ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ XXXXX ν. ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ, Αριθ. Αγωγής: 768/18, 28/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A558 EΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ. Αριθ. Αγωγής: 768/18 ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΤΙΚΗ ΕΠΙΤΡΟΠΗ ΠΟΛΥΚΑΤΟΙΚΙΑΣ XXXXX ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ - και - XXXXX ΜΙΧΑΗΛΙΔΗΣ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΣ ------------------------------------ Αίτηση ημερ. 19 Δεκεμβρίου, 2018 Ημερομηνία: 28 Νοεμβρίου, 2019 Εμφανίσεις: Για τους Ενάγοντες: Αλέκος Πατσαλίδης Για τον Εναγόμενο: Δημήτρης Ηλιάδης & Σία ΔΕΠΕ ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ AΠΟΦΑΣΗ H παρούσα αίτηση έχει καταχωρηθεί για να παραμερισθεί η απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής ημερομηνίας 3.7.
- Η απόφαση εκδόθηκε επειδή ο εναγόμενος παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή. Σύμφωνα με την ένορκη δήλωση του εναγόμενου προς υποστήριξη της ένστασης του επιδόθηκε η απόφαση που είχε εκδοθεί στις 27.7.
- Κατά το έτος 2013 η οικονομική του κατάσταση ήταν άθλια. Πλήρωνε μηνιαίως το ποσό των 600 ευρώ ως δόση στεγαστικού δανείου και 100.0 σε οφειλή και έτσι για μεγάλο χρονικό διάστημα αδυνατούσε να καταβάλει κοινόχρηστα έξοδα για το διαμέρισμα του στην πολυκατοικία XXXXX στην Λευκωσία. Η οφειλή προέκυπτε από κοινόχρηστα και όχι αυθαίρετες χρεώσεις και η αγωγή που αφορούσε τα κοινόχρηστα του επιδόθηκε στις 12.4.
- Της αγωγής αυτής προηγήθηκε η αγωγή 70/15 που αφορούσε κοινόχρηστα έξοδα στην οποία εκδόθηκε απόφαση εκ συμφώνου για το ποσό των 6244.00 την 1.7.
- Αυτή η απόφαση ήταν υπό αναστολή νοουμένου ότι κατέβαλε το ποσό των 200 μηνιαίως. Δεν μπορούσε να τηρήσει κανονικά το χρονοδιάγραμμα των οφειλών και λήφθηκαν μέτρα εκτέλεσης εναντίον του. Παράλληλα δεν ήταν κατορθωτό να πληρώνει ταυτόχρονα και τα τρέχοντα κοινόχρηστα έξοδα. Η διαχειριστική επιτροπή αποφάσισε να τον επιβαρύνει αδικαιολόγητα με επιπρόσθετα έξοδα επιδιόρθωσης τοιχοποιίας διαμερίσματος που καταστράφηκε μετά από έντονη βροχόπτωση και μπλοκαρίσματος των υδρορροών της οροφής. Θεωρεί ότι ήταν υποχρέωση του ιδιοκτήτη να πληρώσει για την εν λόγω επιδιόρθωση. Ο ιδιοκτήτης εκείνου του διαμερίσματος ισχυρίζεται ότι έπαθε κάποιες βλάβες που τις αποδίδει σε απόφραξη υδρορροής στην βεράντα του διαμερίσματος του εναγόμενου. Η πληρωμή απαιτήθηκε από τον ίδιο διά μέσω της διαχειριστικής επιτροπής. Με την καταχώρηση της αγωγής επικοινώνησε με τους δικηγόρους του για να διασαφηνισθεί η οφειλή και να συμπεριληφθεί στον διακανονισμό που είχαν καταλήξει και παράλληλα εξέφρασε έντονη διαφωνία αναφορικά στην χρήση κοινόκτητης βεράντας. Προς αποκατάσταση της αλήθειας αναφέρει τα ακόλουθα στις παραγράφους 14,15,16 και 17) (14,15,16,17) Οι ενάγοντες δεν προχώρησαν με αίτηση για απόφαση επειδή γνώριζαν ότι αυτές οι χρεώσεις είχαν ήδη πληρωθεί ή ήταν μέρος της απαίτησης στα πλαίσια της αγωγής 70/
- Ο δικηγόρος του επικοινώνησε με τον δικηγόρο των εναγόντων για να γίνει συνάντηση του με την διαχειριστική επιτροπή. Παρά των πιο πάνω γεγονότων οι ενάγοντες προχώρησαν στο Δικαστήριο στην απουσία του. Θεωρεί ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή εξαιτίας των όσων αναφέρονται στις παραγράφους 20 και 21 της Ένορκης Δήλωσης. Σημειώνεται ότι η αλληλογραφία στην οποία αναφέρεται για να πραγματοποιηθεί συνάντηση και που επισυνάπτεται ως τεκμήριο 2 στην δήλωση έχει ημερομηνία μεταγενέστερη της έκδοσης της απόφασης. Με την ένσταση τους οι ενάγοντες έχουν αναφέρει τα ακόλουθα ενόρκως ήτοι ότι ο εναγόμενος παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση ενώ του επιδόθηκε η αγωγή. Στην συνέχεια του επιδόθηκε η απόφαση της αγωγής που εκδόθηκε στις 3.7.2018 αλλά παρόλο τούτο καταχώρησε την αίτηση παραμερισμού επτά μήνες αργότερα. Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η βεράντα που εφάπτεται του διαμερίσματος του δεν είναι κοινόκτητη θεωρεί ότι ορθά εκδόθηκε η απόφαση από το Δικαστήριο. Η απόφαση που εκδόθηκε στις 3.7.18 είναι ως ακολούθως απόφαση) Το αιτητικό της αγωγής ως η Εκθεση Απαιτήσεως είναι ως ακολούθως ( ολη εκθεση απαιτήσεως). Η απόφαση στην αγωγή επιδόθηκε στον εναγόμενο στις 11 Ιανουαρίου
- Στην παρούσα περίπτωση ο εναγόμενος έλαβε γνώση της αγωγής και παρέλειψε να εμφανισθεί συνεπώς δεν είναι από τις περιπτώσεις που δικαιωματικά θα πρέπει να παραμεριστεί η απόφαση. H Δ.17 θ.10 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας προνοούν ως ακολούθως, στην περίπτωση που εκδοθεί απόφαση εναντίον εναγόμενου ερήμην λόγω του ότι παρέλειψε να καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή: «Where judgement is entered pursuant to any of the proceeding rules of this Order, it shall be lawful for the Court in a proper case to set aside or vary judgement upon such terms as may be just» Η νομολογία μας αναγνωρίζει δύο περιπτώσεις όπου είναι ορθό και δίκαιο να παραμερισθεί η εκδοθείσα απόφαση. Η πρώτη περίπτωση είναι όταν εκδίδεται απόφαση λόγω αντικανονικότητας στην διαδικασία, που οδήγησε στην έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Σ' αυτή την περίπτωση δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση από το Δικαστήριο. Ο εναγόμενος δικαιωματικά (ex debito justitiae) αποτείνεται στο Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης και το Δικαστήριο, αφού ικανοποιηθεί ότι υπήρχε αντικανονικότητα στην διαδικασία με αποτέλεσμα να μην δικαιούται ο ενάγοντας απόφαση κατά τον δεδομένο χρόνο, είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση. Η δεύτερη περίπτωση είναι αυτή κατά την οποία η διαδικασία ήταν κανονική και ορθή είχε εκδοθεί η απόφαση αλλά ο εναγόμενος λόγω αβλεψίας ή παραλείψεως του δεν εμφανίσθηκε στην αγωγή, με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση εναντίον του. Η διάκριση μεταξύ της πρώτης και δεύτερης περίπτωσης σύμφωνα με τον Lord Wright στην Αγγλική απόφαση Evans v Bartlam,
(1937)2 ALL ER 646,656 η οποία υιοθετείται και εφαρμόζεται από τα Κυπριακά Δικαστήρια, είναι ότι στην περίπτωση όπου αποδεικνύεται ότι δεν θα έπρεπε να εκδοθεί απόφαση στην αγωγή με βάση τα γεγονότα, το Δικαστήριο θα πρέπει να παραμερίσει την απόφαση ενώ στην περίπτωση όπου η έκδοση της απόφασης έγινε κανονικά και νομότυπα το Δικαστήριο θα ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης μόνο εάν ο εναγόμενος πείσει το Δικαστήριο ότι υπάρχουν γεγονότα που στοιχειοθετούν την ύπαρξη καλής υπεράσπισης και που θα πρέπει να ακουσθούν στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της αγωγής. Θα πρέπει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι προκαλείται αδικία εάν δεν παραμερισθεί η απόφαση διότι παρά της ύπαρξης καλής υπεράσπισης δεν δίδεται ευκαιρία στον εναγόμενο να ακουσθεί. «A discretion necessarily involves a latitude of individual choice, according to the particular circumstances, and differs from a case where the decision follows ex debito justitiae, once the facts are ascertained. In a case like the present, there is a judgement , which though by default , is a regular judgement, and the applicant must show grounds why the discretion to set it aside should be exercised in his favour. The primary consideration is whether he has merits, to which the Court should pay heed; if merits are shown the court will not prima facie desire to let pass a judgement on which there has been no proper adjudication. The Court might also have regard to the applicants explanation why he neglected to appear after being served , though as a rule his fault in that respect can be sufficiently punished by the terms, as to costs.. The appellant here has an explanation , the truth of which is indeed denied by respondent , but at this stage I see no reason why he should be disbelieved on what appears to me to be a conflict on affidavits». Στην δεύτερη αυτή περίπτωση το Δικαστήριο δεν είναι υποχρεωμένο να παραμερίσει την απόφαση άλλα έχει την διακριτική εξουσία να παραμερίσει την απόφαση εάν ο εναγόμενος ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι: (α) έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή (β) η μη εμφάνιση του είναι δικαιολογημένη υπό της περιστάσεις. Ο εναγόμενος έχει το βάρος αποδείξεως σε σχέση με την ύπαρξη των πιο πάνω προϋποθέσεων. Να σημειωθεί ότι, ο εναγόμενος δεν είναι ανάγκη να αποδείξει την αλήθεια των γεγονότων που περιέχονται στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού, τα οποία θεμελιώνουν το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης. Αυτό που θα πρέπει να αποδείξει ο εναγόμενος είναι ότι τα γεγονότα πού περιέχονται στην ένορκη του δήλωση εάν ήταν αληθινά θα αποτελούσαν καλή υπεράσπιση στην αγωγή. Όπως έχει λεχθεί στην υπόθεση Λευκίδου ν Αρίστου Κανναουρίδη, Πολιτική Εφεση 10015 ημερ. 26.4.99 διά να αποδειχθεί η ύπαρξη καλής υπεράσπισης στην αγωγή σε αίτηση παραμερισμού της απόφασης, δεν απαιτείται η απόδειξη της αλήθειας των ισχυρισμών με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται η απόδειξη γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση των προνοιών της Δ.48 θ.4 των Διαδικαστικών Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας. Ο σκοπός της αίτησης παραμερισμού δεν είναι για να εκδικασθεί η ουσία της αγωγής επί των γεγονότων και να γίνει αξιολόγηση της μαρτυρίας αλλά να εξετάσει το Δικαστήριο κατά πόσο υπάρχουν ισχυρισμοί που βασίζονται σε κάποια γεγονότα που αποτελούν υπεράσπιση στην αγωγή. Είναι γι' αυτό το λόγο που τα γεγονότα αυτά δεν είναι ανάγκη να αποδειχθούν για την αλήθεια τους. Στην υπόθεση Καλλής Ξενοφών ν Alpha Bank Ltd Πολιτική Εφεση 11115 ημερ. 18/6/02, λέχθηκε ότι τα στοιχεία πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας για να δικαιολογείται η άσκηση της διακριτικής εξουσίας υπέρ του παραμερισμού. "Ατλώντας κατεύθυνση από την Νομολογία η αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης προϋποθέτει αλλά και εξυπακούει κάτι περισσότερο από την απλή παράθεση από τον αιτητή μιας εκδοχής διαφορετικής από αυτή του ενάγοντα. Θα πρέπει να προσκομιστούν στο Δικαστήριο κάποια αποδεικτικά στοιχεία τα οποία εξυπακούεται πως θα πρέπει να εμπεριέχουν κάποιο βαθμό πειστικότητας που θα καθορίζεται και θα καταδεικνύει μέσα από τους ιδίους τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς, ώστε η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκείται επί ματαίω και μόνο αν θα εξυπηρετεί χρήσιμος σκοπός επιλύσεως της διαφοράς των διαδίκων.Αποδοχή ισχυρισμών χωρίς ίχνος υποστηρικτικού υλικού που να προσδίδει σ' αυτούς κάποια βαρύτητα θα ισοδυναμούσε με κλονισμό της βεβαιότητας που πρέπει να υπάρχει, τόσο για την τελεσιδικία των δικαστικών αποφάσεων, όσο και για τα δικαιώματα των πολιτών." Στην παρούσα περίπτωση ο εναγόμενος όχι μόνο δεν έχει παραθέσει ικανοποιητικά γεγονότα για να πείσει περί του καλόπιστου της υπεράσπισης του αλλά το μαρτυρικό υλικό που έχει παραθέσει προς υποστήριξη των ισχυρισμών του τείνει να καταρρίπτει τους ισχυρισμούς αυτούς με αποτέλεσμα να δημιουργείται κακή εντύπωση για την ειλικρίνεια του εναγόμενου περί της ύπαρξης καλής υπεράσπισης. Η υπεράσπιση του κινείται σε 3 σημεία. Κατά πρώτο λόγο ισχυρίζεται ότι το ποσό των 2739.00 ευρώ της απόφασης αφορά κοινόχρηστα. Είναι θέση του ότι αυτό τα ποσό έχει ήδη πληρωθεί ή αφορούν την απαίτηση στην αγωγή 70/15. Επίσης ισχυρίζεται ότι τα κοινόχρηστα προκύπτουν ως αποτέλεσμα παράνομης χρέωσης για επιδιόρθωση του ταβανιού διαμερίσματος ιδιοκτήτη που είναι και παράλληλα μέλος της διαχειριστικής επιτροπής της πολυκατοικίας. Με αναφορά την παράγραφο 3 της Έκθεσης Απαιτήσεως στην αγωγή προκύπτει ότι η απαίτηση για το ποσό των 2889.00 αφορά την καθορισμένη οφειλή των κοινόχρηστων για την περίοδο από 1 Ιανουαρίου 2015 μέχρι την 28 Φεβρουαρίου 2018. Λεπτομέρειες των χρεώσεων δόθηκαν κατά την δικάσιμο και προκύπτει ότι τα κοινόχρηστα αυτά αφορούσαν την καθορισμένη μηνιαία οφειλή για την συγκεκριμένη περίοδο και όχι οφειλή που αφορούσε μία χρέωση για τον συγκεκριμένο λόγο που ανέφερε ο εναγόμενος στην ένορκη του δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης του. Ως προς τον ισχυρισμό ότι αυτό το ποσό είναι μέρος της απαίτησης στην αγωγή 70/15 ή που έχει ήδη πληρωθεί πως μπορεί αυτό να αληθεύει όταν τα κοινόχρηστα που έχουν απαιτηθεί αφορούν την περίοδο 2015-2018 και ακόμη δεν είχαν προκύψει κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής 70/15. Ο εναγόμενος δεν έχει παραθέσει κανένα γεγονός ή αποδεικτικό στοιχείο για να καταδείξει ότι το ποσό των 2889.00 δεν είναι στην πραγματικότητα για κοινόχρηστα και δεν έχει παραθέσει κανένα ποσό για να καταδείξει ότι αυτή η οφειλή έχει ήδη πληρωθεί ή αποτελεί μέρος μία άλλης απαίτησης. Αντίθετα, τα πραγματικό υπόβαθρο που έχει παραθέσει φαίνεται να υποσκάπτει τους ισχυρισμούς του και έτσι απουσιάζει ο αναγκαίος βαθμός πειστικότητας ότι έχει καλή υπεράσπιση για το ποσό των 2889.00. Αναφορικά με το θέμα της κοινόκτητης βεράντας στην ουσία δεν έχει αρνηθεί ότι η συγκεκριμένη βεράντα ανήκει πράγματι στο κοινόκτητο μέρος της πολυκατοικίας και ότι απαγορεύει στους υπόλοιπους ιδιοκτήτες πρόσβαση στην εν λόγω βεράντα. Ήταν θέση του ότι έχει συνεννοηθεί να έχει αποκλειστική χρήση της βεράντας αλλά δεν έχει αναφέρει με ποιο έχει συνεννοηθεί, πότε έχει συνεννοηθεί, και κατά πόσο υπάρχει δεσμευτική συμφωνία που να του παραχωρούσε τέτοιο δικαίωμα. Στην απουσία λεπτομερειών για τα προαναφερόμενα ο ισχυρισμός του ότι συνεννοήθηκε για την αποκλειστική χρήση της βεράντας χωρίς να επεξηγηθεί πως και γιατί αυτή η συνεννόηση παράγει νομικό αποτέλεσμα σε σχέση με την αποκλειστική χρήση της βεράντας στερείται πειστικότητας ως υπεράσπιση. Δεν έχει παραθέσει κανένα γεγονός που να θεμελιώνει την υπεράσπιση ύπαρξης πραγματικής και δεσμευτικής συμφωνίας για την παραχώρηση κοινόκτητης περιουσίας σε ένα ιδιοκτήτη της πολυκατοικίας με την σύμφωνη γνώμη της διαχειριστικής επιτροπής. Οπότε αυτός ο ισχυρισμός δεν αποτελεί σοβαρή υπεράσπιση. Τέλος σε σχέση με το ποσό της απόφασης που αφορά έξοδα της διαχειριστικής επιτροπής για την επιδιόρθωση του ανελκυστήρα της πολυκατοικίας δεν έχει παραθέσει καμία υπεράσπιση. Ως εκ τούτου δεν έχει αποδείξει ότι έχει βάσιμη υπεράσπιση ώστε να έχει νόημα και ουσία το επανάνοιγμα της υπόθεσης σε αυτό το στάδιο. Οι λόγοι μη εμφάνισης που επικαλείται ο εναγόμενος για να πετύχει τον παραμερισμό της απόφασης πρέπει να αποδειχθούν κανονικά. Ο τρόπος με τον οποίο θα μπορούσε να αποδειχθεί αυτό το γεγονός, είναι με το συνηθισμένο τρόπο απόδειξης γεγονότων σε ενδιάμεσες αιτήσεις με βάση την Δ.48. Όπως έχει λεχθεί στην απόφαση Luis Vuitton v Δερμοσακ Λτδ, 1 ΑΑΔ 1454,1463
(1992)η μαρτυρία η οποία υποστηρίζει την αίτηση παρέχεται με ένορκη δήλωση, όπως προβλέπεται στη Δ.
- Όταν υπάρχει διάσταση των γεγονότων μεταξύ των γεγονότων της ένορκης δήλωσης της αίτησης και της ένστασης, αυτά τα γεγονότα πρέπει να αποδειχθούν και ο αιτητής έχει το βάρος αποδείξεως. «Εφόσον αμφισβητούνται τα γεγονότα τα οποία στοιχειοθετούν την αίτηση, επιβάλλεται η απόδειξη τους από τον διάδικο που έχει το βάρος απόδειξης, όπως ορίζεται στη Δ.48 θ.4 Id at 1465». Στην υπόθεση Λευκίδου, Supra note 2 υποδείχθηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο ότι τα γεγονότα που αφορούν το λόγο μη εμφάνισης του εναγόμενου, θα πρέπει να αποδειχθούν σε αίτηση για παραμερισμό της απόφασης από τον αιτητή. «Με προσδιορισμό το βάρος απόδειξης, ορισμένου γεγονότος, εφάρμοσαν την Δ.48 θ.4 αναφορικά με τη μέθοδο της απόδειξης του. Η νομολογία σε σχέση με τη Δ.48 θ.4 που παραθέσαμε αφορά σε κάθε ενδιάμεση αίτηση, σε σχέση με γεγονότα τα οποία πρέπει να αποδεικνύονται. Δεν επιβάλλει την απόδειξη γεγονότων που δεν χρειάζεται να αποδειχθούν. Εφαρμόζεται όμως και σε περιπτώσεις αιτήσεων για παραμερισμό, σε σχέση με γεγονότα τα οποία, στη βάση των αρχών της Evans v Bartlam πρέπει να αποδειχτούν. Όπως για παράδειγμα μπορεί να είναι οι λόγοι μη εμφάνισης ή της όποιας καθυστέρησης». Στην Αγγλική υπόθεση Evans v Bartlam, Supra note 1, πιο πάνω, επεξηγείται ότι τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται ο αιτητής για να δικαιολογήσει την μη εμφάνιση του θα πρέπει να διαπιστωθούν (ascertained facts) διά να καταλήξει το Δικαστήριο σε εύρημα για τον λόγο μη εμφάνισης. Ο εναγόμενος παραδέχεται ότι έλαβε γνώση της αγωγής αλλά στην ουσία δεν έχει προβάλει κανένα λόγο που να δικαιολογεί την μη εμφάνιση του στην αγωγή. Αφήνει να νοηθεί ότι την ευθύνη για την παράλειψη του να ενεργήσει με τρόπο που να διασφαλίζει τα νομικά του συμφέροντα είναι η συμπεριφορά των εναγόντων επειδή καθυστέρησαν να καταχωρήσουν αίτηση για απόφαση και επειδή ο δικηγόρος του επικοινωνούσε με τον δικηγόρο του. Επίσης ως δικαιολογία για την μη εμφάνιση του στην αγωγή προβάλει συνάντηση του με την διαχειριστική επιτροπή. Ομως δεν προβάλει ως λόγο για την μη εμφάνιση του ισχυρισμό ότι του είπαν να μην καταχωρήσει εμφάνιση στην αγωγή ή ότι του έδωσαν διαβεβαιώσεις ότι δεν θα προχωρούσαν εναντίον του με την έκδοση απόφασης εξαιτίας μη εμφάνισης. Οπότε την ευθύνη για το γεγονός ότι αγνόησε το κλητήριο ένταλμα που του επιδόθηκε και τον πληροφορούσε για τα δικαιώματα του την έχει μόνο ο εναγόμενος. Προκλητικό επίσης ήταν να καταθέσει προς υποστήριξη της αίτησης παραμερισμού αλληλογραφία των δικηγόρων και πρακτικό της συνάντησης της διαχειριστικής επιτροπής που πραγματοποιήθηκε μετά την έκδοση της απόφασης ημερομηνίας 22.11.
- Ισχυρίσθηκε ότι αυτές οι επικοινωνίες και συνάντηση ήταν ο λόγος που δεν εμφανίσθηκε στην αγωγή και τα επισύναψε ως τεκμήρια για να αποδείξει ισχυρισμό ότι είναι εξαιτίας συμπεριφοράς των εναγόντων που δεν καταχώρηση τον ισχυρισμό έγγραφα που αποδεικνύουν ότι η επικοινωνία και η συνάντηση έγινε τον Νοέμβριο 2018 μετά την έκδοση της απόφασης στην αγωγή. Επομένως, όχι μόνο δεν έχει παραθέσει δικαιολογία για την μη εμφάνιση στο Δικαστήριο αλλά φαίνεται να μην είπε την αλήθεια ότι υπήρχε επικοινωνία και συνάντηση μεταξύ του διαστήματος της επίδοσης της αγωγής και της έκδοσης της απόφαση. Αυτή δεν είναι η περίπτωση που θα ήταν σωστό και δίκαιο να ασκηθεί η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου υπέρ του παραμερισμού της απόφασης επειδή δεν υπάρχει καλή τι πίστη υπεράσπιση και επειδή δεν έχει τεθεί ενώπιον μου βάσιμη δικαιολογία για την μη εμφάνιση στην αγωγή. Υπάρχει όμως και επιπρόσθετος λόγος που θα απέρριπτα την αίτηση του εναγόμενου και αυτός είναι η αδιαφορία και η κωλυσιεργία που έχει επιδείξει στην προώθηση της διαδικασίας. Προκύπτει από τα δεδομένα ενώπιον μου ότι πρώτη φορά που έχει λάβει οποιαδήποτε ένδικα μέτρα στα πλαίσια της αγωγής ήταν την 19.12.18 πέντε μήνες μετά την επίδοση της απόφασης στην αγωγή. Σε όλο αυτό το διάστημα ο εναγόμενος όχι μόνο δεν επεδίωξε να παραμερίσει την απόφαση αλλά τον Νοέμβριο 2018 πήγε σε συνάντηση της διαχειριστικής επιτροπής ώστε να επέλθει διακανονισμός και οι δικηγόροι ανταλλάξαν επιστολές μεταξύ τους προς διευθέτηση όλων των οφειλών συμπεριλαμβανομένου και της οφειλής στην αγωγή 768/
- Όπως λέχθηκε στην απόφαση Miluca Motor Trading Ltd. v Χρυσάνθου Κούρτη, Πολτική Εφεση 9686 ημερ. 8 Αυγούστου 1997 οι εξηγήσεις που δίδει ο εναγόμενος για την μη εμφάνιση του στο Δικαστήριο δεν συνιστούν αυτομάτως και δικαιολογία. Περαιτέρω λέχθηκαν τα ακόλουθα: "Η νομολογία υποστηρίζει ότι μπορεί να απορριφθεί η αίτηση, παρά την αποκάλυψη συζητήσιμης υπεράσπισης, εφόσο διαπιστωθεί ότι ο εναγόμενος επέδειξε αδιαφορία για την αγωγή, η οποία προσλαμβάνει τη μορφή καταφρόνησης της δικαστικής διαδικασίας και δικαιωμάτων του αντιδίκου" Το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει και την όλη συμπεριφορά του διαδίκου παρά του γεγονότος ότι έχει καλή υπεράσπιση διαφορετικά το αποτέλεσμα, όπως επεξηγείται στην πιο πάνω απόφαση, θα είναι ότι «πορεία της δικαστικής διαδικασίας και τα αποτελέσματα της θα αφήνονταν αιωρούμενα μέχρι την εκδήλωση της θέσης του εναγόμενου, σε σχέση με την εναντίον του αγωγή.» Ο εναγόμενος δεν εξήγησε γιατί χρειάσθηκε τέτοιο χρονικό διάστημα για να συντάξει και να καταχωρήσει αυτή την αίτηση. Ο τρόπος που χειρίστηκε το όλο ζήτημα της αγωγής και της έκδοσης της απόφασης στην συνέχεια δείχνουν μία αδιαφορία του εναγόμενου προς τους θεσμούς και στην δικαστική διαδικασία που δεν παραβλεφθεί. Ως εκ τούτου και για όλους του πιο πάνω λόγους το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ του παραμερισμού της απόφασης. Ούτε το θεωρώ δίκαιο υπό αυτές τις περιστάσεις να στερήσω τους ενάγοντες από τα δικαιώματα που έχουν αποκτήσει ως αποτέλεσμα της εκδοθείσας απόφασης. Η αίτηση απορρίπτεται τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον του εναγόμενου όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο. (Υπ.) Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Ε.Δ cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο