Αναφορικά με την Νικόλα, Γενική Αίτηση: 20/18, 28/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A557 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Γενική Αίτηση: 20/18 Αναφορικά με τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015 Αναφορικά με την XXXXX Νικόλα (ΑΤ XXXXX8431) χρεώστιδα από Λευκωσία ------------------------------------ Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους Αιτητές: Μ.Χ. ΜΥΛΩΝΑΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ ΔΕΠΕ Για την Καθ' ης η Αίτηση: ΓΙΩΡΓΟΣ Γ. ΓΙΑΓΚΟΥ ΔΕΠΕ Για τον Επίσημο Παραλήπτη: κα Εφραίμ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ AΠΟΦΑΣΗ Στις 7 Μαρτίου 2019 εκδόθηκε διάταγμα απαλλαγής οφειλής του χρεώστη σε σχέση με δάνειο που είχε συνάψει η XXXXX Νικόλα ως πρωτοφειλέτης στο Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λακατάμιας-Δευτεράς αρ. λογαριασμού XXXXX575-6 ύψους 19775.69 ευρώ. Η καθορισμένη πιστωτής καθ'ης η αίτηση Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (ΚΕ.ΔΙ.ΠΕΣ) καταχώρησε ένσταση στο εν λόγω διάταγμα απαλλαγής οφειλών. Οι λόγοι της ένστασης καταγράφονται ως ακολούθως: 1. Η Αιτητής/ Καθορισμένος Χρεώστης δεν πληροί τα κριτήρια επιλεξιμότητας, που προβλέπονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 11 του Ν.65
(1)2015, όταν υπέβαλε την Μονομερή Αίτηση, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12 του Ν.65(Ι)
- Η Καθ' ης η Αίτηση / Καθορισμένη Πιστωτής έχει υποστεί και/ή υπόκειται και/ή θα υποστεί σημαντική ζημιά ως Πιστωτής, αφού υπάρχει ουσιώδης ανακρίβεια ή/και παράλειψη τόσο στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων, όσο και στην Οικονομική Κατάσταση επί της οποίας εκδόθηκε το ΔΑΟ, αλλά και στις άλλες πληροφορίες που έχουν παρασχεθεί ή/και στα έγγραφα που έχουν προσκομισθεί από την Αιτητή /Καθορισμένο Χρεώστη δυνάμει των διατάξεων του Ν. 65
(1)- Η Καθ' ης η Αίτηση / Καθορισμένη Πιστωτής έχει υποστεί και/ή υπόκειται και/ή θα υποστεί σημαντική ζημιά ως Πιστωτής αφού δεν έχουν τηρηθεί οι διαδικασίες που προβλέπονται στο Κεφάλαιο 1 - διαταγμα απαλλαγησ οφειλων του Ν.65(Ι)
- Η Αιτητής / Καθορισμένος Χρεώστης, δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας, που προβλέπονται σύμφωνα με το άρθρο 11, όταν υπέβαλε την αίτηση ΔΑΟ, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12 του Ν.65
(1)2015, με αποτέλεσμα να μην έχουν τηρηθεί οι διαδικασίες, που προβλέπονται σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν.65
(1)2015 βάση των διατάξεων του άρθρου 20 του Ν.65(Ι)2015, με αποτέλεσμα το Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών ημερ. 07/03/2018 να πρέπει να ακυρωθεί, αφού η έκδοση του έχει βασισθεί και/ή για την έκδοση του έχουν υπολογισθεί χρέη τα οποία δεν είναι άμεσα πληρωτέα αφού προκύπτουν από δάνεια τα οποία δεν έχουν τερματισθεί και επομένως δεν θεωρούνται επιλέξιμα δυνάμει του άρθρου 10 του Ν.65
(1)- Η Αιτητής / Καθορισμένος Χρεώστης, δεν ενήργησε καλή τη πίστει και ως όφειλε και δεν προέβη σε πλήρη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και/ή όλων των πραγματικών οικονομικών του στοιχείων κατά την υποβολή της Μονομερούς Αίτησης του ημερ. 14/02/2018 για την έκδοση του Διατάγματος Απαλλαγής Οφειλών ημερ. 07/03/
- Η Αιτητής / Καθορισμένος Χρεώστης δια των ενεργειών της, εντός προθεσμίας έξι
(6)μηνών που λήγει κατά την ημερομηνία αίτησης που υποβάλλεται, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12 του Ν.65
(1)2015 , έχει τακτοποιήσει τις οικονομικές της υποθέσεις με τρόπο που αποσκοπεί κυρίως στο να καταστεί επιλέξιμη για την έκδοση Διατάγματος Απαλλαγής Οφειλών. Προς υποστήριξη της ένστασης η καθορισμένη Πιστωτής έχει επισυνάψει ένορκη δήλωση και έχει αναφέρει τα ακόλουθα σημαντικά γεγονότα προς υποστήριξη της ένστασης του. Οι πιστωτικές διευκολύνσεις είχαν χορηγηθεί στον χρεώστη από την ΣΠΕ Δευτεράς Ανάγυιας η οποία κατά τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης απαλλαγής οφειλών είχε συγχωνευτεί με το Συνεργατικό Ταμιευτήριο Λακατάμιας-Δευτεράς. Στην συνέχεια όλα τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της ΣΠΕ μεταφέρθηκαν στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ. που με ειδική γενική συνέλευση μετανομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ. Είναι θέση τους ότι το χρέος για το οποίο έχει εκδοθεί διάταγμα απαλλαγής δεν είναι επιλέξιμο χρέος επειδή ο λογαριασμός XXXXX575-6 ουδέποτε έχει τερματισθεί και/ή καταστεί ληξιπρόθεσμο και ως εκ τούτου δεν είναι άμεσα πληρωτέο με αποτέλεσμα να μην μπορεί να χαρακτηρισθεί ως επιλέξιμο χρέος σύμφωνα με το άρθρο 10 του Ν. 65
(1)/
- Το δάνειο είχε καθυστερήσεις αλλά το δάνειο δεν έληξε και η καθ' ης η αίτηση είχε ασκήσει το δικαίωμα της να παρατείνει την συμφωνία δανείου και ουδέποτε είχε καταστεί το δάνειο απαιτητό και άμεσα πληρωτέο. Η συμφωνία δανείου είχε πρόνοια που αναφέρει ρητώς ότι ' νοείται ότι η συνεργατική θα έχει το δικαίωμα να δίνει παρατάσεις και να δέχεται πληρωμές έναντι οποιασδήποτε δόσης η οποία είναι πληρωτέα και/ή να τροποποιεί όλους ή οποιοσδήποτε από τους όρους που αναφέρονται στην αποπληρωμή του δανείου. Όταν επιδόθηκε το διάταγμα απαλλαγής οφειλών ημερομηνίας 7.3.2018 στον καθορισμένο πιστωτή δεν επιδόθηκε η μονομερή αίτηση ημερομηνίας 14.2.2018 βάσει της οποίας εκδόθηκε το διάταγμα απαλλαγής ημερομηνίας 7.3.2018 γεγονός που αντιβαίνει στις πρόνοιες της Δ.48 κ. 13 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών. Η χρεώστης έχει καταχωρήσει ένορκη δήλωση εις απάντηση των ισχυρισμών του πιστωτή στην ένσταση ημερομηνίας 7.3.19 και έχει αναφέρει τα ακόλουθα στις παραγράφους 5 μέχρι 9 σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι το συγκεκριμένο δάνειο δεν ήταν επιλέξιμο χρέος.
- Με βάση νομική συμβουλή που έχω για να καταστεί ένα χρέος επιλέξιμο ως το άρθρο 10 του Νόμου 65(Ι)/2015 ως ίσχυε πριν την τροποποίηση του δεν χρειάζεται ο Πιστωτής να τερματίσει την συμφωνία δανείου ή η συμφωνία δανείου να έχει λήξει καθώς κάτι τέτοιο δεν απαιτείται από την νομοθεσία. Με βάση την πρόσφατη κατάσταση λογαριασμού του δανείου που παρουσιάστηκε στην αίτηση του Επίσημου Παραλήπτη για διαγραφή του χρέους μου που είχα με τους πιστωτές μου, φαίνεται ότι το χρέος μου ήταν εξακριβωμένο πραγματικά καθώς αναγράφεται χρεωστικό υπόλοιπο το οποίο προέκυπτε προφανώς από ανατοκισμό του χρεωστικού υπολοίπου δύο φορές τον χρόνο, έξοδα διατήρησης λογαριασμού, έξοδα αναγκαίων επιστολών, τόκου υπερημερίας κλπ μέχρις εκείνη την στιγμή που επέβαλλαν οι Πιστωτές με βάση την συμφωνία δανείου και την σχετική νομοθεσία.
- Το εξακριβωμένο χρέος μου μάλιστα είχε καταστεί κατά τον χρόνο έκδοσης του επίδικου διατάγματος ημερ.07/03/2018..πληρωτέο άμεσα σύμφωνα με τους όρους 4 και 10 της συμφωνίας δανείου με τους πιστωτές μου η οποία επισυνάπτεται ως τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση του XXXXX Καρακόκκινου. Ο όρος 4 της συμφωνίας δανείου ορίζει ότι το δάνειο θα εξοφληθεί σε 134 μηνιαίες δόσεις πληρωτές την 5/9/11 και κάθε 5 κάθε επόμενου μηνός μέχρι εξοφλήσεως. Ενώ ο όρος 10 ορίζει ότι παράλειψη του οφειλέτη να καταβάλει ολόκληρη ή μέρος της δόσης του κατά τις καθοριζόμενες ημερομηνίες ή μόλις η Συνεργατική απαιτήσει οποιοδήποτε ποσό, τότε το δάνειο και οποιοδήποτε υπόλοιπο καθίσταται πληρωτέο άμεσα. Στην κατάσταση λογαριασμού φαίνεται ότι υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις εκ μέρους μου, οπόταν αφού υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις εκ μέρους μου οι οποίες έπρεπε να καταβληθούν κατά τις καθορισμένες ημερομηνίες το χρεωστικό υπόλοιπο κατέστη πληρωτέο άμεσα και ο Επίσημος Παραλήπτης είχε κάθε δικαίωμα να καταχωρήσει αίτηση για απαλλαγή μου από τις συμβατικές υποχρεώσεις μου και διαγραφή του χρέους μου.
- Η παράγραφος 4 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Καρακόκκινου είναι απορριπτέα ως αβάσιμη και ανυπόστατη καθώς όπως προανάφερα παραπάνω το χρέος έχει εξακριβωθεί πραγματικά και έχει καταστεί άμεσα πληρωτέο και αυτό φαίνεται και από την κατάσταση ΛΟΓΑΡΙΑΣΜΟΥ που είχε προσκομιστεί με την αίτηση του Επίσημου Παραλήπτη.
- Η παράγραφος 5 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Καρακόκκινου είναι απορριπτέα και αυτή ως αβάσιμη και ανυπόσταση καθώς ο νόμος 65(Ι)/2015 δεν απαιτεί για να καταστεί ένα χρέος επιλέξιμο η συμφωνία δανείου να έχει τερματιστεί από τον πιστωτή. Ούτε αυτό απαιτείται από τους όρους της συμφωνίας δανείου που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 5 στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση των Πιστωτών.
- Αρνούμαι την παράγραφο 6 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Καρακόκκινου και ισχυρίζομαι ότι η συμφωνία δανείου δεν απαιτεί το χρέος για να καταστεί πληρωτέο άμεσα η συμφωνία να έχει λήξει. Αντίθετα από τους όρους 4 και 10 της συμφωνίας δανείου φαίνεται ότι η μη καταβολή των δόσεων στις καθορισμένες ημερομηνίες καταστούσε το χρεωστικό υπόλοιπο πληρωτέο άμεσα. Αναφορικά με τον ισχυρισμό του καθορισμένου πιστωτή ότι η αίτηση δεν έχει επιδοθεί μαζί με το διάταγμα της απαλλαγής θέση της χρεώστης καταγράφεται στην παράγραφο 11 της Ενορκης Δήλωσης. 11.Αρνούμαι την παράγραφο 7 της ένορκης δήλωσης του XXXXX Καρακόκκινου και ισχυρίζομαι ότι το άρθρο 18 του Νόμου 65(I)/2015 δεν απαιτεί το διάταγμα να επιδοθεί μαζί με την μονομερή αίτηση για έκδοση διατάγματος απαλλαγής οφειλέτη. Το μόνο που απαιτείται ως αναφέρεται στο εδάφιο 1β του εν λόγω άρθρου είναι μία ειδοποίηση που το ίδιο άρθρο του νόμου ορίζει τι πρέπει ακριβώς να περιέχει, οπόταν οι ισχυρισμοί των Πιστωτών είναι αβάσιμοι και ανυπόστατοι. Εξάλλου αν οι Πιστωτές ήθελαν να μελετήσουν την μονομερή αίτηση που καταχωρήθηκε από τον Επίσημο Παραλήπτη, μπορούσαν ως Πιστωτές και διάδικοι στην υπόθεση (αφού είχαν το δικαίωμα να κάνουν ένσταση) να διεξάγουν έρευνα στον φάκελο του Δικαστηρίου». Σε σχέση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης είναι θέση της χρεώστης ότι ο καθορισμένος πιστωτής δεν έχει παραθέσει κανένα γεγονός στην ένορκη δήλωση που να υποστηρίζει εύρημα ότι τα στοιχεία της αίτησης απαλλαγής δεν ήταν ακριβής ή ορθά. Ο νόμος περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών ) Νόμος του 2015 65
(1)/2015 είχε σκοπό, μεταξύ άλλων, την υποβοήθηση αφερέγγυων χρεωστών να αντιμετωπίσουν τις οφειλές τους περιλαμβανομένης και της δυνατότητας διαγραφής οφειλών κάτω από προϋποθέσεις και στη βάση καθορισμένης διαδικασίας έτσι ώστε να αποφεύγεται η πτώχευση και να διευκολύνεται η ενεργός συμμετοχή των προσώπων αυτών στη οικονομική δραστηριότητα στη Δημοκρατία. Οι σκοποί του νόμου ως προκύπτει από το προοίμιο της συμφωνίας είναι η προστασία των αφερέγγυων προσώπων που πρέπει να γίνει με τον καθορισμένο τρόπο ως προβλέπει ο νόμος παράλληλα διασφαλίζοντας και τα δικαιώματα των πιστωτών με τρόπο που τα δικαιώματα των πιστωτών δεν θα ήταν σε χειρότερη μοίρα σε σύγκριση με τα δικαιώματα που θα είχαν σε περίπτωση διάθεσης της περιουσίας του χρεώστη σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης νόμου. Αυτός ήταν ο λόγος που θεσπίσθηκε ο νόμος και δόθηκε το δικαίωμα σε χρεώστες για απαλλαγή οφειλών ως ένα επιπρόσθετο μηχανισμό και διαδικασία που αφορά την αφερεγγυότητα φυσικών προσώπων. Η διαδικασία για την έκδοση διατάγματος απαλλαγής οφειλών αφορά το πρώτο κεφάλαιο του νόμου και βρίσκεται κάτω από την επικεφαλίδα 'Τρίτο μέρος του νόμου Διακανονισμοί Αφερεγγυότητας'. Η ερμηνεία που αποδίδεται στο άρθρο 10 του νόμου 65
(1)/15 στην λέξη χρέος σε σχέση με χρεώστη είναι ότι 'σημαίνει χρέος για εκκαθαρισμένο ποσό το οποίο κατά την ημερομηνία της αίτησης έχει καταστεί πληρωτέο'. Είναι σωστός ο δικηγόρος του πιστωτή που έχει καταχωρήσει την ένσταση ότι κατά την ημερομηνία της καταχώρησης της αίτησης για απαλλαγή του επιλέξιμου χρέους, ήτοι 14 Φεβρουαρίου 2018 η ερμηνεία της λέξης χρέους είχε το ακόλουθο λεκτικό 'σημαίνει χρέος για πραγματικά εξακριβωμένο ποσό το οποίο, κατά την ημερομηνία αίτησης, είναι πληρωτέο άμεσα.' Ήταν θέση του πιστωτή που καταχώρησε την ένσταση ότι θα πρέπει να ακυρωθεί το διάταγμα απαλλαγής της συγκεκριμένης οφειλής διότι η πιστωτής της οφειλέτης ουδέποτε τερμάτισε την συμφωνία για να ζητήσει την άμεση πληρωμή του οφειλόμενου ποσού. Αντιθέτως, παρά το ότι υπήρχαν καθυστερημένες δόσεις που δεν είχε καταβάλει η οφειλέτης της είχαν αποσταλεί επιστολές για τις καθυστερήσεις. Υπήρχε πρόνοια στην δανειακή σύμβαση με αριθμό 10 του έδιδε το δικαίωμα στο πιστωτικό ίδρυμα να παραχωρεί χρόνο στην οφειλέτη να πληρώσει την καθυστερημένη οφειλή. Επειδή υπήρχε αυτή η δυνατότητα και η πιστωτής δεν ενεργοποίησε το δικαίωμα της να τερματίσει την συμφωνία και να απαιτήσει άμεσα την πληρωμή του ποσού είναι θέση του πιστωτή ότι το συγκεκριμένο χρέος δεν ήταν άμεσα πληρωτέο ώστε να εμπίπτει στις πρόνοιες του νόμου ως προς χρέος που είναι επιλέξιμο για απαλλαγή. Αντίθετη ήταν η θέση της οφειλέτης η οποία θεωρεί ότι ολόκληρο το χρέος εμπίπτει στις πρόνοιες του νόμου και ορθά έχει εκδοθεί διάταγμα για την απαλλαγή της από την αποπληρωμή του συγκεκριμένου χρέους. Με βάση την ρητή και φυσική ερμηνεία των λέξεων που χρησιμοποιούνται για να συμπληρωθεί ο ορισμός της λέξης 'χρέος' στο άρθρο 10 του νόμου προκύπτει ότι το χρέος είναι επιλέξιμο για απαλλαγή επειδή είναι 'εκκαθαρισμένο' και 'άμεσα πληρωτέο'. Η φυσική και ρητή σημασία των πιο πάνω λέξεων είναι απλή και κατανοητή και θεωρώ ότι δεν αφήνεται περιθώριο αμφιλεγόμενων ερμηνειών εφόσον γίνεται αναφορά σε χρέος που είναι άμεσα πληρωτέο. Το άμεσα πληρωτέο σημαίνει χρέος που ο χρόνος αποπληρωμής του έχει παρέλθει με βάση τις πρόνοιες της δανειακής σύμβασης. Το άμεσα πληρωτέο δεν περιορίζεται στο χρέος που απαιτείται άμεσα με τερματισμό της συμφωνίας και την χρήση δικαστικών μέτρων για ανάκτηση της οφειλής. Καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία των λέξεων θεωρώ ότι υπάρχει με βάση τους σκοπούς του νόμου, πιο πάνω ,καθώς η όλη φιλοσοφία που διέπει την νομοθεσία αφορά την παροχή επιπρόσθετων εργαλείων και σχήματα για την διαχείριση των χρεών αφερέγγυων φυσικών προσώπων εναλλακτικά της διαδικασίας πτώχευσης. Στην υπόθεση Compass Catering Services (Cyprus) Ltd. V Κυπριακή Δημοκρατία 4 ΑΑΔ 317
(2000)το Εφετείο επεξήγησε πότε και υπό ποιες προϋποθέσεις είναι βοηθητική η τελεολογική ερμηνεία του νόμου. "Η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων (teleological, purposive interpretation) επιτρέπει οποτεδήποτε το κείμενο της νομοθεσίας παρέχει την ευχέρεια, την απόδοση της ερμηνείας εκείνης που αποτελεσματικότερα προωθεί την ευόδωση των κατά άλλα έκδηλων σκοπών του νομοθέτη. Δεν δικαιολογεί όμως η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας, ούτε καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει την απόκλιση από τις ρητές διατάξεις της νομοθεσίας ή τη μεταβολή του κειμένου της. Όπου οι πρόνοιες της νομοθεσίας είναι σαφείς το κείμενο της αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νομοθέτη." Προκύπτει για εξέταση το πιο κάτω ζήτημα: Κατά πόσο η μεταφορά του προσωπικού των αιτητών από και προς το χώρο εργασίας συνιστά "μετακίνηση" εντός της έννοιας του άρθρου 25
(13)(ε) του Νόμου. Απορρίπτω τον ισχυρισμό των αιτητών ότι η ορθή ερμηνεία της λέξης "μετακίνηση" σημαίνει τα έξοδα του αυτοκινήτου που ο εργοδότης παραχωρεί στον υπάλληλο του για προσωπική χρήση και δεν καλύπτει τα έξοδα μεταφοράς προσωπικού από και προς τον τόπο εργασίας τους. Όπως έχει λεχθεί κατ' επανάληψη στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση της Ολομέλειας στη Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας
(1995)3 Α.Α.Δ. 59, στην οποία λέχθηκε: "Σκοπός της ερμηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νομοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερμηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ' ένα νομοθέτημα γενικά ερμηνεύονται με τη συνήθη τους σημασία, αλλά και με βάση τα συμφραζόμενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείμενο και το σκοπό του νόμου". Η λέξη 'εκκαθαρισμένο' με αναφορά το ποσό του χρέους έχει την εξής ερμηνεία σύμφωνα με το Βικιλέξιο στο διαδίκτυο 'μετοχή παθητικού παρακείμενου του ρήματος εκκαθαρίζω πχ. που είναι καθαρό'. Στα αγγλικά η λέξη εκκαθαρισμένο ποσό αναφέρεται σε ποσό που είναι 'cleared' ή 'liquidated'. Σύμφωνα με το Lectic Law Library στο διαδίκτυο απαίτηση για εκκαθαρισμένο ποσό 'liquidated claim' is a right or a demand to payment in a sum certain. An example of a liquidated claim is a promissory note for 10,000.
- One can examine the claim and determine its value by simple calculation'. Ομοίως χρέος που προκύπτει από δανειακή σύμβαση για καθορισμένο ποσό και σε καθορισμένο χρόνο πρόκειται για εκκαθαρισμένο ποσό απαίτησης. Η πιστωτής έχει καταχωρήσει ως τεκμήριο 5 που επισυνάπτεται στην ένσταση την δανειακή σύμβαση που δείχνει το οφειλόμενο ποσό δηλαδή το σύνολο της αξίας της δανειακής σύμβασης ήτοι 15000 ευρώ σε 134 δόσεις των 170.
- Η οφειλέτης είχε επισυνάψει κατάσταση λογαριασμού της οφειλής που δείχνει ότι το συνολικό οφειλόμενο πόσο μαζί με τις καθυστερήσεις και άλλα έξοδα ( κυρώσεις, διοικητικά έξοδα) που έχουν συσσωρευθεί εξαιτίας της καθυστέρησης σαν πληρωμή των δόσεων ανερχόταν στο ποσό των 19775.69 κατά τις 2.5.
- Είναι γεγονός ότι ο πιστωτής δεν έχει τερματίσει την συμφωνία και έχει μονάχα αποστείλει επιστολές με τις οποίες προειδοποίησε την οφειλέτη ότι έχει καθυστερήσεις αλλά δεν έχει προσκομίσει αποδεικτικό στοιχείο ότι έχει δώσει παράταση χρόνου στην οφειλέτη με την οποία έχει επιδείξει ανοχή στην πρόθεση της οφειλέτης να αποπληρώσει το οφειλόμενο ποσό σε μελλοντικό χρόνο ( forbearance). Εκείνο που προκύπτει από το αποδεικτικό υλικό που έχει τεθεί ενώπιον μου είναι ότι το ποσό οφείλεται άμεσα αυτός ήταν και ο λόγος αποστολής των προειδοποιητικών επιστολών που κάνουν αναφορά σε καθυστερήσεις στην πληρωμή. Σκοπός του νόμου είναι να δοθεί η δυνατότητα στην οφειλέτη να αποφύγει την διαδικασία της πτώχευσης αλλά παράλληλα με την χρήση του εργαλείου της απαλλαγής οφειλής ο πιστωτής δεν πρέπει να βρίσκεται σε θέση χειρότερη απ' ότι θα ήταν στην περίπτωση που προχωρούσε εναντίον της οφειλέτου με την διαδικασία της πτώχευσης. Η φιλοσοφία του νόμου είναι απαλλαγή των χρεών προσώπων που δεν έχουν καμία δυνατότητα να πληρώσουν τα χρέη τους που δεν υπερβαίνουν το ποσό των 25000.00 ευρώ διασφαλίζοντας παράλληλα τα δικαιώματα του πιστωτή να ανακτήσει το χρέος στην περίπτωση που υπήρχε τέτοια δυνατότητα εάν ακολουθείτο η διαδικασία της πτώχευσης. Με την κλασική διαδικασία της πτώχευσης πιστωτής δικαιούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης όταν συντρέχουν οι ακόλουθες προϋποθέσεις: Όροι βάσει των οποίων πιστωτής δύναται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης 5.-
(1)Πιστωτής δεν θα δικαιούται να υποβάλει αίτηση πτώχευσης εναντίον χρεώστη, εκτός αν- (α) το χρέος που οφείλεται από το χρεώστη προς τον αιτητή πιστωτή, ή, αν δύο ή περισσότεροι πιστωτές υποβάλλουν από κοινού την αίτηση, το συνολικό ποσό των χρεών που οφείλεται στους διάφορους αιτούντες πιστωτές συμποσούται σε δεκαπέντε χιλιάδες ευρώ (€15.000), και, (β) το χρέος είναι εκκαθαρισμένο ποσό, πληρωτέο είτε αμέσως είτε σε καθορισμένο μελλοντικό χρόνο, και (γ) η πράξη πτώχευσης στην οποία στηρίζεται η πτώχευση συνέβηκε μέσα σε έξι μήνες πριν από την υποβολή της αίτησης Εφόσον ο πιστωτής θεωρεί ότι το ποσό του χρέους οφείλεται, υπό την έννοια ότι ο πιστωτής δεν έχει προβεί σε συμφωνία με την οποία έχει απαλλάξει την οφειλέτη από την υποχρέωση να αποπληρώσει την οφειλή διατηρεί το δικαίωμα να καταχωρήσει αίτηση πτώχευσης για το συγκεκριμένο χρέος επειδή αυτό είναι για εκκαθαρισμένο ποσό και είναι πληρωτέο. Το άρθρο 10 της συμφωνίας δανείου που επικαλείται ο πιστωτής για να υποστηρίξει την θέση ότι το χρέος δεν είναι πληρωτέο αμέσως προνοεί τα ακόλουθα : «Σε περίπτωση καθυστέρησης καταβολής οποιασδήποτε δόσης ή μέρους της, ή σε περίπτωση που το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του κατέστη πληρωτέο και απαιτητό, το καθυστερούμενο και ή Οφειλόμενο ποσό θα φέρει επί πλέον χρέωση τόκου υπερημερίας από την ημέρα της καθυστέρησης και ή από την ημέρα που κατέστη απαιτητό και οφειλόμενο, μέχρι την εξόφληση του. Ως τόκος υπερημερίας συμφωνείται το εκάστοτε Συνολικό Επιτόκιο προσαυξημένο κατά 2.00%. Ο χρεώστης, εκτός από τους τόκους υπερημερίας. οφείλει τόκους επ' αυτών από την πρώτη μέρα καθυστέρησης, οι οποίοι προστίθενται στο ποσό του δανείου ανά εξάμηνο. Περαιτέρω, παράλειψη ή άρνηση του χρεώστη να καταβάλει ολόκληρη ή μέρος οποιασδήποτε από τις πιο πάνω δόσεις, μαζί με οποιουσδήποτε τόκους ή προμήθειες ή δικαιώματα που οφείλονται δυνάμει της παρούσας συμφωνίας, κατά τις καθορισμένες ημερομηνίες ή μόλις η Συνεργατική με βάση την παρούσα συμφωνία απαιτήσει οποιαδήποπε πληρωμή, καθιστούν το πιο πάνω δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο και απαιτητό και παρέχει στη Συνεργατική, χωρίς επηρεασμό οποιασδήποτε άλλης θεραπείας ή δικαιώματος της, το δικαίωμα όπως απαιτήσει και εισπράξει αμέσως ολόκληρο τοπίο πάνω δάνειο, προμήθειες, δικαιώματα και οποιαδήποτε άλλα έξοδα. Νοείται ότι η Συνεργατική θα έχει το δικαίωμα να δίνει παρατάσεις και να δέχεται πληρωμές έναντι οποιασδήποτε δόσης η οποία είναι πληρωτέα και/ή να τροποποιεί όλους ή οποιουσδήποτε από τους όρους που αναφέρονται στην αποπληρωμή του δανείου». Με την καθυστέρηση αποπληρωμής μίας δόσης σύμφωνα με τον όρο 10 καθίσταται το δάνειο ή οποιοδήποτε υπόλοιπο του αμέσως πληρωτέο. Συνεπώς, στην περίπτωση που ο χρεώστης καθυστερήσει να πληρώσει δόση δανείου ως αυτή καθορίζεται στην συμφωνία δανείου όλο το ποσό του δανείου έχει καταστεί πληρωτέο και ενεργοποιείται το δικαίωμα του πιστωτή να ζητήσει αμέσως την αποπληρωμή όλου του ποσού της δανειακής σύμβασης, να ζητήσει μερική αποπληρωμή του ποσού του δανείου και να δώσει πίστωση χρόνου για την αποπληρωμή του υπολοίπου. Βάσει του πιο πάνω όρου ο πιστωτής απέστειλε επιστολή για καθυστερημένες δόσεις. Ο πιστωτής δεν έχει καταχωρήσει ως τεκμήριο τις επιστολές για τις καθυστερημένες δόσεις ώστε να φανεί κατά πόσο καλούσε την οφειλέτη να πληρώσει το οφειλόμενο ποσό. Όμως με βάση τον όρο 10 της συμφωνίας εκείνο που καθιστούσε ολόκληρο το υπόλοιπο του δανείου πληρωτέο ήταν η παράλειψη πληρωμής μίας δόσης. Το ποσό της οφειλής είναι για εκκαθαρισμένο ποσό διότι υπολογίζεται ακριβώς και πληροφορήθηκε για τούτο το οφειλόμενο η οφειλέτης με καταστάσεις λογαριασμού που της απεστάλησαν. Επίσης το ποσό ήταν πληρωτέο ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η πιστωτής δεν ενεργοποίησε το δικαίωμα της να ζητήσει αποπληρωμή αμέσως. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία ότι ο πιστωτής τροποποίησε την συμφωνία ώστε να δοθεί παράταση χρόνου στην οφειλέτη να πληρώσει το καθυστερημένο ποσό. Με βάση τον όρο 12 της συμφωνίας με τερματισμό της συμφωνίας ο πιστωτής δικαιούται να προβεί στην λήψη νομικών μέτρων για ανάκτηση του οφειλόμενου ποσού με τον τερματισμό της σύμβασης όμως αυτό γίνεται κατά την επιλογή του πιστωτή και όχι επειδή το ποσό δεν είναι πληρωτέο υπό την έννοια ότι η συμφωνία δανείου είναι καθορισμένης διάρκειας και όχι αόριστης διάρκειας ποσό οφείλεται άμεσα επειδή υπάρχουν καθυστερημένες δόσεις πράγμα που καθιστά με βάση το άρθρο 10 της συμφωνίας όλο το ποσό του δανείου άμεσα πληρωτέο. Οπότε ολόκληρο το ποσό του δανείου ήταν με βάση την συνηθισμένη και ρητή ερμηνεία της λέξης πληρωτέο επειδή η οφειλέτης είχε καθυστερήσει στην πληρωμή των δόσεων. Δεν θεωρώ ότι υπάρχει περιθώριο εισαγωγής άλλης πιο εξειδικευμένης ερμηνείας της λέξης 'άμεσα πληρωτέο' λαμβάνοντας υπόψη τους σκοπούς του νόμου και της όλης φιλοσοφίας του νόμου. Εάν το άμεσα πληρωτέο αφορά μόνο οφειλή που προκύπτει μόνο μετά τον τερματισμό της δανειακής σύμβασης θεωρώ ότι θα ήταν κάτι που θα προβλεπόταν ρητώς στον ορισμό της λέξης «χρέος» στο άρθρο 10 του νόμου. Σύμφωνα με το άρθρο 10 επιλέξιμο χρέος για σκοπούς απαλλαγής είναι το οποιοδήποτε χρέος του επιλέξιμου χρεώστη μέχρι 25000 ευρώ. Ο επιλέξιμος χρεώστης είναι εκείνος ο οποίος σύμφωνα με το άρθρο 11
(2)του νόμου έχει μηνιαίο εισόδημα που υπολογίζεται στα 200 ευρώ μηνιαίως και που δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία που υπερβαίνουν τα 1000.00 ευρώ. Δηλαδή, πρόκειται για φυσικό πρόσωπο που εκ των πραγμάτων δεν έχει την δυνατότητα να πληρώσει το χρέος επειδή τα έσοδα του είναι πενιχρά και τα περιουσιακά του στοιχεία σχεδόν ανύπαρκτα. Εφόσον η παρούσα οφειλέτης έχει κριθεί ότι δεν έχει εισόδημα που υπερβαίνει το ποσό των 200 μηνιαίως και που δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία πως είναι δυνατόν να είναι σοβαρό το επιχείρημα του πιστωτή ότι υπάρχει η ευχέρεια αναδιάρθρωσης δανείου που σήμερα πρέπει να έχει ξεπεράσει το ποσό των 20000.00 μαζί με τους τόκους και τα έξοδα ώστε να επικαλείται αυτή την δυνατότητα για να στηρίξει την θέση ότι το χρέος αυτό δεν είναι πληρωτέο άμεσα διότι μπορεί να γίνει κάποια άλλη συμφωνία με την οφειλέτη για την αποπληρωμή του δανείου. Εφόσον η οφειλέτης έχει κριθεί επιλέξιμος χρεώστης, και αυτό δεν αμφισβητείται, νοείται ότι η οικονομική της κατάσταση είναι απελπιστική και ότι δεν υπάρχει εναλλακτική οδός πέραν της πτώχευσης για τον διακανονισμό του χρέους. Το αποτέλεσμα της έκδοσης του διατάγματος απαλλαγής για το συγκεκριμένο χρέος είναι, μεταξύ άλλων, αυτό που προδιαγράφεται στο άρθρο 19
(1)(στ) ήτοι ότι ο καθορισμένος πιστωτής δεν δύναται μετά την έκδοση διατάγματος απαλλαγής οφειλών να : (στ) τερματίσει ή τροποποίησει συμφωνία ή να απαιτήσει καταβολή πληρωμής σύμφωνα με τις πρόνοιες της εν λόγω συμφωνίας που έχει συναφθεί με καθορισμένη χρεώστη εξαιρουμένης οποιασδήποτε συμφωνίας εξασφάλισης βασιζόμενος μόνο στο γεγονός ότι ο χρεώστης είναι αφερέγγυος. Εφόσον το αποτέλεσμα της έκδοσης του διατάγματος είναι άρση του δικαιώματος του καθορισμένο πιστωτή της συμφωνίας να τερματίσει την δανειακή σύμβαση νοείται ότι για να εκδοθεί το διάταγμα μετά από την υποβολή της αίτησης μονομερώς δεν είναι αναγκαία προϋπόθεση για την έκδοση του διατάγματος να προηγηθεί ο τερματισμός. Οπότε το πληρωτέο χρέος είναι εκείνο που οφείλεται την ημέρα υποβολής της αίτησης για απαλλαγή. Η απλή και ρητή ερμηνεία της λέξης 'πληρωτέο' είναι το χρέος που πρέπει να πληρωθεί δηλαδή οφείλεται υπό την έννοια ότι έφθασε και/ ή επήλθε η ώρα της αποπληρωμής του. Έχει την ίδια έννοια που η λέξη 'πληρωτέο χρέος' έχει δυνάμει τις πρόνοιες του περί πτώχευσης νόμου δηλαδή ένα χρέος που ήρθε η ώρα της αποπληρωμής του και έτσι η μη εξόφληση του δίδει δικαίωμα στον πιστωτή να προχωρήσει με διαδικασία πτώχευσης. Η νομοθεσία παρέχει προστασία για τον αφερέγγυο πιστωτή. Εφόσον ο πιστωτής θα μπορούσε να προχωρήσει εναντίον της περιουσίας της οφειλέτης για το συγκεκριμένο χρέος για να θεωρηθεί πράξη πτώχευσης θα ήταν παράλογο να μην υπάρχει η ευχέρεια της οφειλέτης να προβεί σε διάβημα για απαλλαγή των χρεών πράγμα που θα την προστάτευε από το ενδεχόμενο να κηρυχθεί σε πτώχευση. Εξάλλου η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να ακυρώσει ή να τροποποίησει το διάταγμα απαλλαγής οφειλών προσδιορίζεται από τους λόγους ένστασης που καταγράφονται στο άρθρο 20
(3)του νόμου ως ακολούθως: «20.-
(1)Καθορισμένος πιστωτής δύναται οποτεδήποτε μετά την έκδοση Διατάγματος Απαλλαγής Οφειλών και, εντός αποκλειστικής προθεσμίας ενός
(1)έτους από την έκδοση τέτοιου διατάγματος από το δικαστήριο, να υποβάλει ένσταση στο αρμόδιο δικαστήριο, αναφορικά με τη συμπερίληψη σαν καθορισμένου χρέους, χρέους για το οποίο είναι καθορισμένος πιστωτής.
(2)Ένσταση δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)- (α) υποβάλλεται με την καταχώρηση της ειδοποίησης της ένστασης στο αρμόδιο δικαστήριο, η οποία επιδίδεται στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας και τον καθορισμένο χρεώστη· και (β) δυνατό να βασίζεται μόνο σε έναν από τους λόγους που προβλέπονται, σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(3).
(3)Οι λόγοι της ειδοποίησης υποβολής ένστασης, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), μπορούν να είναι μόνο οι εξής- (α) ο καθορισμένος χρεώστης δεν πληρούσε τα κριτήρια επιλεξιμότητας, που προβλέπονται σύμφωνα με τις διατάξεις του εδαφίου
(2)του άρθρου 11, όταν υπέβαλε την αίτηση, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12· (β) ισχύουν ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα, τα οποία προκαλούν ή έχουν προκαλέσει σημαντική ζημιά στον καθορισμένο πιστωτή: (
- i)Υπάρχει ουσιώδης ανακρίβεια ή παράλειψη στην Κατάσταση Προσωπικών Οικονομικών Στοιχείων, ή στις άλλες πληροφορίες που παρέχονται, ή στα έγγραφα που προσκομίζονται από τον καθορισμένο χρεώστη, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12· (
- ii)ο καθορισμένος χρεώστης έχει κηρυχθεί πτωχεύσας χωρίς το διάταγμα του δικαστηρίου να έχει ακυρωθεί ή να έχει αποκατασταθεί ο χρεώστης· (iii) ο καθορισμένος χρεώστης, μετά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του Διατάγματος Απαλλαγής Οφειλών, και εντός ενός έτους από την έκδοσή του, διέπραξε αδίκημα, δυνάμει των διατάξεων του παρόντος Νόμου· (
- iv)οι διαδικασίες, που προβλέπονται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Κεφαλαίου, δεν τηρήθηκαν· (ν) ο καθορισμένος χρεώστης, διά των ενεργειών του, εντός προθεσμίας έξι
(6)μηνών που λήγει κατά την ημερομηνία αίτησης που υποβάλλεται, δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 121 έχει τακτοποιήσει τις οικονομικές του υποθέσεις με τρόπο που αποσκοπεί κυρίως στο να καταστεί επιλέξιμος για την έκδοση Διατάγματος Απαλλαγής Οφειλών.
(4)Η ακρόαση, της δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1), ειδοποίησης ένστασης, πραγματοποιείται το συντομότερο δυνατό.
(5)Μετά την ακρόαση ένστασης δυνάμει των διατάξεων του παρόντος άρθρου, το δικαστήριο δύναται να την απορρίψει ή να κάνει ένα ή περισσότερα από τα ακόλουθα- (α) να ακυρώσει το Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών· (β) να εκδώσει διάταγμα για την τροποποίηση του Διατάγματος Απαλλαγής Οφειλών, με το οποίο να αφαιρεί το καθορισμένο χρέος, που αποτέλεσε το αντικείμενο της ένστασης, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(1)· ή (γ) να διατάξει κάθε άλλο μέτρο που κρίνει σκόπιμο: Νοείται ότι, οι εξουσίες του δικαστηρίου δυνάμει των διατάξεων του παρόντος εδαφίου δεν περιλαμβάνουν την εξουσία να συμπεριλάβει σε Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών, σαν καθορισμένο επιλέξιμο χρέος, χρέος το οποίο δεν συμπεριλήφθηκε στην αίτηση του χρεώστη δυνάμει των διατάξεων του άρθρου 12 ή σε οποιεσδήποτε πληροφορίες ή έγγραφα τα οποία παρασχέθηκαν, από τον καθορισμένο χρεώστη ή εκ μέρους του, στο πλαίσιο της αίτησής του για την έκδοση τέτοιου διατάγματος.
(6)Σε περίπτωση που το δικαστήριο εκδώσει απόφαση, δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου
(5)του παρόντος άρθρου- (α) ο Πρωτοκολλητής του δικαστηρίου ειδοποιεί την Υπηρεσία Αφερεγγυότητας και τον καθορισμένο χρεώστη για την εν λόγω απόφαση· και (β) η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας, με την παραλαβή της ειδοποίησης, σύμφωνα με τις διατάξεις της παραγράφου (α) ενημερώνει τους καθορισμένους πιστωτές καθώς επίσης και οποιοδήποτε εγγυητή καθορισμένου επιλέξιμου χρέους του χρεώστη, όπου αυτό εφαρμόζεται, για την απόφαση. Εκείνο που προκύπτει από το, πιο πάνω, άρθρο είναι ότι η δυνατότητα ακύρωσης και/ή τροποποίησης του διατάγματος δεν εξαρτάται από τις ενέργειες του πιστωτή και την δική του απόφαση να μην προχωρήσει σε τερματισμό της συμφωνίας. Εάν υπήρχε τέτοια πρόθεση του νομοθέτη θεωρώ ότι θα υπήρχε ρητή πρόβλεψη στον νόμο ότι το 'πληρωτέο χρέος΄ περιορίζεται στο χρέος που έχει απαιτηθεί μετά από τερματισμό της συμφωνίας. Το δικό μας νομοθέτημα έχει πολλές ομοιότητες με παρόμοια νομοθεσία στην Αγγλία που παρέχει την δυνατότητα παραχώρησης του λεγόμενου DRO (debt relıef order) σε φυσικό πρόσωπο ως εναλλακτικό σχήμα διακανονισμού των οφειλών της πτώχευσης όταν το φυσικό πρόσωπο που είναι χρεώστης είναι σχεδόν άπορος και το χρέος του δεν είναι μεγάλο. Στην Αγγλία δύναται για αιτητή να αποταθεί για την έκδοση DRO δυνάμει του άρθρου 251 του Insolvency Act
- Στην υπόθεση R v Offıcıal Receıver [2013] EWHC 1839 (admın) CO/2346/12 Αγγλικό Δικαστήριο επεξήγησε ποιος είναι ο κύριος σκοπός του σχήματος DRO The DRO regıme was one of four personal ınsolvency procedures ıntroduced through the trıbunal courts and Enforcement act
- It ıs a sımplıfıed bankruptcy regıme to meet for a low cost personal ınsolvency procedure desıgned to enable debtors wıth relatıvely low levels of debt and lımıted surplus ıncome to clear theır debts. DRO's provıde protectıon from ındebtedness by prohıbıtıng further legal process agaınst a debtor wıthout the courts permıssıon ın respect of debts and at the end of a one year moratorıum perıod a dıscharge from those debts. Whıle sımılar ın those respects to bankruptcy the DRO machınery dıffers from bankruptcy ın that DRO's are only avaılable to debtors wıth no substantıal assets and no ıncome over that whıch ıs necessary to meet the debtors reasonable needs that ıs to say surplus ıncome and there ıs no provısıon relatıng to the collectıon, realısatıon or dıstrıbutıon of the debtors estate. It ıs less elaborate beıng ınıtıated admınıstratıvely by the offıcıal receıver on the applıcatıon of the ındıvıdual debtor vıa a debt advısor who ıs an approved ıntermedıary and οn the basıs of specıfıed crıterıa as to assets ıncome and lıabılıtıes. Unlıke bankruptcy there ıs no trustee ın whom the assets of the debtor are vested for dıstrıbutıon to the credıtors. DRO's are thus meant for those over - burdened wıth debt who have relatıvely low lıabılıtıes no assets ın excess to 300 pounds ın value and no surplus ıncome over 50 pounds wıth whıch to come to an arrangement wıth credıtors. Αναφορικά με την ερμηνεία του όρου «χρέους» αυτό αφορά χρέος που δεν υπερβαίνει αυτό που προβλέπει η νομοθεσία με εξαίρεση χρέη για μη εκκαθαρισμένο ποσό. Χρέος που δεν είναι εκκαθαρισμένο σημαίνει χρέος 'debt that ıs not for a lıquıdated sum payable to a credıtor eıther ımmedıately or at some future tıme.' Ως εκ τούτου το χρέος αφορά το συνολικό ποσό του χρέους που οφείλει να πληρώσει ο επιλέξιμος χρεώστης επειδή αυτό είναι για εκκαθαρισμένο ποσό και δεν περιορίζεται σε χρέος που προκύπτει μόνο μετά από την καταγγελία και τερματισμό της συμφωνίας δανείου. Δεν υπάρχει τεχνητός περιορισμός του όρου 'χρέους' ανάλογα με την συμβατική επιλογή του πιστωτή να προβεί σε καταγγελία και τερματισμό της δανειακής σύμβασης. Στην ουσία είναι μία επιλογή του χρεώστη που προκαταλαμβάνει τις ενέργειες του πιστωτή ώστε να αποφύγει την διαδικασία της πτώχευσης εφόσον τα χρέη του, εισόδημα και περιουσία του είναι τέτοια που δεν έχει την ευχέρεια να προβεί σε άλλου είδους διακανονισμό με τους πιστωτές του. Το άρθρο 215Β του Αγγλικού νόμου προνοεί ότι ο αιτητής υποχρεούται να καταγράψει τα στοιχεία όλων των χρεών του ήτοι το συνολικό ποσό που οφείλεται, τους οφειλόμενους τόκους καθώς τόκοι και άλλα έξοδα και κυρώσεις που έχουν καταστεί πληρωτέα μέχρι την ημερομηνία υποβολής της αίτησης. (σελ 21 πιο πάνω ). Στην υπόθεση Payne and another v Secretary of State Work and Pensions [2010] EWCA Civ 1431 Αγγλικό Δικαστήριο σκιαγράφησε τις στοιχειώδης διαφορές του σχήματος DRO με αυτό της πτώχευσης. Υπήρξε υπερπληρωμή του οφειλέτη κυβερνητικών ωφελημάτων και επειδή οι αποκοπές που έκανε ο γραμματέας για να ανακτήσει το ποσό της υπερπληρωμής ήταν μέρος του ποσού που συμπεριλήφθηκε στο διάταγμα απαλλαγής των οφειλών το Αγγλικό Εφετείο επικύρωσε πρωτόδικη κρίση με την οποία αποφασίσθηκε ότι ο γραμματέας δεν είχε δικαίωμα ανάκτησης της υπερπληρωμής. Επεξηγήθηκε ότι σε αντίθεση με την διαδικασία της πτώχευσης στην οποία υπάρχει η ελπίδα ανάκτησης των χρεών με τον απολογισμό της περιουσίας του χρεώστη και διανομή του στο τέλος της διαδικασίας στους πιστωτές με το DRO δίδεται άμεση ελάφρυνση του χρεώστη διότι η απαλλαγή γίνεται στην αρχή της διαδικασίας διότι αναγνωρίζεται ότι δεν υπάρχει προοπτική η ελπίδα ο συγκεκριμένος χρεώστης να είναι σε θέση να αποπληρώσει τα χρέη του. THE DRO SCHEME [66] In the explanatory notes to the Tribunals Courts and Enforcement Act 2007, which amended the Insolvency Act to introduce the DRO scheme, reference was made (at para 456) to two consultation documents. The first, issued by the Department for Constitutional Affairs in July 2004, was entitled "A Choice of Paths - Better options to manage over-indebtedness and multiple debt". The second, issued by the Insolvency Service in March 2005, was entitled "Relief for the Indebted - an Alternative to Bankruptcy." [67] The first consultation paper divided debtors into the categories of "Won't pay", "Could pay" and "Can't pay". In the third group were those with "No income No assets", shortened to "NINA". For NINAs it proposed a new scheme for clearing the decks. The proposed scheme was developed more fully in the second consultation paper, which suggested criteria for being able to apply for a DRO and explained how the scheme was intended to operate. The current DRO scheme resulted from this process of consultation. [68] It was intended to be, and is, essentially a simple scheme. [69] The class of persons who may apply for a DRO is limited. Schedule 4ZA sets out a number of conditions which must be met. The debtor's monthly surplus income must not exceed a prescribed amount, which is currently set by subordinate regulations at £
- The total value of the debtor's property must not exceed a prescribed amount. Currently, the Applicant must not own a vehicle worth more than £1,000 or have things of value or savings or a pension fund worth over £
- In other words, it is a special scheme for the very poor with debts. The debts must not exceed £15,
- There is a check against a person making use of the scheme habitually. Under the schedule a person is not eligible for a DRO if a similar order has been made in relation to them in the previous six years. [70] There are also limits on the debts in respect of which a DRO may be made. By s 251A
(2), a qualifying debt must be for a liquidated sum (payable either immediately or at some certain future time) and must not be "an excluded debt". [71] Under the version of the Insolvency Rules which has been in force since 6 April 2009 (by reason of the Insolvency (Amendment) Rules 2009/642 Sch 1, para 1), among the types of debt excluded for the purposes of a DRO are certain government loans, namely loans made to students under the Teaching and Higher Education Act 1998 or the Education (Student Loans) Act 1990, but not loans from the social fund or benefit overpayments. [72] An application for a DRO is made to the Official Receiver via an "approved intermediary" ie a debt advisor. By s 251B the application must include a list of the debts to which the debtor is subject, giving details of the amount and the creditor, and such other information about the debtor's affairs (including his creditors, debts and liabilities and his income and assets) as may be prescribed. The subordinate regulations effectively require full disclosure of the debtor's financial circumstances. If the information provided by the debtor appears to be in order, and the Official Receiver has no reason to believe that the information supplied is incomplete or inaccurate, he must make a DRO and give notice of it to the creditors named in the order. [73] A DRO has no effect in relation to any creditor or debt not specified in the order, for example, a creditor to whom an excluded debt is owed or a person to whom the debtor has an unliquidated liability. Είναι καθαρό επομένως ότι ο σκοπός του νόμου είναι η βοήθεια άπορων ατόμων να εξασφαλίσουν απαλλαγή από χρέη διότι δεν υπάρχει η προοπτική αποπληρωμής των χρεών με τα εισοδηματικά και περιουσιακά δεδομένα που κατέχουν. Δεν είναι σχήμα που εφαρμόζεται για εκείνους που είναι κακοπληρωτές αλλά είναι επιλογή που προσφέρεται σε εκείνους που δεν μπορούν να πληρώσουν εξαιτίας της φτώχειας. Στην δική μας την περίπτωση οι πιστωτές διατείνονται ότι έχουν καλέσει την οφειλέτη να προσέλθει κοντά τους για σκοπούς αναδιάρθρωσης του χρέους αλλά δεν έχουν προσκομίσει θετική μαρτυρία περί τούτου. Η συμβατική πρόνοια στην οποία με έχουν παραπέμψει είναι εκείνη που χρησιμοποιεί η τράπεζα να ανακτήσει το χρέος της στην περίπτωση μη πληρωμής έστω και μίας δόσης του δανείου. Είναι πρόνοια που διασφαλίζει τα δικαιώματα του πιστωτή διότι καθιστά ολόκληρο το ποσό του δανείου πληρωτέο και παρέχει στον πιστωτή επιλογές ως προς τον τρόπο που θα προχωρήσει για να ανακτήσει το χρέος. Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου μαρτυρία που καταδεικνύει ότι ο πιστωτής έχει δώσει παράταση χρόνου αποπληρωμής του χρέους ή μέρους του χρέους (forbearance) σε μελλοντικό χρόνο. Κατά τον χρόνο της έκδοσης του διατάγματος το καθορισμένο χρέος ήταν πληρωτέο δηλαδή οφειλόμενο και κρίθηκε ότι με τα εισοδήματα και περιουσία της οφειλέτης δεν υπήρχε προοπτική αποπληρωμής του χρέους. Ο πιστωτής δεν έχει αναδείξει με την ένσταση του ένα από τους καθορισμένους λόγους ένστασης δυνάμει του άρθρου 20
(3)του Ν. 65
(1)/15 για να δικαιούται ακύρωση του διατάγματος. Σκοπός του σχήματος απαλλαγής οφειλών είναι ελάφρυνση προσώπων που είναι σχεδόν άποροι από το δυσβάστακτο βάρος χρεών που αδυνατούν να πληρώσουν. Το εν λόγω χρέος ήταν εκκαθαρισμένο και οφειλόμενο κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος και η οφειλέτης που θεωρήθηκε επιλέξιμη χρεώστης αδυνατούσε να το πληρώσει. Η συμβατική πρόνοια στην οποία με παρέπεμψε η πιστωτής είναι άσχετη με τους επιτρεπόμενους λόγους ένστασης με βάση τον νόμο. Αντίθετα, είναι συμβατική πρόνοια που καθιστά ολόκληρο το δάνειο πληρωτέο στην περίπτωση παράλειψης πληρωμής καθορισμένης δόσης κατά την διάρκεια της συμφωνίας δανείου. Είναι πρόνοια που κατοχυρώνει τα δικαιώματα του πιστωτή δεν κατοχυρώνει δικαίωμα του οφειλέτη για αποπληρωμή του χρέους σε μέλλοντα χρόνο. Η μη παράθεση αυτής της συμβατικής πρόνοιας στην αίτηση για απαλλαγή των χρεών δεν μπορεί να είχε καμία επίδραση στην κρίση του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος. H παρούσα διαδικασία δεν είναι προσωρινό διάταγμα και διέπεται από συγκεκριμένες νομοθετικές πρόνοιες που καθορίζουν λόγους που επενεργούν στην κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση διατάγματος απαλλαγής οφειλών. Δεν ασκείται διακριτική εξουσία κατά την έκδοση διατάγματος καθότι εάν o οφειλέτης αποδείξει ότι είναι επιλέξιμος χρεώστης και έχει επιλέξιμα χρέη δικαιούται σε απαλλαγή οφειλών όπως προνοεί ο νόμος. Οι λόγοι για τους οποίος το διάταγμα μπορεί να ακυρωθεί ή να τροποποιηθεί καθορίζονται στο άρθρο 20
(3)του νόμου. Το διάταγμα απαλλαγής οφειλών εκδίδεται μονομερώς αφού γίνει έρευνα του επίσημου παραλήπτη. Όμως το άρθρο 20
(3)(β)(i) δίδει ευχέρεια στο Δικαστήριο να ακυρώσει ή να τροποποιήσει το διάταγμα στην περίπτωση που υπάρχει ουσιώδης ανακρίβεια ή παράλειψη στην κατάσταση προσωπικών οικονομικών στοιχείων ή στις άλλες πληροφορίες που παρέχονται ή στα έγγραφα που προσκομίζονται από τον καθορισμένο χρεώστη δυνάμει του άρθρου 12. Οπότε η υποχρέωση του χρεώστη σε καλή τι πίστη αποκάλυψη θα πρέπει να συναρτάται με βάση την πρόνοια πιο πάνω διότι το σχήμα απαλλαγής χρεών είναι εργαλείο ελάφρυνσης του χρέους μόνο για οφειλέτη που πράγματι και γνήσια χρειάζεται τέτοιο σχήμα ως εναλλακτικό της πτώχευσης. Στην απόφαση Global Cruise Lines v Metro Shipping 1 ΑΑΔ 607
(1989)λέχθηκε ότι το καθήκον για αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων συναρτάται προς την καλή πίστη που πρέπει να έχει ό διάδικος όταν ζητεί την έκδοση θεραπείας χωρίς να ακουσθεί η άλλη πλευρά. Το κριτήριο, για τα ποια γεγονότα είναι ουσιώδης και που τείνουν να επηρεάζουν την κρίση του Δικαστηρίου αν δεν αποκαλυφθούν, είναι αντικειμενικό: «Ουσιώδεις για τους σκοπούς αυτούς είναι κάθε γεγονός το οποίο άπτεται και μπορεί εξ'αντικειμένου να επιδράσει στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για τη χορήγηση ή όχι της αιτούμενης θεραπείας» Όπως λέχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση M & Ch Mitsingas Trading Ltd. v Timberland, 1 ΑΑΔ 1791
(1997)η σημασία της μη αποκάλυψης έγκειται στην αποστέρηση του Δικαστηρίου γνώσης ουσιωδών γεγονότων. Το τι είναι ουσιώδης γεγονός προσδιορίζεται με αναφορά των επίδικων θεμάτων που εγείρονται στα πλαίσια του αιτήματος για απαγορευτικό διάταγμα όπως καθορίζονται από το άρθρο 32 του Ν. 14/60. Επίσης στην πιο πάνω απόφαση επισημαίνονται και τα ακόλουθα: «Το κριτήριο για τα γεγονότα που πρέπει να αποκαλυφθούν είναι αντικειμενικό. Το ηθελημένη ή μη της παράλειψης δεν είναι σημαντικό ούτε η πρόθεση εξαπάτησης αποτελεί προϋπόθεση για την ακύρωση του διατάγματος για τη μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων...». Αυτά που πρέπει να αποκαλυφθούν από τον ενάγοντα είναι γεγονότα γνωστά σ' αυτόν ή γεγονότα τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη προσπάθεια τα οποία σχετίζονται με: (α) το βάσιμο του δικαιώματός του όπως διαγράφεται στο δικόγραφό του. (β) τη σοβαρότητα του ζητήματος που εγείρεται καθώς και (γ) την πιθανότητα της επιτυχίας. Η υποχρέωση για αποκάλυψη γεγονότων δεν περιλαμβάνει μόνο τα ουσιώδη γεγονότα που είναι γνωστά στον αιτητή αλλά και αυτά τα οποία θα μπορούσε να ανακαλύψει με εύλογη έρευνα (Βλ. Ρένα Αριστοτέλους Λτδ, Πολ. Έφεση 12144 ημερομηνίας 27.03.2006). Στην παρούσα περίπτωση η χρεώστης αποκάλυψε όλα τα στοιχεία που αφορούσαν το δάνειο. Αποκάλυψε και καταστάσεις λογαριασμού που καταδεικνύουν το υπόλοιπο οφειλόμενο ποσό και το ότι αυτό είναι πληρωτέο. Δεν έχει θέσει υπόψη μου η πιστωτής άλλο δεδομένο σε σχέση με τα προσωπικά στοιχεία του χρεώστη ή κάποιο σχέδιο παράτασης της οφειλής σε μέλλοντα χρόνο (forbearance) που να αλλάζει τα δεδομένα ως αυτά είχαν διαμορφωθεί ενώπιον του Δικαστηρίου κατά τον χρόνο έκδοσης του διατάγματος. Δεν τίθεται ζήτημα μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων. Το χρέος από το οποίο είχε απαλλαγεί ο χρεώστης ήταν εκκαθαρισμένο και πληρωτέο άμεσα. Εάν πρόθεση του νομοθέτη ήταν τα διατάγματα να εκδίδονται μόνο σε σχέση με δανειακές συμβάσεις που έχουν τερματισθεί θα προέβαινε σε ρητή νομοθετική πρόνοια περί τούτου. Περαιτέρω, τέτοια ερμηνεία του νόμου θα καταστρατηγούσε την πρόθεση του νομοθέτη ήτοι απαλλαγή των χρεών ως επιλογή για τον αφερέγγυο χρεώστη και όχι εργαλείο που θα επέτρεπε στους πιστωτές να επιλέξουν να μην τερματίσουν την δανειακή συμφωνία ώστε να στερήσουν από δικαιούχο οφειλέτη την επιλογή της απαλλαγής των οφειλών. Ως εκ τούτου η ένσταση απορρίπτεται δυνάμει του άρθρου 20
(5)και τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται εναντίον του πιστωτή όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή στην κλίμακα της αξίας του χρέους που είναι αντικείμενο της απαλλαγής και να εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.)............. Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ Πιστό Αντίγραφο Πρωτοκολλητής /ΑΙ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο