αποτελεί (υπό τις περιστάσεις και τα επίδικα θέματα) την καλύτερη δυνατόν μαρτυρία στην απουσία και εξήγησης (ή επαρκούς εξήγησης) για την επιλογή των εναγόντων να μην κλητεύσουν ή να παρουσιάσουν ως μάρτυρα στη διαδικασία την συντάκτρια του Τεκμηρίου 42 (βλ. κατ' αναλογίαν, Pakistan Cables Limited v NSB General Trading (Overseas) Co Ltd και Άλλων
(2012)1(Β) ΑΑΔ 1711, Κολάνη, άλλως Κίκα Κολάνη ν Ταμπούρα
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1108, L & M Seamasters Limited v The Tug Boat Zohara, Σημαίας Ισραήλ και Άλλου
(2007)1(Α) ΑΑΔ 303, Katsiantonis v Frantzeskou
(1981)1 CLR 566, Misirlizade v Municipality of Nicosia
(1976)1 CLR 413). Τα ίδια, εννοείται (και είναι ορθή προς τούτο η επισήμανση των δικηγόρων των εναγόντων στην αγόρευση τους), αφορούν και στη μη κλήτευση ως μαρτύρων από τους εναγομένους των συχνώς αναφερομένων στη μαρτυρία XXXXX Ραβάνη και XXXXX Τερζή. Με μια όμως σημαίνουσα διαφοροποίηση. Στο ότι, δηλαδή, πτυχές επί των οποίων τα πρόσωπα αυτά θα μπορούσαν να καταθέσουν - όπως λόγου χάριν για τα περί υπογραφής στις 30.1.07 της συμφωνίας τερματισμού τής συμφωνίας διανομής (βλ. Τεκμήριο 35), για τη συνομολόγηση της συμφωνίας ημερομηνίας 1.3.05 (βλ. Τεκμήριο 24), αλλά και για τα περί της συνάντησης των διαδίκων στην Λευκωσία την 28.10.06 (στην οποία ως δηλώθηκε από την XXXXX Thomas (MY1) παρών μαζί της ήταν και ο XXXXX Ραβάνης), ως και τα της συνάντησης στο Βουκουρέστι στις 4.10.07 όπου (και πάλιν κατά την μάρτυρα) συμμετείχε ξανά ο XXXXX Ραβάνης - έτυχαν αναφορών σε πρωτογενές επίπεδο και διάσταση από την εκεί παρευρισκόμενη XXXXX Thomas (MY1), της οποίας η μαρτυρία υπέχει βαρύτητας ως προς το περιεχόμενο τού τι αυτή στόχευσε να καταδείξει. Η τρίτη επισήμανση, καταπιάνεται με την αποδοχή εξωγενούς μαρτυρίας επί εγγράφων κατ' εξαίρεσιν του γενικού αποδεικτικού κανόνα που απαγορεύει τέτοιο χειρισμό (βλ. κατ' αναλογίαν, Polykarpou v Polykarpou and Others
(1982)1 CLR 182, 190-192). Εδώ, ως εκ της αντιδικίας, ενυπήρχε νομικώς και πραγματικώς δυνατότητα εισαγωγής τέτοιας μαρτυρίας για την εγκυρότητα και φύση των όποιων συμφωνηθέντων ή αποτυπωθέντων εγγράφως για θεματικές που αφορούσαν και αφορούν στην επίμαχη αντιδικία (βλ. κατ' αναλογίαν, Mavrou v Theodorou
(1984)1 CLR 635, 638-641). Η τέταρτη επισήμανση (ουχί αποσυναρτημένης στην ουσία της από την δεύτερη επισήμανση), καθάπτεται τής μη κλήτευσης της XXXXX Costiuc και άλλων ατόμων από τους διαδίκους. Αναμφιβόλως, αμφότεροι οι διάδικοι είχαν δικαίωμα να καλέσουν οποιονδήποτε μάρτυρα επιθυμούσαν και ως εκ τούτου η επιλογή (ή η παράλειψη τους) να πράξουν έτσι δεν μπορεί, δίχως άλλο και εξ ορισμού να επενεργήσει εναντίον τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Λοφίτης ν Δημητρίου και Άλλης
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1402, 1410). Μηδέ και η μη κλήτευση των προσώπων αυτών θα μπορούσε να εκληφθεί ως μαρτυρία για το τι τούτοι δυνατόν να έλεγαν αν καλούνταν ως μάρτυρες αφού ουδείς γνωρίζει τι θα έλεγαν και πώς θα το έλεγαν (βλ. κατ' αναλογίαν, Μαυρουδή και Άλλης ν Valerik
(2009)1(B) AAΔ.1232, 1239). Η πέμπτη επισήμανση, συνδέεται με τη θέση/νύξη των εναγόντων στις αγορεύσεις, πως οι εναγόμενοι «. περιορίστηκ[αν] σε ένα μάρτυρα μόνο και ελάχιστα Τεκμήρια .». Η τοποθέτηση, αποτμημένη από το σύνολο της μαρτυρίας και άνευ ετέρου, δεν συγκροτεί ανελαστική αξιολογική μεταβλητή της μαρτυριακής αξιοπιστίας και δυναμικής τής εκδοχής των εναγομένων (ή των εναγόντων). Το δικονομικοαποδεικτικό αυτό ζήτημα ταξινομείται ως ποιοτικό και όχι ως ποσοτικό/αριθμητικό (βλ. κατ' αναλογίαν, Reniger v Fogossa
(1551)75 ER 1). Περνώ στα (συμπληρωματικά) τελικά ευρήματα και συμπεράσματα, με κάποιες επαναλήψεις να είναι αναπόφευκτες ένεκα και της αλληλουχίας των γεγονότων αλλά και της αναγκαιότητας για αρραγή συνοχή και ειρμό στα καταγραφόμενα. Ως αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων μου ταξινομούνται και τα όσα έχουν ήδη αναφερθεί πιο πάνω ως περιγραφή και ανάλυση (υπό τις στοχεύσεις που κατά περίπτωσιν συζητούνταν), δίχως κατ' ανάγκην τούτα να προσδιορίζονται ορολογικώς ως ευρήματα ή και ως συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζερβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2357, 2373, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Μαλιώτη (Αρ 2)
(1998)2 ΑΑΔ 167, 176). Οι ενάγοντες είναι εταιρεία νομοτύπως εγγεγραμμένη στην Ρουμανία. Οι εναγόμενοι είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ελλάδα, με έδρα την Γλυφάδα, ασχολούμενοι κυρίως με τις εισαγωγές, το εμπόριο και τις επισκευές εργαλείων, εργαλειομηχανών, μηχανών κήπου και οικιακών ηλεκτρικών μικροσυσκευών των προϊόντων Black & Decker και Dewalt. Το προηγούμενο όνομα των εναγομένων ήταν Black & Decker (Ελλάς) ΑΕ. Από τον Ιανουάριο 1998 μέχρι τον Ιούλιο 2008, τη θέση της Οικονομικής Διευθύντριας και Αντιπροέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου των εναγομένων κατείχε η XXXXX Thomas (ΜΥ1), η οποία από τον Αύγουστο 2008 κατέχει τη θέση της Γενικής Διευθύντριας των εναγομένων. Την 24.2.03 οι διάδικοι υπέγραψαν μεταξύ τους τη συμφωνία διανομής (βλ. Τεκμήριο 16). Μέχρι εκείνη την ημερομηνία και από το 1995, αποκλειστικός αντιπρόσωπος των εναγομένων και διανομέας των προϊόντων Black & Decker και Dewalt στην επικράτεια της Βουλγαρίας, της Ρουμανίας και της Μολδαβίας, ήταν η Besterelle LLC, εταιρεία εγγεγραμμένη στις Ηνωμένες Πολιτείες Αμερικής (Delaware). Οι ενάγοντες μέχρι την 24.2.03 ενεργούσαν ως υποδιανομείς (sub-contractors) της Besterelle LLC (βλ. Τεκμήρια 5-6). Για τη χρονική περίοδο μεταξύ 15.3.02 και 31.12.02, η Besterelle LLC χρωστούσε δυνάμει τιμολογίων προς τους εναγομένους το συνολικό ποσό των €960.584,
  1. Τον Φεβρουάριο 2003 σε συνάντηση μεταξύ XXXXX Thomas (ΜΥ1) και XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1), ως διευθύνοντα συμβούλου και αποκλειστικού μετόχου των εναγόντων, στα γραφεία των εναγόντων στην Ρουμανία, συμφωνήθηκε όπως οι ενάγοντες αναλάβουν τις εργασίες της Besterelle LLC στην Βουλγαρία και Ρουμανία και συνομολογηθεί σχετική συμφωνία μεταξύ εναγόντων και εναγομένων με διάρκεια ενός έτους και με δικαίωμα ανανέωσης με τη λήξη κάθε έτους για τρία συνολικώς έτη νοουμένου ότι οι όροι και προϋποθέσεις της επικείμενης εκείνης συμφωνίας τηρούνταν από τους ενάγοντες (βλ. Τεκμήριο 15). Αυτά οδήγησαν στη σύναψη της συμφωνίας διανομής (βλ. Τεκμήριο 16) κατά την 24.2.03 και της συμπληρωματικής συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 17). Αμφότερες οι συμφωνίες υπεγράφησαν από την XXXXX Thomas (MY1) για τους εναγομένους και του XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) εκ μέρους των εναγόντων. Δυνάμει της συμφωνίας διανομής (βλ. Τεκμήριο 16) - που αντικατέστησε την προηγούμενη συμφωνία με την Besterelle LLC - οι εναγόμενοι συμφώνησαν να πουλούν και να προμηθεύουν τους ενάγοντες (και οι τελευταίοι να αγοράζουν από τους εναγομένους) τα προϊόντα με τα εμπορικά σήματα Black & Decker και Dewalt για διανομή στην Ρουμανία και Βουλγαρία. Η ισχύς της συμφωνίας διανομής (βλ. Τεκμήριο 16) θα ξεκινούσε την 1.1.03 και θα έληγε την 31.12.03, με δικαίωμα αυτόματης ανανέωσης για ένα έτος (μέχρι την 31.12.04) και εν συνεχεία για ακόμη ένα έτος (μέχρι την 31.12.05), υπό την αίρεση πως οι ενάγοντες θα συμμορφώνονταν και θα τηρούσαν πιστώς τους όρους πληρωμής κατά τα προβλεπόμενα στην παράγραφο 7 της συμφωνίας διανομής (βλ. Τεκμήριο 16) και θα επετύγχαναν τον ελάχιστο κύκλο εργασιών ως συμφωνήθηκε στους αφορώντες Όρους και Προϋποθέσεις που συναπάρτιζαν αναπόσπαστο μέρος της συμφωνίας διανομής (βλ. Τεκμήριο 16). Συμφώνως των όρων περί πληρωμής στη συμφωνία διανομής (βλ. Τεκμήριο 16), οι ενάγοντες είχαν υποχρέωση εξόφλησης των τιμολογίων των εναγομένων εντός 70 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης τους. Η συμφωνία διανομής (βλ. Τεκμήριο 16), μπορούσε να τερματιστεί από τα συμβαλλόμενα μέρη με γραπτή ειδοποίηση τριών μηνών εφόσον το έτερο συμβαλλόμενο μέρος παραβίαζε τις συμβατικές του υποχρεώσεις και ειδικότερα τους όρους πληρωμής. Διά της συμπληρωματικής συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 17), οι ενάγοντες και η Besterelle LLC αναγνώρισαν πως το χρέος της Besterelle LLC προς τους εναγομένους ανερχόταν σε €960.584,36, με τους ενάγοντες να συμφωνούν και να αναλαμβάνουν αποπληρωμή ακέραιου του ποσού αυτού προς τους εναγομένους μέχρι την 2.2.
  2. Την 5.1.05, ως το Τεκμήριο 16, συνάφθηκε συμπληρωματική συμφωνία μεταξύ εναγόντων και εναγομένων με την οποία συμφωνήθηκε ότι από την 1.1.05 οι ενάγοντες θα συνέχιζαν να ενεργούν ως αντιπρόσωποι και διανομείς των προϊόντων των εναγομένων στην Ρουμανία και μόνο, ενώ η Eurotools Ltd θα ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και διανομέας των προϊόντων των εναγομένων στην Βουλγαρία. Προσθέτως, δυνάμει συμπληρωματικής συμφωνίας ημερομηνίας 1.3.05, ως το Τεκμήριο 24, οι διάδικοι συμφώνησαν όπως η συμφωνία διανομής (βλ. Τεκμήριο 16) ανανεωθεί μέχρι την 31.12.07, με τους υπόλοιπους όρους και προϋποθέσεις να παραμένουν αμετάβλητοι. Αν και με τη συμπληρωματική συμφωνία (βλ. Τεκμήριο 17), οι ενάγοντες ανέλαβαν την πλήρη αποπληρωμή των €960.584,36 μέχρι την 2.2.05, στις 31.12.05 (ως πηγάζει από την επιστολή/Τεκμήριο 27), εξακολουθούσε να οφείλεται από τους ενάγοντες προς τους εναγομένους ποσό ύψους €6.576,
  3. Καταληκτικώς, οι ενάγοντες αποπλήρωσαν τα χρήματα αυτά με μεγάλη καθυστέρηση εντός του
  4. Μολονότι βάσει της συμφωνίας διανομής (βλ. Τεκμήριο 16), οι ενάγοντες υποχρεούνταν σε αποπληρωμή κάθε τιμολογίου των εναγομένων εντός του χρόνου των 70 ημερών από την έκδοση αναλαμβάνοντας και πραγματοποίηση ελάχιστου ετήσιου κύκλου εργασιών, οι ενάγοντες παραβίαζαν κατ' επανάληψιν τους όρους αποπληρωμής και δεν κατόρθωσαν να πετύχουν τον συμφωνημένο κύκλο εργασιών με συνεπόμενο, το δεύτερο εξάμηνο 2006, να συσσωρευτούν (ως ληξιπρόθεσμα και οφειλόμενα), διάφορα χρηματικά ποσά προς τους εναγομένους. Οι ενάγοντες αντιμετώπιζαν και προβλήματα στη συνεργασία τους με τα καταστήματα Metro και Praktiker μη δυνάμενοι να ανταποκριθούν στις αυξανόμενες απαιτήσεις των καταστημάτων αυτών, με αποτέλεσμα να προκύψουν πολλά παράπονα περί τούτου (βλ. Τεκμήρια 30a, 30β, 51). Παρά τις συνεχείς εκκλήσεις των εναγομένων τα προβλήματα δεν επιλύθηκαν, με επακόλουθο η Praktiker να ζητήσει από τους εναγομένους τον Σεπτέμβριο 2006 την αντικατάσταση των εναγόντων με άλλους διανομείς. Όλα αυτά μετέγραψαν σε αναγκαία τη διενέργεια συνάντησης των εναγομένων με τον εκπρόσωπο των εναγόντων XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) για να συζητηθούν τα περί ων ο λόγος θέματα και ειδικότερα τα περί μη έγκαιρης αποπληρωμής των τιμολογίων των εναγομένων και τα επί του εδάφους πρακτικά προβλήματα με τα καταστήματα Metro και Praktiker. Η (πολλά αναφερόμενη) συνάντηση έγινε στις 28.10.06 στο Ξενοδοχείο Holiday Inn στην Λευκωσία. Παρευρέθηκαν εκεί εκ μέρους των εναγομένων, η XXXXX Thomas (MY1) και εκ μέρους των εναγόντων, ο XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1). Ο XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1), επιχειρηματολόγησε για το ότι η διατήρηση των προϊόντων Black & Decker δημιουργούσε τεράστιες ζημιές στην επιχείρηση του επιβαρύνοντας και το ταμειακό πρόγραμμα των εναγόντων, με παρεπόμενο το συγκεκριμένο οργανωτικό μοντέλο να καθίσταται μη βιώσιμο. Ο XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) εκδήλωσε αδυναμία συνέχισης τής αντιπροσώπευσης των προϊόντων Black & Decker αφού, ως είπε, η επιχείρηση μεγάλωνε και δεν μπορούσε τούτος να αντεπεξέλθει. Ακολούθως, επεξηγήθηκε στον XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) και από την XXXXX Thomas (MY1), ότι θα υπογράφονταν δύο ξεχωριστές συμβάσεις με τον κάθε διανομέα, μια για τα προϊόντα Black & Decker και μια για τα προϊόντα Dewalt και πως ένεκα τούτου οι ενάγοντες θα μπορούσαν να συνεχίσουν να ενεργούν ως αντιπρόσωποι και διανομείς των εναγομένων, μονάχα για τα προϊόντα Dewalt. Διασαφηνίστηκε στον XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) ότι εάν επιθυμούσε να συνεχίσει τη συνεργασία με τους εναγομένους για τα προϊόντα Dewalt θα έπρεπε να συμμορφωνόταν με τους όρους πληρωμής ως τούτοι διαλαμβάνονταν στη συμφωνία διανομής (βλ. Τεκμήριο 16) και να προχωρούσε αμέσως με αποπληρωμή των χρωστούμενων προς τους εναγομένους. Από την παράβαση των όρων πληρωμής από τους ενάγοντες, οι εναγόμενοι είχαν δικαίωμα βάσει των προβλεπομένων στη συμφωνία διανομής (βλ. Τεκμήριο 16) να την τερματίσουν ανά πάσαν στιγμήν τόσον για τα προϊόντα Black & Decker όσον και για τα προϊόντα Dewalt. Η συμφωνία διανομής (βλ. Τεκμήριο 16) θα ίσχυε μέχρι την 31.12.07 χωρίς υποχρέωση ανανέωσης από τους εναγομένους. Κανείς ισχυρισμός των εναγόντων περί απατηλού και δόλιου σχεδίου των εναγομένων με σκοπό την μη συνέχιση της συνεργασίας εναγόντων-εναγομένων καταδείχθηκε, τοσούτω δε μάλλον αποδείχθηκε από τους ενάγοντες. Ακριβώς το αντίθετο. Εκείνο που φύεται από την αξιόπιστη μαρτυρία είναι πως λόγω της μακρόχρονης συνεργασίας των εναγομένων με τους ενάγοντες και δη με τον XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1), αντί οι εναγόμενοι να τερματίσουν τη συμφωνία διανομής (βλ. Τεκμήριο 16), ως είχαν κάθε δικαίωμα να πράξουν με βάση τους όρους της, αποφασίστηκε από αυτούς όπως δοθεί μια τελευταία ευκαιρία στους ενάγοντες και στον XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) να αποδείξουν ότι μπορούσαν να διεξάγουν κατά βιώσιμο τρόπο τη σχετική επιχειρηματική δραστηριότητα. Μηδέποτε κατά τη συνάντηση των διαδίκων στην Λευκωσία στις 28.10.06 ή σε διαφορετικό χρόνο συμφωνήθηκε πως οι ενάγοντες θα ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι και διανομείς των εναγομένων για χρονικό διάστημα μετά την 31.12.
  5. Το μόνον που συμφωνήθηκε στη συνάντηση τη μέρα εκείνη μεταξύ των διαδίκων ήταν το ότι οι ενάγοντες δεν θα συνέχιζαν να ενεργούν ως αντιπρόσωποι και διανομείς των εναγομένων για τα προϊόντα Black & Decker και πως βασικό προαπαιτούμενο για να υπογραφόταν συμφωνία για τα προϊόντα Dewalt θα ήταν η αποπληρωμή των ληξιπρόθεσμων και οφειλόμενων ποσών προς τους εναγομένους. Δύο μέρες μετά τη συνάντηση των μερών (ήτοι την 30.10.06), ο XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς τους εναγομένους (μέσω της XXXXX Thomas (MY1)), ως το Τεκμήριο 31, από το οποίο αναφύεται πως τούτος ήταν ευχαριστημένος από τη δυνατότητα που του είχαν προσφέρει οι εναγόμενοι να συνεχίσει να ενεργεί ως διανομέας των προϊόντων Dewalt αλλά και με την απόφαση που είχε ληφθεί για τερματισμό της συμφωνίας διανομής (βλ. Τεκμήριο 16) για τα προϊόντα Black & Decker. Σε απάντηση του ηλεκτρονικού μηνύματος του XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1), η XXXXX Thomas (MY1) απέστειλε προς αυτόν ηλεκτρονικό μήνυμα (βλ. Τεκμήριο 32), στο οποίο γίνεται αναφορά σε προτεινόμενη συνεργασία αλλά και στους προϋποθετικούς όρους για κάτι τέτοιο. Την 11.12.06, ως το Τεκμήριο 33, οι εναγόμενοι απέστειλαν προς τον XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) προσχέδια δύο συμβάσεων για τη συμφωνία τερματισμού της συμφωνίας διανομής και για την προτεινόμενη νέα συμφωνία για τα προϊόντα Dewalt (βλ. Τεκμήριο 33). Οι εναγόμενοι ήσαν ξεκάθαροι στο ότι η σύναψη της νέας συμφωνίας για τα προϊόντα Dewalt προϋπόθετε αδηρίτως αποπληρωμή των οφειλόμενων και πληρωτέων προς αυτούς ποσών. Την 30.1.07 ο XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) εκ μέρους των εναγόντων και η XXXXX Thomas (MY1) μαζί με κάποιον άλλον (για τους εναγομένους), υπέγραψαν τη συμφωνία τερματισμού της συμφωνίας διανομής, ως το Τεκμήριο
  6. Δυνάμει αυτής συμφωνήθηκε ο τερματισμός της συμφωνίας διανομής (βλ. Τεκμήριο 16) αναδρομικώς από την 31.12.06, με τους ενάγοντες να αναγνωρίζουν πως το οφειλόμενο ποσό προς τους εναγομένους κατά την ημερομηνία εκείνη ήταν €568.754,28 και να συμφωνούν ότι θα διατηρούσαν οποιαδήποτε αξίωση εναντίον των εναγομένων, αποποιούμενοι ταυτοχρόνως κάθε δικαιώματος εναντίον τους απορρέοντος από τη συμφωνία διανομής (βλ. Τεκμήριο 16). Συναρτώμενα με όσα είχαν συζητηθεί μεταξύ των διαδίκων στη συνάντηση στην Κύπρο τον Οκτώβριο 2006 και παρά τον τερματισμό της συμφωνίας διανομής (βλ. Τεκμήριο 35), από την 1.1.07 οι ενάγοντες συνέχισαν να ενεργούν ως αντιπρόσωποι και διανομείς των εναγομένων μόνον όσον αφορά στα προϊόντα Dewalt και τούτο (στη βάση της συμφωνίας διανομής/Τεκμήριο 16) μέχρι την 31.12.
  7. Οι εναγόμενοι ουδέποτε διαβεβαίωσαν ή υποσχέθηκαν ή συμφώνησαν ότι θα υπογραφόταν νέα συμφωνία διανομής μετά την 31.12.
  8. Πρόθεση τους, που επανειλημμένως είχε κοινοποιηθεί προς τους ενάγοντες ήταν να μελετηθεί το ενδεχόμενο επιπρόσθετης συνεργασίας των μερών για τα προϊόντα Dewalt εφόσον εξοφλούνταν το ληξιπρόθεσμο χρέος των εναγόντων προς τους εναγομένους. Ένδειξη τού ότι οι εναγόμενοι ήσαν έτοιμοι να συνάψουν νέα συμφωνία με τους ενάγοντες (υπό τους τιθέμενους όρους και προϋποθέσεις), ήταν και το ότι οι ενάγοντες είχαν στείλει από τον Δεκέμβριο 2006 προσχέδιο της νέας συμφωνίας προς τον XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1). Το ότι η νέα συμφωνία δεν υπογράφθηκε ταυτοχρόνως με τη λύση της συμφωνίας διανομής (βλ. Τεκμήρια 16 και 35) οφειλόταν ολοκληρωτικώς στην αδυναμία των εναγόντων να εξασφαλίσουν εγκαίρως χρηματοδότηση ώστε να δύνανται να αποπληρώσουν τους εναγομένους (βλ. Τεκμήρια 36-37). Αυτό, δημιουργούσε μεγάλη ανησυχία στους εναγομένους και στη διοίκηση τους. Ως εκ τούτου, διά της XXXXX Thomas (MY1), επικοινωνούσαν τακτικώς με τους ενάγοντες και τον XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) για να διευκρινίσουν εάν είχαν πρόθεση να διευθετήσουν τις οφειλές τους προς τους εναγομένους, παρ' όλες όμως τις ρητές δεσμεύσεις και υποσχέσεις των εναγόντων τούτοι δεν αποπλήρωσαν ολικώς τα χρωστούμενα. Αντ' αυτού, στις 19.7.07 και 26.7.07 προέβησαν σε δύο πληρωμές ύψους €352.309,25 και €26.938,76 αντιστοίχως. Εντούτοις, παρέμεινε υπόλοιπο €177.000,00 (αφού τα εν συνόλω χρωστούμενα €257.747,31 εμπερίκλειε το ποσό αυτό γιατί το υπόλοιπο είχε τιμολογηθεί «. μέσα στη χρονιά και δεν είχε λήξει ακόμα .»). Μολοντούτο, ο XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1), ως το Τεκμήριο 40, προέταξε την 26.7.07 - αδικαιολογήτως με βάση τα ενεστώτα ευρήματα - πως οι ενάγοντες δικαιούνται να έχουν «. υπογεγραμμένο το τριετές συμβόλαιο [τους].». Τότε έγινε αντιληπτό στους εναγομένους ότι οι ενάγοντες, για ακόμη μια φορά, δεν θα μπορούσαν να υλοποιήσουν τα συμφωνηθέντα. Ως εκ τούτου και δοσμένου πως οι ενάγοντες για επτά τόσους μήνες μετά την ανάληψη υποχρέωσης από μέρους τους για πλήρη αποπληρωμή των οφειλόμενων, απέτυχαν να το πράξουν, λήφθηκε απόφαση από τους εναγομένους πως η συνεργασία τους με τους ενάγοντες δεν θα ανανεωνόταν. Ως εκ της απόφασης των εναγομένων, στάλθηκε προς τους ενάγοντες (τη προσοχή του XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1)), επιστολή ημερομηνίας 31.7.07 (βλ. Τεκμήριο 41) με την οποία τους ενημέρωναν επισήμως ότι ως εκ της παράβασης της συμφωνίας διανομής (βλ. Τεκμήριο 16) - αλλά και άλλων τινών ως τούτα περιγράφονται στο υπό αναφοράν έγγραφο - δεν θα προχωρούσαν στην ανανέωση της συμφωνίας μετά τη λήξη της (την 31.12.07). Η ανανέωση αποτελούσε εύλογη και λογική επιλογή ως συμβατικώς ελεγχόμενη διακριτική ευχέρεια από τους εναγομένους, προπάντων υπό τις περιστάσεις και τη δεδηλωμένη θέση των εναγόντων - και του XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) - πως δεν θα μπορούσαν να προχωρήσουν με τη στήριξη των προϊόντων Black & Decker. Την επομένη, οι εναγόμενοι απέστειλαν άλλη επιστολή προς τους ενάγοντες - τη προσοχή του XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) - στην οποία επαναλαμβανόταν η απόφαση των εναγομένων να μην ανανεώσουν τη συνεργασία τους με τους ενάγοντες πέραν της 31.12.07 (βλ. Τεκμήριο 67). Επακολούθησε συνάντηση στο Βουκουρέστι την 4.10.07 στην οποία συμμετείχαν (ανάμεσα σε άλλους), η XXXXX Thomas (MY1) και XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1), όπου συζητήθηκαν οι λεπτομέρειες της λύσης τής συνεργασίας. Εκεί, προτάθηκε από την XXXXX Thomas (ΜΥ1) προς τον XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1), όπως αφαιρεθεί (από τους εναγομένους) χαριστικώς ποσό €50.000,00 από τα οφειλόμενα ως αναγνώριση της μακρόχρονης συνεργασίας των δύο μερών. Συναφής είναι και η επιστολή ημερομηνίας 9.10.07 την οποία απέστειλε ο XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) προς τους εναγομένους, ως το Τεκμήριο 64, όπου ο XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) αναφέρεται στη συνάντηση και στην αποδοχή της πρότασης για χαριστική αφαίρεση του ποσού των €50.000,00 («. I understood and accept XXXXX proposal for EURO 50.000,00 as a gift for my thirteen years of effort in Romania .»). Περιπλέον, σε έτερη επιστολή προς τους εναγομένους ημερομηνίας 12.10.07 (βλ. Τεκμήριο 65), ο XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) παραδέχεται οφειλόμενο υπόλοιπο προς τους εναγομένους ύψους €191.172,51, προτείνοντας συνάμα και τρόπους αποπληρωμής του ληξιπρόθεσμου αυτού ποσού από τους ενάγοντες. Οι ενάγοντες δεν εξόφλησαν το οφειλόμενο, με συνεπακόλουθο οι εναγόμενοι να αναγκαστούν περί τον Δεκέμβριο 2007 να προβούν και σε κατάπτωση της εγγυητικής που είχε δοθεί από τους ενάγοντες ώστε να καταστεί εφικτή η εξόφληση των ληξιπρόθεσμων υπολοίπων τους. Σχετικό είναι και ηλεκτρονικό μήνυμα που αποστάλθηκε από τους εναγομένους προς τον XXXXX Γεωργίου (ΜΕ1) την 18.12.07, ως το Τεκμήριο
  9. Περαιτέρω - όσον αφορά στους ισχυρισμούς των εναγόντων για την Romstal Imex SRL (που λειτουργεί στην Ρουμανία ασχολούμενη με την προμήθεια υδραυλικών σωλήνων και ειδών υγιεινής) - δεν υπήρξε ποτέ διαγωνισμός για αγορά προϊόντων Dewalt από την εταιρεία αυτή. Οι εναγόμενοι ούτε επηρέασαν μήτε και εξώθησαν την εταιρεία σε μη συνεργασία με τους ενάγοντες (βλ. Τεκμήριο 69). Παρεμπιπτόντως (και για ό,τι τούτο θα μπορούσε να αξίζει) ο XXXXX Χρυσάνθου (ΜΕ2) μαζί με την εταιρεία του Χρύσανθος Χρυσάνθου και Υιός Λτδ, ήσαν επί σειρά ετών αντιπρόσωποι και διανομείς των εναγομένων στην Κύπρο. Ωστόσο από το 2011 είχαν παρουσιαστεί προβλήματα στη συνεργασία τους με τους εναγομένους αφού η εταιρεία δεν πλήρωνε τα τιμολόγια που εκδίδονταν από τους εναγομένους βάσει των όρων αποπληρωμής κατά τις μεταξύ τους συμφωνίες και δεν επετύγχανε τους συμφωνημένους κύκλους εργασιών. Μετά από ανεπιτυχείς προσπάθειες επίλυσης των διαφωνιών και των ληξιπρόθεσμων ποσών που η εταιρεία όφειλε προς τους εναγομένους, οι εναγόμενοι αναγκάστηκαν να κινηθούν νομικώς εναντίον της εταιρείας του XXXXX Χρυσάνθου (ΜΕ2) στην Ελλάδα, με τις σχέσεις των εναγομένων με τον μάρτυρα αυτόν να κατατάσσονται πια ως ανύπαρκτες. Στη βάση αυτών, αποτελεί εύρημα μου πως η αξίωση των εναγόντων εναντίον των εναγομένων δεν μπορεί να επιτύχει είτε στη βάση της κατ' ισχυρισμόν παραβίασης συμφωνίας εκ πλευράς εναγομένων είτε στη βάση απάτης, δόλου, ή και κωλύματος λόγω υποσχέσεων των εναγομένων προς τους ενάγοντες. Οι λόγοι για τούτο έχουν επεξηγηθεί. Προσθέτω μόνον (περί του προτασσόμενου δόλου ή και απάτης των εναγομένων), ότι τίποτε από τα όσα οι ενάγοντες παρέθεσαν, παρμένα ακόμη και στο απόγειο τους (και με δεκτή καθ' υπόθεσιν την αξιοπιστία της μαρτυρίας που τα στηρίζει), θα μπορούσαν αντικειμενικώς να οδηγήσουν σε διαπίστωση, συμπέρασμα ή και εύρημα για ύπαρξη από μέρους των εναγομένων της απαιτούμενης πρόθεσης επιτέλεσης των όσων οι ενάγοντες τούς καταμαρτυρούν. Παρεμβάλλω, ότι η κωδικοποιηθείσα θέση των εναγόντων στη γραπτή τους αγόρευση πως οι εναγόμενοι μηχανεύθηκαν τα περί παγκόσμιας στρατηγικής, στοχεύοντας στον τερματισμό της συμφωνίας με τους ενάγοντες διά ψευδών υποσχέσεων και άλλων παρόμοιων (ως έτυχαν ανάλυσης ανωτέρω), στερούνται και αυτά πειστικότητας και αποδεικτικότητας, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς μια άλλη θέση των εναγόντων (και πάλι στη γραπτή τους αγόρευση) - η οποία συζητήθηκε πιο πάνω μα υπό διάφορη οπτική - ότι οι εναγόμενοι ως «. αναπόσπαστο κομμάτι μιας πανίσχυρης και παγκόσμιας εταιρείας προϊόντων Black & Decker και Dewalt .» εκμεταλλεύτηκαν τους ενάγοντες μετερχόμενοι μεθόδων απαλλαγής τους από αντιπροσώπους και διανομείς. Το συλλογιστικό κενό της θέσης αυτής σύγκειται στο ότι, από την όλη συμπεριφορά των διαδίκων, οι εναγόμενοι δεν φαίνεται να είχαν ιδιαίτερα νομικά ή και οικονομικά εμπόδια στο να αποφασίσουν κατά τον τρόπο που αποφάσισαν, χωρίς πολλά και δίχως ανάγκη σκηνοθεσίας μιας κατάστασης, η οποία αυτονοήτως, μόνον περιπλοκές θα επέφερε στους ίδιους και σε όσους θα συμμετείχαν σε αυτή. Η αδιάσειστη έγγραφη μαρτυρία, όπως αναλύθηκε, δείχνει εναργώς ότι οι εναγόμενοι παρ' όλες τις δυσχέρειες που αντιμετώπιζαν στη συνεργασία τους με τους ενάγοντες, έδωσαν ευκαιρίες σε αυτούς μετά από συζητήσεις και ανταλλαγή απόψεων για επίλυση των προκυπτόντων προβλημάτων, υπό κάποιες αιρέσεις και όρους που οι ενάγοντες απέτυχαν να ικανοποιήσουν για λόγους που αναπτύχθηκαν. Έτσι τα περί δόλου και απάτης (ως δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης), δεν αποδείχθηκαν εναντίον των εναγομένων σε οποιαδήποτε έκφανση τους (βλ. κατ' αναλογίαν, Τσιάρτας και Άλλου ν Alocay Holdings Ltd και Άλλου
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1523, 1538-1539, Χριστοφόρου και Άλλων ν Barclays Bank Plc
(2009)1(A) AAΔ.25, 30-31). Ούτε καν σε απλές υποψίες θα μπορούσε η μαρτυρία των εναγόντων να κατευθύνει για τα περί δόλου και απάτης, πόσω δε μάλλον σε μια στέρεη και ουσιαστική βάση για κάτι τέτοιο (βλ. κατ' αναλογίαν, Chr Petrides Tradelinks Ltd v Πετρίδου, ΠΕ 201/12, ημ. 7.2.18). Παρομοίως - χωρίς αυτό να σταχυολογείται ως παντελώς ασύνδετο με τα προηγηθέντα - καμιά μαρτυρία από εκείνη που δόθηκε θα μπορούσε λογικώς να συνηγορήσει με τη θέση των εναγόντων περί ισχύος εξ υποσχέσεως κωλύματος αφού από το σύνολο του μαρτυριακού υλικού δεν προκύπτει αντικειμενικώς (πέραν του γεγονότος πως η μαρτυρία των εναγόντων κρίθηκε ως ολοσχερώς αναξιόπιστη σε κάθε πτυχή της συμπεριλαμβανομένης και εκείνης που αφορά στα περί των αποζημιώσεων που θα δικαιούνταν σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής), ότι οι εναγόμενοι ενήργησαν κατά τρόπον που θα μπορούσε να δικαιολογήσει εξαγωγή τέτοιου συμπεράσματος. Οι εναγόμενοι δεν έδωσαν ποτέ υποσχέσεις, διαβεβαιώσεις ή συμπεριφέρθηκαν με τρόπο που να προκύπτουν θέματα αποκλεισμού, απεμπόλησης ή πρόθεσης επηρεασμού των μετά των εναγόντων νομικών τους σχέσεων και πως δεν θα επέμειναν στα νομικά τους δικαιώματα αναμένοντας ότι οι ενάγοντες θα ενεργούσαν επί αυτών των υποσχέσεων, διαβεβαιώσεων ή συμπεριφοράς (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριακές Αερογραμμές Δημόσια Λτδ ν Αντωνίου, ΠΕ 101/13, ημ. 16.7.19, Ελληνική Τράπεζα Λτδ ν Πολυδωρίδη και Άλλων
(1993)1 ΑΑΔ 68, 80). Εν κατακλείδι. Οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την αγωγή εναντίον των εναγομένων στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.