← Κύπρος

FELDMANS MANAGEMENT (OVERSEAS) LIMITED κ.α. ν. MERACLIS, HERODOTOU & CO LIMITED, Αρ. Αγωγής: 956/2019, 15/11/2019

FELDMANS MANAGEMENT (OVERSEAS) LIMITED κ.α. ν. MERACLIS, HERODOTOU & CO LIMITED, Αρ. Αγωγής: 956/2019, 15/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A513 ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: N. Α. Π. Γεωργιάδη, Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 956/2019 ΜΕΤΑΞΥ:

  1. FELDMANS MANAGEMENT (OVERSEAS) LIMITED
  2. XXXXX XXXXX MICHAELIDOU
  3. DM NOMINEES LIMITED
  4. DM SERVICES LIMITED
  5. DM TRUSTEE LIMITED
  6. D & M MANAGEMENT LIMITED Εναγουσών και MERACLIS, HERODOTOU & CO LIMITED Εναγόμενης ------------------ Αίτηση ημερομηνίας 10/4/2019 των Εναγουσών για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 15 Νοεμβρίου,
  7. Εμφανίσεις: Για τις Ενάγουσες-Αιτούσες: κ. Α. Πλαστήρας. Για την Εναγόμενη - Καθ' ης η Αίτηση: κ. Μ. Ραφαήλ για κ.κ. Γλαύκος Ν. Ραφαήλ & Σία Δ.Ε.Π.Ε. και Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης και Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η [ Ι ]
  8. Οι Ενάγουσες, με γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα που καταχωρίστηκε την 10/04/2019, απαιτούν γενικές και ειδικές αποζημιώσεις για παραβίαση του δικαιώματος ιδιοκτησίας συνεπεία της συνεχιζόμενης άρνησης της Εναγόμενης να παραδώσει στους Ενάγοντες όλα τα λογιστικά και/ή ελεγκτικά βιβλία και/ή έγγραφα και/ή οικονομικές καταστάσεις των Εναγουσών, δήλωση ότι η Εναγόμενη έχει υποχρέωση να τα παραδώσει, αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας, αποζημιώσεις για μελλοντικές ζημιές λόγω παράβασης σύμβασης και οποιαδήποτε άλλη θεραπεία ή διάταγμα ήθελε κριθεί πρέπουσα ή πρέπον.
  9. Το Δικαστήριο την 12/10/2019 ενέκρινε αίτημα ημερομηνίας 10/4/2019 και εξέδωσε μονομερώς τα ακόλουθα διατάγματα: «.....διάταγμα διατάσσον την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση και/ή τους διευθυντές και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους της όπως παραδώσουν αμέσως και/ή σε 48 ώρες από της επίδοσης και/ή παράδοσης του αιτούμενου διατάγματος στις Ενάγουσες στη διεύθυνση τους, ήτοι Αρχιεπισκόπου Μακαρίου Γ 73, Methonis Tower, 7°ς όροφος, 1070, Λευκωσία, όλα τα λογιστικά και/ή ελεγκτικά βιβλία και/ή έγγραφα και/ή οικονομικές και/ή λογιστικές καταστάσεις και/ή ελεγμένους λογαριασμούς και/ή καταστάσεις λογαριασμών και/ή μερισμάτων για τα έτη 2007 - 2019 και/ή τιμολόγια και/ή συμβόλαια και/ή αποδείξεις και/ή γενικό καθολικό και/ή βιβλία χρεωστών και πιστωτών και/ή ισοζύγιο και/ή μισθολόγια του προσωπικού και/ή καταστάσεις λογαριασμού των τραπεζών και/ή έγγραφα σχετικά με τον υπολογισμό και πληρωμή του ΦΠΑ και/ή φορολογικά δεδομένα και πληροφορίες απαραίτητα για την συμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των μετόχων των Εναγουσών και/ή όλα τα έγγραφα που τους παρέδωσαν οι Ενάγουσες και βρίσκονται υπό την κατοχή και/ή φύλαξη και/ή έλεγχο της Εναγόμενης και/ή των διευθυντών και/ή των αντιπροσώπων και/ή των υπαλλήλων της σαν λογιστές ή και ελεγκτές και/ή θεματοφύλακες της ιδιοκτησίας των Αιτητριών, μέχρι ακρόασης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής και/ή πλήρους αποπεράτωσης της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου. Εκδίδεται περαιτέρω διάταγμα διατάσσον την Εναγόμενη/Καθ' ης η Αίτηση και/ή τους διευθυντές και/ή τους αντιπροσώπους και/ή τους υπαλλήλους της όπως δεν δημοσιεύσουν και/ή δεν αποκαλύψουν και/ή δεν χρησιμοποιήσουν α) την συμφωνία διευθέτησης «settlement agreement» ημερομηνίας 19/11/2018 μεταξύ της Ενάγουσας 1 και πελάτη της Ενάγουσας 1 και β) την συμφωνία παροχής υπηρεσιών «services agreement» ημερομηνίας 1/11/2004 μεταξύ της Ενάγουσας 1 και πελάτη της Ενάγουσας 1 και/ή οποιονδήποτε έγγραφο ή ηλεκτρονικό έγγραφο και/ή αρχείο και/ή συμφωνία και/ή στοιχείο το οποίο να σχετίζεται με τις πιο πάνω συμφωνίες τις οποίες τους παρέδωσε η Ενάγουσα/Αιτήτρια και οι οποίες βρίσκονται υπό την κατοχή και/ή έλεγχο και/ή εξουσία τους.»
  10. Την 21/5/2019 η Εναγόμενη καταχώρισε ένσταση και η αίτηση οδηγήθηκε σε ακρόαση. Ενόψει του όγκου της μαρτυρίας και των εγγράφων που καταχωρίστηκαν θα αναφερθώ πολύ συνοπτικά, στην εκδοχή της κάθε πλευράς.
  11. Η αίτηση των Εναγουσών υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Ενάγουσας
  12. Η ένορκη δήλωση έγινε στα Αγγλικά και συνοδεύεται από μετάφραση στην Ελληνική.
  13. Όπως αναφέρει, είναι η διευθύνουσα σύμβουλος των Εναγουσών 1, 4, 5 και 6 και αντικαταστάτης σύμβουλος της Ενάγουσας
  14. Οι Ενάγουσες 1, 3, 4 και 5 είναι Κυπριακές εταιρείες. Η Ενάγουσα 6 είναι εγγεγραμμένη στις Βρετανικές Παρθένους Νήσους. Οι εν λόγω εταιρείες ασχολούνται με υπηρεσίες παροχής υπηρεσιών διαχείρισης. Η Εναγόμενη προσφέρει λογιστικές και ελεγκτικές υπηρεσίες, μεταξύ άλλων, και υποβολής οικονομικών καταστάσεων στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.
  15. Το 2012 οι Ενάγουσες, λόγω προβλημάτων που αντιμετώπιζαν με τον προηγούμενο λογιστή τους, διόρισαν την Εναγόμενη στη θέση του για προσφορά υπηρεσιών. Η Ενάγουσα 1 συνήψε με την Εναγόμενη γραπτή συμφωνία (Τεκμήριο 1), η οποία εφαρμοζόταν κατά τον ίδιο τρόπο και για τις υπόλοιπες Ενάγουσες. Αρκετά ζητήματα συμφωνήθηκαν και προφορικά.
  16. Ήταν ρητός όρος των μεταξύ τους συμφωνηθέντων, καθώς και η πρακτική που ακολουθείτο, όποτε η Εναγόμενη ολοκλήρωνε εργασία αυτή αποστελλόταν στην Ενάγουσα 2 για έλεγχο. Αφού εγκρινόταν από την Ενάγουσα 2 τότε εκδιδόταν σχετικό τιμολόγιο.
  17. Για να διεκπεραιώνει τις εργασίες της η Εναγόμενη κατείχε διάφορα έγγραφα των Εναγουσών. Είναι αυτά που ζητήθηκαν με την μονομερή αίτηση όπως επιστραφούν.
  18. Οι Ενάγουσες παρέδωσαν επίσης στην Εναγόμενη συμφωνία διευθέτησης («settlement agreement»), ημερομηνίας 19/11/2018 μεταξύ της Ενάγουσας 1 και πελάτη της, ως επίσης και συμφωνία παροχής υπηρεσιών («services agreement») ημερομηνίας 1/11/2004 πάλι μεταξύ της Ενάγουσας 1 και πελάτη της.
  19. Αρχές του 2019 η συνεργασία τους παρουσίασε προβλήματα. Οι υπάλληλοι της Εναγόμενης άρχισαν να αγνοούν την Ενάγουσα 2 και γενικά να κωλυσιεργούν στην ετοιμασία εγγράφων και καταστάσεων. Κάποια από αυτά ήταν επείγοντα αφού έπρεπε να ετοιμαστούν πριν την 31/3/2019 και να υποβληθούν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου είτε στην Υπηρεσία Φ.Π.Α. με αποτέλεσμα να υπάρχει κίνδυνος επιβολής προστίμων. Κάποιες καταστάσεις περιείχαν λάθη τα οποία ζήτησαν επανειλημμένα να διορθωθούν χωρίς όμως ανταπόκριση. Υπήρξαν εντάσεις μεταξύ της ίδιας και του διευθύνοντα συμβούλου της Εναγόμενης κ. XXXXX Μερακλή, με αποτέλεσμα περί τα μέσα Μαρτίου 2019 η Εναγόμενη να τερματίσει τις υπηρεσίες της.
  20. Δια των δικηγόρων της απέστειλε επιστολή ημερομηνίας 19/3/2019 (Τεκμήριο 2), με την οποία ζητούσαν την εκτέλεση των συμφωνημένων εργασιών και ιδιαίτερα αυτά που αφορούσαν τον Φόρο Εισοδήματος, το Φ.Π.Α. και τις οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας 1 για το 2018, τον πίνακα μερισμάτων της και την τήρηση των λογιστικών της βιβλίων. Ζήτησε επίσης να της σταλούν τα σχετικά τιμολόγια για τις εργασίες που έγιναν ώστε να τα εξοφλήσει (κάποιες εργασίες έπρεπε να γίνουν άμεσα) και όπως η μετάβαση σε άλλο ελεγκτικό γραφείο γίνει ομαλά.
  21. Την 26/3/2019 διευθέτησαν συνάντηση στα γραφεία της Εναγόμενης. Μεταξύ άλλων, ζητήθηκε η πληρωμή κάποιων τιμολογίων, για τα οποία η Ενάγουσα 2 τους διαβεβαίωσε ότι δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Ζήτησε όπως οι δύο συμφωνίες, settlement agreement και services agreement, καταστραφούν ενώπιον της ίδιας και του δικηγόρου της επειδή ήταν εμπιστευτικής φύσεως. Ο κ. Μερακλής της υποσχέθηκε ότι την πρώτη συμφωνία θα την κρατήσει 6 χρόνια και τη δεύτερη θα την κατέστρεφε αμέσως. Τα πιο πάνω επιβεβαιώθηκαν με ηλεκτρονικά μηνύματα (Τεκμήρια 3 και 4).
  22. Η συμφωνία δεν τηρήθηκε. Μέχρι την 29/3/2019 οι καταστάσεις δεν ήταν έτοιμες, ούτε ο πίνακας μερισμάτων που έπρεπε να καταβληθούν είχε ετοιμαστεί μέχρι 10/4/
  23. Ως εκ τούτου οι δικηγόροι της την 29/3/2019 απέστειλαν επιστολή στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου (Τεκμήριο 5) ζητώντας παράταση. Λόγω της παγοποίησης των υπηρεσιών της Εναγόμενης, ο συνήγορος των Εναγουσών απέστειλε τις επιστολές Τεκμήρια 6 και
  24. Με την επιστολή ημερομηνίας 3/04/2019 (Τεκμήριο 7) τους ζητούσε όπως ολοκληρώσουν τις εργασίες μέχρι την 18:00 της ίδιας ημέρας. Δεν υπήρξε ανταπόκριση.
  25. Ανταλλάχθηκε μεταξύ τους σωρεία επιστολών. Από τη μια οι Ενάγουσες ζητούσαν να ολοκληρωθούν οι εργασίες, να σταλούν ορθά τιμολόγια που να αντικατοπτρίζουν ορθά τις εκτελεσθείσες εργασίες και να της επιστραφούν τα έγγραφα της και από την άλλη η Εναγόμενη απαιτούσε πληρωμή και ισχυριζόταν ότι εκτέλεσε πλήρως τις εργασίες της. Η ανταλλαγείσα αλληλογραφία επισυνάπτεται ως Τεκμήρια 8 -
  26. Είναι η θέση της Ενάγουσας 2, ότι η προκύψασα διαφορά δεν δικαιολογεί την κατακράτηση των εγγράφων των Εναγουσών. Επηρεάζονται τα περιουσιακά δικαιώματα της Ενάγουσας 1 αλλά και των πελατών της.
  27. Σύμφωνα με την Ενάγουσα 2, έχουν καλή υπόθεση με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας. Μη παράδοση των εγγράφων θα τους προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και μη κατάθεση των οικονομικών καταστάσεων στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου, θα οδηγήσει σε επιβολή προστίμου και αναστολής της άδειας της Ενάγουσας
  28. Αντιμέτωποι με πρόστιμα θα βρεθούν και σε σχέση με τις Φορολογικές Υπηρεσίες. Τα έγγραφα που ζητούν είναι έγγραφα που πρέπει, σύμφωνα με τον περί Εταιρειών Νόμο, Κεφ. 113, να φυλάσσονται στο εγγεγραμμένο γραφείο των Εναγουσών. Οι εμπιστευτικές συμφωνίες, ενόψει του τερματισμού της συνεργασίας της με την Εναγόμενη, θα πρέπει να καταστραφούν από την Εναγόμενη. Η Εναγόμενη δεν θα υποστεί ζημιά. Αντίθετα οι Ενάγουσες ήταν τυπικές στις πληρωμές τους (Τεκμήριο 18 - δέσμη σχετικών πληρωμών). [ ΙΙ ]
  29. Η Εναγόμενη πρόβαλε 10 λόγους ένστασης. Ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα 2 δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη και ότι απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα από το Δικαστήριο (λόγοι 1 και 2), ότι η αίτηση είναι καταχρηστική (λόγοι 3 και 6), ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος (λόγοι 4, 5 και 7), ότι τα εκδοθέντα διατάγματα θα προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά στην Εναγόμενη η οποία θα είναι υπόλογη στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (λόγος 8), ότι με τα διατάγματα επιβάλλεται στην Εναγόμενη να συγκατατεθεί στην αλλαγή ελεγκτών χωρίς προηγουμένως να έχει πληρωθεί (λόγος 9) και ότι στην ένορκη δήλωση της η Ενάγουσα 2 προέβη σε ψευδείς και παραπλανητικές δηλώσεις (λόγος 10).
  30. Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του κ. XXXXX Μερακλή, Διευθύνοντα Συμβούλου της Εναγόμενης. Η Εναγόμενη ανάλαβε τον οικονομικό έλεγχο των Εναγουσών το 2012, προκειμένου να προβεί σε έλεγχο των οικονομικών καταστάσεων της Ενάγουσας 1 από το
  31. Λόγω ζητημάτων που είχαν προκύψει, τελική έκθεση είχε ετοιμαστεί το 2014 και αυτή έγινε αποδεκτή από την Ενάγουσα
  32. Η συνεργασία τους συνεχίστηκε κανονικά μέχρι και τις αρχές του
  33. Την 8/3/2019 ζητήθηκαν από την Ενάγουσα 2, για σκοπούς ελέγχου του 2018, έγγραφα και πληροφορίες αναφορικά με πράξη ύψους €1.000.000 ( (Τεκμήριο 7). Την 13/3/2019 ζητήθηκε επίσης η εξόφληση οφειλών (Τεκμήριο 3) και αριθμός εγγράφων σε σχέση με Τραπεζικά Ιδρύματα (Τεκμήριο 4) χωρίς να ληφθεί απάντηση. Την 15/3/2019 την ενημέρωσαν ότι η διαδικασία ελέγχου σε μεγάλο βαθμό είχε ολοκληρωθεί και ότι χρειάζονταν τα υπολειπόμενα έγγραφα για να προσκομίσουν προσχέδια οικονομικών καταστάσεων (Τεκμήριο 5). Έστειλαν επίσης υπενθύμιση για την εξόφληση οφειλών (Τεκμήριο 6).
  34. Την 15/3/2019 η Ενάγουσα 2 τους απέστειλε ηλεκτρονικά τη συμφωνία «settlement agreement» (Τεκμήρια 9) ως επίσης και κάποια άλλα έγγραφα (Τεκμήρια 8 και 10). Το όνομα του πιστωτή ήταν καλυμμένο και δεν φαινόταν. Η Εναγόμενη ζήτησε διευκρινίσεις ως προς τον πιστωτή. Δεν μπορούσε να γίνει αποδεκτή αφού δεν αποκαλύπτονταν τα στοιχεία των εμπλεκόμενων μερών (Τεκμήριο 12). Η Ενάγουσα 2 τους παρέπεμψε στην παράγραφο 3 της συμφωνίας στην οποία αναφερόταν το όνομα του πιστωτή (Τεκμήριο 13) και επέμεινε ότι η πληροφόρηση ήταν επαρκής (Τεκμήριο 15). Η Εναγόμενη αρνήθηκε ότι η πληροφόρηση ήταν επαρκής (Τεκμήρια 14 και 16) και ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι η συμφωνία υποβαλλόταν σε Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 16).
  35. Η Ενάγουσα 2 αντέδρασε ζητώντας να μάθει γιατί η συμφωνία θα υποβαλλόταν σε Φ.Π.Α. Δήλωσε ότι θα τους έστελνε την πλήρη συμφωνία αφού λάμβανε επιβεβαίωση για την εμπιστευτικότητα της και ότι αυτή μετά τον οικονομικό έλεγχο θα καταστρεφόταν (Τεκμήριο 17). Τους ανέφερε ότι δεν ήθελε να πληρωθεί φόρος.
  36. Την 19/3/2019 ζητήθηκαν διευκρινίσεις από την Ενάγουσα 2 και συγκεκριμένα αν υπήρχε πρόνοια τερματισμού και αποζημίωσης, αφού αυτό ενδεχομένως να επηρέαζε το ενδεχόμενο να υποβάλλεται η συμφωνία σε Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 18). Ταυτόχρονα προειδοποίησαν την Ενάγουσα 2 ότι η όλη συμπεριφορά της θα είχε ως αποτέλεσμα τον τερματισμό υπηρεσιών της Εναγόμενης (Τεκμήριο 19).
  37. Την 22/3/2019 της ζητήθηκε εκ νέου η εξόφληση των οφειλών της (Τεκμήριο 22) επομένως η Ενάγουσα 2, σύμφωνα με τον ενόρκως δηλούντα, ψευδόταν όταν τους ανέφερε ότι ζητούσε τα τιμολόγια και ότι δεν τα έστειλαν.
  38. Την 24/3/2019 η Ενάγουσα 2 επανέλαβε τη θέση της για την έκδοση βεβαίωσης για την καταστροφή του εγγράφου (Τεκμήριο 21).
  39. Την 26/3/2019 έγινε συνάντηση στο γραφείο της Εναγόμενης. Παρευρέθηκαν η Ενάγουσα 2, ο συνήγορος της, ο ίδιος και άλλα 2 μέλη του γραφείου τους. Συμφωνήθηκε όπως αποσταλούν τα προσχέδια των οικονομικών καταστάσεων και όπως εξοφληθούν όλες οι οφειλές των Εναγουσών. Ο ενόρκως δηλών παρουσίασε ως Τεκμήριο 22, ηλεκτρονικό του μήνυμα με σύνοψη των συμφωνηθέντων. Συμφωνήθηκε επίσης ότι η συμφωνία θα παρέμενε στην κατοχή της Εναγόμενης για 6 έτη, όπως προνοεί ο νόμος, και ακολούθως θα καταστρεφόταν (Τεκμήριο 23). Η Ενάγουσα 2 έστειλε τις συμφωνίες (Τεκμήρια 25 και 26), 3 ημέρες μετά τη λήξη της προθεσμίας υποβολής των λογαριασμών στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς (Τεκμήρια 14 και 27).
  40. Την 27/3/2019 η Ενάγουσα 2 τους ανέφερε ότι δεν υπήρχε λόγος ανησυχίας για τη διευθέτηση των οφειλών (Τεκμήριο 28) και την 27/3/2019 της απέστειλαν τα προσχέδια των οικονομικών καταστάσεων για το έτος 2018 (Τεκμήριο 29). Η Ενάγουσα 2 επιβεβαίωσε τη λήψη τους (Τεκμήριο 30). Της αναφέρθηκε επίσης ότι είχαν προγραμματίσει συμβουλευτική συνάντηση με υπηρεσία Φ.Π.Α. (Τεκμήριο 31). Η απάντηση που είχαν στη συνάντηση με λειτουργούς του Φ.Π.Α. την 28/3/2019 ήταν ότι η συμφωνία φορολογείτο πλήρως. Ενημέρωσαν σχετικά την Ενάγουσα 2 (Τεκμήριο 32).
  41. Η Ενάγουσα 2 εξοργίστηκε και άρχισε να τους απειλεί. Την 3/4/2019 έλαβαν επιστολή του συνηγόρου της ο οποίος ισχυριζόταν ότι δεν παρέλαβαν τις οικονομικές καταστάσεις (Τεκμήριο 33). Απάντησε ο ίδιος ότι είχαν διεκπεραιώσει την εργασία (Τεκμήριο 34). Ως προς τις απειλές απάντησε ο συνήγορος τους (Τεκμήριο 36). Λόγω της συμπεριφοράς της Ενάγουσας 2, την 4/4/2019 και 5/4/2019 αποφάσισε να τερματίσουν τις υπηρεσίες της Εναγόμενης (Τεκμήριο 37, τα ηλεκτρονικά μηνύματα).
  42. Ακολουθήσαν και άλλες ηλεκτρονικές ανταλλαγές (Τεκμήρια 41, 42 και 43). Ως Τεκμήρια 38, 39, 40, 44, 45 και 46 παρατέθηκαν έγγραφα που αφορούν τη διεκπεραίωση των εργασιών που αφορούν τις Ενάγουσες και άλλες εταιρείες την εν λόγω περίοδο.
  43. Την 15/04/2019 γνωστοποίησαν στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τους λόγους τερματισμού η οποία κοινοποιήθηκε στον Σύνδεσμο Εγκεκριμένων Λογιστών Κύπρου (Τεκμήρια 47 και 48). Την 24/04/2019 έλαβαν από την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς επιστολή, η οποία τους ενημέρωνε ότι η Ενάγουσα 1 βρίσκεται υπό διερεύνηση. Με την εν λόγω επιστολή (Τεκμήριο 49) η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς ζήτησε από την Εναγόμενη να παρουσιάσει το αργότερο μέχρι την 13/5/2019 στοιχεία ενδεχόμενων παραβάσεων του Νόμου από πλευράς των Εναγουσών 1 και
  44. Τους ενημέρωσε επίσης ως προς τις κυρώσεις που προβλέπει η σχετική νομοθεσία. Λόγω του εκδοθέντος διατάγματος δεν συμμορφώθηκαν και κινδυνεύουν με κυρώσεις.
  45. Το σύνολο των οφειλών από την Ενάγουσα 1 και των συνδεδεμένων με αυτήν εταιρειών είναι €20.686 (Τεκμήριο 50). Έλαβαν έναντι €89,25 την 15/3/2019 και €178,50 την 9/4/
  46. Καμία άλλη πληρωμή έγινε έκτοτε. Οι πληρωμές που παρουσίασε η Ενάγουσα 2 ύψους €4.664,58 αφορούν πραγματικά έξοδα για το 2018 και 2019 και όχι αμοιβή (Τεκμήρια 51, 52, 53 και 54).
  47. Τα λογιστικά έγγραφα που κατείχαν μέχρι την 12/04/2019 αφορούσαν το 2017, το 2018 και ορισμένα το
  48. Με τη διεκπεραίωση του ελέγχου για το 2018 θα επιστρέφονταν όλα τα έγγραφα του
  49. Σχεδόν όλα τα επιστραφέντα ήταν στην κατοχή της επομένως η έκδοση του διατάγματος ήταν αχρείαστη. Την 17/4/2019 επιστράφηκαν στις Ενάγουσες όλα τα έγγραφα που αναγράφονται στο Τεκμήριο
  50. Ήταν η θέση του ότι η διαφορά προέκυψε λόγω φορολόγησης της συμφωνίας και όχι γιατί υπήρχαν προβλήματα στη διεκπεραίωση των εργασιών ελέγχου, Η Ενάγουσα 2 δεν δεχόταν την κατάληξη και υποχρέωση καταβολής €200.000 στο Φ.Π.Α. Σκοπός της ήταν να εξεύρει άλλο ελεγκτικό γραφείο (Τεκμήριο 56). Ως εκ τούτου δεν αποκάλυψε την ορθή διάσταση της διαφοράς. Αν παραμείνει το διάταγμα σε ισχύ η Εναγόμενη δεν θα μπορέσει να ανταποκριθεί στα όσα ζητά η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς Κύπρου.
  51. Και οι δύο συνήγοροι υπέβαλαν γραπτώς τις θέσεις τους στο Δικαστήριο. Έχω εξετάσει την επιχειρηματολογία τους και δεν κρίνω σκόπιμο να την επαναλάβω. Θα αναφερθώ μόνο στις εισηγήσεις τους εκεί που κρίνω σκόπιμο. [ ΙΙΙ ]
  52. Το Άρθρο 9

(1)του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6 το οποίο παρέχει εξουσία για τη χορήγηση μονομερούς θεραπείας, προβλέπει:- «9.
(1)Κάθε διάταγμα, το οποίο το Δικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει δύναται, όταν αποδειχθεί το κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις, να εκδοθεί με αίτηση του ενός από τους διαδίκους χωρίς ειδοποίηση στον άλλο.» 35. Το επείγον για την παροχή θεραπείας αποτελεί δικαιοδοτικό όρο. Μόνο, εφόσον καταδεικνύεται το κατεπείγον του αιτήματος, δικαιολογείται, όλως εξαιρετικά, η άσκηση δικαστικής εξουσίας στην απουσία του εναγόμενου. Μόνο τότε μπορεί να συγχωρεθεί η παρέκκλιση από το θεμελιώδη κανόνα της δικαιοσύνης, να ακούσει και τα δύο μέρη πριν εκφέρει κρίση (βλ. Resola (Cyprus) Ltd v Χάρη Χρίστου
(1998)1Β ΑΑΔ 598, 604, In Re Stavros Hotel Apartments Ltd
(1994)1 ΑΑΔ 836, 841 και In Re B.P. Cyprus Ltd
(1996)1Β ΑΑΔ 861, 865). Στη Vuitton v Δέρμοσακ Λτδ κ.α.
(1992)1 ΑΑΔ 1453, 1462, τονίστηκε ότι η έκδοση προσωρινού διατάγματος ex parte, συνιστά εξαιρετικό μέτρο εφόσον παρέχεται κατά παρέκκλιση του κανόνα της φυσικής δικαιοσύνης που αποκλείει την παροχή θεραπείας χωρίς την παροχή ευκαιρίας στον αντίδικο να ακουστεί. 36. Ένα διάταγμα υπόκειται σε ακύρωση όταν ελλείπει το στοιχείο του κατεπείγοντος διότι αποστερείται με τον τρόπο αυτό η δικαιοδοτική βάση και η εξουσία έκδοσης από το Δικαστήριο του διατάγματος πάνω σε μονομερή βάση (βλ. Stavros Hotel Apartments Ltd, ανωτέρω, σελ. 841, Babel Boutique Ltd
(1995)1 ΑΑΔ 947, 954 και Ιερά Μητρόπολη Πάφου ν Aristo Developers Ltd
(2011)1Β ΑΑΔ 1377, 1391). Το Δικαστήριο που εκδίδει ex parte το διάταγμα δύναται από μόνο του να επανεξετάσει μετά από την καταχώριση της σχετικής ένστασης και το ζήτημα του χρόνου ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της όλης δικαιοδοσίας του να επικυρώσει ή να ακυρώσει το διάταγμα υπό το φως της ολότητας των γεγονότων. Οι θεραπείες που ζητούνται, το πολύπλοκο της υπόθεσης και η όλη διαφορά επιδρούν αναλόγως επί του παράγοντα του χρόνου (βλ. Seamark Consultancy Services Limited κ.ά. ν Lasala κ.ά.
(2007)1Α ΑΑΔ 162, σελ. 185-186 και Ιερά Μητρόπολη Πάφου, ανωτέρω, σελ. 1391). 37. Δεν αποφασίζεται πρώτα αν οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/1960 ικανοποιούνται και έπειτα αν συντρέχει το κατεπείγον. Το κατεπείγον εξετάζεται πρώτο, αφού αφορά δικαιοδοτικό όρο, και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 (βλ. Αμβροσιάδου ν Coward
(2013)1Α ΑΑΔ 78, 88). 38. Περαιτέρω ο διάδικος που αιτείται το διάταγμα ή διατάγματα έχει υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης, οφείλει δηλαδή, να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα (βλ. Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v Daventree Resources Ltd κ.α.
(2008)1Β ΑΑΔ 801, 806). 39. Ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς δύναται να ακυρωθεί αν κριθεί ότι ο αιτών απέκρυψε ουσιώδη γεγονότα (material non disclosure) (βλ. D. Bean, Injunctions (9th edn Sweet & Maxwell, London 2007), par. 7.40, σελ.141[1], R v Kensington Income Tax Commissioners Ex p. Princess Edmond de Polignac [1917] 1 KB 246 και Γρηγορίου ν Χριστοφόρου
(1995)1 ΑΑΔ 248, 264 - 265). 40. Στην Harvardskiy, ανωτέρω, ο Δ. Ηλιάδης υιοθετώντας το ratio της αγγλικής υπόθεσης Brink's-Mat Ltd v Elcombe and Others [1988] 3 All ER 188 συνόψισε τις αρχές αποκάλυψης ως ακολούθως (σελ. 808 - 809): «
(1)Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2)Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3)Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4)Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (
  1. i)φύση της υπόθεσης και (
  2. ii)το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5)Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6)Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης και
(7)Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος. ..Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου
(1995)1 ΑΑΔ 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party) [1988] 3 All E.R. 178). »
  1. Το γεγονός ότι το Δικαστήριο ενδεχομένως να εξέδιδε το διάταγμα ακόμη και αν γινόταν πλήρης αποκάλυψη είναι άνευ σημασίας. Όλα τα ουσιαστικά γεγονότα πρέπει να αποκαλύπτονται στην ένορκη δήλωση και όχι στα τεκμήρια. Εάν η απόκρυψη οφείλεται αποκλειστικά σε σφάλμα του δικηγόρου του αιτούντα μπορεί το γεγονός αυτό να αποτελέσει λόγο για μη ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος. Εάν όμως η απόκρυψη δεν είναι αθώα (δηλ. δεν αφορά γεγονός άγνωστο στον αιτούντα ή μη σχετικό) ο παραμερισμός του εκδοθέντος διατάγματος είναι σχεδόν αναπόφευκτος (βλ. Injunctions, ανωτέρω, παρ. 7.40, σελ.141[2]). Στη Γρηγορίου, ανωτέρω, κρίθηκε ότι οι παραλείψεις που υπήρξαν οφείλονταν στο γεγονός ότι ο εναγόμενος 1 κατείχε όλα τα στοιχεία και καμιά έρευνα από τους ενάγοντες ήταν δυνατό να αποδώσει οπότε και το διάταγμα δεν ακυρώθηκε.
  2. Στην F & T Investments ν Του Πλοίου «F.D. Famalift» κ.α., Αγωγή Ναυτοδικείου 1/2016, 9/2/2016 (Απόφαση Δ. Οικονόμου) αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Το επίπεδο υποχρέωσης του αιτητή είναι υψηλό. Όπως αναφέρεται σε απόσπασμα από το σύγγραμμα του Mark S.W. Hoyle "The Mareva Injunction and Related Orders"
(1997)3η έκδοση, σελ. 71, που υιοθετήθηκε στην υπόθεση Δήμος Πάφου ν. Βοσκού
(2001)1 Α.Α.Δ. 1168: «It is an established part of the practice in applications for ex parte orders that the applicant gives as fair a description of the case as possible.»
  1. Προχώρησα και εξέτασα αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 9 Κεφ. 6, ως προς το κατεπείγον αλλά και αν υπήρξε απόκρυψη ουσιωδών γεγονότων.
  2. Από τα ενώπιον μου γεγονότα διαφαίνεται ότι η προκύψασα διαφορά και τερματισμός των υπηρεσιών της Εναγόμενης προς τις Ενάγουσες έγινε σε χρονικό σημείο όπου απαιτείτο η συμμόρφωση των Εναγουσών με υποχρεώσεις είτε προς τις Φορολογικές Υπηρεσίες είτε προς την Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς. Κρίνω ότι ενήργησαν άμεσα και ότι, σύμφωνα με τα δεδομένα, ικανοποιείτο το κατεπείγον.
  3. Ο συνήγορος της Εναγόμενης στις γραπτές εισηγήσεις του παρέπεμψε σε αριθμό δεδομένων που θεωρεί ότι αποτελούσαν ουσιώδη απόκρυψη. Οι λόγοι αυτοί επικεντρώνονται στο πως προέκυψαν οι διαφορές, σε οφειλόμενα τιμολόγια και σε αλληλογραφία που είχε ανταλλαχθεί. Αφορούν επίσης την εκδοχή της Εναγόμενης.
  4. Αφού εξέτασα την ένορκη δήλωση της Ενάγουσας διαπίστωσα ότι υφίστανται τα απαραίτητα στοιχεία περιγραφής της διαφοράς, ότι δηλαδή υπήρξε ρήξη στις μεταξύ τους σχέσεις, ότι υπάρχει οφειλή προς την Εναγόμενη και ότι η Εναγόμενη συνεχίζει να έχει την κατοχή της έγγραφα των Εναγουσών. Για τους λόγους που εξηγώ πιο κάτω ως προς τη φύση του αγώγιμου δικαιώματος τους, δεν θεωρώ ότι η μη παράθεση της πλήρους αλληλογραφίας που είχε ανταλλαχθεί ή των απαιτήσεων της Εναγόμενης με τρόπο λεπτομερή συνιστά απόκρυψη και μάλιστα ουσιώδη. Δεν μπορεί να λεχθεί ότι ο τρόπος διατύπωσης των ισχυρισμών από την Ενάγουσα έδωσε άλλη εικόνα στο Δικαστήριο ως προς τη φύση της διαφοράς ή ότι απέκρυψε από το δικαστήριο γεγονότα που αλλοίωναν την ενώπιον του εικόνα προς όφελος των Εναγουσών.
  5. Κρίνω επομένως ότι η Ενάγουσα δεν προέβη σε απόκρυψη οποιουδήποτε ουσιώδους γεγονότος σε σχέση με τη φύση της υπόθεσης που προωθεί και τις περιστάσεις που την περιβάλλουν. [ ΙV ]
  6. Ως εκ τούτου προχώρησα και εξέτασα αν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 («Ν. 14/1960»).
  7. Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του Ν.14/60 είναι οι ακόλουθες:
(1)Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(2)Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(3)Η πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. (βλ. Odysseos v Pieris Estates and others
(1982)1 CLR 557, 568 και Papapetrou Bros Ltd v Παπαπέτρου
(2003)1Β ΑΑΔ 741, 745). 50. Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (βλ. Odysseos, ανωτέρω, σελ. 570, και Κουνούνα v C. & A. Simonos Ltd
(2002)1Β ΑΑΔ 1361, 1366). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Καλογήρου ν C.C.F Credit Capital Finance Ltd
(2005)1B ΑΑΔ 1237, 1244).
  1. Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos, ανωτέρω, σελ. 569). Στην Κυριάκου ν Κυριάκου, Πολιτική Έφεση Ε301/2016, 26/9/2017, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, πρώτη έκδοση, σελ. 55: «Με την αναφορά αυτή στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right) . Γι΄ αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία απαγορευτικού διατάγματος.»
  2. Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos, ανωτέρω, σελ. 569). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν Microsoft Corporation
(2002)1Γ ΑΑΔ 1802, 1809 και Parico Aluminium Designs Ltd v Muskita Aluminium Co Ltd
(2002)1Γ ΑΑΔ 2015, 2039). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν Nicantony Trading Co. Ltd
(1998)1Γ ΑΑΔ 1653, 1659). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v Alpha Panareti Public Ltd
(2013)1Β AAΔ 1235, 1243). 53. Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν Χρυσάνθου κ.α.
(1996)1 ΑΑΔ 253, 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd v Adidas
(1984)1 CLR 263, 267 και 268 και Γρηγορίου κ.ά. ν Χριστόφορου κ.ά.
(1995)1 AAΔ 248, 270). 54. Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν Παναγίδου κ.α.
(2001)1A ΑΑΔ 396, 404). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v Timberland Co.
(1997)1Γ AΑΔ 1791, 1799). 55. Στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγουσες ζητούν προστακτικά διατάγματα. Το Δικαστήριο εκδίδει ενδιάμεσο προστατικό διάταγμα σπανίως και με φειδώ και αφού σταθμίσει τα δεδομένα της υπόθεσης και κρίνει ότι από την απαίτηση φανερώνεται μία ασυνήθιστα δυνατή και καθαρή περίπτωση (βλ. Τσιερκέζου ν Dragon Tourist Enterprises Ltd
(2009)1Α ΑΑΔ 734, με αναφορά στην Shepherd Homes v Sandham [1971] Ch 340 και στο σύγγραμμα του D. Bean, Injunctions, 8th edn, σελ. 35 - 37, παρ. 3.33 - 3.37, ως επίσης Starport Nominees Ltd κ.α (Αρ. 1)
(2010)1Β ΑΑΔ 1271, 1282).
  1. Συνήθως εκδίδονται όταν υπάρχουν ειδικές περιστάσεις ή για να υποβοηθήσουν την ορθή απονομή της δικαιοσύνης ή ως επικουρικά του έργου του Δικαστηρίου για να διασφαλιστεί η αποτελεσματικότητα άλλου διατάγματος ή απόφασης του Δικαστηρίου (βλ. Γ. Ερωτοκρίτου & Π. Αρτέμης, Διατάγματα, 2016, σελ. 92, με αναφορά στην Maclaine Watson & Co Ltd v International Tin Council (No. 2) [1988] 3 All ER 257). [ V ]
  2. Στην προκειμένη περίπτωση οι Ενάγουσες απαιτούν την επιστροφή των εγγράφων που κατέχει η Εναγόμενη ως ελεγκτής τους και αποζημιώσεις για παράβαση συμβατικών υποχρεώσεων, μεταξύ αυτών, και της παράβασης της σχέσεως εμπιστοσύνης. Η Εναγόμενη, όπως προκύπτει και από την ένορκη δήλωση του Διευθύνοντα Συμβούλου της, απαιτεί οφειλόμενα ποσά για τις υπηρεσίες της. Επιστροφή Εγγράφων
  3. Ο συνήγορος των Εναγουσών έθεσε υπόψη μου την πρωτόδικη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, Παρτέλλας, Κοιλιάρης, Σενέκκης ν Κτηματικές Εργοληπτικές Επιχειρήσεις Α. Χαχολής Λτδ, Αγωγή 739/2005, 13/1/2016 (Κληρίδη Κ. ΠΕΔ, όπως ήταν τότε), με την οποία αποφασίστηκε ανάλογο ζήτημα με αυτό έχει τεθεί ενώπιον μου, με αναφορά στην Αγγλική νομολογία επί του θέματος και ειδικότερα τις Woodworth and another v Conroy and others [1996] 1 All ER 107 και DTC (CNC) Ltd v Gary Sargeant & Co (a firm) [1996] 2 All ER
  4. Από τις εν λόγω αποφάσεις προκύπτουν οι ακόλουθες αρχές:
(1)Οι λογιστές γενικά έχουν δικαίωμα επίσχεσης επί εγγράφων πελατών τους τα οποία απέκτησαν και κατέχουν στα πλαίσια άσκησης των επαγγελματικών τους καθηκόντων. Τα λεχθέντα του Lawton LJ, στην Woodworth, ανωτέρω, σελ. 110, είναι σχετικά: «I would adjudge that accountants in the course of doing their ordinary professional work of producing and auditing accounts, advising on financial problems, and carrying on negotiations with the Inland Revenue in relation to both taxation and rating have at least a particular lien over any books of account, files and papers which their clients delivered to them and also over any documents which have come into their possession in the course of acting as their clients' agents in the course of their ordinary professional work. Accountants may enjoy a wider lien than this; but I find it unnecessary for the purposes of this appeal to say more than I have.»
(2)Όπως επισημάνθηκε όμως στην DTC, ανωτέρω, το δικαίωμα αυτό δεν εφαρμόζεται σε όλες τις περιπτώσεις, ειδικά όπου αυτό ενδεχομένως να συγκρούεται με πρόνοιες της νομοθεσίας. Σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην DTC, ανωτέρω, σελ. 372: «It is well established that, in general terms, accountants in the course of doing their ordinary professional work may acquire the right to exercise a particular lien over any books of account, files and papers which their clients deliver to them (see the decision of the Court of Appeal in Woodworth v Conroy, Conroy v Woodworth [1976] 1 All ER 107, [1976] QB 884). However, the right to exercise such a lien is not enforceable in all circumstances. Section 246
(2)of the Insolvency Act 1986 renders any lien unenforceable to the extent that its enforcement would deny possession of any books, papers or other records to an 'office-holder' (an administrator, liquidator or provisional liquidator of a company).»
(3)Δεν είναι δυνατή επομένως η άσκηση δικαιώματος επίσχεσης επί εγγράφων που δυνάμει του περί Εταιρειών Νόμου πρέπει να βρίσκονται στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας (βλ. DTC, ανωτέρω, σελ. 372, με αναφορά στις Re Capital Fire Insurance Association
(1883)24 Ch D 408 και Re Anglo-Maltese Hydraulic Dock Co Ltd
(1885)54 LJ Ch 730 και τον τότε ισχύοντα Companies Act 1985 (όπως τροποποιήθηκε από το Companies Act 1989) ss 221 - 222). Σύμφωνα με τα εν λόγω άρθρα τα accounting records (λογιστικά βιβλία) της εταιρείας πρέπει να βρίσκονται στο εγγεγραμμένο γραφείο της.
(4)Κατ' ανάλογο τρόπο, το άρθρο 141 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113[3], επιβάλλει ανάλογη υποχρέωση σε Κυπριακές εταιρείες. Το άρθρο 141 προνοεί τα ακόλουθα: «141.
(1)Οι σύμβουλοι μεριμνούν ώστε να τηρούνται λογιστικά βιβλία και αρχεία, τα οποία κρίνονται αναγκαία για την κατάρτιση οικονομικών καταστάσεων, σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο και τα οποία να επεξηγούν ορθώς όλες τις συναλλαγές και επιτρέπουν τον καθορισμό της οικονομικής θέσης της εταιρείας με εύλογη ακρίβεια σε οποιαδήποτε χρονική στιγμή και περιλαμβάνουν υποστηρικτικά έγγραφα (περιλαμβανομένων συμβολαίων και τιμολογίων), τα οποία απεικονίζουν- (α) όλα τα χρηματικά ποσά, τα οποία εισπράττονται και δαπανώνται, καθώς και τα ζητήματα για τα οποία πραγματοποιείται η αντίστοιχη είσπραξη και η αντίστοιχη δαπάνη. (β) όλες τις πωλήσεις και τις αγορές και οποιεσδήποτε συναλλαγές. (γ) τα περιουσιακά στοιχεία και τις υποχρεώσεις της εταιρείας.
(2)Για σκοπούς του εδαφίου
(1), θεωρείται ότι δεν τηρούνται κατάλληλα λογιστικά βιβλία και αρχεία, αν τα τηρούμενα βιβλία και αρχεία δεν είναι επαρκή για την παρουσίαση αληθινής και δίκαιης εικόνας των υποθέσεων της εταιρείας, όπως και την εξήγηση των συναλλαγών της.
(3)Τα λογιστικά βιβλία και αρχεία φυλάγονται για περίοδο έξι
(6)ετών μετά το τέλος του ημερολογιακού έτους, στο οποίο αναφέρονται, στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας ή σε τέτοιο άλλο τόπο όπως οι διευθυντές θεώρησαν ορθό και είναι πάντοτε ανοικτά για επιθεώρηση από τους διευθυντές: ....
(4)Αν σύμβουλος εταιρείας παραλείπει να λάβει τα εύλογα μέτρα για συμμόρφωση με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, διαπράττει ποινικό αδίκημα και σε περίπτωση καταδίκης του υπόκειται σε φυλάκιση που δεν υπερβαίνει το ένα έτος ή σε πρόστιμο που δεν υπερβαίνει τις χίλιες λίρες ή και στις δύο αυτές ποινές: ....» (Έμφασις δική μου) 59. Ο Δ. Κληρίδης κατέληξε στα ακόλουθα συμπεράσματα: «Όπως επομένως καθαρά εξάγεται από το λεκτικό των πιο πάνω άρθρων του Κυπριακού περί Εταιρειών Νόμου, η εναγομένη εταιρεία και κάθε εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο υποχρεούται όπως: α. Τηρεί «λογιστικά βιβλία τα οποία κρίνονται αναγκαία για την κατάρτιση οικονομικών καταστάσεων.» β. Τα λογιστικά αυτά βιβλία πρέπει να είναι «επαρκή για την παρουσίαση αληθινής και δίκαιης εικόνας των υποθέσεων της εταιρείας και την εξήγηση των συναλλαγών της.» γ. Τα λογιστικά αυτά βιβλία θα πρέπει να φυλάγονται στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας και να είναι πάντα ανοικτά για επιθεώρηση από τους διευθυντές. Παράλειψη συμμόρφωσης προς τις πιο πάνω υποχρεώσεις συνιστά ποινικό αδίκημα για τους συμβούλους εταιρείας και επισύρει ποινές φυλάκισης ή προστίμου. Υπό το φως των πιο πάνω νομοθετικών υποχρεώσεων εταιρείας και με γνώμονα το σκεπτικό των προαναφερθεισών Αγγλικών αποφάσεων, κατά την κρίση μου δεν μπορεί να ασκηθεί δικαίωμα επίσχεσης (lien) από τους ενάγοντες - λογιστές ή από οποιουσδήποτε άλλους λογιστές ή δικηγόρους επί των λογιστικών βιβλίων που περιγράφονται στον νόμο και ανήκουν σε πελάτες ή πρώην πελάτες τους, όπως είναι εδώ οι εναγόμενοι. Το ερώτημα που παραμένει είναι αν τα ζητούμενα μέσω του παρεμπίπτοντος διατάγματος στην παρούσα υπόθεση βιβλία, έγγραφα κλπ. εμπίπτουν στον ορισμό των «λογιστικών εγγράφων» που είχε υπόψη του ο νομοθέτης. Όπως ορθά ερμηνεύτηκε ο όρος "accounting records" που συναντάται στην πολύ παρόμοια Αγγλική νομοθεσία στην υπόθεση DTC (ανωτέρω), το φάσμα εγγράφων που δυνητικά εμπίπτουν μέσα στην έννοια του όρου τούτου, είναι πάρα πολύ ευρύ. Τα έγγραφα τα οποία επιδιώκεται εδώ όπως επιστραφούν στους εναγομένους, περιγράφονται ως εξής: «... όλα τα τιμολόγια, συμβόλαια, αποδείξεις, γενικό καθολικό, βιβλία χρεωστών και πιστωτών, ισοζύγιο, μισθολόγια του προσωπικού και υπεργολάβων, βιβλιάρια επιταγών των τραπεζών, καταστάσεις λογαριασμού των τραπεζών, έγγραφα σχετικά με τον υπολογισμό και πληρωμή του ΦΠΑ, φορολογικά δεδομένα και πληροφορίες απαραίτητα για την συμπλήρωση των φορολογικών δηλώσεων των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου και των μετόχων των Αιτητών και όλα τα έγγραφα που τους παρέδωσαν οι εναγόμενοι και κατέχουν οι ενάγοντες σαν λογιστές ή και ελεγκτές ή και θεματοφύλακες τους». Δεν διατηρώ καμιά αμφιβολία ότι όλα τα πιο πάνω περιγραφόμενα έγγραφα, βιβλία κλπ. είναι τέτοια ώστε να εμπίπτουν μέσα στον γενικότερο όρο των «λογιστικών βιβλίων» που τηρούνται από τους εναγομένους και ότι αυτά είναι απαραίτητα για την «παρουσίαση αληθινής και δίκαιης εικόνας των υποθέσεων της εταιρείας», όπως και για την «εξήγηση των συναλλαγών της».» (Έμφασις δική μου) 60. Η πιο πάνω ανάλυση, αν και μη δεσμευτική, είναι καθοδηγητική με βρίσκει απόλυτα σύμφωνο, και δεν βρίσκω κανένα απολύτως λόγο να διαφοροποιηθώ. Υποχρέωση Εμπιστευτικότητας 61. Σύμφωνα με το σύγγραμμα, Injunctions, ανωτέρω, par. 4.26, σελ. 65[4], το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει διάταγμα απαγόρευσης δημοσίευσης εμπιστευτικών πληροφοριών εφόσον καταδειχθεί ότι το υλικό είναι εμπιστευτικό, ότι βρέθηκε στην κατοχή κάποιου υπό συνθήκες που δημιουργούν καθήκον εμπιστευτικότητας και ότι κυκλοφόρησε ή πρόκειται να κυκλοφορήσει κατά παράβαση του εν λόγω καθήκοντος. 62. Στην προκειμένη περίπτωση η συμφωνία των μερών (Τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση της Ενάγουσας 2) αναφέρονται τα ακόλουθα: «Confidentiality 55 All data relating specifically to your business which is received from you for the purpose of providing or receiving the services which are the subject matter of this engagement letter, is regarded as Confidential Information ("Confidential Information"). We will use Confidential Information only in relation to the provision of the said services and will not disclose such Confidential Information to any third party without your prior written consent, save as provided in paragraphs [56] to [59] below. 56 We will not be obligated to treat as confidential any information disclosed by you which: (
  1. i)is rightfully known to us prior to its disclosure by you; (
  2. ii)is released by you to any other person or entity without restriction; (iii) is independently developed by us without any use of or reliance on Confidential Information; (
  3. iv)is in or enters the public domain without breach of this confidentiality obligation; (
  4. v)or may be lawfully obtained by us from any third party. 57 We may give and/or disclose Confidential Information to other firms or relevant contractors, subcontractors and agents involved in the provision of services as long as they are bound by confidentiality obligations, and to your advisers who are involved in this matter. 58 We may disclose Confidential Information where required by law or regulation or where ordered by court or where requested by a professional body of which we are a member. 59 Confidential Information may be transferred for various business purposes including relationship management, account management, internal financial reporting and provision of IT services (including among others storage, hosting, maintenance and support).» (Έμφασις δική μου) 63. Διαφαίνεται ότι και από πλευράς Εναγόμενης αναγνωρίστηκε το ζήτημα (Τεκμήρια 21, 23, 25 και 26 στην Ένορκη Δήλωση του κ. Μερακλή), αφού ανέλαβαν να καταστρέψουν τη μια συμφωνία μετά την παρέλευση 6 ετών. Η Ενάγουσα 2 μέσα από την αλληλογραφία της μαζί τους είχε καταστήσει σαφές ότι τα έγγραφα ήταν εμπιστευτικής φύσεως. 64. Οι πρόνοιες της νομοθεσίας[5] στις οποίες παρέπεμψε ο συνήγορος της Εναγόμενης δεν δημιουργούν υποχρέωση σε ελεγκτικό οίκο που δεν εκπροσωπεί πλέον πελάτη του να διατηρεί έγγραφα στην κατοχή του. Η υποχρέωση συνεργασίας που επιβάλλουν (σε ενδεχόμενη έρευνα) είναι προς οποιοδήποτε πρόσωπο κατέχει πληροφορίες σχετικά. 65. Στην προκειμένη περίπτωση η Εναγόμενη μετά την έκδοση των διαταγμάτων μονομερώς απέστειλε στην Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς τους λόγους τερματισμού της συνεργασίας της με την Ενάγουσα (Τεκμήρια 47 και 48). Δεν θα σχολιάσω αν το πλήρες περιεχόμενο της επιστολής ήταν αναγκαίο. Μάλλον θα ήταν σοφότερο να τους κοινοποιούσε το σχετικό διάταγμα. Δεν μπορεί η Εναγόμενη να επικαλείται την επακόλουθη έρευνα που φαίνεται να αποφάσισε να κάνει η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς 24/4/2019 (Τεκμήριο 49), ως λόγο μη διατήρησης της εμπιστευτικότητας των δύο συμφωνιών ή επιστροφής εγγράφων στο νόμιμο δικαιούχο. Είναι ζήτημα για το οποίο θα μπορούσε να απευθυνθεί στο Δικαστήριο προηγουμένως και να λάβει σχετικές οδηγίες. Άλλωστε, το τονίζω, υπήρχε ήδη εκδομένο διάταγμα σε σχέση με το ζήτημα. [ VI ] 66. Προκύπτει επομένως ότι η κατακράτηση των εγγράφων των οποίων απαιτούν την επιστροφή οι Ενάγουσες είναι έγγραφα τα οποία μετά τον τερματισμό των υπηρεσιών της Εναγόμενης δικαιούνταν την επιστροφή τους, ανεξαρτήτως της οποιασδήποτε χρηματικής απαίτησης της. Ζητούν επίσης την προστασία εμπιστευτικότητας δύο συμφωνιών που περιήλθαν στην κατοχή της Εναγομένης κατά τη διεκπεραίωση των ελεγκτικών της καθηκόντων. Ικανοποιούν τα κριτήρια και προϋποθέσεις που τίθενται από το άρθρο 32 του Ν. 14/1960. Θέτουν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά τη δίκη ενώ έχουν καταδείξει σοβαρή πιθανότητα επιτυχίας να δικαιούνται σε θεραπεία με βάση αγωγής την χωρίς δικαίωμα κατακράτηση (detinue) περιουσιακών τους στοιχείων. 67. Περαιτέρω, έχουν καταδείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο αφού προκύπτει ανάγκη στο μεσοδιάστημα συμμόρφωσης τους με την υποβολή των οικονομικών τους καταστάσεων στους αρμόδιους φορείς, μεταξύ αυτών και της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς. Θα πρέπει επίσης να ληφθεί υπόψη η αδυναμία των Εναγουσών να λειτουργούν ως θα έπρεπε να λειτουργούν. 68. Υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης, λαμβάνοντας υπόψη όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης των διαταγμάτων. Τα αιτητικά μπορεί να αφορούν μέρος των τελικών θεραπειών της Αγωγής, έχοντας όμως, κατά νου τη νομολογία επί του θέματος (βλ. Άκης (Μεταφορές Δεμάτων Εξπρές) Λτδ ν C. Koukkouris Trading Ltd
(1998)1Α ΑΑΔ 149 Αβερκίου ν Θεο Κτηματική Λτδ κ.α.
(2013)1Α ΑΑΔ 222, Zena Company Ltd ν Demenian Catering Ltd
(2011)1Γ ΑΑΔ 1848, Avila Management Services Ltd v Stepanek
(2012)1Β ΑΑΔ 1403 και Penderhill Holdings Ltd κ.α. v Abramchyk κ.α.
(2014)1Α ΑΑΔ 118), κρίνω ότι έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δεν αποκλείεται σε ξεκάθαρες περιπτώσεις όπως η παρούσα. Έχουν καταδειχθεί επίσης ειδικές περιστάσεις που αφορούν την ομαλή λειτουργία των Εναγουσών και της συμμόρφωσης τους με τον νόμο. Θεωρώ ότι τα όσα ανέφερε ο Δ. Κληρίδης στην Παρτέλλας, ανωτέρω, εφαρμόζονται απόλυτα και στην παρούσα περίπτωση: «.. Το να έρθει τώρα το δικαστήριο και να αρνηθεί να εκδώσει το διάταγμα απλά και μόνο διότι με αυτό αποδίδεται μια από τις τελικές θεραπείες και να επιτρέψει έτσι στους ενάγοντες να συνεχίζουν να κατακρατούν χωρίς προφανές δικαίωμα τα βιβλία και έγγραφα των εναγομένων προκαλώντας τις σοβαρές επιπτώσεις που έχω προαναφέρει για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα μέχρι την εκδίκαση της νεοκαταχωρηθείσας αυτής αγωγής, θα ισοδυναμούσε με άρνηση απονομής δικαιοσύνης και εθελοτυφλία. Με την έκδοση του διατάγματος, είναι αλήθεια ότι οι ενάγοντες χάνουν ένα σοβαρό πλεονέκτημα και ένα μοχλό πίεσης που ίσως να τους υποβοηθούσε στην είσπραξη της διεκδικούμενης αμοιβής τους. Χάνουν, όμως, ένα πλεονέκτημα το οποίο εδράζετο σε νομικό δικαίωμα το οποίο στην πραγματικότητα ουδέποτε είχαν.
  1. Δεν μου διαφεύγει επίσης ότι η Εναγόμενη φέρεται να έχει επιστρέψει αριθμό εγγράφων στις Ενάγουσες ήδη, χωρίς βέβαια να διευκρινίζεται αν υπήρξε πλήρης συμμόρφωση. Σε κάθε περίπτωση η συμμόρφωση δεν ανατρέπει την αναγκαιότητα οριστικοποίησης των εκδοθέντων διαταγμάτων.
  2. Ως προς τα ζητήματα εμπιστευτικότητας των δύο εγγράφων, συμφωνώ με την εισήγηση του συνηγόρου των Εναγουσών ότι, αν παραστεί ανάγκη, οποιοδήποτε μέρος μπορεί να απευθυνθεί στο Δικαστήριο για τροποποίηση του διατάγματος (βλ. άρθρο 32 του Ν. 14/1960).
  3. Τέλος, έλαβα υπόψη μου την κάποια καθυστέρηση που προέκυψε από την καταχώριση μέχρι και την ακρόαση της αίτησης, 6 μηνών, χωρίς να έχει κατατεθεί Έκθεση Απαίτησης. Με τα ενώπιον μου δεδομένα δεν θεωρώ ότι αυτή είναι τέτοιας φύσεως που θα μπορούσε να οδηγήσει στο παρόν στάδιο είτε σε ακύρωση των εκδοθέντων διαταγμάτων ή σε μη οριστικοποίηση τους.
  4. Υπό τις περιστάσεις είναι και δίκαιο και πρόσφορο να ήταν καταστούν απόλυτα τα εν λόγω διατάγματα.
  5. Ενόψει των πιο πάνω η αίτηση επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια τα εκδοθέντα διατάγματα ημερ. 12/4/2019 καθίστανται απόλυτα.
  6. Τα έξοδα, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγουσών και εναντίον της Εναγόμενης και θα είναι καταβλητέα στο τέλος της δίκης. (Υπ.) ............... Ν. Α. Π. Γεωργιάδης, Ε.Δ. Πιστόν Αντίγραφον Πρωτοκολλητής Subject: Civil/Interim Order Αναφορά: Αστική/Προσωρινό Διάταγμα [1] 'A freezing injunction, like any other order obtained without notice, is liable to discharged for material non-disclosure'. [2] 'The fact that the judge might well have made the same order even if the full facts had been disclosed is beside the point (Behbehani v Salem [1989] 1 WLR 723; .... The place to disclose facts, both favourable and unfavourable, is in the affidavit, not the exhibits (National Bank of Sharjah v Dellborg [1993] 2 Bank. L.R. 109) . If the non-disclosure was entirely the fault of the claimant?s solicitor, that may be a ground for refusing to discharge the injunction (Eastglen International Corp v Monpare SA
(1987)137 New L.J. 56). But if the non-disclosure was not innocent in the sense used by Ralph Gibson L.J. in the Brinks-Matt case (fact not known to the claimant or not perceived to be relevant) an outright discharge of the order is almost inevitable'. [3] Όπως τροποποιήθηκε από τους Ν. 167(Ι)/2013, 203 (Ι)/2012 και 90(Ι)/2013. [4] There is power to grant an injunction restraining the publication of offending material in a claim for breach of confidence, whether it be to protect commercial information (Hivac Ltd v Park Royal Ltd [1946] Ch. 169), marital secrets (Argyll (Duchess) v Argyll (Duke) [1967] Ch. 302), royal secrets (Attorney-General v Barker [1990] 3 All E.R. 257), Cabinet secrets (Attorney-General v Jonathan Cape Ltd [1976] Q.B. 752, the Crossman diaries case), or documents disclosed in civil litigation (Distillers Co Ltd v Times Newspapers Ltd [1975] Q.B. 613). It must be shown that the material is con­fidential; that it was passed to someone in circumstances giving rise to a duty of confidence; and that it has been, or is about to be, passed on in breach of that confidence. [5] Παρέπεμψε σχετικά στα άρθρα 5
(6)και 30
(2)του περί Βεβαιώσεως και Εισπράξεως Φόρων Νόμο του 1978, Ν. 4/1978, τα άρθρο 37 του περί Φορολογίας Εισοδήματος Νόμου του 2002, Ν. 118(Ι)/2002 και άρθρα 32, 33 και 41 του ο περί Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς Κύπρου Νόμου, Ν. 73(Ι)/2009. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.