SUPERCHICK HATCHERIES LTD κ.α. ν. USB BANK PLC, Αρ. Αγωγής: 7632/11, 22/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A539 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Γ. Σάντη, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 7632/11 ΜΕΤΑΞΥ:
- SUPERCHICK HATCHERIES LTD
- SUPERCHICK POULTRY FARM LTD
- XXXXX Χατζηιωάννου Εναγόντων -και- USB BANK PLC Εναγομένων --------------------------- ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ: 22 Νοεμβρίου,
- ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ: Για τους Ενάγοντες: Οι κ.κ. Π. Αγγελίδης και Θ. Αγγελίδης, για Π. Αγγελίδης & Σία ΔΕΠΕ (ΔΘ120). Για τους Εναγόμενους: Ο κ. Μ. Βιολάρης, για Κλεόπας & Κλεόπας ΔΕΠΕ (ΔΘ20). ΑΠΟΦΑΣΗ Οι ενάγοντες απαιτούν από τους εναγομένους: « Α. €6.789.631,78σ αποζημιώσεις για δόλο ή απάτη και/ή αμέλεια ή κατάχρηση δικαιώματος και/ή δικαστικής διαδικασίας και/ή αμέλειας και/ή παραβάσεως εντολής και/ή παράβασης καθηκόντων ως ενεχυροδανειστών ή θεματοφυλάκων και/ή άλλως πως ως ανωτέρω και Β. Δήλωση Δικαστηρίου ότι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων στις αγωγές 8162/05 και 8167/05 Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας έχουν εξοφληθεί πλήρως και Γ. Διάταγμα Δικαστηρίου διατάττον τη διαγραφή και/ή εξάλειψη των υποθηκών ΥXXXX/04, ΥXXXX/03, ΥXXXX/03 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Λευκωσίας και ΥXXXX/03 και ΥXXXX/03 Επαρχιακού Κτηματολογικού Γραφείου Αμμοχώστου και Δ. Διάταγμα Δικαστηρίου ακυρούν όλα τα έγγραφα ενεχυρίασης μετοχών της Φάρμας Ρένος Χατζηϊωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ που ανήκουν στους ενάγοντες και/ή οιονδήποτε τούτων προς όφελος των εναγομένων. Ε. Διάταγμα Δικαστηρίου διατάσσον την απελευθέρωση και/ή αποδέσμευση όλων των εξασφαλίσεων που έχουν προχωρήσει οι ενάγοντες στους εναγόμενους. ». Είναι εκδοχή των εναγόντων ότι μεταξύ των ετών 2001 και 2005 οι ενάγοντες 1 και 3 δανειοδοτήθηκαν από τους εναγομένους «. τη εγγυήσει των άλλων εξ' αυτών .» και πως (μεταξύ άλλων εξασφαλίσεων) ενεχυρίασαν συνολικώς 12.872.000 μετοχές της εταιρείας Φάρμα Ρένος Χατζηιωάννου Δημόσια Εταιρεία Λτδ («η εταιρεία») οι οποίες ανήκαν στους ενάγοντες. Οι μετοχές αυτές, κατόπιν υποδιαίρεσης, αυξήθηκαν σε 38.616.
- Οι ενάγοντες υποθήκευσαν και κτήματα τους παραχωρώντας και πρόσθετες εξασφαλίσεις. Το 2005 οι εναγόμενοι συμφώνησαν να αυξήσουν τη δανειοδότηση/χρηματοδότηση των εναγόντων 1 και 3 και της εταιρείας, επειδή όμως η εταιρεία αντιμετώπιζε προβλήματα ρευστότητας οι εναγόμενοι υπαναχώρησαν και ήγειραν εναντίον των εναγόντων τις αγωγές 8162/05 και 8167/05 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας («οι αγωγές»), ως και την αγωγή 8166/05 εναντίον της εταιρείας για την είσπραξη των μέχρι τότε κατ' ισχυρισμόν οφειλόμενων ποσών στα παραχωρηθέντα δάνεια και διευκολύνσεις. Περί τον Οκτώβριο-Νοέμβριο 2006 και ενώ οι αγωγές εκκρεμούσαν, οι εναγόμενοι επείγονταν να συμβιβάσουν τις απαιτήσεις ώστε να αποκρυσταλλωθεί το λαβείν ή οι όποιες υποχρεώσεις τους γιατί θα πωλούνταν μεγάλο μέρος του μετοχικού τους κεφαλαίου και θα άλλαζε η μετοχική τους δομή. Περί την 22.11.06, οι ενάγοντες 1 ως πρωτοφειλέτες και οι ενάγοντες 2 και 3 ως εγγυητές - και στην αγωγή 8167/05 οι ενάγοντες 3 ως πρωτοφειλέτες και οι ενάγοντες 1 και 2 ως εγγυητές - δέχθηκαν την εκ συμφώνου έκδοση απόφασης εναντίον τους στην αγωγή 8162/05 και την έκδοση διαταγμάτων πώλησης ενυπόθηκων κτημάτων και ενεχυριασμένων μετοχών, περιλαμβανομένου και δικαιώματος εγγραφής των μετοχών στο όνομα των εναγομένων. Δόθηκε (εκ συμφώνου) αναστολή εκτέλεσης της απόφασης μέχρι την 30.11.07 (και μέχρι την 30.11.09 για την πώληση ενυπόθηκου κτήματος) και αναστολή εκτέλεσης μέχρι την 30.11.09 στην αγωγή 8167/06, με συμφωνία ότι αν πληρωνόταν κάποιο πολύ μικρότερο ποσό μέχρι τη λήξη της αναστολής, το υπόλοιπο θα διαγραφόταν. Διαρκούσης της αναστολής εκτέλεσης των αποφάσεων, οι ενάγοντες πούλησαν δύο ακίνητα και πλήρωσαν έναντι το αντίστοιχο ποσό (€584.341,69). Περί τον Ιούλιο-Αύγουστο 2007, η εταιρεία υπήρξε στόχος εξαγοράς, με αποτέλεσμα η χρηματιστηριακή αξία τής μετοχής της να ανέλθει. Οι ενάγοντες - και ιδιαίτερα ο ενάγων 3 υπό την προσωπική του ιδιότητα αλλά και ως διευθυντής των εναγόντων 1 και 2 - προέτρεπε και ενέτελλε «. και ουσιαστικά εκλιπαρούσε τους εναγόμενους να πουλήσουν μέρος των ενεχυριασμένων μετοχών συμφωνώντας σε τέτοια ενέργεια παρά την αναστολή για εξόφληση ή έστω σημαντική μείωση των εξ αποφάσεως χρεών όμως οι εναγόμενοι αρνούνταν να πράξουν κάτι τέτοιο επικαλούμενοι ότι η τιμή της μετοχής βρισκόταν σε άνοδο .». Τελικώς, ο επενδυτής που συζητούσε εξαγορά της εταιρείας επέλεξε να εξαγοράσει άλλη εταιρεία, με συνεπόμενο η χρηματιστηριακή τιμή της μετοχής της εταιρείας να υποστεί σημαντική πτώση. Την ίδια περίοδο οι ενάγοντες 1 πούλησαν μετοχές της εταιρείας και εξόφλησαν άλλα χρέη τους ενώ υπήρξε και πληρωμή ποσού ΛΚ10.000,00 για την απελευθέρωση κάποιου ΜΕΜΟ. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εάν πωλούνταν οι μετοχές ως η επιθυμία τους, τούτο θα απέφερε ποσό ύψους €2.960.560 το οποίο σε συνδυασμό με την προαναφερθείσα πώληση των κτημάτων, θα ξοφλούσε ή θα μείωνε στο ελάχιστο τα επίδικα εξ αποφάσεως χρέη εντός της περιόδου αναστολής, με αποτέλεσμα να επωφελούνταν και κάποιων εκπτώσεων. Πριν από τη λήξη της περιόδου αναστολής εκτέλεσης τής απόφασης στην αγωγή 8162/05, οι ενάγοντες ζήτησαν παράταση της αναστολής και των συμφωνημένων εκπτώσεων, ωστόσο οι εναγόμενοι αρνήθηκαν. Οι τελευταίοι, ως εκ των χειρισμών τους, άφησαν τα πράγματα αμετακίνητα με παρεπόμενο τα εξ αποφάσεως χρέη να αυξάνονται και οι ενεχυριασμένες μετοχές να χάνουν τη χρηματιστηριακή τους αξία εξαιτίας και της οικονομικής κρίσης «. και της απαξίωσης του Χρηματιστηρίου .». Παρά τις προσπάθειες των εναγόντων για διευθέτηση των εξ αποφάσεως χρεών (στις οποίες συμπεριλαμβάνονταν και εισηγήσεις τους προς τους εναγομένους), αυτό δεν επιτεύχθηκε. Στις διαβουλεύσεις (και για να πεισθούν οι εναγόμενοι να δεχθούν κάποιες προτάσεις των εναγόντων), ο ενάγων 3 υπό συνθήκες εμπιστευτικότητας (και αποκλειστικώς για την αξιολόγηση της πρότασης), απεκάλυψε στους εναγομένους εμπιστευτικές πληροφορίες της εταιρείας και των εναγόντων. Οι εναγόμενοι αντί να απαντήσουν στην πρόταση που τους έγινε από τους ενάγοντες και έχοντας πάρει και τις εμπιστευτικές πληροφορίες, μεταβίβασαν 27.060.000 εκ των ενεχυριασμένων μετοχών στο όνομα τους έναντι τιμής €0.01 εκάστης, αφού προηγουμένως (την 30.6.11) ειδοποίησαν τους ενάγοντες ότι εκτός και εάν βρισκόταν αγοραστής για όλες τις ενεχυριασμένες μετοχές στην τιμή εκείνη μέχρι τις 4.7.11, θα προχωρούσαν σε υλοποίηση της ενέργειας αυτής. Όπως και έγινε, παρά τις διαμαρτυρίες των εναγόντων. Το ποσοστό των μετοχών που μεταβιβάστηκαν προς τους εναγομένους αντιστοιχεί σε σχεδόν 10% του εκδομένου κεφαλαίου της εταιρείας το οποίο (όταν πωλείται ή αγοράζεται σε πακέτο) έχει τιμή κατά κανόναν την πραγματική αξία των μετοχών και εν πάση περιπτώσει όχι μικρότερη από τη λογιστική αξία των μετοχών που κατά το χρόνο μεταβίβασης ήταν €0.
- Η παράλειψη και άρνηση των εναγομένων να πουλήσουν ή να συγκατατεθούν στην πώληση ή στη μεταβίβαση στο όνομα τους των ενεχυριασμένων μετοχών (ή μέρους αυτών) ως όφειλαν τον Αύγουστο 2007, συνιστά αμέλεια και/ή παράβαση των υποχρεώσεων τους ως ενεχυροδανειστών ή θεματοφυλάκων και/ή τραπεζιτών, προκαλώντας στους ενάγοντες ζημιά την οποία οι εναγόμενοι γνώριζαν ότι θα προκαλούσαν. Εξού και η αγωγή. Είναι εκδοχή των εναγομένων πως οι ενάγοντες δεν δικαιούνται σε οποιαδήποτε από τις επιδιωκόμενες θεραπείες είτε κατά νόμον είτε κατά ουσίαν αφού οι εναγόμενοι ενήργησαν σε κάθε κρίσιμο χρόνο εντός του πεδίου των καθηκόντων και δικαιωμάτων τους. Στην υπόθεση δηλώθηκαν και εγκρίθηκαν ως παραδεκτά κάποια γεγονότα - πέραν των δικογραφημένων παραδοχών - για συνιστώσες των επίδικων θεμάτων. Ενέταξα και ανέλυσα τα παραδεκτά αυτά γεγονότα στο μαρτυριακό υλικό θεωρώντας τα ως δεδομένα (βλ. κατ' αναλογίαν, Αντρέα και Άλλων ν Αστυνομίας
(1999)2 ΑΑΔ 498, 501) και ως περιέχοντα παραδεκτή κατά το δίκαιο μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοδούλου άλλως Ρόπας και Άλλων ν Δημοκρατίας (Αρ 2)
(2000)2 ΑΑΔ 628, 640). Για στοιχειοθέτηση της αξίωσης οι ενάγοντες παρουσίασαν τη μαρτυρία των XXXXX Χατζηιωάννου/Ενάγοντα 3 (ΜΕ1), XXXXX Χ" Σπύρου (ΜΕ2), XXXXX Μιχαηλίδου (ΜΕ3) και XXXXX Πολυκάρπου (ΜΕ4), ενώ οι εναγόμενοι προς επίρρωση της υπεράσπισης, τη μαρτυρία των XXXXX Κόκκινου (ΜΥ1) και XXXXX Τέρλα (ΜΥ2). Οι αναφορές των μαρτύρων και άπαντα τα κατατεθειμένα τεκμήρια αξιολογήθηκαν πλήρως, έστω και αν δεν επιλέχθηκε να αποτυπωθούν ρητώς στο κείμενο της κείμενης ετυμηγορίας (βλ. κατ' αναλογίαν, Al Watani και Άλλων v Παπαδόπουλου
(2000)1(Γ) ΑΑΔ 1924, 1936-1937), μη χρειαζούμενης τής καταγραφής και επανάληψης τού περιεχομένου τους, εκτός μιας περίληψης για πρακτικούς πρωτίστως λόγους (βλ. κατ' αναλογίαν, G&K Exclusive Fashions Ltd v Παπαδόπουλου και Άλλων
(2001)1(Α) ΑΑΔ 88, 92, Paphos Stone C Estates v Ζαβρού και Άλλου
(1998)1(Γ) ΑΑΔ 1854, 1859). Ό,τι καθηκόντως επράχθη είναι ο προσδιορισμός των επιδίκων υπό το φως της δικογραφίας, η συνάρθρωση τους με τη μαρτυρία και η κατάληξη σε ευρήματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεοντίου ν Καραγιώργη, ΠΕ 189/12, ημ. 12.7.18, Cyprus Investment & Securities Corporation Ltd v Παύλου και Άλλου, ΠΕ 240/10, ημ. 20.12.17, Βασιλείου και Άλλων ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 12/15, ημ. 4.7.17, Λάρκου ν Συνεργατικής Πιστωτικής Εταιρείας Κοντέας
(2001)1(Β) ΑΑΔ 1399, 1406). Όσα τεκμήρια κατατέθηκαν για αναγνώριση και δεν μετουσιώθηκαν σε κανονικά τεκμήρια αγνοήθηκαν ως μαρτυρία (βλ. κατ' αναλογίαν, Κυπριακή Δημοκρατία ν EPCO Cyprus Ltd και Άλλων
(2007)1(Β) ΑΑΔ 883, 889-890, Δήμος Λευκωσίας ν ELK Trading Ltd
(2003)2 ΑΑΔ 120,122). Οι περικοπές που παρατίθενται μεταφέρθηκαν ανεπάφως από τα πρακτικά, τις γραπτές αγορεύσεις και τη δικογραφία. Συνοψίζω τη μαρτυρία των μαρτύρων. Ο Κωνστ XXXXX αντίνος Χατζηιωάννου (ΜΕ1), επεξήγησε τα γεγονότα που κατά την άποψη του στοιχειοθετούν την αξίωση, παραπέμποντας και σε σειρά εγγράφων τα οποία κατέθεσε ως τεκμήρια. Ο XXXXX Χ" Σπύρου (ΜΕ2), Λειτουργός στο Χρηματιστήριο Αξιών Κύπρου («ΧΑΚ»), έδωσε μαρτυρία για χρηματιστηριακές πράξεις και τιμές μετοχών της εταιρείας μεταξύ 27.11.06 και 30.12.11. Η XXXXX Μιχαηλίδου (ΜΕ3), Λειτουργός στο Νομικό Τμήμα της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, αναφέρθηκε σε κάποια προηγούμενη διοικητική κύρωση της εταιρείας από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Ο XXXXX Πολυκάρπου (ΜΕ4), κατέθεσε για την εμπειρία και ακαδημαϊκά προσόντα του XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) αποφαινόμενος ότι ο XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1), είναι επαρκώς καταρτισμένος στη διαχείριση μετοχών δημοσίων εταιρειών. Ο XXXXX Κόκκινος (ΜΥ1), υπάλληλος στη Διεύθυνση Διαχείρισης Κινδύνων των εναγομένων (2005-2011), έχων την εποπτεία των δικαστικών υποθέσεων πελατών των εναγομένων και των διακανονισμών και εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων (σε συνεργασία με τη Νομική Υπηρεσία των εναγομένων), παρέθεσε το ιστορικό της υπόθεσης και τους χειρισμούς των εναγομένων για όσα τους καταλογίζουν οι ενάγοντες. Ο XXXXX Τέρλας (ΜΥ2), Πρωτοκολλητής του Αστικού Τμήματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, κατέθεσε τον δικαστηριακό φάκελο της αγωγής 8162/05 (βλ. Τεκμήριο 41), παρέχοντας συν τω χρόνω και διασαφηνίσεις για το περιεχόμενο του. Στις επιμελείς τους αγορεύσεις, οι ευπαίδευτοι δικηγόροι επιχειρηματολόγησαν πως η μαρτυρία και οι εφαρμοζόμενες νομικές αρχές δεν μπορούν παρά να οδηγήσουν σε αποδοχή των αντίστοιχων θέσεων τους. Διεξήλθα τη γραπτή και προφορική μαρτυρία - και τις αγορεύσεις. Μέσα στη ζωντανή ατμόσφαιρα της δίκης - θέτουσα εκ των πραγμάτων το Δικαστήριο σε πλεονεκτική θέση στο να βλέπει και να αξιολογεί τους μάρτυρες, με όλα τα ευεργετήματα που αυτό ενέχει (βλ. κατ' αναλογίαν, Μελή ν Κωνσταντίνου και Άλλων, ΠΕ 2/13, ημ. 13.3.19) - παρακολούθησα και άκουσα με την ίδια προσοχή και υπομονή τους μάρτυρες που κατέθεσαν. Έθεσα ως δείκτη, μεταξύ άλλων, το διαδικαστικό στάδιο από το οποίο ανέκυψε η μαρτυρία, την πηγή και κύρος της γνώσης των μαρτύρων, το όποιο προσωπικό τους συμφέρον ή προκατάληψη, τις ευκαιρίες τους για αντίληψη των διαδραματιζομένων, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν για να θυμούνται ή για να πιστεύουν αυτά περί των οποίων κατέθεταν, τη σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων τους, τις όποιες υπερβολές, ανακολουθίες ή αντιφάσεις τους σε αντιπαραβολή με τις μικροαντιφάσεις, τις τυχόν προηγούμενες γραπτές ή προφορικές ασυνεπείς ή αντιφατικές τους δηλώσεις, τη φιλαλήθεια τους και τον τρόπο αφήγησης των γεγονότων, το φυσικό ή αφύσικο των αντιδράσεων τους και τη γενικότερη ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν ενώ έδιναν μαρτυρία. Ήμουν προσεκτικός στο να μην αποδώσω υπέρμετρο βάρος στα εξωτερικά γνωρίσματα της μαρτυριακής τους διαγωγής μια και τούτο εμπεριέχει επικινδυνότητα (βλ. κατ' αναλογίαν, Νικολάου ν Παπαϊωάννου
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 1797, 1806), αφού δεν είναι σπάνιο κάποιοι μάρτυρες να είναι ιδιαζόντως ικανοί στο να φανερώνουν μια τελείως διαφορετική εικόνα από εκείνη που πραγματικώς τους χαρακτηρίζει (βλ. κατ' αναλογίαν, Χριστοφή ν Ζαχαριάδη
(2002)1(Α) ΑΑΔ 401, 406), μα και γιατί κάποιες συμπεριφορές στο εδώλιο μπορεί να ορμώνται από πλειάδα αιτιών και όχι πάντοτε από διάθεση ψεύδους ή παραπλάνησης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χρίστου ν Ηροδότου και Άλλων
(2008)1(Α) ΑΑΔ 676, 685). Σταθμίζοντας τη μαρτυρία τελούσα σε εγρήγορση μήπως και συμπλέξω απαραδέκτως την αξιοπιστία με το εφαρμοζόμενο βάρος και επίπεδο απόδειξης (βλ. κατ' αναλογίαν, Λεριός ν Αλεξίου και Άλλου
(2000)1(Β) ΑΑΔ 1195, 1205, Αθανασίου και Άλλου ν Κουνούνη
(1997)1(Β) ΑΑΔ 614, 636-642). Αποτιμώντας τη μαρτυρία δεν περιορίστηκα στην ατομική εκτίμηση τής αξιοπιστίας των μαρτύρων (βλ. κατ' αναλογίαν, Ρ ν Δημοκρατίας, Ποιν. Έφ. 253/17, ημ. 28.2.19, Rana και Άλλου ν Δημοκρατίας
(2004)2 ΑΑΔ 489, 500), αλλά συσχέτισα και αντιπαρέβαλα τη μαρτυρία αυτή και με το σύνολο της υπόλοιπης (βλ. κατ' αναλογίαν, Γερολέμου ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας και Άλλου, Ποιν. Έφ. 486/12, ημ. 10.9.19, Ιορδάνους ν Αστυνομίας, Ποιν. Έφ. 152/14, ημ. 19.4.18, Φώτσιου ν Ηροδότου
(2010)1(Β) ΑΑΔ 1172, 1175). Εφόδιο αξιολόγησης αποτέλεσε και η δικαστική τριβή, εμπειρία και γνώση για την ανθρώπινη προσωπικότητα, γνώμονες που προσδίδουν στο Δικαστήριο δυνατότητα κρίσης (ανθρώπινη πάντοτε), για εύρεση της αλήθειας (βλ. κατ' αναλογίαν, Καραολή ν Ραδιοφωνικού Ιδρύματος Κύπρου και Άλλων, ΠΕ 418/11, ημ. 15.2.18, C&A Pelekanos Associates Limited v Πελεκάνου
(1999)1(Β) ΑΑΔ 1273, 1280-1281). Κατά το σκεπτικό αποφάσεων όπως η ΛΚ ν Δημοκρατίας
(2011)2 ΑΑΔ 547, 554, Pal και Άλλων v Δημοκρατίας
(2010)2 ΑΑΔ 551, 590-591 και Τάκη ν Δημοκρατίας
(2009)2 ΑΑΔ 599, 609, πραγματεύθηκα την κάθε παράλειψη αντεξέτασης (που δεν δικαιολογήθηκε επαρκώς ή και καθόλου), πέραν από δυνητικώς δεικτική αποδοχής της μαρτυρίας τού αφορούντος μάρτυρα επί της όποιας κρίσιμης πτυχής, ως δηλωτική αλληλοαναίρεσης στην προώθηση των θέσεων τού αντεξετάζοντος, ή ως αποδυναμωτική τούτων, ζυγιάζοντας την εκάστοτε παράβλεψη αναλόγως της σοβαρότητας της, με το απόσταγμα της ζύμωσης αυτής να αντανακλάται στα δικαστικά ευρήματα και συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Περσιάνη ν Γενικού Εισαγγελέα, ΠΕ 194/12, ημ. 20.3.18, Στέλιος Σάββα και Υιοί Λτδ ν Medcon Constructions Limited, ΠΕ 53/13, ημ. 20.3.18, Σκάρος ν Χριστοδούλου και Άλλου
(1998)1(Α) ΑΑΔ 291, 296-298). Ως θα αναλύσω, οι XXXXX Χ" Σπύρου (ΜΕ2), XXXXX Μιχαηλίδου (ΜΕ3), XXXXX Κόκκινος (ΜΥ1) και XXXXX Τέρλας (ΜΥ2), μου προξένησαν καλή εντύπωση. Ήσαν (ανάμεσα σε άλλα) σταθεροί, ορθολογικοί, συνεπείς και αταλάντευτοι κατά την αντεξέταση, σε αντίθεση με τους XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) και XXXXX Πολυκάρπου (ΜΕ4), που ήσαν (μεταξύ άλλων) αντιφατικοί, ασυνεχείς, γενικοί, αόριστοι και κλονισθέντες κατά την αντεξέταση (σε διαφορετικές διαβαθμίσεις ο καθένας). Εξηγώ. Ο XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1), προσπάθησε κατά τρόπο προκατασκευασμένο και ιδίως επιτηδευμένο - και τα λέω αυτά με κάθε σεβασμό προς το πρόσωπο του - να παρουσιάσει μια κατάσταση πραγμάτων τετραγωνισμένως εμπίπτουσα εντός των εκδοχών που προωθούσε, ασχέτως αν ενίοτε το εγχείρημα του αυτό κατέληγε σε τοποθετήσεις αντιφατικές και γενικόλογες. Για παράδειγμα, όταν του υποβλήθηκε πως έγγραφα που είχε καταθέσει στη δέσμη εγγράφων (βλ. Τεκμήριο 1) για να αποσαφηνίσει - κατά τα συμφραζόμενα των λεχθέντων του στην παράγραφο 8 της γραπτής του δήλωσης (Έγγραφο Α) - τα αίτια πίσω από τις αγωγές (εναντίον των εναγόντων) αλλά και την αγωγή 8166/05 (εναντίον της εταιρείας), είπε ότι τα έγγραφα τούτα είχαν ετοιμαστεί για σκοπούς δανειοδοτήσεων των εναγόντων 1 και 3, οι οποίες, στο τέλος, ένεκα μη τήρησης των όρων τους από τους εδώ ενάγοντες, οδήγησαν στην καταχώριση των εναντίον τους αγωγών. Όταν υποβλήθηκε στον μάρτυρα πως τα έγγραφα αφορούσαν σε προτάσεις δανειοδότησης των εναγόντων 1 και όχι σε δανειοδότηση τους ο μάρτυς - στα πολλά (διότι σαφώς ως πρόσεξα απέφευγε να απαντά ευθέως) - παραδέχθηκε ότι η δανειοδότηση δεν είχε χορηγηθεί στους ενάγοντες ή και στον ίδιον «. αλλά υπέγραψα πάρα πολλά έγγραφα, τα οποία θεωρώ ότι ισχύουν .», για να παραδεχθεί προσέτι, σε ακόλουθο στάδιο, ότι «. από αυτήν την πρόταση .» δανειοδότησης δεν είχε λάβει λεφτά. Περιπλέον, ο μάρτυς προέβαινε ευκόλως σε απόλυτες και (ατεκμηρίωτες) αξιολογικές κρίσεις οι οποίες εκπήγαζαν (κατά το περιεχόμενο της μαρτυρίας του), από εικασίες και εικοτολογίες (σχετικές τώρα μονάχα για τη συνέπεια της εκδοχής του και όχι για την αποδεικτική βαρύτητα της μαρτυρίας του). Ο μάρτυς προέβη φερ' ειπείν σε ανάλυση των λανθασμένων (κατ' αυτόν) χειρισμών εκ πλευράς εναγομένων για τη διαχείριση των μετοχών, απολήγοντας στη διατύπωση γνώμης, ωσάν εάν ήταν πραγματογνώμονας επί των ζητημάτων αυτών. Ρωτήθηκε ο μάρτυς αν κατείχε πτυχία που θα τον καθιστούσαν ως ειδικό σε χρηματιστηριακά θέματα - με την κατάταξη ενός μάρτυρα ως πραγματογνώμονα να μην προκύπτει βεβαίως αυτομάτως και αδηρίτως από την κατοχή ακαδημαϊκών πτυχίων αφού η πραγματογνωμοσύνη μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μελέτης, πείρας ή και εκπαίδευσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Χατζηξενοφώντος και Άλλης ν Αστυνομίας
(2013)2 ΑΑΔ 316, 330) - με τον μάρτυρα να μην απαντά συγκεκριμένως, περιοριζόμενος στη διατύπωση της γενικής θέσης, πως «. πιστεύω ότι έχω εξειδικευμένες γνώσεις .». Ούτε λοιπόν ο ίδιος ο μάρτυς, ο οποίος ευσχήμως απέφυγε να απαντήσει στο συγκεκριμένο ερώτημα καθαρώς και λεπτομερώς, τοποθετήθηκε απεριφράστως πως θεωρεί τον εαυτό ως ειδικό επί χρηματιστηριακών θεμάτων (για ό,τι και αν τούτο θα μπορούσε να αξίζει στην ταξινόμηση του ως τέτοιου από το Δικαστήριο). Παρενθέτω, ότι η μεταγενέστερη προσπάθεια του XXXXX Πολυκάρπου (ΜΕ4) να παράσχει πληροφορίες για τα προτασσόμενα εμπειρικά και ακαδημαϊκά προσόντα του XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) - τη στιγμή που ο τελευταίος μπορούσε κάλλιστα να τα είχε παραθέσει ο ίδιος διά της καλύτερης δυνατόν μαρτυρίας επί του ζητήματος αυτού ενώ κατέθετε κατά την αντεξέταση ή την επανεξέταση (στην οποία δεν ρωτήθηκε οτιδήποτε) - δείχνουν μια ανακολουθία στην προωθηθείσα εκδοχή από μέρους του XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1), με τον XXXXX Πολυκάρπου (ΜΕ4) να επιχειρεί ούτε λίγο ούτε πολύ προώθηση του XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) ως ειδικού επί θεμάτων διαχείρισης μετοχών δημοσίων εταιρειών. Απορρίπτω τη μαρτυρία του XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1). Ο XXXXX Χ" Σπύρου (ΜΕ2), ο οποίος δεν αντεξετάστηκε, ήταν ουδέτερος και σταθερός στη μαρτυρία του, με την αξιοπιστία του να παραμένει απρόσβλητη. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Χ" Σπύρου (ΜΕ2). Η XXXXX Μιχαηλίδου (ΜΕ3), περιορίστηκε σε ανάγνωση εγγράφων δίχως να προσθέτει ή να αφαιρεί από αυτά, παραμένοντας συνάμα αντικειμενική και απομακρυσμένη από το πεδίο αντιμαχίας των διαδίκων. Δέχομαι τη μαρτυρία της XXXXX Μιχαηλίδου (ΜΕ3). Ο XXXXX Πολυκάρπου (ΜΕ4), προσήλθε ως μάρτυς για να αναφέρει, ως ο ίδιος είπε στη γραπτή του δήλωση/Έγγραφο Β, πληροφορίες που έλαβε από τον XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) «. επειδή ο ίδιος έχει ήδη καταθέσει στο Δικαστήριο και ως έχω ενημερωθεί έχει τελειώσει η μαρτυρία του και δεν μπορεί να επανακλητευθεί. Βάσει των όσων μου έχει πει και σε συνδυασμό με τα ανωτέρω διπλώματα του, θα καταλήξω στο δικό μου συμπέρασμα». Το αν στη μαρτυρία του XXXXX Πολυκάρπου (ΜΕ4) θα αποδοθεί εν τέλει οποιαδήποτε αποδεικτική βαρύτητα βάσει του άρθρου 27 του Περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ.9, δεν συνθέτει ζήτημα προς απόφανση λόγω του ότι δεν θα συμπλεχθεί (όπως εξάλλου δεν επράχθη σε σχέση προς τους προηγούμενους μάρτυρες), το ζήτημα της αξιοπιστίας του μάρτυρα με εκείνο της βαρύτητας της μαρτυρίας του. Εκείνο που μέλει ενεστώτως, είναι ότι ο μάρτυς δίχως πολλά και στη βάση μόνο ενημέρωσης που έτυχε από τον XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1), κατέταξε τον τελευταίο ως επαρκώς καταρτισμένο ώστε «. να μπορεί να δώσει συμβουλές σε οποιαδήποτε εταιρεία σε σχέση με αυτές .», νοουμένου ότι (ο XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1)), παρακαθόταν στις εξετάσεις του ΧΑΚ και αποκτούσε τη δέουσα άδεια από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου. Όταν υποδείχθηκε στον μάρτυρα κατά την αντεξέταση ότι ο XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) «. δεν είναι αυτή τη στιγμή εμπειρογνώμονας .» (αφού δεν κατέχει άδεια του ΧΑΚ), ο μάρτυς αποφεύγοντας να απαντήσει για το αν (στον χρόνο που αφορούσε η ερώτηση), το άτομο αυτό ήταν πραγματογνώμονας, απάντησε πως δεν γνώριζε εάν τούτος «. έχει δώσει μαρτυρία ως εμπειρογνώμονας .», επαναλαμβάνοντας πως ο XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) «. έχει τα προσόντα, με τα πτυχία που έχει αποκτήσει. θεωρώ ότι έχει όλα τα εχέγγυα για να αποτιμήσει σωστά και να υπολογίσει την αξία .». Μολαταύτα, όταν του υποβλήθηκε πως ο XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) «. χωρίς τα απαιτούμενα προσόντα δεν μπορούσε στο παρελθόν, ούτε σήμερα μπορεί να δώσει τέτοιες συμβουλές .», διαφώνησε, λησμονώντας προφανώς ο μάρτυς πως στην κυρίως εξέταση του και δη στην παράγραφο 12 της γραπτής του δήλωσης/Έγγραφο Β, είχε πει ότι για να μπορούσε ο XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) να δώσει συμβουλές σε οποιαδήποτε εταιρεία - και κατ' επέκτασιν θα προσέθετε κανείς (με βάση την ίδια συλλογιστική του μάρτυρα), σε οποιονδήποτε άλλον και κυρίως προς το Δικαστήριο - θα έπρεπε πρώτα να πετύχει στις σχετικές εξετάσεις του ΧΑΚ και να αποκτήσει αρμοδίως την αφορώσα άδεια. Η αντίφαση και η ανακολουθία στην τοποθέτηση του μάρτυρα κατατάσσεται ως περισσότερο από εμφανής. Περαιτέρω, ως μπόρεσα να διακρίνω παρακολουθώντας τον μάρτυρα στο εδώλιο, μοναδική του έγνοια και στόχευση ήταν να βοηθήσει παντοιοτρόπως (θεμιτώς και αθεμίτως), στην προώθηση των εκδοχών του XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) και (εκ συμπαθείας), των υπολοίπων εναγόντων, καταφεύγοντας, στη σύντομη μαρτυρία του, σε υπερβολές και άτεγκτες τοποθετήσεις. Απορρίπτω την μαρτυρία του XXXXX Πολυκάρπου (ΜΕ4). Ο XXXXX Κόκκινος (ΜΥ1), ήταν συνεπής, λεπτομερής και ακριβής. Δεν περιέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις. Επεξήγησε τους χειρισμούς των εναγομένων με τρόπο κατανοητό και καθαρό, με τη μαρτυριακή του στάση και συμπεριφορά να παραμένει αδιάθλαστη και συμπαγής. Κανένα από τα παράπονα των εναγόντων σε ό,τι αφορά στην αξιοπιστία του υποστηρίζεται από τη μαρτυρία, ή αναδεικνύει τα όσα αρνητικά καταλογίζουν σε αυτόν οι ενάγοντες στην αγόρευση τους. Εκτός τούτου - και αυτό υποσημειώνεται αποκλειστικώς ως ένδειξη συνοχής της εκδοχής των εναγομένων (και του μάρτυρα) - μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του μάρτυρα επικεντρώθηκε σε επανάληψη ή και σε ανάλυση αναντίρρητης (σε ό,τι αφορά στο περιεχόμενο της) μαρτυρίας. Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Κόκκινου (ΜΥ1). Ο XXXXX Τέρλας (ΜΥ2), κατέθεσε αντικειμενικώς για το περιεχόμενο του δικαστηριακού φακέλου (βλ. Τεκμήριο 41). Δέχομαι τη μαρτυρία του XXXXX Τέρλα (ΜΥ2). Ως τελική θέση - για την αξιοπιστία της δοθείσας μαρτυρίας - δέχομαι τη μαρτυρία των εναγομένων και απορρίπτω τη μαρτυρία των εναγόντων, στην έκταση που προαναφέρθηκε.Ως τελική θέση - για την αξιοπιστία της δοθείσας μαρτυρίας - δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων και απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή του εναγομένου, στην έκταση που προαναφέρθηκε. Ως τελική θέση - για την αξιοπιστία της δοθείσας μαρτυρίας - δέχομαι τη μαρτυρία και εκδοχή των εναγόντων και απορρίπτω τη μαρτυρία και εκδοχή του εναγομένου, στην έκταση που προαναφέρθηκε. Πριν από τα πρόσθετα (τελικά) ευρήματα, χρήζουν εντρύφησης δυο τινά. Πρώτον, δεν υφίσταται ζήτημα δεδικασμένου, ως εισηγήθηκαν οι εναγόμενοι. Μπορεί μεν η αγωγή 8162/05 (βλ. Τεκμήριο 41), να αφορά στους ίδιους διαδίκους όπως στην παρούσα αγωγή - με εξαίρεση την εναγομένη 3 στην αγωγή 8162/05 (εναντίον της οποίας η αγωγή αποσύρθηκε άνευ βλάβης την 22.11.06, ως το Τεκμήριο 7) - πλην όμως η φύση και έκταση της παρούσας αξίωσης διαφέρει ουσιωδώς. Η αξίωση εκπηγάζει από γεγονότα που απέρρευσαν (και) από την αγωγή 8162/05 και την έκδοση εκ συμφώνου απόφασης σε αυτήν (βλ. Τεκμήρια 7, 28 (1-2)). Τα όσα όμως επακολούθησαν, εντάσσουν τα πράγματα (λόγω και της απουσίας ταύτισης θεμάτων μεταξύ των δύο αγωγών), υπό διαφορετικό φακό, χωρίς αυτά που συναπαρτίζουν το εδώ επίδικο αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων να έχουν αποφασισθεί στην αγωγή 8162/05, ή να μπορούσαν να είχαν εγερθεί εκεί ως ευλόγως προβλεπτά (βλ. κατ' αναλογίαν, Θρασυβούλου ν Βιολάρη
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2119, 2128-2129, Wall v Radford
(1991)2 All ER 741, 744-752, Randolph v Tuck and Others
(1961)1 All ER 814, 817-820). Η εισήγηση των εναγομένων απορρίπτεται. Δεύτερον, η απόρριψη της μαρτυρίας των εναγόντων δεν συνιστά στοιχείο περιστατικής μαρτυρίας ενισχυτικό εκείνης των εναγομένων (βλ. κατ' αναλογίαν, Κωνσταντίνου ν Δημοκρατίας
(1999)2 ΑΑΔ 260, 268-269). Προχωρώ αυθωρεί σε ακόμη περισσότερη ανάλυση της μαρτυρίας και των εκδοχών καθώς και στα (επιπρόσθετα) ευρήματα μου, με κάποιες επαναλήψεις να είναι αναπόφευκτες ως εκ της αλληλουχίας των γεγονότων αλλά και της αναγκαιότητας για αρραγή συνοχή και ειρμό στα καταγραφόμενα. Ως αναπόσπαστο μέρος των ευρημάτων ταξινομούνται και τα όσα έχουν ήδη αναφερθεί πιο πάνω ως περιγραφή και ανάλυση (υπό τις στοχεύσεις που κατά περίπτωσιν συζητούνταν), δίχως κατ' ανάγκην τούτα να προσδιορίζονται ορολογικώς ως ευρήματα ή ως συμπεράσματα (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζερβός ν Hellenic Bank Public Company Ltd
(2013)1(Γ) ΑΑΔ 2357, 2373, Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Μαλιώτη (Αρ 2)
(1998)2 ΑΑΔ 167, 176). Η συνεργασία λοιπόν των εναγομένων με τις Εταιρείες του Ομίλου Χατζηιωάννου, ως αυτές αποτυπώνονται στις αγωγές/Τεκμήρια 2-4, ξεκίνησε αρχές του έτους 2000 όταν οι Εναγόμενοι χορήγησαν προς αυτές τραπεζικές διευκολύνσεις. Από την παραβίαση των υποχρεώσεων των Εναγουσών - ή κάποιων εξ αυτών στην κάθε περίπτωση (αφού οι ενάγοντες 2 στην παρούσα δεν ήσαν διάδικοι στην αγωγή 8166/05 (βλ. Τεκμήριο 4)) - οι εναγόμενοι τερμάτισαν τις τραπεζικές διευκολύνσεις προς τους αφορώντες ενάγοντες και προχώρησαν με την καταχώριση των περί ων ο λόγος αγωγών, απόρροια των οποίων ήταν και η εκ συμφώνου έκδοση δικαστικών αποφάσεων εναντίον τους (βλ. Τεκμήριο 28). Οι ενάγοντες (εναγόμενοι στις προειρημένες αγωγές), δέχθηκαν την έκδοση εκ συμφώνου αποφάσεων εναντίον τους με αναστολή εκτέλεσης, μετά από έντονες παραστάσεις του ενάγοντα 3 XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) που προέτασσε πως αδυνατούσε να εξοφλήσει τα εξ αποφάσεως χρέη προτού λήξει η αναστολή εκτέλεσης των σχετικών διαταγμάτων. Χορηγήθηκε αναστολή εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων, για μεν την αγωγή 8167/05 μέχρι την 30.11.09, για δε τις αγωγές 8162/05 και 8166/05, μέχρι την 30.11.
- Οι ενάγοντες ζήτησαν διά των δικηγόρων τους εκ νέου αναστολή εκτέλεσης των αποφάσεων (βλ. Τεκμήρια 11-12), αίτημα όμως που απορρίφθηκε από τους εναγομένους. Για εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων, πουλήθηκαν και ακίνητα των εναγόντων. Αξιοσημείωτο είναι και το ότι ο XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) στις 14.3.07, με επιστολή του διά ηλεκτρονικού μηνύματος προς τους εναγομένους (ήτοι τον XXXXX Κόκκινο (ΜΥ1)), τους ενημέρωνε για την πρόθεση του να πουλήσει συγκεκριμένο κτήμα το οποίο φερόμενα ενδιέφερε διάφορους αγοραστές, ζητώντας για το σκοπό αυτό απάλειψη της αφορώσας υποθήκης, δίχως να παραπονείται ή να μνημονεύει έστω κατιτί αναφορικώς προς την πώληση των επίδικων μετοχών (βλ. Τεκμήριο 37). Τούτες ενεχυριάστηκαν στο πλαίσιο των συμφωνιών για παροχή τραπεζικών διευκολύνσεων και παρέμειναν ενεχυριασμένες μέχρι και την ημερομηνία έκδοσης των δικαστικών αποφάσεων/Τεκμήριο
- Από την έκδοση των αποφάσεων/Τεκμήριο 28, οι υπό αναφοράν μετοχές αποτελούσαν μέρος της εκδοθείσας δικαστικής απόφασης. Την 4.12.09 ο XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1), με επιστολή/ηλεκτρονικό μήνυμα (ως το Τεκμήριο 38), πληροφόρησε τους εναγομένους ότι ενδιαφερόταν να αποδεσμεύσει «. τις μετοχές που έχετε ενεχυριασμένες .», ζητώντας ταυτοχρόνως να πληροφορηθεί το ποσό που απαιτούσαν οι εναγόμενοι για την αγορά των μετοχών, χωρίς ποτέ να θέσει θέμα καθυστέρησης ή αμέλειας των εναγομένων να πουλήσουν τις μετοχές. Οι εναγόμενοι απάντησαν στο αίτημα με επιστολή ημερομηνίας 13.1.10 (βλ. Τεκμήριο 17), λέγοντας ότι είχαν πρόθεση να πουλήσουν ολόκληρο ή και μέρος των μετοχών σε συγκεκριμένη τιμή «. άνευ βλάβης και χωρίς περιορισμό του απόλυτου δικαιώματος [τους] να ανακαλέσ[ουν] την πρόθεση της για πώληση των πιο πάνω μετοχών ή να τις πωλήσ[ουν] σε μεγαλύτερη ή μικρότερη τιμή». Οι επίδικες μετοχές δεν κατέστην δυνατόν να διατεθούν αφού κανένα ενδιαφέρον υπήρξε για την αγορά τους και αυτό όχι από τους χειρισμούς των εναγομένων. Την 19.5.11 - ως προκύπτει και από τα σχετικά πρακτικά των εναγομένων (βλ. Τεκμήριο 39) - σε συνάντηση μεταξύ XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) και εναγομένων (στην οποία παρίστατο και ο XXXXX Κόκκινος (ΜΥ1)), ο XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1), ζήτησε από τους εναγομένους χρόνο για να εξεύρει αγοραστή για τις επίδικες μετοχές σε τιμή μικρότερη από εκείνη που είχαν πρόθεση να τις πουλήσουν οι εναγόμενοι κατά την ειδοποίηση ημερομηνίας 13.1.10 (βλ. Τεκμήριο 17). Οι εναγόμενοι όχι μόνον δεν αρνήθηκαν την εξεύρεση αγοραστή (αφού άλλωστε ήταν και κάτι το οποίο μέχρι εκείνη τη χρονική περίοδο δεν κατορθώθηκε), αλλά (απεναντίας) πρότειναν και χρηματοδότηση τού επικείμενου επενδυτή. Ακολούθως, μετά τη συνάντηση, ο XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 30.5.11 προς τους εναγομένους (βλ. Τεκμήριο 18), από την οποία συνάγεται πως ο XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) είχε αποτύχει να βρει αγοραστή για τις μετοχές αλλά και το ότι τούτος φαίνεται πως δεν βρισκόταν σε προχωρημένο σημείο με οποιονδήποτε τρίτο για κάτι τέτοιο. Την 30.6.11, ως το Τεκμήριο 19, οι εναγόμενοι με επιστολή τους προς τον XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) και όταν πλέον ξεκαθάρισε, διά της δικής τους οπτικής, ότι ο Ενάγων 3 δεν επεδείκνυε ιδιαίτερη διάθεση προς εξεύρεση αγοραστών για τις επίδικες μετοχές, τον πληροφόρησαν ότι σε περίπτωση «. που δεν βρεθεί αγοραστής μέχρι τις 04/07/2011 η Τράπεζα θα προβεί στην αγορά των εν λόγω μετοχών. Σχετικές είναι οι αποφάσεις του Δικαστηρίου στη[ν] υπόθεση 8162/05, 8166/05 και 8167/05». Έπειτα από την επιστολή (βλ. Τεκμήριο 19), ο XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1) άρχισε να επικαλείται προσχηματικώς ζητήματα λογιστικών αξιών των επίδικων μετοχών (βλ. Τεκμήριο 21) - ανυπόστατα και αβάσιμα ως κρίθηκαν τούτα από τους εναγομένους (και ήσαν) - αμφισβητώντας ακόμη και το λεκτικό των εκ συμφώνου εκδοθεισών δικαστικών αποφάσεων/Τεκμήριο 28 (βλ. Τεκμήριο 22). Στο τέλος, οι εναγόμενοι αγόρασαν τις μετοχές την 6.7.11 στην τρέχουσα τιμή διαπραγμάτευσης στο ΧΑΚ, η οποία ήταν €0,01 ανά μετοχή (βλ. Τεκμήριο 25
(3)). Ο XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1), είχε από προηγουμένως (29.6.11) εκφράσει την αντίθεση του με την πρόθεση, τότε, των εναγομένων να προχωρήσουν (όπως προχώρησαν), αποτυπώνοντας συναφώς τη διαφωνία του σε σειρά εγγράφων (βλ. Τεκμήρια 21-24). Η ενέργεια τούτη των εναγομένων ήταν υπό τις περιστάσεις νόμιμη, εύλογη και εντός των παραμέτρων των δικαστικών αποφάσεων/Τεκμήριο 28, των οποίων το λεκτικό, για ό,τι τη στιγμή αυτή αναλύεται, παρείχε τη δυνατότητα και επέτρεπε τον συγκεκριμένο χειρισμό των εναγομένων. Οι εναγόμενοι προσπάθησαν και στο παρελθόν να πουλήσουν τις ενεχυριασμένες μετοχές σε τρίτους (κάτι το οποίο ήταν προτιμητέο), δεν το πέτυχαν όμως εφόσον δεν υπήρξε ενδιαφέρον για την αγορά τους, για λόγους που δεν οφείλονταν σε αυτούς. Η θέση των εναγόντων ότι η αξία των μετοχών ήταν κατά πολύ μεγαλύτερη, παρέμεινε ανυποστήρικτη αξιόπιστης και αποδεκτής μαρτυρίας. Μάλιστα, ο XXXXX Χατζηιωάννου (ΜΕ1), είχε προτείνει κατά τη συνάντηση με τους εναγομένους στις 19.5.11 (βλ. Τεκμήριο 39), την πώληση των μετοχών της εταιρείας προς €0.03 ανά μετοχή, για μείωση του χρέους. Ομοίως, έωλες αποδεκτής, βαρύνουσας και αξιόπιστης μαρτυρίας παρέμειναν και οι θέσεις των εναγόντων πως αν πωλούνταν οι μετοχές κατά τις προσδοκίες τους, τούτο θα απέφερε ένα ποσό της τάξης των €2.960.560, μια που δεν υπήρξε τέτοιο ενδιαφέρον ή ζητήθηκε εν πάση περιπτώσει από τους εναγομένους να προχωρήσουν τοιουτοτρόπως για ό,τι αυτό θα μπορούσε να μετρήσει ως εκ του λεκτικού των δικαστικών αποφάσεων/Τεκμήριο 28 και της ευχέρειας που είχαν επί τούτω οι εναγόμενοι. Οι εναγόμενοι δεν επέδειξαν αμέλεια ή παρέλειψαν να ενεργήσουν νομίμως και κανονικώς σε οτιδήποτε αφορούσε στο υπό ανάλυσιν μετοχικό ζήτημα. Οι μετοχές αγοράστηκαν υπό περιστάσεις πλήρους διαφάνειας, με τους εναγομένους να εξαντλούν όλα τα διαθέσιμα μέσα για πώληση των μετοχών. Οι περί του αντιθέτου εισηγήσεις, θέσεις, υποβολές και τοποθετήσεις των εναγόντων, στερούνται πραγματικού αλλά και νομικού υποστηρίγματος. Για τα περί του πραγματικού βάθρου έχω ήδη εξηγήσει το αιτιολογικό της διαπίστωσης. Για τα περί του νομικού τοιούτου (ουχί ασύνδετου με τα όσα συναποτελούν το μαρτυριακό θεμέλιο της υπόθεσης), προσθέτω πως - με βάση και το ότι (ως υπόμνηση τούτο), η εκτέλεση των δικαστικών αποφάσεων δεν συγκροτεί ζήτημα που εμπίπτει στην ιδιωτική σφαίρα των σχέσεων μεταξύ των διαδίκων αλλά δημοσίου συμφέροντος που αφορά καίρια στην απονομή δικαιοσύνης και στο κύρος και αποτελεσματικότητα των δικαστικών διαδικασιών (βλ. κατ' αναλογίαν, Γεωργιάδου ν Alpha Bank Ltd, ΠΕ 127/11, ημ. 23.3.17) - οι εναγόμενοι δεν κατέστησαν εμπιστευματοδόχοι των επίδικων μετοχών που ενεχυριάστηκαν μήτε και υπέχουν ευθύνη προς τους ενάγοντες σε περίπτωση που επέλεγαν (ή επιλέξουν) να ασκήσουν το δικαίωμα πώλησης που τους παρέχεται έχοντας (οι εναγόμενοι), δικαίωμα και όχι υποχρέωση να πουλήσουν τις μετοχές αυτές (βλ. κατ' αναλογίαν, Ζερβού και Άλλης ν Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ
(2011)1(Γ) ΑΑΔ 2192, 2205). Βεβαίως, αν οι εναγόμενοι αποφάσιζαν να πουλήσουν τις μετοχές, είχαν υποχρέωση να το πράξουν με εύλογη επιμέλεια για να εξασφαλίσουν προς τούτο την τιμή αγοράς (βλ. κατ' αναλογίαν, Διονυσίου και Άλλων ν Τράπεζα Κύπρου Λτδ, ΠΕ 450/12, ημ. 26.6.19). Οι εναγόμενοι ενήργησαν καθ' όλους τους ουσιώδεις χρόνους με την απαραίτητη επιμέλεια και εντός των καθηκόντων και υποχρεώσεων τους, με τους ενάγοντες να αποτυγχάνουν έτσι κι αλλιώς στην απόδειξη οποιασδήποτε υπαιτιότητας των εναγομένων στη συζητούμενη θεματική και κατ' ακολουθίαν στην πρόκληση ζημιών στους ενάγοντες. Οι εναγόμενοι μετά την ενεχυρίαση των μετοχών για εξασφάλιση των επίμαχων δανειοδοτήσεων, μηδέποτε μετατράπηκαν σε διαχειριστές του χαρτοφυλακίου ή της περιουσίας των εναγόντων παρά μόνο εξασφάλισαν τούτες προς διασφάλιση των δικών τους συμφερόντων εν σχέσει προς τα οφειλόμενα από τους ενάγοντες. Τίποτε περισσότερο και τίποτε λιγότερο από αυτό. Προσθέτως, έχοντας κατά νουν και το σκεπτικό αποφάσεων όπως οι Τσιάρτας και Άλλου ν Alocay Holdings Ltd και Άλλου
(2010)1(Γ) ΑΑΔ 1523, 1538-1539 και Χριστοφόρου και Άλλων ν Barclays Bank Plc
(2009)1(A) AAΔ 25, 30-31, αλλά και το ότι για να καταλήξει το Δικαστήριο με την απαιτούμενη ασφάλεια σε ευρήματα δόλου και απάτης οφείλει να ενεργεί πάντα επί αξιόπιστης, στερεάς και ουσιαστικής βάσης (βλ. κατ' αναλογίαν, Chr Petrides Tradelinks Ltd v Πετρίδου, ΠΕ 201/12, ημ. 7.2.18), καταλήγω (πέραν των άλλων), ότι κανένα από τα παράπονα των εναγόντων για ύπαρξη δόλου, απάτης ή «. παράβαση εμπιστευτικότητας με σκοπό την καταδολίευση των εναγόντων και/ή παράβαση των καθηκόντων των ως θεματοφυλάκων/ενεχυροδανειστών και/ή τραπεζιτών και/ή ανεπίτρεπτη ενέργεια εις βάρος των οφειλετών τους, κερδοσκοπική και/ή άλλως πως .», αποδείχθηκε από τους ενάγοντες κατά των εναγομένων. Οι σχετικώς δικογραφημένες λεπτομέρειες στην παράγραφο 25 της Έκθεσης Απαίτησης, παρέμειναν και αυτές μετέωρες αξιόπιστης και βαρύνουσας μαρτυρίας, όπως εξάλλου και οι ισχυρισμοί των εναγόντων περί αμέλειας των εναγομένων να πουλήσουν «. ή να συγκατατεθούν στην πώληση ή μεταβιβάσουν επ' ονόματι τους των ενεχυριασμένων μετοχών και/ή μέρους των ως όφειλαν τον Αύγουστο 2007 .», ως απογράφεται συγκεκριμενοποιημένως στις λεπτομέρειες αμέλειας στην παράγραφο 23 της Έκθεσης Απαίτησης. Εν κατακλείδι. Οι ενάγοντες απέτυχαν να αποδείξουν την αξίωση στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων. Η αγωγή απορρίπτεται. Τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, ως τούτα θα υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) ............ Ν. Γ. Σάντης, Π.Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΚΧ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο