← Κύπρος

National Bank Trust ν. Retail Chain Properties Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2297/2018, 5/11/2019

National Bank Trust ν. Retail Chain Properties Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 2297/2018, 5/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup

  1. on)- Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A501 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Λ. ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ - ΑΝΔΡΕΟΥ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 2297/2018 Μεταξύ: National Bank Trust from Russia Ενάγουσα/Αιτήτρια και 1. Retail Chain Properties Ltd, ΑρχιεπισκόπουΜακαρίου III, 276, Lara Court, 3105, Λεμεσός 2. Willow River Russian Housing Developments Ltd, of ΑρχιεπισκόπουΜακαρίουIII, 276, Lara Court, 3105, Λεμεσός 3. XXXXX XXXXX McGivernTatworth XXXXX House, XXXXX,XXXXX, XXXXX,ΗνωμένοΒασίλειο 4. DianthiNominess Ltd, ΑρχιεπισκόπουΜακαρίουIII, 276, Lara Court, 3105, Λεμεσός Εναγομένων/Καθ' ων η Αίτηση _________________________________________________________________________ Αίτηση ημερ.9/8/2018 για Προσωρινά Διατάγματα Ημερομηνία: 5 Νοεμβρίου 2019 Εμφανίσεις: Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: Α. Χαβιαράς για Χαβιαράς & Φιλίππου ΔΕΠΕ. ΓΓΓΓΙΑΓΙΑ Γ ΓΙΑ Ι Για Εναγόμενους/Καθ΄ ων η Αίτηση: Α. Τσιρίδης και κα Α. Χαραλαμπίδη για Κώστας Τσιρίδης & Σια ΔΕΠΕ ΓΙΑ Γ Για ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ Εισαγωγή: Με Γενικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα η Ενάγουσα αξιώνει τις ακόλουθες θεραπείες εναντίον των Εναγομένων 1 - 4: 1. Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η Συμφωνία Ενεχυρίασης και Επιβάρυνσης - 5625 - συνήθων μέτοχών αξίας €1.00 η κάθε μία, στο κεφάλαιο της Εναγόμενης 1, ημερ. 24/03/16 μεταξύ της Εναγόμενης 4 και τηςΕνάγουσας (οι «Ενεχυριασμένες Μετοχές RCP» και η «Συμφωνία Ενεχυρίασης RCP» αντίστοιχα) είναι έγκυρη, δεσμευτική και δεκτική εκτέλεσης κατά τους όρους της και δεσμεύει, όσον αφορά τα εκεί προδιαγραφόμενα καθήκοντα και υποχρεώσεις των Εναγόμενων 1, 3 και 4. 2. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται ο Εναγόμενος 3 να καταχωρήσει στο μητρώο μελών της Εναγόμενης 1 την Ενάγουσα ως εγγεγραμμένο μέτοχο των Ενεχυριασμένων Μετοχών RCPαντί της DianthiNomineesLtd. 3. Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δικαιούται να εγγραφεί ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των Ενεχυριασμένων Μετοχών RCPδυνάμει της Συμφωνίας Ενεχυρίασης RCP. 4. Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η Συμφωνία Ενεχυρίασης και Επιβάρυνσης -750- συνήθων μέτοχών αξίας €1.00 η κάθε μία, στο κεφάλαιο της Εναγόμενης 2 ημερ. 24/3/16 μεταξύ της Εναγόμενης 4 και της Ενάγουσας (οι «Ενεχυριασμένες Μετοχές WR» και η «Συμφωνία Ενεχυρίασης WR» αντίστοιχα) είναι έγκυρη, δεσμευτική και δεκτική εκτέλεσης κατά τους όρους της και δεσμεύει, όσον αφορά τα εκεί προδιαγραφόμενα καθήκοντα και υποχρεώσεις των Εναγόμενων 2, 3 και 4. 5. Διάταγμα και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου με την οποία να διατάσσεται ο Εναγόμενος 3 να καταχωρήσει στο μητρώο μελών της Εναγόμενης 2 τηνΕνάγουσα ως εγγεγραμμένο μέτοχο των Ενεχυριασμένων Μετοχών WRαντί της DianthiNomineesLtd. 6. Δήλωση και/ή Απόφαση του Δικαστηρίου ότι η Ενάγουσα δικαιούται να εγγράφει ως ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης των Ενεχυριασμένων Μετοχών WRδυνάμει της Συμφωνίας Ενεχυρίασης WR. 7. Αποζημιώσεις. 8. Νόμιμο τόκο. 9. Έξοδα πλέον ΦΠΑ. Ταυτόχρονα με την καταχώρηση της Γενικής Οπισθογράφησης της παρούσας Αγωγής στην οποία επιζητούνται οι πιο πάνω θεραπείες η Ενάγουσα καταχώρησε μονομερώς την υπό κρίση Αίτηση(στο εξής η «υπό κρίση μονομερής Αίτηση») η οποία συνοδεύεται από την ένορκη δήλωση του XXXXX Neverov (στο εξής η «ΕΔ Neverov»), με την οποίαη Ενάγουσα/Αιτήτρια εξασφάλισε μονομερώς την έκδοση των πιο κάτω ενδιάμεσων Διαταγμάτων: ► Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 1, τους υπαλλήλους και αντιπροσώπους της από του να αποξενώσουν ή επιβαρύνουν οποιαδήποτε ακίνητη περιουσίατης Εναγομένης 1 μέχρι πέρατος της Αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου (Αιτητικό 7). ► Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου που να απαγορεύει στην Εναγόμενη 2, τους υπαλλήλους και αντιπροσώπους της από του να αποξενώσουν ή επιβαρύνουν οποιαδήποτε ακίνητη περιουσίατης Εναγομένης 2 μέχρι πέρατος της Αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου (Αιτητικό 8). Με την υπό κρίση Αίτηση επιζητούνται,επίσης, και τα ακόλουθα Διατάγματα τα οποία το Δικαστήριο δεν εξέδωσε μονομερώς δίδοντας οδηγίες για επίδοση: ► Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος 3 ως γραμματέας της Εναγόμενης 1 και/ή ως Διευθυντής και/ή ως αξιωματούχος της να προβεί σε εγγραφή της Ενάγουσας ως εγγεγραμμένου μετόχου 5625 μετοχών στο μητρώο μελών της Εναγόμενης 1 σε αντικατάσταση της Εναγόμενης 4 ως θεματοφύλακας για την Εναγόμενη 4 μέχρι πέρατος αυτής της Αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου(Αιτητικό 1). ► Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται ο Εναγόμενος 3, ως γραμματέας της Εναγόμενης 2 και/ή ως Διευθυντής και/ή ως αξιωματούχος της να προβεί σε εγγραφή της Ενάγουσας ως εγγεγραμμένου μετόχου 750 μετοχών στο μητρώο μελών της Εναγόμενης 2 σε αντικατάσταση της Εναγόμενης 4 ως θεματοφύλακας για την Εναγόμενη 4 μέχρι πέρατος της Αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου(Αιτητικό2). ► Ενδιάμεσο διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη 4 όπως υπογράψει και/η συντάξει και/η υποβάλει όλατα αναγκαία έγγραφα και/η έντυπα μεταβίβασης 5625 μετοχών που κατέχει στην Εναγόμενη 1επ΄ονόματι της Ενάγουσας και/ή μέχρι πέρατος αυτής της Αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου(Αιτητικό5). ► Ενδιάμεσο Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η Εναγόμενη 4 όπως υπογράψει και/η συντάξει και/η υποβάλει όλα τα αναγκαία έγγραφα και/η έντυπα μεταβίβασης 750 μετοχών που κατέχει στην Εναγόμενη 2 επ' ονόματι της Ενάγουσας και /ή μέχρι πέρατος αυτής της Αγωγής ή νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου(Αιτητικό6). Μέσω των Αιτητικών 9 - 12 επιζητείται Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διορίζεται ως Ενδιάμεσος Παραλήπτης της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 2 ο XXXXX Χριστοδούλου από την Λευκωσία αρ ταυτότητας XXXXX2974 με την εξουσία να διαχειρίζεται αποκλειστικά όλα τα περιουσιακά στοιχεία και/ή την ακίνητη και/ή κινητή περιουσία της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 2 με στόχο την διαφύλαξη της μέχρι την τελική εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου με τις εξουσίες που αναφέρονται στις παραγράφους (ι) - (
  2. x)του Αιτητικού 9 καθώς και συνεπακόλουθα Διατάγματα ως τα Αιτητικά 10-12. Όσον αφορά τα Αιτητικά 3 και 4, αν και αρχικά αυτά εξεδόθησαν μονομερώς, ο συνήγορος της Ενάγουσας ζήτησε άδεια και τα απέσυρε. Μέσω αυτών επιζητούσε τα εξής Διατάγματα: ► Ενδιάμεσο Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η αποξένωση και/ή επιβάρυνση και/ή εκχώρηση και/η αλλαγή του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 1 που είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της Εναγόμενης 4 πλην της εγγραφής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ανωτέρω μέχρι εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου(Αιτητικό3). ► Ενδιάμεσο Διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται η αποξένωση και/ή επιβάρυνση και/ή εκχώρηση και/η αλλαγή του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 που είναι εγγεγραμμένο στο όνομα της Εναγόμενης 2 πλην της εγγραφής που αναφέρεται στην παράγραφο 1 ανωτέρω μέχρι εκδίκασης της παρούσας Αγωγής και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου(Αιτητικό4). Με την παρούσα διαδικασία επιζητείται από πλευράς Αιτήτριας η οριστικοποίηση των εκδοθέντων Διαταγμάτων καθώς και η έκδοση των υπολοίπων που αναφέρονται ανωτέρω, ενώ από πλευράς Καθ΄ων η Αίτηση η ακύρωση των εκδοθέντων μονομερώς Διαταγμάτων και η μη έκδοση των υπολοίπων. Εκδοχή της Ενάγουσας/Αιτήτριας Τράπεζας Η εκδοχή της πλευράς της Ενάγουσας/Αιτήτριας η οποία παρουσιάζεται μέσω της ένορκης δήλωσης του XXXXX Neverov μπορεί να συνοψισθεί ως ακολούθως: ▬ Η Εναγόμενη εταιρεία αρ. 4 είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στην Κύπρο, μέτοχος της Εναγόμενης 1 και Εναγόμενης 2 η οποία κατέχει το 100% των εκδομένων μετοχών των Εναγομένων εταιρειών 1 και 2. ▬ Ο Εναγόμενος 3 είναι ο Διευθυντής και Γραμματέας των Εναγομένων 1, 2 και 4. ▬ Οι Εναγόμενες εταιρείες αρ. 1 και 2είναι εταιρείες εγγεγραμμένες στην Κύπρο καικατέχουν συνολικά 23 εμπορικά ακίνητα στη Μόσχα μισθωμένα σε αλυσίδα υπεραγορών. ▬ Η Ενάγουσα είναι Τράπεζα με εγγεγραμμένο γραφείο στη Ρωσική Ομοσπονδία η οποία χορήγησε δάνεια στις Εναγόμενες εταιρείες αρ. 1 και 2 για την αγορά των ακινήτων. ▬ Η Συμφωνία Δανείου 1(Τεκμήριο 20) ημερ. 17/12/2010 είναι η Συμφωνία δανείου μεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 1. Το Τεκμήριο 20 τροποποιήθηκε με επιπρόσθετες Συμφωνίες ημερ. 27/12/2013 και 17/12/2014 αντίστοιχα οι οποίες έδιδαν παράταση στην αποπληρωμή του χρέους αρχικά μέχρι τις 17/6/2019 και μετέπειτα μέχρι τις 25/5/2026 (Τεκμήρια 21 και 22). ▬ Η Συμφωνία Δανείου 2(Τεκμήριο 23) ημερ. 17/12/2010 είναι η Συμφωνία δανείουμεταξύ της Ενάγουσας Τράπεζας και της Εναγόμενης 2. Η Συμφωνία αυτή τροποποιήθηκε με επιπρόσθετες Συμφωνίες ημερ. 27/12/2013 και 17/12/2014 οι οποίες έδιδαν παράταση στην αποπληρωμή του χρέους αρχικά μέχρι τις 17/6/2019 και μετέπειτα μέχρι τις 25/2/2027 (Τεκμήρια 24 και 25). ▬ Οι τροποποιητικές Συμφωνίες (Τεκμήρια 21, 22, 24 και 25) αμφισβητήθηκαν με επιτυχία από την Ενάγουσα Τράπεζα ενώπιον των Ρωσικών Δικαστηρίων σε μια σειρά από διαδικασίες οι οποίες έχουν τελισιδικήσει στις αρχές του 2018 (Τεκμήρια 26, 26Α, 27 και 27Α). ▬ Επιγραμματικά οι παρατάσεις χρόνου που είχαν παραχωρηθεί με τις τροποποιητικές Συμφωνίες (Τεκμήρια 21, 22, 24 και 25) ακυρώθηκαν από το Ρωσικό Δικαστήριο οπόταν επιβεβαιώθηκε ότι οι Οφειλέτες δυνάμει των Συμφωνιών Δανείου 1 και της Συμφωνίας Δανείου 2 είναι σε υπερημερία από τις 17/6/2014. ▬ Η Εναγόμενη 4 ενεργώντας τότε μέσω του κ. Worsley υπέγραψε Συμφωνίες Ενεχυρίασης προς όφελος της Ενάγουσας Τράπεζας ενεχυριάζοντας στην Ενάγουσα 5625 μετοχές της Εναγόμενης 1 (που αντιστοιχούν στο 75% του εκδομένου κεφαλαίου μετοχών της Εναγόμενης 1) δυνάμει της Συμφωνίας Ενεχυρίασης 1ημερ. 24/3/2016 και 750 μετοχές της Εναγόμενης 2 (που αντιστοιχούν στο 75% του εκδομένου κεφαλαίου μετοχών της Εναγόμενης 2)δυνάμει της Συμφωνίας Ενεχυρίασης 2ημερ. 24/3/2016 (Τεκμήρια 9 και 10 αντίστοιχα). ▬ Οι Συμφωνίες Ενεχυρίασης 1 και 2 παραχωρήθηκαν (μαζί με άλλες εξασφαλίσεις) ως εξασφάλιση προς την Ενάγουσα Τράπεζα για παραχώρηση δανείων (Συμφωνία Δανείου 1 και Συμφωνία Δανείου 2). ▬ Η Ενάγουσα Τράπεζα ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενες 1 και 2 ευρίσκονται σε παράβαση των αντιστοίχων υποχρεώσεων τους βάσει των Δανείων και ότι δικαιούται να επιζητεί να ενεργοποιήσει τις Συμφωνίες Ενεχυρίασης. Ουσιαστικά θεωρεί ως δικαίωμα της να ζητήσει τη μεταφορά από την Εναγόμενη 4 των ενεχυριασμένων μετοχών της Εναγόμενης 1 (Ενεχυριασμένες Μετοχές RCP) και των ενεχυριασμένων μετοχών της Εναγόμενης 2 (Ενεχυριασμένες Μετοχές WR) στο όνομα της. ▬ Η Τράπεζα θεωρεί ότι είναι απαραίτητο να διοριστεί Παραλήπτης στην Εναγόμενη 1 και Εναγόμενη 2 αφού αυτές διαχειρίζονται ακίνητη ιδιοκτησία που είναι σημαντικής οικονομικής αξίας. Δεν διαφαίνεται ότι οι Εναγόμενες έχουν σκοπό να εκπληρώσουν τις συμβατικές τους υποχρεώσεις και να μεταφέρουν τις ενεχυριασμένες μετοχές στο όνομα της Ενάγουσας Τράπεζας. Δίδεται δε περιγραφή της ακίνητης ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 και της Εναγόμενης 2 που έχει υποθηκευθεί στην Τράπεζα με βάση ξεχωριστή συμφωνία δανείου στη Μόσχα. Ένσταση-Λόγοι Ένστασης Στην υπό κρίση Αίτηση καταχωρήθη Ένσταση στην οποία εξειδικεύονται οι ακόλουθοι Λόγοι Ένστασης: · Δεν πληρούνται και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις της νομολογίας και/ή νομοθεσίας για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων. · Δεν έχει καταδειχθεί συζητήσιμη υπόθεση ούτε και πιθανότητες επιτυχίας. · Δεν έχει καταδειχθεί η ανάγκη έκδοσης των αιτούμενων Διαταγμάτων και/ή αδυναμία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμεναΔιατάγματα.Η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία και/ή η Αιτήτρια απέτυχε να αποδείξει την ύπαρξη πιθανότητας πρόκλησης σε αυτούς ανεπανόρθωτης ζημιάς σε περίπτωση που τα αιτούμενα Διατάγματα δεν εκδοθούν. · Τα αιτητικά της αίτησης είναι πανομοιότυπα με της Αγωγής και/ή η Αιτήτρια δεν έχει καταδείξει καλό λόγο γιατί τα αιτούμενα Διατάγματα να εκδοθούν με ενδιάμεση αίτηση και όχι με ακρόαση της Αγωγής. · Δεν έχει καταδειχθεί η ανάγκη έκδοσης των Διαταγμάτων στο στάδιο αυτό. · Οι Συμφωνίες Ενεχυρίασης των μετοχών που κατέχει η Εναγόμενη 4 στις Εναγόμενες 1 και 2 προς όφελος της Ενάγουσας ημερομηνίας 24/03/2016 δεν είναι έγκυρες και/ή δεν έχουν νομική ισχύ και/ή δεν είναι νομικά δεσμευτικές και/ή δεν επιφέρουν οποιαδήποτε έννομα αποτελέσματα. · Οι Συμφωνίες Ενεχυρίασης των μετοχών που κατέχει η Εναγόμενη 4 στις Εναγόμενες 1 και 2 προς όφελος της Ενάγουσας ημερομηνίας 24/03/2016 έχουν υπογραφεί κατά παράβαση του Διατάγματος Παγοποίησης (FreezingInjunction) και Διατάγματος Dianthi (Dianthi Injunction). · Οι Συμφωνίες Ενεχυρίασης των μετοχών που κατέχει η Εναγόμενη 4 στις Εναγόμενες 1 και 2 προς όφελος της Ενάγουσας ημερομηνίας 24/03/2016 αποτελούν δόλια και/ή απατηλή προσπάθεια της Αιτήτριας και/ή των εκπροσώπων της να αποκτήσουν ας μετοχές των Εναγόμενων 1 και 2. · Τα δάνεια που παρείχε η Ενάγουσα στις Εναγόμενες 1 και 2 με τις Συμφωνίες Δανείων ημερομηνίας 17/12/2010 έχουν ως εξασφάλιση υποθήκες επί περιουσιακών στοιχείων των Εναγόμενων 1 και 2 στη βάση συμφωνιών υποθήκης ημερομηνίας 17/01/2011 και/ή δεν δικαιολογείται η ενεχυρίαση των μετοχών των Εναγόμενων 1 και 2 προς εξασφάλιση των δανείων που παρείχε η Ενάγουσα στις Εναγόμενες 1 και 2. · Η ημερομηνία αποπληρωμής των Συμφωνιών Δανείου ημερομηνίας 17/12/2010 δεν έχει ακόμη επέλθει και/ή η Επιπρόσθετη Συμφωνία 1 ημερομηνίας 27/12/2013και Επιπρόσθετη Συμφωνία 2 ημερομηνίας 17/12/2014 συνεχίζουν να είναι δεσμευτικές και/ή οι Εναγόμενες 1 και 2 δεν είναι σε παράβαση των Συμφωνιών Δανείου ημερομηνίας 17/12/2010. · Δεν έχει καταδειχθεί το κατεπείγον της Αίτησης και/ή άλλες εξαιρετικές περιστάσεις για την έκδοση των μονομερών Διαταγμάτων. · Η Αίτηση αποτελεί προσπάθεια εκ μέρους της Αιτήτριας για απόκτηση των μετοχών και/ή περιουσιακών στοιχείων των Εναγόμενων 1 και 2. · Η Αιτήτρια δεν εισήλθε με καθαρά χέρια και/ή παραπλάνησε το Δικαστήριο και/ή σκόπιμα απέκρυψε και/ή αλλοίωσε γεγονότα και/ή δεν προέβη σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων της παρούσας υπόθεσης. · Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν είναι το κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο για εκδίκαση της παρούσας Αγωγής και/ή το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού είναι το κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο. · Το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 4 εταιρείας δεν βρίσκεται στη Λευκωσία αλλά στη Λεμεσό. · Το ισοζύγιο της δικαστικής ευχέρειας κλίνει ξεκάθαρα υπέρ της απόρριψης της αίτησης και ακύρωσης των εκδοθέντων διαταγμάτων. Εκδοχή των Εναγομένων/Καθ΄ων η Αίτηση Εισερχόμενη στην εκδοχή των Εναγομένων, μέσω της ένορκης δήλωσης του XXXXX McGivern, Εναγόμενου 3,προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι οι Συμφωνίες Ενεχυρίασης Μετοχών συνήφθησαν ως αποτέλεσμα συνωμοσίας μεταξύ της Ενάγουσας/Αιτήτριας Τράπεζας και του κ. Διευθυντή της Εναγόμενης 4 κατά τον ουσιώδη χρόνο κ. Worsley, και του Ομίλου Εταιρειών του οι οποίες διαχειρίζονταν κατά τον εν λόγω χρόνο τις Εναγόμενες 1, 2 και 4. Συγκεκριμένα προβάλλεται ότι η σύναψη των επίδικων Συμφωνιών Ενεχυρίασης Μετοχών έγινε από τον κ. Worsley στις 24/3/2016 σύμφωνα με τις οδηγίες της Ενάγουσας/Αιτήτριας Τράπεζας από την οποία ο ίδιος πληρώνετο από τις 15/11/2015 και μόλις 3 εβδομάδες πριν την απομάκρυνση του από το αξίωμα του. Προβάλλεται, επίσης, ότι ο πραγματικός σκοπός της Ενάγουσας/Αιτήτριας είναι η απόκτηση του ελέγχου των μετοχών της Εναγόμενης 1 και 2 έτσι ώστε να μπορεί να πωλήσει τα αντίστοιχα ακίνητα τους σε τιμή και πρόσωπο τα οποία η Αιτήτρια αποκλειστικά να μπορεί να καθορίσει. Τονίζεται δε ότι, από άποψης εξασφάλισης των δανείων, η Ενάγουσα έχει ήδη εγγεγραμμένες επιβαρύνσεις επί όλων των ακινήτων των Εναγομένων 1 και 2 και οι Συμφωνίες Ενεχυρίασης Μετοχών δεν της παρέχουν οποιανδήποτε επιπρόσθετη εξασφάλιση. Εν ολίγοις λοιπόν οι Συμφωνίες Ενεχυρίασης Μετοχών αμφισβητούνται και προβάλλεται ότι δεν μπορούν να θεωρηθούν ως καλόπιστες αλλά προϊόν παράνομης συνωμοσίας, μεταξύ άλλων, της Αιτήτριας και του κ. Worsley για να προκαλέσουν οικονομική ζημιά στην Εναγόμενη 4 και να επωφεληθεί οικονομικά η Αιτήτρια. Επιπλέον η πλευρά των Εναγομένων εγείρει και ζήτημα μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων και/ή παραπλάνησης στη βάση των πιο κάτω ισχυρισμών που προβάλλει: § Για να δημιουργήσει λανθασμένη εντύπωση σχετικά με την αξιοπιστία του Εναγόμενου 3, η Αιτήτρια παρέλειψε να αποκαλύψει ότι είναι προσοντούχος δικηγόρος (barrister), που δεν εξασκεί το επάγγελμα (non-practising), και κλήθηκε στο Αγγλικό Barτο 2004. Κατέχει πτυχίο M.Ed και Μεταπτυχιακό στη Διοίκηση Επιχειρήσεων (MBA) από το Πανεπιστήμιο της Νότιας Καλιφόρνιας και ήταν προηγουμένως ο διευθύνων σύμβουλος μίας εταιρείας που είναι εισηγμένη στην Εναλλακτική Αγορά Επενδύσεων (AIMMarket) του Χρηματιστηρίου του Λονδίνου (LondonStockExchange)· § Ότι ο Εναγόμενος 3 έστειλε στον κ. Dooley επιστολή με την οποία ήγειρε το ζήτημα της παρανομίας των Συμφωνιών Ενεχυρίασης Μετοχών. § Ότι η ύπαρξη των Αγγλικών διαταγμάτων παγοποίησης εμπόδιζε οποιονδήποτε κίνδυνο διασκορπισμού. § Ότι η ύπαρξη των υποθηκών επί των Ρωσικών ακινήτων εμπόδιζε οποιονδήποτε κίνδυνο διασκορπισμού· § Ότι οι Συμφωνίες Ενεχυρίασης Μετοχών υπογράφηκαν μετά που ο κ. Worsleyκαι η Αιτήτρια έμαθαν για την αίτηση Προσωρινού Διατάγματος στην Κύπρο για το διορισμό Προσωρινού Παραλήπτη· § Ότι οι όροι της Συμφωνίας Ενεχυρίασης Μετοχών παραβιάζουν το Απαγορευτικό Διάταγμα Dianthi· § Ότι ο κ. Worsley ενήργησε σε συνεννόηση με την Αιτήτρια προκαλώντας την αδυναμία υπεράσπισης των Εναγόμενων στη Ρωσική διαδικασία. § Ότι ο κ. Worsley έπαυσε την προηγούμενη επιτυχημένη νομική εκπροσώπηση των Εναγόμενων 1 & 2 και διόρισε νέους εκπροσώπους, που επιλέγηκαν από την Αιτήτρια, οι οποίοι δεν υπερασπίστηκαν την Έφεση. § Ότι ο Όμιλος Otkritie, ο οποίος επιλέγηκε από την CBR για να διαχειριστεί τη διάσωση της Αιτήτριας, έπρεπε επίσης να διασωθεί από την CBR το 2017. § Ότι απορρίφθηκε αίτηση στο Αγγλικό Δικαστήριο για την έκδοση του κου XXXXX Fetisov από την Αγγλία στην Ρωσία. § Ότι οι Πρώην Ιδιοκτήτες ζήτησαν τη συγκατάθεση της Αιτήτριας για να πραγματοποιήσουν τη μεταβίβαση των μετοχών της Εναγόμενης 4 σε αυτούς. § Ότι ο Εναγόμενος 3 συναντήθηκε με τον κ. Dooley και του δήλωσε ρητά ότι θα διαχειρίζεται τις Εναγόμενες 1, 2 και 4 επαγγελματικά και με πλήρη διαφάνεια. Ζήτημα Δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ένας από τους Λόγους Ένστασης που προβλήθηκαν από πλευράς Εναγομένων είναι και αυτός που αφορά την κατά τόπο δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου να δικάσει την παρούσα Αγωγή. Αποτέλεσε, συναφώς, εισήγηση του κ. Τσιρίδη ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας δεν έχει κατά τόπο αρμοδιότητα εκδίκασης της παρούσας Αγωγής. Με βάση τη σχετική νομολογία τα ζητήματα δικαιοδοσίας είναι θεμελιακά και αντιμετωπίζονται ως ζητήματα δημόσια τάξης ενώ εγείρονται και αποφασίζονται σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Αποτελεί δε καθήκον του Δικαστηρίου να εξετάσει ζητήματα δικαιοδοσίας ακόμη και αυτεπάγγελτα και μόνο αν διαπιστώσει ότι κέκτηται αρμοδιότητας να προχωρήσει με την ανάληψη δικαστικής εξουσίας καθώς ενδεχόμενη έλλειψη αρμοδιότητας να οδηγήσει σε ακύρωση της διαδικασίας. Το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση Kolokoudias v. Varnavidou

(1988)1 C.L.R. 566 είναι κατατοπιστικό: "However, with all respect to the learned Judge, his first and paramount duty was to examine the question of jurisdiction and only if he found that he had jurisdiction, he could have proceeded to examine further the application before him on its merits. He was not asked in this particular case to proceed to answer a hypothetical question as to whether Rent Control Courts had jurisdiction to make declaratory judgments. He had a concrete case before him based on certain facts which he had to examine on the basis of the Law and authorities and pronounce his judgment. But before doing so, he ought to have examined the issue of jurisdiction. He should not in any way proceed to a judicial act if he had no jurisdiction;.."[1] (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Επισημαίνεται ότι τα Επαρχιακά Δικαστήρια ασκούν τη δικαιοδοσία τους με βάση το Νόμο που προβλέπει την εγκαθίδρυση τους. Η ανάληψη και άσκηση δικαστικής εξουσίας από τα Επαρχιακά Δικαστήρια συναρτάται τόσο από την καθ΄υλην όσο και την κατά τόπο αρμοδιότητα τους. Η πιο κάτω περικοπή από την υπόθεση Θεοχάρους v. Παστελλή
(1993)1 Α.Α.Δ.240 είναι απόλυτα σχετική: «Τα Επαρχιακά Δικαστήρια συνιστούν κατώτερα δικαστήρια με την έννοια που ενέχει ο όρος στο Άρθρο 152 του Συντάγματος. Τόσο η δικαιοδοσία όσο και οι εξουσίες των πολιτικών δικαστηρίων καθορίζονται στο νόμο που προβλέπει την εγκαθίδρυση τους, όπως ορίζεται στο άρθρο 158 του Συντάγματος. Ο νόμος που διέπει τη σύσταση και καθορίζει τις αρμοδιότητες και δικαιοδοσία των Επαρχιακών Δικαστηρίων είναι ο Περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960 (Ν. 14/60, όπως έχει τροποποιηθεί κατά καιρούς). Η πολιτική δικαιοδοσία του δικαστηρίου καθορίζεται στο Άρθρο 22 του Νόμου. Με το άρθρο αυτό καθορίζεται η καθ' ύλην αρμοδιότητα του Επαρχιακού Δικαστηρίου και η δικαιοδοσία των μελών του. Το Επαρχιακό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για την επίλυση των διαφορών που καθορίζονται στο άρθρο 22 αρμοδιότητα η οποία ασκείται από τα μέλη του στα πλαίσια της δικαιοδοσίας που τους παρέχεται. [Βλ. Efthymiadou ν. Zoudros and Others
(1986)1 C.L.R. 341, 346 και Πασχαλίδης και Άλλοι ν. Γιασεμίδη και Άλλων
(1992)1 Α.Α.Δ. 1330]. Η δικαιοδοσία του Επαρχιακού Δικαστηρίου δεν συναρτάται μόνο με την καθ' ύλην αλλά και με την κατά τόπον αρμοδιότητα του, η οποία καθορίζεται στο άρθρο 21 του Ν. 14/60.» Σύμφωνα με τους όρους του δικαιοδοτικού νόμου η ανάληψη και άσκηση δικαστικής εξουσίας από το Επαρχιακό Δικαστήριο συναρτάται τόσο με την καθ' ύλην όσο και με την κατά τόπο αρμοδιότητα του. Με σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου κρίθηκε ότι η διερεύνηση ενστάσεων που άπτονται της δικαιοδοσίας του δικαστηρίου μπορεί να αναληφθεί σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας. Η αρμοδιότητα αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση των δικαιοδοσιών του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Η συμφωνία των μερών δεν εγκαθιδρύει αφεαυτής βάση δικαιοδοσίας. (Βλ. KyriakosTheofanous ν. ArtemisGeorghiou
(1969)1 C.L.R. 203, Stephanidou ν. Pirgoti
(1975)1 C.L.R. 100, και Michaelidou v. Gregoriou
(1988)1 C.L.R. 88). (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Όπως είναι νομολογημένο, «Θέματα που άπτονται της αρμοδιότητας του δικαστηρίου πρέπει να επιλύονται το ενωρίτερο δυνατό. Είναι αντινομικό το δικαστήριο να αναλαμβάνει και να ασκεί δικαιοδοσία εκτός του πεδίου της αρμοδιότητας του»[2]. Η εγκυρότητα των διαταγμάτων του Δικαστηρίου συναρτάται άμεσα τόσο από την τοπική όσο και την καθ΄υλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Η ύπαρξη δικαιοδοσίας προς επίλυση της αναφυόμενης διαφοράς αποτελεί προϋπόθεση για την εκδίκαση της υπόθεσης. Σχετική παραπομπή γίνεται στο ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Χαράλαμπου Θεοδώρου, Εμπορευόμενου με την εμπορική επωνυμία P. Th. Survival
(2010)1 Α.Α.Δ. 572: «Μελέτησα με προσοχή όλα τα ενώπιόν μου στοιχεία και καθοδηγήθηκα, μεταξύ άλλων, και από την απόφαση στην Αίτηση του Σταυρή Θεοδούλου
(1990)1 Α.Α.Δ.
  1. Στην απόφαση εκείνη ο Πικής, Δ., όπως ήταν τότε, εξέτασε ζήτημα τοπικής αρμοδιότητας Επαρχιακών Δικαστηρίων καθώς και την εμβέλεια των Άρθρων 21 και 23 του Ν. 14/
  2. Παρατήρησε, μεταξύ άλλων, ότι: «Η εγκυρότητα των διαταγμάτων του δικαστηρίου συναρτάται άμεσα με την τοπική και καθ' ύλην αρμοδιότητα του δικαστηρίου». Θεωρώ ότι εφόσον το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, όπως αναγνώρισε και το ίδιο, δεν είχε τοπικήν αρμοδιότητα να επιληφθεί της προαναφερόμενης αγωγής, εξού και την παρέπεμψε στο κατά τόπον αρμόδιο Επαρχιακό Δικαστήριο, ακολουθώντας την προαναφερόμενη διαδικασία, δεν είχε, κατ' επέκταση, και αρμοδιότητα (τοπικήν αρμοδιότητα) να εκδώσει και το προαναφερόμενο παρεμπίπτον διάταγμα στα πλαίσια της προαναφερόμενης αγωγής και επομένως δεν είχε και την εξουσία να διατάξει όπως το προαναφερόμενο διάταγμα συνεχίσει να παραμένει σε ισχύ παρά την παραπομπή την αγωγής στο αρμόδιο δικαστήριο. Είναι προφανές, από τα προαναφερόμενα, ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, ενεργώντας όπως ενήργησε, υπερέβη τη δικαιοδοσία και την εξουσία του και επομένως η απόφαση του υπόκειται σε ακύρωση με προνομιακό ένταλμα Certiorari [..] Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω εγκρίνεται η αίτηση και εκδίδεται προνομιακό ένταλμα Certiorari ως η παράγραφος (α) του αιτητικού της υπό εξέταση αίτησης δια κλήσεως. Με το εκδιδόμενο διάταγμα ακυρώνεται το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα που εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας την 22.1.2010, χωρίς να κέκτηταιτοπικήν αρμοδιότητα και/ή δικαιοδοσία.» (Η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου) Το Δικαστήριο επιλαμβάνεται θεμάτων που άπτονται της δικαιοδοσίας του σ΄ οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, δεδομένου ότι όλα τα σχετικά γεγονότα βρίσκονται ενώπιον του Δικαστηρίου. Από τη στιγμή που το Δικαστήριο είναι σε θέση να διαγνώσει ότι στερείται αρμοδιότητας, τότε, οφείλει να μην προχωρήσει πιο πέρα γιατί ως αναρμόδιο, η όποια απόφασή του, δεν θα μπορούσε να έχει νόημα. Οι πιο πάνω αρχές έχουν επαναληφθεί και σε πιο πρόσφατη νομολογία. Στην υπόθεση Powertools Electro SRL v. Black & Decker (ΕΛΛΑΣ) Α.Ε.
(2013)1 A.A.Δ. 2182 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: «Η νομολογία ορίζει ότι η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να επιληφθεί οποιασδήποτεδιαφοράς προσδιορίζεται από τα γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση (Sartas Importers-Distributors Ltd ν. Μαρουλλή
(2003)1(Γ) Α.Α.Δ. 1446, και Μούρτζινος ν. Global Cruises Ltd
(1992)1(Γ) Α.Α.Δ. 1160). Όπωςαναφέρεταιστη Safarino Shoes Industry & Trading Co Ltd v. ΤηςΒιομηχανίαςΥποδημάτων E ΣταυρινούΛτδ
(1991)1 Α.Α.Δ. 1059, 1063: «ταεπίδικαθέματαπροσδιορίζονταιαπότηδικογραφία» (βλ. μεταξύάλλων ΓεώργιοςΠαπαγεωργίουν. ΛούηΚλάππα (Investments Services Ltd)
(1991)1 Α.Α.Δ. 24. Homeros Th. Courtis and others v. Panos K. lasonides
(1970)1 C.L.R. 180 και Christakis Loucaides v. C. D. Hay and Sons Ltd
(1971)1 C.L.R. 134. Τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. "Sevegep" Ltd ν. United Sea Transport Ltd and another
(1989)1 Α.Α.Δ. 729). Πρωταρχικό λοιπόν καθήκον του Δικαστηρίου είναι σύμφωνα με τις αρχές που τάσσει η νομολογία να εξεταστεί το θέμα της δικαιοδοσίας και μόνο αν κριθεί ότι το Δικαστήριο έχει δικαιοδοσία, να προχωρήσει περαιτέρω στην εξέταση της υπόθεσης. Έχει νομολογηθεί ότι ένα πολιτικό δικαστήριο για να αναλάβει δικαιοδοσία για επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς πρέπει να έχει ταυτοχρόνως καθ' ύλη και κατά τόπο αρμοδιότητα (Παπακόκκινου ν. Landbroke Group P.I.c. κ.α.
(1999)1 Α.Α.Δ. 838, 844)». Στην υπό εξέταση υπόθεση οι Εναγόμενες 1 και 2 είναι Κυπριακές εταιρείες με εγγεγραμμένο γραφείο στη Λεμεσό. Σε ό,τι αφορά την Εναγόμενη 4, στην ένορκη δήλωση XXXXX Neverov που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση στην παράγραφο 23 αναφέρεται ότι η Εναγόμενη 4 είναι εταιρεία με έδρα τη Λευκωσία και προς τούτο επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 7 αντίγραφο έρευνας στον ηλεκτρονικό φάκελο της εταιρείας στον Έφορο Εταιρειών όπου η διεύθυνση του εγγεγραμμένου γραφείου είναι η οδός Τεμπών, Έγκωμη, Λευκωσία. Στην ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 3, XXXXX McGivernπου υποστηρίζει την Ένσταση, στην παράγραφο 33 αναφέρεται ότι η πιο πάνω αναφορά από πλευράς της Αιτήτριας/Ενάγουσας δεν είναι αληθής, ήτοι ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της ευρίσκεται στη Λευκωσία, αφού αυτό μεταφέρθηκε στη Λεμεσό και ευρίσκεται σήμερα στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ, 276, LARACOURT, 3105 Λεμεσός. Επισυνάπτεται δε ως Τεκμήριο 2 εκτύπωση από την ιστοσελίδα του Εφόρου Εταιρειών που δεικνύει ότι η Εναγόμενη 4 καταχώρησε στις 2/8/2018 το έντυπο ΗΕ2 ζητώντας αλλαγή του εγγεγραμμένου της γραφείου και της μεταφοράς του στη Λεμεσό καθώς και το Τεκμήριο 3 που αποτελεί αντίγραφο του Πιστοποιητικού του Εφόρου Εταιρειών ημερ. 9/8/2018 σύμφωνα με το οποίο πιστοποιείται ότι το εγγεγραμμένο γραφείο της Εναγόμενης 4 ευρίσκεται στη Λεμεσό στην οδό Αρχιεπισκόπου Μακαρίου ΙΙΙ, 276, LARACOURT,
  1. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από το φάκελο του Δικαστηρίου, το Κλητήριο Ένταλμα καταχωρήθηκε στις 9/8/2018 ενώ η ειδοποίηση αλλαγής του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 4 έγινε στις 2/8/
  2. Αποτέλεσε θέση του κ. Χαβιαρά ότι η εν λόγω ειδοποίηση αλλαγής του εγγεγραμμένου γραφείου της Εναγόμενης 4 δεν σηματοδοτεί και την αλλαγή του εγγεγραμμένου της γραφείου και ότι σημασία έχει, με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 102 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ. 113, το πότε ο Έφορος Εταιρειών καταχωρεί την αλλαγή. Στην προκειμένη δε περίπτωση, όπως υποστήριξε, με βάση το Τεκμήριο 3 στην ένορκη δήλωση της Ένστασης η αλλαγή έγινε στις 9/8/
  3. Σε συμφωνία με τα όσα υποστήριξε ο κ. Τσιρίδης, λέω ότι η ημερομηνία αλλαγής του εγγεγραμμένου γραφείου μιας εταιρείας είναι η ημερομηνία που δίδεται ειδοποίηση (αλλαγής) στον Έφορο Εταιρειών. Με βάση δε τα διαλαμβανόμενα στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113, η αλλαγή αυτή γίνεται μέσω κοινοποίησης στον Έφορο Εταιρειών[3]. Το ότι με βάση τις πρόνοιες του εδαφίου (2Α) του Άρθρου 102 του περί Εταιρειών Νόμο Κεφ.113[4] παρέχεται η δυνατότητα επίδοσης της αγωγής ή οποιωνδήποτε εγγράφων και στον τόπο του προηγούμενου εγγεγραμμένου γραφείου μιας εταιρείας δεν αναιρεί την πιο πάνω θέση σε σχέση με το πότε έχει λάβει χώρα, ως γεγονός, η αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείουμιας εταιρείας. Όπως επισημάνθηκε ανωτέρω τα Επαρχιακά Δικαστήρια ασκούν τη δικαιοδοσία τους με βάση το Νόμο που προβλέπει την εγκαθίδρυση τους. Πρόκειται για τον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/1960 εντός του οποίου καθορίζεται το δικαιοδοτικό πλαίσιο των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Το κατά πόσο υφίσταται ή όχι στην προκειμένη περίπτωση τοπική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα Αγωγή θεωρώ ότι πρέπει να κριθεί στη βάση του δικαιοδοτικού Νόμου 14/
  4. Εγείρεται, επομένως, το ζήτημα κατά πόσο η βάση της παρούσας Αγωγής έχει προκύψει εντός της επαρχίας Λευκωσίας ούτως ώστε τοπική αρμοδιότητα να έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 21
(1)(α) του Νόμου 14/1960ήκατά πόσο η κατοικία ή χώρος εργασίας των Εναγομένων ευρίσκεται εντός της επαρχίας Λευκωσίαςμε βάση τις πρόνοιες του Άρθρου 21
(1)(β) του Νόμου 14/1960. Το Άρθρο 21
(1)του περί Δικαστηρίων Νόμου διέπει την κατά τόπο αρμοδιότητα των Επαρχιακών Δικαστηρίων. Σε αυτό διαλαμβάνεται ότι τοπική αρμοδιότητα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο εντός της επαρχίας του οποίου: p η βάση της αγωγής έχει προκύψει είτε καθ΄ολοκληρία, είτε εν μέρει και p βρίσκεται η κατοικία ή ο χώρος εργασίας του Εναγόμενου κατά την έγερση της αγωγής[5]. Με βάση το ερμηνευτικό Άρθρο 2 του Ν.14/60 ο όρος «βάση της αγωγής» ορίζεται ως ακολούθως: «"βάσις της αγωγής" περιλαμβάvει τoσύvoλovτωvγεγovότωvτωvθεμελιoύvτωvτoαγώγιμov δικαίωμα, περί oυ η αγωγή, αλλά εις αγωγάς εκ συμβάσεως δεvσημαίvει κατ' αvάγκηvoλόκληρovτηvβάσιv της αγωγής. Βάσις της αγωγής θα θεωρήται ότι έχει πρoκύψειεvτός της δικαιoδoσίας, εάv η σύμβασιςσυvήφθηεvτός αυτής, καίτoι η διάρρηξιςδυvατόvvαεπήλθεvαλλαχoύ, και επίσης εάv η διάρρηξιςεπήλθεvεvτός της δικαιoδoσίας, καίτoι η σύμβασιςδυvατόvvασυvήφθηαλλαχoύ.» Όπως έχει νομολογηθεί τα γεγονότα τα οποία συνθέτουν το αγώγιμο δικαίωμα είναι εκείνα τα οποία συγχρόνως στοιχειοθετούν και τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου[6]. Στη ίδια νομολογία τονίσθηκε παράλληλα ότιτα γεγονότα που στοιχειοθετούν την δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση. Το βάθρο για την εξέταση της αρμοδιότητας είναι η διαφορά όπως καθορίζεται στο δικόγραφο το οποίο προσδιορίζει το επίδικο θέμα. Αναπόφευκτα λοιπόν, η ανάληψη δικαιοδοσίας από το Δικαστήριο στηρίζεται κατ΄ αρχάς στους διατυπωθέντες ισχυρισμούς με τους οποίους προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα[7]. Όπως έχει αποφασισθεί στην υπόθεση Παπακόκκινουv. Εταιρείας LandbrokeGroupP.L.C
(1999)1 Α.Α.Δ. 838, σε περίπτωση όπου το ζήτημα που εξετάζεται αφορά σε θέμα τοπικής αρμοδιότητας υπό το φώς των προνοιών του Άρθρου 21
(1)(α) και (β) και όχι θέμα καθ΄ύλην αρμοδιότητας ένα τέτοιο ζήτημα μπορεί να εξετασθεί με βάση τα στοιχεία του Κλητηρίου Εντάλματος και τα γεγονότα της Γενικής Οπισθογράφησης χωρίς να είναι αναγκαία η καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης. Παρατίθεται κατωτέρω το ακόλουθο απόσπασμα: «Το πρωτόδικο δικαστήριο έχοντας γνώση της κυπριακής νομολογίας επί του θέματος προσπάθησε να εντοπίσει ως όφειλε, τα στοιχεία εκείνα που θα μπορούσαν να προσδιορίσουν την τοπική του αρμοδιότητα. Βλ. Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689. Αυτή η αναζήτηση της κατά τόπο αρμοδιότητας έγινε με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 21
(1)(α)(β) του δικαιοδοτικού νόμου 14/60 σε συνάρτηση προς τα στοιχεία του κλητηρίου εντάλματος και τα γεγονότα της γενικής οπισθογράφησης. [...] Η εφεσείουσα, κατ' επίκληση της Μούρτζινος (ανωτέρω) υποστήριξε πρωτόδικα και κατ' έφεση ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν είχε δυνατότητα αναζήτησης και προσδιορισμού δικαιοδοσίας με βάση το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα. Το πρωτόδικο δικαστήριο θα είχε αυτή τη δυνατότητα μόνο μετά την καταχώρηση της Έκθεσης Απαιτήσεως η οποία και θα αποτελούσε ασφαλές υπόβαθρο για πλήρη και επακριβή προσδιορισμό της αξίωσης ή της θεραπείας που επιδιώκεται ή της βάσης πάνω στην οποία αυτή στηρίζεται. [.] Το πρωτόδικο δικαστήριο διέκρινε τη διαφορά η οποία υπάρχει μεταξύ της υπό κρίση υπόθεσης και της Μούρτζινος αναφορικά με το υπό συζήτηση θέμα της δικαιοδοσίας. Ο τρόπος με τον οποίο το πρωτόδικο δικαστήριο προσέγγισε το θέμα είναι σωστός και δεν έχουμε τίποτε άλλο να πούμε παρά να παραθέσουμε τη σχετική περικοπή από την προσβαλλόμενη απόφαση όπου με ενάργεια γίνεται η διάκριση της Μούρτζινος (ανωτέρω) από τα γεγονότα και τις ανάγκες της υπό κρίση υπόθεσης. [..] Εν προκειμένω εγείρεται θέμα τοπικής αρμοδιότητας υπό το φως των προνοιών του άρθρου 21
(1)(α) και (β). Ό,τι ήταν να αναφερθεί σχετικά έχει ήδη περιληφθεί στο κλητήριο ένταλμα και την οπισθογράφησή του. Όσα δε, έχουν αναφερθεί επαρκούν για να καταλήξουμε, από το στάδιο αυτό, στην απόφαση περί μη στοιχειοθέτησης τοπικής αρμοδιότητας». Όπως ορθά έχει επισημανθεί από την πλευρά των Καθ΄ων η Αίτηση, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία από τις ενόρκους δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί προς υποστήριξη της παρούσας Αίτησης από πλευράς Αιτητών που να προσδίδει δικαιοδοσία στο Ε.Δ. Λευκωσίας. Δεν υπάρχει ίχνος μαρτυρίας, ούτε καν ισχυρισμός, ότι η βάση της αγωγής έχει προκύψει είτε καθ' ολοκληρία, είτε εν μέρει εντός των ορίων της επαρχίας Λευκωσίας. Επιπλέον κατά την καταχώρησης της παρούσας Αγωγής καμία από τις Εναγόμενες εταιρείες δεν είχε το εγγεγραμμένο της γραφείο στη Λευκωσία. Κατάληξη Kατ΄ ακολουθία όλων των πιο πάνω είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι δεν έχει κατά τόπο αρμοδιότητα στην παρούσα υπόθεση. Τέτοια αρμοδιότητα έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού. Ως αποτέλεσμα θα πρέπει να δοθούν οδηγίες για να παραπεμφθεί η παρούσα υπόθεση στο κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο. Σχετικές είναι εν προκειμένω οι πρόνοιες του Άρθρου 21
(4)του Ν.14/60 οι οποίες διαλαμβάνουν τα εξής: «
(4)Ανεξάρτητα από τις διατάξεις των άρθρων 61, 62, 63 και 64 σε περίπτωση που το Επαρχιακό Δικαστήριο ενώπιον του οποίου εισήχθη ή καταχωρίστηκε η αγωγή δεν είναι κατά τόπο αρμόδιο, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), μπορεί να παραπέμψει την αγωγή ή την υπόθεση στο αρμόδιο κατά τόπο Επαρχιακό Δικαστήριο». Σε ό,τι αφορά τα μονομερώς εκδοθέντα στην υπό κρίση Αίτηση Διατάγματα, όπως έχει νομολογηθεί, με δεδομένο ότι η εγκυρότητα των διαταγμάτων συναρτάται άμεσα με την τοπική και καθ΄ ύλην αρμοδιότητα του Δικαστηρίου[8] , το παρόν Δικαστήριο δεν έχει πλέον εξουσία να διατάξει την ανανέωση της ισχύος τους προτού η υπόθεση παραπεμφθεί στο αρμόδιο Δικαστήριο[9]. Ως εκ τούτου η διαδικασία στο παρόν Δικαστήριο αναστέλλεται και εκδίδεται Διάταγμα παραπομπής της παρούσας υπόθεσης στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού που είναι το κατά τόπο αρμόδιο Δικαστήριο για την εκδίκαση της. Η Πρωτοκολλητής να φροντίσει για τη διαβίβαση του φακέλου και για οποιαδήποτε άλλη αναγκαία ενέργεια. (Υπ.).................. Λ. Δημητριάδου-Ανδρέου, Π.Ε.Δ Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής /Λ.Δ. [1]Στην υπόθεση Philippou v. Philippou
(1986)1 C.L.R. 689, στη σελίδα 698 αναφέρονται τα εξής: "The jurisdiction of the inferior Courts in this country must be traced in the statute establishing them. Trial and decision by an inferior Court on a matter on which it has no jurisdiction is a nullity. The question of jurisdiction is one for the Court, and it is our plain duty to decide whether there has been an absence of jurisdiction if satisfied that it is so. It is always the duty of the Court to take notice of a point which goes to the jurisdiction of the Court of trial - (R. v. Dennis
(1924)1 K.B. 867). Simpson and Another v. Crowle& Others
(1921)3 K.B. 243. Δέστε, επίσης, Τάκης Ζαβρού ν. Ανδρέα Χαραλάμπους
(1996)1 Α.Α.Δ. 447 και Βουνού ν. Βουνού
(1995)1 Α.Α.Δ. 168." [2] Δέστε ΛανίτηΛτδ& άλλοι ν. Γεν. Εισαγγελέα
(1991)1 Α.Α.Δ. 225 [3]«
(2)(α) Ειδοποίηση στον καθορισμένο τύπο για τον τόπο του εγγεγραμμένου γραφείου και οποιασδήποτε αλλαγής του, παραδίδεται για εγγραφή στον έφορο εταιρειών ταυτόχρονα με την καταχώριση του ιδρυτικού εγγράφου σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 14 ή μέσα σε δεκατέσσερις
(14)ημέρες από την αλλαγή του, ανάλογα με την περίπτωση». [4]«(2Α) Σε περίπτωση αλλαγής του εγγεγραμμένου γραφείου εταιρείας, για περίοδο είκοσι ενός
(21)ημερών από την ημερομηνία εγγραφής της αλλαγής από τον έφορο εταιρειών, έγγραφα μπορούν να επιδίδονται, παραδίδονται και αποστέλλονται στην εταιρεία, ανάλογα με την περίπτωση, και στον τόπο του προηγούμενου εγγεγραμμένου γραφείου της». [5] «21.-
(1)Τo ΕπαρχιακόvΔικαστήριov, τηρoυμέvωv τωvδιατάξεωv τoυ άρθρoυ 19, θα έχηπρωτόδικovδικαιoδoσίαv ίvα ακoύη και απoφασίζηoιαvδήπoτε αγωγήvσυμφώvως πρoς τας διατάξεις τoυ άρθρoυ 22 oσάκις- (α) η βάσις της αγωγής έχηπρoκύψει είτε καθ' oλoκληρίαv είτε εv μέρει εvτός τωvoρίωv της επαρχίας δι' ηv τoδικαστήριovκαθιδρύθη (β) o εvαγόμεvoς ή oιoσδήπoτε τωv εvαγoμέvωv, κατά τovχρόvov της εγέρσεως της αγωγής, διαμέvη ή διεξάγη επάγγελμα εvτός της επαρχίας δι' ηv τoδικαστήριovκαθιδρύθη.[.]» [6]ΔέστεSEVEGEP LTD v. UNITED SEA TRANSPORT LTD καιάλλου
(1989)1 Α.Α.Δ.(Ε) 729. [7]ΔέστεINTERAMERICAN INSURANCE CO LIMITED v. Άντρης Μακρίδου
(2000)1 Α.Α.Δ. 1529. [8] Δέστε Αίτηση του Σταύρου Θεοδούλου
(1990)1 Α.Α.Δ. 438. [9] Δέστε Αναφορικά με την Αίτηση του Χρ. Θεοδώρου Εμπορευόμενου υπό την Εμπορική Επωνυμία P. Th. Survival
(2010)1A.A.Δ. 572. Όπως έχει, μεταξύ άλλων, τονιστεί στην υπόθεση ChloeGarment Industry Ltd v. JohnVassiliades Services Ltd
(1997)1 A.A.Δ. 1579, όπου το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι δεν έχει τοπική αρμοδιότητα οφείλει να μην προχωρήσει πιο πέρα γιατί, όντας αναρμόδιο, η απόφαση του σε οποιαδήποτε πτυχή επί της ουσίας της υπόθεσης δεν θα μπορούσε να έχει νόημα. cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.