← Κύπρος

ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΚΥΡΙΖΗΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΩΝ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ/ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΧΑΡΗΣ ΦΕΡΑΙΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ & ΧΡΙΣΤΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ κ.α., Αριθ. Αγ

ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΚΥΡΙΖΗΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΩΝ ν. ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ/ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΧΑΡΗΣ ΦΕΡΑΙΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ & ΧΡΙΣΤΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ κ.α., Αριθ. Αγωγής: 7386/12, 15/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A517 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 7386/12 ΣΩΤΗΡΙΟΥ ΚΥΡΙΖΗΣ ΣΥΝΕΤΑΙΡΩΝ ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ - και - 1.ΣΥΝΕΡΓΑΣΙΑ/ΚΟΙΝΟΠΡΑΞΙΑ ΓΡΑΦΕΙΩΝ ΧΑΡΗΣ ΦΕΡΑΙΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ & ΧΡΙΣΤΟ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ 2.ΧΡΙΣΤΟΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ 3.ΧΑΡΗΣ ΦΕΡΑΙΟΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΩΝ ------------------------------------ Αίτηση ημερ. 10 Απριλίου, 2019 Ημερομηνία: 15 Νοεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές - Εναγόμενους: Π. Αγγελίδης & Σία ΔΕΠΕ Για τους Καθ' ων η Αίτηση - Ενάγοντες: Δρ. Κ. Χρυσοστομίδης & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ AΠΟΦΑΣΗ Με την αίτηση οι εναγόμενοι ζητούν την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη νέας παραγράφου 1 ως προδικαστική ένσταση ως ακολούθως: «

  1. Οι Εναγόμενοι εγείρουν την πιο κάτω προδικαστική ένσταση και αναφέρουν ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθώς οι Ενάγοντες δεν εδικαιούντο να προσφέρουν μελετητικές υπηρεσίες Συμβούλου Ηλεκτρολόγου Μηχανικού ή Μηχανολόγου Μηχανικού και/ή ηλεκτρομηχανολογικών υπηρεσιών κατά τον ουσιώδη χρόνο καθώς δεν ήταν εγγεγραμμένοι στο ΕΤΕΚ και/ή δεν κατείχαν τις κατάλληλες άδειες. Άνευ βλάβης της πιο πάνω προδικαστικής ένστασης οι Εναγόμενοι εγείρουν την πιο κάτω υπεράσπιση τους». Ζητούν τα ίδια γεγονότα να προστεθούν ως παράγραφος δύο της Έκθεσης Υπεράσπισης ώστε να αποτελέσουν νέα υπεράσπιση στην αγωγή. «2.Οι Εναγόμενοι αναφέρουν ότι η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί καθώς οι Ενάγοντες δεν εδικαιούντο να προσφέρουν μελετητικές υπηρεσίες Συμβούλου Ηλεκτρολόγου Μηχανικού ή Μηχανολόγου Μηχανικού και/ή ηλεκτρομηχανολογικών υπηρεσιών κατά τον ουσιώδη χρόνο και ως εκ τούτου οποιαδήποτε συμφωνία προσφοράς υπηρεσιών δεν ήταν εγγεγραμμένοι στο ΕΤΕΚ και/ή δεν κατείχαν τις κατάλληλες άδειες. Άνευ βλάβης της πιο πάνω υπεράσπισης οι Εναγόμενοι αναφέρουν τα πιο κάτω». Η αξίωση του ενάγοντα εναντίον των εναγομένων αφορά απαιτούμενη αμοιβή για υπηρεσίες που ισχυρίζεται ότι προσέφερε στους εναγόμενους αξίας 19079.00 για τις οποίες ισχυρίζεται ότι οι εναγόμενοι έχουν παραλείψει να πληρώσουν με αποτέλεσμα τον άδικο πλουτισμό των εναγομένων. Η δικογραφημένη υπεράσπιση των εναγόμενων ως διατυπώνεται στην έκθεση υπεράσπισης είναι ως ακολούθως:
  2. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης. Οι Εναγόμενοι προσθέτουν ότι οι υπηρεσίες των Εναγόντων παρασχέθηκαν από τους Εναγόμενους κατόπιν προφορικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών με τους ακολούθους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους: I. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας των διαδίκων ότι οι Ενάγοντες θα παρείχαν υπηρεσίες Ηλεκτρομηχανολόγων Μηχανικών, όπως αυτές αναγράφονται στην προκήρυξη της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου υπ' αρ 206/2001 για την οποία οι Ενάγοντες είχαν γνώση. Αναφορικά με τις πιο πάνω υπηρεσίες ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας των διαδίκων ότι οι Ενάγοντες θα πληρώνονταν για τις υπηρεσίες τους κατά καιρούς εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία εκάστης πληρωμής των Εναγομένων από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου. ΙΙ. Ήταν επίσης ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ότι οι Ενάγοντες θα πληρώνονταν για την παροχή των υπηρεσιών σύμφωνα με το ποσοστό που κατέθεσαν οι Εναγόμενοι στην προσφορά τους στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου για ηλεκτρολογικές και μηχανολογικές υπηρεσίες μείον ένα εύλογο ποσοστό το οποίο θα κατακρατείτο από τους Εναγομένους για έξοδα συντονισμού, επικοινωνίας, γραφείου, άλλα έξοδα και κέρδος των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι κατάθεσαν προσφορά στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, σύμφωνα με την οποία για τις Μηχανολογικές Υπηρεσίες που θα πρόσφεραν θα αμείβονταν με ποσοστό 0.30% και για τις Ηλεκτρολογικές Υπηρεσίες με ποσοστό 0.20% επί του συνολικού κόστους του έργου, ήτοι 0.50% επί του τελικού κόστους του έργου, το οποίο είχε εκτιμηθεί από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου σε Λ.Κ. 1,200,000 και/ή σε οποιοδήποτε άλλο τελικό κόστος έργου στο οποίο οι Ενάγοντες πρόσφεραν υπηρεσίες. Τα αντίστοιχα ποσοστά για το Στάδιο Μελέτης που οι Ενάγοντες υπέβαλαν στην Προσφορά τους στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ήταν 0.18% και 0.12%, σύνολο 0.30% . Τα αντίστοιχα ποσοστά για την επίβλεψη του έργου ήταν 0.12% και 0.08%. Οι Εναγόμενοι θα αναφερθούν με λεπτομέρεια και θα αναλύσουν τα παραπάνω ποσοστά κατά την δικάσιμο. ΙΙΙ Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος ότι οι Ενάγοντες θα αμείβονταν από τους Εναγόμενους επί του τελικού κόστους του έργου αφού από το τελικό κόστος αφαιρεθεί το κόστος των εργασιών για εργασίες επί του έργου στις οποίες οι Ενάγοντες δεν πρόσφεραν υπηρεσίες.
  3. Αναφορικά με την παράγραφο 13 της Έκθεσης Υπεράσπισης οι Εναγόμενοι αρνούνται ότι έλαβαν την επιστολή ημ. 20.07.
  4. Είναι ισχυρισμός των Εναγομένων ότι δυνάμει της συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων οι Ενάγοντες θα πληρώνονταν ως αναγράφεται στην παράγραφο 7 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Είναι ισχυρισμός των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες αντισυμβατικά και/ή κατά παράβαση της συμφωνίας των διαδίκων και/ή αυθαίρετα και/ή εκβιαστικά και/ή με σκοπό να εξασκήσουν πίεση και/ή οικονομικό εκβιασμό στους Εναγομένους απαίτησαν από τους Εναγόμενους πληρωμή επί του ποσού των Λ.Κ. 3,600,000 το οποίο ποσό περιλάμβανε εργασίες για τις οποίες οι Ενάγοντες δεν πρόσφεραν καμιά υπηρεσία ή/και δεν είχε συμφωνηθεί η αμοιβή τους. Εν πάση περιπτώσει το ποσό αυτό όπως εξηγήθηκε στους Ενάγοντες με επιστολή των Εναγομένων ημερ. 03/07/07 περιείχε εργασίες τις οποίες οι Ενάγοντες δεν είχαν καμιά ανάμειξη και για τις οποίες δεν έκαναν καμία εργασία. Οι Ενάγοντες ανέφεραν στους Εναγόμενους ότι εάν δεν πληρώνονταν ως η πιο πάνω απαίτηση τους θα τερμάτιζαν την συμφωνία τους με τους Εναγόμενους και θα τους απαγόρευαν να χρησιμοποιούν την εργασία τους. Λεπτομέρειες της αντισυμβατικής συμπεριφοράς και/ή παράβασης της συμφωνίας από τους Ενάγοντες: Α. Οι Ενάγοντες αρνούνταν συστηματικά να συνεργάζονται με του Εναγόμενους. Β. Οι Ενάγοντες αρνήθηκαν να αναλάβουν εργασίες τις οποίες συμφώνησαν να υλοποιήσουν με αποτέλεσμα να αναγκαστούν οι Εναγόμενοι να εργοδοτήσουν τρίτους να τις υλοποιήσουν. Γ. Οι Ενάγοντες από το Μάρτιο του 2007 αγνοώντας τους Εναγόμενους απόστελλαν κατευθείαν στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου όλες τους τις εργασίες αντί στους Εναγόμενους οι οποίοι είχαν και την ευθύνη έναντι της Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου. Δ. Οι Ενάγοντες κατηγορούσαν και/ή υπόσκαπταν τους Εναγόμενους στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου.
  5. Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω ενεργειών και/ή εξάσκηση πίεσης και/ή οικονομικού εκβιασμού των Εναγόντων οι Εναγόμενοι φοβήθηκαν ότι αν δεν υπόκυπταν στις αξιώσεις των Εναγόντων κινδύνευαν να βρεθούν οι ίδιοι σε παραβίαση των συμβατικών τους υποχρεώσεων έναντι της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου. Ως εκ των πιο πάνω υπόκυψαν στις απειλές/εκβιασμούς των Εναγόντων και πλήρωσαν στους Ενάγοντες το ποσό των Λ.Κ. 10,800 συμπεριλαμβανόμενου ΦΠΑ μείον κράτηση 5% ήτοι το ποσό των ΛΚ10,
  6. Η πληρωμή αυτή έγινε συνοδευόμενη από την επιστολή των Εναγομένων ημ. 16.07.07 με την οποία οι Εναγόμενοι πρότειναν στους Ενάγοντες νέους τρόπους συνεργασίας τους οποίους οι Ενάγοντες ουδέποτε αποδέχτηκαν.
  7. Είναι επίσης ισχυρισμός των Εναγομένων ότι για αποφυγή περαιτέρω εντάσεων στις σχέσεις τους είχαν συνάντηση με τους Ενάγοντες κατά την οποία αντηλλάγησαν απόψεις και πρότειναν στους Ενάγοντες τροποποίηση της μεταξύ τους συμφωνίας ως προς τον τρόπο υπολογισμού και/ή καθορισμού της αμοιβής των Εναγόντων για τις υπηρεσίες τους. Εν πάση περιπτώσει ήταν η θέση των Εναγομένων ότι οποιαδήποτε συμφωνία και/ή τροποποίηση της υφιστάμενης συμφωνίας μεταξύ των Εναγομένων και των Εναγόντων θα ήταν γραπτή. Οι Ενάγοντες ουδέποτε αποδέχτηκαν τις προτάσεις των Εναγομένων και ουδέποτε οι Εναγόμενοι υπέγραψαν γραπτή συμφωνία με τους Ενάγοντες. Για τα πιο πάνω ανταλλάχτηκε και σχετική αλληλογραφία μεταξύ των διαδίκων στην οποία θα αναφερθούν οι Εναγόμενοι κατά την δικάσιμο.
  8. Είναι επίσης ισχυρισμός των Εναγομένων ότι οι Ενάγοντες μετά τον τερματισμό της επίδικης συμφωνίας κατά ή περί τον Μάρτιο του 2008 επωφελήθηκαν οι ίδιοι καθώς η ΑΗΚ προχώρησε σε απευθείας ανάθεση σε αυτούς της επίβλεψης του επίδικου έργου σε σχέση με τις ηλεκτρο-μηχανολογικές εργασίες. Ο λόγος που επιχειρήται τώρα η προτεινόμενη τροποποίηση και όχι προηγουμένως είναι επειδή οι παλαιοί δικηγόροι των εναγομένων απεχώρησαν από την εκπροσώπηση τους στις 22.3.19 και οι νέοι δικηγόροι τους στα πλαίσια παρόμοιας αγωγής με τους ίδιους διάδικους απέστειλαν επιστολή στο ΕΤΕΚ με την οποία ρωτήσαν κατά πόσο ο συνεταιρισμός προσώπων Soterıou Kyrzıs Partners είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο του ETEK για να μπορεί να νομιμοποιείται να προσφέρει μελετητικές υπηρεσίες Συμβούλου Ηλεκτρολόγου Μηχανικού ή Μηχανολόγου Μηχανικού ή κατά πόσο το ΕΤΕΚ είχε την δυνατότητα να χορηγήσει άδεια στο πιο πάνω νομικό πρόσωπο να παρέχει μελετητικές υπηρεσίες πριν από την 1 Σεπτεμβρίου
  9. Η ΕΤΕΚ απάντησε ότι οι ενάγοντες δεν ήταν εγγεγραμμένοι στο μητρώο του ΕΤΕΚ στις 8.11.
  10. Αυτά τα στοιχεία δεν ήταν γνωστά κατά την σύνταξη της έκθεσης υπεράσπισης. Οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση και έχουν προβάλει τα ακόλουθα γεγονότα ώστε να στηρίξουν τα επιχειρήματα τους ότι η εν λόγω αίτηση γίνεται καθυστερημένα, κακόβουλα και αχρείαστα. Όλα τα μέλη του συνεταιρισμού οι οποίοι εκπονούσαν μελέτες ήταν κατά τον ουσιώδη χρόνο εγγεγραμμένα μέλη του ΕΤΕΚ και δεν υπήρχε καμία νομική υποχρέωση κατά το επίδικο χρόνο για εγγραφή του συνεταιρισμού στο ΕΤΕΚ. Οι αιτητές επιχειρούν να αμφισβητήσουν την νομιμότητα της συμφωνίας ενώ αποδέχονται ότι οι καθ' ων η αίτηση ανέλαβαν την παροχή υπηρεσιών προς τους αιτητές και αποδέχθηκαν ανεπιφύλακτα την υπογραφή τους. Πρόκειται για νέους ισχυρισμούς που έρχονται σε αντίθεση με τους υφιστάμενους ισχυρισμούς που ήδη δικογραφούνται και η τροποποίηση επιδιώκεται να εισαχθεί στην Έκθεση Υπεράσπισης έξη χρόνια μετά την έγερση της αγωγής. Παραπέμπουν στο ιστορικό του δικογραφικού φάκελου της υπόθεσης ως ακολούθως:
  11. Με σκοπό να καταστεί αντιληπτό προς το Σεβαστό Δικαστήριο το εύρος της αναφερθείσας καθυστέρησης παραθέτω πιο κάτω τα γεγονότα ως προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου: (α) στις 24/10/2012 καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης για την οποία ζητείται τροποποίηση με την υπό εξέταση αίτηση. (β) στις 27/11/2014 ορίστηκε η υπό τον πιο πάνω και τίτλο αριθμό αγωγή για Ακρόαση. Περαιτέρω ορίστηκε για ακρόαση για άλλες 8 φορές.
  12. Όπως μπορεί να γίνει εύκολα αντιληπτό από το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε από την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης (09/09/2013) των Εναγομένων μέχρι και την καταχώρηση της αίτησης τροποποίησης της Έκθεσης Υπεράσπισης (10/04/2019) από τους Αιτητές, οι Αιτητές είχαν την δυνατότητα να καταχωρήσουν αίτηση τροποποίησης σε προγενέστερο στάδιο και σίγουρα πριν η παρούσα υπόθεση είναι σε στάδιο έναρξης της ακροαματικής διαδικασίας καθότι έχουν παρέλθει πέραν των 6 ετών από την καταχώρηση της παρούσας αγωγής. Προτού εισέλθω στα διάφορα ζητήματα ουσίας προς επίλυση της διαφοράς θεωρώ σκόπιμο να κάνω μία σύντομη αναφορά στο ιστορικό της υπόθεσης ως προκύπτει από το δικογραφικό φάκελο. Οι εναγόμενοι καταχώρησαν υπεράσπιση και ανταπαίτηση στις 9.9.
  13. Τα δικόγραφα συμπληρώθηκαν στις 15.11.
  14. Σε σύντομο χρόνο υποβλήθηκε αίτηση ορισμού και στις 9.1.14 η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση. Ορίσθηκε για ακρόαση στις 28.5.2014 και οι εναγόμενοι ζητήσαν αναβολή. Η υπόθεση ορίσθηκε στις 27.11.14 και εκείνη την ημέρα ζητήθηκε από κοινού αναβολή για σκοπούς διευθέτησης της αγωγής και ορίσθηκε για οδηγίες στις 9.1.
  15. Δεν πραγματοποιήθηκε η διευθέτηση και η υπόθεση ορίσθηκε για ακρόαση στις 5.6.
  16. Στις 5.6.15 οι εναγόμενοι ζήτησαν αναβολή και ορίσθηκε για ακρόαση στις 14.1.
  17. Στις 14.1.16 ζητήθηκε από κοινού αναβολή διότι οι εναγόμενοι έκαναν προσφορά διευθέτησης. Δεν έγινε διευθέτηση και η υπόθεση ορίσθηκε στις 13.10.16 για ακρόαση και παράλληλα εκδόθηκε διάταγμα αποκάλυψης εγγράφων. Στις 13.10.16 οι εναγόμενοι ζητήσαν αναβολή της ακρόασης. Στις 10.2.17 η ακρόαση αναβλήθηκε από το Δικαστήριο. Στις 19.9.17 και 23.2.18 ζήτησε αναβολή της ακρόασης η πλευρά των εναγόντων. Στις 27.9.18 ζήτησε αναβολή της ακρόασης η πλευρά των εναγόμενων. Στις 26.3.19 αποσύρθηκε ο δικηγόρος των εναγόμενων και αναβλήθηκε η ακρόαση της υπόθεσης και ορίσθηκε για οδηγίες ενόψει δήλωσης του νέου δικηγόρου ότι επρόκειτο να καταχωρηθεί αίτηση τροποποίησης και επειδή μεσολάβησε διαδικασία ψήφισης εξόδων μεταξύ των εναγόμενων και τους δικηγόρους τους. Στην συνέχεια καταχωρήθηκε η παρούσα αίτηση και η αγωγή ορίστηκε για οδηγίες στις 7.10.
  18. Αρχές Οκτωβρίου 2019 ορίσθηκε η αγωγή για ακρόαση στις 13.12.
  19. Η παρούσα αίτηση διέπεται από το δικονομικό καθεστώς που επικρατούσε πριν την τροποποίηση της Δ.25 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας. Η εξουσία του Δικαστηρίου να τροποποιήσει τα δικόγραφα κατόπιν αιτήματος των διαδίκων πηγάζει από τον Κ. 25 θ. 1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών. Το Δικαστήριο έχει τη διακριτική εξουσία να προβεί στην τροποποίηση σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας όταν η τροποποίηση καταστεί αναγκαία για τη δίκαια επίλυση των επίδικων ζητημάτων της αγωγής. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Χριστοδούλου ν Χριστοδούλου 1 ΑΑΔ

(1991)934 η σύγχρονη τάση είναι τα Δικαστήρια να επιτρέπουν τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν τέτοια τροποποίηση είναι αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης, νοουμένου ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά με την προτεινόμενη τροποποίηση. Δίδεται η τροποποίηση φιλελεύθερα εάν αυτή είναι αναγκαία για να αποδοθεί δικαιοσύνη. Να σημειωθεί ότι σε εκείνη την υπόθεση το αίτημα για τροποποίηση έγινε μετά που είχαν ήδη μαρτυρήσει επτά μάρτυρες της υπόθεσης. Στην υπόθεση Ταξί Κυριάκος ν Παύλου 1 ΑΑΔ
(1995)560 επεξηγήθηκε από το Εφετείο ότι το Δικαστήριο ασκεί διακριτική εξουσία για να επιτρέψει τροποποίηση δικογράφου. Εκείνο που λαμβάνεται υπόψη από το Δικαστήριο για την άσκηση αυτής της εξουσίας είναι το σύνολο των περιστάσεων της υπόθεσης, και όχι μόνο το επανορθώσιμο των συνεπειών της προτεινόμενης τροποποίησης. Σε εκείνη την υπόθεση δεν εγκρίθηκε το αίτημα τροποποίησης της έκθεσης υπεράσπισης, διότι ο εναγόμενος ισχυρίσθηκε ότι μόλις είχαν περιέλθει εις γνώση του κάποια γεγονότα ενώ το Δικαστήριο διαπίστωσε ότι δεν ήταν έτσι τα πράγματα. Στην υπόθεση Δημητρώφ ν Ιωάννου 1 ΑΑΔ 1645
(2003)το Δικαστήριο δεν ενέκρινε τέταρτη αίτηση των εναγόντων για τροποποίηση των δικογράφων επειδή ήταν φανερό ότι η αίτηση ενείχε το στοιχείο της κακοπιστίας. Παρόλο τούτο το Εφετείο ανέτρεψε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου και επέτρεψε την μερική τροποποίηση του δικογράφου για να συμπεριληφθεί μία τυπικού χαρακτήρα τροποποίηση για σκοπούς απονομής της δικαιοσύνης. Στην υπόθεση Anna Latouf Agini v Εθνική Τράπεζας Ελλάδας 1 ΑΑΔ 11
(1999)επικυρώθηκε απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου να αρνηθεί την τροποποίηση της Έκθεσης Υπεράσπισης με την προσθήκη και ανταπαίτησης εκεί όπου διαπίστωσε ότι η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής και επειδή τα γεγονότα της υπόθεσης αποκάλυπταν την πρόθεση της εναγομένης για κωλυσιεργία η οποία έπρεπε να αντιμετωπισθεί δεόντως από το δικαστήριο. Σημείωσε δε την ανάγκη να αποτρέπεται κατάχρηση των διαδικασιών του Δικαστηρίου ειδικά όταν διαπιστώνεται εκθεμελίωση της σωστής πορείας της υπόθεσης από τα σωστά της πλαίσια με αποτέλεσμα να κινδυνεύει η ορθή απονομή δικαιοσύνης. Η τροποποίηση δικογράφου είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που αυτό κρίνεται αναγκαίο για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς ή για την αποτροπή της πολλαπλότητας των διαδικασιών. Εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατόν να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή ακόμη εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Βλ. Χρίστου ν. Στυλιανού
(1992)1(Α) Α.Α.Δ. 704 και Φοινιώτης v. Greenmar Navigation
(1989)1 (Ε) ΑΑΔ 33. Στην Μιχάλης Παπόρης ν. MASKINFABRIKEN "SIO" A/S
(1996)1(B) A.A.Δ. 1037 αναφέρθηκαν τα εξής: «Η διακριτική εξουσία του δικαστηρίου να αποτρέπει κατάχρηση των διαδικασιών του είναι βαθειά ριζωμένη στους θεσμούς της δικαιοσύνης που είχαμε δεχθεί και αναπτύξει. Χωρίς το όπλο αυτό, το όλο σύστημα απονομής της δικαιοσύνης θα μπορούσε να καταντήσει άθυρμα στα χέρια των επιτηδείων. Παράλληλα θα επερχόταν επικίνδυνη υπονόμευση και αποδυνάμωση της κοινωνικής αποστολής της δικαιοσύνης. Η εξουσία του δικαστηρίου, όπως τόνισε ο Λόρδος Diplock στο ψηλότερο δυνατό επίπεδο της δικαστικής κρίσης, στην Ηunter v. Chief Constable of West Midlands & Another [1981] 3 All E.R. 727, 729 έχει σύμφυτο χαρακτήρα και μπορεί να χρησιμοποιηθεί σε κάθε πρόσφορη περίπτωση για την περιφρούρηση της αποτελεσματικής λειτουργίας των δικαστικών διαδικασιών. Ο πρωτόδικος δικαστής ενασκώντας της διακριτική του εξουσία, έλαβε υπόψη την επί του θέματος φιλελεύθερη προσέγγιση των δικαστηρίων κατά την εξέταση αιτήσεων αυτού του είδους. Έλαβε επίσης υπόψη και τον σημαντικό παράγοντα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας και αυτό ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την μέσα σε εύλογο χρόνο διεξαγωγή και περάτωση της δίκης». Στην υπόθεση Δημοτικό Συμβούλιο Αγλαντζίας ν Χαρικλείδη 1 ΑΑΔ 1608
(2001)το Εφετείο επεξήγησε ότι «η τροποποίηση της δικογραφίας είναι εφικτή σε κάθε περίπτωση που κρίνεται αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς και ότι εξαίρεση αποτελούν οι περιπτώσεις που η τροποποίηση δυνατό να επιφέρει βλάβη στον αντίδικο ή εκεί που η κακή πίστη του αιτητή είναι εμφανής (Χρίστου ν. Αζά
(1992)1 Α.Α.Δ. 704, 707). Στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου συνεκτιμάται και ο παράγων της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης σαν λογικής απόρροιας των διατάξεων του αρ. 30.2 του Συντάγματος (βλ. Χρίστου, πιο πάνω)». .Στον προσδιορισμό των συμφερόντων της δικαιοσύνης όπως διαγράφονται στην συγκεκριμένη υπόθεση συνεκτιμούνται και οι επιπτώσεις από την τροποποίηση στα δικαιώματα και συμφέροντα του αντιδίκου. Η διεξαγωγή της δίκης μέσα σε εύλογο χρόνο καθιερώνεται από το άρθρο 30.2 του Συντάγματος ως θεμελιώδες δικαίωμα του κάθε διάδικου. . Η τροποποίηση επιτρέπεται κατά κανόνα εφόσον δεν προκαλείται ανεπανόρθωτη ζημιά στον αντίδικο δηλαδή ζημιά άλλη από εκείνη που μπορεί να θεραπευθεί με την έκδοση της κατάλληλης διαταγής ως προς τα έξοδα. Το αποδεικτικό βάρος για την αιτιολόγηση του αιτήματος και της καθυστέρησης στην διατύπωση των θέσεων του αιτητή ποικίλλει ανάλογα με το στάδιο κατά το οποίο υποβάλλεται η αίτηση. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση ανάλογα επαυξάνει και το βάρος το οποίο πρέπει να αποσείσει ο αιτητής για την έκδοση διατάγματος για την τροποποίηση.» .[η] καθυστέρηση είναι σχετικός παράγοντας σε αιτήσεις για τροποποίηση της δικογραφίας, αλλά δεν είναι εκ προοιμίου και απαρέγκλιτα αποφασιστικής σημασίας (Βλ. Astor Manufacturing v. A & G Leventis Co.
(1993)1 Α.Α.Δ. 726, 730 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση σε αίτηση που καταχωρήθηκε 11 χρόνια μετά την καταχώριση της αγωγής γιατί υποβλήθηκε σε μια γνήσια προσπάθεια κάλυψης όσων εκλήφθηκαν ως ελλείψεις της έκθεσης απαιτήσεως και γιατί υποβλήθηκε καλόπιστα. Βλ., επίσης, Saba & Co.(Τ.Μ.Ρ.) v. T.M.P. Agents
(1994)1 Α.Α.Δ. 426). Έχει, περαιτέρω, νομολογηθεί ότι η σύγχρονη τάση είναι να επιτρέπονται τροποποιήσεις στις κατάλληλες υποθέσεις ακόμη και όταν μια τέτοια τροποποίηση είναι το αποτέλεσμα αμέλειας ή καθυστέρησης νοουμένου βέβαια ότι δεν θα προκληθεί αδικία στην άλλη πλευρά που δεν θα μπορούσε να αποζημιωθεί με χρήμα (Βλ. Χριστοδούλου ν. Χριστοδούλου
(1991)1 Α.Α.Δ. 934 στην οποία εγκρίθηκε τροποποίηση της έκθεσης απαιτήσεως μετά που είχαν ακουσθεί 7 μάρτυρες). Τέλος έχει νομολογηθεί ότι κατά την εξέταση του παράγοντα της καθυστέρησης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και η συμπεριφορά των μερών παρόλο που η ευθύνη για τη διασφάλιση του δικαιώματος που κατοχυρώνεται από το αρ. 30.2 του Συντάγματος βαρύνει το δικαστήριο (Βλ. Καυκαρής ν. Δημοκρατίας
(1990)2 Α.Α.Δ. 203, Χριστοδούλου ν. Αστυνομίας
(1992)2 Α.Α.Δ. 84, Λυσιώτη ν. Δημοκρατίας
(2000)1 A.A.Δ. 364 και Union Alimentaria Sanders S.A. v. Spain, Series A, 157, Publication of the European Court of Human Rights, παραγ. 35
(1989)). Στην παρούσα υπόθεση η εφεσείουσα καταχώρισε πολύ καθυστερημένα την έκθεση υπεράσπισης της - 14 μήνες μετά την καταχώριση της έκθεσης απαιτήσεως και αφού είχε προηγηθεί αίτηση των εφεσιβλήτων για απόφαση λόγω παράλειψης της Αποζημιούσης Αρχής να καταχωρίσει έκθεση υπεράσπισης. Πρόσθετα με την πλήρη συγκατάθεση της εφεσείουσας η αίτηση της για να προδικαστεί η προδικαστική ένσταση της αναβλήθηκε 12 φορές για μνεία και οι αναβολές κράτησαν από τις 11.11.97 μέχρι τις 18.5.99. Βλέπουμε, λοιπόν, πως η στάση της εφεσείουσας κάθε άλλο παρά συνέβαλε στην εκδίκαση της υπόθεσης μέσα σε εύλογο χρόνο. Διάδικος ο οποίος με τη στάση του υπονομεύει το δικαίωμα εκδίκασης μέσα σε εύλογο χρόνο δεν μπορεί να επικαλείται ένα τέτοιο δικαίωμα για να αντικρούσει αίτημα του αντιδίκου του για τροποποίηση. Όπως έχει τεθεί στην Θεοδώρου ν. Θεοδώρου
(1996)1 Α.Α.Δ. 66 δεν μπορεί να οικοδομηθεί υπόθεση για αντισυνταγματικό τρόπο διεξαγωγής της δίκης πάνω στις ίδιες τις παραλείψεις των ενδιαφερομένων. Ομοίως και στην παρούσα υπόθεση η εφεσείουσα δεν μπορεί να οικοδομήσει πάνω στην καθυστέρηση - ανεξήγητη έστω - των εφεσιβλήτων. Κατά τα άλλα η επίδικη τροποποίηση δικαιολογείται απόλυτα με βάση τις αρχές που διέπουν την τροποποίηση της δικογραφίας και δεν παρέχεται πεδίο επέμβασης μας. Κρίνω ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν είναι αναγκαία για τον προσδιορισμό της ουσίας της διαφοράς επειδή τα γεγονότα που απαρτίζουν την προδικαστική ένσταση και την νέα υπεράσπιση της αγωγής δεν διατυπώνουν με σαφήνεια και θετικά πραγματικό λόγο που θα οδηγούσε στην απόρριψη της αγωγής στην περίπτωση επιτυχίας της προδικαστικής ένστασης και/ή της προτεινόμενης νέας υπεράσπισης στην αγωγή. Θέση των εναγόμενων είναι ότι οι ενάγοντες δεν ήταν εγγεγραμμένοι στο ΕΤΕΚ σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Επιστημονικού Τεχνικού Επιμελητηρίου Κύπρου Νόμου 224
(1)/90. Όμως θέση των καθ' ων η αίτηση είναι ότι δεν τίθεται θέμα παρανομίας της σύμβασης για την παροχή υπηρεσιών για τον τομέα των μηχανολογικών και ηλεκτρονικών εργασιών προς τους εναγόμενους διότι κατά τον χρόνο που έγινε η παροχή των υπηρεσιών προς του αιτητές τα μέλη του συνεταιρισμού προσώπων (δεόντως εγγεγραμμένος στον Έφορο Εταιρειών) και υπάλληλοι τους που εκτέλεσαν και παρείχαν τις υπηρεσίες ήταν πρόσωπα που είχαν εγγραφεί ως μέλη του ΕΤΕΚ σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου και είχαν δικαίωμα να παρέχουν και να εκτελούν τις εν λόγω υπηρεσίες . Κατά τον χρόνο που παραχωρήθηκαν οι εν λόγω υπηρεσίες δεν υπήρχε πρόνοια στο Νόμο που να επέτρεπε την εγγραφή ως μέλος του ΕΤΕΚ ομόρρυθμους συνεταιρισμούς. Οι σχετικές πρόνοιες επήλθαν με τροποποίηση του νόμου Ν.224
(1)/12 ως ακολούθως: Προϋποθέσεις εγγραφής στο Μητρώο Εταιρειών Μελετών 6Β.-
(1)Η Διοικούσα Επιτροπή του Επιμελητηρίου εξετάζει τις σχετικές αιτήσεις και αποδέχεται την εγγραφή μιας εταιρείας ως Εταιρείας Μελετών, η οποία δύναται να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα σε κλάδο ή κλάδους της μηχανικής επιστήμης, εάν η εταιρεία αυτή πληροί τις ακόλουθες προϋποθέσεις: .................. Η πιο πάνω πρόνοια δίδει την δυνατότητα σε νομικό πρόσωπο κάτω από τις προϋποθέσεις που προβλέπει ο νόμος να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα σε κλάδο ή κλάδους της μηχανικής επιστήμης, εάν η εταιρεία αυτή πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος. Όμως ο νόμος δεν απαγορεύει σε μέλος του ΕΤΕΚ που είναι φυσικό πρόσωπο να ασκεί τις εν λόγω δραστηριότητες και τούτο είναι ξεκάθαρό από το λεκτικό του άρθρου 6 Δ πιο κάτω. Άσκηση επαγγελματικής δραστηριότητας από Εταιρεία Μελετών 6Δ.-
(1)Εταιρεία Μελετών εγγεγραμμένη στο Μητρώο Εταιρειών Μελετών του Επιμελητηρίου δύναται να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα σε κλάδο ή κλάδους της μηχανικής ως εάν να ήτο η ίδια μέλος στους κλάδους της μηχανικής επιστήμης της οποίας οι μέτοχοι και οι διοικητικοί σύμβουλοι είναι μέλη και κατέχουν ετήσια άδεια άσκησης επαγγέλματος.
(2)Εταιρεία Μελετών εγγεγραμμένη στο Μητρώο Εταιρειών Μελετών του Επιμελητηρίου, δύναται να υποβάλλει σε κάθε αρμόδια αρχή, όπως αυτή καθορίζεται στον περί Ρυθμίσεως Οδών και Οικοδομών Νόμο, σχέδια, σχεδιαγράμματα, μελέτες, συγγραφές, υπολογισμούς και οποιοδήποτε άλλο έγγραφο δυνάμει του εν λόγω νόμου, για την έκδοση της άδειας, νοουμένου ότι τα εν λόγω σχέδια και έγγραφα φέρουν την υπογραφή και τον τίτλο του προσώπου που τα ετοίμασε, το οποίο κατέχει την απαιτούμενη άδεια που χορηγείται δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου. Σύμφωνα με την παράγραφο 5 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης κατά την ανάληψη της εκτέλεσης των υπηρεσιών από τους καθ' ων η αίτηση προς τους αιτητές όλα τα μέλη και υπάλληλοι του συνεταιρισμού οι οποίοι εκπονούσαν μελέτες ήταν δεόντως εγγεγραμμένοι στο Επιστημονικό Τεχνικό Επιμελητήριο Κύπρου και περαιτέρω καμία υποχρέωση δεν υφίστατο κατά τον επίδικο χρόνο σύμφωνα με τον νομικό καθεστώς που ίσχυε για εγγραφή του συνεταιρισμού στο ΕΤΕΚ. Οι αιτητές που έχουν το βάρος απόδειξης δεν έχουν αμφισβητήσει τον πιο πάνω ισχυρισμό επομένως, είναι αδιαμφισβήτητο ότι η εργασία εκτελέστηκε από μέλη του ΕΤΕΚ. Ο νόμος τροποποιήθηκε το 2012 ώστε να επιτραπεί και σε εταιρεία μελετών να κάνει εγγραφή ως μέλος του ΕΤΕΚ όμως δεν είναι αντιληπτό πως τίθεται οιονδήποτε ζήτημα παρανομίας που να δημιουργεί κώλυμα στο δικαίωμα των εναγόντων να ανακτήσουν οφειλή για υπηρεσίες που παρείχαν και που είχαν εκτελεστεί από φυσικά μέλη του ΕΤΕΚ. Με την προτεινόμενη τροποποίηση δεν αποκαλύπτονται αρκετά γεγονότα ώστε να θεμελιωθεί ζήτημα παρανομίας κατά την παροχή των υπηρεσιών για να επικαλούνται οι αιτητές την παρανομία ως λόγο για να απορριφθεί η αγωγή ή ως υπεράσπιση στην αγωγή. Εφόσον τα μέλη και υπάλληλοι των εναγόντων που παρείχαν τις υπηρεσίες ήταν μέλη του ΕΤΕΚ κατά τον ουσιώδη χρόνο σημαίνει ότι έγινε εγγραφή τους στο επιμελητήριο ως προνοεί το άρθρο 7 πιο κάτω. Εγγραφή στο Επιμελητήριο 7.-
(1)Με την επιφύλαξη των εδαφίων (1Α) και (1Γ), κάθε πρόσωπο δικαιούται να εγγραφεί στο Μητρώο Μελών του Επιμελητηρίου και να είναι μέλος του Επιμελητηρίου αν— (α) Κατέχει πτυχίο ή δίπλωμα Πανεπιστημίου ή άλλο ισοδύναμο προσόν σε οποιοδήποτε κλάδο της Μηχανικής Επιστήμης, το οποίο να του επιτρέπει να ασκεί το επάγγελμα στη χώρα που αποκτήθηκε και να είναι αναγνωρισμένο από το Επιμελητήριο σύμφωνα με τον παρόντα Νόμο ή Κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού: Νοείται ότι, σε περίπτωση αμφιβολίας για την ακαδημαϊκή αναγνώριση τίτλου σπουδών οποιουδήποτε αιτητή, το Επιμελητήριο μπορεί να απευθύνεται στο ΚΥ.Σ.Α.Τ.Σ. για γνωμοδότηση: Νοείται περαιτέρω ότι, για την εγγραφή πολιτών κρατών μελών στο Μητρώο Μελών του Επιμελητηρίου σε οποιοδήποτε κλάδο της μηχανικής επιστήμης, εξαιρουμένης της αρχιτεκτονικής, η εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος εδαφίου γίνεται τηρουμένων των διατάξεων του περί Αναγνώρισης των Επαγγελματικών Προσόντων Νόμου, όπως αυτός εκάστοτε τροποποιείται ή αντικαθίσταται. (β)(
  1. i)Είναι πολίτης της Δημοκρατίας ή κατά την ημέρα υποβολής της αίτησης είναι σύζυγος πολίτη της Δημοκρατίας και έχει τη συνήθη διαμονή του στην Κύπρο· ή (
  2. ii)είναι πολίτης κράτους μέλους ο οποίος είναι εγκατεστημένος στη Δημοκρατία: Νοείται ότι, εγκατάσταση δεν προϋποθέτει μόνιμη διαμονή· (γ) έχει συμπληρώσει το εικοστό πρώτο έτος της ηλικίας του· και (δ) δεν έχει καταδικαστεί σε ποινή φυλάκισης για αδίκημα ατιμωτικής φύσης ή που ενέχει ηθική αισχρότητα το οποίο, κατά την κρίση του Γενικού Συμβουλίου, το καθιστά ακατάλληλο για να είναι μέλος του Επιμελητηρίου: Νοείται ότι, για πολίτες κρατών μελών αποτελεί επαρκή απόδειξη ήθους ή εντιμότητας, βεβαίωση που χορηγείται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης: «Νοείται περαιτέρω ότι, στις περιπτώσεις όπου το κράτος μέλος καταγωγής ή προέλευσης δεν απαιτεί αποδείξεις ήθους ή εντιμότητας για την άσκηση του συγκεκριμένου επαγγέλματος, το Επιμελητήριο μπορεί να ζητήσει από το κράτος αυτό αντίγραφο ποινικού μητρώου, ή ανάλογο έγγραφο το οποίο χορηγείται από την αρμόδια αρχή του κράτους αυτού, και στις περιπτώσεις όπου η αρμόδια αρχή δεν εκδίδει τέτοια πιστοποιητικά, επαρκή απόδειξη θα αποτελεί ένορκη δήλωση, υπογεγραμμένη από τον αιτητή, ή σε περίπτωση που τέτοιος όρκος δεν υφίσταται, επίσημη δήλωση του αιτητή ενώπιον δικαστικής ή διοικητικής αρχής». (1Α) Κάθε πρόσωπο δικαιούται να εγγραφεί στο Μητρώο του Επιμελητηρίου ως Αρχιτέκτονας εάν— (α) Κατέχει πτυχίο ή δίπλωμα στην αρχιτεκτονική το οποίο— (
  3. i)περιλαμβάνεται στο Πρώτο Παράρτημα, ή (
  4. ii)έχει αποκτηθεί μετά από 4 (τέσσερα) τουλάχιστο χρόνια σπουδών με πλήρη φοίτηση σε Πανεπιστήμιο ή ανάλογο εκπαιδευτικό ίδρυμα ή 6 (έξι) τουλάχιστο χρόνια σπουδών σε Πανεπιστήμιο ή ανάλογο εκπαιδευτικό ίδρυμα, εκ των οποίων τα 3 (τρία) τουλάχιστο χρόνια με πλήρη φοίτηση και επισφραγίζεται με επιτυχία σε διαγωνισμό Πανεπιστημιακού επιπέδου και έχει αντικείμενο την αρχιτεκτονική και αποκτήθηκε μετά από εκπαίδευση που καθορίζεται στο Δεύτερο Παράρτημα του παρόντος Νόμου: Νοείται ότι, για αναγνώριση πτυχίου, διπλώματος ή άλλου τίτλου που αποκτήθηκε σε τρίτη χώρα, το Επιμελητήριο λαμβάνει υπόψη τυχόν αναγνώριση του εν λόγω πτυχίου, διπλώματος ή άλλου τίτλου από κάποιο κράτος μέλος καθώς και την εκπαίδευση ή/και την επαγγελματική πείρα που απέκτησε ο αιτητής σε κράτος μέλος και εκδίδει την απόφασή του εντός τριών μηνών από την υποβολή του πλήρους φακέλου του αιτητή: Νοείται περαιτέρω ότι, για την εγγραφή στο Μητρώο ως αρχιτέκτονα, πολίτη κράτους μέλους που κατέχει δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλο τίτλο που αποκτήθηκε σε τρίτη χώρα, το Επιμελητήριο αναγνωρίζει το εν λόγω δίπλωμα, πιστοποιητικό ή άλλο τίτλο, εφόσον ο ενδιαφερόμενος διαθέτει τριετή επαγγελματική πείρα, στο έδαφος του κράτους, το οποίο αναγνώρισε τον εν λόγω τίτλο και εφόσον η επαγγελματική αυτή πείρα πιστοποιείται από το εν λόγω κράτος μέλος∙ (β) Ένα τουλάχιστο χρόνο πρακτικής εξάσκησης στην αρχιτεκτονική, μετά την απόκτηση του προσόντος που αναφέρεται στην παράγραφο (α)· και (γ) κατέχει τα προσόντα που αναφέρονται στις παραγράφους (β), (γ) και (δ) του εδαφίου
(1): Νοείται ότι οι πολίτες κράτους μέλους στους οποίους επιτρέπεται να φέρουν τον επαγγελματικό τίτλο του αρχιτέκτονα κατ' εφαρμογή νόμου που αναγνωρίζει τη δυνατότητα στην αρμόδια αρχή ενός κράτους μέλους να απονέμει τον τίτλο αυτό σε υπηκόους των κρατών μελών που έχουν εξαιρετικά διακριθεί για την ποιότητα των επιτευγμάτων τους στον τομέα της αρχιτεκτονικής, θεωρείται ότι πληρούν τις απαιτούμενες προϋποθέσεις για να ασκήσουν δραστηριότητες στον τομέα της αρχιτεκτονικής υπό την προϋπόθεση ότι προσκομίζουν σχετικό πιστοποιητικό που εκδίδεται από την αρμόδια αρχή του κράτους μέλους προέλευσης: Νοείται περαιτέρω ότι πτυχία, διπλώματα ή τίτλοι που αποκτήθηκαν σε κράτη μέλη αλλά δεν περιλαμβάνονται στο Πρώτο Παράρτημα, αξιολογούνται σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Αναγνώρισης των Επαγγελματικών Προσόντων Νόμου. .................. Αν η παρανομία των συμφωνηθέντων κατά την παροχή υπηρεσιών δεν είναι έκδηλη οφείλει ο διάδικος που επικαλείται την παρανομία να παραθέσει τέτοια γεγονότα στο δικόγραφο του που συνιστούν την παρανομία. Κάτι τέτοιο δεν προκύπτει από το λεκτικό της προτεινόμενης τροποποίησης ως προκύπτει από την αίτηση. Στην υπόθεση Ζαβαλλής ν Χ' Ηροδότου 1 ΑΑΔ 1609
(2003)το Εφετείο επεξήγησε ότι δεν τίθετο θέμα παρανομίας επειδή οι δικηγόροι που ανέλαβαν την υποχρέωση παροχής δικηγορικών υπηρεσιών ήταν μέλη συνεταιρισμού εγγεγραμμένων δικηγόρων. Σε εκείνη την υπόθεση οι εφεσείοντες ήταν συνεταιρισμός δικηγόρων. Μέλη του συνεταιρισμού ήταν δικηγόροι εγγεγραμμένοι στο Μητρώο Δικηγόρων Κύπρου. Οι εφεσείοντες καταχώρησαν αίτηση στο Επαρχιακό Δικαστήριο Πάφου με την οποία ζητούσαν τη συμφωνηθείσα δικηγορική τους αμοιβή για τις υπηρεσίες τους προς τον εφεσίβλητο. Ο εφεσίβλητος υπέβαλε ένσταση. Κατά την ακρόαση ο δικηγόρος του εφεσίβλητου ήγειρε για πρώτη φορά θέμα παρανομίας των ειδικών συμφωνιών (special retainers) δυνάμει των οποίων είχε διορίσει τους εφεσείοντες ως δικηγόρους του. Υποστήριξε ότι οι συμφωνίες ήταν παράνομες επειδή το ουσιαστικό αντικείμενό τους, συνίστατο στην άσκηση δικηγορίας υπό συνεταιρισμού κατά παράβαση των σχετικών διατάξεων του περί Δικηγόρων Νόμου οι οποίες ρυθμίζουν το θέμα της άσκησης της δικηγορίας και των προσώπων που έχουν εκ του νόμου δικαίωμα να ασκούν τη δικηγορία, στην έννοια του όρου "ασκείν την δικηγορίαν" με βάση το Άρθρο 2 του Νόμου. Οι εφεσείοντες υποστήριξαν κατ' έφεση ότι η εγγραφή συνεταιρισμού δικηγόρων δεν απαγορεύεται από το νόμο ή τους Κανονισμούς Δεοντολογίας και αποφασίστηκε ότι κάθε δικηγόρος είχε δικαίωμα να ασκεί το επάγγελμα του μέσω συνεταιρισμού. Περαιτέρω, συνεταιρισμός αποτελούμενος από δικηγόρους οι οποίοι έχουν δικαίωμα άσκησης του δικηγορικού επαγγέλματος διατηρεί δυνατότητα σύναψης συμφωνιών παροχής υπηρεσιών σε πελάτες εμπεριέχουσες το στοιχείο της άσκησης δικηγορίας καθώς και δικαίωμα καθορισμού της πληρωτέας αμοιβής. Και εφόσον οι συγκεκριμένες υπηρεσίες παρέχονται από δικηγόρο ή δικηγόρους μέλη του συνεταιρισμού, εξυπακούεται ότι η συμφωνία πελάτη και συνεταιρισμού είναι νόμιμη. Στην προκείμενη περίπτωση, οι δικηγόροι μέλη του συνεταιρισμού ήταν εγγεγραμμένοι δικηγόροι και συνεπώς διέθεταν τα εκ του νόμου προσόντα για να συνάψουν νόμιμα τις εν λόγω συμφωνίες. Οπότε στην δική μας την περίπτωση ο ισχυρισμός των αιτητών ότι ο συνεταιρισμός δεν ήταν εγγεγραμμένος στο ΕΤΕΚ κατά τον ουσιώδη χρόνο της παροχής των υπηρεσιών δεν οδηγεί στην διαπίστωση ότι οι ενάγοντες δεν είχαν το δικαίωμα να παρέχουν τις εν λόγω υπηρεσίες νόμιμα. Απουσιάζει το πραγματικό θεμέλιο που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η προσφορά των υπηρεσιών ήταν παράνομη. Οι καθ' ων η αίτηση έχουν προβάλει αντίθετο ισχυρισμό ότι οι υπηρεσίες είχαν παρασχεθεί από φυσικά πρόσωπα μέλη του ΕΤΕΚ και οι αιτητές δεν έχουν αμφισβητήσει αυτή την θέση. Οι αιτητές έχουν το βάρος να αποδείξουν ότι η προτεινόμενη τροποποίηση είναι αναγκαία για την δίκαια επίλυση της αγωγής. Οπότε το γεγονός ότι δεν έχουν αντικρούσει τους ισχυρισμούς των καθ' ων η αίτηση ότι οι υπηρεσίες είχαν εκτελεστεί από μέλη του ΕΤΕΚ οδηγεί στην διαπίστωση ότι δεν ετίθετο ζήτημα παρανομίας κατά την παροχή των συγκεκριμένων υπηρεσιών. Ορθή είναι θέση των καθ' ων η αίτηση ότι κατά τον χρόνο προσφοράς των εν λόγω υπηρεσιών δεν υπήρχε δυνατότητα εγγραφής εταιρείας μελετών ως μέλος του ΕΤΕΚ. Ο νόμος που αφορούσε την εγγραφή προσώπων ως μέλη του ΕΤΕΚ προνοούσε για εγγραφή φυσικών προσώπων. Με την τροποποίηση 101
(1)/12 του βασικού Νόμου 224
(1)/90 στις 6.7.12 έγινε επιτρεπτό σε εταιρείες μελετών κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις να αποταθούν στο Επιμελητήριο για εγγραφή ως μέλη. Σχετική είναι και η απάντηση του Επιμελητηρίου στους δικηγόρους των αιτητών (τεκμήριο 2 που επισυνάπτεται στην αίτηση) που αναφέρει ότι εταιρείες μελετητών δύναται να ασκούν επαγγελματική δραστηριότητα με τις μετέπειτα τροποποιήσεις του νόμου. Το λεκτικό του νέου άρθρου 6Β αναφέρει ότι η εταιρεία μελετών «δύναται να ασκεί επαγγελματική δραστηριότητα .εάν πληροί προϋποθέσεις» πράγμα που σημαίνει ότι δόθηκε η δυνατότητα και σε εταιρείες μελετών να γίνουν μέλη αλλά δεν επηρέασε την δυνατότητα φυσικών προσώπων που είναι μέλη του ΕΤΕΚ να προσφέρουν τις υπηρεσίες έναντι αμοιβής. Η τροποποίηση δεν αφορούσε τα φυσικά πρόσωπα μέλη του ΕΤΕΚ που είχαν δικαίωμα να ασκούν τις εν λόγω επαγγελματικές δραστηριότητες και έτσι δεν μπορεί να τίθεται θέμα παρανομίας όταν τα πρόσωπα που προσέφεραν της υπηρεσίες ήταν όλοι μέλη του ΕΤΕΚ. Περαιτέρω, εφόσον η τροποποίηση σε σχέση με εταιρείες μελετών δεν υπήρχε κατά τον χρόνο που παραχωρήθηκαν οι υπηρεσίες είναι άγνωστο γιατί οι αιτητές επικαλούνται παρανομία και ισχυρίζονται ότι οι καθ' ων η αίτηση δεν είχαν δικαίωμα να παρέχουν τις προσφερόμενες υπηρεσίες . Συνεπώς, υπό όποια σκοπιά και να εξετασθεί η προτεινόμενη υπεράσπιση των αιτητών, δεν θεωρώ πως οι αιτητές έχουν αποδείξει την σπουδαιότητα αυτής της προτεινόμενης τροποποίησης ως πραγματική προδικαστική ένταση και/ή υπεράσπιση ώστε να δικαιολογείται η τροποποίηση σε αυτό το στάδιο. Δεν είναι γνωστό πως η προτεινόμενη τροποποίηση προωθεί την ορθή απονομή της δικαιοσύνης όταν δεν είναι καθαρό κατά πόσο η θέση που προβάλλεται συνιστά γνήσια και πραγματική υπεράσπιση στην αγωγή. Ορθή είναι η τοποθέτηση των καθ' ων η αίτηση ότι η προτεινόμενη τροποποίηση θα προκαλέσει σύγχυση και εκτροχιασμό της διαδικασίας διότι η προτεινόμενη τροποποίηση έρχεται σε αντίθεση με ισχυρισμούς των αιτητών στους οποίους βασίζονται για να αποδείξουν την ανταπαίτηση τους. Με την υπεράσπιση τους επικαλούνται μη πιστή εκτέλεση των συμφωνηθέντων ως λόγος για την μη πληρωμή των υπηρεσιών. Στην παράγραφο 7 της υπεράσπισης γίνεται παραδεκτή η συνομολόγηση της συμφωνίας:
  1. Οι Εναγόμενοι παραδέχονται το περιεχόμενο της παραγράφου 6 της έκθεσης απαίτησης. Οι Εναγόμενοι προσθέτουν ότι οι υπηρεσίες των Εναγόντων παρασχέθηκαν από τους Εναγόμενους κατόπιν προφορικής συμφωνίας παροχής υπηρεσιών με τους ακολούθους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους: II. Ήταν ρητός όρος της συμφωνίας των διαδίκων ότι οι Ενάγοντες θα παρείχαν υπηρεσίες Ηλεκτρομηχανολόγων Μηχανικών, όπως αυτές αναγράφονται στην προκήρυξη της Αρχής Ηλεκτρισμού Κύπρου υπ' αρ 206/2001 για την οποία οι Ενάγοντες είχαν γνώση. Αναφορικά με τις πιο πάνω υπηρεσίες ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της συμφωνίας των διαδίκων ότι οι Ενάγοντες θα πληρώνονταν για τις υπηρεσίες τους κατά καιρούς εντός εύλογου χρόνου από την ημερομηνία εκάστης πληρωμής των Εναγομένων από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου. ΙΙ. Ήταν επίσης ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος της μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας ότι οι Ενάγοντες θα πληρώνονταν για την παροχή των υπηρεσιών σύμφωνα με το ποσοστό που κατέθεσαν οι Εναγόμενοι στην προσφορά τους στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου για ηλεκτρολογικές και μηχανολογικές υπηρεσίες μείον ένα εύλογο ποσοστό το οποίο θα κατακρατείτο από τους Εναγομένους για έξοδα συντονισμού, επικοινωνίας, γραφείου, άλλα έξοδα και κέρδος των Εναγομένων. Οι Εναγόμενοι κατάθεσαν προσφορά στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου, σύμφωνα με την οποία για τις Μηχανολογικές Υπηρεσίες που θα πρόσφεραν θα αμείβονταν με ποσοστό 0.30% και για τις Ηλεκτρολογικές Υπηρεσίες με ποσοστό 0.20% επί του συνολικού κόστους του έργου, ήτοι 0.50% επί του τελικού κόστους του έργου, το οποίο είχε εκτιμηθεί από την Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου σε Λ.Κ. 1,200,000 και/ή σε οποιοδήποτε άλλο τελικό κόστος έργου στο οποίο οι Ενάγοντες πρόσφεραν υπηρεσίες. Τα αντίστοιχα ποσοστά για το Στάδιο Μελέτης που οι Ενάγοντες υπέβαλαν στην Προσφορά τους στην Αρχή Ηλεκτρισμού Κύπρου ήταν 0.18% και 0.12%, σύνολο 0.30% . Τα αντίστοιχα ποσοστά για την επίβλεψη του έργου ήταν 0.12% και 0.08%. Οι Εναγόμενοι θα αναφερθούν με λεπτομέρεια και θα αναλύσουν τα παραπάνω ποσοστά κατά την δικάσιμο. ΙΙΙ Ήταν ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος ότι οι Ενάγοντες θα αμείβονταν από τους Εναγόμενους επί του τελικού κόστους του έργου αφού από το τελικό κόστος αφαιρεθεί το κόστος των εργασιών για εργασίες επί του έργου στις οποίες οι Ενάγοντες δεν πρόσφεραν υπηρεσίες. Στην ανταπαίτηση τους έχουν βασισθεί στα ακόλουθα ουσιαστικά γεγονότα για να στηρίξουν την απαίτηση τους για αποζημιώσεις εναντίον των καθ' ων η αίτηση. «
  2. Κατά παράβαση του πιο πάνω όρου οι Ενάγοντες αρνήθηκαν και/ή αμέλησαν να παραδώσουν στους Εναγομένους τα στοιχεία που αναγράφονται στην παρ.18 της Έκθεσης Υπεράσπισης». Δηλαδή από την μία επιικαλούνται συμφωνία που ήταν νόμιμη μαζί με τους αιτητές την οποία θεωρούν ότι οι αιτητές έχουν παραβιάσει με αποτέλεσμα να δικαιούνται αποζημιώσεις. Από την άλλη επιθυμούν να τροποποιήσουν την υπεράσπιση και να ισχυρισθούν ότι η συμφωνία με τους καθ' ων η αίτηση βάση της οποία στηρίζεται η ανταπαίτηση τους είναι παράνομη και χωρίς ισχύ. Επομένως, η τροποποίηση θα δημιουργήσει σύγχυση και αμηχανία ως προς τον χειρισμό της υπεράσπισης των καθ' ων η αίτηση στην ανταπαίτηση. Με την προτεινόμενη τροποποίηση δεν προσδιορίζονται τα επίδικα θέματα συσκοτίζονται ακόμη περισσότερο διότι θα είναι άγνωστο κατά την ακροαματική διαδικασία ποια γραμμή θα ακολουθήσουν οι αιτητές στην αγωγή με αποτέλεσμα αναπόφευκτα να φέρουν σε αμηχανία τους καθ' ων η αίτηση κατά τον χειρισμό της υπόθεσης. Ο τελευταίος λόγος που θεωρώ ότι η προτεινόμενη τροποποίηση δεν θα προάγει την ορθή απονομή της δικαιοσύνης είναι η καθυστέρηση που παρατηρείται στην καταχώρηση της αίτησης. Σύμφωνα με τα γεγονότα στην αίτηση η ημερομηνία που ανακάλυψαν ότι ο συνεταιρισμός των καθ' ων η αίτηση δεν ήταν εγγεγραμμένη στο ΕΤΕΚ ήταν στις 8.11.
  3. Ήταν θέση των καθ' ων η αίτηση ότι οι νέοι δικηγόροι είχαν αναλάβει τον χειρισμό της υπόθεσης από τότε. Όμως από τον δικογραφικό φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι υπήρχε κοινή εκπροσώπηση των αιτητών από τους νέους και παλαιούς δικηγόρους από τις 22.3.
  4. Παρόλο ότι υπήρχε κοινή εκπροσώπηση και παραδοχή των αιτητών ότι οι νέοι δικηγόροι τους εκπροσωπούσαν από τον Νοέμβριο 2018 η αίτηση καταχωρήθηκε τον Απρίλιο
  5. Η υπόθεση ήταν ορισμένη για ακρόαση στις 26.3.
  6. Εάν θεωρούσαν ότι η απάντηση από το ΕΤΕΚ ήταν σοβαρή υπεράσπιση για την υπόθεση τότε γιατί δεν καταχώρησαν αίτηση τροποποίησης πριν τις 26.3.19 όταν υπήρχε κοινή εκπροσώπηση της αγωγής και ενόψει επικείμενης ακρόασης της αγωγής ώστε να δικαιολογήσουν καλύτερα το αίτημα αναβολής. Ούτε και έδωσαν εξήγηση για το γεγονός ότι παρέλειψαν για έξη και πλέον χρόνια να αποστείλουν επιστολή στο ΕΤΕΚ για να μάθουν κατά πόσο οι ενάγοντες είχαν εγγραφεί ως εταιρεία μελετών. Σ' αυτή την υπόθεση ως και την υπόθεση Στριντζή Αιγαίου Ναυτική Εταιρεία ν Επίσημου Παραλήπτη ως Εκκαθαριστή της εταιρείας Always Travel Holidays 1 ΑΑΔ 607
(1995)στην οποία με παρέπεμψε ο κ. Χριστοδούλου η εξήγηση για την καθυστέρηση υποβολής του αιτήματος για τροποποίηση, αφορούσε την αλλαγή του δικηγόρου των εναγομένων. Τα γεγονότα εκείνης της υπόθεσης όπως και της δικής μας που θεμελίωναν την προτεινόμενη τροποποίηση ήταν γνωστά ή, εύλογα, θα μπορούσαν γίνουν γνωστά και να εντοπισθούν από τους εναγόμενους από τα πρώτα στάδια της διαδικασίας. Οι αιτητές όχι μόνο δεν ερεύνησαν αυτή την πτυχή της υπόθεσης αλλά παραδέχθηκαν την συμφωνία και την επικαλέστηκαν για να προωθήσουν ανταπαίτηση. Περαιτέρω, κατά το παρελθόν οι αιτητές είχαν ζητήσει αναβολή της ακρόασης της αγωγής για σκοπούς διευθέτησης της αγωγής χωρίς να υπάρχει προβληματισμός τους σε σχέση με την νομιμότητα της συμφωνίας παροχής υπηρεσιών που έγινε παραδεκτή στην δικογραφία. Υπό το πλέγμα των γεγονότων που στηρίζουν την αίτηση δεν έχω πεισθεί ότι το συγκεκριμένο αίτημα τροποποίησης γίνεται καλόπιστα και όχι για λόγους κωλυσιεργίας εφόσον αυτό γίνεται υπερβολικά καθυστερημένα 6 και πλέον χρόνια μετά την καταχώρηση της αγωγής. Η υπόθεση αυτή είναι εξαιρετικά παλαιά και οι καθ' ων η αίτηση έχουν δικαίωμα επιτέλους να ακουσθούν. Με την προτεινόμενη τροποποίηση δεν προσδιορίζεται η ουσία της διαφοράς των μερών αντιθέτως τα επίδικα θέματα της αγωγής περιπλέκονται και οι αντίθετοι ισχυρισμοί που προτίθενται οι αιτητές να προβάλουν θα δημιουργήσουν τέτοια σύγχυση που δεν είναι δυνατόν να μην επηρεασθεί δυσμενώς ο χειρισμός της υπόθεσης από τους καθ' ων η αίτηση. Αυτοί οι παράγοντες σε συνδυασμό με τον σημαντικό παράγοντα της καθυστέρησης στην υποβολή της αίτησης για τροποποίηση σε συνάρτηση με το ιστορικό της διαδικασίας ως λογική απόρροια των προνοιών του άρθρου 30.2 του Συντάγματος που επιτάσσει την μέσα σε εύλογο χρόνο διεξαγωγή και περάτωση της δίκης υπαγορεύει την απόρριψη της αίτησης. Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον των αιτητών-εναγομένων ως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.