← Κύπρος

Ιακωβίδη και Αντωνίου υπό την ιδιότητα τους ως Συνεκκαθαριστές της εταιρείας MRIYA AGRO HOLDING PUBLIC LIMTED κ.α. ν. GUTA κ.α., Αρ. Αγωγής: 1238/2018

Ιακωβίδη και Αντωνίου υπό την ιδιότητα τους ως Συνεκκαθαριστές της εταιρείας MRIYA AGRO HOLDING PUBLIC LIMTED κ.α. ν. GUTA κ.α., Αρ. Αγωγής: 1238/2018, 13/11/2019 ΠΑΓΚΥΠΡΙΟΣ ΔΙΚΗΓΟΡΙΚΟΣ ΣΥΛΛΟΓΟΣ CyLaw | Αναφορικά μ'εμάς | " target="_top">Επικοινωνία | Όροι χρήσης Έρευνα - Κατάλογος Αποφάσεων Πρωτόδικων Δικαστηρίων - Εμφάνιση Αναφορών (Noteup on) - Αφαίρεση Υπογραμμίσεων ECLI:CY:EDLEF:2019:A511 ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ΕΝΩΠΙΟΝ: Α. ΔΑΥΙΔ, Π.Ε.Δ. Αρ. Αγωγής: 1238/2018 Μεταξύ: XXXXX (XXXXX) Ιακωβίδη και XXXXX Αντωνίου υπό την ιδιότητα τους ως Συνεκκαθαριστές της εταιρείας MRIYA AGRO HOLDING PUBLIC LIMTED (HE 211870) Εναγόντων - και -

  1. XXXXX GUTA, από την Ελβετία Και άλλων ως το Παράρτημα Α που επισυνάπτεται στο Κλητήριο Ένταλμα Εναγομένων Αιτήσεις ημερ. 22.02.2019 εκ μέρους των Εναγομένων αρ. 1 και 2 και ημερ. 11.02.2019, εκ μέρους των Εναγομένων 4 και 7 Ημερομηνία: 13.11.2019 Εμφανίσεις: Στην αίτηση ημερ. 22.02.2019 Για αιτητές: κα Παπακλεοβούλου για κα Μ. Σταυρινού. Για καθ' ων η αίτηση: κ. Γ. Χριστοδούλου με κα Χαραλαμπίδου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ. Εμφανίσεις: Στην αίτηση ημερ. 11.02.2019 Για αιτητές: κ. B. Παρπαρίνος για Λούκας & Βίας Λ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. Για καθ' ων η αίτηση: κ. Γ. Χριστοδούλου με κα Χαραλαμπίδου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε. Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η Στις 14.05.2018, ταυτόχρονα με τη δρομολόγηση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής μέσω Γενικά Οπισθογραφημένου Κλητηρίου Εντάλματος, οι ενάγοντες καταχώρισαν μονομερή αίτηση, στα πλαίσια της οποίας αξίωναν ικανό αριθμό προσωρινών διαταγμάτων. Το Δικαστήριο, στις 17.05.2018, εξετάζοντας την αίτηση προχώρησε στην έκδοση, μονομερώς, μέρους μόνο των αιτούμενων διαταγμάτων, ειδικότερα ως το «Α» της Αίτησης σε βάρος των Εναγομένων 6 και 10, δίδοντας οδηγίες όπως σε σχέση με τα υπόλοιπα αιτητικά, η ως άνω Αίτηση επιδοθεί στους Καθ΄ ων η αίτηση. Στις 18.06.2018, το Δικαστήριο, στα πλαίσια σχετικής αίτησης ημερ. 31.05.2018 που προωθήθηκε από τους Ενάγοντες, εξέδωσε διάταγμα με το οποίο επέτρεπε την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, μεταξύ άλλων και προς τους Εναγομένους 1, 2, 4 και 7 της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, της μονομερώς προωθηθείσας αίτησης ημερ. 14.05.2018, της ένορκης δήλωσης που την συνόδευε και τα επισυνημμένα σε αυτήν τεκμήρια, του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 17.05.2018 και της ως άνω αίτησης ημερ. 31.05.2018 και της ένορκης δήλωσης που την υποστήριζε, στη βάση της οποίας εξεδόθη το σχετικό διάταγμα ημερ. 18.06.
  2. Στην εξέλιξη της διαδικασίας, με δεδομένο ότι είχαν επιδοθεί τα έγγραφα που αφορούσε το διάταγμα ημερ. 18.06.2018, έχοντας παρέλθει το χρονοδιάγραμμα που είχε τεθεί για καταχώριση εμφάνισης από τους εναγομένους 1, 2, 4 και 7, χωρίς οι τελευταίοι - όπως και άλλοι εναγόμενοι - να εμφανιστούν στη διαδικασία, το Δικαστήριο προχώρησε στις 21.09.2018, στην έκδοση των υπόλοιπων διαταγμάτων που επιζητούνταν στην αίτηση ημερ. 14.05.2018 στο βαθμό και την έκταση που αυτά αφορούσαν τον κάθε ένα από τους εν λόγω εναγομένους. Στις 19.10.2018, το Δικαστήριο, στο πλαίσιο σχετικής αίτησης ημερ. 10.10.2018 που οι ενάγοντες προώθησαν, εξέδωσε διάταγμα με το οποίο επέτρεπε την επίδοση εκτός δικαιοδοσίας στους εναγομένους 1, 2, 4 και 7 του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 21.09.2018, της βεβαίωσης σχετικά με απόφαση σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις, η οποία εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στις 10.10.2018 σύμφωνα με το άρθρο 53 του Κανονισμού (ΕΕ) αρ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένης της ως άνω αίτησης ημερ. 10.10.2018 και της ένορκης δήλωσης της Ανδριανής Αντωνίου, ίδιας ημερομηνίας, που τη συνόδευε. Στις 11.02.2019, οι XXXXX Guta και XXXXX Guta (εναγόμενοι 4 και 7 στην παρούσα αγωγή), καταχώρισαν την μια εκ των δύο Αιτήσεων που απασχολούν στην παρούσα, μέσω της οποίας αξιώνουν την ακύρωση και/ή παραμερισμό της επίδοσης όλων των εγγράφων και/ή ειδοποιήσεων και/ή αιτήσεων και/ή ενόρκων δηλώσεων και/ή συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων και/ή μεταφράσεων τους στη Γερμανική γλώσσα τα οποία επιδόθηκαν σε αυτούς. Ειδικότερα, τα έγγραφα του Καταλόγου «Α» ως τα προσδιορίζουν - τα οποία αφορούν τα έγραφα που περιγράφονται στο διάταγμα ημερομηνίας 18.06.2018 - που επιδόθηκαν σε αυτούς στις 16.08.2018, και τα έγγραφα του Καταλόγου «Β» ως επίσης τα καθορίζουν - τα οποία αφορούν τα έγραφα που περιγράφονται στο διάταγμα ημερομηνίας 19.10.2018 - που επιδόθηκαν σε αυτούς στις 05.12.
  3. Ομοίως, στις 22.02.2019, οι XXXXX Guta και XXXXX Guta (εναγόμενοι 1 και 2 στην παρούσα αγωγή), καταχώρισαν πανομοιότυπη αίτηση σε σχέση με την επίδοση των ως άνω εγγράφων, τα οποία επίσης ειδικότερα προσδιορίζουν σε επισυνημμένους Πίνακες «Α και «Β». Ως προκύπτει και από την δική τους αίτηση, τα μεν έγγραφα που περιγράφονται στον Πίνακα «Α» - τα οποία αφορούν τα έγραφα που περιγράφονται στο διάταγμα ημερομηνίας 18.06.2018 - τους επιδόθηκαν στις 16.08.2018, ενώ τα έγγραφα που περιγράφονται στον Πίνακα «Β» - τα οποία αφορούν τα έγραφα που περιγράφονται στο διάταγμα ημερομηνίας 19.10.2018 - τους επιδόθηκαν στις 05.01.
  4. Στις ως άνω αιτήσεις, πέραν της παράθεσης της νομικής βάσης επί των οποίων αυτές εδράζονται, το πραγματικό υπόβαθρο γεγονότων προς υποστύλωση τους, για μεν την Αίτηση των εναγομένων 1 και 2 τίθεται με την ένορκη δήλωση ημερ. 22.02.2019 του Ουκρανού δικηγόρου και νομικού τους συμβούλου XXXXX Kucheriavyi που την συνοδεύει, ως επίσης συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ιδίου, ημερ. 31.05.2019, ενώ την Αίτηση ημερ. 11.02.2019 των εναγομένων 4 και 7 υποστηρίζει ένορκη δήλωση της XXXXX Λάγγαρη, δικηγόρου στο δικηγορικό οίκο που εκπροσωπεί τους ως άνω εναγομένους-αιτητές. Με δεδομένο το ταυτόσημο ουσιαστικά αντικείμενο των δύο Αιτήσεων αλλά και των προβαλλόμενων λόγων Ένστασης από την πλευρά των εναγόντων - καθ' ων οι αιτήσεις, όλοι οι παράγοντες της διαδικασίας ομονόησαν όπως οι ως άνω Αιτήσεις παρουσιαστούν και ακουστούν ταυτόχρονα, επιζητώντας την ενιαία τοποθέτηση του Δικαστηρίου επί τούτων. Σημειώνεται ότι οι δύο ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τις υπό συζήτηση Αιτήσεις, ημερ. 11.02.2019 και 22.02.2019, σε συντριπτικό ποσοστό είναι πανομοιότυπες όχι μόνο όσο αφορά τον τρόπο προβολής ίδιων θέσεων και ισχυρισμών αλλά και με την χρήση ταυτόσημου σε αρκετές περιπτώσεις λεκτικού, αφήνοντας την εντύπωση στον τρίτο - ανεξάρτητο παρατηρητή, της ύπαρξης τουλάχιστον συντονισμού μεταξύ τους, στην προώθησή τους. Μέσω των ως άνω δηλώσεων τους, οι ομνύοντες δεν αμφισβητούν το γεγονός ότι επιδόθηκαν στους εναγομένους 1, 2, 4 και 7 τα έγγραφα που οι ίδιοι προσδιορίζουν και καταγράφουν σε σχετικούς πίνακες - καταλόγους που συνοδεύουν τις αιτήσεις τους. Σημειώνουν ωστόσο ότι όλα ήταν στην Ελληνική γλώσσα με μετάφραση στη Γερμανική, γλώσσες που οι ως άνω Αιτητές, όντας Ουκρανοί δεν γνωρίζουν. Άλλωστε, ως υποδεικνύεται, η επίδοση των άνω εγγράφων με τον τρόπο που επιτεύχθηκε, έγινε χωρίς να συνοδεύονται με το σχετικό έντυπο αναφορικά με την άρνηση λήψης της επίδοσης, καταστρατηγώντας έτσι βασική προϋπόθεση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΕ) 1393/
  5. Ο ως άνω τρόπος δράσης των εναγόντων, προκρίνουν, έπληξε ανεπανόρθωτα τη νομιμότητα και εγκυρότητα της επίδοσης, καθιστώντας την άκυρη, παράνομη, αντικανονική, επισφαλή και κακή. Έπληξε ταυτόχρονα το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμά τους για δίκαιη δίκη και τους κανόνες της φυσικής δικαιοσύνης. Στέρησε από τους ως άνω Εναγομένους το δικαίωμα να ενημερωθούν γραπτώς, σε κατανοητή για τους ίδιους γλώσσα για τις διαδικασίες και τη δυνατότητα να αρνηθούν ή να απορρίψουν την επίδοση των ως άνω εγγράφων. Σημειώνουν προς τούτο ότι το προσωρινό διάταγμα ημερ. 21.09.2018 εκδόθηκε καθ' ην έκταση οι ως άνω Εναγόμενοι-Αιτητές δεν καταχώρισαν σημείωμα εμφάνισης. Με αναφορά στον χρόνο που παρήλθε μέχρι τη δρομολόγηση των υπό συζήτηση δικονομικών τους διαβημάτων, προτάσσεται αφενός το γεγονός της μη αντίληψης από μέρους τους περί τίνος επρόκειτο, αφού τα έγγραφα που τους επιδόθηκαν ήταν σε γλώσσα που οι ίδιοι δεν αντιλαμβάνονται, ενώ υποδεικνύεται αφετέρου ότι στο μεσοδιάστημα, από τη γενομένη επίδοση μέχρι και την καταχώριση εμφάνισης από την πλευρά τους, μεσολάβησαν οι γιορτές των Χριστουγέννων και της Πρωτοχρονιάς, ως επίσης το γεγονός ότι για κάποιους μήνες ταξιδεύουν και ζουν στην Ουκρανία. Παράλληλα, σημειώνουν πως το γεγονός ότι οι εναγόμενοι βρίσκονταν εκτός δικαιοδοσίας, καθιστούσε την ανεύρεση δικηγόρου τόσο στο εξωτερικό όσο και στην Κύπρο χρονοβόρα. Σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζουν, το συντομότερο δυνατό ζήτησαν συμβουλή από δικηγόρους σε σχέση με το περιεχόμενο των εγγράφων τα οποία ήταν χιλιάδες, ενώ σε συνεννόηση με τους δικηγόρους τους τόσο στην Κύπρο όσο και την Ουκρανία, κατέβαλαν κάθε δυνατή προσπάθεια για τη συντομότερη παρουσίαση των υπό συζήτηση Αιτήσεων τους στο Δικαστήριο. Υποδεικνύουν παράλληλα ότι οι ενάγοντες δεν νομιμοποιούνται να αξιώνουν καμία θεραπεία σε βάρος των εναγομένων 1, 2, 4 και 7, ούτε έχουν οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των τελευταίων. Η ως άνω αγωγή, σημειώνουν, είναι άνευ ουσίας, ενοχλητική, κακόπιστη, καταχρηστική, ανυπόστατη, στερούμενη νομικού ή πραγματικού ερείσματος. Καταληκτικά, προβάλλεται από την πλευρά τους η θέση ότι οι εναγόμενοι 1, 2, 4 και 7 θα πρέπει να αποζημιωθούν και να καλυφθούν τυχόν έξοδα και ζημίες καθώς και έξοδα μετάφρασης, ως αποτέλεσμα της συμπεριφοράς των εναγόντων. Με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση του ημερ. 31.05.2019, ο XXXXX Kucheriavyi, προβάλλει τη θέση ότι η νέα Σύμβαση του Λουγκάνο (Lougano Convention), με ισχύ μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ελβετίας από την 01.01.2011, έχει άμεση ισχύ στην Κυπριακή Δημοκρατία. Σύμφωνα δε με αυτή, η εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 44/2001 επεκτείνεται και στην Ελβετία, υπερισχύοντας ουσιαστικά της Συνθήκης της Χάγης. Ως εκ τούτου, προκρίνει, η Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας θα έπρεπε να είχε γίνει σύμφωνα με τον ως άνω Ευρωπαϊκό Κανονισμό. Η λανθασμένη και παράτυπη έκδοση του διατάγματος της πρώτης επίδοσης, υποστηρίζει, συμπαρασύρει σε ακυρότητα όλες τις δικαστικές διαδικασίες που ακολουθήθηκαν εναντίον των Εναγομένων 1 και
  6. Παράλληλα, παραπέμποντας στο γεγονός ότι ήταν στη βάση του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 που εκδόθηκε Βεβαίωση σε σχέση με το Διάταγμα ημερ. 21.09.2018, υποστηρίζει ότι τούτο, από μόνο του, καταδεικνύει το νομικό σφάλμα των εναγόντων σε σχέση με τη διαδικασία που επέλεξαν να ακολουθήσουν και για την 2η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας. Αναφερόμενος στο ιδιοκτησιακό καθεστώς ακινήτου στην Ισπανία, για το οποίο έγινε λόγος στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την ένσταση των εναγόντων που στο μεταξύ καταχωρήθηκε, απέρριψε τους ισχυρισμούς περί δόλιας μεταβίβασής του. Οι εναγόμενοι αρ. 1 και 2, σημειώνει, αντιλαμβάνονται, κατανοούν και ομιλούν μόνο σε ένα πρώτο και βασικό επίπεδο την Αγγλική γλώσσα. Αδυνατούν να αντιληφθούν και να κατανοήσουν την Αγγλική γλώσσα, ορολογίες, έννοιες και λέξεις όπως αυτές περιγράφονται στα έγγραφα που τους επιδόθηκαν, ενώ ότι υπέγραφαν στο πλαίσιο της συμμετοχής τους στην Ενάγουσα ή τις θυγατρικές της, γινόταν αφού προηγουμένως εξηγείτο σε αυτούς από τους νομικούς, οικονομικούς και άλλους συμβούλους τους στην Ουκρανική γλώσσα. Το ίδιο και ακόμη πιο βασικό είναι το επίπεδο αντίληψης και κατανόησής τους στην Γερμανική γλώσσα. Αυτός είναι ο λόγος, υποστηρίζει, που οι συγκεκριμένοι Εναγόμενοι δεν έλαβαν πλήρη γνώση της ύπαρξης της αγωγής εναντίον τους ή των χρονοδιαγραμμάτων για τη λήψη μέτρων από μέρους τους. Οι ενάγοντες, καθ΄ ων η αίτηση στα πλαίσια των υπό συζήτηση δύο Αιτήσεων, στις 27.03.2019, προχώρησαν στην καταχώριση σχετικών ειδοποιήσεων Ένστασης. Ως οι πρόνοιες των σχετικών Διαδικαστικών Κανονισμών, πέραν από τη νομική βάση στην οποία αυτές εδράζονται, στο σώμα τους προβάλλονται και οι λόγοι της Ένστασης. Είναι ταυτόσημοι και στις δύο Ενστάσεις. Ειδικότερα, προκρίνεται από την πλευρά τους ότι: «
  7. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της νομοθεσίας και της νομολογίας για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και/ή η αιτούμενη θεραπεία δεν στοιχειοθετείται κατά νόμο και ουσία και/ή δεν υπάρχει επαρκής αιτιολογία και/ή επεξήγηση και/ή αιτιολόγηση για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  8. Τα αιτητικά είναι εσφαλμένα και/ή συγκεχυμένα και/ή είναι ασαφή.
  9. Οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν ότι είναι δικαιολογημένη η έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  10. Η παρούσα αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας (abuse of process) για το λόγο ότι προκαλεί αδικία στους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση, δεν είναι αναγκαία και/ή είναι σκανδαλώδης και/ή διότι τείνει να επηρεάσει δυσμενώς τα συμφέροντα των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση δημιουργώντας σύγχυση στη διαδικασία.
  11. Η αίτηση βασίζεται σε λανθασμένη νομική βάση και/ή σε λανθασμένα άρθρα και/ή στην νομική βάση παρατίθενται ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός υπ' αριθμό 1393/2008 ο οποίος δεν υφίσταται και/ή δεν εφαρμόζεται και/ή ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 44/2001 ο οποίος δεν εφαρμόζεται σε νομικές διαδικασίες που εγέρθηκαν μετά από την εφαρμογή του κανονισμού 1215/2012 στις 10 Ιανουαρίου 2015 και/ή ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1215/2012 ο οποίος δεν είναι σχετικός στην παρούσα περίσταση καθώς οι επιδόσεις δυνάμει των Διαταγμάτων ημερομηνιών 18/06/2018 και/ή 19/10/2018 διενεργήθηκαν στη βάση της Συνθήκης περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικός Υποθέσεις που συνομολογήθηκε στη Χάγη 15.11.1965 ως αυτή κυρώθηκε από τη Κυπριακή Δημοκρατία δια της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικός Υποθέσεις (Κυρωτικό) Νόμο του 1982 (Ν.40/1982)και/ή οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές ισχυρίζονται λανθασμένα ότι οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση δεν ακολούθησαν την ενδεδειγμένη διαδικασία που προνοείται στον Κανονισμό 44/2001 και/ή στον Κανονισμό 1393/2007 και/ή στον Κανονισμό 1215/2012 ενώ ο Κανονισμός 44/2001 και/ή ο Κανονισμός 1393/2007 και/ή ο Κανονισμός 1215/2012 δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην παρούσα και/ή δεν είναι σχετικοί με την παρούσα Αίτηση.
  12. Η αίτηση είναι καταχρηστική και/ή καταπιεστική και/ή δεν παρουσιάζεται οποιοσδήποτε σοβαρός λόγος για έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
  13. Στην παρούσα περίπτωση και/ή όπως προκύπτει από την Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση δεν συντρέχει καλός λόγος και/ή εξαιρετικές περιστάσεις και/ή δεν τηρούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου Διατάγματος.
  14. Η επίδοση που έλαβε χώρα δυνάμει του Διατάγματος ημερομηνίας 18/06/2018 και/ή δυνάμει του Διατάγματος ημερομηνίας 19/10/2018, στους Αιτητές, της Ειδοποίησης του Κλητηρίου Εντάλματος, της Μονομερούς Αιτήσεως για προσωρινά Διατάγματα ημερομηνίας 14/05/2018, της Ένορκης Δήλωσης του XXXXXX (XXXXX) Ιακωβίδη ημερομηνίας 14/05/2018 που συνόδευε την εν λόγω Μονομερή Αίτηση και τα επισυνημμένα σ' αυτή τεκμήρια, του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17/05/2018, της Μονομερούς Αιτήσεως για επίδοση εκτός Δικαιοδοσίας ημερομηνίας 31/05/2018, της Ένορκης Δήλωσης του XXXXX (XXXXX) Ιακωβίδη ημερομηνίας 31/05/2018 καθώς και της Συμπληρωματικής Ένορκης Δήλωσης ημερομηνίας 15/06/2018 που συνόδευαν τη Μονομερή Αίτηση ημερομηνίας 31/05/2018 και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια, του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/06/2018, του Διατάγματος του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/09/2018, της Βεβαίωσης σχετικά με Απόφαση σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις ημερομηνίας 10/10/2018 η οποία εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σύμφωνα με το Άρθρο 53 του κανονισμού (EE) αρ.1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου, συμπεριλαμβανομένης και της Μονομερούς Αιτήσεως ημερομηνίας 10/10/2018 και της Ένορκης Δήλωσης που τη συνόδευε της XXXXX Αντωνίου ημερομηνίας 10/10/2018 και τα επισυνημμένα σ' αυτή τεκμήρια, του Διατάγματος ημερομηνίας 19/10/2018 και τις μεταφράσεις όλων των προαναφερθέντων εγγραφών στην Γερμανική γλώσσα (πλην των τεκμηρίων που επισυνάπτονται στις Ένορκες Δηλώσεις ημερομηνιών 14/05/2018, 31/05/2018, 15/06/2018, 10/10/2018 τα οποία δεν μεταφράστηκαν) είναι νόμιμη και/ή νομότυπη και/ή ορθή υπό τις περιστάσεις.
  15. Δεν υπάρχει καμία παράβαση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή των Διαταγμάτων εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνιών 18/06/2018 και 19/10/2018 και/ή των προνοιών που θέτει ο περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικός Υποθέσεις (Κυρωτικός) Νόμος του 1982 (Ν.40/1982)και/ή η Συνθήκη περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικός Υποθέσεις που συνομολογήθηκε στη Χάγη 15.11.
  16. Οι Κανονισμοί (EE) υπ' αριθμούς 44/2001 και/ή 1393/2007 και/η 1215/2012 δεν εφαρμόζονται στην παρούσα περίσταση και/ή η Ελβετία όπου επιτεύχθηκε η επίδοση δεν είναι κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή οι Ενάγοντες-Καθ' ων η Αίτηση δεν επιχείρησαν να επιδώσουν στους Εναγόμενους 1 και 2/Αιτητές δυνάμει των Κανονισμών (EE) υπ' αριθμούς 44/2001 και/ή 1393/2007 και/η 1215/2012 και/ή οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση δεν συμπεριέλαβαν τους Κανονισμούς (EE) υπ' αριθμούς 44/2001 και/ή 1393/2007 και/ή 1215/2012 στη νομική βάση της Αίτησης ημερομηνίας 31/05/2018 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας και/ή οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση δεν συμπεριέλαβαν τους Κανονισμούς (EE) υπ' αριθμούς 44/2001 και/ή 1393/2007 στη νομική βάση της Αίτησης για επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 10/10/2018 και/ή ο Κανονισμός (EE) υπ' αριθμό 1215/2012 συμπεριλήφθηκε στην νομική βάση της Αίτησης για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνίας 10/10/2018 αποκλειστικά και μόνο γιατί ένα από τα έγγραφα για τα οποία επιζητείτο η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ήταν η Βεβαίωση ημερομηνίας 10/10/2018 η οποία εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σύμφωνα με το Άρθρο 53 του κανονισμού (EE) αρ.1215/2012 για σκοπούς εκτέλεσης του Διατάγματος ημερομηνίας 21/09/2018 σε Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ουδεμία σχέση είχε με την επίδοση των εγγράφων και/ή το Δικαστήριο δεν εξέδωσε τα Διατάγματα ημερ. 18/06/2018 και 19/10/2018 δυνάμει των Ευρωπαϊκών Κανονισμών υπ' αριθμούς 44/2001 και/ή 1393/2007 και/ή 1215/2012 και/ή οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση δεν είχαν οποιαδήποτε υποχρέωση να συμπεριλάβουν την Έντυπη Βεβαίωση που εμφαίνεται στο Παράρτημα II δια την οποία ο παραλήπτης ενημερώνεται για το δικαίωμα του να αρνηθεί την παραλαβή των δικαστικών εγγράφων δυνάμει του Άρθρου 8 του Κανονισμού (EE) υπ' αριθμό 1393/
  17. Τα έγγραφα τα οποία επιδόθηκαν, ήτοι η Ειδοποίηση του Κλητηρίου Εντάλματος, η Μονομερής Αίτηση για προσωρινά Διατάγματα ημερομηνίας 14/05/2018, η Ένορκη Δήλωση του XXXXX (XXXXX) Ιακωβίδη ημερομηνίας 14/05/2018 που συνόδευε την εν λόγω Μονομερή Αίτηση και τα επισυνημμένα σ' αυτή τεκμήρια, το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 17/05/2018, η Μονομερής Αίτηση για επίδοση εκτός Δικαιοδοσίας ημερομηνίας 31/05/2018, η Ένορκη Δήλωση του XXXXX (XXXXX) Ιακωβίδη ημερομηνίας 31/05/2018 καθώς και η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση ημερομηνίας 15/06/2018 που συνόδευε τη Μονομερή Αίτηση ημερομηνίας 31/05/2018 και τα επισυνημμένα σ' αυτές τεκμήρια, το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 18/06/2018, το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερομηνίας 21/09/2018, η Βεβαίωση σχετικά με Απόφαση σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις ημερομηνίας 10/10/2018 η οποία εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σύμφωνα με το Άρθρο 53 του κανονισμού (EE) αρ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου και η Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 10/10/2018 και η Ένορκη Δήλωση που τη συνόδευε της XXXXX Αντωνίου ημερομηνίας 10/10/2018 και τα επισυνημμένα σ' αυτή τεκμήρια, το Διάταγμα ημερομηνίας 19/10/2018 και οι μεταφράσεις όλων των προαναφερθέντων εγγραφών στην Γερμανική γλώσσα (πλην των τεκμηρίων που επισυνάπτονται στις Ένορκες Δηλώσεις ημερομηνιών 14/05/2018, 31/05/2018, 15/06/2018, 10/10/2018) δεν επιδόθηκαν μέσω της διαδικασίας που προνοείται από τους Κανονισμούς (EE) 44/2001 και/ή 1393/2007 και/ή 1215/
  18. Ο σκοπός για τον οποίο έγινε η επίδοση επιτεύχθηκε και/ή οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές κωλύονται από το να προβάλλουν ισχυρισμούς περί κακής επίδοσης και/ή μη προσωπικής επίδοσης εφόσον οι Εναγόμενοι 1 και2 /Αιτητές έλαβαν πλήρη γνώση της ύπαρξης της Αγωγής εναντίον τους και/ή των εκκρεμουσών διαδικασιών και/ή Αιτήσεων και/ή των εκδοθέντων διαταγμάτων που τους αφορούσαν καθώς και των τιθέμενων από το Δικαστήριο χρονοδιαγραμμάτων προς λήψη μέτρων από μέρους τους.
  19. Οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση ακολούθησαν την ενδεδειγμένη και/ή ορθή διαδικασία δυνάμει των Διαταγμάτων του Δικαστηρίου ημερομηνιών 18/06/2018 και 19/10/2018 και/ή στη βάση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίες και/ή σύμφωνα με τις προϋποθέσεις που θέτει ο περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικός Υποθέσεις (Κυρωτικός) Νόμος του 1982 (Ν.40/1982)και/ή η Συνθήκη περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικός Υποθέσεις που συνομολογήθηκε στη Χάγη 15.11.1965 σε σχέση με την επίδοση των εγγράφων που προβλέπονταν στα Διατάγματα ημερομηνιών 18/06/2018 και 19/10/
  20. Τα δικαστικά έγγραφα τα οποία καταγράφονται στα Διατάγματα εκτός δικαιοδοσίας ημερομηνιών 18/06/2018 και 19/10/2018 μεταφράστηκαν στην Γερμανική γλώσσα, ήτοι την επίσημη γλώσσα του Καντονιού του Όμπβαλντεν (Obwalden) της Ελβετίας όπου διαμένουν οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές και/ή ως οι πρόνοιες και/ή προϋποθέσεις της Συνθήκης περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικός Υποθέσεις που συνομολογήθηκε στη Χάγη στις 15.11.1965 και κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικός Υποθέσεις (Κυρωτικό) Νόμο του 1982 (Ν.40/1982)και/ή ως οι επιφυλάξεις οι οποίες τέθηκαν από την Ελβετία σχετικά με την επίδοση εγγράφων δυνάμει της Συνθήκης περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικός Υποθέσεις που συνομολογήθηκε στη Χάγη στις 15.11.
  21. Οι Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση έλαβαν επιβεβαίωση και/ή έντυπα αναφορικά με την επίτευξη της επίδοσης στους Εναγόμενους 1 και 2/ Αιτητές από τις αρμόδιες αρχές της Ελβετίας και/ή Κύπρου οι οποίες καθορίστηκαν δυνάμει της Συνθήκης περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικός Υποθέσεις που συνομολογήθηκε στη Χάγη 15.11.1965 και κυρώθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία με τον περί της Συμβάσεως περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικός και Εμπορικός Υποθέσεις (Κυρωτικό) Νόμο του 1982 (Ν.40/1982).
  22. Το υπόδειγμα το οποίο είναι προσαρτημένο στην Συνθήκη περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικός Υποθέσεις που συνομολογήθηκε στη Χάγη 15.11.1965 συμπληρώθηκε στην Αγγλική γλώσσα και στις δύο επιδόσεις προς τους Εναγόμενους 1 και 2/Αιτητές οι οποίες διενεργήθηκαν δυνάμει των Διαταγμάτων ημερομηνιών 18/06/2018 και 19/10/2018, ήτοι σε πλήρη συμμόρφωση με τις πρόνοιες της προαναφερθείσας Συνθήκης και/ή σε κατανοητή γλώσσα για τους Εναγόμενους 1 και/ή 2/Αιτητές και/ή περιλάμβανε περίληψη της Αγωγής και/ή περιγραφή των εγγράφων προς επίδοση και/ή των τιθέμενων χρονοδιαγραμμάτων από το Δικαστήριο και/ή οι Εναγόμενοι 1 και/ή 2/Αιτητές γνώριζαν πλήρως την φύση των εγγράφων τα οποία τους επιδόθηκαν και/ή την ύπαρξη της Αγωγής εναντίον τους και/ή των εκκρεμουσών διαδικασιών και/ή Αιτήσεων και/ή των εκδοθέντων διαταγμάτων που τους αφορούσαν και/ή των τιθέμενων χρονοδιαγραμμάτων από το Δικαστήριο.
  23. Με βάσει τις επιφυλάξεις που έχει θέσει η Ελβετία για την επίδοση δικαστικών εγγράφων σύμφωνα με τη Συνθήκη περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικός Υποθέσεις που συνομολογήθηκε στη Χάγη στις 15.11.1965, η μετάφραση στην επίσημη γλώσσα της αρμόδια αρχής της Ελβετίας που αναλαμβάνει την επίδοση των δικαστικών εγγράφων προς επίδοση αποτελεί προϋπόθεση για επίσημη επίδοση των δικαστικών εγγράφων σε περίπτωση που ο παραλήπτης δεν αποδέχεται οικειοθελώς την επίδοση και/ή δυνάμει της επιφύλαξης την οποία έχει θέσει η Ελβετία η μετάφραση στην γερμανική γλώσσα δικαστικών εγγράφων προς επίδοση ήτο αναγκαία καθώς τα έγγραφα επιδόθηκαν από την αρμόδια αρχή του Καντονιού του Όμπβαλντεν (Obwalden), επίσημη γλώσσα της οποία είναι η Γερμανική.
  24. Η Βεβαίωση σχετικά με Απόφαση σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις ημερομηνίας 10/10/2018 η οποία εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σύμφωνα με το Άρθρο 53 του κανονισμού (EE) αρ. 1215/2012 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου δεν είναι σχετική με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή και/ή αφορά σε εκτέλεση του Προσωρινού Διατάγματος σε άλλα Κράτη Μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή επιδόθηκε τόσο στην Αγγλική γλώσσα και/ή σε κατανοητή γλώσσα για τους Εναγόμενους 1 και 2/Αιτητές, όσο και στην Γερμανική γλώσσα ήτοι την επίσημη γλώσσα του Καντονιού του Όμπβαλντεν (Obwalden) της Ελβετίας όπου διαμένουν οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές.
  25. Τα αιτούμενα διατάγματα εάν εκδοθούν θα προκαλέσουν ανεπανόρθωτη ζημιά στους Ενάγοντες/Καθ' ων η Αίτηση και/ή θα παραβιάσουν το Άρθρο 30

(2)του Συντάγματος και/ή το Άρθρο 47 του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή το Άρθρο 6
(1)της Ευρωπαϊκής Σύμβασης δια την Προάσπισίν των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και/ή η ορθή απονομή της δικαιοσύνης θα πληγεί και/ή δεν θα ήταν ορθό ή δίκαιο να δοθεί υπό τις περιστάσεις.
  1. Η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή αντικανονική και/ή δεν πληροί τις προϋποθέσεις που θέτει η Δ.39 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και/ή βασίζεται σε λανθασμένο πλαίσιο γεγονότων και/ή σε ανυπόστατους ισχυρισμούς και/ή ο ομνύοντας δεν έχει γνώση των γεγονότων στα οποία αναφέρεται και/ή ο ομνύοντας δεν έχει λάβει εξουσιοδότηση από τους Εναγόμενους 1 και 2/Αιτητές για να προβεί στην Ένορκη Δήλωση η οποία συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση.
  2. Η αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας και/ή προσπάθεια αποφυγής συμμόρφωσης και/ή προσπάθεια δικαιολόγησης της μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες των Διαταγμάτων ημερομηνιών 17/05/2018, 18/06/2018 και/ή 21/09/2018 και/ή 19/10/2018 και/ή σκοπεύει στην παρακώλυση της προώθησης της παρούσας δικαστικής διαδικασίας για παρεμπόδιση των Εναγόντων/Καθ' ων η Αίτηση στη διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους.
  3. Οι Αιτητές κωλύονται και/ή εμποδίζονται να προωθούν την υπό κρίση αίτηση.
  4. Η υπό κρίση αίτηση είναι νομικά και πραγματικά αβάσιμη και αστήρικτη.» Τις ως άνω Ενστάσεις συνοδεύουν και υποστηρίζουν πανομοιότυπες ένορκες δηλώσεις, ίδιας ημερομηνίας, του XXXXX (XXXXX) Ιακωβίδη, συνεκκαθαριστή της ενάγουσας εταιρείας. Μέσω τους, ο ως άνω ομνύων παραπέμποντας σε στοιχεία του φακέλου της διαδικασίας, επαναλαμβάνει και εξειδικεύει σε κάποιο βαθμό τους προβαλλόμενους λόγους Ένστασης. Σε κάθε περίπτωση υιοθετεί και επαναλαμβάνει διάφορες ένορκες δηλώσεις στις οποίες είχε προβεί στην εξέλιξη της διαδικασίας στην παρούσα υπόθεση, ειδικότερα την ένορκη του δήλωση ημερ. 14.05.2018, που συνοδεύει την μονομερή Αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ως επίσης την ένορκη του δήλωση ημερ. 31.05.2018 και της συμπληρωματικής του ένορκης δήλωσης ημερ. 15.06.2018 που συνόδευαν και υποστήριξαν την μονομερή αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 31.05.2018, ως επίσης το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της XXXXX Αντωνίου ημερ. 10.10.2018 που συνόδευε την μονομερή αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 10.10.
  5. Αφού αναφέρεται στα γεγονότα και την εξέλιξή τους που οδήγησαν στην έκδοση των διαταγμάτων ημερ. 17.05.2018 και 21.09.2018, παραπέμπει παράλληλα στα γεγονότα που οδήγησαν στην έκδοση των διαταγμάτων του Δικαστηρίου ημερ. 18.06.2018 και 19.10.2018 για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, του διατάγματος του Δικαστηρίου ημερ. 21.09.2018 και της Βεβαίωσης ημερ. 10.10.2018, η οποία εκδόθηκε από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας σύμφωνα με το άρθρο 53 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού (ΕΕ) 1215/
  6. Η επίδοση των υπό κρίση εγγράφων δυνάμει των ως άνω διαταγμάτων, υποδεικνύει, ήταν καθόλα νόμιμη και ορθή, έχοντας τηρηθεί οι πρόνοιες και ο μηχανισμός που προβλέπεται στη Συνθήκη της Χάγης, η οποία, για τους λόγους που εξηγεί είναι αυτή που τυγχάνει εφαρμογής στην υπό συζήτηση περίπτωση. Προς τούτο παραπέμπει, όχι μόνο στην εξέλιξη σχετικών με το ζήτημα γεγονότων αλλά και σε διάφορες ειδοποιήσεις - βεβαιώσεις τις οποίες θέτει υπόψη του Δικαστηρίου. Οι αιτητές, υποστηρίζει, μέσω των σχετικών επιδόσεων προς αυτούς έλαβαν πλήρη γνώση για την ύπαρξη της Αγωγής εναντίον τους, των διαταγμάτων και γενικότερα των εκκρεμουσών διαδικασιών σε βάρος τους και ως εκ τούτου κωλύονται να προβάλλουν ισχυρισμούς περί κακής επίδοσης. Οι υπό κρίση Αιτήσεις, υποστηρίζει, είναι φανερό ότι προωθούνται καταχρηστικά και ότι αποτελούν προσπάθεια δικαιολόγησης της μη συμμόρφωσης με τις πρόνοιες των διαταγμάτων ημερ. 17.05.2018 και/ή 18.06.2018 και/ή 21.09.2018 και/ή 19.10.2018 μέχρι στιγμής, ως επίσης στην προσπάθεια των εναγομένων 1, 2, 4 και 7 να παρακωλύσουν την προώθηση της δικαστικής διαδικασίας και να παρεμποδίσουν τους ενάγοντες στη διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων τους. Σημειώνοντας περαιτέρω την καθυστέρηση η οποία παρατηρήθηκε στην καταχώριση των υπό κρίση Αιτήσεων εκ μέρους των ως άνω εναγομένων, προκρίνει ότι οι τελευταίες είναι ορθό, δίκαιο και προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να απορριφθούν, με έξοδα σε βάρος των Αιτητών. Κατά την ακρόαση της Αίτησης, οι συνήγοροι των τριών πλευρών με τις αγορεύσεις τους, τις οποίες φρόντισαν να καταγράψουν και να θέσουν υπόψη του Δικαστηρίου ανέπτυξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους για τα ζητήματα που εδώ απασχολούν. Στην έκταση που θεώρησαν χρήσιμο και επιθυμητό τούτο έπραξαν και δια ζώσης κατά το στάδιο της ακρόασης. Με πολύ προσοχή το Δικαστήριο έχει σημειώσεις τις αναφορές, τοποθετήσεις και εισηγήσεις των δύο πλευρών, λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα επιχειρήματα όσο και τις νομικές αυθεντίες στις οποίες αναφέρθηκαν ως και άλλες, σχετικές με τα ζητήματα που εδώ ενδιαφέρουν. Ειδικότερη αναφορά στις θέσεις και εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο στα πλαίσια της παρούσας και όπου τούτο κρίνεται αναγκαίο για τις ανάγκες της παρούσας απόφασης, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Θεμιστοκλέους ν. Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2019:B4, Ποιν. Έφ. 176/2018, ημερομηνίας 11.01.2019 και Οδυσσέα ν. Αστυνομίας
(1999)2 Α.Α.Δ. 490). Ότι κατά προτεραιότητα απασχολεί στα πλαίσια της παρούσας είναι η εισήγηση της πλευράς των Καθ΄ ων η αίτηση ότι οι υπό συζήτηση Αιτήσεις εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να προωθηθούν. Παραπέμποντας προς τούτο στα αιτητικά των δύο Αιτήσεων, σημειώνουν ότι μέσω τους οι αιτητές επιζητούν αποκλειστικά τον παραμερισμό των επιδόσεων οι οποίες επιτεύχθηκαν δυνάμει των διαταγμάτων του Δικαστηρίου ημερ. 18.06.2018 και 19.10.2018, χωρίς να επιζητούν τον παραμερισμό των σχετικών διαταγμάτων που επέτρεψαν τούτο, κατά τρόπο που τυχόν έγκριση του αιτήματός τους θα οδηγούσε στην ύπαρξη δύο συγκρουόμενων διαταγμάτων του Δικαστηρίου, εξέλιξη ανεπίτρεπτη που καταδεικνύει τον θνησιγενή χαρακτήρα των Αιτήσεων. Με αναφορά σε σχετική επί τούτου νομολογία, προβάλουν την θέση πως καθ΄ ην έκταση δεν επιζητείται ουσιαστικά ο παραμερισμός των ως άνω διαταγμάτων και κατ' επέκταση δεν αμφισβητείται το βάθρο επί του οποίου στηρίχθηκε η έκδοση τους, ο παραμερισμός της επίδοσης των σχετικών εγγράφων στο εξωτερικό είναι καταδικασμένος να αποτύχει. Είναι γεγονός ότι εξετάζοντας τα αιτητικά «Α», «Β», «Γ», «Δ» και «Ε» της Αίτησης ημερ. 22.02.2019, την οποία προωθούν οι εναγόμενοι 1 και 2, ως επίσης τα αιτητικά «Α», «Β» και «Γ» της Αίτησης ημερ. 11.02.2019, η οποία προωθείται από τους εναγόμενους 4 και 7, γίνεται κατανοητό ότι μέσω τους επιζητείται η ακύρωση και/ή ο παραμερισμός των επιδόσεων των σχετικών εγγράφων που καταγράφονται σε σχετικούς πίνακες - καταλόγους στους οποίους αντίστοιχα οι αιτητές παραπέμπουν. Δεν φαίνεται ευθέως να επιζητείται η ακύρωση των σχετικών διαταγμάτων επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας των ως άνω εγγράφων, ημερ. 18.06.2018 και 19.10.2018, εξέλιξη που στη βάση καλά καθιερωμένης νομολογίας θα μπορούσε πράγματι να οδηγήσει στις καταλυτικές για τις Αιτήσεις συνέπειες που εισηγείται η πλευρά των Καθ' ων η αίτηση (βλ. S.P.P. Projects Ltd v. Integral Equipment Sarl
(1993)1 Α.Α.Δ. 62 και Kozinskaya River Ltd κ.ά ν. KLCC Holdings Ltd, Πολ. Έφεση αρ. Ε43/2013, ημερ. 23.03.2017). Στην υπό συζήτηση ωστόσο περίπτωση, στους λόγους που στο ίδιο το σώμα των Αιτήσεων προβάλλονται ως ικανοί να δικαιολογήσουν τον αιτούμενο παραμερισμό της επίδοσης των σχετικών εγγράφων, διακρίνεται ουσιαστικά η προώθηση της θέσης ότι στα πλαίσια των υπό συζήτηση Αιτήσεων θα πρέπει παράλληλα να διαταχθεί από το Δικαστήριο, ανάμεσα σε άλλα και ο παραμερισμός και/ή ακύρωση της άδειας για την επίδοση των ως άνω εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας προς τους συγκεκριμένους εναγόμενους-αιτητές (βλέπε ειδικότερα τους λόγους II, III, IIII, IV, V, VI, VII, VIII στο σώμα της Αίτησης των Εναγομένων 4 και 7 ως επίσης τους λόγους 2, 3, 4, 5, 6, 7, 8, 9 και 10 στο σώμα της Αίτησης των Εναγομένων 1 και 2). Οι αιτητές, με τον ιδιαίτερο έστω τρόπο που αναδεικνύουν τούτο στην υπό εξέταση περίπτωση, ουσιαστικά αμφισβητούν όχι μόνο την γενομένη επίδοση των εγγράφων αλλά και τη δικαιοδοτική βάση επί της οποίας εκδόθηκαν τα ως άνω διατάγματα που επέτρεπαν την επίδοση των σχετικών εγγράφων στους Εναγομένους 1, 2, 4 και 7. Συνακόλουθα, κρίνεται ότι το Δικαστήριο δεν εμποδίζεται να προχωρήσει στην εξέταση των υπό συζήτηση Αιτήσεων επί των ουσιαστικότερων τους πτυχών. Σε σχέση ειδικότερα με την εγκυρότητα των ως άνω διαταγμάτων επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας, προκρίνεται από την πλευρά των αιτητών ότι οι υπό συζήτηση Αιτήσεις θα πρέπει να έχουν επιτυχή κατάληξη, καθ΄ ην έκταση δεν προηγήθηκε η σφράγιση του Κλητηρίου Εντάλματος της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής. Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.2 Θ.2 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, κανένα κλητήριο που προορίζεται για επίδοση εκτός Κύπρου ή του οποίου η ειδοποίηση θα δοθεί εκτός Κύπρου, δεν θα σφραγίζεται χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου. Οι πρόνοιες της Δ.2 Θ.2 θα πρέπει πάντα να διαβάζονται κατά τρόπο που να εναρμονίζονται με αυτές της Δ.6 Θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. Σύμφωνα με όσα στην Δ.6 Θ.1(h) των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας προβλέπονται, στην περίπτωση κατά την οποία στο κλητήριο ένταλμα εμφανίζονται εναγόμενοι από τους οποίους ένας τουλάχιστο διαμένει ή εδρεύει στην Κύπρο ενώ άλλος ή άλλοι βρίσκονται εκτός Κύπρου, επίδοση εκτός δικαιοδοσίας μπορεί να επιτραπεί οποτεδήποτε κάποιο πρόσωπο είναι αναγκαίος ή κατάλληλος διάδικος σε αγωγή η οποία ορθά κινήθηκε εναντίον κάποιου άλλου προσώπου προς το οποίο επιδόθηκε δεόντως στην Κύπρο. Στην υπόθεση Niki Christoforou Cosmetics Ltd v. Αγαθοκλή (Λάκη) Στυλιανού κ.α.
(2005)1 Α.Α.Δ. 273, ο Δικαστής Κραμβής συνοψίζοντας το ζήτημα, υπέδειξε ουσιαστικά ότι η υποβολή αίτησης για λήψη άδειας για σφράγιση του κλητηρίου εντάλματος πριν από την καταχώριση του λόγω της ύπαρξης εναγομένου που βρίσκεται εκτός δικαιοδοσίας, δεν είναι αναγκαία, εφόσον η αγωγή στρέφεται και εναντίον εναγομένου που βρίσκεται εντός της δικαιοδοσίας (βλέπε επίσης Larticon Co. v. Detergenta Developments Ltd
(2004)1 Α.Α.Δ. 1121). Ουσιαστικά, σε τέτοια περίπτωση το κλητήριο ένταλμα μπορεί να σφραγιστεί και να εκδοθεί χωρίς άδεια, μετά δε την επίδοση του κλητηρίου στους εναγομένους που βρίσκονται εντός δικαιοδοσίας, (βλέπε Collins v. North British and Mercantile Insurance Co
(1984)3 Ch. 228) ακολουθεί η υποβολή αίτησης προς το Δικαστήριο για εξασφάλιση άδειας επίδοσης του κλητηρίου ή της ειδοποίησης του ανάλογα, στον διάδικο στο εξωτερικό, οπότε και εξετάζεται κατά πόσο πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.6 Θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας. (Halsbury's Laws of England, 3rd edition, Vol. 30 Para. 588). Στην υπό συζήτηση περίπτωση με δεδομένο ότι αριθμός εναγομένων βρίσκονται εντός της δικαιοδοσίας, είναι φανερό ότι δεν ήταν απαραίτητη η εξασφάλιση εκ των προτέρων άδειας σφράγισης του κλητηρίου εντάλματος της αγωγής, για να ακολουθήσει στη συνέχεια αίτηση για εξασφάλιση άδειας επίδοσης του κλητηρίου ή της ειδοποίησης του για τους εναγόμενους που βρίσκονται στο εξωτερικό. Ως λόγος για την ακύρωση των ως άνω διαταγμάτων επίδοσης στο εξωτερικό, προκρίνεται επίσης από την πλευρά των Αιτητών η έλλειψη δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την υπό συζήτηση αγωγή. Η προβλεπόμενη από τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς άδεια για επίδοση του κλητηρίου εντάλματος εκτός δικαιοδοσίας, δεν συνιστά ασφαλώς τυπική διαδικασία (βλ. Ans Secretaries Ltd v. Orianda Manegement FZ LLC κ.α. Πολ. Έφ. 362/09, ημερ. 03.07.2014). Μέσω της, ουσιαστικά διευρύνεται η τοπική αρμοδιότητα του Δικαστηρίου, αφού το τελευταίο καθιστά τον εαυτό του κατάλληλο να εκδικάσει την υπόθεση στην οποία συνυπάρχουν αλλοδαποί εναγόμενοι που διαμένουν στο εξωτερικό. Ο ενάγοντας θα πρέπει να έχει καλή υπόθεση εις βάρος των εναγομένων που βρίσκονται εκτός της δικαιοδοσίας, πείθοντας ότι οι εναγόμενοι αυτοί είναι κατάλληλοι ή αναγκαίοι. Στη Δ.6 θ.1 των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας, ρητά προβλέπεται ότι για την εξασφάλιση άδειας του δικαστηρίου για επίδοση κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησής του εκτός δικαιοδοσίας, απαιτείται να συντρέχουν περιστάσεις όπως αυτές που εναλλακτικά εκτίθενται και απαριθμούνται στις υποπαραγράφου (a) έως (h) του θ.1 του σχετικού Διαδικαστικού Κανονισμού. Σύμφωνα δε με τη Δ.48 θ.8
(1)(f), αίτηση αυτή της φύσης δύναται να υποβληθεί χωρίς ειδοποίηση (ex parte). Ως ειδικότερα προβλέπεται στον θ.4 της Δ.6, το Δικαστήριο, εξετάζοντας σχετική αίτηση θα πρέπει να ικανοποιηθεί από την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει και υποστηρίζει, ότι ο ενάγοντας έχει εκ πρώτης όψεως καλή αιτία αγωγής ενώ παράλληλα να καταδεικνύεται ο τόπος ή η χώρα στην οποία ένας εναγόμενος είναι δυνατόν να ευρεθεί, ως επίσης και το υπόβαθρο των γεγονότων επί του οποίου η αίτηση στηρίζεται. (βλ. Αγγλική Δικαστηριακή Πρακτική του 1956 (Annual Practice) σελ. 99 και 100 ως επίσης Hani Mousa El-Sayegh v. Credit Swisse
(1996)1 (B) A.A.Δ. 836 και Mike Willstrop κ.α. ν. Mammous κ.α.
(2010)1 (Γ) Α.Α.Δ. 1740). Σε σχέση με τον τρόπο που το Δικαστήριο θα πρέπει να προσεγγίζει και να εξετάζει αιτήσεις αυτού του είδους, στην υπόθεση Zachar. & Pant. Enter. Ltd v. Fiat Auto S.P.A.
(2000)1(A) Α.Α.Δ. 447, υποδείχθηκε ότι: «Δεν θα ήταν ανωφελές να παρατηρήσουμε περαιτέρω ότι αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να εξετάζονται με σχολαστική προσοχή, όπως απαιτείται στα πλαίσια του άρθρου 3 και της Δ.6, ώστε το Δικαστήριο να ικανοποιείται με βάση πλήρη και λεπτομερή ένορκη δήλωση σε στήριξη της αίτησης ότι συντρέχουν οι εν λόγω προϋποθέσεις. Όπως τονίσθηκε και στη Demstar, ανωτέρω, η ύπαρξη των προϋποθέσεων για τη χορήγηση άδειας για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας πρέπει να τεκμηριώνεται με την προσαγωγή ανάλογης μαρτυρίας, και δεν αρκεί η επίκληση γνώμης για την ύπαρξη των αναγκαίων δεδομένων, ούτε, ασφαλώς, η απλή γενική και συμπερασματική αναφορά ότι οι προϋποθέσεις συντρέχουν.» Η ως άνω εισήγηση των αιτητών, ευθύς εξ' αρχής θα πρέπει να σημειωθεί πως πέραν από την γενική, αόριστη κα τηλεγραφική προβολή της από την πλευρά των τελευταίων, δεν προωθήθηκε ή εξειδικεύθηκε από την πλευρά τους καθ' οιονδήποτε τρόπο. Ούτε τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου οποιοδήποτε στοιχείο ικανό να ανατρέψει την θεώρηση των πραγμάτων επί του ζητήματος από το Δικαστήριο, καθ' ον χρόνο το τελευταίο λαμβάνοντας όλα όσα είχαν τεθεί υπόψη του αποφάσιζε ότι η υπό συζήτηση περίπτωση ήταν η πρέπουσα για την παραχώρηση άδειας επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό μεταξύ άλλων και προς τους Εναγομένους 1, 2, 4 και 7, αλλά και επίδοσης στους τελευταίους των εγγράφων που περιγράφονται στο διάταγμά του ημερομηνίας 19.10.
  1. Το βάθρο επί του οποίου στηρίχθηκε η έκδοση των σχετικών διαταγμάτων επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας και της επάρκειας του για να εγκριθεί το αίτημα, επεκτείνοντας έτσι την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και σε σχέση με τους διαδίκους που διαμένουν στο εξωτερικό, όπως διαπιστώθηκε κατά τον χρόνο εξέτασης των σχετικών αιτήσεων για παραχώρηση άδειας επίδοσης της ειδοποίησης του κλητηρίου και άλλων εγγράφων στο εξωτερικό, στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου παρέμεινε αλώβητο, επιβεβαιώνεται δε και με την παρούσα απόφαση. Το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν την Αίτηση ημερ. 14.05.2018, τις Αιτήσεις για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 31.05.2018 και 10.10.2018 σε συνδυασμό θεωρούμενο με το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα της αγωγής αλλά και την Έκθεση Απαίτησης που στο μεταξύ καταχωρήθηκε επιβεβαιώνουν την ως άνω θεώρηση του Δικαστηρίου. Τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας φαίνεται πράγματι να διατηρούν δικαιοδοσία για την εκδίκαση της υπό συζήτηση αγωγής η οποία στρέφεται τόσο εναντίον προσώπων που διαμένουν στη Δημοκρατία όσο και εναντίον κατοίκων του εξωτερικού, όπως οι Εναγόμενοι 1, 2, 4 και 7 οι οποίοι, όχι μόνο αποτελούν αναγκαίους διάδικους στην παρούσα αλλά φαίνεται να διασυνδέονται άμεσα με την εξέλιξη των ουσιαστικών και επίδικων ζητημάτων στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή. Έχει ήδη σημειωθεί ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση οι Αιτητές δεν αμφισβητούν ότι τα έγγραφα που οι ίδιοι καθορίζουν στους πίνακες-καταλόγους «Α» και «Β» των Αιτήσεων τους έχουν επιδοθεί στην πλευρά τους. Προκρίνεται ωστόσο ότι οι ως άνω επιδόσεις θα πρέπει να θεωρηθούν άκυρες και παράνομες και ως εκ τούτου να ακυρωθούν, καθ΄ ην έκταση δεν προωθήθηκαν ούτε στηρίχθηκαν στη βάση Ευρωπαϊκών Κανονισμών, ειδικότερα των Κανονισμών (ΕΕ) 1393/2007, 44/2001 και 1215/
  2. Η προώθηση της όλης διαδικασίας επίδοσης των ως άνω εγγράφων μέσω των προνοιών της Συνθήκης της Χάγης και όχι μέσω των ως άνω Ευρωπαϊκών Κανονισμών, υποστηρίζουν, ήταν λανθασμένη. Ό,τι πρωτίστως αισθάνομαι θα πρέπει να εξεταστεί, είναι αν στην υπό συζήτηση περίπτωση και σε συνάρτηση με τα έγγραφα των οποίων η επίδοση επιδιώκεται να ακυρωθεί, τυγχάνουν εφαρμογής οι ως άνω Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί. Σε περίπτωση δε που η απάντηση στο ως άνω ερώτημα είναι καταφατική, κατά πόσο έχουν ακολουθηθεί οι πρόνοιες και οι προβλεπόμενοι σε αυτούς μηχανισμοί. Περαιτέρω, στην περίπτωση που διαπιστωθεί μη συμμόρφωση με τις προβλεπόμενες πρόνοιες και μηχανισμούς των ως άνω Ευρωπαϊκών Κανονισμών, ποια η σημασία τούτου στην επιτευχθείσα επίδοση των σχετικών εγγράφων, στη βάση τόσο του ενωσιακού και εθνικού δικαίου αλλά και της σχετικής νομολογίας. Τόσο ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1215/2012, όσο και ο προγενέστερος του 44/2001, αφορούν και ρυθμίζουν ζητήματα αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις που προέρχονται από Δικαστήρια χωρών μελών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν παραβλέπω ασφαλώς ότι με δεδομένη την προσχώρηση και της Ελβετίας στην Αναθεωρημένη Σύμβαση του Λουκάνο, κατά την 01/01/2011, ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 44/2001 τύγχανε εφαρμογής και σε σχέση με την Ελβετία στις περιπτώσεις του είδους. Με δεδομένο όμως ότι στην υπό συζήτηση περίπτωση τα σχετικά αιτήματα αφορούσαν εξασφάλιση διαταγμάτων επίδοσης δικαστικών και άλλων εγγράφων στο εξωτερικό και όχι ζητήματα αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων, οι ως άνω Ευρωπαϊκοί Κανονισμοί δεν μπορούν εκ των πραγμάτων να τύχουν εφαρμογής. Παρεμβάλλεται πως ως τέθηκε χωρίς να αμφισβητηθεί, η επίδοση της Βεβαίωσης που εκδόθηκε με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 53 του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1215/2012 στην υπό συζήτηση περίπτωση, (η οποία αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη λήψη μέτρων εκτέλεσης σε κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης) αποσκοπούσε στην γνωστοποίηση της με σκοπό την εξυπηρέτηση της διαδικασίας λήψης μέτρων σε βάρος συγκεκριμένων Εναγομένων σε κράτη εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Το ζήτημα της επίδοσης δικαστικών ή εξώδικων πράξεων από ένα κράτος μέλος σε άλλο ρυθμίζεται από τον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1393/
  3. Ο εν λόγω Κανονισμός ρητά καθορίζει στο εδάφιο
(2)του άρθρου 1, ότι o όρος «κράτος μέλος» καλύπτει τα κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης πλην την Δανίας, χώρα στην οποία τελικά ο ως άνω Κανονισμός επίσης εφαρμόζεται με σχετική δήλωσή της, (ΕΕ L 331/21 10.12.2008) βασισμένη σε παράλληλη συμφωνία που είχε συνάψει με την Ευρωπαϊκή Κοινότητα (EE l 300/55 17.12.2005). Με δεδομένο και αναντίλεκτο ότι οι Αιτητές στις παρούσες Αιτήσεις διαμένουν στην Ελβετία, χώρα η οποία δεν αποτελεί κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ο Ευρωπαϊκός Κανονισμός 1393/2007, ο οποίος σκοπό έχει την ομαλή λειτουργία της εσωτερικής αγοράς η οποία απαιτεί την καλύτερη και ταχύτερη διαβίβαση μεταξύ των κρατών μελών των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων που επιδίδονται ή κοινοποιούνται σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις (βλ. παράγραφος 2 του προοιμίου του εν λόγω Κανονισμού), δεν μπορεί επίσης να τύχει εφαρμογής. Είναι προφανώς για αυτό το λόγο που η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στην Έκθεσή της προς το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, το Συμβούλιο και την Επιτροπή Οικονομικών και Κοινωνικών Θεμάτων, σε σχέση με την εφαρμογή του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007, στις 04.12.2013 (βλ. Report from the Commission to the European Parliament, the Council and the European Economic and Social Committee, Brussels 4.12.2013, COM
(2013)858 final), αφού επιβεβαιώνει την εφαρμογή του πιο πάνω Κανονισμού και το εύρος της σε όλα τα κράτη μέλη, αναφορικά με τις χώρες με τις οποίες έχει συναφθεί η Σύμβαση του Λουγκάνο (Lugano Convention) - μεταξύ των οποίων και η Ελβετία - για τις οποίες δεν εφαρμόζεται ο ως άνω Ευρωπαϊκός Κανονισμός, εισηγείται στην παράγραφο 4.3. υπό τον τίτλο «Relations with Norway, Switzerland and Iceland (Lugano States)» την έναρξη διαπραγματεύσεων και την κατάληξη σε συμφωνία με αυτές τις χώρες, ανάμεσα σε άλλα ζητήματα και για το ζήτημα της επίδοσης των εγγράφων. Με δεδομένη την ως άνω κατάληξη του Δικαστηρίου όσον αφορά την μη εφαρμογή στη συγκεκριμένη περίπτωση των ως άνω Ευρωπαϊκών Κανονισμών, παρέλκει η αναγκαιότητα περαιτέρω ενασχόλησης με τις ειδικότερες πρόνοιες τους όσον αφορά την επίδοση των δικαστικών και εξωδίκων πράξεων σε αστικές ή εμπορικές υποθέσεις που αυτές καλύπτουν και τις συνέπειες που δυνατό να έχει η μη συμμόρφωση με όλες ή κάποιες από αυτές όσον αφορά την επιτευχθείσα στην υπό συζήτηση περίπτωση επίδοση των σχετικών εγγράφων. Συνακόλουθα, οι αιτιάσεις που προκρίνονται από την πλευρά των Αιτητών, οι οποίες εδράζονται σε υποτιθέμενες παραβιάσεις προνοιών των ως άνω Ευρωπαϊκών Κανονισμών, δεν θα απασχολήσουν στα πλαίσια της παρούσας. Τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία όσο και η Ελβετία έχουν κυρώσει τη Διεθνή Σύμβαση περί της εν τη Αλλοδαπή Επιδόσεως Δικαστικών και Ετέρων Εγγράφων εις Αστικάς και Εμπορικάς Υποθέσεις, γνωστή ως Σύμβαση της Χάγης, η οποία ρυθμίζει ζητήματα επίδοσης δικαστικών και άλλων εγγράφων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις. Τούτο αποτελεί πραγματικότητα αδιαμφισβήτητη. Στις πρόνοιες της ως άνω Σύμβασης, μεταξύ άλλων, στήριξαν οι Ενάγοντες τα αιτήματά τους για εξασφάλιση των διαταγμάτων επίδοσης εκτός δικαιοδοσίας ημερ. 18.06.2018 και 19.10.2018. Σύμφωνα με το άρθρο 5 της ως άνω Σύμβασης της Χάγης: «The Central Authority of the State addressed shall itself serve the document or shall arrange to have it served by an appropriate agency, either -
  1. a)by a method prescribed by its internal law for the service of documents in domestic actions upon persons who are within its territory, or
  2. b)by a particular method requested by the applicant, unless such a method is incompatible with the law of the State addressed. Subject to sub-paragraph (
  3. b)of the first paragraph of this Article, the document may always be served by delivery to an addressee who accepts it voluntarily. If the document is to be served under the first paragraph above, the Central Authority may require the document to be written in, or translated into, the official language or one of the official languages of the State addressed. That part of the request, in the form attached to the present Convention, which contains a summary of the document to be served, shall be served with the document.» Είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι η Ελβετία, όπως και άλλα συμβαλλόμενα κράτη, ρητά έχει καταγράψει συγκεκριμένες επιφυλάξεις σε σχέση με πρόνοιες της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης. Ειδικότερα όσον αφορά την τρίτη παράγραφο του άρθρου 5 της Συνθήκης της Χάγης, η καταγραφείσα επιφύλαξη της συγκεκριμένης χώρας[1] υποδηλώνει ότι: «Switzerland declares that in cases where the addressee does not voluntarily accept a document, it cannot officially be served on him or her in accordance with Article 5, first paragraph, unless it is in the language of the authority addressed, i.e. in German, French or Italian, or accompanied by a translation into one of these languages, depending on the part of Switzerland in which the document is to be served (cf. annex).» Εκ του περισσού ίσως, καταγράφεται εξ' αρχής το αυτονόητο, η αυξημένη δηλαδή ισχύς και προβάδισμα που έχει μια διεθνής σύμβαση που κυρώθηκε από τη Δημοκρατία έναντι του εσωτερικού δικαίου. Σύμφωνα με το άρθρο 169
(3)του Συντάγματος: «
(3)Συνθήκαι, συμβάσεις και συμφωνίαι συνομολογούμεναι συμφώνως ταις ειρημέναις διατάξεσι του παρόντος άρθρου έχουσιν από της δημοσιεύσεως αυτών εις την επίσημον εφημερίδα της Δημοκρατίας ηυξημένη ισχύν έναντι οιουδήποτε ημεδαπού νόμου, υπό τον όρον ότι αι τοιαύται συνθήκαι, συμβάσεις και συμφωνίαι εφαρμόζονται αντιστοίχως και υπό του αντισυμβαλλομένου». Η ως άνω συνταγματική επιταγή έχει αναλυθεί σε πληθώρα αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Κατ' επανάληψη έχουν αναλυθεί οι νομικές αρχές οι οποίες καθορίζουν ότι οι διεθνής συμβάσεις έχουν αυξημένη ισχύ και προβάδισμα στην εφαρμογή έναντι του εσωτερικού δικαίου. (βλ. Malachtou v. Armefti
(1987)1 CLR 207). Όπως υπεδείχθη στην Θεόδωρος Παναγή ν. Τατιάνα Σνετσιέβα, Έφεση 36/2011, ημερ. 19.03.2014: «Η Σύμβαση, όπως είναι θεμελιωμένο έχει αυξημένη ισχύ, όχι υπό την έννοια της ανάκλησης οποιουδήποτε αντιφατικού με αυτή εσωτερικού δικαίου, αλλά υπό την έννοια ότι έχει αυξημένη ισχύ και προβάδισμα στην εφαρμογή της έναντι του εσωτερικού δικαίου. (Βλ. Toulla G. Malaktou v. Christodoulos G. Armeftis and another
(1987)1 CLR 207, In Re Charalambous
(1987)1 CLR 427)». Σε σχέση με τα ζητήματα που απασχολούν στην υπό συζήτηση υπόθεση, είναι σε κάθε περίπτωση σημαντικό να εντοπιστεί πως το πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 6 της Σύμβασης της Χάγης ότι πρέπει να συμπληρώνεται και να συνοδεύει τα έγγραφα προς επίδοση, υπόδειγμα του οποίου προσαρτάται στη συγκεκριμένη Σύμβαση, θα πρέπει, ως προβλέπεται στο άρθρο 7 της ως άνω Σύμβασης, να γράφεται είτε στη Γαλλική είτε στην Αγγλική γλώσσα, πέραν από τη δυνατότητα που παρέχεται η βεβαίωση αυτή να γράφεται στην επίσημη γλώσσα του κράτους από το οποίο προέρχονται τα έγγραφα. Ως ειδικότερα προβλέπεται στο άρθρο 7 της Σύμβασης της Χάγης: «The standard terms in the model annexed to the present Convention shall in all cases be written either in French or in English. They may also be written in the official language, or in one of the official languages, of the State in which the documents originate. The corresponding blanks shall be completed either in the language of the State addressed or in French or in English.» Επανερχόμενος στην υπό συζήτηση περίπτωση στη βάση όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου, είναι φανερό ότι ακολουθήθηκαν οι σχετικές πρόνοιες της Σύμβασης της Χάγης, αφού, όχι μόνο το σχετικό πιστοποιητικό που προβλέπεται στο άρθρο 6 της ως άνω Σύμβασης συμπληρώθηκε δεόντως, ήτοι στην Αγγλική γλώσσα, αλλά και τα έγγραφα που έχουν επιδοθεί, φαίνεται να έχουν επιδοθεί και σε μετάφραση στη Γερμανική γλώσσα, καλύπτοντας και ικανοποιώντας έτσι την σχετική επιφύλαξη-περιορισμό που έθεσε η Ελβετία στη σχετική πρόνοια της Σύμβασης της Χάγης (άρθρο 5). Παρεμβάλλεται πως παρά τις αναφορές των Αιτητών ότι δεν επιδόθηκαν στους ίδιους η Αίτηση ημερ. 10.10.2018 και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει, τούτο δεν φαίνεται να επιβεβαιώνεται από τους σχετικούς κατά περίπτωση καταλόγους - πίνακες «Β» που οι Αιτητές έθεσαν υπόψη του Δικαστηρίου, αποδεχόμενοι ταυτόχρονα ότι τα έγγραφα που περιλαμβάνονται σε αυτούς τους καταλόγους - πίνακες επιδόθηκαν πράγματι σε αυτούς. Τούτο επιβεβαιώνεται άλλωστε από τα έγγραφα που έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου κατά την εξέλιξη της διαδικασίας με την ένδειξη «FOR RETURN» και τα οποία συνοδεύουν τη σχετική βεβαίωση επίδοσης τους, ως αυτή τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου. Γεγονός παραμένει ότι στα ως άνω έγγραφα που τέθηκαν υπόψη του Δικαστηρίου, δεν φαίνεται να έχουν μεταφραστεί στα Γερμανικά και τα τεκμήρια που επισυνάπτονται στην ένορκη δήλωση της Ανδριανής Αντωνίου ημερ. 10.10.2018 που συνοδεύει την Αίτηση για επίδοση εκτός δικαιοδοσίας, ίδιας ημερομηνίας. Ωστόσο, υπό το σύνολο όλων όσων έχουν τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου για το ζήτημα, η μη συμπερίληψη των ως άνω τεκμηρίων μεταφρασμένων επίσης στα Γερμανικά, δεν φαίνεται ικανή να εμποδίσει τους Αιτητές να κατανοήσουν γενικότερα την δικαστική υπόθεση που εκκρεμούσε εναντίον τους και ειδικότερα το ζήτημα που η συγκεκριμένη Αίτηση και η ένορκη δήλωση αφορούσε. Σε κάθε περίπτωση, γεγονός παραμένει ότι τα συγκεκριμένα τεκμήρια τέθηκαν υπόψη τους, αφού φαίνεται να επισυνάπτονται στην Ελληνική έκδοση της Αίτησης ημερ. 10.10.2018 και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, που επιδόθηκαν επίσης στην πλευρά των Αιτητών κατά τον ίδιο χρόνο. Η κατ' αναλογία άλλωστε υιοθέτηση της προσέγγισης του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του ζητήματος, όπως εκφράστηκε στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.ά.
(2013)1 Α.Α.Δ. 1935, όπου υπεδείχθη πως παρατυπίες που τυχόν προκύπτουν σε σχέση με μεταφράσεις των επιδοθέντων εγγράφων στα πλαίσια του Ευρωπαϊκού Κανονισμού 1393/2007, δεν είναι αρκετές για να ακυρώσουν την όλη επίδοση και ότι εναπόκειται στο Εθνικό Δικαστήριο να κρίνει αν το περιεχόμενο ενός εναρκτήριου της δίκης εγγράφου επιτρέπει σε ένα εναγόμενο να ασκήσει αποτελεσματικά τα δικαιώματά του και ειδικότερα κατά πόσο του επιτρέπει να αναγνωρίσει το αγώγιμο δικαίωμα και να αντιληφθεί ότι εκκρεμεί δικαστική διαδικασία εναντίον του, ως επίσης η προσέγγιση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην υπόθεση Alpha Bank Cyprus Ltd v. Dau Si Senh and Others, C-519/13, ημερ. 16.09.2015, η οποία καθοδήγησε το Ανώτατο Δικαστήριο της Δημοκρατίας στην τελική τοποθέτησή του στις υποθέσεις Alpha Bank Cyprus Ltd v. Si Senh Dau κ.ά, Πολιτικές Εφέσεις Αρ. Ε23/2013, Ε24/2013, Ε25/2013, Ε26/2013, Ε27/2013, Ε28/2013 και Ε29/2013, ημερ. 12.04.2016, δικαιολογούν κατά την αντίληψή μου, την ως άνω προσέγγιση του Δικαστηρίου. Κεντρικό ρόλο στην επιχειρηματολογία που οι Αιτητές προβάλλουν για την προώθηση των Αιτήσεων τους, κατέχει η θέση ότι τα έγγραφα που επιδόθηκαν σε αυτούς ήταν σε γλώσσα μη κατανοητή από τους ίδιους, (Ελληνικά, Αγγλικά και Γερμανικά) οι οποίοι όντας Ουκρανικής καταγωγής γνωρίζουν μόνο την Ουκρανική. Η ως άνω πραγματικότητα, υποστηρίζουν, επηρέασε, όχι μόνο βασικά συνταγματικά τους δικαιώματα, αλλά και γενικότερα τις αρχές της δίκαιης δίκης και της φυσικής δικαιοσύνης. Με κάθε σεβασμό, η ως άνω απλουστευμένη εν πολλοίς θεώρηση του ζητήματος, δεν με βρίσκει σύμφωνο. Ως έχει ήδη σημειωθεί, οι Ενάγοντες απευθύνθηκαν στο Δικαστήριο εξασφαλίζοντας στη βάση της εθνικής νομοθεσίας και κανονισμών αλλά και της Σύμβασης της Χάγης, άδεια για επίδοση των σχετικών εγγράφων εκτός δικαιοδοσίας, ανάμεσα σε πολλούς άλλους και στους Αιτητές. Ως οι πρόνοιες της Συνθήκης της Χάγης και των επιφυλάξεων που η Ελβετία έχει θέσει, τα έγγραφα που επιδόθηκαν στους τελευταίους μεταφράστηκαν στη Γερμανική γλώσσα ως μια από τις επίσημες γλώσσες της συγκεκριμένης χώρας όπου οι Αιτητές διαμένουν, ενώ τα σχετικά πιστοποιητικά που συνόδευαν τα έγγραφα, κατ' εφαρμογή και καθ' υπόδειξη των άρθρων 6 και 7 της Σύμβασης της Χάγης, συμπληρώθηκαν δεόντως στην Αγγλική γλώσσα. Οι Ενάγοντες - Καθ' ων η Αίτηση έπραξαν ακριβώς αυτό που επιβάλλει η ως άνω Διεθνής Σύμβαση της Χάγης επί του συζητούμενου, εφαρμόζοντας ουσιαστικά τις σχετικές πρόνοιες της επί του ζητήματος. Η εισήγηση ότι η εφαρμογή των προνοιών της ως άνω Διεθνούς Συμβάσεως - η οποία έχει συνομολογηθεί από το 1965 και έκτοτε τυγχάνει ευρύτατης εφαρμογής - σύμφωνα με τοις οποίες δεν φαίνεται να τίθεται ως απαραίτητη προϋπόθεση η επίδοση των σχετικών εγγράφων να γίνεται σε γλώσσα που τα πρόσωπα προς τα οποία τα έγγραφα απευθύνονται, άμεσα τουλάχιστον να αντιλαμβάνονται, έχει ως ουσιαστικό αποτέλεσμα την παραβίαση των καλά καθιερωμένων αρχών της Δίκαιης Δίκης και της Φυσικής Δικαιοσύνης, δεν μπορεί να υιοθετηθεί. Αυτονόητοι και καλοί λόγοι δεν επιβάλλουν την συγκεκριμένη προϋπόθεση, θέλοντας προφανώς να διαφυλαχθεί η χρησιμότητα, η αποτελεσματικότητα και η λειτουργικότητα της ως άνω Διεθνούς Σύμβασης, χωρίς επ' ουδενί να επηρεάζονται τα δικαιώματα των προσώπων προς τα οποία γίνεται η επίδοση, κατά τον τρόπο που εισηγούνται οι Αιτητές. Παρεμβάλλεται πως ούτε οι πρόνοιες των Διαδικαστικών Κανονισμών περί Πολιτικής Δικονομίας φαίνεται να επιβάλλουν ως αναγκαία προϋπόθεση για την σύννομη επίδοση ειδοποίησης κλητηρίου εντάλματος στο εξωτερικό, αυτή να συνοδεύεται από πιστοποιημένη και πιστή μετάφρασή της σε γλώσσα που πιθανολογείται ότι θα είναι κατανοητή από τα πρόσωπα στα οποία θα επιδοθεί. Στην υπόθεση Kean Soft Drink Ltd v. Safarine Container Lines N.V. κ.α.
(2001)1 Α.Α.Δ. 1784, όπου Εναγόμενη αξίωνε ακύρωση της εκδοθείσας απόφασης λόγω παραβίασης του άρθρου 30.3 του Συντάγματος επειδή η ειδοποίηση του κλητηρίου εντάλματος είχε συνταχθεί στην Ελληνική γλώσσα που ήταν άγνωστη στους αιτητές, με αποτέλεσμα, επειδή κανείς δεν γνώριζε Ελληνικά το έγγραφο να αγνοηθεί και ως εκ τούτου να εκδοθεί απόφαση στην Κύπρο εναντίον τους, σημειώθηκε πως πέραν του γεγονότος ότι ο περί Δικαιοδοσίας Ναυτοδικείου σχετικός Διαδικαστικός Κανονισμός δεν φαίνεται να επέβαλλε υποχρέωση μετάφρασης του κλητηρίου εντάλματος ή της ειδοποίησης του στη γλώσσα που ομιλεί ο διάδικος στον οποίο θα γίνει η επίδοση - όπως δηλαδή και στην περίπτωση των Διαδικαστικών Κανονισμών Περί Πολιτικής Δικονομίας - οι επίσημες γλώσσες της Δημοκρατίας είναι η Ελληνική και η Τουρκική (άρθρο 3.1 του Συντάγματος) και ως εκ τούτου αποτελεί υποχρέωση των διαδίκων να συμμορφώνονται με τη σχετική συνταγματική πρόνοια, κρίθηκε ότι η ειδοποίηση που συντάχθηκε στην Ελληνική, πέραν και ανεξάρτητα δηλαδή αν ήταν άγνωστη στα πρόσωπα στα οποία επιδόθηκε, ήταν καθόλα νόμιμη και έγκυρη. Παρά το γεγονός ότι στην υπό εξέταση υπόθεση όλοι οι Αιτητές κατ' επανάληψη αναγνωρίζουν ότι τα σχετικά έγγραφα τα οποία προσδιορίζουν κατά περίπτωση στους καταλόγους - πίνακες «Α» και «Β» των αιτήσεων επιδόθηκαν σε αυτούς, η πλευρά των Εναγομένων 1 και 2 προκρίνει στην ένορκη δήλωση του XXXXX Kucheriavyi ημερ. 22.02.2019, που συνοδεύει και υποστηρίζει την Αίτησή τους, ότι η επίδοση των εγγράφων που περιγράφονται στον πίνακα «Β» της Αίτησης δεν έγινε προσωπικά στους ίδιους αλλά στη θυγατέρα τους. Τούτο, επισημαίνουν, χωρίς να εξασφαλιστεί η κατά την νενομισμένη διαδικασία στην Κύπρο άδεια για υποκατάστατη επίδοση. Ως έχει ήδη σημειωθεί, στο άρθρο 5(α) της Σύμβασης της Χάγης προβλέπεται ότι η Κεντρική Αρχή του κράτους από το οποίο ζητείται η συνδρομή για επίδοση, θα πρέπει να διενεργεί τούτη σε πρόσωπα που βρίσκονται στην επικράτειά του κατά την προβλεπόμενη στο εσωτερικό του δίκαιο μέθοδο επίδοσης εγγράφων. Είναι καλά γνωστό ότι για την απόδειξη του αλλοδαπού δικαίου απαιτείται ειδική μαρτυρία προς τούτο. Παράλληλα, κατ' επανάληψη διακηρύχθηκε ότι η αγόρευση δικηγόρου δεν αποτελεί παραδεκτή μέθοδο εισαγωγής μαρτυρίας, ούτε μπορεί να συμπληρώσει τα όποια κενά υπάρχουν στην υπόθεση (Selmani και άλλου v Δημοκρατίας, ECLI:CY:AD:2015:B399, Ποιν. Έφ. 235/13, ημερ. 05.06.2015). Στην υπό συζήτηση περίπτωση δεν έχει τεθεί υπόψη του Δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία σε σχέση με τη προβλεπόμενη μέθοδο επίδοσης εγγράφων στην Ελβετία σε σχέση με πρόσωπα που βρίσκονται στην επικράτεια του συγκεκριμένου κράτους. Οι αναφορές των συνηγόρων επί του ζητήματος κατά το στάδιο των εισηγήσεών τους, με παραπομπή μάλιστα σε συγκεκριμένα άρθρα του Ελβετικού Νόμου, δεν μπορεί να καλύψει το κενό. Στην παλαιά υπόθεση Georgiades v. Kaminaras
(1958)23 C.L.R. 276, αφού επιβεβαιώθηκε η αρχή ότι πρόνοιες ξένου Νόμου θα πρέπει να δικογραφούνται και να αποδεικνύονται ως πραγματικό γεγονός από ειδικό προς τούτο μάρτυρα, σημειώθηκε ταυτόχρονα ότι στην απουσία τέτοιας μαρτυρίας, τα Δικαστήρια θα πρέπει να θεωρήσουν ότι ο ξένος Νόμος είναι ο ίδιος με τον Κυπριακό (βλ. επίσης Χαρίλαος Σταυράκη Λτδ ν. Zim Israel Navigation a.ο.
(1991)1 Α.Α.Δ. 1087 και Zolotets κ.ά ν. "Dalvent"
(1993)1 Α.Α.Δ. 877). Όπως εξάλλου υπεδείχθη επί του ζητήματος στην υπόθεση Standard Fr. Co. Ltd κ.ά. ν. Gold Seal Sh. Co. Ltd
(1997)1(Α) Α.Α.Δ. 464, εφόσον «δεν υπάρχει οιαδήποτε μαρτυρία σε σχέση με την εφαρμογή αλλοδαπού δικαίου [..] εφαρμόζεται αυτοδίκαια το Κυπριακό Δίκαιο. ». Στην υπό συζήτηση περίπτωση θα πρέπει πρωτίστως να επισημανθεί ότι δεν τέθηκε ως όρος ή προϋπόθεση η επίδοση των ως άνω εγγράφων να γίνει προσωπικά στους ως άνω Εναγόμενους - Αιτητές. Με δεδομένη την παραδοχή ότι η ως άνω επίδοση έγινε στη θυγατέρα των Εναγομένων 1 και 2 στη διεύθυνση των τελευταίων, δυνατότητα που παρέχεται σύμφωνα και με τους Διαδικαστικούς Κανονισμούς περί Πολιτικής Δικονομίας (Δ.5 θ.2
(1), σε συνδυασμό πάντα θεωρούμενο τούτο με το τεκμήριο της κανονικότητας των πραγμάτων, αφού δεν τέθηκε οτιδήποτε υπόψη του Δικαστηρίου ικανό να ανατρέψει τούτο, η ως άνω εισήγηση εκ μέρους της πλευράς των Εναγομένων 1 και 2 δεν μπορεί επίσης να υιοθετηθεί. Η προσπάθεια εξ' άλλου των ευπαίδευτων συνηγόρων των Εναγομένων 4 και 7, είτε στηριζόμενοι σε δικές τους συμπερασματικές απολήξεις είτε εισάγοντας μαρτυρία σχετική με την εξέλιξη των γεγονότων αναφορικά με την επίδοση των εγγράφων στους Εναγομένους 4 και 7, χωρίς να τεθεί κατά παραδεκτό τρόπο σχετικό υπόβαθρο γεγονότων και μαρτυρία, καθιστά εκ των πραγμάτων άνευ ουσιαστικής σημασίας την περαιτέρω ενασχόληση με το ζήτημα. Τα πιο πάνω δε, παρά την σαφή και κατ' επανάληψη τοποθέτησή της πλευράς τους ότι τα ως άνω έγγραφα που προσδιορίζονται στους καταλόγους «Α» και «Β» της αίτησης τους έχουν πράγματι επιδοθεί στους Εναγόμενους 4 και 7, δίδοντας τους την ευκαιρία - όπως και στους Εναγομένους 1 και 2 - να εμφανιστούν στη διαδικασία και να προωθήσουν τις υπό συζήτηση Αιτήσεις τους. Σημειώνεται, φορτικά ίσως, πως με την υπό συζήτηση αίτησή τους, το παράπονο των Αιτητών εστιάζεται όχι στο γεγονός αυτής καθ' αυτής της επίδοσης των ως άνω εγγράφων, την οποία κατ' επανάληψη επιβεβαιώνουν, αλλά στην μη τήρηση των προνοιών συγκεκριμένων Ευρωπαϊκών Κανονισμών και στη μη μετάφραση των εγγράφων σε κατανοητή από τους Αιτητές γλώσσα (Ουκρανικά), με αποτέλεσμα ως διατείνονται, τον επηρεασμό του Συνταγματικού τους δικαιώματος για δίκαιη δίκη και την παραβίαση των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης. Στη βάση όλων όσων πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι καθόλα νόμιμα και δικαιολογημένα οι Ενάγοντες εξασφάλισαν άδεια για επίδοση των σχετικών εγγράφων στο εξωτερικό. Οι δε επιδόσεις των ως άνω εγγράφων στους Εναγόμενους 1, 2, 4 και 7 - Αιτητές, ως αυτές έχουν επιτραπεί δυνάμει των διαταγμάτων του Δικαστηρίου ημερ. 18.06.2018 και 19.10.2018, φαίνεται να έχουν διενεργηθεί κατά τρόπο που δόθηκε η ευκαιρία στους ως άνω Εναγόμενους - Αιτητές να λάβουν γνώση της ύπαρξης της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγής εναντίον τους και ειδικότερα των ενδιάμεσων διαδικασιών που στο πλαίσιο της βρίσκονταν σε εξέλιξη. Η ως άνω κατάληξη, σφραγίζει ουσιαστικά την τύχη των υπό συζήτηση Αιτήσεων. Συνακόλουθα, οι Αιτήσεις απορρίπτονται. Κατ' εφαρμογή του βασικού κανόνα σε σχέση με τα έξοδα, σύμφωνα με τον οποίο αυτά συνήθως πρέπει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, (βλέπε Halsbury' s Laws of England, 3η έκδοση, Τόμος 30 σελ. 421, παρ. 791-796), τα έξοδα των Αιτήσεων επιδικάζονται προς όφελος των Εναγόντων - Καθ΄ ων η αίτηση και αντίστοιχα εναντίον των Εναγομένων 1, 2, 4 και 7 - Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν από τον αρμόδιο προς τούτο Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο. Να καταβληθούν δε στο τέλος της πρωτόδικης διαδικασίας. (Υπ.) ............... Α. Δαυίδ, Π.Ε.Δ. Πιστόν αντίγραφο Πρωτοκολλητής [1] https://www.hcch.net/en/instruments/conventions/status-table/notifications/?csid=424&disp=resdn cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο

🔗 Στην επίσημη πηγή

Επεξήγηση AI βάσει του επίσημου κειμένου του νόμου. Ενδεικτική, δεν υποκαθιστά νομική συμβουλή.