FELDMANS MANAGEMENT (OVERSEAS) LIMITED κ.α. ν. Meraclis, Herodotou & Co. Ltd, Αρ. Αγωγής: 1057/19, 25/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A545 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. Α. Παντελή, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1057/19 Μεταξύ:
- FELDMANS MANAGEMENT (OVERSEAS) LIMITED
- XXXXX KOZLOVA MICHAELIDOU
- DM NOMINEES LIMITED
- MD SERVICES LIMITED
- DM TRUSTEE LIMITED
- D&M MANAGEMENT LIMITED Ενάγουσες και Meraclis, Herodotou & Co. Ltd Εναγομένης --------------------- Αίτηση για έκδοση προσωρινού διατάγματος 25 Νοεμβρίου 2019 Για Ενάγουσες/Αιτήτριες: κος Πλαστήρας Για Εναγομένη/Καθ' ης η αίτηση: κος Ραφαήλ και κος Γεωργίου ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Την 22/04/2019 το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, εξέδωσε το ακόλουθο διάταγμα· « ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ ΚΑΙ ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΙ ΚΑΙ/Ή ΕΜΠΟΔΙΖΕΙ την Εναγόμενη και/ή τους διευθυντές και/ή τους αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους και/ή υπηρέτες της από το να αποστέλλουν και/ή δημοσιεύουν και/ή κυκλοφορούν οποιαδήποτε μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) και/ή άρθρα και/ή δημοσιεύματα και/ή επιστολές προς τους πελάτες και/ή συνεργάτες και/ή αντιπροσώπους και/ή υπαλλήλους των Εναγουσών και/ή οποιουδήποτε εξ αυτών και/ή προς τους πελάτες των Εναγουσών όπως αυτοί αναφέρονται στο επισυνημμένο στην Ένορκη δήλωση Τεκμήριο 8, τα οποία αναφέρονται και/ή σχετίζονται γενικά με τη συνεργασία των Εναγουσών και/ή της Εναγομένης και/ή την πληρωμή ή μη αμοιβής προς την Εναγομένη και/ή να περιέχουν και/ή να θεωρούνται και/ή να μπορεί να θεωρηθούν ως επιζήμια και/ή κακόβουλη και/ή ζημιογόνα ψευδολογία αναφορικά με τις Ενάγουσες και/ή οποιασδήποτε εξ αυτών και/ή να αναφέρονται και/ή σχετίζονται με την επιχειρηματική και/ή εμπορική τους δραστηριότητα και/ή την εργασία και/ή επιτήδευμα και/ή ενασχόληση και/ή συμπεριφορά και/ή την επιχείρηση των Εναγουσών σε σχέση με την παροχή διοικητικών και/ή εταιρικών υπηρεσιών σε εταιρείες στην Κύπρο και/ή στο εξωτερικό, μέχρι την αποπεράτωση και/ή εκδίκαση της παρούσας αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου». Η αίτηση που οδήγησε στην έκδοση του αιτούμενου διατάγματος επιζητούσε την έκδοση και άλλων δύο διαταγμάτων. Αυτά δεν εκδόθηκαν και διατάχθηκε να επιδοθούν μαζί βεβαίως με το εκδοθέν διάταγμα. Δοθέντος ότι σήμερα αντικείμενο της όλης διαδικασίας είναι τόσο το εκδοθέν διάταγμα, όσο και τα δύο άλλα αιτούμενα διατάγματα, πρέπων κρίνεται να παρατεθούν και τα άλλα δύο αιτητικά ώστε να αποδοθεί πλήρης εικόνα. Τούτα έχουν ως εξής· «Β. Διάταγμα το οποίο διαττάττει την Εναγόμενη και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους διευθυντές και/ή τους υπαλλήλους και/ή τους υπηρέτες της όπως προβούν σε άμεση επανόρθωση διά της ανακατασκευής και/ή διά της γραπτής και/ή προφορικής απόσυρσης των επίδικων μηνυμάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου (e-mail) που κατατίθενται ως Τεκμήρια 5, 6 και 7 και/ή οποιωνδήποτε άλλων παρομοίου περιεχομένου μηνυμάτων και/ή δυσφημιστικών δηλώσεων και/ή ως ήθελε το Σεβαστό Δικαστήριο θεωρήσει και/ή ορίσει ως εύλογο υπό τις περιστάσεις. Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύει στην Εναγόμενη και/ή στους διευθυντές και/ή στους αντιπροσώπους και/ή στους υπαλλήλους και/ή στους υπηρέτες της να παρακινεί και/ή ενθαρύνει και/ή παροτρύνει και/ή προκαλεί πελάτες των Εναγουσών και/ή πελάτες των Εναγουσών ως αυτοί αναφέρονται στο επισυνημμένο στην Ένορκη δήλωση Τεκμήριο 8, να τερματίσουν και/ή παραβιάσουν και/ή αθετήσουν οποιεσδήποτε συμφωνίες συνεργασίας τους με τις Ενάγουσες και/ή οποιανδήποτε εξ' αυτών, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αγωγής ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.» Η αίτηση που πυροδότησε την όλη διαδικασία είναι ημερομηνίας 19/04/
- Νομική βάση τούτης φέρονται τα ακόλουθα· ο περί Δικαστηρίων Νόμος, Ν.14/60, άρθρα 29, 31, 32 και 41· ο περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμος Κεφ. 6, άρθρα 4, 5 και 9· ο περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος Κεφ. 148 (όπως τροποποιήθηκε), άρθρα 17, 18, 25 και 34· οι περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμοί, Δ.9, Δ.39, Δ.42Α, Δ.48 κ.κ.1-9, 11 και 12, Δ.45 και Δ.64· η νομολογία Ανωτάτου Δικαστηρίου, οι αρχές της επιείκειας, το κοινοδίκαιο, η διακριτική ευχέρεια και οι γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα γεγονότα στα οποία εδράζεται η αίτηση αναφέρονται σε ένορκη δήλωση που ομνύει η ενάγουσα 2, στη συνέχεια η Kozlova. Οι εναγόμενοι αντιτίθενται στα αιτούμενα διατάγματα και καταχώρισαν ένσταση. Νομική βάση της ένστασης είναι οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί, Δ.33 κ.7(γ), Δ.48 κ.κ.1 και 2 και οι συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σε αυτή την περίπτωση τα γεγονότα στα οποία εδράζεται η ένσταση εμφαίνονται στην ένορκη δήλωση που υπογράφει ο διευθυντής των εναγομένων, στη συνέχεια ο Μερακλής. Οι λόγοι ένστασης, αναγράφονται στο πρόσωπο τούτης και έχουν ως ακολούθως· «
- Η Ένορκη Δήλωση της Ενάγουσας 2 στην οποία βασίζεται η παρούσα Αίτηση περιέχει σωρεία ψευδών ή/και παραπλανητικών δηλώσεων, στοιχείων ή και πληροφοριών ως ακολούθως προκειμένου να παραπλανηθεί το Σεβαστό Δικαστήριο και να εκδώσει το Διάταγμα ημ. 22 Απριλίου 2019 στην παρούσα αγωγή.
- Η Ενάγουσες Εταιρείες 1,3,4,5 και 6 και ιδιαίτερα η Ενάγουσα 2 προέβηκαν σε παράθεση παραπλανητικών ανακριβών, ψευδών πληροφοριών, η/και σε μη πλήρη αποκάλυψης η/και επιλεκτική και παραπλανητική παράθεση γεγονότων στην Ένορκη Δήλωση της XXXXX Kozlova Michaelidou ημερ. 19 Απριλίου 2019 προκειμένου να παραπλανηθεί το Σεβαστό Δικαστήριο και να εκδώσει το Διάταγμα ημ. 22 Απριλίου 2019 στην παρούσα αγωγή.
- Το Σεβαστό Δικαστήριο παραπλανήθηκε και εξέδωσε το Διάταγμα ημερ. 22 Απριλίου 2019 το οποίο έχει προκαλέσει τεράστια ταλαιπωρία, ζημιά και απώλεια κέρδους στους Εναγομένους καθότι τους παρεμποδίζει να ασκήσουν κανονικά τα καθήκοντα τους και να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς αναφορικά με την Εναγόμενη Εταιρεία, η/και να συμμορφωθούν με τους κανονισμούς οι οποίοι διέπουν στο επάγγελμά των λογιστών.
- Όλα τα σχόλια τα οποία τυχόν να περιλαμβάνονται σε ηλεκτρονικά μηνύματα των Εναγομένων προς του Ενάγοντες ήσαν απόλυτα δικαιολογημένα ή/και δίκαια σχόλια με βάση πραγματικά γεγονότα ή/και συμπεριφορές των Εναγουσών και ιδιαίτερα της Εναγούσης.
- Οι Εναγόμενοι προέβησαν στα πιο πάνω σχόλια προκειμένου να αντικρούσουν δυσφημιστικά σχόλια τα οποία περιλαμβάνονταν σε επιστολή του Δικηγόρου των Εναγουσών προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ημερ. 29 Μαρτίου
- Η Ενάγουσα 2 προσπαθεί με την έκδοση του πιο πάνω Διατάγματος να φιμώσει ουσιαστικά το γραφείο μας, να το εμποδίσει να δώσει στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τα ζητούμενα στην επιστολή της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ημερομηνίας 24 Απριλίου 2019 στοιχειά προκειμένου η Ενάγουσα 1 Εταιρεία συμφερόντων της Εναγούσης 2, να αποφύγει την πληρωμή Φόρων προς την Κυπριακή Δημοκρατία.
- Οι Ενάγουσες και ιδιαίτερα η Ενάγουσα 2 κα. XXXXX Kozlova δημιούργησαν όλη αυτή την κατάσταση με μοναδικό κίνητρο και στόχο την φοροδιαφυγή για τους λόγους οι οποίοι παρατίθενται στην Ένορκη Δήλωση του κ. XXXXX Μερακλή ημερ. 28 Ιουνίου 2019.» Προσφέρεται οι αρχές που διέπουν το αίτημα να συνοψισθούν πριν οτιδήποτε άλλο, εφόσον τούτες είναι που θα αναδείξουν και τα επίδικα θέματα. Οι προϋποθέσεις έκδοσης προσωρινού διατάγματος αναφέρονται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60και έτυχαν διερεύνησης σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Odysseos v. Pieris Estates Ltd
(1982)1 C.L.R. 557, Jonitexo Ltd v. Adidas
(1984)1 C.L.R. 263, Γρηγορίου ν. Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd
(1996)1 A.A.Δ. 788, Μιχαηλίδης ν. Παπακυριάκου
(2004)1 Α.Α.Δ. 209 και Κύριλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528). Οι εν λόγω προϋποθέσεις είναι: (α) σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και (γ) να είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρως δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο εκτός αν δοθεί το διάταγμα. Στο τέλος εξετάζεται και το κατά πόσον η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι δίκαιη και εύλογη (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Χ" Βασίλη
(1989)1(Ε) Α.Α.Δ. 152, 154). Σημειώνεται ότι σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας το Δικαστήριο αποφεύγει να καταλήξει σε συμπεράσματα επί της ουσίας της διαφοράς, εφόσον το καθήκον του περιορίζεται σε διερεύνηση των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος. Κατ' επέκταση, δεν προβαίνει σε ενδελεχή αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά σε περιορισμένη και αναγκαία αξιολόγηση που σχετίζεται με αυτή καθ' εαυτή τη διερεύνηση των προϋποθέσεων που εξετάζονται (βλ. Κυρίλλου ν. Λάμπρου
(2004)1 Α.Α.Δ. 1528, 1533, C.T. Tobacco Limited v. Αρκτίνος Λτδ
(2003)1(Β) Α.Α.Δ. 853, 869 και Μιχαηλίδης ν. Πουργουρίδης
(2001)1 Α.Α.Δ. 1263, 1271). Τόσο η ένορκη δήλωση της Kozlova όσο και αυτή του Μερακλή, είναι πολυσέλιδες και υποστηρίζονται από αριθμό τεκμηρίων. Έχω μελετήσει καθετί που εκεί αναφέρεται. Δεν κρίνω σκόπιμο να συνοψίσω όλα όσα εκεί αναφέρονται, εφόσον πιο κάτω αναλύονται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 και η νομολογία, σε συνάρτηση με την προσκομισθείσα μαρτυρία. Ως εκ τούτου αναδεικνύεται κάθε σχετική πτυχή της προσκομισθείσας μαρτυρίας. Ανάλογα ισχύουν και για τις εμπεριστατωμένες αγορεύσεις των μερών. Δεν αναλύω τούτες αυτοτελώς, εφόσον όπου κρίνω ότι χρειάζεται παραθέτω αυτούσιες τις σχετικές εισηγήσεις. Τώρα, εξυπηρετεί την υπόθεση να παρατεθούν κάποια γεγονότα που η προσκομισθείσα μαρτυρία θέλει να αποτελούν κοινό τόπο. Σύμφωνα με την Kozlova η ενάγουσα 6 είναι μέτοχος της ενάγουσας 1, η οποία με τη σειρά της είναι μέτοχος των εναγουσών 3, 4 και
- Η δε Kozlova είναι διευθύντρια των εναγουσών 1, 4, 5 και 6 και αντικαταστάτρια διευθύντρια της ενάγουσας
- Διαφαίνεται συνεπώς ότι η ενάγουσα 1 είναι ο συνδετικός κρίκος των εναγουσών εταιρειών. Περί το 2012 η ενάγουσα 1 εταιρεία αποτάθηκε στους εναγόμενους μέσω της Kozlova και τους ζήτησε να αναλάβουν ως ελεγκτές της εταιρείας. Ούτω και έγινε και διάδικοι συνήψαν συμφωνία. Ακολούθως συμφωνήθηκε προφορικώς η επέκταση της συνεργασίας σε σχέση και με τις λοιπές ενάγουσες εταιρείες. Αμφότερες οι πλευρές συμφωνούν ότι από το 2012 μέχρι και τις αρχές του 2019 η συνεργασία των μερών εξελισσόταν ομαλά και χωρίς προβλήματα. Δέχονται όμως ότι αυτή η συνεργασία διεκόπη περί τον Απρίλιο του
- Το τεκμήριο 36 στην ένσταση των εναγομένων επιβεβαιώνει τις αιτιάσεις του Μερακλή, δηλαδή ότι απέστειλε τούτο στην Kozlova και τον δικηγόρο των εναγόντων και τους πληροφορούσε ότι «. we shall not carry out any further work. You must accept this and look for a new accountant». Από την άλλη η Kozlova αναφέρει στη δική της ένορκη δήλωση ότι «οι μεταξύ των Εναγουσών και Εναγομένων συμφωνίες τερματίστηκαν πρώτα από την πλευρά της Εναγομένης με τις Ενάγουσες να αποδέχονται τους εν λόγω τερματισμούς». Συνεπώς γεγονός είναι ότι η συνεργασία των διαδίκων διεκόπη κατ' αυτό τον τρόπο. Μετά τον τερματισμό της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων και συγκεκριμένα την 10/04/2019, οι ενάγουσες καταχώρισαν την αγωγή 956/19 και εξασφάλισαν προσωρινό διάταγμα εναντίον των εναγομένων και/ή των διευθυντών και/ή των υπαλλήλων και/ή των αντιπροσώπων τους, όπως παραδώσουν όλα τα λογιστικά ή άλλα βιβλία και/ή έγγραφα ιδιοκτησίας των εναγόντων στους ιδίους. Το εκδοθέν διάταγμα στην αγωγή 956/19 επισυνάπτεται ως τεκμήριο 2 στην αίτηση των εναγόντων, ενώ στην ίδια αίτηση το τεκμήριο 1 είναι το κλητήριο ένταλμα, η αίτηση και τα τεκμήρια που καταχωρίστηκαν στο πλαίσιο της προηγηθείσας αγωγής. Αναμφισβήτητο φαίνεται να είναι και αυτό που αφορά την αγωγή. Παραδεκτό είναι και αυτό που φαίνεται να αφορά η αγωγή. Εν προκειμένω μετά τον τερματισμό της συνεργασίας των διαδίκων οι ενάγουσες απέστειλαν στους εναγόμενους επιστολές μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου, που τους πληροφορούσαν ότι τερματίζονταν οι υπηρεσίες τους σε σχέση με αριθμό εταιρειών, πελάτες των εναγουσών. Δέσμη τέτοιων επιστολών είναι το τεκμήριο 66 στην ένσταση των εναγομένων. Όπως φαίνεται από το τεκμήριο 66 οι εν λόγω επιστολές είναι ημερομηνίας 05/04/
- Μετά από αυτές τις επιστολές και συγκεκριμένα μεταξύ 10 και 11 Απριλίου 2019, οι εναγόμενοι απευθύνθηκαν σε αριθμό πελατών τους, που παράλληλα ήταν και πελάτες των εναγόντων και τους ενημέρωσαν σε σχέση με τον τερματισμό της συνεργασίας τους με τις ενάγουσες, καθώς ότι προσβλέπουν σε συνέχιση της μεταξύ τους συνεργασίας, δηλαδή των εναγομένων και των εταιρειών προς τις οποίες απευθύνθηκαν. Περιπλέον τους πληροφορούσαν για τις υπηρεσίες που προσφέρουν. Δέχονται οι εναγόμενοι ότι οι επιστολές που απέστειλαν είναι το τεκμήριο 67 στην ένσταση, ενώ κάποιες εξ αυτών προσκόμισαν και οι ενάγουσες (βλ. τεκμήρια 5-7 στην αίτηση). Ο τύπος της επιστολής που απεστάλη είναι ο ίδιος σε σχέση με όλους τους παραλήπτες. Λόγω της σημασίας που προσλαμβάνει το περιεχόμενο του εν λόγω εγγράφου, παρατίθεται αυτούσιο. Αναφέρεται εκεί ότι· « Dear Sirs, We are writing to inform you that our office have terminated its services to Feldmans Management (Overseas) Ltd and its affiliated entities, as from the end of March
- As a result, with immediate effect our office ceased to act as accountants, auditors and consultants of the aforesaid. We regret to say that our decision resulted from several incidents of non-professional conduct and unpleasant behaviour. As a matter of principle and an office with a high professionalism and skepticism having an experience of thirty years in practice we do not accept this kind of behaviour. Further to the above, there are tens of thousands amounts due to our office for services rendered, which despite our repeated efforts they are still pending. We believe that the above event, would not affect our cooperation with your company. We had and would like to continue having a very good relationship and cooperation. Our offices are dully licensed and Registered: · Accountants · Auditors, · Insolvency practitioners · Administrators Also though our associates and affiliated entities we provide corporate and trust services including domiciliary and nominee services. Thank you for your understanding. Kind regards, XXXXX Meraclis» Είναι αυτό το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών εκείνο που κινητοποίησε τις ενάγουσες να καταχωρίσουν την επίδικη αγωγή και να αιτηθούν τα διατάγματα που ενωρίτερα αναφέρθηκαν. Έχει νομολογηθεί ότι η πρώτη προϋπόθεση που εξετάζεται, εν προκειμένω σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, δεν απαιτεί οτιδήποτε πέραν από το ότι αντικειμενικά το δικόγραφο αποκαλύπτει τέτοιο ζήτημα (βλ. Eurocypria v. Δημοκρατίας κ.α.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1783, 1793). Περιττό δε να σημειωθεί ότι το γεγονός πως στη δοσμένη περίπτωση το δικόγραφο των εναγόντων είναι γενικώς οπισθογραφημένο με βάση τη Δ.2 κ.1, δεν διαφοροποιεί την οφειλόμενη εξέταση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου
(1998)1(Β) Α.Α.Δ. 598, 603). Τη δική τους σημασία έχουν και τα λεχθέντα στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited
(2013)1(Β) Α.Α.Δ. 1235, 1241. Υποδείχθηκε εκεί ότι· « Στην Α/φοί Μυλωνά κ.ά. v. Michalakis Avraamides & Co. Ltd
(1998)1 A.A.Δ. 1513, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα στη σελίδα 1516: «Ερμηνευτική των προϋποθέσεων, που θέτει το Άρθρο 32 του Ν. 14/60, για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας, είναι η Odysseos v. Pieris Estates and Others
(1982)1 C.L.R. 557, στην οποία παραπέμπει το πρωτόδικο Δικαστήριο. Ενώ, όπως εξηγεί στην απόφασή του, η αποκάλυψη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση κρίνεται αντικειμενικά, με αναφορά στη διατυπωθείσα από τον εφεσείοντα θέση στην αγωγή του, η πιθανότητα επιτυχίας, μικρή έστω στο βαθμό που να είναι ορατή, πρέπει να αποδειχθεί με τη μαρτυρία που προσάγεται προς υποστήριξη της αίτησης.» (Η υπογράμμιση είναι δική μας.) Επίσης, στην υπόθεση Eurocypria v. Δημοκρατίας κ.ά.
(2011)1(Γ) Α.Α.Δ. 1783, λέχθηκαν τα ακόλουθα: «Οι προϋποθέσεις για έκδοση διατάγματος με βάση το Άρθρο 32 του Νόμου 14/1960 έχουν περαιτέρω επεξηγηθεί σε αριθμό αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, μεταξύ των οποίων στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates & Others (ανωτέρω) και Πουργουρίδη v. Θέμιδος Μέζου κ.ά. [1994] 1 Α.Α.Δ. 201. Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη επεξηγήθηκε ότι δεν περιλαμβάνει οτιδήποτε πέραν του να καταδειχθεί μια συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα.» (Η υπογράμμιση είναι δική μας.) Υποστήριξη της πιο πάνω θέσης μπορεί να αντληθεί και από την απόφαση Τσιολάκκη κ.ά. v. Στυλιανίδη
(1992)1 Α.Α.Δ. 782, όπου κρίθηκε ότι ο όρος «καλή αιτία αγωγής» (good cause of action) που προσδιορίζει βάσει του Άρθρου 5 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, το βάσιμο της αγωγής για την έκδοση συντηρητικού διατάγματος αναφορικά με μη επίδικο θέμα της αγωγής, έχει την ίδια έννοια με τον όρο «υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση» που τίθεται στην επιφύλαξη του Άρθρου 32
(1)των περί Δικαστηρίων Νόμων. Τη θέση αυτή αποδεχόμεθα ως ορθή και δεχόμαστε ότι, εάν αντικειμενικά από τα δικόγραφα προκύπτει η ύπαρξη καλής βάσης αγωγής, τότε τούτο είναι αρκετό για ικανοποίηση της πρώτης προϋπόθεσης. Ακολούθως, το Δικαστήριο θα πρέπει να προχωρεί στην εξέταση της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας του Ενάγοντα, με βάση τη μαρτυρία και τα στοιχεία που έχει ενώπιόν του.» (η υπογράμμιση δική μου) Βάσει των ανωτέρω συνάγεται ότι επιβάλλεται θεώρηση των δικογράφων προς το σκοπό εξακρίβωσης της βάσης αγωγής, ώστε να διαπιστωθεί κατά πόσο πληρείται η πρώτη προϋπόθεση, δηλαδή σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Στην προκείμενη περίπτωση το γενικώς οπισθογραφημένο δικόγραφο των εναγόντων φαίνεται να προωθεί πέραν της μίας βάσης αγωγής. Αυτό το δέχεται και o συνήγορος των εναγόντων όταν στην αγόρευση του πέραν της ανάπτυξης του αστικού αδικήματος της επιζήμιας ψευδολογίας και/ή του λιβέλλου, ασχολείται και με το αστικό αδίκημα του άρθρου 34 του Κεφ.148, δηλαδή πρόκλησης τρίτου να παραβεί κατά νόμο δεσμευτική σύμβαση. Συνεπώς η διερεύνηση του Δικαστηρίου δεν μπορεί παρά να εστιάσει και στις δύο αυτές πτυχές της αγωγής. Σημειώνεται πως αν και τα αδικήματα της επιζήμιας ψευδολογίας και δυσφήμισης είναι ξεχωριστά, εν τούτοις πιο κάτω εξετάζονται ως μια ενότητα λόγω των εγγενών ομοιοτήτων τους. Είναι η θέση των εναγομένων ότι στην έκταση που η αγωγή αφορά δυσφήμιση και/ή επιζήμια ψευδολογία «το κλητήριο και οι εν αυτώ αξιώσεις είναι ελαττωματικές σε σημείο που δεν δύναται να παραμείνει εν ισχύ το διάταγμα διότι δεν υφίσταται νομότυπη ή και έγκυρη απαίτηση». Προς υποστήριξη τούτου η πλευρά των εναγομένων παραπέμπει στα λεχθέντα στην υπόθεση Γαληνιώτης ν. Εκδοτικός Οίκος Δίας Λτδ κ.α.
(2011)1 Α.Α.Δ. 474, καθώς και στα αναφερόμενα στον Atkin's Encyclopaedia of Court Forms in Civil Proceedings, τόμος 25, σελίδες 62-65. Το ελάττωμα, σύμφωνα με τους συνηγόρους των εναγομένων, έγκειται στο ότι το δικόγραφο των εναγόντων δεν αποκαλύπτει τις ημερομηνίες των δυσφημιστικών δημοσιευμάτων, όπως ούτε το λεκτικό τούτων. Το πρώτο που σημειώνεται είναι πως σύμφωνα με το σύγγραμμα Bullen & Leake & Jacob's Precedents of Pleadings, 12η έκδοση, σελίδα 545, κάτω από τον τίτλο Pleading, στο κεφάλαιο Injurious Falsehood, η δικογράφηση του αδικήματος της επιζήμιας ψευδολογίας δεν διαφέρει από τη συνήθη στη δυσφήμιση (The words complained of must be set out in the Statement of Claim as in ordinary actions of defamation). Άλλωστε και στο σύγγραμμα Κεφάλαιο 148 Αστικά Αδικήματα Δίκαιο και Αποφάσεις των Αρτέμης & Ερωτοκρίτου, σελίδα 89, αναφέρεται ότι τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος της επιζήμιας ψευδολογίας είναι η δημοσίευση δήλωσης, που είναι ψευδής και που γίνεται κακόβουλα. Συνεπώς διαπιστώνεται πως αυτό που εδώ ενδιαφέρει, εν προκειμένω η δημοσίευση δήλωσης, είναι κοινό συστατικό στοιχείο μεταξύ των δύο αδικημάτων και έτσι όσα ακολουθούν σε σχέση με το αδίκημα του λιβέλλου ισχύουν και για το αδίκημα της επιζήμιας ψευδολογίας. Σημείο αναφοράς είναι ο κ.6
(4)της Δ.2, ο οποίος προβλέπει ότι πλην των περιπτώσεων που εκεί αναφέρονται, μεταξύ των αναφερομένων είναι και ο λίβελλος, οι λοιπές αγωγές μπορούν να καταχωριστούν σε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Συνεπώς η περίπτωση του λιβέλλου εξαιρείται από τα εκεί προβλεπόμενα και ως εκ τούτου καταχωρείται σε γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Ο κ.9 της Δ.2 αναφέρει τι είναι εκείνο που πρέπει να περιλαμβάνει ένα δικόγραφο που εδράζεται στο αστικό αδίκημα της δυσφήμισης. Εν προκειμένω αναφέρει ότι· « In actions for libel the indorsement on the writ shall state sufficient particulars to identify the publications in respect of which the action is brought.» Ο κ.9 της Δ.2 αντιστοιχεί στον παλαιό αγγλικό r.9 της Ο.3. Το Annual Practice του 1958 πραγματεύεται τούτον τον κανονισμό. Στη σελίδα 34 κάτω από τον τίτλο Sufficient Particulars αναφέρεται ότι· « In a libel action it is essential to know the very words on which the claim is founded. The actual words must be set out. In Collins v. Jones, [1955] 2 W.L.R. 813, C.A. it was held that, where the words complained of were alleged to have occurred in letters, the plaintiff must furnish particulars of each letter specifying the date, time and place of publication of each, identifying those to whom publication was alleged and setting out the precise words complained of in each letter.» (η υπογράμμιση δική μου) Υπενθυμίζεται ότι όλα τα ανωτέρω αφορούν το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα και όχι την έκθεση απαιτήσεως που ακολουθεί. Επιβεβαίωση προκύπτει και από τα αναφερόμενα στον Atkin's Encyclopaedia, πιο πάνω, όπου στη σελίδα 62, κάτω από τον τίτλο Indorsement on writ: general, σχολιάζεται το περιεχόμενο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου ως εξής· « In a libel action in which it is proposed to postpone the service of the statement of claim the writ must be indorsed with a statement giving sufficient particulars of the publications in respect of which the action is brought to enable them to be identified.» Το δε δείγμα κλητηρίου που αφορά λίβελλο σε σχέση με επιστολή εντοπίζεται στη σελίδα 98 του πιο πάνω συγγράμματος. Εισήγηση των έγκριτων συγγραφέων είναι πως το γενικώς οπισθογραφημένο κλητήριο πρέπει να φέρει τα εξής στοιχεία· « The Plaintiff's claim is for damages for libel contained in a [[letter or postcard] dated ... 19., written and signed by the Defendant or typewritten letter dated ... 19., [corrected and] signed by the Defendant] and addressed and sent through the post to one L.M.» Ενόψει όλων των πιο πάνω καθίσταται ηλίου φαεινότερον ότι εκεί όπου ο ενάγων επικαλείται το αστικό αδίκημα του λιβέλλου και/ή της επιζήμιας ψευδολογίας, επιβάλλεται να δικογραφήσει το λιβελλογράφημα, δηλαδή να αναφέρει σε ποιον στάληκε και πότε, ως επίσης το περιεχόμενο ή έστω το νόημα τούτου. Σε διαφορετική περίπτωση το δικόγραφο του ενάγοντα δεν αποκαλύπτει καλή βάση αγωγής. Επιβάλλεται να λεχθεί ότι στον Gatley on Libel and Slander, 8η έκδοση, σελίδα 373, υποδεικνύεται ότι· « Each and every publication of a libel gives a distinct and separate cause of action». Επίσης στον Gatley, πιο πάνω, αυτή τη φορά στην υποσημείωση 20 στη σελίδα 963, όπου σχολιάζεται η δημοσίευση (Publication) αναφέρεται ότι· « The time and place of publication are generally essential, so that the defendant can identify the case made against him and, in particular, consider whether the action is time-barred or not. It is not proper to allege publication of defamatory matter in certain places «and elsewhere»; the claimant should specifically identify all the alleged locations of publication, Webb v. Bache
(1993)117 F.L.R. 126.» Συνεπώς υποχρέωση του ενάγοντα είναι να δικογραφήσει ό,τι σχετικό του λιβελλογραφήματος, ασχέτως ότι το κλητήριο ένταλμα είναι γενικό και η οπισθογράφηση τούτου περιορισμένη συγκριτικά με το ειδικώς οπισθογραφημένο, ώστε να γνωρίζει ο εναγόμενος τι είναι εκείνο που έχει να αντιμετωπίσει, αλλά και ως εδώ είναι η περίπτωση, να γνωρίζει το Δικαστήριο ποιο είναι το αστικό αδίκημα που επικαλούνται οι ενάγοντες, δηλαδή ποιο είναι αυτό το δημοσίευμα ή δημοσιεύματα που οι ίδιοι θεωρούν δυσφημιστικό ή επιζήμια ψευδολογία. Παρεμβάλλεται πως ούτε και η δυνατότητα που παρέχει ο κ.1Α της Δ.20 διαφοροποιεί την όλη εικόνα. Στους Halsbury's Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 24, αναφέρεται ότι· « In an action for libel, if the plaintiff wishes to rely in his statement of claim on publications not particularized in the endorsement on the writ, he should apply for leave to amend the writ (f).» Συνεπώς η Δ.20 κ.1Α δεν εξυπηρετεί ένα κλητήριο ένταλμα στο οποίο δεν δικογραφήθηκε το δημοσίευμα και οι λοιπές αναγκαίες λεπτομέρειες. Ακριβώς το αντίθετο ισχύει. Το πάρα πάνω απόσπασμα διατυμπανίζει με τον πλέον σαφή τρόπο τις δικογραφικές υποχρεώσεις του ενάγοντα και καταδεικνύει ότι σε αντίθετη περίπτωση το δικόγραφο δεν πληροί τις προβλεπόμενες απαιτήσεις και κατ' επέκταση είναι μετέωρο και κενό περιεχομένου εκτός εάν τύχει τροποποίησης (βλ. Annual Practice, πιο πάνω, σελίδα 575 «And where the Statement of Claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the Court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend»). Βεβαίως στην υπό κρίση περίπτωση ζητούμενο δεν είναι το κλητήριο ένταλμα per se, αλλά το γεγονός ότι δεν παρέχει οιανδήποτε πληροφορία σε σχέση με τα πιο πάνω. Ποιο είναι το δημοσίευμα, εν προκειμένω ποιο το περιεχόμενό του, πώς δημοσιεύτηκε, σε ποιον και πότε. Τα πιο πάνω στοιχεία απουσιάζουν από το δικόγραφο, διαπίστωση που θέλει το κλητήριο να μην αποκαλύπτει το αστικό αδίκημα που επικαλείται. Η πάρα πάνω διαπίστωση οδηγεί όμως σε κάτι ακόμη. Δοθέντος ότι το δικόγραφο των εναγόντων δεν αποκαλύπτει ουσιώδεις πληροφορίες άμεσα σχετιζόμενες με τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος που επικαλείται, δεν νοείται διαπίστωση σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση. Όπως έχει ήδη αναφερθεί, η εν λόγω προϋπόθεση παραπέμπει στις έγγραφες προτάσεις και ικανοποιείται εκεί όπου αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής, κάτι που εδώ δεν πληρούται (βλ. Hellenic Bank Public Company Limited, πιο πάνω). Συνεπώς στην έκταση που η αγωγή αφορά το αδίκημα του λιβέλλου και της επιζήμιας ψευδολογίας, δεν διαπιστώνεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση ένεκα όλων όσων πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω. Στην υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού
(2002)1(Γ) Α.Α.Δ. 1980, 1988 αναφέρθηκε ότι· « Θα προσθέταμε μόνο ότι, από τη στιγμή που διαπιστώνεται ότι δεν υπάρχει συζητήσιμο θέμα, περιττεύει η εξέταση των άλλων κριτηρίων και είναι αχρείαστος ο προβληματισμός για το πού κλίνει το ισοζύγιο ευχέρειας. Θα ήταν αντιφατικό να μην υφίσταται η προϋπόθεση αυτή και να εξετάζεται θέμα προοπτικής επιτυχίας ή τα άλλα θέματα που συνάπτονται με το ζήτημα.» Δεν χωρεί αμφιβολία το ratio της υπόθεσης Σεβαστού. Άπαξ και διαπιστωθεί ότι δεν αποκαλύπτεται σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, η διερεύνηση τελματώνεται. Αυτό ισχύει και εδώ, τουλάχιστον στην έκταση που η αίτηση αφορά το αδίκημα του λιβέλλου και της επιζήμιας ψευδολογίας. Εν τούτοις είμαι της γνώμης ότι παράλειψη θα ήταν να μην σχολιαστεί άλλη μια ουσιώδης πτυχή του αιτήματος, η οποία επίσης καταδεικνύει το έκπτωτο τούτου. Επί του προκειμένου θεμελιακή είναι η υπόθεση Παναγιώτου ν. Μουλαζίμη
(2007)1(Α) Α.Α.Δ. 78, στην οποία συνοψίζονται οι αρχές που αφορούν έκδοση συντηρητικού διατάγματος στη βάση λιβελλογραφήματος. Αναφέρεται εκεί ότι· « Ο ευαίσθητος χαρακτήρας ενός προσωρινού διατάγματος προϋποθέτει ότι η έκδοση του πρέπει να γίνεται μόνο στις πιο καθαρές περιπτώσεις. (Βλ. Coulson v. Coulson [1887] 3 T.L.R. 846 και The Exclusive Brethren case [1980] 3 All E.R. 161, 183). Το θέμα της έκδοσης απαγορευτικών ενδιάμεσων διαταγμάτων σε περιπτώσεις δυσφημιστικών κειμένων εξετάστηκε στην αγγλική απόφαση Schering Chemicals Ltd. v. Falkman Ltd and others [1981] 2 All E.R. 321, στην οποία ο Λόρδος Denning τόνισε μεταξύ άλλων ότι, "In all but the most exceptional cases we will not grant an interim injunction to restrain the publication of a libel. Such an exceptional case was instanced by Jessel MR. It was a Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501 at 508 ... an atrocious libel wholly unjustified and inflicting the most serious injury of the plaintiff. Except in such a case we never grant an interim injunction." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Μόνο στις πιο εξαιρετικές περιπτώσεις θα εκδίδουμε διάταγμα για να εμποδίσουμε τη δημοσίευση δυσφημιστικού κειμένου. Μια τέτοια εξαιρετική περίπτωση υποδείχθηκε από το Δικαστή Jessel MR. Ήταν η υπόθεση Quartz Hill Consolidated Gold Mining Co. v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501 στη σελίδα 508 ... ένα στυγερό δυσφημιστικό κείμενο τελείως αδικαιολόγητο επιφέροντας την πιο σοβαρή βλάβη στον ενάγοντα. Εκτός από μια τέτοια περίπτωση ουδέποτε θα εκδώσουμε ένα απαγορευτικό διάταγμα." ....................................... (ii) Η υπεράσπιση που θα προβληθεί από τον εναγόμενο είναι εκείνη της αλήθειας (Justification). Το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία να εκδίδει προσωρινά διατάγματα σε περιπτώσεις δυσφημιστικών κειμένων, όταν ο αιτητής ικανοποιεί το Δικαστήριο ότι το επίδικο κείμενο είναι ψευδές (Quartz Hill Consolidated Gold Mining Company v. Beall [1882] 20 Ch. D. 501). Όταν ο εναγόμενος θα προβάλει τον ισχυρισμό ότι οι δηλώσεις είναι αληθείς, το Δικαστήριο δεν θα εκδώσει το προσωρινό διάταγμα εκτός αν πειστεί ότι η υπεράσπιση αυτή της αλήθειας δεν μπορεί να επιτύχει. Όπως έχει λεχθεί από το Δικαστή Coleridge στην υπόθεση Bonnard v. Perryman [1891] 2 Ch. 269, "The right of free speech is one which it is for the public interest that individuals should possess and, indeed, that they should exercise without impediment, so long as no wrongful act is done; and, unless an alleged libel is untrue, there is no wrong committed; but, on the contrary, often a very wholesome act is performed in the publication and repetition of an alleged libel. Until it is clear that an alleged libel is untrue, it is not clear that any right at all has been infringed ..." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης είναι ένα θέμα δημόσιου συμφέροντος που οι πολίτες δικαιούνται, και πράγματι, θα πρέπει να το εξασκούν χωρίς εμπόδια, νοουμένου ότι δεν διαπράττεται κανένα αδίκημα· όμως, αντίθετα, πολλές φορές μια ολόκληρη πράξη εκτελείται με τη δημοσίευση και επανάληψη ενός ισχυριζόμενου λιβέλλου. Μέχρις ότου αποφασιστεί ότι ο ισχυριζόμενος λίβελλος είναι ψευδής, δεν είναι καθαρό ότι έχει παραβιαστεί οποιοδήποτε δικαίωμα ....." Μέσα στα ίδια πλαίσια ο Λόρδος Denning στην υπόθεση Harakas and Others v. Baltic Mercantile and Shipping Exchange Ltd and Another [1982] 2 All E.R. 701, 703, τόνισε ότι, "This case raises a matter of principle which must be observed. This court never grants an injunction in respect of libel when it is said by the defendant that the words are true and that he is going to justify them." Σε ελεύθερη μετάφραση, "Αυτή η υπόθεση εγείρει μια αρχή που πρέπει να τηρείται. Αυτό το δικαστήριο ουδέποτε εκδίδει ένα απαγορευτικό διάταγμα αναφορικά με ένα λίβελλο όταν ο εναγόμενος λέει ότι οι λέξεις ανταποκρίνονται προς την αλήθεια και ότι θα τις δικαιολογήσει."» Δεν επαναλαμβάνω τη σπανιότητα και τη φειδώ με την οποία εκδίδονται διατάγματα ως το επίδικο. Για ό,τι εδώ αφορά η προσοχή εστιάζεται στους ισχυρισμούς του Μερακλή που εν πολλοίς επιχειρούν να αιτιολογήσουν τα ισχυριζόμενα στις αποσταλείσες επιστολές. Δεν αποφαίνομαι βεβαίως κατά πόσο αιτιολογούνται οι χαρακτηρισμοί που οι εναγόμενοι απέδωσαν στις ενάγουσες με τις επιστολές τους, ούτε και είναι έργο του Δικαστηρίου σε αυτό το στάδιο της διαδικασίας, εφόσον αυτό θέλει απόφαση από τον κριτή των γεγονότων, δηλαδή μετά που οι δύο πλευρές θα προσκομίσουν το σύνολο της μαρτυρίας τους και θα υποβάλουν τους μάρτυρες της άλλης πλευράς στη δοκιμασία της αντεξέτασης. Έχει όμως σημασία να παρατεθούν οι σχετικές αιτιάσεις του Μερακλή ώστε να διαφανεί αυτό που πιο πάνω αναφέρθηκε. Ο ομνύων την ένσταση παρέθεσε στοιχεία που εξεικονίζουν τη σχέση των διαδίκων από την πρώτη στιγμή. Δηλαδή πότε άρχισε η συνεργασία τους και κάτω από ποιες περιστάσεις (βλ. παραγράφους 5 έως 8 της δήλωσης Μερακλή). Υποστηρίζει ότι η παρασάλευση της σχέσης των διαδίκων δεν προέκυψε υπαιτιότητι των εναγομένων, αλλά από αδικαιολόγητη απαίτηση της Kozlova για εκ νέου έκδοση και υπογραφή κάποιας έκθεσης που είχαν παλαιότερα ετοιμάσει και αποστείλει (βλ. παραγράφους 12 έως 13 στην ένορκη δήλωση Μερακλή). Σε αυτό δε το πλαίσιο ισχυρίζεται πως η Kozlova του απέστειλε e-mail με προσβλητικό περιεχόμενο και κατά αυτό τον τρόπο εξελήφθη από τους εναγόμενους (βλ. τεκμήριο 3 στην ένσταση, ημερομηνίας 01/03/2019). Ακολούθησε νέο e-mail της Kozlova (τεκμήριο 4 στην ένσταση), αυτή τη φορά προς υπάλληλο των εναγομένων, όπου έκανε έντονες παρατηρήσεις και αποκαλούσε τη στάση των εναγομένων, νοείται σε σχέση με την προμνησθείσα έκθεση, παράνομη και άξια τιμωρίας. Πέραν όσων αφορούν την εν λόγω έκθεση ο Μερακλής εξιστορεί με λεπτομέρεια τη συνεργασία των διαδίκων από τον Μάρτιο του 2019 μέχρι και την έκδοση του επίδικου διατάγματος, σε μια προσπάθεια να αναδείξει τη συμπεριφορά των εναγόντων, αλλά και να αιτιολογήσει το υπόλοιπο που ισχυρίζεται ότι οι ενάγοντες δεν εξόφλησαν. Από την 08/03/2019, αναφέρει, ζήτησαν από την Kozlova έγγραφα και πληροφορίες και συγκεκριμένα αντίγραφο μιας συμφωνίας που αφορούσε την είσπραξη ποσού €1.000.000, ώστε να είναι σε θέση να ολοκληρώσουν την εργασία τους (βλ. τεκμήριο 5 στην ένσταση). Την 13/03/2019 έστειλαν νέο μήνυμα ως υπενθύμιση του προηγούμενου (βλ. τεκμήριο 6 στην ένσταση). Το ίδιο έπραξαν και την 15/03/2019, τονίζοντας ότι αυτή θα ήταν και η τελευταία ειδοποίηση (βλ. τεκμήριο 8 στην ένσταση). Την 15/03/2019 η Kozlova τους απέστειλε διάφορα έγγραφα (βλ. τεκμήρια 9-12 στην ένσταση), τα οποία όμως δεν αποκάλυπταν πλήρη στοιχεία, γεγονός που της γνωστοποιήθηκε την αμέσως επόμενη ημέρα (βλ. τεκμήριο 13 στην ένσταση). Η επισήμανση αφορούσε αυτή τη συμφωνία του ενός εκατομμυρίου ευρώ που προαναφέρθηκε. Τα μέρη αντάλλαξαν απόψεις, με την Kozlova να επιχειρηματολογεί ότι επαρκούν τα στοιχεία που έστειλε (βλ. τεκμήριο 14) και τον Μερακλή να απαντά αρνητικά (βλ. τεκμήριο 15). Εν τέλει η Kozlova ανέφερε ότι η περί ης ο λόγος συμφωνία είναι εμπιστευτική (βλ. τεκμήριο 16). Ακολούθησε απάντηση του Μερακλή που εξηγούσε τους λόγους που η συμφωνία ήταν αναγκαία και προστέθηκε ότι υπόκειτο σε ΦΠΑ μέχρι 19%. Σύμφωνα με τον Μερακλή η αναφορά στο ΦΠΑ εξόργισε την Kozlova η οποία ζήτησε να μάθει γιατί η συμφωνία υπόκειται σε ΦΠΑ, ενώ δήλωσε ότι θα αποστείλει στους εναγόμενους τη συμφωνία με την προϋπόθεση ότι οι τελευταίοι θα προσκομίσουν βεβαίωση ότι η συμφωνία θα τύχει πλήρους εμπιστευτικότητας (βλ. τεκμήριο 18). Σε αυτό το μήνυμα οι εναγόμενοι απάντησαν με το τεκμήριο 19, επιβεβαιώνοντας ότι θα τηρηθεί πλήρης εμπιστευτικότητα. Αυτή η συμφωνία, αναφέρει ο Μερακλής, αποτελεί μέρος του διατάγματος που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 956/19, το οποίο τους απαγορεύει την κοινοποίηση τούτης. Την 19/03/2019 ο Μερακλής απέστειλε νέο e-mail στην Kozlova, όπου της έλεγε ότι εκείνος είναι ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας των εναγομένων και ότι απογοητεύεται από την προσπάθειά της να τον παρακάμψει και πως τους τελευταίους 3 μήνες έγιναν δέκτες επιθετικών μηνυμάτων, νοείται της Kozlova, πολλά εκ των οποίων ήταν παράλογα. Της υπενθυμίζει κάποιες εκ των εργασιών που εκτέλεσαν και καταλήγει ότι τα παράπονα της για τις τιμολογήσεις είναι υπερβολικά. Της υποδεικνύει ότι κλήθηκε να παραδώσει το πρωτότυπο της συμφωνίας και όμως αρνήθηκε, πράγμα που προκαλεί πολλά προβλήματα. Αν και της ζήτησε, αναφέρει, να συναντηθούν για να λύσουν τις όποιες διαφορές και πάλιν αρνήθηκε, ενώ του έγραψε και προσβλητικά σχόλια. Τους ζητήθηκε τους εναγόμενους να παραδώσουν τους λογαριασμούς του 2018, τη στιγμή όμως που δεν τους προσκομίστηκαν όλα τα αναγκαία έγγραφα και δεν διευθετήθηκαν τα τιμολόγια. Υπό αυτές τις συνθήκες, δηλώνει ο Μερακλής, δεν είναι σε θέση να παραδώσουν τους λογαριασμούς και πιέζονται να παραιτηθούν. Εν τούτοις με καλή θέληση από μέρους της αυτό μπορεί να αποφευχθεί. Την καλεί να επικοινωνήσει μαζί τους, αν έχει οποιεσδήποτε ερωτήσεις σε σχέση με τις τιμολογήσεις. Τέλος, δηλώνει ότι δεν επιθυμεί να τερματίσουν τη συνεργασία τους, αλλά με αυτή τη συμπεριφορά δεν έχουν άλλη επιλογή και τονίζει ότι από τούδε και στο εξής δεν θα ανεχθούν e-mails με ασεβές περιεχόμενο. Της υπενθυμίζει εν τούτοις, ότι είχαν μια πολύ καλή συνεργασία και για άγνωστους λόγους τους τελευταίους 3 μήνες η συμπεριφορά της έγινε επιθετική. Την καλεί να σχολιάσει τα πιο πάνω όπως και να συναντηθούν. Επ' αυτού η Kozlova επανήλθε την 24/03/2019 και απαίτησε δήλωση των εναγομένων ότι η συμφωνία θα καταστραφεί αμέσως μόλις ολοκληρωθεί ο έλεγχος και περαιτέρω, εξέφρασε την άποψη ότι ο συντελεστής ΦΠΑ πρέπει να είναι μηδενικός (βλ. τεκμήριο 22). Την 26/03/2019 ακολούθησε συνάντηση στα γραφεία των εναγομένων παρουσία του νομικού σύμβουλου των εναγόντων όπου επανατονίστηκε, σύμφωνα με τον Μερακλή, το περιεχόμενο του τεκμηρίου 21 και συμφωνήθηκε να αποσταλούν προσχέδιες οικονομικές καταστάσεις, ως αυτές παρουσιάστηκαν στη συνάντηση και να εξοφληθούν οι οφειλές των εναγόντων έναντι των εναγομένων. Ό,τι συμφωνήθηκε καταγράφεται και σε e-mail που αμέσως μετά απέστειλε ο Μερακλής στην Kozlova (βλ. τεκμήριο 23) και ομιλεί για αποδεκτές τιμολογήσεις (I understand that none of our invoices are in dispute so please settle these, asap) και ότι οι εναγόμενοι ευελπιστούν να στείλουν τους λογαριασμούς την επομένη (Hopefully, we will provide tomorrow the draft accounts .). Ακολούθως την 26/03/2019 οι εναγόμενοι απέστειλαν και γραπτώς τη δέσμευσή τους να μην αποκαλύψουν το περιεχόμενο της συμφωνίας που αναμένετο να τους σταλεί (βλ. τεκμήριο 24). Εν τέλει η συμφωνία στάληκε στους εναγόμενους την 26/03/2019, σύμφωνα με τον Μερακλή μόλις τρεις ημέρες πριν τη λήξη της προθεσμίας υποβολής λογαριασμών στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (βλ. τεκμήρια 25-27). Προσχέδιο οικονομικών καταστάσεων στάληκε στους ενάγοντες την 27/03/2019 (βλ. τεκμήρια 28 και 30). Ακολούθως την 29/03/2019 οι εναγόμενοι ενημέρωσαν την Kozlova ότι σύμφωνα με γνωμάτευση που έλαβαν από την υπηρεσία ΦΠΑ, το ποσό του €1.000.000 φορολογείτο με συντελεστή ΦΠΑ 19% (βλ. τεκμήρια 30 και 31). Αυτό, σύμφωνα με τον Μερακλή, εξόργισε την Kozlova που άρχισε να φωνάζει και να απειλεί. Την 03/04/2019 οι εναγόμενοι έλαβαν επιστολή από τον συνήγορο των εναγόντων της οποίας το περιεχόμενο επιβεβαίωνε ότι συμφώνησαν να πληρώσουν μόλις ολοκληρωθούν οι εργασίες και πρόσθετε ότι δεν τους στάλησαν οι οικονομικές καταστάσεις (βλ. τεκμήριο 32). Αυθημερόν ο Μερακλής απάντησε στο συνήγορο ότι διεκπεραίωσαν την εργασία τους και επεσήμανε ότι το γεγονός πως οι ενάγοντες διαφωνούν με τους λογαριασμούς, δεν σημαίνει ότι δεν ετοιμάστηκαν τέτοιοι (βλ. τεκμήριο 33). Ακολούθησε νέο μήνυμα της Kozlova προς την XXXXX Γεωργιάδου, υπάλληλο των εναγομένων, το οποίο την καλούσε να συμμορφωθεί και ότι οι πράξεις ή παραλείψεις της συνιστούν ποινικά αδικήματα. Μετά από αυτό και συγκεκριμένα την 04/04/2019, ο Μερακλής απευθύνθηκε στην Kozlova και το συνήγορό της και τους ενημέρωσε ότι τα απειλητικά μηνύματα προς το γραφείο και τους υπαλλήλους τους είναι απαράδεκτα, ότι εκτέλεσαν το καθήκον τους, ότι οι ενάγοντες δεν σχολίασαν τους λογαριασμούς και τέλος ότι δεν θα συνεχίσουν να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους (βλ. τεκμήριο 36). Οι οικονομικές καταστάσεις των συνδεδεμένων εταιρειών, προσθέτει ο Μερακλής, υπογράφηκαν από τους εναγόμενους την 31/01/2019 (βλ. τεκμήριο 37), 18/03/2019 (βλ. τεκμήριο 38) και την 28/03/2019 (βλ. τεκμήριο 39). Εν τούτοις για τις πιο πάνω υπηρεσίες δεν πληρώθηκαν παρά τις υπενθυμίσεις που απέστειλαν στους ενάγοντες. Εκπεφρασμένη θέση του συνηγόρου των εναγόντων είναι πως· «Οι αναφορές της Εναγόμενης εδράζονται και εστιάζονται κυρίως στο να αποδείξουν στο σεβαστό Δικαστήριο ότι η συμπεριφορά της ήταν επαγγελματική και σύμφωνη με τις συμβατικές της υποχρεώσεις προς τις Ενάγουσες. Τονίζουμε ότι το κατά πόσο η συμπεριφορά της Εναγόμενης ήταν τέτοια δεν είναι το επίδικο ζήτημα στην παρούσα ούτε αποτελεί ουσιώδες γεγονός. Στην παρούσα, η Εναγόμενη θα πρέπει να αποδείξει ότι οι δημοσιεύσεις της περί αντιεπαγγελματικής και δυσάρεστης συμπεριφοράς και περί δεκάδων χιλιάδων ευρώ οφειλών από τις Ενάγουσες είναι αληθείς». Με όλο το σεβασμό αλλά με την πάρα πάνω θέση δεν μπορώ να συμφωνήσω. Πιο πάνω έγινε εκτενής αναφορά στους ισχυρισμούς των εναγομένων. Επαναλαμβάνω ότι δεν αποφαίνομαι κατά πόσο έτσι έχουν τα πράγματα, άλλωστε δεν είναι αυτό το στάδιο. Ό,τι όμως προκύπτει από αυτούς τους ισχυρισμούς δεν είναι απλώς η θέση ότι οι εναγόμενοι εκτέλεσαν το καθήκον τους έναντι των εναγόντων, αλλά και ότι έτυχαν αντιεπαγγελματικής αντιμετώπισης από τους τελευταίους, καθώς ότι οι ενάγοντες αναγνώρισαν πως υφίστανται απλήρωτα τιμολόγια. Εν ολίγοις οι εναγόμενοι προάγουν την υπεράσπιση, πλέον σε πραγματικό επίπεδο, της αλήθειας του περιεχομένου των επιστολών που δημοσίευσαν. Περιπλέον αυτοί οι ισχυρισμοί των εναγομένων δεν έτυχαν αμφισβήτησης ή απάντησης. Στον Atkin's, πιο πάνω, αυτή τη φορά στη σελίδα 64, αναφέρεται ότι· « The jurisdiction to grant an interlocutory injunction is exercised with caution·, although each case must depend on its own facts, as a rule no injunction will be granted in the following cases: ....................................... 3. when the defendant swears that he will be able to justify the libel and the court is not satisfied that he may not be able to do so». Στην δοσμένη περίπτωση οι ισχυρισμοί των εναγομένων φανερώνουν ότι αυτή είναι η υπεράσπιση που θα εγείρουν, δηλαδή το αληθές του περιεχομένου των δημοσιευμάτων. Οι δε ισχυρισμοί τους κρινόμενοι σε αυτό πάντα το στάδιο της διαδικασίας, δεν αποκαλύπτουν εγγενή αναξιοπιστία, ώστε επακόλουθη τεκμηρίωση τούτων να κρίνεται παντελώς αδύνατη. Δικαιολογείται ως εκ τούτου εφαρμογή όσων ο Lord Denning ανέφερε στην υπόθεση Hubbard a.o. v. Vosper a.o.
(1972)2 QB 84, 96, δηλαδή πως· « We never restrain a defendant in a libel action who says he is going to justify». Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση, στην έκταση που αφορά το αστικό αδίκημα του λιβέλλου και της επιζήμιας ψευδολογίας απορρίπτεται και γι' αυτό το λόγο. Προτού αφήσω αυτό το θέμα δύο λόγια επιβάλλονται και για το αιτητικό Β της αίτησης. Ό,τι ζητείται με αυτό είναι άμεση επανόρθωση δια ανακατασκευής και/ή απόσυρσης των επίδικων μηνυμάτων και/ή άλλων παρόμοιου περιεχομένου και/ή δυσφημιστικών δηλώσεων. Στην Avila Management Services Limited κ.α. ν. Frantisek Stepanek κ.α. Πολ. Εφ. 54/2012, ημερ. 27.6.2012, λέχθηκε ότι· « Τέθηκε επίσης ζήτημα ότι δεν ήταν ορθή η χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων εφόσον μ΄ αυτά ουσιαστικά αποφασιζόταν και η ίδια η αγωγή. Δεν χορηγείται με άλλα λόγια η ουσιαστική θεραπεία από το ενδιάμεσο στάδιο με αίτηση για προσωρινό μέτρο (Michael v. Brevinos
(1969)1 C.L.R. 578). Το ανεπιθύμητο όμως δεν εξισούται με απαγόρευση. Δεν υπάρχει άκαμπτος κανόνας αποκλεισμού της θεραπείας ενδιαμέσως, αν αυτή ορθά και δικαίως ζητείται, επειδή και η αγωγή ουσιαστικά επιδιώκει το ίδιο πράγμα. Κατ΄ αρχάς η ενδιάμεση θεραπεία παραμένει ενδιάμεση, αναθεωρήσιμη ανά πάσα στιγμή θεωρηθεί ότι οι περιστάσεις έχουν διαφοροποιηθεί προς τροποποίηση ή ακόμη και ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Πρόσθετα, ενώ το εκδοθέν διάταγμα παραχωρείται ως λύση επείγουσας και παρεμπίπτουσας μορφής, οι ίδιες οι θεραπείες που ζητούνται με το κλητήριο, εάν επιτύχουν, χορηγούνται τελεσίδικα και στο διηνεκές, (δέστε και Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd - ανωτέρω -). Εξαρτάται από την κρίση του Δικαστηρίου, αναλόγως των περιστάσεων (Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co. Ltd
(2002)1 Α.Α.Δ. 2015).» Παρά τα νομολογηθέντα που θέλουν να μην υπάρχει άκαμπτος κανόνας, εν τούτοις αν εδώ ήθελε εκδοθεί διάταγμα ως το αιτητικό Β, η θεραπεία θα χάσει τον ενδιάμεσο χαρακτήρα της και θα προκαλέσει τετελεσμένα γεγονότα. Περιπλέον, έγκριση αιτήματος ως το πιο πάνω προϋποθέτει ότι το δημοσίευμα όντως κρίνεται δυσφημιστικό, κρίση που εκφεύγει των επιδίκων θεμάτων τούτης της διαδικασίας και συνεπώς έκδοση τέτοιου διατάγματος είναι τουλάχιστον πρωθύστερη. Ως εκ τούτου, πέραν όσων έχουν ήδη λεχθεί, το αιτητικό Β απορρίπτεται και γι' αυτό το λόγο. Αναφέρθηκε ήδη ότι η δικογράφηση των εναγόντων δεν εξαντλείται στα δύο προμνησθέντα αστικά αδικήματα. Το δικόγραφο τούτων αποκαλύπτει άλλη μια βάση αγωγής που είναι το αστικό αδίκημα του άρθρου 34 του Κεφ.148. Υπό το φως των λεχθέντων στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Limited, πιο πάνω, διαπιστώνεται ότι η δικογράφηση στο κλητήριο ένταλμα των εναγόντων αποκαλύπτει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση. Έχει νομολογηθεί ότι η πιθανότητα επιτυχίας εξικνείται σε σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης δικαιώματος και όχι απόδειξη τέτοιου (βλ. Hazlewood Investment & Finance Ltd v. Manuel κ.α., Πολ. Έφ. Ε14/2017 και Ε209/2017, ημερομηνίας 16/07/2019). Στο σύγγραμμα Αστικά Αδικήματα, πιο πάνω, στη σελίδα 109, υποδεικνύεται ότι συστατικά στοιχεία του άρθρου 34 του Κεφ. 148 είναι (α) η πρόκληση παράβασης σύμβασης μεταξύ δύο άλλων μερών, (β) ότι ο ενάγων υπέστη ζημία από την προκληθείσα παράβαση και (γ) ότι ο εναγόμενος ενήργησε γνωρίζοντας την ύπαρξη της σύμβασης και χωρίς επαρκή αιτιολογία. Εδώ η μαρτυρία της Kozlova θέλει τους εναγόμενους να απευθύνουν την επιστολή με το περιεχόμενο που αναφέρθηκε σε αριθμό πελατών των εναγόντων. Σχετικά εν προκειμένω είναι τα τεκμήρια 5, 6 και 7 στην αίτηση. Πέραν τούτης της ενέργειας των εναγομένων, η μαρτυρία της Kozlova δεν αποκαλύπτει οτιδήποτε περαιτέρω. Χαρακτηριστικά το περιεχόμενο της παραγράφου 13 της δήλωσης της Kozlova, θέλει κάποιους εκ των παραληπτών της επιστολής να ρώτησαν να μάθουν τι έγινε, άλλοι εξέφρασαν έκπληξη και κάποιοι τρίτοι ανάφεραν ότι δεν τους ενδιαφέρει αλλά να φροντίσει, νοείται η Kozlova, να μην επηρεαστούν τα συμφέροντά τους. Εν προκειμένω το σύνολο της προσκομισθείσας μαρτυρίας δεν αποκαλύπτει παράβαση σύμβασης, όπως ούτε ότι οι ενάγουσες υπέστησαν ζημία. Σχετικά είναι και τα αναφερόμενα στην παράγραφο 17(γ) της ένορκης δήλωσης της Kozlova. Αναφέρεται εκεί ότι· « Ήδη, διάφοροι πελάτες των Εναγουσών μου έχουν εκφράσει την απαρέσκεια τους για τα τεκταινόμενα και για όσα μας καταλογίζει η Εναγόμενη, με αποτέλεσμα να δημιουργούνται τριγμοί στην επαγγελματική μας σχέση. Άλλοι πελάτες διερωτούνται τι συμβαίνει και εάν όντως οι Ενάγουσες διακρίνονται από επαγγελματική ακεραιότητα, ενώ η εκδικητική στάση της Εναγόμενης η οποία δημιουργεί προσκόμματα στην συνεργασία που πρέπει να υπάρχει για άλλους πελάτες μας, δημιουργεί σοβαρότατο κίνδυνο απώλειας εργασιών, πελατών και κέρδους για τις Ενάγουσες. Πραγματικά τρομάζω στη σκέψη για το τι μπορεί να ξημερώσει αύριο για τις Ενάγουσες, για το τι σκέφτονται οι πελάτες μας που ένας ένας λαμβάνει αυτά τα μηνύματα από την Εναγόμενη, για το αν θα λάβουν και άλλοι αυτά τα μηνύματα, για τον αντίκτυπο στις Ενάγουσες, για την πιθανότητα η Εναγόμενη να ειδοποιήσει και άλλους πελάτες μας οι οποίοι δεν είναι πελάτες της αλλά πιθανόν να έχει τα στοιχεία επικοινωνίας τους ένεκα των υπηρεσιών που μας προσέφερε και για το αν κάποιοι πελάτες των Εναγουσών προτίθενται να τερματίσουν τις μεταξύ μας συμφωνίες ένεκα των πιο πάνω.» Παρά την ανησυχία της Kozlova είναι αντιληπτό ότι ουδείς εκ των παραληπτών της επιστολής ακύρωσε οιανδήποτε συμφωνία με τις ενάγουσες και ούτε εκφράστηκε τέτοια πρόθεση από κάποιον. Συνεπώς η προσκομισθείσα μαρτυρία δεν αποκαλύπτει είτε πρόκληση παράβασης σύμβασης είτε ζημία. Εν τούτοις όπως υπεδείχθη στην Παναγιώτου κ.α. ν. Westside Engineering Limited
(2012)1(Γ) Α.Α.Δ. 2222, 2261-2, η διάπραξη του αδικήματος του άρθρου 34 συντελείται άμα τη αποδείξει των προμνησθέντων συστατικών στοιχείων. Στους δε Halsbury's The Laws of England, 3η έκδοση, τόμος 37, σελίδα 124, αναφέρεται πως· «Actual damage is the gist of the action». Εν τέλει στον Clerk & Lindsell on Torts, 14η έκδοση, σελίδα 400, αναφέρεται ότι· «But on principle, if no breach eventuates, there should be no tort». Υπό το φως όλων των ανωτέρω και πάντα βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας, διαπιστώνεται ότι οι ενάγουσες δεν αποκαλύπτουν είτε ότι επήλθε παράβαση σύμβασης, είτε ότι υπέστησαν ζημία υπαιτιότητι της επιστολής των εναγομένων, γεγονός που δεν δικαιολογεί διαπίστωση πιθανότητας επιτυχίας στη βάση αυτής της πτυχής του αιτήματος. Αυτή δε η κατάληξη συναρτάται και με τον έτερο λόγο που εξετάζεται, δηλαδή το κατά πόσο είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον. Δοθέντος ότι η μαρτυρία δεν ισχυρίζεται παράβαση σύμβασης και πρόκληση ζημίας, όπως ούτε ότι κάποιος εκ των πελατών των εναγόντων εξέφρασε τέτοια πρόθεση, αδυνατώ να αντιληφθώ τι είναι εκείνο που οι εναγόμενοι θα κληθούν να αποζημιώσουν βάσει του άρθρου 34 του Κεφ. 148. Αν και αναγνωρισμένο είναι ότι η απονομή πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με υποκατάσταση υλικής ζημίας και συνεπώς και άλλα στοιχεία λαμβάνονται υπόψη, στη δοσμένη περίπτωση η μαρτυρία δεν αποκαλύπτει βλάβη, οιασδήποτε μορφής, στις ενάγουσες (βλ. Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.α. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφ. Ε203/13, ημερομηνίας 11/09/2019 και Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, ημερομηνίας 21/03/2019). Κατ' επέκταση ούτε αυτή η προϋπόθεση πληρούται. Περιπλέον, λόγω ακριβώς όλων των ανωτέρω, εν προκειμένω ότι η μαρτυρία δεν αποκαλύπτει σοβαρές ενδείξεις ότι διαπράχθηκε το αστικό αδίκημα που επικαλούνται οι ενάγουσες και περιπλέον, δεν φαίνεται να έχει προκύψει ζημία σε βάρος των εναγουσών, είμαι της γνώμης ότι το ισοζύγιο των αναγκών της δικαιοσύνης (βλ. Εκδόσεις Αρκτίνος Λίμιτεδ κ.α. ν. Λοϊζίδου, Πολ. Έφ. Ε7/18, ημερομηνίας 21/03/2019), γέρνει προς τη μεριά των εναγουσών, αναδεικνύοντας ότι αυτοί είναι που θα υποστούν την ολιγότερη ζημιά και δυσχέρεια συνεπεία της τυχόν ακύρωσης και μη έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων. Συνεπώς η μη έκδοση ή ακύρωση των αιτούμενων διαταγμάτων, εξυπηρετεί καλύτερα τους σκοπούς της δικαιοσύνης. Για όλους τους λόγους που πιο πάνω επιχείρησα να εξηγήσω, κρίνω ότι η αίτηση είναι αβάσιμη. Ως εκ τούτου το διάταγμα που εκδόθηκε την 22/04/2019 ακυρώνεται, ενώ και τα αιτητικά Β και Γ της αίτησης απορρίπτονται. Έξοδα διαδικασίας, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των εναγομένων και εναντίον των εναγόντων, ομού και κεχωρισμένως, καταβλητέα με την αποπεράτωση της αγωγής. (Υπ)..................................... Λ.Α. Παντελή, Ε.Δ. Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΕΔ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο