← Κύπρος

Ι & G ELECTRICAL SERVICES CO LTD ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1950/09, 22/11/2019

Ι & G ELECTRICAL SERVICES CO LTD ν. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αρ. Αγωγής: 1950/09, 22/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία

Article 1of Protocol No 1 to the European Convention on Human Rights, 2019, σελ.

7-15, L Sermet, The European Convention of Human Rights and Property Rights, Human Rights Files No 11 Rev, 1998, σελ. 11-19). Ως αναφέρεται, εξίσου βαρυνόντως, στο σύγγραμμα των B Rainey, E Wicks, C Ovey, Jacobs, White, and Ovey: The European Convention on Human Rights, 7η Έκδ., 2017, σελ. 560, η ουσία της αποστέρησης περιουσίας αφορά στην εξαφάνιση (όπως εδώ εν σχέσει προς τους ενάγοντες), των νομικών δικαιωμάτων του ιδιοκτήτη ή του δικαιούχου και κάτι τέτοιο «. can arise in a number of circumstances. Where a claim is made that there has been a deprivation of property in the absence of a formal transfer of ownership the Court will examine the realities of the situation in order to determine whether there has been a de facto expropriation. An interference which does not constitute a formal of de facto expropriation may nevertheless constitute a means of control of the property which falls within Article 1 of Protocol 1. An obvious illustration is where a Contracting Party subjects property to a continuing tenancy at terms set by the State .». Περιπλέον, δεν υπήρξαν στη προκειμένη περίπτωση ειδικά εσωτερικά μέτρα ή συγκεκριμένη νομοθεσία που να διέπει όσα η Κυπριακή Δημοκρατία έπραξε, παραλείποντας κιόλας να ενημερώσει τους ενάγοντες για τις τελεσίδικες αποφάσεις της οι οποίες οδήγησαν στην αποστέρηση περιουσιακών τους δικαιωμάτων κατά τρόπο ανατρεπτικό και ισοπεδωτικό (βλ. Council of Europe, European Court of Human Rights,

Article 1of Protocol No 1 to the European Convention on Human Rights, 2019, σελ.

19-25). Η Κυπριακή Δημοκρατία επέλεξε τη διαγραφή των χρεών του Ιράκ ώστε να μην βρεθεί η ίδια υπόλογη σε χρέη. Ως αναφέρεται στην παράγραφο 30 του ενημερωτικού σημειώματος (βλ. Τεκμήριο 35) «. επισημάνθηκε ότι σε περίπτωση που αποφασισθεί να υιοθετηθούν οι πρόνοιες του «Draft Bilateral Agreement» χωρίς προηγουμένως να γίνει συμψηφισμός των χρεών μεταξύ των δύο χωρών, και το Ιράκ εμμένει να πληρωθεί το ποσό των $7 εκ. περίπου που του οφείλουν οι Κυπριακές Εταιρείες Πετρελαιοειδών, τότε η Κύπρος στην ουσία θα χαρίσει όλα τα χρέη του Ιράκ, επειδή το 80% των $40εκ. ανέρχεται σε $32 εκ. και το υπόλοιπο 20% αντιστοιχεί με $8 εκ. που είναι σχεδόν ίσο με τις οφειλές των Κυπριακών Εταιρειών Πετρελαιοειδών, χωρίς να υπολογίζονται οι τόκοι που ενδεχομένως θ΄ απαιτήσει το Ιράκ για τα $ 7 εκ.. Συμπερασματικά, σε τελική ανάλυση η Κύπρος θα οφείλει προς το Ιράκ κάποια ποσά αντί το Ιράκ να οφείλει στην Κύπρο εάν γίνει αποδεκτή η διαγραφή του 80% των χρεών του». Έτσι η Κυπριακή Δημοκρατία αποφάσισε, πως για τους λόγους που εξετέθησαν στην τελευταία περικοπή, οφείλονται σε αυτή τα χρέη του Ιράκ αποφασίζοντας τη σχετική διαγραφή των υπολοίπων, ξέροντας καλώς, ως ήδη κατεγράφη διά ευρήματος με αναφορά στο Τεκμήριο 35 (υπό κάπως διάφορη γωνία), για την πιθανότητα έγερσης αξιώσεων εναντίον της από τις επηρεαζόμενες κυπριακές εταιρείες. Η Κυπριακή Δημοκρατία επέλεξε να θεωρήσει ως δικό της περιουσιακό στοιχείο τα χρέη του Ιράκ και να το ανταλλάξει με περιουσιακό στοιχείο του Ιράκ. Υπήρξε συμψηφισμός των χρεών αυτών του Ιράκ και συμφωνία για ακύρωση των χρεών του Ιράκ σε ιδιωτικές κυπριακές εταιρείες εις αντάλλαγμαν μεταβίβασης περιουσιακού στοιχείου από το ένα κράτος στο άλλο κράτος (βλ. Τεκμήρια 38 και 39). Η θέση της Κυπριακής Δημοκρατίας για τα χρέη προς το Ιράκ συνοψίζεται εξάλλου - με το εύρημα του παρόντος Δικαστηρίου να απορρέει από ανεξάρτητη αυτοτελή δικαστική κρίση βάσει νομολογιακών και εμπεδωμένων νομικών και νομοθετικών αρχών και προνοιών - σε ένορκη δήλωση που καταχώρισε η Κυπριακή Δημοκρατία στο πλαίσιο ένστασης στην υπόθεση Solvochem France SALΡ v Δημοκρατία του Ιράκ και Άλλων ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας το 2013 (Αριθμός Αίτησης 1/06), διά ένορκης δήλωσης Λειτουργού του Υπουργείου Οικονομικών, όπου (ο ομνύων) είπε και τα εξής συναφή (βλ. Τεκμήριο 41): «

  1. Ακολούθως, σε συνάντηση του Υπουργού Οικονομικών της Κύπρου με τον ομόλογο του Υπουργό Οικονομικών του Ιράκ με την ευκαιρία των εργασιών της Ετήσιας Γενικής Συνέλευσης του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου (IMF) της Διεθνούς Τράπεζας (World Bank), υπεγράφη συμφωνία μεταξύ δύο Υπουργείων με τίτλο «Bilateral Claims» στις 20.9.2006, αντίγραφο της οποίας επισυνάπτεται ως Τεκμήριο Ε, με την οποία συμψηφίστηκαν οι οφειλές, το δε υπόλοιπο διεγράφη και ακυρώθηκε. Με συμπληρωματική επιστολή ημερομηνίας 17 Οκτωβρίου του 2007, η οποία επισυνάπτεται ως Τεκμήριο ΣΤ, ο Υπουργός Οικονομικών του Ιράκ, επιβεβαίωσε ότι με τη συμφωνία ημερομηνίας 17-10-2007 οποιαδήποτε δικαιώματα το Ιράκ κατείχε στις αξιώσεις που συγκεκριμενοποιήθηκαν στην προαναφερόμενη συμφωνία (Attachment 1), εκχωρήθηκαν προς την Κυπριακή Δημοκρατία, παραχωρώντας έτσι το δικαίωμα στην τελευταία, να προβεί στην είσπραξη των οφειλών αυτών, για δικό της πλέον λογαριασμό, πράγμα το οποίο η Κυπριακή Δημοκρατία έχει προωθήσει.
  2. Εξ΄ όσων τυγχάνω νομικής συμβουλής, όλα τα πιο πάνω, κατέστησαν την Κυπριακή Δημοκρατία δικαιούχο στις πρώην οφειλές προς το Ιράκ, με αποτέλεσμα σήμερα, αλλά και από τις 20/9/2006, τα εν λόγω ποσά να αποτελούν περιουσιακό στοιχείο της Κυπριακής Δημοκρατίας, αφού η Δημοκρατία του Ιράκ παραιτήθηκε από τα όποια δικαιώματα δυνατό να είχε επ΄ αυτών εκχωρώντας τα προς τη Κυπριακή Δημοκρατία. Τα εν λόγω ποσά πλην τα όσα αφορούσαν τους μεσεγγυούχους 5 και 6 έχουν ήδη καταβληθεί προς την Κυπριακή Δημοκρατία και ως εκ τούτου, εξ όσων λαμβάνω νομική συμβουλή, δε μπορούν να αποτελούν αντικείμενο της διαδικασίας αυτής. Τα ποσά που αφορούν τους μεσεγγυούχους 5 και 6 διεκδικούνται με αγωγή στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας, και πάλιν ως περιουσιακό στοιχείο της Κυπριακής Δημοκρατίας». Παρόμοιες τοποθετήσεις, στην ίδια δικαστική διαδικασία, είχαν καταγραφεί εκ πλευράς εναγομένου και σε άλλη ένορκη δήλωση περί το 2008 (βλ. Τεκμήριο 40). Υπομιμνήσκεται ότι η Κυπριακή Δημοκρατία κατά το ενημερωτικό σημείωμα/Τεκμήριο 35, ήξερε περί των κινδύνων καταχώρισης εναντίον της απαιτήσεων από κυπριακές εταιρείες για τους χειρισμούς της (πλην όμως συνειδητώς επέλεξε την πορεία αυτή και όχι άλλη), δίχως να πληροφορήσει τους ενάγοντες για τον συμψηφισμό, αφήνοντας τους στο σκότος για χρόνο μακρύ και όλως αδικαιολογήτως υπό τις περιστάσεις, παρ' όλη την επιμονή των εναγόντων προς την Κυπριακή Δημοκρατία να μάθουν για τις όποιες εξελίξεις. Οι ενάγοντες μετά που έτυχαν σχετικής πληροφόρησης από δημοσίευμα (βλ. Τεκμήριο 29), έστειλαν επιστολή ημερομηνίας 16.10.06 προς τον Υπουργό Οικονομικών με την οποία υπέβαλλαν ερώτημα για το πώς προτίθετο η Κυπριακή Δημοκρατία να τους αποζημιώσει (βλ. Τεκμήριο 30). Το ίδιο έπραξαν οι ενάγοντες και αργότερα διά των επιστολών/Τεκμήρια 32 και
  3. Οι ενάγοντες - και δη ο Στέλιος Γεωργίου (ΜΕ1) - έλαβαν μόνον προφορικές διαβεβαιώσεις από την Κυπριακή Δημοκρατία ότι δεν υφίστατο θέμα διαγραφής χρεών του Ιράκ. Ακολούθως, περιήλθε εις γνώσιν των εναγόντων πως στην Ετήσια Έκθεση του Γενικού Ελεγκτή της Δημοκρατίας 2006 (στη σελίδα 113), γινόταν αναφορά στα χρέη του Ιράκ και πως οι Υπουργοί Οικονομικών της Κύπρου και του Ιράκ αποφάσισαν και υπέγραψαν τη σχετική συμφωνία στις 20.9.06 με την οποία συμψηφίζονταν τα χρέη των δύο μερών και διαγράφονταν τα οποιαδήποτε υπόλοιπα (βλ. Τεκμήριο 31). Όταν τα έμαθαν αυτά οι ενάγοντες, απέστειλαν νέα επιστολή προς το Υπουργείο Οικονομικών ημερομηνίας 14.7.08 με την οποία εξέφραζαν τη θέση πως δεν είχαν λάβει γραπτή απάντηση για τις προθέσεις του Υπουργείου Οικονομικών και της Κυπριακής Δημοκρατίας για τη διαγραφή των χρεών του Ιράκ και πως έπαιρναν μονάχα προφορικές διαβεβαιώσεις ότι δεν υφίστατο θέμα τέτοιας διαγραφής. Οι ενάγοντες διατύπωσαν ανησυχία «. γιατί το νόμιμο Κυπριακό Κράτος δεν θεωρεί καθήκον του να μας [ενημερώσει] μια που είμαστε άμεσα εμπλεκόμενοι και θίγονται τα δικά μας οικονομικά συμφέροντα; Εφόσον έχετε προβεί σε διαγραφή χρεών που μας ανήκουν χωρίς την δική μας συγκατάθεση [πώς] προτίθεται η Κυπριακή Δημοκρατία να αποζημιώσει την εταιρεία μας;». Ως απάντηση, οι ενάγοντες έλαβαν επιστολή ημερομηνίας 5.8.08 από το Υπουργείο Οικονομικών διά της οποίας πληροφορούνταν «. ότι το θέμα του Ιράκ τυγχάνει χειρισμού από το Υπουργείο Οικονομικών σε συνεργασία με το Γενικό Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και το Υπουργείο Εμπορίου, Βιομηχανίας & Τουρισμού και όταν θα υπάρξουν συγκεκριμένες εξελίξεις θα σας ενημερώσουμε σχετικά .». Έκτοτε οι ενάγοντες δεν έτυχαν ενημέρωσης από την Κυπριακή Δημοκρατία. Οι ενάγοντες καλούνται να επωμιστούν όλο το βάρος της συναλλαγής μεταξύ Κυπριακής Δημοκρατίας και Ιράκ που σκοπό είχε την απόκτηση από την Κυπριακή Δημοκρατία περιουσιακών στοιχείων. Τούτο θέτει δυσανάλογη επάχθεια στους ενάγοντες και αντιτίθεται στην αρχή τής αναλογικότητας την οποία αναγνωρίζει επί τούτω και η σχετική νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων (βλ. Council of Europe, European Court of Human Rights,

Article 1of Protocol No 1 to the European Convention on Human Rights, 2019, σελ.

26-30, E Wicks, C Ovey, Jacobs, White, and Ovey: The European Convention on Human Rights, 7η Έκδ., 2017, σελ. 564-571). Η Κυπριακή Δημοκρατία (ο εναγόμενος) δεν ήγειρε εδώ υπερασπιστικώς ζήτημα αδήριτης αναγκαιότητας ή κατάστασης ανάγκης, παρά μόνο υποστηρίζει λόγους γενικούς ή και ειδικούς (όχι όμως αναγκαιότητας ή κατάστασης ανάγκης) για τους οποίους, ως λέγει, δεν φέρει ευθύνη. Οι υπερασπίσεις αυτές στερούνται αξιόπιστης μαρτυρίας και χρήζουν απόρριψης. Με αυτά - και με επίκεντρο το περιεχόμενο των Τεκμηρίων 23-25 να καθορίζει το συνολικώς οφειλόμενο (αρχικό) ποσό (χωρίς τόκους) σε $585.230,00 και το οφειλόμενο ποσό (με τόκο libor 6 μηνών), σε $1.383.098,12 - οι ενάγοντες δικαιούνται σε απόφαση ως η αξίωση στη βάση του αγώγιμου δικαιώματος τής εκ του δικαίου της επιείκειας εκχώρησης (equitable assignment). Οι ενάγοντες (διαζευκτικώς των ως άνω) απέδειξαν την αξίωση (για το ίδιο ποσό) και για το αστικό αδίκημα της ιδιοποίησης αφού - και είναι ορθή και επί αυτής της πτυχής η θέση των εναγόντων - η Κυπριακή Δημοκρατία ιδιοποιήθηκε το αναφερόμενο χρέος και επωμίστηκε όσα το συνοδεύουν (υπό τις περιστάσεις). Σύμφωνα με το άρθρο 39 του Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148, η ιδιοποίηση συνίσταται σε παράνομη φυσική πράξη η οποία επηρεάζει κινητή ιδιοκτησία και εδραιώνει αξίωση να χειρίζεται αυτή με τρόπο ασυμβίβαστο με τα δικαιώματα οποιουδήποτε προσώπου που δικαιούται στην άμεση κατοχή της. Η ιδιοποίηση προϋποθέτει απόκτηση κατοχής ορισμένου πράγματος (και τέτοιο είναι το περιουσιακό στοιχείο των εναγόντων ως αναλύθηκε), την καταχρηστική κατοχή του, την εκ μέρους του δικαιούχου αναζήτηση της κατοχής και την από μέρους του κατόχου άρνηση επιστροφής της κατοχής (βλ. κατ' αναλογίαν, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας

(2009)1(Α) ΑΑΔ 714, 726-727). Αυτά τα συστατικά έχουν σαφώς αποδειχθεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων, για όλους τους λόγους που έγινε προσπάθεια να επεξηγηθούν. Τα ως άνω αναλυθέντα, αναδεικνύουν ακόμη μια πτυχή (και τούτη προωθηθείσα από τους ενάγοντες), ήτοι εκείνη του αδικαιολόγητου πλουτισμού και της κατ' επέκτασιν υποχρέωσης της Κυπριακής Δημοκρατίας (όχι διά αυτόνομης αιτίας αγωγής αλλά κατά τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης και της επιείκειας), για μη διατήρηση του άδικου πλουτισμού που έτυχε από όφελος που αποκόμισε σε βάρος των οικονομικών και περιουσιακών συμφερόντων των εναγόντων (βλ. κατ' αναλογίαν, Minerva Finance & Investment Limited v Γεωργιάδη
(1998)1(Δ) ΑΑΔ 2173, 2180-2182). Η Κυπριακή Δημοκρατία κατέστη (εκ των συμβάντων) πλουσιότερη διά της λήψης του οφέλους που έτυχε και αυτό σε βάρος των εναγόντων και με τρόπο που θα ήταν άδικο να της επιτρεπόταν να το διατηρήσει. Το ζήτημα του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ως ευστόχως υπέδειξε στην αγόρευση της η κ. Καραολίδου, κωδικοποιείται στο άρθρο 70 του Περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, στο οποίο καθορίζεται πως αν κάποιος πράξει κάτι νομίμως για λογαριασμό άλλου ή παραδώσει σε αυτόν οτιδήποτε χωρίς πρόθεση να το πράξει χαριστικώς, ο τελευταίος (αν προσπορισθεί όφελος), υποχρεούται να αποζημιώσει τον πρώτο για την πράξη που διενεργήθηκε ή να επιστρέψει το πράγμα που παραδόθηκε (βλ. κατ' αναλογίαν, Ιωάννου ν Χαραλάμπους
(2012)1(A) ΑΑΔ 507, 511-514, Hji Loizi and Others v Iona
(1963)2 CLR 11, 17-18). Για τους λόγους που αναλύθηκαν, οι χειρισμοί της Κυπριακής Δημοκρατίας βρίσκονται αντίθετοι προς τη δικαιότητα και το λελογισμένο του πράγματος. Το ότι η Κυπριακή Δημοκρατία υπέστη και αυτή ζημιές από το όλον εγχείρημα διακανονισμού των χρεών του Ιράκ, ποσώς αμβλύνει το όφελος που απόλαυσε και εξασφάλισε σε βάρος των εναγόντων, ουδέ και τα δικαιώματα των εναγόντων έναντι του εναγομένου. Εκτός των θεματικών που αφορούν στα διαζευκτικά αγώγιμα δικαιώματα τής εκ του δικαίου της επιείκειας εκχώρησης (equitable assignment) και του αστικού αδικήματος της ιδιοποίησης - και ισχυόντων εδώ των όσων αναλύονται στην πρώτη επισήμανση και στη δεύτερη επισήμανση (ανωτέρω) - οι ενάγοντες απέδειξαν (διαζευκτικώς και πάλιν), συθέμελη παραβίαση του συνταγματικού και ανθρώπινου δικαιώματος τους στην ιδιοκτησία (ήτοι στέρηση της κινητής τους ιδιοκτησίας ως ήδη αναπτύχθηκε) και δη του Άρθρου 1 του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και του αντίστοιχου Άρθρου 23 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υπό αυτές τις συνθήκες και με το μέτρο θεραπείας που εφαρμόζεται σε τέτοιες περιπτώσεις - και διά του οποίου δεν αποκλείεται καθόλου η πλήρης αποκατάσταση του επηρεαζόμενου, ακόμη και στη βάση της επαναφοράς των πραγμάτων στην προτεραία τους κατάσταση κατά την αρχή restitutio in integrum (βλ. Council of Europe, European Court of Human Rights,

Article 1of Protocol No 1 to the European Convention on Human Rights, 2019, σελ.

29-30, L Sermet, The European Convention of Human Rights and Property Rights, Human Rights Files No 11 Rev, 1998, σελ. 38-44) - και συνεκτιμώντας τα γεγονότα της υπόθεσης (και της ολοσχερούς απουσίας πειστικών λόγων δημοσίου συμφέροντος/ωφελείας ή και της εξασφάλισης καταβολής φόρων, εισφορών ή προστίμων πίσω από την αφορώσα απόφαση της Κυπριακής Δημοκρατίας κατά τις προβλέψεις του Άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ), καταλήγω πως οι ενάγοντες δικαιούνται στην επιδίκαση όλου του ποσού που αξιώνεται με την αγωγή ως πλήρη αποκατάσταση/αποζημίωση για τη στέρηση της κινητής τους περιουσίας δίχως να συντρέχει κατιτί που να δικαιολογεί αντικειμενικώς διάφορη προσέγγιση, καθότι τούτο κρίνεται εν προκειμένω και το δίκαιο, πρόσφορο και πρέπον μέτρο θεραπείας των εναγόντων (βλ. B Rainey, E Wicks, C Ovey, Jacobs, White, and Ovey: The European Convention on Human Rights, 7η Έκδ., 2017, σελ. 562-571). Κατ' ακολουθίαν, οι ενάγοντες δικαιούνται σε πλήρη αποκατάσταση των απωλειών τους ως τούτες δικογραφούνται στην Έκθεση Απαίτησης (μετά τόκων) και επί αυτής της βάσης αγωγής, με την απόδοση του ίδιου ποσού όπως εκείνου που αποδείχθηκε αναφορικώς προς την αξίωση των εναγόντων ύψους $1.383.098,12, πλέον τόκους libor 6 μηνών, ως καταγράφηκε πιο πάνω. Οι ενάγοντες απέδειξαν την αξίωση κατά του εναγομένου στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων (στον βαθμό που τούτο κατορθώθηκε κατ' αντιπαραβολήν με τα εμπεριεχόμενα στην αγωγή), με τις υπόλοιπες βάσεις αγωγής είτε να μην στοιχειοθετούνται είτε να εντάσσονται και να αφομοιώνονται σε εκείνα που έχουν αποδειχθεί και ικανοποιηθεί. Εν κατακλείδι. Εκδίδεται απόφαση υπέρ των εναγόντων και εναντίον του εναγομένου για ποσό Δολαρίων Αμερικής $1.383.098,12 (ή το ισάξιο του ποσού αυτού σε Ευρώ), πλέον τόκο (ή το ισάξιο των ποσών που ακολουθούν σε Ευρώ), επί ποσού $44.362,20 με τόκο 6 μηνών libor προς 6,7217 από 7.1.1991 μέχρι 4.8.1991, επί ποσού $85.275,60 (40.482,30+44.793,30) προς 6,7217 από 6.2.91-4.8.91, επί ποσού $44.362,20 προς 6,7217 από 14.2.91-4.8.91, επί ποσού $174.000 (44.362,20+40.482,30+44.793,30+44,362,20) προς 6,2144 από 5.8.91-4.2.92, προς 4,2486 από 5.2.92 μέχρι 4.8.92, επί ποσού $94.730 προς 4,2486 από 25.3.92-4.8.92, επί ποσού $94.730 προς 4,2486 από 07.04.92-4.8.92, επί ποσού $52.570 προς 4,2486 από 20.07.92-4.8.92, επί ποσού $54.144 προς 4,2486 από 29.06.92-4.8.92, επί ποσού $54.144 προς 4,2486 από 18.7.92-4.8.92, επί ποσού $6.786,00 προς 4,2486 από 20.07.92 μέχρι 4.8.92, επί ποσού $54.144 προς 4,2486 από 2.8.92 μέχρι 4.8.92 και ακολούθως τόκο επί ποσού $585.230 (που αποτελεί το άθροισμα όλων των πιο πάνω ποσών ως ακολούθως: 3.6145% από 5.8.92-4.2.93, 3.4243% από 5.2.93-4.8.93, 3,5511% από 5.8.93-3.2.94, 3.6779% από 4.2.94-4.8.94, 5,1998% από 5.8.94-5.2.95, 6,6583% από 6.2.95-3.8.95, 6.0202% από 4.8.95-4.2.96, 5,2672% από 5.2.96-4.8.96, 5,7745% από 5.8.96-4.2.97, 5,7111% από 5.2.97-4.8.97, 5,8974% από 5.8.97-4.2.98, 5,7071% από 5.2.98-4.8.98, 5,8340% από 5.8.98-4.2.99, 5,1038% από 5.2.99 μέχρι 4.8.99, 5,8580% από 5.8.99-3.2.00, 6,4059% από 4.2.00-3.8.00, 6,9703% από 4.8.00-4.2.01, 5,3469% από 5.2.01-5.8.01, 3,7134% από 5.8.01-4.2.02, 2,0495% από 5.2.02 - 4.2.02, 1,7616% από 5.8.02-4.2.03, 1.3684% από 5.2.03-4.8.03, 1,2175% από 5.8.03-4.8.04, 1,9785% από 5.8.04-3.2.05, 3,0375% από 4.2.05-4.8.05, 4,036% από 5.8.05-3.2.06, 4,9411% από 4.2.06-3.8.06, 5,6329% από 4.8.06-4.2.07, 5,4788% από 5.2.07-5.8.07, 5,3336% από 6.8.07-4.2.08, 3,1567% από 5.2.08-4.8.08, 3,1592% από 5.8.08-4.2.09, 1,7826% από 5.2.09 μέχρι την καταχώριση της αγωγής (27.3.09) και επέκεινα με νόμιμο τόκο μέχρι εξοφλήσεως. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγόντων και κατά του εναγομένου ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ)...................................... Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.